Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΕ ΠΡΩΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΕ ΠΡΩΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 6 Μαΐου 2016

ΓΕΩΡΓΙΟΣ I. ΡΑΛΛΗΣ: H ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ


ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Έγινε συνήθεια τα τελευταία χρόνια να κατηγορούνται όλοι οι Έλληνες πολιτικοί ως φαύλοι και ανίκανοι. Τελευταία μάλιστα, επ' ευκαιρία της 25ης Μαρτίου, σε διαγγέλματα επισήμων ειπώθηκε ότι οι αγωνισταί του 1821 ώραματίζονταν πολύ περισσότερα απ' όσα κατωρθώθηκαν και πραγματοποιήθηκαν μέσα στα 150 χρόνια που πέρασαν και ακόμη ότι «περιοδικαί μεγάλης διαρκείας ανεπάρκειαι της πολιτικής ηγεσίας, εμπόδισαν να ολοκληρωθούν οι πόθοι των μαχητών του αγώνος της ελευθερίας».
Σκοπός της σύντομης επισκοπήσεως που ακολουθεί είναι να αποδείξη ότι οι Έλληνες πολιτικοί των τελευταίων χρόνων, που κατηύθυναν τις τύχες του έθνους, ανταποκρίθηκαν στο καθήκον τους και εξεπλήρωσαν την εντολή των αγωνιστών της Επαναστάσεως.

Μια σύγκριση του χάρτη της Ελλάδος του 1832 με τον χάρτη του σημερινού Ελληνικού Βασιλείου αποδεικνύει ότι η Ελληνική πολιτική ηγεσία εξεπλήρωσε ικανοποιητικά το δράμα του 1821 και μέσα σε 4 γενεές επέτυχε να περιληφθή στα όρια του ελ­ληνικού κράτους το μεγαλύτερο μέρος της νότιας άκρης της Βαλκανικής Χερσονήσου, όπου από αι­ώνες ζούσαν συμπαγείς ελληνικοί πληθυσμοί, και να τριπλασιασθή η αρχική έκταση του κράτους. Από 45.516 έγινε 132.000 τετρ. χιλιόμετρα.
Το κατόρθωμα αυτό της πολιτικής ηγεσίας είναι ακόμη σπουδαιότερο, όταν λάβη κανείς υπ' όψει του τις δυσχέρειες πού αντιμετώπισε. Το ακανθώδες Α­νατολικό ζήτημα ήταν πάντα ένα σοβαρώτατο εμπό­διο στην επέκταση των ελληνικών συνόρων, τα ο­ποία δεν ήταν δυνατό να καθορισθούν μονομερώς. Δεν εμπόδιζε μόνο ή Οθωμανική Αυτοκρατορία την πραγματοποίηση των πόθων των Ελλήνων. 
Την εμ­πόδιζαν κυρίως τα συμφέροντα των Δυνάμεων. Μερικές, όπως η Ρωσσία, είχαν βλέψεις στα εδάφη που διεκδικούσαμε εμείς, ενώ άλλες — όπως η Αγ­γλία — ήταν προσηλωμένες στο δόγμα της ακεραιότητος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από τον φό­βο εξόδου της Ρωσίας στο Αιγαίο. H ελληνική πο­λιτική ηγεσία είχε ακόμη ν' αντιμετώπιση τις εδαφι­κές βλέψεις και διεκδικήσεις των νέων Βαλκανικών κρατών πού επωφθαλμιούσαν περιοχές της σημερι­νής Βορείου Ελλάδος.
Παρά ταύτα οι Έλληνες πολιτικοί, με ζήλο και αφοσίωση υπηρέτησαν την εθνική υπόθεση και χά­ρις στην δραστηριότητα και επιδεξιότητα τους κα­τώρθωσαν να παραμερίσουν τα εμπόδια και να δη­μιουργήσουν την σημερινή Ελλάδα, από την Θρά­κη μέχρι την Κρήτη και από την Κέρκυρα μέχρι την Ρόδο.
Βέβαια δεν συνέβαλαν στην επιτυχία αυτή όλοι οι πολιτικοί κατά τον ίδιο βαθμό. Αυτό άλλωστε ήταν και φυσικό αφού ούτε τον ίδιο ζήλο διέθεσαν όλοι, ούτε την ίδια αφοσίωση, ούτε και όλοι αντιμετώ­πισαν συνθήκες ευνοϊκές. Κατά γενικό κανόνα οι πολιτικοί που διαχειρίστηκαν τις τύχες της χώρας ήταν φλογεροί πατριώτες και εθεώρησαν ως πρωταρ­χικό έργο τους την ολοκλήρωση των πόθων του γέ­νους. H μεθοδολογία ήταν βέβαια ανάλογη με την ιδιοσυγκρασία του καθενός και με τις ανάγκες της εποχής. Κοινή όμως επιδίωξις όλων ήταν να δημι­ουργήσουν στο λαό την ψυχολογία που θα του επέ­τρεπε, όταν παρουσιαζόταν η κατάλληλη στιγμή, να ακολουθήση τους πολιτικούς του ηγέτες στην πολε­μική προσπάθεια και να υποστή αδιαμαρτύρητα τις μεγάλες θυσίες που θα χρειάζονταν.
Χάρις στις συνεχείς προσπάθειες των πολιτικών ανδρών της Ελλάδος, η πρώτη μετά την επανάστα­ση γενεά, έζησε την ενσωμάτωση της Επτανήσου (1864), η δεύτερη γενεά του Τρικούπη και του Κου­μουνδούρου την προσάρτηση της Θεσσαλίας και της περιοχής της Άρτας (1881), η τρίτη, η γενεά του Βενιζέλου, είδε να πραγματοποιήται το γιγάντιο άλμα, που έφερε στην Ελλάδα την Ήπειρο, την Μα­κεδονία, την Κρήτη, την Θράκη και τα νησιά του Αιγαίου (1913 και 1922) και η τέταρτη γενεά, η γε­νεά η δική μας, έζησε τη χαρά της ενώσεως της Δω­δεκανήσου (1947). Φυσικά, την προσπάθεια αυτή των πολιτικών υποστήριξαν με όλη τους την ψυχή και με πάθος οι ένοπλες δυνάμεις και αποφασιστικός παράγων ήταν ο ενθουσιασμός και η θαυμαστή καρ­τερία του ηρωϊκού ελληνικού λαού. Ακόμη δεν πρέ­πει να λησμονούμε την συμβολή στους ιερούς αυ­τούς αγώνες των Ελλήνων βασιλέων. Πρέπει να θυμώμαστε τον 'Οθωνα που έζησε με το δράμα και το πάθος της Μεγάλης Ιδέας, τον συνετό και επιδέ­ξιο ρυθμιστή των πολιτικών μας πραγμάτων Γεώργιο τον Α', τον Βασιλέα Κωνσταντίνο, τον ένδοξο στρα­τηλάτη των Βαλκανικών Πολέμων, τον τραγικό βα­σιλέα Αλέξανδρο και τον ηρωικό βασιλέα του Β'. Παγκοσμίου Πολέμου, Γεώργιο τον Β'. 
O λόγος όμως είναι τώρα για τους πολιτικούς άνδρες που άλλωστε είχαν και την ευθύνη για την διαχείριση του εθνικού θέματος και πού είναι άξιοι της ευγνωμοσύνης του έθνους για τα επιτεύγματα τους σ' αυτόν τον τομέα...
Και η συμπεριφορά των πολιτικών ανδρών στην καθημερινή πρακτική πολιτική ζωή και τα ήθη του πολιτικού μας βίου ; Είναι αλήθεια ότι εβασίλευσε, όπως ισχυρίσθηκαν μερικοί που ηθελημένα ή άθελα αγνοούν την ιστορία μας, η φαυλότης, η συναλλαγή και το ταπεινό συμφέρον ;
Η προσεκτική εξέταση αποδεικνύει το ότι στην πατρίδα μας, κυριάρχησε, αντίθετα προς όσα λέγουν ωρισμένοι, η τιμιότης, η ευθύνη και ο ηθικός τόνος. Υπήρξαν βέβαια και εξαιρέσεις, αλλά και αυτές επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Ακούσαμε λόγου χάριν πολλές φορές κατηγορίες για την περίφημη «συναλλαγή» μεταξύ βουλευτών και ψηφοφόρων και πράγματι και εδώ και στην επαρχία, ένας αριθμός ψηφοφόρων συνήθιζε να καταφεύγη στον βουλευτή ή τον πολιτευτή της περιοχής ζητώντας προσωπικές εξυπηρετήσεις. Και ήταν τις περισσότερες φορές το αίτημα η ανάγκη να εισαχθή ο ίδιος ή συγγενής του στο Νοσοκομείο ή ο διορισμός του σε κάποια θέση. Και συνέβαιναν αυτά επειδή τα νοσοκομεία ήταν ανεπαρκή και η σειρά αναμονής των αρρώστων ατελείωτη, ή επειδή η υποανάπτυκτη ελληνική οικονομία δεν μπορούσε να απορροφήση όλους τούς άνεργους, και υπήρχαν χίλιοι υποψήφιοι για μια θέση, εκ των οποίων οι 200, αν όχι περισσότεροι, είχαν περίπου τα ίδια προσόντα. Και κατέφευγαν στον βουλευτή, που με τις ενέργειες του έπρεπε να αναπληρώση την έλλειψη κοινωνικής πολιτικής και πολλές φορές κατώρθωνε να επιτύχη να εισαχθή ο ασθενής σε Ιδιωτική κλινική με μειωμένα νοσήλεια ή να προσληφθή ο προστατευόμενος του σε κανένα εργοστάσιο. Υπέφερα και ο ίδιος, αν και βουλευτής Αθηνών, από τέτοιου είδους ενοχλήσεις και σπάνια ήμουν σε θέση να ικανοποιήσω το αίτημα. Εξακολουθούσαν παρά ταύτα οι Αθηναίοι να με αναδεικνύουν πρώτο βουλευτή τους και έπαυσαν να με ενοχλούν με αυτά τα αιτήματα, μόνο όταν πολλαπλασιάσθησαν τα Νοσοκομεία και μειώθηκε με την άνοδο της οικονομίας η ανεργία. Και είμαστε εμείς οι βουλευταί των μεγάλων πόλεων προνομιούχοι, επειδή το βιοτικό επίπεδο εδώ ήταν πάντοτε υψηλότερο, ενώ οι συνάδελφοι μας των επαρχιών εταλαιπωρούντο και έφθειραν την υγεία τους και ρευστοποιούσαν τις μικρές τους περιουσίες για να ικανοποιήσουν τα δίκαια αιτήματα που δεν μπορούσαν βέβαια όλα να ικανοποιηθούν. Και αρκετοί απ' αυτούς, από την καθημερινή αγωνία και την υπερκόπωση, όπως ο εξαίρετος σε ήθος, μόρφωση και ευφυΐα Γεώργιος Καρτάλης, έχασαν την ζωή τους αγωνιζόμενοι τον καλόν αγώνα που χαρακτηρίζεται από ωρισμένους «συναλλαγή».
Οι Ελληνικές Κυβερνήσεις ήξεραν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους να περιφρουρήσουν τα συμφέροντα του κράτους και του λαού και είναι σχεδόν άγνωστα τα σκάνδαλα στον δημόσιο βίο της Ελλάδος. Η παμψηφία σχεδόν των πολιτικών ετάφη (πριν βελτιωθούν οι απολαυές και οι συντάξεις) με έρανο των συναδέλφων τους και οι δηλώσεις του «πόθεν έσχες» αποδεικνύουν πόσοι από τους πολιτικούς άνδρες πούλησαν και προικώα ακόμα ακίνητα για να καλύψουν τις απαιτήσεις της πολιτικής και διατυπώθηκαν κατηγορίες κατά καιρούς, για να αποδειχθή σε λίγο είτε ότι ήταν εντελώς αβάσιμες, είτε ότι σε ελάχιστες περιπτώσεις επρόκειτο για ασήμαντες παραλείψεις, που είχαν κατά κανόνα σκόπιμα εξογκωθή. Και δεν ήταν μόνον το ανώτερο ήθος, η φιλοτιμία και η υπερηφάνεια των Ελλήνων πολιτικών που δεν επέτρεψαν να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για να διαπραχθούν σκάνδαλα, αλλά και η ευαισθησία του ελληνικού λαού σε τέτοιου είδους θέματα και ο απόλυτος και αυστηρός έλεγχος κάθε κυβερνητικής ενεργείας από την Βουλή και τον Τύπο. Και έφθασε βέβαια ο έλεγχος αυτός, σε ωρισμένες περιπτώσεις, στο άλλο άκρο. Είναι προτιμώτερο όμως αυτό από την ολοκληρωτική απουσία κάθε δυνατότητας κριτικής που έχει κατά κανόνα θλιβερά αποτελέσματα.
Σε πολλές περιπτώσεις, οι 'Έλληνες πολιτικοί και ιδιαίτερα οι πολιτικοί αρχηγοί, επέδειξαν αυταπάρνηση και κομματική ανιδιοτέλεια όταν το επέβαλαν οι περιστάσεις και το συμφέρον της πατρίδος.......



