Πέμπτη 1 Αυγούστου 2013

ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΟΠΟΙΙΑ 1940-41

(Προηγούμενο)
 Οι στρατιές της Ανατολικής και της Κεντρικής Μακεδονίας είχανε παραδοθεί, το ήξεραν, το είχε πει το ραδιόφωνο' τι τους απόμενε λοιπόν τώρα; Να κοιτάξουν ο καθένας το σπίτι του, που από ώρα σε ώρα θα έπεφτε στα χέρια του εχθρού, τους δικούς του, που ποιος ξέρει τι μοίρα τούς περιμένει, το βιός τους, αποκούμπι μοναδικό στη μαύρη εποχή που αρχίζει. Γρήγορα στην πατρίδα πίσω, στη γωνιά, για την άλλη μάχη, την άδοξη. Να ιδούμε τι θα γίνει με την καινούργια συμφορά του γένους, που αρχίζει: τη σκλαβιά.
Τα βουνά της Αλβανίας γέμισαν τότε τμήματα ασύνταχτα που ροβολούσαν τις πλαγιές, φάλαγγες που λίγο λίγο φύραιναν, σκόρπιζαν. Στους δρόμους οι φυγάδες πηδούσαν στα καμιόνια, γραπώνονταν ν' ανέβουν, να γλιτώσουν λίγη πορεία, να φτάσουν πίσω το γρηγορότερο. Πετούσαν τα κράνη τους στις χαράδρες και τα κοίταζαν με απάθεια μηδενιστική να κατρακυλάνε τον κατήφορο χοροπηδώντας' ξαλαφρώνονταν ολοένα κι από κάτι, όπλο, κουβέρτες, γυλιό, σακίδιο, παγούρι. Κάπου κάπου έβλεπες ένα αυτοκίνητο γεμάτο χωροφύλακες οπλισμένους να τραβάει κατά πίσω, στη δημοσιά, για κάποιο πέρασμα, να πιάσει φυγάδες, να τους εκτελέσει για παραδειγματισμό. Αλλά τα Στούκας είχανε ξεπροβάλει στο μεταξύ πάνω από τις βουνοκορφές, βούιζαν, έπαιρναν βουτιές, έριχναν στα τυφλά, τα πολυβόλα τους κακάριζαν σαν όρνια σ' εφιάλτη, οι βόμβες τράνταζαν τον τόπο. Ώστε λοιπόν ο εχθρός ήτανε πια κυρίαρχος, αλώνιζε ελεύθερα στη χώρα. Στα πλευρά των δρόμων ήτανε τώρα πια η εικόνα της καταστροφής: άλογα σκοτωμένα, αυτοκίνητα πολυβολημένα, υλικό σκόρπιο, μουλάρια ξεκαπίστρωτα, αδέσποτα, να βοσκίζουν, κάποια τμήματα που κρατούσαν ακόμα τη συνοχή τους και που είχανε καταυλιστεί εκεί πρόχειρα, σαν από αμηχανία τι να κάνουν, πού να πάνε, τώρα που δεν υπήρχε πια σκοπός.
Και ήταν Μεγάλη Βδομάδα, ώρα βαθιά για την Ορθοδοξία, για την Ελλάδα, για το σπιτικό. Στα εκκλησάκια του βουνού, στα χωριά γύρω, ακούγονταν να σημαίνουν
, χαμένες κάτω από τον μεγάλον ουρανό, συλλογισμένες, οι καμπάνες. Όλα θύμιζαν σπίτι, αλλοτινούς καιρούς, παιδικά χρόνια, ειρήνη. Και μαζί, ο καθένας αποξεχνιόταν σ' εύκολους παραλληλισμούς: Μεγάλη Βδομάδα για την Ελλάδα, τα Πάθη της που αρχίζουν, ο Εσταυρωμένος που παίρνει νόημα εθνικό.
Από τις 15 Απριλίου κιόλας, ο σωματάρχης, υποστράτηγος Μπάκος, αναγκάζεται ν' αναφέρει στο Γενικό Στρατηγείο: «η δημιουργηθείσα κατάστασις θα επιφέρη αναποφεύκτως άδο-ξον διάλυσιν του Στρατού, ης δεν είναι άξιος. Άπασα ιεραρχία Σώματος Στρατού προτείνει ως μόνην απομένουσαν λύσιν ανακωχής μετά Γερμανών επί όρω μη εισόδω Ιταλών εις ελληνικόν έδαφος». Ο διοικητής του Τμήματος Στρατιάς Ηπείρου καλεί την ίδια την ημέρα σε σύσκεψη τους σωματάρχες και όλοι τους αποφαίνονται πως η κατάσταση έχει γίνει πολύ κρίσιμη, πως οι μονάδες δεν θα προλάβουν να οδηγηθούν στην τελική αμυντική τοποθεσία, πως ο φόβος αιχμαλωσίας από τους Ιταλούς, ο κάματος και η κατάληψη ελληνικών εδαφών τούς έχει σπάσει το ηθικό, ώστε κάθε αντίσταση στο εξής να είναι αδύνατη. Αυτά γράφονται στο χαρτί, υπογράφονται και στέλνονται στον αρχιστράτηγο. Από κει και πέρα, αρχίζει να ωριμάζει με ρυθμό γοργό η ιδέα της ανακωχής.                                                                                       
                                                                                * * *


Συνεργασία Ελλήνων και Άγγλων δεν υπήρχε πια ούτε μπορούσε να υπάρξει. Οι δυνάμεις τους είχαν διχαστεί, ακολουθούσαν δρομολόγια αποκλίνοντα. Ενώ τα υπολείμματα της Στρατιάς Κεντρικής Μακεδονίας στράφηκαν προς τα δυτικά και τραβούσαν από δρόμους βουνίσιους προς την Ήπειρο, οι Βρετανοί κατέβαιναν προς τον νότο, με σκοπό ν' αντισταθούν σ' αυτό που το έλεγαν «τοποθεσία Θερμοπυλών» και που είναι στην πραγματικότητα η γραμμή Στυλίδα-Ιτέα. Στις 16 Απριλίου, σε μια συνάντηση Παπάγου-Ουίλσων έξω από τη Λαμία, ο αρχιστράτηγος του ελληνικού στρατού συνιστά στον 'Αγγλο στρατηγό να εκκενώσει από τα στρατεύματα του την Ελλάδα, για να σταματήσει η καταστροφή της χώρας. Ειδοποιείται με τηλεγράφημα ο αρχιστράτηγος της Μέσης Ανατολής, στρατηγός Γουέιβελ.
Αλλά το βιβλίο τούτο δεν έχει σκοπό να περιγράψει τους αγώνες των Βρετανών στις διαδοχικές τοποθεσίες όπου πολέμησαν, τον Πλαταμώνα, τα Σέρβια, τα Τέμπη, τον Μπράλλο, κατά την υποχώρηση τους προς τα λιμάνια. Ήταν αγώνες επιβραδυντικοί, ώσπου οι βρετανικές δυνάμεις να επιβιβαστούν και να φύγουν από την Ελλάδα. Από τη στιγμή όπου η συνεργασία των δύο στρατών στο πεδίο της μάχης είχε διακοπεί, ο επίλογος του πολέμου για τον ελληνικό στρατό γίνεται χωριστός. Στις 18 Απριλίου, Μεγάλη Παρασκευή, συγκροτείται στο Τατόι, στ' ανάκτορα, μεγάλη σύσκεψη. Έλαβαν μέρος ο Γεώργιος ο Β', ο Άγγλος πρεσβευτής, ο στρατηγός Ουίλσων, ο αρχιστράτηγος Παπάγος, ο στρατηγός της αεροπορίας Ντ' Αλμπιάκ, ο ναύαρχος Τερλ. Η κατάσταση στο μέτωπο γινόταν πιεστική, η ανώτατη ηγεσία του στρατού και η κυβέρνηση μάταια επέμεναν στην άποψη τους για συνέχιση του πολέμου. Όλα τα μηνύματα από εκεί απάνω έπειθαν πως αυτό είναι αδύνατο.
Ο αρχιστράτηγος Παπάγος εξέθεσε στη σύσκεψη το γιατί: Ο ελληνικός στρατός ήταν εκτεθειμένος σ' αδιάκοπες επιδρομές της εχθρικής αεροπορίας χωρίς να έχει ούτε ένα αεροπλάνο ν' αντιτάξει. 0 ανεφοδιασμός του είχε γίνει αδύνατος τώρα που χάθηκαν οι Άγιοι Σαράντα, που αυτοκίνητα δεν υπήρχαν και που μοναδική αρτηρία απόμενε ο δρόμος προς τα Γιάννινα. Οι νάρκες που πόντιζαν τα γερμανικά αεροπλάνα στον Πειραιά είχανε παραλύσει κάθε κίνηση στο λιμάνι.
Στις δύο η ώρα, σε σύσκεψη του υπουργικού συμβουλίου με παριστάμενο τον βασιλέα, ο υπουργός των Στρατιωτικών διάβασε ένα τηλεγράφημα του στρατηγού Μπάκου. Το τηλεγράφημα έλεγε: «Ανέφερα επανειλημμένως και αναφέρω μετά παρρησίας κατάστασις εξελίσσεται ραγδαίως επί τα χείρω».
0 σωματάρχης εξόρκιζε στ' όνομα του Θεού την κυβέρνηση ν' αποφασίσει αμέσως, για να μην έχουν ύστερα να θρηνήσουν ερείπια χωρίς προηγούμενο. Οποιοσδήποτε νομίζει -συμπέραινε ο σωματάρχης- πως μπορεί να σηκώσει το σταυρό του μαρτυρίου καλύτερα, ας συνέλθει κι ας πάει εκεί να κλάψει την καταστροφή, γιατί τα δικά τους τα δάκρυα στέρεψαν.
Όταν η συνεδρίαση τέλειωσε, ο πρωθυπουργός, που είχε στο μεταξύ δηλώσει αδυναμία ν' αποφασίσει, έφυγε, πήγε στο σπίτι του, κλείστηκε στο γραφείο του και σκοτώθηκε με δύο σφαίρες περιστρόφου.
Την άλλη μέρα. Μεγάλο Σάββατο, ξανάγινε σύσκεψη στο Τατόι, με τον Γουέιβελ τώρα, που είχε έρθει επίτηδες από τη Μέση Ανατολή, και τον αντιστράτηγο Αλέξ. Μαζαράκη σ' αναπλήρωση του Κορυζή. Στη σύσκεψη αυτή. αφού μελετήθηκε και πάλι η κατάσταση, αποφασίστηκε η αποχώρηση των Αγγλων από την Ελλάδα.
                                                                     





                                                                                 * * *

Τον επίλογο της εκστρατείας της Αλβανίας, που θα έκλεινε σε λίγο, τον χαρακτηρίζει κυρίως η διαφωνία που ξέσπασε ανάμεσα στην πρωτεύουσα και στις δυνάμεις του μετώπου. Κανένας δεν μπορούσε στην Αθήνα ν' αγνοεί τώρα πια τη σκληρή πραγματικότητα' όμως οι ανειλημμένες υποχρεώσεις απέναντι στους Άγγλους, η ύπαρξη ακόμα στρατού τους πάνω στο ελληνικό έδαφος, υποχρέωναν την ελληνική ηγεσία να επιμένει σ' έναν αγώνα μέχρις εσχάτων, αγώνα άσκοπο.
Στην Ήπειρο η κατάσταση ακολουθούσε τον δικό της δρόμο. Την κύρια πρωτοβουλία για τερματισμό του πολέμου την είχε αναλάβει εκεί ο δεσπότης των Ιωαννίνων Σπυρίδων. Ανήσυχος για την τύχη του ποιμνίου του, βλέποντας το μάταιο της επιμονής σ' έναν αγώνα απελπισμένο, είχε αρχίσει να πιέζει τους στρατηγούς, τους ζητούσε να δώσουν λύση. Πρώτα έκανε έκκληση στον διοικητή της Στρατιάς Ηπείρου, τον στρατηγό Πιτσίκα. Ο Πιτσίκας αρνήθηκε. Ήθελε να μείνει πιστός στις διαταγές του κέντρου' αυτό θ' αποτελέσει τον γνώμονα όλης της μετέπειτα διαγωγής του. Ο δεσπότης στράφηκε τότε στους σωματάρχες. Ο στρατηγός Μπάκος, διοικητής του Β' Σώματος Στρατού, ήταν ο πιο ώριμος να συμφωνήσει με τον Σπυρίδωνα, το φανερώνουν και οι αναφορές του προς το Γενικό Στρατηγείο. Οι 18 και 19 Απριλίου θ' αναχθούν σε ζυμώσεις' ο δεσπότης έρχεται σε προσωρινή επαφή με τους σωματάρχες των Β' και Α' Σωμάτων Στρατού, πηγαίνει με αυτοκίνητο και τους βρίσκει, ανεβαίνει στη Δερβιτσάνη, όπου το στρατηγείο του Α Σώματος, Οπισθοφυλακής όλης της στρατιάς. Ο δεσπότης συζητεί εκεί με τους επιτελείς, προκαλεί σύσκεψη στο Καλπάκι. Καρπός της θα είναι ένα τελεσίγραφο προς την κυβέρνηση, με προθεσμία γι' απάντηση δώδεκα ώρες. Όμως για την αποστολή του τελεσιγράφου είχε τεθεί όρος η προηγούμενη συγκατάθεση του στρατηγού Πιτσίκα. Η πρωτεύουσα επέμενε ανένδοτα στη συνέχιση του πολέμου. Κατέβηκε στην Αθήνα ο επιτελάρχης του Γ Σώματος κι εξέθεσε στον αρχιστράτηγο την κατάσταση, του εξήγησε πως ήταν ανάγκη να προλάβουν, πως ο ελληνικός στρατός κινδυνεύει να μεταφερθεί αιχμάλωτος στην Ιταλία, πράγμα απαράδεκτο. Ο στρατηγός Παπάγος αποκρίθηκε πως είναι αρχιστράτηγος όχι μόνο των Ελλήνων αλλά και των Άγγλων που βρίσκονται ακόμα στην Ελλάδα, δεν μπορεί λοιπόν, προτού το συμμαχικό αυτό εκστρατευτικό σώμα αποχωρήσει, να προβεί σε διαπραγματεύσεις με τον εχθρό. Η αποχώρηση των Άγγλων, κατά την εκτίμηση του αρχιστρατήγου, δεν θα ολοκληρωνόταν πριν από τις 5 Μαΐου.
Δεκαπέντε ημέρες ακόμα, μέσα σε συνθήκες καθώς αυτές που είχαν δημιουργηθεί εκεί στην Ήπειρο, ήταν διάστημα χρόνου αδιανόητο. Ο στρατηγός Τσολάκογλου πήρε τότε την απόφαση. Παραμέρισε τον διοικητή της Στρατιάς Ηπείρου κι ανέλαβε την πρωτοβουλία για συνθηκολόγηση. Αυτό σήμαινε στάση.
Η αντιπροσωπεία προς τους Γερμανούς θα ξεκινήσει στις έξι το πρωί της 20ής Απριλίου. Ήταν τριμελής: από τον συνταγματάρχη Μπαλή, τον ταγματάρχη Λαγά και τον επίλαρχο Βλάχο. Η τελευταία απόπειρα της πρωτεύουσας να προλάβει το αναπόφευκτο, θα είναι η αποστολή στα Γιάννινα με αυτοκίνητο δύο αξιωματικών. «Φτάσατε αργά» -τους πληροφορεί ο στρατηγός Πιτσίκας. «Ο Τσολάκογλου έστειλε κήρυκες στους Γερμανούς». Η ιταλική αεροπορία, ασύδοτη πια, ασυγκράτητη, βομβάρδιζε τα Γιάννινα με τυφλή μανία. Η ηπειρώτικη πρωτεύουσα καίγεται, στο Α Στρατιωτικό Νοσοκομείο δύο βόμβες έσκασαν μέσα στο χειρουργείο, σκότωσαν πολλούς. Χτυπιέται η Αρτα. Στις έξι τ' απόγεμα, γυρίζουν στο Βοτανάσι οι απεσταλμένοι αξιωματικοί μαζί με τον Γερμανό στρατηγό Ντήτριχ και με το πρωτόκολλο για υπογραφή.
Αλλά οι Γερμανοί, αφού πρώτα υπέγραψαν, δεν τίμησαν ύστερα την υπογραφή τους. Το πρώτο εκείνο πρωτόκολλο ήταν απόλυτα τιμητικό για τον ελληνικό στρατό. Το δεύτερο, που θ' αναγκάσουν οι Γερμανοί τον στρατηγό Τσολάκογλου, σαν αιχμάλωτο πολέμου πια, να υπογράψει την άλλη μέρα στα Γιάννινα, προβλέπει άνευ όρων παράδοση του ελληνικού στρατού κι αιχμαλωσία του.
Ήταν πολύ αργά πια για οποιαδήποτε αντίδραση. Η κυβέρνηση κι ο Γεώργιος ο Β' έφυγαν από την Αθήνα. Με πεισματωμένη πίκρα, πένθιμα, οι νικητές της Ιταλίας άρχιζαν να παρελαύνουν σε μακριές θεωρίες από τους τόπους όπου τους είχαν ορίσει να παραδώσουν τον οπλισμό τους, να πετάνε χάμου σε σωρούς σαν παλιοσίδερα τα τιμημένα όπλα τους. Ένας νέος, λεβέντης πυροβολάρχης έξω από τα Γιάννινα, τίναξε την ώρα εκείνη τα μυαλά του πάνω στα κανόνια του[1]. Οι άλλοι, οι πολλοί, αποφασισμένοι έτσι κι αλλιώς να μην πέσουν στα χέρια του Γερμανού με τη στολή τους, βάλθηκαν να λακίζουν κρυφά, να σκορπάνε όπου μπορούσαν, σ' όλες τις κατευθύνσεις, με  ό,τι μέσο βρίσκανε πρόχειρο ή και με τα πόδια, κι ας είχαν πορευτεί έτσι όλο τον δρόμο από την Αλβανία ως εδώ. Γέμισε το στήθος της χώρας από φυγάδες όχι του πολέμου αλλά της αιχμαλωσίας. Με οδύσσειες αφάνταστες οι άντρες αυτοί, οι νηστικοί μια και δυο βδομάδες, οι κυνηγημένοι, θα τραβούσαν τώρα για τα σπίτια τους, για τα χωριά τους, που τα είχε κιόλας ισκιώσει ο ζυγός της σκλαβιάς.