(Το βιβλίο κυκλοφόρησε στα 1971, νομιμότατα, και είναι μια προσπάθεια του συγγραφέα να αποκαταστήσει το κύρος και την αξιοπιστία των  πολιτικών στα μάτια του λαού. Την ίδια ώρα οι "Απριλιανοί" ζούσαν με τη ψευδαίσθηση ότι είχαν κλείσει οριστικά τους λογαριασμούς τους με το παλαιοκομματισμό και ότι αυτός συνεπαγόταν.)

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2015

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΝΑ ΗΧΗΣΟΥΝ ΤΑ ΤΥΜΠΑΝΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Στα τέλη Σεπτεμβρίου σημειώθηκαν οι πρώτες μετακινήσεις μεγάλων ιταλικών μονάδων προς τα σύνορα μας.
Ήταν 6 το απόγευμα, όταν ο Διευθυντής Πολιτικών Υποθέ­σεων μπήκε, βιαστικός όπως πάντα, στο Κρυπτογραφικό, και ρώτησε αν υπήρχε τίποτε το σημαντικό. Εγώ σκυμμένος απάνω σ' ένα μακρύ τηλεγράφημα από τα Τίρανα κόπιαζα να το αποκρυπτογραφήσω. Ανέφερε τις τελευταίες μετακινήσεις ιτα­λικών μονάδων και τις θέσεις που είχαν καταλάβει. Είχα ακόμη μερικές σελίδες να αποκρυπτογραφήσω αλλά είπα στον Διευθυ­ντή τα όσα μηνούσαν τα Τίρανα. Νευρικός μου είπε να τελειώσω την αποκρυπτογράφηση αμέσως και να του πάω το κείμενο. Βγήκε για να ξαναμπεί δυο λεπτά αργότερα και να μου πει να μην δακτυλογραφήσω το κείμενο, αλλά μόλις τελειώσω να πάω να το διαβάσω στον Πρωθυπουργό που περίμενε στο γραφείο του.
Είκοσι λεπτά αργότερα χτυπούσα δειλά την πόρτα του πρωθυπουργικού γραφείου κι έμπαινα μέσα σ' ένα μισοσκόταδο όπου η μόνη φωτισμένη μορφή ήταν του Μεταξά καθισμένου στο γραφείο του και οι άλλες, ο Μανιαδάκης, ο Μαυρουδής, ο Παπάγος, ο Μελάς κι ένας άλλος στρατιωτικός τον οποίο δεν ήξερα (ήταν ο Πιτσίκας, Διοικητής Στρατιάς Ηπείρου), έμοια­ζαν, απολύτως ακίνητες, σαν άυλα φάσματα, συγκεντρωμένα γύρω από τον ταγό, περιμένοντας ένα νεύμα του για να δράσουν.
Άρχισα να διαβάζω. Τα ονόματα αυτά, τα αλβανικά, που μας είχαν γίνει τόσο οικεία, ηχούσαν τώρα σαν εξωτικά: Μαρκάτι, Μούρζι, Λιμπόχοβο... Νεμέτσκα... Φούρκα, Λεσκοβίκι... Γερμένι.... Μπαρμπάσι.... Ερσέκα... Χέλμεσι... Μπάμπαν... Βίγλιστα... Χέλμεσι... ανάμικτα με ονόματα ιταλικών μονάδων, 23η μεραρχία Σιέννα, 8η Μεραρχία Αλπίνι, 50 άρματα μάχης, δύο λόχοι Βερσαλιέρων, 3η Μεραρχία Τζούλια, 11η Μεραρχία Λύ­κοι Τοσκάνης... Όλη αυτή η ηχητική ανάμιξη δημιουργούσε μια παράξενη εντύπωση, σαν να ήταν ηχώ που βγαίνει από σπηλιά. Χωρίς να το θέλω αισθανόμουν ρίγη να διαπερνούν το σώμα μου. Όταν τελείωσα την ανάγνωση, κινήθηκα για να βγω αλλά ο Μεταξάς διέταξε: «Διαβάστε πάλι, παρακαλώ, με αργό ρυθμό».
Δεν είχα προλάβει να τελειώσω την δεύτερη ανάγνωση, όταν ακούστηκε, μέσ' από το μισοσκόταδο, ανυπόμονη, σχεδόν επιτι­μητική, η φωνή τού άγνωστου μου στρατιωτικού: «Κύριε Πρόε­δρε! Θα διατάξετε επί τέλους επιστράτευση!». Και τότε ο Μετα­ξάς αποκρίθηκε έντονα: «Άκουσε Πιτσίκα! Δεν κινδυνεύεις εσύ να σε βγάλει προδότη η Ιστορία! Κινδυνεύω εγώ! Αν διατάξω επιστράτευση, για έναν στρατιώτη που θα στέλνω στα σύνορα ο Μουσολίνι θα στέλνει δυο και τότε η ελάχιστη ελπίδα που έχομε να μην επιτύχει το σχέδιο τους θα εξατμισθεί!».
Βγήκα από το πρωθυπουργικό γραφείο συγκλονισμένος και, καθώς, μετά από λίγο, οι άλλοι συνάδελφοι έφυγαν κι έμεινα μόνος για να χτυπήσω το τηλεγράφημα στην μηχανή, ο νους μου πήγε πίσω μακριά σ' άλλες στιγμές που βρήκαν τον ελληνισμό εν αγωνία. Προδότης ο Θεμιστοκλής αν δεν είχε επιτύχει η παγίδα που είχε στήσει στον Ξέρξη, προδότης ο Παυσανίας στις Πλαταιές αν διατάζοντας, νύχτα, μυστικά, αλλαγή μετώπου, επικίνδυνη για όλη την παράταξη, δεν είχε προκαλέσει την ίδια κίνηση του εχθρού κι έτσι βρέθηκαν οι δύο αντίπαλοι στις ίδιες αντίστοιχες θέσεις, προδότης ο Κολοκοτρώνης που αρνήθηκε πεισματικά να προσπαθήσει να εμποδίσει τον Δράμαλη να ξεχυθεί στον κάμπο του Άργους για να τον εξασθενήσει, να τον κάνει να εξαντλήσει τα εφόδια του κι ύστερα να του επιτεθεί κόβοντας του την υποχώρηση στα Δερβενάκια. Τιμή σ' εκείνους που, όταν βλέπουν ότι δεν υπάρχει άλλη πιθανή σωτηρία παρά το ριψοκίνδυνο τέχνασμα και τα έχουν όλα σταθμίσει, κατορθώ­νουν να υπερνικήσουν το άγχος τους και το άγχος των γύρω τους κι αποδέχονται το ενδεχόμενο της αυτοθυσίας.
Όταν, μετά από μισή ώρα, ξαναχτύπησα την πόρτα του γραφείου του Μεταξά για να παραδώσω το καθαρογραμμένο τηλεγράφημα, το δωμάτιο ήταν άπλετα φωτισμένο. Οι άλλοι είχαν φύγει και είχαν μείνει, ο Μεταξάς, ο Παπάγος και ο Πιτσίκας, σκυμμένοι επάνω σ' ένα χάρτη της μεθορίου. Ο Μεταξάς σήκωσε τα μάτια ερωτηματικά. «Το τηλεγράφημα, Κύριε Πρόεδρε», ψιθύρισα. «Ευχαριστώ, παιδί μου...», είπε ήρεμα και τα μάτια του ήσαν, ίσως να μου φάνηκε πώς ήσαν, χαμογελαστά. Γιατί άραγε; Δεν ήταν ποτέ δυνατόν να φανταζό­ταν ότι κάποτε εγώ, ο ακούσιος μάρτυς, θα έγραφα τις γραμμές αυτές.
Δεν είπα σε κανέναν τίποτε κι έγραψα στο ημερολόγιο μου μια συνθηματική φράση: Πιτσίκας-Μεταξάς- κριτής Ιστορία, 2-10-40.
(Άγγελος Σ .Βλάχος: Μια φορά και ένα καιρό ένας διπλωμάτης.  Α τόμος.)




Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ

Καθώς πηγαίναμεν ήτο κατήφορος. Είχε κατεβή ο Ζέζας από το άλογον, ως και ο Πέτρος, και τα αλόγατα πήγαιναν εμπρός και πηγαίναμεν δια την Στάτιτσα. Μας είχε πη ο Γρηγόρης ότι γνω­ρίζει εκεί ένα παιδί. Καθώς πηγαίναμεν σιγά, ήμην όπισθεν του Ζέζα' έκαμα να βγω εμπροστά του δια να επιταχύνωμεν το βήμα ολίγον. Αμέσως με απέτρεψεν ο Ζέζας'
«Ησύχασε καημένε' επειδή εσύ ημπορείς να περιπατείς, άρα γε όλοι ημπορούν; »
« Μα καπετά­νιε, δεν θα προλάβωμεν εις το Ζέλοβον να πάμεν. »
«'Οχι, μου είπεν, θα μείνωμεν εδώ εις την Στάτιτσα, αφού γνωρίζει ο Γρηγόρης εκείνο το παιδί. »Τότε του είπα'
«Νομίζω καπετάνιε ότι καλύτερον είναι να μην πάμεν εις το χωριό, παρά να πάμεν έξω από το  χωριό' είναι μερικά καλύβια' εάν βρέχη, μένομεν εις τα καλύβια' εάν δεν βρέχη, μένομεν εις το δάσος. Με είπεν ο Ζέζας'
«Παύσε, Νίκο, όλο τα λημέρια και τα δάση αγαπάς, σαν να είσαι κανένας παλαιός κλέφτης. Είναι αμαρτία, τα παιδιά κουρασμένα, βρεγμένα' ας μείνωμεν εις το χωριό να στεγνώσουν ολίγον. »
 « Όπως θέλεις. »
Μόλις πλησιάσαμεν εις το χωριό, βγήκε πρώτος ο Γρηγόρης, μας πήγεν εις την εκκλησίαν, η οποία ήταν εις την άκρην του χωριού' μας άφησεν εις την αυλήν και πήγεν εις το χωριό. Μετά κάμποση ώρα ήλθεν. Είχε μαζί του και 2 χωρικούς, τον Ντίνα, όπου ήτο με την συμμορίαν του Παύλου Κύρου και έναν άλλον. Αφού μας εχαιρέτησαν, ερώτησεν ο Ζέζας τον Ντίνα εάν ημπορή να μας εύρη 4 καταλύματα. Μάλιστα, είπεν ο Ντίνας, και πήγε να ετοιμάση τα καταλύματα. Κατόπιν ήλθε να μας πάρη. Καθώς κατεβαίναμεν ερώτησεν ο Ζέζας τον Ντίνα'
— Δεν ημπορούμεν, βρε Ντίνα, να εύρωμεν περισσότερα καταλύματα δια να είναι πιο ήσυχα τα παιδιά να στεγνώσουν τα καημένα;» (Πύρζας). 
Το πρωί ήλθε πάλι ο Ντίνας, ο μουχτάρης και άλλοι' εφρόντισε ο Παύλος να δοθή τροφή στα καταλύματα, πληροφορήθηκε κι έμαθε ότι τακτικά περνά στρατός απ' το χωριό και πηγαίνει στο Ζέλοβο (150 στρατιώ­τες έμεναν στο Κονομπλάτι, 1/2 ώρα από τη Στάτιτσα). Έστειλε τότε με ανθρώπους γράμμα του Ευθυμη, την άλλη μέρα να έλθη να συναντηθούν έξω από τη Στάτιτσα, στο δάσος.
Το μεσημέρι κράτησε το Ντίνα στο τραπέζι και άλλους προεστούς του χωρίου και τους παράγγειλε το βράδυ να έλθουν και άλλοι να τους μιλήση. Ήταν ακό­μη μαζί του ο Ντίνας, όταν ήλθε η σπιτονοικοκυρά και είπε ότι μια γριά είδε στο δρόμο να έρχεται στρατός από το Κονομπλάτι. «Ε», είπε ο Παύλος, «θα έλθη, θα περάση»· και ειδοποίησε στα καταλύματα να είναι έτοιμοι, αλλά να μην κουνηθή κανείς. Ο στρατός επέρασε κάτω από τα καταλύματα και τράβηξε για τον απάνω μαχαλά. Από τα παράθυρα τον έβλεπαν. Μετά κάμποση ώρα ήλθαν γυναίκες και είπαν ότι ο στρατός έρχεται προς τα κάτω' και ο Καραλίβανος έστειλε να ρωτήση τι να κάμουν να πυροβολήσουν ; Ο Παύλος απάντησε να μην πυροβόληση κανείς, χωρίς να τους διάταξη, και όλοι να μείνουν στις θέσεις τους. Ο στρα­τός όμως, που τον είχε ειδοποιήσει ο Μήτρος Βλάχος με μια γυναίκα, πως τάχα ήταν κρυμμένος αυτός ο ίδιος και η συμμορία του μέσα στο χωριό, επλησίασε το σπίτι όπου ήταν ο Παύλος με 4 παιδιά του και άρχι­σε να χτυπά με τους κοπάνους των όπλων το απέναντι σπίτι, οπού ήταν κρυμμένοι άλλοι 7. Αν και δεν έλα­βαν απάντηση καμιά,  εξακολούθησαν   δυνατώτερα   να  χτυπούν οι Τούρκοι και να φωνάζουν'
«Θα κάψωμε το σπίτι!»
Ο Παύλος με το Ντίνα είχαν πιάσει τα παράθυρα. Κοντά στον Παύλο ήταν ο Στρατινάκης. Ο Πύρζας έβλεπε κρυμμένος πίσω από την πόρτα, ο Πέτρος ήταν πιο μέσα. Σε λίγο άρχισαν οι στρατιώτες να χτυπούν την κάτω θύρα κι αυτού του σπιτιού για να μπουν μέ­σα να προφυλαχθούν, γιατί είχαν πεισθή ότι στο αντικρυνό ήταν άνθρωποι ύποπτοι. Τότε σήκωσε ο Παύλος το τουφέκι του και πυροβόλησε. Άρχισε και ο Ντίνος στο πλάγι του' άρχισαν και από το απέναντι σπίτι να πυροβολούν. Οι Τούρκοι σκόρπισαν κι έπιασαν θέσεις» Πυροβολούσαν κι αυτοί μα σε λίγο έπαυσαν το πυρ. Τότε είπε ο Στρατινάκης. «Δέν κατεβαίνομε κάτω ; γιατί επάνω δεν είμαστε ασφαλείς και θα μας κάψουν σαν τα ποντίκια», Και κατέβηκαν από την ξύλινη ανεμόσκαλα σ' ένα μικρό στάβλο από κάτω. Ο Παύλος με τον Πέτρο ήταν στην πόρτα κοντά κι έβλεπαν έξω, που επλησίαζε ένας Τούρκος στρατιώτης για να μπη και πυροβόλησαν.
Άρχιζε να νυχτώνη. Σε λίγο βγήκε ο Στρατινάκης στην αυλή για να ιδή το σκοτωμένο' επροχώρησαν στον περίβολο του σπιτιού και ό Παύλος με τον Ντίνα και τον Πέτρο. Ό Στρατινάκης κοίταζε να πάρη τ' όπλο του Τούρκου. Ακούσθηκε τότε ένας πυροβολι­σμός μονάχα, Και γύρισε ο Παύλος πίσω, λέγοντας* «Στη μέση με πήρε παιδιά.»
Μπήκε μέσα, εκάθησε και φώναξε τον Πύρζα' «Νί­κο, που είσαι ;» Έβγαλε το σταυρό του απ' το λαιμό και είπε' «Το σταυρό να τον δώσης στη γυναίκα μου' και το τουφέκι, όπως σου είπα, του Μίκη' και να τους πης, ότι το καθήκον μου έκαμα.» Έβγαλε το πορτο­φόλι με τις φωτογραφίες των παιδιών του και ξεζώσθηκε. Τότε φάνηκαν αίματα και έπεσαν λίρες κατά γης, γιατί είχε τρυπήσει το κεμέρι του η σφαίρα, Άρχι­σε να πονή ο Παύλος κι έλεγε* «Σκοτώστε με παιδιά' πώς θα μ' αφήσετε στους Τούρκους ;»
Όσο περνούσε η ώρα και πονούσε δυνατώτερα, βογγούσε «πονώ». Ύστερα είπε με δυνατή φωνή΄
«Νίκο, εσύ πώς θα με αφήσης ;» Ο Πύρζας γονάτισε και τον εφίλησε στο στόμα και του είπε'
«Κοντά σου είμαι, καπετάνιε' δε σε αφήνομε.» Και τα χείλη του Παύλου ήταν ψυχρά. «Πονώ» έλεγε ό Παύλος και ωνόμαζε τα παιδιά του. Και πάλι έλεγε' «Σκοτώστε με». Δεν μπο­ρούσε πια να κουνηθή από τη θέση του. Και τα παιδιά του δεν τα ωνόμαζε πιά. «Πονώ», είπε σιγά και ξεψύχησε.


Σχετικά:
ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ: 109 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ: "ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΚΑΙ ΗΡΩΩΝ ΑΙΜΑ" (Κριτική)


Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2013

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ: ΔΙΑΤΊ ΕΚΑΜΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΝ ΤΗΣ 6ης ΜΑΡΤIΟY 1933 ΙV

(Προηγούμενο)
 Και όχι μόνον αυτό αλλά και προ πολλού εντός της Βουλής ο αρχηγός του μεγαλυτέρου Δημοκρατικού κόμματος και δια της στάσεως του εν γένει και δια λόγων εθεώρει ως φυσικόν το ενδεχόμενον αυτό.
Οποία πλάνη των ηγετών του δημοκρατικού κόσμου, οι οποίοι εγκατέλειψαν ούτω απροστράτευτον την Δημοκρατίαν. Είνε πλάνη δια την οποίαν ο ελληνικός λαός δεν θα τους το συγχωρήση ποτέ, η δε ιστορία θα τους κρίνη βαρύτατα.
Θα τους κρίνη και θα τους καταδικάση η Ιστορία, διότι ουδεμία σοβαρά δικαιολογία υφίστατο, ώστε να πεισθούν και να συζητήσουν ακόμη περί δυνατότητος της προσχωρήσεως του βασιλόφρονος κόσμου εις την Δημοκρατίαν μετά τόσα ιστορικά γεγονότα που εχώρισαν αθεραπεύτως τους δυο κόσμους.
Ποίος θα επίστευε εάν σήμερον ανήρχετο εις το βήμα ένας των αρχηγών των Δημοκρατικών κομμάτων π.χ. ο κ. Παπαναστασίου είτε οι άλλοι αρχηγοί — δεν θα το έκαμνον βέβαια — και εδήλωναν ότι δέχονται να επανέλθη εις την Ελλάδα η Βασιλεία; Ουδείς βεβαίως. Πώς όμως ημείς παρεδέχθημεν μίαν τοιαύτην δήλωσιν των αντιπάλων;
Αυτό το όλιγωτερον αφέλεια ασυγχώρητος δύναται να χαρακτηρισθή.
Αλλά  αν δεν αρκούν όλα αυτά δια να πεισθούν και οι πλέον δύσπιστοι, δεν έχομεν παρά να παρατάξωμεν σειράν γεγονότος συμβάντος μετα την 5ην Μαρτίου, οπότε η κυβέρνησις της χώρας περιήλθεν εις τας χείρας της αντιπάλου παρατάξεως, παρατάξεως [εχούσης] ελαχίστην πλειοψηφίαν και εν τη Βουλή μόνον και ταύτην ουχί εξ ολοκλήρου ομοιογενή. Η κυβέρνησις αυτή προέβη εις αναριθμήτους πράξεις κάθε άλλο παρά συντελούσας εις τον σεβασμόν και την ενίσχυσιν του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Και θα αντιτάξουν δι' όλα αυτά πάλιν την 6ην Μαρτίου· ουδείς όμως καλής πίστεως θα το παραδεχθή. Είνε αδύνατον επί τέλους να στηριχθούν εις την 6ην Μαρτίου δια να δικαιολογήσουν τας καταδιώξεις των αξιωματικών και υπαλλήλων των συμμετασχόντων εις το κίνημα, αφού κακοπίστως και ως προς αυτό παρέβησαν συμφωνίας.
Πέραν όμως τούτου τίποτε δεν δικαιολογείται.
Πταίει η  6η Μαρτίου διότι από την υπηρεσίαν της Ασφαλείας της κυβερνήσεως παρεσκευάσθη καί εξετελέσθη το ειδεχθές ανοσιούργημα της Λεωφόρου Κηφισσιάς;
Πταίει η 6η Μαρτίου δια να μεταβληθή η Βουλή εις στίβον ταυρομαχιών καί να καταργηθή η ελευθερία του λόγου;
Πταίει η 6η Μαρτίου διότι ηπείλουν επισήμως ότι θα κατήργουν την Γερουσίαν, θεσμόν εις τον οποίον βασίζεται το δημοκρατικόν πολίτευμα;