                                                                                 * * *
Η υπαναχώρηση των Γερμανών από τους όρους του αρχικού πρωτοκόλλου δεν ήταν αυθαίρετη, όπως νομίστηκε τότε. Μεταγενέστερα στοιχεία απεκάλυψαν πως την είχε προκαλέσει η αξίωση του Μουσολίνι να λάβει και η χώρα του μέρος στη συνθηκολόγηση. Αξίωση ιταμή, επονείδιστη, ακόμα πιο επονείδιστη κι από την ήττα του φασισμού στα πολεμικά πεδία.
Η αντιπληρωμή θα ερχόταν δυόμισι χρόνια αργότερα, στα 1943, όταν η κατάρρευση της χώρας του Ντούτσε θα είχε τον γνωστό τραγικό επίλογο: τον έσχατο εξευτελισμό του ιταλικού στρατού από τον ίδιο του τον σύμμαχο, τον απαγχονισμό του δραπέτη Μουσολίνι. Το κακέκτυπο αυτό των καισάρων ήτανε γραμμένο να τελειώσει τη σταδιοδρομία του και τη ζωή του σαν ληστοφυγόδικος, που δεν έχει καν την ύστατη τιμή να κριθεί από την τακτική Δικαιοσύνη, παρά εξοντώνεται από τα εξαγριωμένα στίφη εκείνων που κάποτε τον προσκύνησαν.
Αυτό θα είναι το τέλος του ιταλικού φασισμού. Η εισβολή στην Ελλάδα είχε στοιχίσει στην Ιταλία 13.755 νεκρούς, 50.874 τραυματίες, 12.368 κρυοπαγημένους, 25.067 αγνοούμενους. Σύνολο: 102.064 άντρες. Στο μεταξύ, την ίδια αυτή άνοιξη του 1941, η σύγκρουση για την κυριαρχία του μεσογειακού χώρου θα συνεχιζόταν στην Κρήτη. Ήταν το προγεφύρωμα που χρειάζονταν οι Γερμανοί για να κατέβουν στη Μέση Ανατολή, τον απώτερο αυτό σκοπό της καθόδου τους στον νότο. Ένα μήνα ακριβώς μετά τη συνθηκολόγηση της Ηπείρου, στις 20 Μαΐου, κύματα απανωτά από αεροπλάνα σε πυκνούς σχηματισμούς, με χιλιάδες αλεξιπτωτιστές, ρίχτηκαν σαν γεράκια πάνω στην ελληνική μεγαλόνησο, την ράμφισαν ανήμερα στο κεφάλι. Υπεράσπιζαν την Κρήτη, μαζί με τους επιτόπου Έλληνες, Νεοζηλανδοί και Αγγλοι. Η αφήγηση όμως της μάχης εκείνης χρειάζεται ειδική εξιστόρηση, που ξεφεύγει από τα πλαίσια αυτού του βιβλίου. Η Βερμάχτ πλήρωσε βαριά σε αίμα την επιχείρηση της Κρήτης, έχασε εκεί τον ανθό των αλεξιπτωτιστών της. Έχασε κι άλλο ένα δεκαήμερο από τον ακριβό κιόλας λογαριασμό του χρόνου που της ήταν απαραίτητος για την εξόρμηση κατά της Ρωσίας.
Μετά την κατάληψη της Κρήτης, ο πόλεμος πέρασε νοτιότερα, στην Αφρική, συνεχίστηκε. Ελληνικές δυνάμεις, τότε, συγκεντρώθηκαν στη Μέση Ανατολή, οργανώθηκαν και πολεμούσαν κατά της Γερμανίας.
Εδώ τελειώνει η ιστορία του πολέμου του 1940-1941. Είναι η τελευταία σύγκρουση στην Ευρώπη με δυνάμεις, μέσα και όπλα τόσο δυσανάλογα. Από τη μια ο βαρύς οπλισμός της σύγχρονης τεχνοκρατίας, από την άλλη μέσα αναχρονιστικά στα χέρια ενός λαού μικρού, που αγωνίζεται για την ύπαρξη του και για τις παραδόσεις του. Στον αγώνα αυτόν, ο ελληνικός λαός έδωσε το προσωπικό του ύφος, όμοιο σε γενικές γραμμές με του 1821. Η αναμέτρηση του 1940-1941 γίνεται ανάμεσα στη λιτότητα και τον στόμφο, τη φιλοπατρία και τον ιμπεριαλισμό. Η τεχνοκρατία, χάρη στον σιδερένιο της όγκο, θα πετύχει για μια στιγμή να γονατίσει τη μαχόμενη ψυχή. Η αντιστροφή όμως θα έρθει γρήγορα και το μάθημα θα μείνει.
 Περισσότερο κι από την υπόθεση ενός έθνους που αγωνίζεται για την ανεξαρτησία του, η 28η Οκτωβρίου του 1940 προβάλλει στη σκηνή της Ιστορίας έναν αγώνα γενικότερο: μιας φυλής ανθρώπων. Αυτής που προσδιορίζεται από το πάθος της ελευθερίας.
Πέρα από τον πάταγο των αυτοκρατοριών που γκρεμίζονται, θ' απομείνει ν' ακούγεται μέσα στον αποκαμωμένο κόσμο, λιανό και κρυστάλλινο, ερημικό κι άτρεμο, το εωθινό που σήμανε η σάλπιγγα πάνω στον ελληνικό βράχο μια φθινοπωρινή αυγή. (ΤΕΛΟΣ)

Υποσημειώσεις:
[1] Την ημέρα της υπογραφής του τελικού πρωτοκόλλου της συνθηκολογήσεως (23 Απριλίου) συνέβη στο μέτωπο ένα αξιομνημόνευτο και συμβολικό επεισόδιο' αξίζει να παρατεθεί όπως αναφέρεται στην έκθεση του διοικητή του Α' Σώματος Στρατού: «Ο ταγματάρχης του Πυροβολικού, Βέρσης, διαταχθείς υπό των Γερμανών να παραδώσει τα πυροβόλα της μοίρας του, αφού συνεκέντρωσε ταύτα και τοις επέδωκε τιμάς, ηυτοκτόνησε, ενώ η μοίρα του έψαλλε τον Εθνικόν Ύμνον»(ΔΙΣ Φ 641 έκθεση του διοικητή Α Σώματος Στρατού αντιστρατήγου Δεμέστιχα φ.22.





Σάββατο 27 Ιουλίου 2013

ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ 14 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1930


Οι πολιτικές εκλογές της 14 Σεπτεμβρίου 1930 είναι οι έκτες στη σειρά εκλογές που λαμβάνουν χώρα στη Γερμανία στη περίοδο της λεγομένης Δημοκρατίας της Βαιμάρης. Οι διεκδικούμενες έδρες ανέρχονται σε  557 (από τις 491 του 1928).Και σε αυτή την αναμέτρηση το  SDP αν και αισθητά αποδυναμωμένο , παραμένει στη πρώτη θέση με 143 έδρες.
Στις εκλογές αυτές οι Εθνικοσοσιαλιστές σημειώνουν θεαματική άνοδο. Από τις 12 έδρες εκτοξεύονται στις  107 έδρες και καταλαμβάνουν τη δεύτερη θέση.


 ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΑ                                          

ΕΔΡΕΣ  



ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ
 SPD
  143
ΕΘΝΙΚΟΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟ  ΚΟΜΜΑ ΤΩΝ  ΓΕΡΜΑΝΩΝ ΕΡΓΑΤΩΝ
 NSDAP
107
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ
 KPD
77
ΚΕΝΤΡΟ

68
DEUTSCHNATIONALE  VOLKSPARTEI
 DNVP
41
DVP (Εθνικοφιλελεύθεροι)

30
RPDM

23
ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΔΗΜΟΚΤΑΤΙΚΟ ΚΟΜΜΑ  (Φιλελεύθεροι της Αριστεράς Πτέρυγας)

20
ΒΑΥΑΡΙKO ΛΑΙΚΟ ΚΟΜΜΑ 
 BVP
19
DEUTSCHE BAUERNPARTEI (Αγρότες)

6
CHRISTLICH-SOZIALER VOLKSDIENST (Προτεστάντες)

4
KONSERVATIVE VOLKSPARTEI (Συντηρητικοί)

4
BUND DER LANDWIRTE (Αγρότες)

3
DEUTSCH-HANNOVERSCHE PARTEI

3
ΑΛΛΟΙ

29






ΣΥΝΟΛΟ

577

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗ ΣΙΔΗΡΑ ΦΡΟΥΡΑ ΤΗΣ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ 10.ΣΤ

Η ΦΟΙΤΗΤΙΚΗ ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ
Η αναθεώρηση του άρθρου 7 του Συντάγματος και ιδιαίτερα η ευκολία με την οποία η Κυβέρνηση κατάφερε να επιβάλει τις απόψεις της γεννά έντονο προβληματισμό στην ομάδα των φοιτητών που συσπειρώνεται γύρω από το Κοντρεάνου. Όλοι παραδέχονται ανοικτά ότι το πολιτικό Σύστημα στάθηκε πιο ισχυρό και πιο ευέλικτο από αυτούς. Διαδήλωσαν ,έστειλαν υπομνήματα διαμαρτυρήθηκαν αλλά μάταια.  Στο παιχνίδι της γάτας με το ποντικό διάλεξαν το ρόλο του ποντικού και έχασαν .. 
Τί απομένει να γίνει;
Όι φωνές που υποστηρίζουν ότι οι  φοιτητικές κινητοποιήσεις πρέπει να σταματήσουν  γιατί δεν οδηγούν πουθενά πληθαίνουν. Οι φοιτητές  οφείλουν να αποδεσμευτούν και να επιστρέψουν με το κεφάλι ψηλά στις αίθουσες.
Και μετά;
Ο Κοντρεάνου ζητά την άποψη του Μότα .
-Οι φοιτητές δεν μπορούν άλλο να αντισταθούν αυτό το φθινόπωρο, και προκειμένου να έχουμε μια άθλια συνθηκολόγηση όλων μας ,ύστερα από ενός χρόνου αγώνα , είναι καλύτερο να τους προτρέψουμε να ξαναγυρίσουν στα μαθήματα , και εμείς που τους καθοδηγήσαμε να βάλουμε ένα τέλος, όπως αρμόζει στο κίνημα: θυσιάζοντας τις ζωές μας  αλλά συμπαρασύροντας  μαζί μας στη πτώση , όλους εκείνους  που θα κρίνουμε  περισσότερο ενόχους  για προδοσίας των ρουμανικών συμφερόντων. Θα προμηθευτούμε περίστροφα  και θα τους πυροβολήσουμε , δίνοντας ένα τρομερό παράδειγμα  που θα παραμείνει στη Ρουμανική μας ιστορία. Ότι και να πάθουμε μετά από αυτό -αν πεθάνουμε ή αν μείνουμε στη φυλακή  για όλα μας τα χρόνια  -δεν ενδιαφέρει στο παραμικρό.

Πάνω σε ένα κομμάτια χαρτιού ονόματα γράφονται , σβήνονται και ξαναγράφονται σε διαφορετική σειρά. Μακρύς ο κατάλογος .Για κάθε όνομα ακούγονται κατηγορίες  , απαριθμούνται εγκληματικές πράξεις  και αξιολογούνται εν θερμώ. Μια λίστα με ονόματα σχηματίζεται. Ονόματα πολιτικών που είναι ή έχουν χρηματίσει υπουργοί ή θεσμοθετημένοι παράγοντες της χώρας. Από αυτούς ξεχωρίζουν 6. Κρίνονται ομόφωνα ένοχοι για εγκλήματα εναντίον της Πατρίδας και η τιμωρία που τους αρμόζει ,δεν μπορεί να είναι άλλη από την εσχάτη των ποινών.[1]
Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιλογής των στόχων έχει σειρά η οργανωτική διαδικασία . Οι «εκτελεστές» οργανώνονται σε«ομάδες εφόδου» .