Πταίει η 6η Μαρτίου διότι εν πλήρει Δημοκρατία ου μόνον γίνονται ανεκταί οργανώσεις βασιλοφρόνων, άλλα και προστατεύονται παντοιοτρόπως, καθ' ον χρόνον αμυντικαί δημοκρατικαί οργανώσεις θεωρούνται έχθρικαί και απειλούνται δια διαλύσεως;
Πταίει η 6η Μαρτίου αν και των εθνικών εορτών γίνεται εκμετάλλευσις παρά των αυτών οργανώσεων, εις ας παραχωρείται και η μουσική του Στόλου δια να παιανίζη τον Γιόν του Αετού και να χειροκροτούν και παριστάμενοι υπουργοί;
Πταίει η 6η Μαρτίου δια την κατάπτυστον απόφασιν της ακυρώσεως των εκλογών Θεσσαλονίκης και της εκλογικής αφομοιώσεως των Εβραίων δια να επακολουθήσουν πρωτοφανή εκλογικά όργια προς κατάκτησιν των εδρών της Θεσσαλονίκης [14];
Πταίει η 6η Μαρτίου δια τον εξωφρενικόν τεμαχισμών των Δήμων δια την κατάκτησιν και την παντοίαν εκμετάλλευσιν αυτών;
Πταίει η 6η Μαρτίου δια την κομματικήν κατάκτησιν του Στρατού και την διάλυσιν της Αεροπορίας;
Πταίει η 6η Μαρτίου δια τον εξευτελισμόν της Εκκλησιάς με την αναχρονιστικήν ανοχήν των Παλαιοημερολογιτών, δια τας αναισχύντους προσπαθείας προς εκβιασμόν της δικαιοσύνης να καλύψη εγκλήματα και δια την εξάρθρωσιν της παιδείας;
Πταίει η 6η Μαρτίου δια τας ενόχους προς οικονομικήν εξυπηρέτησιν των φίλων συμβάσεις;
Πταίει τέλος η 6η Μαρτίου δια την εκμετάλλευσιν των δημοσίων υπηρεσιών προς εξυπηρέτησιν των ανηθίκων κομματικών των σκοπών και δια την εκφαύλισιν των πάντων;
Είνε λοιπόν αναμφισβήτητον ότι εις τίποτε από αυτά δεν πταίει η 6η Μαρτίου.
Η 6η Μαρτίου αν έβλαψε ως εξελίχθη, έβλαψε μόνον την δημοκρατικήν παράταξιν και ιδία το κόμμα των Φιλελευθέρων, εις του οποίου αρχηγού την επιμονήν οφείλεται η συγκατάθεσις του αρχηγού του κινηματος εκείνου να δώση οικειοθελώς την προταθείσαν λύσιν.
Η 6η Μαρτίου ως εξελίχθη οχι μόνον δεν έβλαψε την εκ των εκλογών εξελθούσαν νικήτριαν παράταξιν, αλλά απετέλεσεν [15] δι αυτήν δώρον μοναδικόν πεσόν εξ ουρανού , επί του οποίου στηριζομένη της παρήχετο η ευκαιρία να αποδείξη τας καλάς της διαθέσεις προς ένα ομαλόν πολιτικόν βίον.
.
Ηδύνατο να διαψεύση κατά τον πασιφανέστερον τρόπον τας δικαιολογίας εκείνων επί των οποίων κυρίως εστηρίχθη το πραξικόπημα τής 6ης Μαρτίου.
Ηδύνατο εξαιρομένη εις εθνικόν ύψος να αποδείξη ως φαντασιοπληξίαν τους ισχυρισμούς μας, να αποκτήση απέραντον ηθικόν κύρος εφ' ολοκλήρου του ελληνικού λαού και παντοδυναμίαν κυβερνητικήν δια να χαρίση την ησυχίαν και την ομαλότητα εις την προ πολλού υπό ερίδων ταρασσομένην χώραν.
Και είχε την ευκολίαν να παρουσιάση έργον έθνικόν, να εκτελέση πράξιν ιστορικήν δια την οποίαν θα επέσυρε την ευγνωμοσύνην ολοκλήρου του Έθνους.
Και θα ήρκει μόνον όπως από της πρώτης στιγμής δείξη την στοργήν της προς το Δημοκρατικόν πολίτευμα και να άρη πάσαν κατ' αυτής υποψίαν των αντιφρονούντων.

Και τότε πρώτοι ημείς θα εχαίρομεν, διότι θα μας εδίδετο η ευκαιρία — και θα το ηυχόμεθα με όλην μας την ψυχήν — όπως δημοσία διακηρύξωμεν την πλάνην μας και να δώσωμεν το παράδειγμα του σεβασμού και της υποταγής εις τα κελεύσματα μιας τοιαύτης κυβερνήσεως αξίας της μεγαλυτέρας τιμής, την οποίαν ημείς τόσον ηδικήσαμεν όχι εκ κακής προθέσεως αλλ' εξ εσφαλμένου υπολογισμού.
Και θα ήτο αύτη η μεγαλυτέρα νίκη της κυβερνήσεως, ενώ ημείς θα απερχώμεθα εις πλήρη αφάνειαν, αφάνειαν όμως ευχάριστον, διότι θα μας ήρκει η ψυχική ικανοποίησις ότι βλέπομεν την πατρίδα μας εν μέσω ομαλού πολιτικού βίου, της οποίας τα τέκνα απηλλαγμένα πλέον των εμφυλίων ερίδων διαθέτωσιν πλέον όλας των τας δυνάμεις δια την ευημερίαν της και την ηθικήν της ανύψωσιν.
Αλλ' αντί όλων αυτών η κυβέρνησις των εκλογών της 5ης Μαρτίου έπραξε παν ό,τι ήτο δυνατόν όχι δια να μας διαψεύση απλώς, αλλά δια να πιστοποιήση κατα τον σαφέστερον τρόπον την ορθότητα των αντιλήψεων μας εκείνων, ένεκεν των οποίων ήχθημεν εις το πραξικόπημα της 6ης Μαρτίου.
Και από της πρώτης στιγμής εφάνη η αναξιότης και αβουλία του αρχηγού της κυβερνώσης παρατάξεως, παραδοθέντος ολοσχερώς εις τας θελήσεις των αλλοφρόνων αδιαλλάκτων, οίτινες τον εξεβίασαν να αθέτηση υποσχέσεις προ ολίγον αναληφθείσας και ου μόνον τούτο, αλλά και να ανεχθή πράξεις εγκληματικάς, πρωτοφανείς στιγματιζούσας αυτόν τον ελληνικόν πολιτισμόν.(Τέλος κεφαλαίου).

 Υποσημειώσεις:
[14] Η επαναληπτική εκλογή της Θεσσαλονίκης έγινε στις 2 Ιουλίου 1933. Πρβ. Βενιζέλος, σ. 210. Η εκλογή χρειάστηκε να επαναληφθεί επειδή στις 23 Μαρτίου 1933 το εκλογοδικείο ακύρωσε την εκλογή των 18 βουλευτών Θεσσαλονίκης και των 2 βουλευτών του εκλογικού συλλόγου των Ισραηλιτών. Ο εκλογικός σύλλογος των Ισραηλιτών συγχωνεύθηκε με την εκλογική περιφέρεια Θεεεσσαλονίκης. Η κυβέρνηση έλπιζε να κερδίσει τις 18 έδρες της αντιπολίτευσης, για να εξασφαλίσει την πλειοψηφία. Βλ. σχ. Γρ. Δαφνή, ο.π., σ. 227-229.ΚΙΝΗΜΑ 6ης ΜΑΡΤΙΟΥ 1933


Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ: ΔΙΑΤΊ ΕΚΑΜΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΝ ΤΗΣ 6ης ΜΑΡΤIΟY 1933 ΙΙI

(Προηγούμενο)


Χρειάζονται μέτρα εξαιρετικά, τα οποία θα επεκταθούν εις όλας τας εκφάνσεις της ζωής. Αλλά δια τα μέτρα αυτά θα χρειασθούν άνδρες εξοικεκομένοι προς τους κινδύνους και απηλλαγμένοι από το ελάττωμα του φόβου των ευθυνών, αλλά προ παντός χρειάζεται ο ιθύνων νους ως κοινόν στήριγμα.
Από τας σκέψεις λοιπόν αυτάς ορμώμενος, από την επίγνωσιν των υποχρεώσεών μου προς την Δημοκρατίαν, ης τυγχάνω εις των κυριοτέ­ρων ιδρυτών της, και από την πεποίθησιν του ότι η χώρα θα περιέπιπτεν εις χάος αναρχίας και αποσυνθέσεως, εάν υπό τας σημερινάς συνθήκας παρεδίδετο η κυβέρνησις εις χείρας της αντιδημοκρατικής παρατάξεως, προέβην εις το πραξικόπημα της 6ης Μαρτίου.
Εντός ολίγων λεπτών το εσκέφθην, το απεφάσισα και το εξετέλεσα άνευ προηγουμένης προπαρασκευής ή συνεννοήσεως, διότι ως γνωστόν από ουδένα ούτε και από την αντίπαλον παράταξιν επιστεύετο ότι το αποτέλεσμα των εκλογών θα απέβαινε υπέρ της αντιπολιτεύσεως[11].
Και μολονότι ολόκληρος σχεδόν ο φιλικός πολιτικός κόσμος εξεδηλώθη δυσμενώς προς την προσπάθειάν μου εκείνην υπό διαφόρου νοοτρο­πίας κατεχόμενος, εν τούτοις έχων με το μέρος μου την μεγίστην μερίδα του δημοκρατικού Στρατού και εξ ολοκλήρου σχεδόν την δημοκρατικήν λαϊκήν μάζαν εγενόμην κύριος της καταστάσεως.
Αλλά διατί τότε εδέχθην περί το εσπέρας της 6ης Μαρτίου να παραδώσω  οικειοθελώς την ην κατέχον εξουσίαν; Ιδού διατί.
Ο κύριος Βενιζέλος επιμόνως με παρεκάλει από της πρωίας να μη επιμένω εις την απόφασίν μου της κατοχής της εξουσίας, επιβεβαιώνων με κατηγορηματικώς ότι αι αντιλήψεις μου περί των αδιαλλάκτων και εκνόμων προθέσεων του αντιπάλου κόσμου δεν ανταποκρίνονται προς την πραγματικότητα, ότι αυτός ήλθεν εις συμφωνίας ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας με τον αρχηγόν της νικήτριας παρατάξεως και ότι απόδειξις των αγαθών προθέσεων της είνε το ότι εδέχθη να μεσολαβήση επί χρονικόν διάστημα μία κυβέρνησις αντιστρατήγων υπό τον κ. Όθωναίον [12].