Περισσότερο από ομάδες εφόδου στη πραγματικότητα πρόκειται για ομάδες αυτοκτονίας. Η εκτέλεση του στόχου δεν είναι αυτοσκοπός, αυτό που μετρά είναι η πράξη τιμωρίας με μια ξεκάθαρη μεταφυσική έννοια. Δεν πρόκειται για δολοφόνους που θα ξεπηδήσουν από το πουθενά, θα εκτελέσουν μια πράξη τρομοκρατίας και θα επιστρέψουν ασφαλείς στο πουθενά. Έρχονται για να εκτελέσουν στο όνομα μιας μεταφυσικής εντολής έναν εχθρό της Πατρίδας να εκπληρώσουν το χρέος τους απέναντι στο ίδιο τους το γένος και να πεθάνουν . Δεν υπάρχει ούτε προβλέπεται δρόμος διαφυγής.  Ο εκτελεστής πηγαίνει να  αποδώσει  τη δική του δικαιοσύνη και αδιαφορεί για τις συνέπειες. Δεν αφήνει γέφυρες πίσω του ικανές να τον οδηγήσουν σε δεύτερες σκέψεις .
Χρόνος πολύτιμος χάνεται με καινούριες συζητήσεις ............
Οι πρώτες συζητήσεις γίνονται στο σπίτι του Butnaru στο Ιάσιο σε ένα διευρυμένο κύκλο συνωμοτών (Corneliu Codreanu, Ion I. Mota, Ilie Gârneata, Tudose Popescu, Corneliu Georgescu, Radu Mironovici, Leonida Bandac, Vernichescu, Traian Breazu, Nicolae Dragos, dr. C. Danulescu, Ion Zelea Codreanu Corneliu Codreanu, Ιοη Ι. Mota, Ilie Gιrneatza, Radu Mironovici, Corneliu Georgescu)
Στις 8 Οκτωβρίου 1923 οι συζητήσεις για την λήψη των οριστικών αποφάσεων συνεχίζονται στο Βουκουρέστι στο σπίτι του Nicolae Dragos. Πέρα από τον Corneliu Codreanu και τον οικοδεσπότη Nicolae Dragos συμμετέχουν οι Ion I. Mota, Ilie Gârneata, Tudose Popescu, Corneliu Georgescu, Radu Mironovici, Leonida Bandac, Vernichescu, Traian Breazu, Δρ C. Danulescu, και ο καθηγητής Ion Zelea Codreanu). Αυτή τη φορά οι συνωμοτικοί μηχανισμοί δεν έχουν λειτουργήσει στον βαθμό που θα έπρεπε .
Απρόσκλητη μέσα στη νύκτα κάνει την εμφάνισή της η Αστυνομία. Κάποιος από τους συνωμότες προφανώς από αφέλεια ή συνειδητά έχει μιλήσει αν και όλα δείχνουν ότι η αστυνομία κρατά από ημέρες την επαφή με την ομάδα.. Η αστυνομία δεν κρατά στα χέρια της μόνο τους συνωμότες αλλά και τα περίστροφα με τα οποία θα προχωρούσαν στην υλοποίηση της απόφασής τους. Δεν χρειάζονται περισσότερα στοιχεία. Τα αστυνομικά αυτοκίνητα μεταφέρουν τους συνωμότες στην Αστυνομική Διεύθυνση.