Παρεσύρθην εις την λύσιν ταύτην, διότι επίστευσα, ότι ο κ. Βενιζέλος εξησφάλισεν διά των διαπραγματεύσεων αυτών την τάξιν και την ήρεμον μετά τινας εβδομάδας παράδοσιν της εξουσίας εκ μέρους των αντιστρατήγων προς την εκ των εκλογών σχηματισθησομένην κυβέρνησιν και ότι οι αντιστράτηγοι αναλαβόντες την υποχρέωσιν ταύτην θα ετήρουν τον λόγον των και τας προς εμέ προσωπικώς δοθείσας υποσχέσεις περί εξασφαλίσεως της τάξεως και παραδόσεως της αρχής μετά μήνα και τέλος δεν εφανταζόμην ότι ένας αρχηγός κόμματος (Λαϊκού) θα παρεβίαζεν λόγον δοθέντα προς τον πρόεδρον της προκατόχου κυβερνήσεως ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Όλα αυτά με έπεισαν να συγκατατεθώ εις μίαν λύσιν όχι διότι την επεδοκίμαζα, αλλά διότι εφρόνουν ότι δια της μεσολαβήσεως της κυβερ­νήσεως των αντιστρατήγων παρήχετο αρκετόν χρονικόν διάστημα, αφ ενός μεν δια να κατασιγάσουν τα εξημμένα πνεύματα των πολιτικών παρατάξεων, αφ' ετέρου δε να δοθή ευκαιρία προς ψύχραιμον εξέτασιν της νέας καταστάσεως την οποίαν εδημιούργησεν το αποτέλεσμα των εκλογών.
Ήλπιζα ούτω ότι πιθανόν να ηπατώμην ως προς τας ανησυχίας μου και ότι θα υπήρχε τρόπος διευθετήσεως των πραγμάτων, ώστε την διαδοχήν της κυβερνήσεως να μη επακολουθήσουν αντεκδικήσεις, κατα­διώξεις, ανατροπαί. Περισσότερον παρεσύρθην εις την ελπίδα αυτήν από την ενδιάμεσον ύπαρξιν μιας κυβερνήσεως αντιστρατήγων. Ενόμισα ότι θα υπήρχεν εις αυτούς ο κοινός νους να αντιληφθούν, την σπουδαιότητα του ρόλου των κατά το βραχύτατον αυτό διάστημα που θα είχον την κυβέρνησιν εις τας χείρας των. Τους εδόθη η ευκαιρία να δράσουν με όλα τα νόμιμα μέσα υπέρ της ομαλής εξελίξεως των πραγμάτων, τιμώντες και τους εαυτούς των και τον Στρατόν και προσφέροντες υψίστας υπηρε­σίας εις την χώραν. Αλλά δυστυχώς ουδείς εξ αυτών είχε τον κοινόν νουν να αντιληφθή την σπουδαιότητα του έργου το οποίον είχαν κληθή να επιτελέσουν.
Και αντί να ασχοληθούν, ως είχον καθήκον, με την εξασφάλισιν της τάξεως και να τηρήσουν τον λόγον των ως προς το ακαταδίωκτον των συμμετασχόντων εις το κίνημα αξιωματικών, πανικοβληθέντες από της πρώτης στιγμής εφάνησαν ανάξιοι όχι μόνον να μη εκτελέσουν ειλημμένας υποσχέσεις, αλλ' εταπείνωσαν εαυτούς και το στρατιωτικόν των γόητρον παρουσιασθέντες ενώπιον της κοινής δημοκρατικής γνώμης όχι ως Στρατηγοί και Υπουργοί, αλλ' ως κλαυθμηρίζοντες μείρακες προσπαθούντες δια παντός τρόπου να φανούν ευχάριστοι και εξυπηρετικοί εις τον μετ' ολίγον κυβερνήτην αρχηγόν του Λαϊκού κόμματος. Εις δε εξ αυτών μάλιστα δεν ησχύνθη να ομιλήση προς το πλήθος των διαδηλωτών και εκ του εξώστου από τον οποίον ωμίλησεν ο αρχηγός του Λαϊκού κόμματος και να αποκαλέση χυδαίον και εθνοκτόνον το κίνη­μα της 6ης Μαρτίου, ενώ ο ίδιος την προηγουμένην ημέραν εξεφράζετο κολακευτικώτατα δια τον αρχηγόν της επαναστάσεως εκείνης.
Και αντεκατέστησαν οι αντιστράτηγοι αυτοί από της πρώτης στιγμής τον Φρούραρχον, τους Διοικητάς των Συνταγμάτων και τους Αρχη­γούς των δύο Ασφαλειών και ανεστάτωσαν τους ετοίμους και καταλλή­λους αυτούς οργανισμούς διά των οποίων και μόνον θα εκράτουν την τάξιν.
Και παραπαίοντες επέτρεψαν ως κυβέρνησις — απερίγραπτος δια­γωγή — να ανοιχθή ανάκρισις κατά της επαναστάσεως της 6ης Μαρ­τίου, ως ει να μη ήσαν οι ίδιοι που παρέλαβον από τας χείρας ημών την εξουσίαν της επικρατησάσης και συνεπώς δημιουργησάσης δίκαιον επαναστασεως. Και ελησμόνησαν ότι η εξουσία παρεδίδετο εις αυτούς κατό­πιν διαπραγματεύσεων, εγκαταλείψαντες αστόργως, δια να διατηρήσουν τας θέσεις των, συναδέλφους και συμμαθητάς των εναντίον των οποίων επέτρεψαν καταδίωξιν και προφυλάκισιν.
Οι ίδιοι αντιστράτηγοι ηνέχθησαν ώστε ο Αρχηγός της Γενικής Ασφαλείας να μεταβληθή εις σατράπην και δια συμμορίας τραμπούκων να διαρρήξη την οικίαν μου, από την οποίαν αφήρεσε παρά πάντα νόμον πολύτιμον εμπιστευτικόν αρχείον και εσύλησε χρήματα και διάφορα αντικείμενα.
Και επέτρεψαν ως μη ώφειλον εις την δικαιοσύνην να επιληφθή των ανακρίσεων δια τα γεγονότα της 6ης Μαρτίου, αλλά δεν ενδιαφέρθησαν καθόλου να επιστήσουν την προσοχήν της δικαιοσύνης δια την αυθαίρετον πράξιν του Αρχηγού της Γενικής Ασφαλείας τουθ' όπερ επι­βαρύνει εξ ίσου και την δικαιοσύνην η οποία είχε εκ πρωτοβουλίας καθή­κον να ενεργήση και όχι να επιτρέψη δημοσίευσιν απορρήτων επιστολών μου. Ακόμη δεν ημπόρεσα να εξηγήσω δια ποίον λόγον οι αντιστράτηγοι εδέχθησαν να παραλάβουν την εξουσίαν από την επανάστασιν αφού δεν ετήρησαν καμμίαν ειλημμένην υπόσχεσιν ούτε κατέβαλον καμμίαν προσπάθειαν όπως καταστήσουν ομαλοτέραν την διαδοχήν της κυβερνήσεως.
Οικτρότερον φαινόμενον ανικανότητος, αβουλίας, δουλοπρεπείας, αφιλοτιμίας και ασυνεπείας δεν ήτο δυνατόν να παρουσιασθή από ανωτά­τους Στρατιωτικούς. Το γεγονός αυτό τους κατέρριψε ανεπανορθώτως εις την συνείδησιν ολοκλήρου και του πολιτικού και του στρατιωτικού κό­σμου. Και μόνον άνθρωποι εστερημένοι αισθήσεων θα εξηκολούθουν να παραμένουν ακόμη εις την υπηρεσίαν.
Ούτω εξ υπαιτιότητος των αντιστρατήγων αυτών από της πρώτης  στιγμής αφέθη ελεύθερον να εκσπάση το παλαιόν μεταξύ των δύο παρατάξεων μίσος με τας γνωστάς ολεθρίας συνεπείας δια την χώραν τας οποίας εσκόπει το κίνημα της 6ης Μαρτίου να προλάβη.
Αλλά υπάρχουν πολλοί και μάλιστα σοβαροί άνθρωποι επιπολαίως σκεπτόμενοι να εξάγουν ως συμπέρασμα ότι η οξύτης αύτη των δυο παρατάξεων εγεννήθη ένεκα του πραξικοπήματος της 6ης Μαρτίου. Είνε λάθος και δεν επιτρέπεται να πιστεύεται από λογικούς ανθρώπους ζών­τας εις τον τόπον αυτόν, παρακολουθούντας τα γεγονότα των τελευ­ταίων ετών και ερευνώντας από περιωπής την κατάστασιν. Ουδέποτε η οξύτης εξέλιπε και αν ποτέ εφαίνετο ότι ημβλύνθη, τούτο ήτο φαινομενικόν , οφειλόμενον άλλοτε εις την απογοήτευσιν της ηττημένης παρατάξεως εστερημένης και αρχηγών με ψυχικήν δύναμιν και κύρος, άλλοτε από τας υπερβολικάς θωπείας της νικητρίας παρατάξεως, αι οποίαι επί της τελευταίας κυβερνήσεως Βενιζέλου έλαβον χαρακτήρα παθολογικής καταστάσεως ώστε να θεωρηθούν ως αδυναμία της κυβερνώσης παρατά­ξεως, πράγμα που ανεζωπύρωνε εις τα βάθη της ψυχής των βασιλοφρονων τας ελπίδας των και υπέθαλπε άσβεστην την αδιαλλαξίαν και άλ­λοτε εις προσποίησιν, δια να είνε περισσότερον ελεύθεροι εις την επιτυχίαν των απωτέρων σκοπών των, οι οποίοι δεν έπαυσαν ποτέ να έχουν ως αντικείμενον την συντριβήν του αντιπάλου δημοκρατικού κόσμου μέχρι τελείας αποσυνθέσεως, την ανατροπήν του δημοκρατικού πολιτεύματος και την εγκαθίδρυσιν της βασιλείας - τυραννίδος.
Και είνε άκρως λυπηρόν ότι ό πολιτικός δημοκρατικός κόσμος κατε­λήφθη από ένα λήθαργον εντελώς αδικαιολόγητον, διότι και μέχρι του Οκτωβρίου του 1932 η αντίπαλος παράταξις ηρνείτο να αναγνωρίση την Δημοκρατίαν. Αλλ' είχον και την αφέλειαν να πιστεύσουν ότι μετά την εξαφνικήν δήλωσιν του αρχηγού του Λαϊκού κόμματος, ότι αναγνω­ρίζει την Δημοκρατίαν, εξέλιπε πας λόγος κινδύνου δια την Δημοκρα­τίαν και την αφήκαν ούτω εκτεθειμένην εις χείρας βασιλοφρόνων [13].
Αλήθεια οποία δόσις αφελείας και ευπιστίας έπρεπε να υπάρχη εις τους δημοκρατικούς ηγέτας ώστε να πιστεύσουν ότι από της μιάς στιγ­μής εις την άλλην, ότι ήτο δυνατόν να μεταβληθούν φρονήματα μιας παρατάξεως, αν όχι συνυφασμένης με την εκπεσούσαν δυναστείαν, τρεφούσης όμως άσπονδον μίσος κατ' εκείνων οι οποίοι υπήρξαν οι πρωτεργάται της εγκαθιδρύσεως του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Και επείσθησαν τόσον ώστε έβλεπον όλως αβασανίστως και χωρίς καμμίαν ανησυχίαν το ενδεχόμενον της μεταβιβάσεως της δημοκρατικής κυβερνήσεως εις χείρας του Λαϊκού κόμματος.

 
Υποσημειώσεις:
[11] Περί την 2αν πρωϊνήν της 6ης Μαρτίου, ο Ελ. Βενιζέλος απεσύρθη διά να κοιμηθή. Μόλις όμως ευρέθη εις τον κοιτώνα του, ήκουσε να εισέρχωνται εις το παραπλεύρως γραφείον ο υιός του Σοφοκλής και ο Β. Σκουλάς. Μετά εν τέταρτον δε της ώρας, ενεφανίσθη προ αυτού ο στρατηγός Πλαστήρας.
«Χάνουμε τας Αθήνας, είπεν εις τον Βενιζέλον. Οι Λαϊκοί θα έχουν την απόλυτον πλειοψηφίαν. Τί θα γίνη; θα παραδώσετε την εξουσίαν;»
«Φυσικά», του απήντησεν ο Βενιζέλος, εκδηλώνων συγχρό­νως την έκπληξίν του δια την ερώτησιν.
«Θάχουμε τα ίδια της 1ης Νοεμβρίου τότε, παρετήρησεν ο Πλαστήρας, θα γίνουν ταραχές, συλλήψεις βενιζελικών, δολοφο­νίες και Κύριος οίδε τί άλλο ! Γι' αυτό εγώ σκέπτομαι να πάω στους συνοικισμούς, να εξεγείρω τους πρόσφυγας και να τους φέρω εις την πόλιν για να ζητήσουν την εγκαθίδρυσιν δικτατο­ρίας, θα κάμουμε ό,τι και στην Ιταλία, που χάρις στον Φασι­σμό προοδεύει».
Ο Βενιζέλος του απήντησεν ότι δεν ήτο μεν ενθουσιασμένος με το κοινοβουλευτικόν καθεστώς, αλλ' ότι τα ελαττώματα των άλλων λύσεων, ήσαν τόσον μεγάλα, ώστε ουδ' επί στιγμήν εδέχετο αλλαγήν του πολιτεύματος. Η Ιταλία, προσέθεσεν, επήγαινε καλά, διότι εκεί υπήρχε δικτάτωρ, ενώ εις την Ελλάδα δεν υπήρχε δικτάτωρ. Εγώ, συνέχισεν ο Βενιζέλος, δεν νομίζω, αγαπητέ φίλε στρατηγέ Πλαστήρα, ότι είσαι ικανός να κάμης τον δικτάτορα ως ο Μουσσολίνι. Όχι, μόνον δεν είσαι ικανός, αλλά δεν έχεις και την πλειάδα, τας εκατοντάδας των εκλεκτών συνεργατών του Μουσσολίνι. Μετά δύο έως τρεις μήνας θα καταπέσης οικτρώς, διότι κανένα από τα μεγάλα προβλήματα που έχεις να αντιμετώπισης, δεν θά κατορθώσης νά λύσης. Και χαριτολογών κατέληξεν ο Βενιζέλος : «Αν πείσης τον Μουσσολίνι να αφήση την Ιταλίαν και να έλθη εδώ, τότε, ίσως, συμφωνήσω να γίνη δικτατορία». Η συνομιλία διήρκεσε περί τα 20 - 25 λεπτά.((ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΔΑΦΝΗ:Η ΕΛΛΑΣ ΜΕΤΑΞΥ ΔΥΟ ΠΟΛΕΜΩΝ 1923-1940 Τόμος Β Σελ.183-84)

[12]. Η «κυβέρνηση αντιστρατήγων», με πρόεδρο τον Αλ. Οθωναίο  ορκίστηκε στις 7.45 μ.μ. της 6 Μαρτίου. Έλαβαν μέρος οι αντιστράτηγοι Ευθ. Τσιμικάλης, Θ. Μανέτας, Κ. Μανέτας, Αλ. Μαζαράκης, ο υποναύαρχος I. Δεμέστιχας και ο πλοίαρχος Περ. Δημούλης.
Για το κίνημα της 6 Μαρτίου βλ. Γρ. Δαφνή, Η Ελλάς μεταξύ των δύο πολέμων, 1923-1940, τόμος 2, σ. 180-206 και Θάνου Βερέμη, «Ανέκδοτα κείμενα γύρω από το κίνημα της 6 Μαρτίου 1933». Περιοδικό Μνήμων, τόμος 5, Αθήνα 1975, σ. 81-100.
Πρβ. Βενιζέλος, σ. 184-192.
[13]  Τη σχετική δήλωση του Π. Τσαλδάρη της 3 Οκτωβρίου 1932 ακολούθησε διάγγελμα του προέδρου της Δημοκρατίας Αλ. Ζαΐμη. Δύο μέρες αργότερα διαλύθηκε ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος. Βλ. Γρ. Δαφνή, ο.π., σ. 154-157, και πρβ. Βενιζέλος, α. Π8-183.ΚΙΝΗΜΑ 6ης ΜΑΡΤΙΟΓ 1933


Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2013

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ: ΔΙΑΤΊ ΕΚΑΜΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΝ ΤΗΣ 6ης ΜΑΡΤIΟY 1933 ΙΙ

 (Προηγούμενο)

Αλλά τι πρώτον τι δεύτερον και τι τελευταίον να είπω δια να αποδείξω οποίον κακόν θα επήρχετο εις την χώραν από μίαν τοιαύτην κυβέρνησιν με αρχηγόν νυσταλέον και κλασικής ανικανότητος να επιβληθή επί της σπείρας των μαινομένων αδιαλλάκτων συνεργατών της; Ο τρόπος των εργασιών της Βουλής, η οποία κατά επιτυχή χαρακτηρισμόν αυτού του ιδίου αρχηγού της μετεβλήθη εις στίβον ταυρομαχιών, και η δι αναισχύντων νομοθετικών μέτρων αναστάτωσις των πάντων και η παράλυσις των δημοσίων υπηρεσιών είνε κριτήριον σαφέστατον των απωτέρων σκοτίων προθέσεων των.
Ιδού λοιπόν διατί προέβην εις την έκνομον πράξιν της 6ης Μαρτίου. Ήθελα να προλάβω αυτά τα κακά τα οποία ενέσκηψαν εις την χώραν και την οπισθοδρόμησαν κατά δεκάδας ετών.
Συνησθανόμην ότι ο ελληνικός λαός με τα 50% των απατηθέντων εκ δελεαστικών και κακοηθών υποσχέσεων δεν ήτο άξιος να υποστή τας συνεπείας μιας αναρχουμένης κυβερνήσεως. Και επί- τέλους δεν είνε δυνατόν να χωρέση εις την λογικήν ότι αι ψήφοι 500 Αθηναίων ήσαν αρκετοί δια να προκαλέσουν σεβαστόν κριτήριον μιας πραγματικής ετυμηγορίας του
ελληνικού λαού.
Και θα μου προβληθή: Με ποίον δικαίωμα ετόλμησα να προβώ εις ένα πραξικόπημα βίαιον και έκνομον χωρίς καν να έχω την στιγμήν εκείνην ούτε δημοσίαν τινά θέσιν; Έ, λοιπόν το δικαίωμα επίστευα και πιστεύω ότι το έχω περισσότερον από τον κατά συνθήκην αρχηγόν του Λαϊκού κόμματος, διότι όταν εκείνος ένύσταζε, ημείς επί σειράν ετών διεξηγάγομεν τους σκληροτέρους αγώνας δια να δημιουργήσωμεν μίαν μεγαλυτέραν Ελλάδα και εντιμοτέραν, δια να χαρίσωμεν εις τον ασφυκτιώντα καί παλαίοντα υπό σκληροτάτας συνθήκας ελληνικόν λαόν, ένα βίον ανετώτερον και ανθρωπινώτερον.
Έχομεν το δικαίωμα αυτό διότι όταν αυτοί  εστασίαζον εις το εσωτερικόν δια να εμποδίσουν την χώραν να βαδίση προς τα πεπρωμένα της, ημείς διεξηγάγομεν εις το μέτωπον τους αιματηροτέρους και ενδοξοτέρους αγώνας, τους αγώνας εκείνους οι οποίοι από την Μακεδονίαν και τας στέπας της Ουκρανίας μέχρι των εσχατιών της Μικράς Ασίας θα αποτελούν το κορύφωμα της ελληνικής αλκής, της ελληνικής ορμής, της ελληνικής αυτοθυσίας, του ελληνικού μεγαλείου.
Έχομεν το δικαίωμα αυτό και το διακηρύσσωμεν υπερηφάνως, διότι είμεθα από τα περισωθέντα λείψανα της ενδόξου πάλαι ποτέ μεγάλης Στρατιάς της Μικράς Ασίας, οι οποίοι και μετά τας τραγικάς εκείνας ημέρας της καταστροφής, όταν αυτοί εν απογνώσει διέλυον τα πάντα, δεν εκάμφθημεν, αλλά με την πατριωτικήν μας ψυχήν χαλυβδωμένην από δεκαετείς συνεχείς αγώνας ανεδείχθημεν δημιουργοί και εμψυχωταί μιας νέας, ισχυράς και αποφασιστικής Στρατιάς εις την οποίαν οφείλει η σημερινή Ελλάς τα τελευταία όριά της.
Έχομεν το δικαίωμα αυτό διότι κανείς δεν θα μας αρνηθή ότι τα ωραιότερα χρόνια της ζωής μας τα διήλθομεν εις τα ακραία ελληνικά σημεία, εν μέσω σκληροτάτων αγώνων, καθ' ον χρόνον αυτοί διήγον εις τας πόλεις βίον εν μέσω χλιδής και διασκεδάσεων.
Και έχουν λοιπόν το δικαίωμα αυτοί, χάρις εις τας 500 ψήφους των Αθηνών, υστέρα από τοιούτον παρελθόν, να κυβερνήσουν εκ νέου την χώραν, δια να την καταστήσουν εστίαν δολοφονιών, αποσυνθέσεως και αναρχίας και δεν έχομεν ημείς το δικαίωμα να υπερασπίσωμεν την χώραν και τον ελληνικόν λαόν έστω και τον κατά 50% πλανώμενον, όταν ούτος απογοητευμένος από τον κοινοβουλευτισμόν δεν ψηφίζει αλλά καταψηφίζει π.χ. εκλογαί 1920, 1928, 1933;
Εις όλα αυτά θα μας αντιτάξουν οι σοφολογιώτατοι — περιφρονητικώς ίσως — τα συντάγματα, τους θεσμούς, τας λαϊκάς ελευθερίας και τόσα άλλα που εν αφθονία περιλαμβάνονται εις κάθε σχετικόν σύγγραμ­μα με τα πολιτικά συστήματα. Όλα αυτά είνε καλά και άγια όταν λειτουργούν καλώς. Και δια να λειτουργήσουν καλώς χρειάζονται ομαλάς περιστάσεις, απαιτούν πολιτικήν σταθερότητα καί ομαλότητα πολι­τικού βίου, ώστε τα κόμματα τα αλληλοδιαδόχως ανερχόμενα εις την εξουσίαν να εξακολουθούν προάγοντα το έργον της προηγουμένης και όχι να έρχωνται δια να ανατρέψουν, ό,τι με θυσίας του λαού κατώρθωσε να δημιουργήση η άλλη. Σήμερον δεν υφίσταται η περίπτωσις αυτή. Δεν υπάρχει από πολλού η σχετική ομαλότης εις τον πολιτικόν βίον μας. Και δεν θα μεταβληθή ποτέ η κα
ταστρεπτική δια την χώραν αύτη κατάστασις εάν δεν μεσολαβήση μία άλλη — όχι τρίτη — κατάστασις, αλλ' ειδική κατάστασις η οποία θα στηριχθή επί άλλων βάσεων, παραμερίζουσα κάθε τι παλαιόν καί άχρηστον.
Έχομεν το δικαίωμα αυτό ακόμη, διότι δέν δύνανται να μας κατη­γορήσουν ότι επεδιώξαμεν την 6ην Μαρτίου να στερήσωμεν τον έλληνι­κόν λαόν των ελευθεριών του, αφού είνε γνωστόν ότι άλλοτε πανίσχυροι κατήχομεν την Αρχήν και υπό περιστάσεις τραγικώς δυσκόλους, και όχι μόνον τας ελευθερίας του δεν εστερήσαμεν τον λαόν, αλλά και με χρηστότητα τον έκυβερνήσαμεν καί τέλος οικειοθελώς παρεδώκαμεν τήν έξουσίαν εις τους αντιπροσώπους του.
Άλλά πώς εΐνε δυνατόν λογικός άνθρωπος νά φαντασθή ότι καί εγω και οί συνεργάται μου, τέκνα τού λαού, διελθόντα ολόκληρα έτη τής ζο^ής μας έν μέσω απελεύθεροιικών αγώνων θά έχωμεν τήν άνιερόν προθεσιν νά τόν στερήσο^μεν τάς ελευθερίας του;
Όχι! Τρεις φορές όχι! Εις ημάς το αίσθημα της ελευθερίας είνε περισσότερον ανεπτυγμένον, είνε αίσθημα πραγματικόν, κυκλοφορούν μέ­σα εις το αίμα μας, διότι έλευθερίαν ημείς εννοούμεν την τάξιν, δικαιοσύνην, ασφάλειαν, πειθαρχίαν, αλληλοσεβασμόν και όχι ασυδοσίαν, αναρχίαν, έκμετάλλευσιν, αδικίαν, καταπίεσιν, ισοδυναμούσαν με την χειροτέραν τυραννίδα.