«Για αρκετή ώρα στην στάση αυτή σκεπτόμασταν . Εμείς που πριν λίγο ήμασταν ελεύθεροι άνθρωποι, περήφανοι και αποφασισμένοι να σπάσουμε τις αλυσίδες που φυλάκιζαν το γένος μας τώρα καταντήσαμε τελείως ανίσχυροι υποχρεωμένοι να στεκόμαστε ακίνητοι με τα πρόσωπα στραμμένα στον τοίχο επειδή έτσι θέλησαν μερικοί αστυνομικοί, με τις τσέπες άδειες σαν να ήμασταν πορτοφολάδες, δίχως κολάρα, γραβάτες, μαντίλια και δακτυλίδια. Από εκείνη την ώρα θα άρχιζαν τα μεγάλα μας μαρτύρια πού σιγά-σιγά θα μας ξέσκιζαν την ίδια μας την καρδιά. Αυτά τα μαρτύρια άρχιζαν με την ταπείνωσή μας. Πιστεύω πώς δεν υπάρχει μεγαλύτερο μαρτύριο για έναν άνθρωπο της δράσεως πού ζει για την υπερηφάνεια και την τιμή, από το να αφοπλίζεται και στην συνέχεια να ταπεινώνεται. Σε κάθε περίπτωση ό θάνατος είναι ασυγκρίτως προτιμότερος.
Στην συνέχεια οδηγηθήκαμε σε μια αίθουσα με πάγκους και αφού καθίσαμε ο ένας από τον άλλο σε μια απόσταση πέντε μέτρων πλαισιωμένοι από τους αστυνομικούς πήραμε την διαταγή να μην κοιτάζει ο ένας τον άλλο. Σ’ αυτή την θέση παραμείναμε ώρες ολόκληρες• τέλος άρχισαν να μας φωνάζουν έναν-έναν για ανάκριση. Η ανάκριση γινόταν σ’ ένα μεγάλο δωμάτιο παρουσία του εισαγγελέως, του ανακριτού του στρατηγού Νικο­λεάνου καθώς και αντιπροσώπων κάποιων υπουργών. Τα χαράματα ήλθε και ή δική μου σειρά. Εκεί μου έδειξαν μερικά γράμματά μου καθώς και δύο καλάθια πού μέσα βρισκόντουσαν όλα τα περίστροφα που είχαμε κρύψει σε σίγουρο μέρος. Δεν μπορούσα να καταλάβω πως τα είχαν βρει. Σκεφτόμουν: Από πού έμαθαν για τα περίστροφα; ‘Η ανάκριση άρχισε. Δεν γνώριζα αυτό πού οι άλλοι πριν από μένα είχαν καταθέσει γιατί δεν είχαμε προλάβει να συνεννοηθούμε. Ποτέ δεν μπορούσαμε να φανταστούμε κάτι τέτοιο. Γι’ αυτό αφού πρώτα στάθμισα την κατάσταση πήρα την απόφαση πού Θεωρούσα καλύτερη. Μια στιγμή δισταγμού.
«Όταν μου έκαναν την πρώτη ερώτηση τρία λεπτά μετά από την είσοδο μου εκεί μέσα, δεν μπορούσα ακόμη να εκτιμήσω την θέση πού είχα βρεθεί και συνεπώς να πάρω μια απόφαση. Ήμουν εξαντλημένος από την κούραση και την ψυχική ταραχή γι’ αυτό όταν μου ζήτησαν να απαντήσω, είπα: «- Κύριοι, σας παρακαλώ να μου δώσετε χρόνο ενός λεπτού πριν απαντήσω». Το πρόβλημα ήταν: ν’ αρνηθώ ή να μην αρνηθώ; Σ’ αυτό το λεπτό συγκέντρωσα όλες τις πνευματικές και ψυχικές μου δυνάμεις και πήρα την απόφαση να μην αρνηθώ.. Να ομολογήσω την αλήθεια! Δίχως φόβο ή δισταγμό. ‘Αντίθετα υπερβάλλοντας τις πραγματικές μας διαθέσεις.
-Ναι τα περίστροφα είναι δικά μας. Σκοπεύαμε να εκτελέσουμε τούς υπουργούς, τούς Ραβίνους και τούς ‘Εβραίους μεγαλοτραπεζίτες.
Αμέσως άρχισα να τους ονομάζω με πρώτο και καλύτερο τον Αλεξάντρου Κωσταντινέσκου και τελειώνοντας με τούς ‘Εβραίους Μπλάνκ Φίντελρμαν, Μπερκοβίτσι, Χόνιγκμαν όλοι οι παρευρισκόμενοι γούρλωσαν τα μάτια παρασυρμένοι από την φρίκη. ‘Από την στάση τους κατάλαβα πώς οι άλλοι σύντροφοι Πού είχαν ανακριθεί πριν από μένα είχαν αρνηθεί τα πάντα .
-Και για ποιο λόγο κύριε θέλατε να τούς εκτελέσετε;
-Τους πρώτους γιατί πούλησαν την χώρα τους. Τούς δεύτερους επειδή είναι εχθροί και διαφθορείς.
-Και δεν μετανιώσατε;
-Δεν μετανιώσαμε... αν εμείς πέσουμε, μικρό το κακόπίσω μας είναι χιλιάδες πού έχουν την ίδια γνώμη με μας.
Λέγοντας τις φράσεις αυτές ένοιωσα πως απελευθερωνόμουν από το αίσθημα της ταπείνωσης- αν τα είχα αρνηθεί θα βυθιζόμουν περισσότερο. Τώρα στηριζόμουν πάνω στην πίστη μου την ίδια πίστη πού με είχε φέρει ως εδώ και αντιμετώπιζα υπερήφανα την θλιβερή μοίρα που με περίμενε και εκείνους πού έμοιαζαν σαν τ’ αφεντικά πού Θα έκριναν την ζωή ή τον θάνατό μου.
Αρνούμενος θα έπρεπε να κρατήσω μια στάση παθητική, προσπαθώντας να προστατεύσω τον εαυτό μου από τις κατηγορίες που θα μου απέδιδαν.... Στην δίκη που θα ακολουθούσε με βάση τις γραπτές αποδείξεις πού είχαν στα χέρια τους, θα έπρεπε να γίνουμε μάρτυρες μιας ντροπιασμένης και οδυνηρής καταστάσεως, θα έπρεπε να αρνηθούμε τα ίδια μας τα γραπτά, την ίδια μας την πίστη, την αλήθεια.
Αυτό ερχόταν σε αντίθεση με την συνείδησή μας και την τιμή ολόκληρου του κινήματος. Σαν αντιπρόσωποι ενός μεγάλου φοιτητικού κινήματος δεν θα έπρεπε μήπως να έχουμε το κουράγιο και την υπευθυνότητα των πράξεων και των ιδεών μας;.... Τέλος μ’ έβαλαν να υπογράψω την κατάθεση που είχα συντάξει με τα ίδια μου τα χέρια. Την υπέγραψα. Τέλος όμως πρόσθεσε πως η ημερομηνία δράσεως δεν είχε καθαρισθεί μια που είχαμε συλληφθεί την ώρα της συζητήσεως.
Τότε οι ανακριτές με σταμάτησαν ζητώντας συνεχώς και περισσότερο, να διαγράψω αυτή την διευκρίνιση. Μόνο αργότερα κατάλαβα γιατί επέμεναν τόσο Η τελευταία αυτή διευκρίνηση κατέστρεψε από νομικής πλευράς ολόκληρο το οικοδόμημα του κατηγορητηρίου και αποτελούσε την γραμμή της υπερασπίσεως μας .
Μια συνωμοσία έχει ανάγκη από τέσσερα στοιχεία.
1- Μια οργάνωση πού αποβλέπει σ’ αυτόν τον σκοπό.
2- Την επισήμανση των θυμάτων.
3- Την συλλογή των όπλων.
4- Καθορισμός του χρόνου δράσεως.
Εμείς όμως δεν είχαμε καθορίσει την στιγμή· ήμασταν ακόμη στην φάση του σχεδιασμού. Το σημείο αυτό έχε κεφαλαιώδη σημασία γιατί μέχρι την στιγμή της δράσεως θα μπορούσαμε να αρρωστήσουμε, ή να έχουν πεθάνει τα άτομα πού είχαμε επισημάνει, ή να έπεφτε ή κυβέρνηση κ.λ.π. Ολόκληρη η γραμμή της υπερασπίσεώς μας βασιζόταν στο σημείο αυτό. Μετά την κατάθεσή μου οι αστυνομικοί με οδήγησαν σ’ ένα υπόγειο και με κλείδωσαν μέσα. Κατάλαβα πως οι σύντροφοί μου βρισκόντουσαν στα διπλανά κελιά. Χτύπησα τον τοίχο με την γροθιά μου και ρώτησα ποιος ήταν. Άκουσα να απαντούν: «ο Μότα». Ξάπλωσα στο σανίδι με πρόθεση να κοιμηθώ μια που ήμουν εξουθενωμένος από την κούραση, αλλά επειδή δεν είχα παλτό κρύωνα και άρχισα να τρέμω Έπειτα άρχισαν να «με τρώνε» οι ψείρες. Κυκλοφορούσαν κατά δεκάδες. Γύρισα το σανίδι ανάποδα αλλά αυτές ξανανέβηκαν. Αυτή η προσπάθεια να αναποδογυρίζω την σανίδα συνεχίστηκε μέχρι το πρωί. Άκουσα θόρυβο στην πόρτα• ήλθαν, μας έβγαλαν όλους έξω και έπειτα ο καθένας ξεχωριστά επιβιβαστήκατε σε αυτοκίνητα συνοδευόμενοι από τέσσερις χωροφύλακες. Τα αυτοκίνητα ξεκίνησαν το ένα πίσω από το άλλο. «Όλοι μας βασανιζόμασταν από το ίδιο ερώτημα: Πού πηγαίνουμε; Διασχίσαμε αρκετούς άγνωστους δρόμους με τούς ανθρώπους πίσω μας να χαζεύουν. Βγαίνοντας από την Πρωτεύουσα τα αυτοκίνητα σταμάτησαν μπροστά από μια μεγάλη πόρτα πού πάνω της υπήρχε η επιγραφή «Φυλακές Βουκουρεστίου». Μας κατέβασαν και με την απειλή της ξιφολόγχης μας τοποθέτησαν σε μια απόσταση δέκα μέτρων τον ένα από τον άλλο . ’Από μέσα ακουγόταν θόρυβος από κλειδαριές και αλυσίδες. Τα μεγάλα πορτόφυλλα άνοιξαν. Μας οδήγησαν πάνω στην διεύθυνση και εκεί μας κοινοποίησαν τα εντάλματα της συλλήψεως. Τότε συνειδητοποιήσαμε πώς είχαμε συλληφθεί με την κατηγορία της « συνωμοσίας ενάντια στην ασφάλεια του Κράτους». Προβλεπόμενη ποινή: Καταναγκαστικά έργα. Οδηγηθήκαμε σε μια άλλη αυλή στην οποία δέσποζε μια ψηλή εκκλησία που βρισκόταν στο κέντρο. Γύρω υπήρχαν τοίχοι και δίπλα σ’ αυτούς κελιά και δωμάτια. Μου δώσανε ένα κελί στο βάθος, που είχε διαστάσεις 1Χ2 και με κλείδωσαν. Μέσα υπήρχε μόνο ένα ξυλοκρέβατο δίπλα στην πόρτα. Στον τοίχο ένα καγκελόφραχτο παράθυρο. Αναρωτιόμουν που να είχαν τους άλλους. Έπειτα ξάπλωσα στο σανίδι και αποκοιμήθηκα. Δύο ώρες αργότερα ξύπνησα τρέμοντας: Έκανε κρύο και στο κελί δεν έμπαινε ούτε μια ακτίνα ήλιου. Κοίταξα γύρω μου ζαλισμένος, δεν μπορούσα να πιστέψω πως βρισκόμουν εκεί μέσα. Είπα στον εαυτό μου: «Ποιος θα το φανταζόταν πως θα έφτανες στην κατάσταση αυτή.»
Ένα κύμα λύπης έσφιξε την καρδιά μου. Δεν κράτησε πολύ. Παρηγορήθηκα με την σκέψη ότι «Υποφέρουμε για το γένος». «Έπειτα για να ζεσταθώ άρχισα να κάνω ασκήσεις γυμναστικής. Γύρω στις 11 άκουσα βήματα. Η πόρτα άνοιξε και φάνηκε ένας φύλακας.’ Ήταν βλοσυρός και είχε γένια. Κοιτώντας με μια κακία μου έδωσε μαύρο ψωμί και μια γαβάθα σούπα.
Τον ρώτησα:
«- Κύριε φύλακα, μήπως μπορείτε να μου δώσετε ένα τσιγάρο;»
-Δεν έχω.
Έφυγε κλειδώνοντας, πίσω του την πόρτα. Έσπασα το μαύρο ψωμί και ρούφηξα μερικές κουταλιές σούπας. Ακούμπησα μετά την γαβάθα στο πάτωμα και προσπά­θησα να συγκεντρωθώ. Δεν μπορούσα ακόμα να καταλάβω πως μας είχε συλλάβει η αστυνομία. Μήπως από λάθος κανείς μας είχε προδοθεί. Μήπως κάποιος μας είχε προδώσει; Άκουσα πάλι βήματα. Κοίταξα από το παράθυρο. «Ένας παπάς και αρκετοί κύριοι πλησίασαν στην πόρτα μου και άρχισαν:
-Λοιπόν κύριοι, πώς είναι δυνατόν εσείς, παιδιά μορφωμένα, να κάνατε κάτι τέτοιο;
-Προκειμένου να μην χαθεί ό Ρουμάνικος λαός πού αυτή την στιγμή πολιορκείται από τους ‘Εβραίους και υποκύπτει από την προδοσία, την διάβρωση και τα καμώματα των αρχηγών του είναι πιθανό κι αυτό που κάναμε.
-Όμως είχατε τόσους νόμιμους δρόμους!... »
-Προσπαθήσαμε να χρησιμοποιήσουμε τους νομίμους δρόμους πριν να φτάσουμε εδώ. Αν είχε μείνει ανοικτός έστω και ένας τώρα δεν θα βρισκόμασταν μέσα σ’ αυτά τα κελιά. »
«-Και τώρα νοιώθετε καλά; Θα πρέπει να υποφέρετε για την πράξη σας. »
«-Ίσως απ’ αυτά τα βάσανα να γεννηθεί κάτι καλύτερο για το γένος μας.»
Έφυγαν. Γύρω στις 4 ήλθε ένας φύλακας και μου έφερε μια σκουληκοφαγωμένη κουβέρτα και ένα σακί παραγεμι­σμένο με άχυρα για στρώμα.
Τα τακτοποίησα όσο μπορούσα καλύτερα. Έφαγα λίγο ψωμί και ξάπλωσα. Μου ήλθε στο μυαλό ή συζήτηση με τον παπάείπα από μέσα μου: «Από τις διασκεδάσεις και την ανεμελιά των παιδιών του, το γένος ποτέ δεν κέρδισε τίποτα ενώ από τα βάσανά του πάντα δημιουργήθηκε κάτι καλύτερο. Είχα κατορθώσει να βρω ένα νόημα για τα πάθη μας πού ταυτόχρονα αποτελούσε ένα ηθικό υποστήριγμα για τις ώρες της θλίψης. Τότε σηκώθηκα, γονάτισα και προσευχήθηκα. -Κύριε! Παίρνουμε πάνω στους ώμους μας τις αμαρτίες αυτού του γένους. Δέξου τα σημερινά μας πάθη! Κάνε απ’ αυτά τα πάθη να ξεπηδήσει μια καλύτερη μέρα για το γένος μας. Θυμήθηκα έπειτα την μητέρα μου και τούς δικούς μου στο σπίτιπιθανότατα είχαν πληροφορηθεί για την τύχη μου και θα ανησυχούσαν. Προσευχήθηκα γι’ αυτούς και ξάπλωσα. Παρ’ όλο πού είχα ξαπλώσει ντυμένος και είχα τυλιχτεί με την κουβέρτα, κρύωνα και κοιμόμουν άσχημα πάνω σ’ εκείνο το αχυρένιο στρώμα. Ξύπνησα στις 8 την ώρα που ο φύλακας άνοιγε την πόρτα ρωτώντας με αν ήθελα να βγω για μερικά λεπτά. Βγήκα και για να ζεσταθώ άρχισα να κάνω ασκήσεις γυμναστικής. Η δική μου γραμμή των κελιών βρισκόταν ψηλότερα από τις άλλες και απ’ εκεί μπορούσα να δω ολόκληρη την αυλή. Κάποια στιγμή ξεχώρισα κάποιο με την εθνική ενδυμασία να γυροφέρνει ανάμεσα στους κλέφτες Ήταν ο πατέρας μου. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Τί ζητούσε εδώ; Μήπως τον είχαν συλλάβει; Του έκανα μερικά νοήματα και με είδε.
Ο φύλακας με σταμάτησε:
-Κύριε δεν επιτρέπονται τα νοήματα εδώ μέσα. Τον κοίταξα και του είπα:
-Σύντροφε, άφησε με, με τον Θεό και με τις δοκιμασίες του και μην μου προσθέτεις περισσότερες. Μπήκα πάλι στο κελί.»

Η Πολιτεία κρατά τα προσχήματα. Ακολουθώντας τους δρόμους της νομιμότητας τον λόγο έχει τώρα ο εισαγγελέας που θα αποφασίσει για την προφυλάκιση ή όχι των υπόπτων. Ανάμεσα όμως στις φυλακές και στο γραφείο του εισαγγελέα το επίσημο κράτος οργανώνει μια φιέστα με σκοπό να τους ταπεινώσει ακόμα περισσότερο, τους υποχρεώνει να πάνε πεζή , σιδηροδέσμιοι σαν κοινοί κακοποιοί, κυκλωμένοι από ένοπλους στρατιώτες . Λίγες οι φωνές της συμπαράστασης, πολλές οι βρισιές και οι ειρωνείες των ευυπόληπτων πολιτών ανεξαρτήτου θρησκεύματος.
Όπως είναι αναμενόμενο ο κ. Εισαγγελέας αποφασίζει την προφυλάκιση όλων........................

 Υστέρα από δύο εβδομάδες τα πράγματα στη φυλακή καλυτερεύουν. Περισσότερο από κελιά οι χώροι στους οποίους οδηγούνται είναι θάλαμοι ευρύχωροι , στους οποίους μπορεί να μείνουν περισσότερο από ένα άτομα , Ο χώρος θερμαίνεται με τρεις σόμπες με τα καυσόξυλα και υπάρχει η ελευθερία παρασκευής φαγητού για όποιον το επιθυμεί. Συγκάτοικοι του Κοντρεάνου ο Ντράγκος και ο Ντανουλέσκου. Αυτοί οι δύο σύντροφοι δεν βαρύνονταν για την συνωμοσία αλλά μόνο με την κατηγορία της υπόθαλψης. Όταν υπάρχει καλή παρέα με κοινά ενδιαφέροντα ο καιρός περνά υποφερτά ακόμα και μέσα στη φυλακή.
Ο πατέρας μου είχε αποσπάσει την άδεια από την Διεύθυνση ώστε να μπορούμε κάθε πρωί στις 7 να πηγαίνουμε για να προσευχηθούμε στην εκκλησία που βρισκόταν στην αυλή των φυλακών. Εκεί όλοι γονατίζαμε μπροστά στο τέμπλο και ψάλαμε «το πάτερ ημών» και ο Τουντός Ποπέσκου έψελνε το «Υπεραγία Θεοτόκε.»
Εκεί βρίσκαμε παρηγοριά για την θλιβερή ζωή μας μέσα στην φυλακή και ελπίδα για το αύριο. Στη συνέχεια καθ’ ένας από μας ένα πρόγραμμα εργασίας. Ο Μότα είχε την ευθύνη της δίκης , ο Danulescu διάβαζε για τις εξετάσεις της ιατρικής . Εγώ επεξεργαζόμουν ένα σχέδιο πάνω στην οργάνωση της νεολαίας , εν όψει του εθνικού αγώνα: την οργάνωση των φοιτητικών κέντρων των νέων από τα χωριά και των μαθητών του Λυκείου ........................
Όλες αυτές τις προσπάθειες έπρεπε να αναπτυχθούν στο εσωτερικό του Συνδέσμου. «Ο σύνδεσμος ήταν η οργάνωσή μας και ο πολιτικός σχηματισμός , μια οργάνωση εκπαίδευσης και αγώνα» .θα πει αργότερα ο Κοντρεάνου. Το όνομα της Οργάνωσης αποφασίζεται στις 8 Νοεμβρίου ημέρα που οι Ορθόδοξοι χριστιανοί γιορτάζουν τους Αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ. Ο Κοντρεάνου προτείνει να δοθεί το όνομα «Αρχάγγελος Μιχαήλ» .Εξέχουσα θέση μέσα στην οργάνωση θα έχει η Αδελφότητα του Σταυρού (Fratiile de Cruce) . Ο ίδιος ο Κοντρεάνου δίνει το στίγμα του επίλεκτου αυτού σχηματισμού. « Fratia de Cruce este un corp de elita al tinerimii având ca scop suprem de a crea buni ostasi României de mâine »,Αδελφότητα του Σταυρού είναι ένα εκλεκτό σώμα των Νέων με στόχο να δημιουργήσουν το απόλυτο καλό στρατιώτες της Ρουμανίας του αύριο "

Δύο μήνες περίπου μετά την σύλληψη τους έρχονται οι πρώτες αποφυλακίσεις. Η αρχή γίνεται με τους Ιοn Κοντρεάνου και ο Danulescu. Λίγες ημέρες μετά ακολουθούν οι Dragos, Bandac, Breazu και Vernicescu . Στις φυλακές παραμένουν ο Κορνήλιος Κοντρεάνου και άλλοι πέντε σύντροφοι που πρέπει να δικαστούν με την κατηγορία της “συνωμοσίας ενάντια στην ασφάλεια του Κράτους.»
Η δίκη που ακολουθεί έχει ένα επίλογο καταπληκτικό. Ο Codreanu, παρουσιάζεται μπροστά στους δικαστές του ντυμένος με την παραδοσιακή ενδυμασία. Αντιμετωπίζει με θάρρος τις κατηγορίες αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου την ευθύνη του εγχειρήματος και αποδεικνύει την αναγκαιότητα της πράξης του. Από την άλλη πλευρά η Κυβέρνηση αντιλαμβάνεται ότι οι ταραχές στον φοιτητικό χώρο μπορούν να προκαλέσουν άλλες ανεξέλεγκτες καταστάσεις και βιάζονται να προλάβουν.
Βασικός στόχος η διάλυση του φοιτητικού κινήματος. Η καρδιά του κινήματος χτυπά στο Ιάσιο και το Ιάσιο χρειάζεται έναν αστυνομικό Διευθυντή ικανό να επιβάλλει την τάξη. Ο Υπουργός των Εσωτερικών τον βρίσκει στο πρόσωπο του Manciu. Από την πρώτη ημέρα του διορισμού του στο Ιάσιο ο Manciu δείχνει σε όλους τις πραγματικές του διαθέσεις. Με εντολή του στις 10 Δεκεμβρίου η αστυνομία εισβάλλει στο Πανεπιστήμιο. Η επίσημη δικαιολογία ότι θέλει να προλάβει ταραχές' στην πραγματικότητα ο Manciu θέλει να δείξει την παντοδυναμία του. Στις 11 Δεκεμβρίου ο Manciu προκαλεί και πάλι. Δίχως να νοιάζεται για τους έκπληκτους περαστικούς της πολυσύχναστης οδού Κάρολ επιτίθεται απροκάλυπτα εναντίον μιας φοιτήτριας ,της Silvia Teodorescu. Επειδή η κοπέλα τολμά να χαρακτηρίσει τις πράξεις του βαρβαρισμούς βρίσκεται κατηγορούμενη για εξύβριση οργάνου της τάξης. Στις 14 Δεκεμβρίου ο Μάντσου με συνοδεία αυτή τη φορά παραμονεύουν έξω από το ξενοδοχείο Bejan. Στόχος τους ο φοιτητής Lefter από το Γαλάτσι . Τον κυκλώνουν τον χτυπούν αλύπητα. Αιμόφυρτο και αναίσθητο τον εγκαταλείπουν στην τύχη του. Είναι σίγουρο ότι όλα γίνονται βάσει σχεδίου. Θέλουν να έχουν μια αντίδραση που θα τους επιτρέψει ένα βολικό άλλοθι για μια ευρείς έκτασης εκκαθαριστική επιχείρηση. Στις 15 Δεκεμβρίου οι φυλακισμένοι εδώ και 60 ημέρες σύντροφοι Μotza, Girneatza ,Tudose Popescu και Rado Mironovici ξεκινούν απεργία πείνας και δίψας. Αποτελεσματικό όπλο πίεσης . Μπροστά στον κίνδυνο να αναδειχθούν σε μάρτυρες και σύμβολα του φοιτητικού αγώνα η κυβέρνηση επιχειρεί να κάποιες διαπραγματεύσεις. Για τον Κοντρεάνου τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Αν οι σύντροφοι πεθάνουν στην φυλακή τον λόγο θα τον έχουν τα περίστροφα. Μια έκκληση στους δρόμους του Ιασίου προειδοποιεί:
"Ο Θεός προίκισε τους νέους αυτούς ,τον ανθό και το μέλλον της χώρας ανάμεσα στα άλλα και με ατσαλένια θέληση. Για τον λόγο αυτό η απόφασή τους να πεθάνουν από ασιτία και δίψα για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στις αδικίες που επιτελούνται σε βάρος τους και ενάντια στη υποδούλωση του γένους στους Εβραίους -με την μεσολάβηση ορισμένων πολιτικάντηδων- δεν είναι αστείο αλλά σοβαρή απόφαση Ελευθερία ή θάνατος! Αδέλφια Ρουμάνοι Θα περιμένουμε με χέρια σταυρωμένα να δούμε σε δύο τρεις ημέρες να περνούν μπροστά μας τέσσερα φέρετρα με τα λείψανα των ηρώων αυτών;"
Με πρόσχημα τις άγιες ημέρες των Χριστουγέννων οι φοιτητές αποφυλακίζονται.

Υποσημειώσεις:
[1] Συμπεριλαμβάνεται ο Gheorghe Gh. Mârzescu, που κάλυψε διάφορες σημαντικές θέσεις στο Εκτελεστικό του Brătianu και ο οποίος ήταν προσωπικά υπεύθυνος για το πρόγραμμα χειραφέτησης των Εβραίων..


(επιστροφή)

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2013

ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΟΠΟΙΙΑ 1940-41

Από την Αλβανία κατέβαινε ο νικητής στρατός. Κρουνέλιαζε από τους δρόμους και τα μονοπάτια προς τα σύνορα, προς την Ελλάδα, δίχως ακόμα οι Ιταλοί να έχουν καταλάβει πως αποσύρθηκε, απαγκιστρώθηκε, ανίκανοι να το πιστέψουν. Ήταν δεκατέσσερις μεραρχίες, μια ταξιαρχία πεζικού, μια μεραρχία ιππικού. Η εξάμηνη εκστρατεία, ο χειμώνας, η πείνα, το θανατικό, τις είχαν εξαντλήσει, τις δεκάτισαν. Το πεζικό ήταν μειωμένο στα 80%, τα πυροβόλα είχαν απομείνει τα μισά, λιγοστά καθώς ήταν δεν τα συνάλλαζαν, λοιπόν τον τελευταίο καιρό άναβαν κι έσκαζαν από την αδιάκοπη χρήση, σκοτώνοντας τους πυροβολητές που τα υπηρετούσαν. Πυρομαχικά είχαν απομείνει ελάχιστα. Ένας στρατός από φαντάσματα κατέβαινε από την Αλβανία. Όμως, κρατούσε ακμαίο ακόμα το ηθικό του, μονάχα που τα χείλη του είχανε μια ζάρα πικρή.
Τις τελευταίες ακόμα ημέρες, και μετά τη γερμανική εισβολή, είχανε δώσει μάχες νικηφόρες. Στο μυθικό 731, εκεί όπου είχε γονατίσει και ψυχοπαράδωσε η εαρινή επίθεση, οι Ιταλοί είχανε κάνει στις 14 Απριλίου δύο ισχυρότατες επιθέσεις κι αποκρούστηκαν. Σ' άλλα σημεία του μετώπου έκαναν κρούσεις μάταια. Ο ελληνικός στρατός θα έφευγε όποτε αυτός το έκρινε, όχι διωγμένος.
Η εγκατάλειψη, ωστόσο, τώρα των τόπων που είχε ποτίσει με αίμα, ήταν σκληρή. Κάθε όνομα χωριού, κάθε υψόμετρο, κάθε διάσελο, κάθε τοποθεσία, κάθε λιθάρι, είχε αποκτήσει ψυχή, έγινε μύθος. Εδώ δόθηκε η τάδε μάχη, σ' εκείνην εκεί την πλαγιά έπεσαν τόσοι δικοί μας, σε τούτο το φαράγγι παρέδωσε την τελευταία πνοή του ο σύντροφος, ο αδερφός, ο φίλος, ο συντοπίτης. Όλα αυτά είχανε ρίξει ρίζες μέσα στα σπλάχνα, έγιναν ζωντανά, μιλούσαν. Ξαφνικά, ο κόσμος γύρω είχε γεμίσει φωνές, στοίχειωσε. Βαρύς κι αμίλητος πορευόταν κατεβαίνοντας προς τα σύνορα ο νικητής στρατός της Αλβανίας.
Εκεί, στην οροθετική γραμμή σαν έφτασαν, έγιναν πράγματα απίστευτα. Άντρες άξεστοι, που ίσαμε χτες δεν είχανε γνοιαστεί για τίποτα, σωριάζονταν χάμου, έβαζαν τις χούφτες τους στο χώμα, έσκυβαν κι ανασπάζονταν τη γη. Άλλοι όρθιοι, αμίλητοι, κοίταζαν κατά πίσω, με μάτι ποθεινό, τα κορφοβούνια που είχαν παρατήσει, εκεί που τους πήγε φτερουγίζοντας τ' όνειρο μιας αυγής. Τον είχανε πλάσει με τον νου τους αλλιώς τούτο τον γυρισμό: σε φάλαγγες πυκνές, με το βήμα, λόγχες ν' αστράφτουν, σάλπιγγες να κελαηδάνε, άλογα να χλιμιντρίζουν, καμπάνες να σημαίνουν, μαντίλια να τους καλωσορίζουν. Και να φυσάει παντού ο άνεμος της νίκης, ο ήλιος να λάμπει μέσα σε καταγάλανο, ειρηνικό ουρανό. Αυτό θα ήταν Δικαιοσύνη. Αυτό θα ήταν νίκη του Θεού. Αυτό θ' αντιπλήρωνε για την αδικία, θα γιάτρευε όλες τις πληγές. Και οι νεκροί θ' αναστέναζαν τότε ξαλαφρωμένοι κάτω από το χώμα τους κι όσοι μαυροφορέθηκαν στην πατρίδα, όσοι απόμειναν με αδειανή αγκαλιά, όσοι δεν θα 'βλεπαν τον πολεμιστή τους να γυρίζει πίσω, θα ήξεραν πως αυτοί που έρχονται αντί για κείνον είναι οι εκδικητές.