Εις τας κακώς εννοουμένας αυτάς ελευθερίας στηρίζονται τα άνευ ηθικών αρχών κόμματα, τα οποία στερούμενα κύρους, ικανότητος και προ παντός ιθύνοντος νου, ως συμβαίνει και εις το Λαϊκόν κόμμα, εκμεταλ­λεύονται τον λαόν εν ονόματι αυτών των δήθεν ελευθεριών, ενώ πραγματικώς τον καταρρίπτουν εις το έπίπεδον του απελευθέρου, αφού μόνον οι ολίγοι επιτήδειοι του κόμματος καρπούνται ωφελημάτων εις βάρος των άλλων αφελών.
Αν αυτά είνε αι λαϊκαί ελευθερίαι ερρέτωσαν αι ελευθερίαι! Δεν επεχειρήσαμεν λοιπόν ημείς την 6ην Μαρτίου δια να προξενήσωμεν βλάβην εις τα συμφέροντα του λαού, ούτε να του στερήσωμεν τας ελευθερίας του, αλλά ετολμήσαμεν εν γνώσει των κινδύνων που παρου­σιάζει μία τοιαύτη εντελώς απαράσκευος έπιχείρησις, προς το συμφέρον του λαού, δια να τον απαλλάξωμεν από τα κακά μιάς κυβερνητικής αναρχίας, ουδόλως διαφερούσης μιας τυραννίδος.
Βεβαίως δια την πράξιν μας αυτήν δεν ήτο δυνατόν να έχωμεν εκ των προτέρων την λαϊκήν έγκρισιν. Αλλά μήπως είχομεν αυτήν και το 1922; Ο λαός εκ των υστέρων μας επεδοκίμασεν και τότε.  Τας πράξεις μας τας διέπει περισσότερον η λογική της καρδίας και της σκοπιμότητος και ολιγώτερον η λογική των θεωριών. Ημείς εξετάζομεν αν η πράξις δεν είνε ανήθικος και αν εξυπηρετή το ελληνικόν συμφέρον και αδιαφορούμεν αν συμβιβάζεται ή όχι με το σύνταγμα και τους κειμένους νόμους. Διότι φρονούμεν ότι ένα καλόν προσγενόμενον οπωσδήποτε ευκό­λως και ευπροσδέκτως νομιμοποιείται, ενώ ένα κακόν και επί αρίστου νόμου βασιζόμενον είνε πάντα κακόν.
Τα μεγαλύτερα και σπουδαιότερα έργα δεν στηρίζονται πάντα επί της νομιμότητος, αλλ' επί της ηθικής, το ύψος της οποίας δεν δύναται να φθάση πάντοτε ό νόμος.
Υπάρχουν περιστάσεις κατά τας οποίας δια να επιτευχθή το ωφέλιμον επιβάλλεται η παραβίασις του νόμου, οπότε το παραβιάζειν καλώς τον νομον είνε ασυγκρίτως προτιμότερον του απλώς εφαρμόζειν αυτόν.
Δεν αρνούμαι ότι τοιούτου είδους αρχαί έχουν και τους κινδύνους των. Οι δημόσιοι όμως άνδρες δεν ίστανται εις το ύψος των αν αποφεύ­γουν τους κινδύνους. Όπου ο κίνδυνος, εκεί και τα μεγάλα έργα. Ιδού ένα παράδειγμα[11].
Κάποτε κάποιος Διοικητής μικτού αποσπάσματος εις την Μικράν Ασίαν διετάχθη εις μίαν κρίσιμον στιγμήν που ηπειλείτο να ανατραπή το Μέτωπον από τας ισχυράς και αδιαλείπτους επιθέσεις πολλαπλασίου εχθρού, όπως με το μικρό του απόσπασμα δράση επί του άκρου αριστερού της πιεζομένης αριστεράς πτέρυγος. Ο Διοικητής έλαβε την διαταγήν και εξετάσας την γενικήν κατάστασιν αντελήφθη ότι δεν θα συνέβαλλεν καθόλου εις την βελτίωσιν της καταστάσεως εάν απλώς εκτελέση αυτήν την διαταγήν. Αλλά δεν υπήρχε και καιρός συζητήσεων με την προϊσταμένην αρχήν. Εσκέφθη μόνον πως δύναται να ωφελήση περισσότερον αδιαφορών αν δεν συμμορφωθή με την δοθείσαν διαταγήν. Και αντί να συμβάλη εις το αριστερόν της παρατάξεως εκτελεί παράτολμον και σχεδόν απονενοημένον σχέδιον, μίαν μεγάλην κυκλωτικήν κίνησιν, μη δικαιολογημένην εις τόσο μικρόν απόσπασμα ουδέ από τας βασικάς αρχάς της τακτικής.
Το μικρόν αυτό απόσπασμα μετά μεγάλην πορείαν επιπεσόν αιφνιδιαστικώς εις τα νώτα των κυρίων του εχθρού δυνάμεων ανέτρεψε ταύ­τας, εις στιγμήν ακριβώς καθ' ην ήρξατο η κατάρρευσις του Μετώπου μας, μετατρέψας ούτω δια παραβιάσεως μιας διαταγής μίαν καταστρεπτικήν ήτταν εις λαμπράν νίκην.
Ο Διοικητής του αποσπάσματος εγνώριζεν καλά ότι έπαιζεν την τύχην του εις την περίπτωσιν αυτήν. Εάν έφθανε μίαν ώραν βραδύτερον το παν θα εχάνετο και ο ίδιος αν κατώρθωνε να σωθή με το απόσπασμα του, ασφαλώς θα παρεπέμπετο εις δίκην ότι δεν εξετέλεσε διαταγήν προς επίθεσιν, αλλ' έκαμε από σκοπού κίνησιν άλλην δια να αποφύγη την εμπλοκήν κλπ., θα επληρώνετο δηλαδή με το στίγμα της ατιμίας ενός δειλού.
Αλλά την έξοχον αυτήν επιτυχίαν του την επεδοκίμασεν εκ των υστέρων όλη η ιεραρχία των προϊσταμένων, υίοθετήσαντες και τρόπον τινά αυτήν.
Αυτό είνε ένα κλασικόν παράδειγμα της νοοτροπίας των στρατιωτι­κών. Αι δύσκολοι και ανώμαλοι περιστάσεις απαιτούν τοιούτου είδους νοοτροπίαν. Όσον ανώμαλοι αι περιστάσεις τόσον περισσότερον τολμηραί πρέπει να είνε και αι σκέψεις και αι αποφάσεις.
Η χώρα σήμερον ευρίσκεται εσωτερικώς εις εξαιρετικώς δυσκόλους στιγμάς.













Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2013

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ: ΔΙΑΤΊ ΕΚΑΜΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΝ ΤΗΣ 6ης ΜΑΡΤIΟY 1933

                                                                                          Διήγησις γραφείσα τον Απρίλιον του 1934
Διατί έκαμα την επανάστασιν της 8ης Μαρτίου; Τι επεδίωκον δι' αυτού; Το έκαμα δια να αντιταχθώ μήπως προς την ετυμηγορίαν του ελληνικού λαού; Μήπως εφιλοδόξουν να εγκαταστήσω μίαν τυραννίδα; Μήπως επεδίωκον να στερήσω τον ελληνικόν λαόν των ελευθεριών του; Μήπως επρόκειτο να εξυπηρετήσω ιδιοτελή τινά σκοπόν; Μήπως άκρα­τος τις αρχομανία με προσήλκυε προς την αρχήν; Μήπως επί τέλους επρόκειτο περί άφρονος και ακαταλογίστου τινός πράξεως;

Φαντάζομαι ότι πολλοί εκ των φίλων μου, παρ' όλα τα μεσολαβήσαντα γεγονότα επί των ημερών της εκ των εκλογών της 5ης Μαρτίου προελθούσης κυβερνήσεως, θα διαπορούν ακόμη και δεν θα ημπορούν να εξηγήσουν εις ποίαν λογικήν εβασίσθην και προέβην εις το πραξικόπημα της 6ης Μαρτίου. Αλλ' αυτούς τους αγαθούς φίλους θα τους εδικαιολόγουν όλην την απορίαν τότε. Διότι σαν τίμιοι άνθρωποι θα έλεγον μέσα των: Μα πώς αυτός ο άνθρωπος εσκέφθη να αντιταχθή κατά της θελή­σεως του ελληνικού λαού και μάλιστα την επομένην των εκλογών και που ευρήκεν αυτήν την λογικήν; Βεβαίως — θα εξακολουθούν να λέγουν — γίνονται και επαναστάσεις. Είνε και αι επαναστάσεις μεταξύ των εκδηλώσεων της πολιτικής ζωής των λαών, αλλά διά να γίνουν πρέπει να έχουν κάποιαν βάσιν ηθικήν, κάποιον επιδιωκόμενον σκοπόν ανώτερον. Όχι διότι απέτυχεν ένα κόμμα εις τας εκλογάς, αμέσως να γίνη κίνη­μα, να εμποδίσωμεν το κόμμα το οποίον οπωσδήποτε εξήλθεν νικηφόρον από τας εκλογάς να κυβερνήση και αυτό την χώραν! Μα γιατί τέλος πάντων εφ' όσον ευρίσκεται εις την εξουσίαν ένα από τα δημοκρατικά κόμματα — πολλοί τα χαρακτηρίζουν ως παλαιοδημοκρατικά, ποτέ όμως εγώ — δεν πρέπει να γίνη κίνημα τι, και αμέσως όταν πρόκειται να έλθη εις την εξουσίαν το Λαϊκόν κόμμα τότε αναγνωρίζομεν ως λογικόν κάθε πραξικόπημα! Και θα λέγουν ακόμη κρίμα στον Πλαστήρα, που τον θεωρούσαμεν ένα καλόν πατριώτη — το λέγουν αυτό επαναλαμβάνω οι φίλοι, διότι δια τους άλλους δεν είμαι πατριώτης, είμαι ένας μαινόμε­νος αντάρτης, ένας δολοφόνος, ένας άξεστος φυγάς που παρεσκεύασεν την Μικρασιατικήν καταστροφήν, ένα κοπέλι του Βενιζέλου και δεν ξέρω πόσα άλλα — να προβή εις μίαν τόσον έκνομον αδικαιολόγητον και αψυχολόγητον πράξιν!

Αυτά και άλλα παρόμοια θα έλεγαν την 6ην Μαρτίου οι πλείστοι των φίλων. Βραδύτερον επήλθον μερικά σημαντικά γεγονότα, τα οποία έκαμαν πολλούς να ανοίξουν τα μάτια των, να ιδούν την πραγματικότη­τα και να αρχίσουν να πιστεύουν ότι υπήρχαν κάποιοι λόγοι σοβαροί αρκετά που εδικαιολόγουν το πραξικόπημα εκείνο. Ακόμη βραδύτερον, τα έργα και αι ημέραι της κυβερνήσεως του «Ηθικού Ρυθμού»[1] έκαμαν τους πλείστους να δηλώνουν φανερά πλέον την εσφαλμένην αντίληψίν των δια το κίνημα εκείνο, μη παραλείποντες εις οιανδήποτε συγκεντρωσιν να εκφράζουν δια των ζωηροτέρων εκδηλώσεων την πλάνην των, να επιδοκιμάζουν την πράξιν μου εκείνην και να λυπούνται διότι εκ μέρους των φίλων η επικρατήσασα επανάστασις της 6ης Μαρτίου ωθήθη προς αντίθετον κατεύθυνσιν, αντί εκείνης που επεβάλλετο υπό των περιστά­σεων να κατευθυνθή.

Και μ' όλα ταύτα φαντάζομαι, επαναλαμβάνω, να υπάρχουν ακόμη απορίαι εις την πλήρη δικαιολογίαν του πραξικοπήματος. — Και τώρα πρέπει να εξηγηθώ.
Όλος ο κόσμος γνωρίζει ότι μετά την Μικρασιατικήν καταστροφήν έκαμα και τότε κάποιαν άλλην έκνομον πράξιν στην Χίον, μίαν επανάστασιν και τότε και ήλθον εις  Αθήνας. Η επανάστασις εκείνη εκυβέρνησε την χώραν επί 15μηνον. Δεν θα ασχοληθώ με το έργον της, διότι είνε εις όλους γνωστόν, θα αρκεσθώ μόνον χρονογραφικώς να υπενθυμίσω ότι μετά την λήξιν της πολεμικής περιόδου και της συνάψεως της ειρή­νης εν Λωζάνη, η επανάστασις εκείνη προέβη εις εκλογάς και οικειοθελώς — ενώ ήτο παντοδύναμος — παρέδωκε την εξουσίαν εις τους αντι­προσώπους του λαού [2].Προσωπικώς εγώ ως Αρχηγός της επαναστάσεως εκείνης απο­στρατευθείς απεσύρθην από πάσης αναμίξεως εις την πολιτικήν ζωήν του τόπου, φρονών τότε — εσφαλμένως ίσως — ότι ο τόπος είχε ανάγ­κην μιας κυβερνήσεως όχι επαναστατικής αλλά προερχομένης διά λαϊκής αντιπροσωπεύσεως.
Επηκολούθησε η δικτατορία Παγκάλου [3], την οποίαν είνε γνωστόν μετά πόσης     σφοδρότητος  απεδοκίμασα. 