Όμως να, κάποιος άλλος νόμος φαίνεται πως όριζε τα πράγματα του κόσμου τούτου. Νόμος παράνομος, κρυφός καθώς η ατιμία. Νόμος που παραφυλάει τον άνθρωπο, τον αναγελάει και τον μαχαιρώνει στην πλάτη. Νόμος που δεν ξέρει παρά το δικαίωμα του θηρίου. Τι τ' όφελος τα παχιά λόγια! Να τη η αλήθεια αδιάντροπη, ξεστήθωτη, του δρόμου.
Mέσα στις λαβωμένες αυτές ψυχές, που ξαγρυπνούσαν πίσω από τραχιά αξύριστα πρόσωπα, μέσα στα γουβιασμένα μάτια, κάτι κλονιζόταν, κάτι βαθύ. Εκεί στα σύνορα της πατρίδας, που είχε αντιπαλέψει μάταια και που τώρα κυλιότανε χάμου κατασπαραγμένη, σφαχτάρι, ο κόσμος μονομιάς είχε αδειάσει από νόημα. Έγινε ξένος, εχθρικός, ένα πελώριο αίσχος. Όλα πια έχαναν κάθε αξία, γίνονταν αδιάφορα και περιττά.

* * *
Από τις δυνάμεις του Βόρειου Μετώπου, η XIII Μεραρχία είχε ειδική αποστολή: Να καλύψει τη σύμπτυξη. Ύστερα από τη μάχη της Κλεισούρας, κινδύνευε η μοναδική αρτηρία προς τα Γρεβενά, που θ' ακολουθούσαν οι δυνάμεις του ΤΣΔΜ. Η XIII Μεραρχία θα έπιανε θέσεις στην περιοχή της Καστοριάς και θα καθυστερούσε όσο γινόταν τον εχθρό. Προχωρημένα της τμήματα βρέθηκαν εκεί από τις 14 τα χαράματα. Η Μεραρχία Ιππικού, εξάλλου, θα προωθούσε τμήματα της στη βόρεια όχθη της λίμνης, για να ενισχύσει τον αγώνα της XIII Μεραρχίας. Μόνο που μετά την κατάρρευση της Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας, οι Γερμανοί είχανε πάρει τα στενά της Σιάτιστας, προχωρούσαν τώρα ανενόχλητοι προς τη Νεάπολη, τα Γρεβενά, και η προσπάθεια της XIII Μεραρχίας να καλύψει τη σύμπτυξη σε σημείο βορειότερο, στο Αργός το Ορεστικό, γινόταν άσκοπη. Αυτό δεν το ήξερε η XIII Μεραρχία.
Μεγάλη Τρίτη 15 Απριλίου, στις πεντέμισι το πρωί, η αμυντική διάταξη της XIII Μεραρχίας στη μεσημβρινή όχθη της λίμνης της Καστοριάς είναι έτοιμη' περιμένει τους Γερμανούς που έρχονται από ανατολικά, από την Κλεισούρα. Τα ελληνικά αυτά τμήματα, που θ' αντιμετώπιζαν τη Θωρακισμένη Μεραρχία των SS «Αδόλφος Χίτλερ», ήτανε συνολικά τρία τάγματα πεζικού, μια ομάδα αναγνωρίσεως, ένα λόχος βαρέων πολυβόλων κι εφτά πυροβολαρχίες, ελαφριές και βαριές. Στη βόρεια όχθη είχαν ταχθεί μια μοίρα βαρύ πυροβολικό, ένα πεδινό πυροβόλο με αντιαρματική αποστολή, μια ίλη όλμων κι ένα αντιαεροπορικό πυροβόλο. Τη διάβαση της Αγίας Φωτεινής, στην ακρολιμνιά, την κατείχε η 21η Ομάς Αναγνωρίσεως, μια ίλη του 1ου κι ένας αντιαρματικός ουλαμός των 47. Η μάχη που θα δινόταν με σκοπό να επιβραδύνει τη γερμανική προέλαση ώσπου να περάσει ο όγκος της XIII Μεραρχίας πίσω, στον δρόμο προς τα Γρεβενά, θα ήταν η μοναδική «εκ συναντήσεως» και «επί ανοικτού πεδίου» μάχη του Ελληνογερμανικού Πολέμου. Ας σημειωθεί ότι, στην ιστορική ακριβώς τούτη στιγμή, η ελληνική αυτή μεραρχία άρχιζε αγώνα διμέτωπο: ως τα περασμένα μεσάνυχτα είχε χτυπηθεί με τους Ιταλούς στο Τσαγκόνι και είχε πιάσει είκοσι έξι Βερσαλλιέρους αιχμαλώτους, αφού πρώτα διέλυσε τον λόχο τους.
Η μάχη του Άργους άρχισε πρωί πρωί, μ' ελαφρά γερμανικά μηχανοκίνητα, που προχώρησαν μαζί με καμιά δεκαπενταριά άρματα μάχης και πεζικό. Στις έξι η ώρα, το εχθρικό πυροβολικό άρχισε βολή και η επίθεση εκδηλώθηκε.
Γινόταν στο πεδινό νότιο τμήμα της λίμνης, προς το Δισπηλιό. Το ελληνικό πυροβολικό, και τα πυρά του πεζικού μαζί, πέτυχαν ν' αποκρούσουν τους Γερμανούς, τους τσάκισαν είκοσι πέντε αυτοκίνητα και άρματα, οι απώλειες του εχθρού ήταν σημαντικές. Οι Γερμανοί δοκίμασαν τότε υπερκέραση του ελληνικού δεξιού, που ήταν κοντό, γιατί δεν υπήρχαν αρκετά τμήματα να το επεκτείνουν. Οι δυνάμεις της XIII Μεραρχίας, που έφταναν λίγο λίγο πίσω, στη γέφυρα Μανιάκι, πάνω στον Αλιάκμονα, ήταν εξαντλημένες από την αδιάκοπη πορεία είχανε καλύψει με τα πόδια την απόσταση Πόγραδετς-Καστοριά, πως να μπούνε τώρα σε μάχη; Ο μέραρχος τους μίλησε, τους έβαλε να καθίσουν και να ξαποστάσουν σ' ένα απόσκιο της ακροποταμιάς.
Στις έντεκα η ώρα, οι Γερμανοί κάνουν νέα προσπάθεια να διασπάσουν την τοποθεσία στ' Αμπελάκια. Την υποστήριζαν με δέκα περίπου βαριές πυροβολαρχίες. Έφερναν πεζικό τους με τ' αυτοκίνητα από την Κλεισούρα, το αποβίβαζαν νοτιοανατολικά της λίμνης, στην Κρεπένη, και το έριχναν στη μάχη. Ανοίγονταν μεσημβρινά, προς τη Μηλίτσα, για να υπερκεράσουν το ελληνικό δεξί, αλλά η αντίδραση των αμυνομένων ήταν ζωηρότατη' τ' άρματα πισωγύριζαν να ζητήσουν κάλυψη, το πεζικό καθηλωνόταν, οι πυροβολαρχίες του εχθρού, χτυπημένες από τις ελληνικές, αναγκάζονταν να σωπαίνουν, ν' αλλάζουν αδιάκοπα θέσεις.
Παράλληλα με την επίθεση αυτή, στη μεσημβρινή όχθη, είχε καθηλωθεί από το πρωί δευτερεύουσα προσπάθεια των Γερμανών στη διάβαση της Αγίας Φωτεινής. Από το μεσημέρι ως τις τέσσερις η ώρα θα κάνουν αλλεπάλληλες εξορμήσεις με άρματα και πεζικό, που θ' αποκρουστούν όλες. Κάτω όμως, στη μεσημβρινή όχθη, στη ζώνη της XIII Μεραρχίας, έρχονταν όλο και νέα αυτοκίνητα, αποβίβαζαν πεζικό. Η πίεση δυνάμωνε στα τρία σημεία της γραμμής, στο Δισπηλιό, στους Αμπελόκηπους και στη Μηλίτσα. Από τη Μηλίτσα οι Γερμανοί δοκίμαζαν να προχωρήσουν δυτικά, να κόψουν τον δρόμο, για να παγιδευτεί έτσι όλη η ελληνική δύναμη. Η αντίδραση των αμυνομένων ήταν ζωηρή' η μία μετά την άλλη τρεις ελληνικές ορειβατικές και μια πεδινή πυροβολαρχίες έρχονταν, παίρνανε θέσεις βιαστικά κι άνοιγαν φωτιά αμέσως. Η κατάσταση όμως, όσο η μέρα προχωρούσε, γινόταν όλο και πιο κρίσιμη.
Στη μιάμιση το μεσημέρι έγινε τρίτη εχθρική επίθεση. Άφθονα άρματα και πυροβολικό την υποστήριζαν. Κατόρθωσαν τώρα οι Γερμανοί ν' απωθήσουν την ίλη του ιππικού που υπεράσπιζε τους Αμπελόκηπους, να πάρουν το χωριό. Ο ίλαρχος Χατζηλιάδης προσπάθησε να συγκρατήσει το τμήμα του, το κατόρθωσε, αλλά χτυπήθηκε κι έπεσε νεκρός.
Αρχιζε τώρα η αγωνία. Το δεξί της μεραρχίας κινδύνευε, δυνάμεις να το καλύψουν δεν υπήρχαν. Συγκροτήθηκε βιαστικά ένα απόσπασμα παράταιρο από ημιονηγούς, αδέσποτους τυφεκιοφόρους, μια διμοιρία του Μηχανικού που έτυχε να περνάει από εκεί, δύο λόχους μηχανημάτων το αυτοσχέδιο τμήμα στάλθηκε να πιάσει θέσεις στα χωματοβούνια, μπροστά στο Αργός τ' Ορεστικό, να εμποδίσει από εκεί την υπερκέραση. Αλλά το γερμανικό πυροβολικό, άφθονο, φοβερό, έριχνε προς όλες τις κατευθύνσεις. Σ' ένα ύψωμα πίσω από το Δισπηλιό είχε ταχθεί από το μεσημέρι μια ελληνική μοίρα του ορειβατικού, σχεδόν ακάλυπτη. Χτυπήθηκε από τις εχθρικές οβίδες, εξουδετερώθηκε, ο ταγματάρχης διοικητής της Παπαρόδου έπεσε πάνω στα κανόνια του νεκρός. Τώρα, ανάμεσα στο Αργός τ' Ορεστικό και τους Αμπελόκηπους δεν υπήρχε πια ούτε ένα ελληνικό τμήμα να εμποδίσει τα άρματα μάχης, που όπου νάναι θα πρόβαιναν, να φυλάξει τον δρόμο προς τα Γρεβενά. Η καμπή του κοντά στη Μηλίτσα βρισκόταν κιόλας κάτω από τα πυρά του εχθρικού πυροβολικού. Ο μέραρχος, στρατηγός Μουτούσης, διέτρεχε το πεδίο της μάχης πάνω σε μια μοτοσικλέτα, εμψύχωνε, αγωνιζόταν να συγκρατήσει ό,τι μπορούσε. Στις τέσσερις τ' απόγεμα, συναντάει ένα τάγμα. Ήτανε ξεθεωμένο από την κούραση. Του μίλησε, εξήγησε την κατάσταση, μπήκε ο ίδιος μπροστά κι ανέβηκαν με τα πολυβόλα στα χέρια να πάρουν θέσεις στα Σπάιλίκια πριν τους προλάβει ο εχθρός.
Στις πέντε η ώρα, νέα εξόρμηση του εχθρού, αποφασιστική αυτή, με συνδυασμό πεζικού, αρμάτων, πυροβολικού, αεροπορίας. Το γερμανικό πυροβολικό είχε εξαπολύσει τώρα καταιγισμό αδιάκοπο πάνω σ' όλη τη γραμμή, ο εχθρός έβαλε να φωνάζουν σ' ελληνική γλώσσα: «Αφήστε τα όπλα και φύγετε... Πετάξτε τα όπλα σας, ελάτε σ' εμάς... Είμαστε φίλοι σας, μη μας χτυπάτε... Παραδοθείτε...» Κάπου σαράντα Στούκας κατέβαιναν χαμηλά, ίσαμε πενήντα μέτρα ύψος, βομβάρδιζαν τις ελληνικές πυροβολαρχίες, ύστερα τις πολυβολούσαν. Τέσσερα πυροβόλα χάλασαν, πολλά βλητοφόρα ανατινάχτηκαν. Ο διοικητής του βαρέος ανέφερε στο τηλέφωνο, πως είχε κυκλωθεί κι όπου νάναι θα αιχμαλωτιζόταν το ίδιο τηλεφωνούσε σε λίγο ο διοικητής μιας πεδινής πυροβολαρχίας κι αποχαιρετούσε συγκινημένος τη μεραρχία του.

Η κατάσταση ήταν πια απελπιστική. Αποφασίστηκε η ανατίναξη της γέφυρας Μανιάκι. Σε λίγο. τα πρώτα άρματα του εχθρού φάνηκαν να έρχονται κατά το Αργός. Βάλλουν γοργά οι ελληνικές πυροβολαρχίες τα τελευταία βλήματα που τους απομένουν, όμως οι Γερμανοί προχωρούν, στις εφτά η ώρα κυκλώνουν το Αργός, το παίρνουν. Οι κάτοικοι είχανε παρακαλέσει τη διοίκηση της XIII Μεραρχίας να μη γίνουν οδομαχίες και καταστραφεί η πολιτεία τους. Τα ελληνικά τμήματα που είχαν διασωθεί, υποχωρούσαν τώρα βοηθημένα από τη νύχτα που έπεφτε, την ψιλή βροχή που είχε αρχίσει, περνούσαν τον Αλιάκμονα. Οι Γερμανοί δεν τα είχανε καταδιώξει. Περιορίστηκαν να εξαπολύσουν την αεροπορία τους πυκνή πάνω από το Άργος, να την βάλουν να ουρλιάζει με τις σειρήνες της. Αευκές φωτοβολίδες σήμαναν πως η Καστοριά είχε παρθεί.

Στη βόρεια πλευρά της λίμνης, οι Γερμανοί κατόρθωσαν το βράδυ να γίνουν κύριοι του ορεινού όγκου που δεσπόζει τη διάβαση της Αγίας Φωτεινής. Κάμποσοι άντρες από τα εκεί τμήματα της Μεραρχίας Ιππικού κατόρθωσαν να ξεφύγουν προτού παγιδευτούν από τον εχθρό, που ερχόταν γύρω γύρω στη λίμνη, από την Καστοριά, στα νώτα τους, οι άλλοι όμως αιχμαλωτίστηκαν. Όσοι είχανε ξεφύγει, σκόρπισαν στα βουνά, ψάχνοντας να βρούνε τη μεραρχία τους.

Ένα μήνα αργότερα, στην κατεχόμενη Αθήνα, στο γερμανικό Φρουραρχείο, θα γραφόταν ο επίλογος της μάχης του Αργούς του Ορεστικού με τρόπο αναπάντεχο: Ο διοικητής της Θωρακισμένης Μεραρχίας των SS, στρατηγός Ντήτριχ, είχε ζητήσει να ιδεί έναν
Έλληνα αξιωματικό που να έχει λάβει μέρος στη σύγκρουση εκείνη. Ειδοποιήθηκε ο συνταγματάρχης Λιώσης. Είχε διατελέσει τότε διοικητής της γραμμής μάχης. Ο στρατηγός Ντήτριχ τού ζήτησε να περιγράψει τη διάταξη των ελληνικών δυνάμεων στο Αργός τ' Ορεστικό κι άνοιξε μπροστά του ένα χάρτη. Ο συνταγματάρχης έδειξε τις θέσεις του ελληνικού πεζικού, του ιππικού, του πυροβολικού, όμως ο Γερμανός στρατηγός ξαφνικά αγρίεψε. Αποπήρε τον Έλληνα αξιωματικό πως του λέει ψέματα, άρχισε να βρίζει. Ήταν αδύνατο, έλεγε, μόνο τρία τάγματα να είχανε πολεμήσει στο Άργος. Ήτανε τρεις Μεραρχίες, η XIII. η IX και η Χ. Είχε, έλεγε, αποδείξεις.
Η συνομιλία, σε τόνο οξύτατο, βάστηξε κάπου δύο ώρες, ώσπου τέλος, μπροστά στις λεπτομέρειες που αράδιασε ο συνταγματάρχης Λιώσης, ο στρατηγός Ντήτριχ αναγκάστηκε να παραδεχτεί την αλήθεια. Ρώτησε ποιος ήταν ο διοικητής της μεραρχίας και πού βρίσκονταν οι διαδοχικοί σταθμοί του κατά τη μάχη. Όταν το έμαθε κι αυτό, σηκώθηκε, συνεχάρη τον Έλληνα αξιωματικό για την παλικαριά των ελληνικών τμημάτων που είχαν πολεμήσει στο Άργος και ζήτησε να διαβιβάσουν τα συγχαρητήρια του στον άλλοτε μέραρχο.
Αυτή ήταν η τελευταία μεγάλη σύγκρουση του διπλού πολέμου 1940-1941. Τα ελληνικά όπλα θα έπαυαν πια να βροντάνε. Ο εχθρός, ασυγκράτητος τώρα κατέβαινε, κλαδωνόταν σ' όλη τη χώρα, την τύλιγε σφιχτά στα πλοκάμια της Κατοχής.
* * *
Με τρόπο αριστοτεχνικό είχε γίνει η απαγκίστρωση στην Αλβανία, όμως αυτό δεν εμπόδιζε από εκεί και κάτω, στον δρόμο για πίσω, να σημειωθεί ο μεγάλος κλονισμός του ηθικού.
Μονομιάς, έτσι κι άφησαν τις προχωρημένες τους θέσεις, εκεί που τους κρατούσε «επί σκοπόν» ένα φοβερό τέντωμα, έσπασαν. Είχανε φτάσει στο μη περαιτέρω της ανθρώπινης αντοχής, ίσαμε χτες τούς συνείχε το φρόνημα της νίκης' τώρα πάει κι αυτό, έσβησε. Σκοτεινά, συλλογίστηκαν πως αφού τούτο το χώμα, το πληρωμένο ακριβά, χανόταν, αφού ο άλλος εχθρός, ο πανίσχυρος, προχωρούσε τώρα στο εσωτερικό της χώρας κι όπου νάναι, αργά ή γρήγορα, θα φαινόταν κι εδώ, δεν είχε κανένα νόημα να περιμένουν. Η ιδέα πως μπορούσαν να πέσουν αιχμάλωτοι στα
χέρια των Ιταλών , προδομένοι, τους αναστάτωνε.
                                                                                                                                 (Επόμενο)