Την πτώσιν ταύτης επηκολούθησεν η Οικουμενική Κυβέρνησις [4], την οποίαν είνε γνωστόν μετά πόσου φανατισμού υπεστήριξα, όταν επρόκειτο να ανατραπή πραξικοπηματικώς υπό μερίδος στρατιωτικών με επί κεφαλής τους στρατηγούς Οθωναίον καί Κονδύλην. Σημειωτέον ότι τότε δεν εδίστασα, φρονών ότι εξυπηρετώ καλλίτερα τον τόπον, να έλθω εις σύγκρουσιν και εις εχθρό­τητα μετά συναδέλφων και συμπολεμιστών, με τους οποίους κοινοί πολυ­χρόνιοι αγώνες με συνέδεσαν εις τα πεδία των μαχών, και διά τους οποίους ουδέποτε εμειώθη η αγάπη μου και η εκτίμησις διά τας πολυτίμους υπηρεσίας των προς την Πατρίδα.
Κατά την διάρκειαν των εργασιών της Οικουμενικής Κυβερνήσεως εδόθησαν σοβαρώταται αφορμαί, ώστε να κλονισθή οριστικώς πλέον η πεποίθησις μου προς την χρησιμότητα του κοινοβουλευτικού πολιτεύμα­τος.
Καίτοι τότε οι σημαντικότεροι παράγοντες του Στρατού με προέτρεπον να αναλάβω δικτατορικώς να κυβερνήσω την χώραν, προσπαθώντες να με πείσουν ότι ο κοινοβουλευτισμός είνε αδύνατον να αντιμετωπίση αποτελεσματικώς τας δυσκολίας των περιστάσεων, εν τούτοις απέρριψα διαρρήδην τας προτάσεις αυτάς συστήσας φρόνησιν και υπομονήν. 
Ότε παρουσιάσθη εκ νέου επί της πολιτικής σκηνής ο κ. Βενιζέλος όστις δια των εκλογών του 1928 ανέλαβεν πανίσχυρος την κυβέρνησιν, ήλπισα και πάλιν ότι ο κοινοβουλευτισμός εις τας χείρας ενός Βενιζέλου θα απέκτα το καταπεσόν κύρος του και θα απέβαινεν όργανον κατάλληλον  δια την διατήρησιν  ομαλού πολιτικού βίου. Αλλά παρ' όλας τας ακαταβλήτους προσπαθείας και την αξιοσημείωτον εν πολλοίς δράσιν του Βενιζέλου δεν κατωρθώθη κατά το διάστημα ολοκλήρου τετραετίας να λυθούν ουσιωδέστατα τινά προβλήματα, τα οποία από ετών επίεζον ηθι­κώς τον ελληνικόν λαόν.
Η διαίρεσις του ελληνικού λαού υφίστατο εν τη ακμή της. Η λειτουργία των υπηρεσιών του κράτους ουδεμίαν βελτίωσιν παρουσίασεν. Μερίς του ελληνικού Τύπου απέπτυσεν πάντα χαλινόν και τα δημαγωγι­κά, τα συκοφαντικά και ανήθικα κηρύγματα του έξήγειραν την εύπιστον μάζαν του ελληνικού λαού. Ολόκληραι συνεδριάσεις της Βουλής κατηναλίσκοντο εις αγόνους και ανιαράς συζητήσεις περί χαλιναγωγήσεως του Τύπου, περί ερίδων κάποτε απρεπών, μεταξύ των αρχηγών των κομ­μάτων, αι οποίαι είχον ως αποτέλεσμα την πλήρη κατάρρευσιν του γοή­τρου του κοινοβουλευτισμού και την ανυποληψίαν της κοινής γνώμης προς τους πολιτικούς της.Και υπό τοιαύτην βεβαρημένην ατμόσφαιραν έφθάσαμεν εις τας εκλογάς του 1932 ένεργηθείσας με το αναλογικόν σύστημα. Κατ' αυτάς ο λαός μαστιζόμενος και υπό της σοβούσης τότε οικονομικής κρίσεως και αμφιταλαντευόμενος μεταξύ τού καθήκοντος της εκλογής και της ανυπο­ληψίας προς τον κοινοβουλευτισμόν και τους πολιτικούς του άνδρας, κατήλθεν εις τας έκλογάς εκείνας με αναζωογονημένα τα παλαιά έθνοκτώνα συνθήματα του Βενιζελισμού και Αντιβενιζελισμού, της Δημο­κρατίας και της Βασιλείας.Και το αποτέλεσμα των εκλογών είνε γνωστόν. Κανέν των δύο ισχυρών κομμάτων δεν έφερεν τόσην δύναμιν ώστε εν συνδυασμώ και με άλλα μικρότερα ομογενή να αποτελέσωσι κυβέρνησιν βιώσιμον [5].Και κατέληξεν εις την περίεργον κυβέρνησιν του Λαϊκού κόμματος, αποτελούντος μειοψηφίαν, έναντι του των Φιλελευθέρων, στηριζομένην εΐς την ανοχήν των άλλων κομμάτων, τα οποία έλαβον ως αντάλλαγμα την μετά πολλάς περιπετείας τυπικήν επί τέλους αναγνώρισιν της Δημοκρατίας.'Αλλ' ενώ η κυβέρνησις εκείνη ευρίσκετο επί της αρχής τη ανοχή άλλων, δεν εδίστασεν κατά το δίμηνον και πλέον διάστημα της δοθείσης αυτή εξουσιοδοτήσεως να κάμη ό,τι ήτο δυνατόν να μεταβάλη την σύνθε­σιν της Χωροφυλακής και της Φρουράς ιδία Αθηνών προετοιμάζουσα δια του υπουργού της των Στρατιωτικών [6] το έδαφος δια πραξικοπηματικήν δράσιν και οριστικήν διά της βίας στερέωσίν της επί της εξουσίας.

Ο υπουργός των Στρατιωτικών εν συνεργασία μετά του διευθυντού της Γενικής Ασφαλείας [7] παρεσκεύαζον τα ανατρεπτικά των σχέδια και κατήρτιζον τας δολοφονικάς Ομάδας, αι οποίαι θα έδρων κατά ωρισμένην ημέραν εναντίον προγεγραμμένων προσώπων.Η δολοφονική απόπειρα εστρέφετο ειδικώς εναντίον του προσώπου μου. Εγνώριζον καλά ότι έμού υπάρχοντος εν τη ζωή τα ανατρεπτικά των σχέδια θα εναυάγουν οικτρότατα.Των ανατρεπτικών αυτών σχεδίων ήσαν εν γνώσει και οι αρχηγοί των εκτος της κυβερνήσεως κομμάτων, πιθανότατα δε και ο Αρχηγός του Λαϊκού κόμματος.Και όταν η αντιπολίτευσις, κατά τας αρχάς του 2ου 1Οημέρου του Ιανουαρίου, κατόπιν των ανωτέρω λόγων επιβεβαιωθέντων και αλλαχόθεν, έκρινεν ως ανάγκην πλέον την άρσιν της ανοχής της προς την κυβέρνησιν, ο υπουργός των Στρατιωτικών εν συνεργασία μετά του διευ­θυντού της Γενικής Ασφαλείας απεφάσισαν να προβούν εις το πραξικόπημα των πριν παραδοθή η εξουσία εις τα κόμματα της αντιπολιτεύ­σεως.
Ούτω παρεσκεύαζον τα πράγματα ώστε την εσπέραν της 12 Ια­νουαρίου να προβούν εις την εξουδετέρωσίν των δυσμενώς προς αυτούς προσκειμένων συνταγμάτων και την ταυτόχρονον δολοφονίαν εμού. Τα σχεδιά των ταύτα μου εγένοντο εγκαίρως γνωστά και ελήφθησαν τα ανάλογα μέτρα και εις τα συντάγματα και εις την οικίαν μου, όπου επρόκειτο να γίνη η δολοφονική επίθεσις, Τα μέτρα ταύτα τους ηνάγκασαν να αναβάλουν το πραξικόπημα δια την 13 καί έπειτα δια την 14 Ιανουαρίου.
Το εσπέρας της 14ης Ιανουαρίου δεκάς αυτοκινήτων κλειστών, πλήρων μετημφιεσμένων αστυνομικών και χωροφυλάκων των δύο Ασφα­λειών, αναμεμιγμένων μετά διαφόρων κακοποιών στοιχείων, περιήρχοντο άλλα μεν τα πέριξ της οικίας μου, άλλα δε και κατελάμβανον επίκαιρα σημεία περί το Νοσοκομείον Συγγρού, ετοιμαζόμενα να προβούν εις εκτέλεσιν των καταχθονίων σχεδίων των. Αλλ' αντιμετωπίσθησαν με ανα­λόγους περιπολίας εγκαίρως αφιχθείσας από τα συντάγματα [8].
Το υπουργείον των Εσωτερικών έλαβε γνώσιν των τεκταινομένων και έστειλεν δύο αξιωματικούς της Αστυνομίας Πόλεων
Έβερτ και Λαμπρινόπουλον) δια να εξακριβώση αν τα καταγγελθέντα έχωσιν αληθείας.
Καί πράγματι οι ανωτέρω αστυνομικοί επισκεφθέντες με κατ' οίκον περί το μεσονύκτιον επληροφορούντο περί των συμβαινόντων, αφού και οι ίδιοι συνελάμβανον όπισθεν του Νοσοκομείου Συγγρού σταθμεύον αυτοκίνητον πλήρες ενωμοταρχών καί αστυνόμων μετημφιεσμένων.
Ούτω λοιπόν και η απόπειρα αύτη εματαιώθη οριστικώς πλέον, διότι την επομένην παρεδίδετο η εξουσία εις την κυβέρνησιν Βενιζέλου. Δια την υπόθεσιν ταύτην διεξήχθη ανάκρισις, η οποία βραδύτερον απεσιωπήθη από την νέαν κυβέρνησιν Τσαλδάρη του Μαρτίου του 1933.
Όλα αυτά δεν είνε αρκεταί αποδείξεις δια τας καταχθονίους προθέσεις της παρατάξεως η οποία συμπτωματικώς και δια 500 μόνον ψήφων των Αθηνών εξήρχετο εκ των εκλογών της 5 Μαρτίου νικήτρια [9]; Και ήτο παραλογισμός δι' εμέ γνωρίζοντα όλα ταύτα και όντα βέβαιον δια τας εγκληματικάς προθέσεις των ανθρώπων της παρατάξεως εκείνης, που την επομένην των εκλογών της 5 Μαρτίου επρόκειτο να αναλάβη εις χείρας την εξουσίαν δια να θέση ελευθέρα πλέον εις εφαρμογήν τα καταχθόνια σχεδία; Και δεν απεδείχθη βραδύτερον πόσον σαφώς προέβλεψα τα συμβησόμενα; Αλλά μήπως είνε αυτά μόνον που εχρειάζοντο διά κάθε λογικόν άνθρωπον να κρίνη πως θα επολιτεύοντο οι άνθρωποι αυτοί ερχόμενοι κάποτε εις την εξουσίαν;
Δεν εβροντοφώνει εις κάθε παρουσιαζομένην ευκαιρίαν ο υπ' αυτού εμπνεόμενος Τύπος, ότι ερχόμενος εις τα πράγματα κάποτε θα προέβαινον εις τας σκληροτέρας των αντεκδικήσεων;
Και μήπως δε ήτο η πρώτη πράξις της κυβερνήσεως αθετούσης συμφωνίας να με θέση εκποδών, επιστρατεύσασα κάθε κάθαρμα με επι κεφαλής πασίγνωστον τραμπούκον τον Αρχηγόν της Γενικής Ασφαλείας; Και δεν ήτο ως δευτέρα πράξις εντός τριμήνου, η στυγερά κατά του Βενιζέλου απόπειρα τόσον επισήμως οργανωθείσα υπό των υπηρεσιών της Ασφαλείας του Κράτους [10];
Και δεν απεδείχθη βραδύτερον η συνενοχή εις το έγκλημα και υπουργών και βουλευτών; Και δεν επιστοποιήθη η αλληλεγγυότης ολοκλήρου της κυβερνήσεως προς το έγκλημα δια της άνευ αιδούς αναμίξεως εις το έργον της δικαιοσύνης, μη διστάσασα να αντικαταστήση και τον ανακριτήν με την γελοίαν δικαιολογίαν της βραδύτητος προς διεκπεραίωσα της υποθέσεως, ενώ δια της ενεργείας της αυτής ανέκοψε πάσαν πρόοδόν της;


 Υποσημειώσεις:

[1]
[2]
[3] Στις  25 Ιουνίου 1925 έγινε το πραξικόπημα κι η δικτατορία του Πάγκαλου.Ανετράπη στις 22 Αυγούστου 1926.
[4][5] Οι εκλογές της 25 Σεπτεμβρίου 1932 έδωσαν ποσοστό 52,71% στη Βενιζελική παράταξη.Η κυβέρνηση Τσαλδάρη  της 4 Νοεμβρίου ήταν κυβέρνηση μειοψηφίας με την ανοχή του Βενιζέλου.
[6] Του Γ.Κονδύλη.
[7] Του Ιωάννη Πολυχρονόπουλου.