Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΑΡΑΦΗΣ:ΕΠΕΜΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΜΕΝΗ ΡΩΣΣΙΑ



Στις πρώτες συνεδριάσεις των συμμάχων στο Παρίσι για την κατάρτιση και υπογραφή των συνθηκών με τα νικημένα κράτη, αποφασίστηκε η εκστρατεία στη Ρωσσία, για την ανατροπή της μπολσεβίκικης επανάστασης και κανονίστηκε η αποστολή μιας στρατιάς 600.000 ανδρών στην οποία θα περιλαμβάνονταν και ενα ελληνικό Σώμα στρατού. Ορίστηκε σαν τέτοιο το Α' Σώμα στρατού με τις Μεραρχίες του, I, II και XIII. Το Σώμα στρατού υστέρα από την ανάληψη της αρχιστρατηγίας απ' το στρατηγό Παρασκευόπουλο, ανέλαβε ο στρατηγός Νίδερ Κωνστ. Ο προσωπάρχης συνταγματάρχης Οθωναίος Αλ. τοποθετήθηκε επιτελάρχης του Α' Σώματος στρατού και αντικαταστάθηκε από τον συνταγματάρχη πυροβολικού Μανέτα Θ. Ο πόλεμος είχε τελειώσει και αισθανόμουνα πως δεν είχα λάβει μέρος σ΄ αυτόν όσο έπρεπε σαν αξιωματικός, και αποφάσισα να ζητήσω να σταλώ στο 5ο σύνταγμα πεζικού Τρικάλων, της I Μεραρχίας, για να πάρω μέρος στην υπερπόντια εκστρατεία. Δεν σκέφθηκα καθόλου ότι θα πήγαινα σε μια εκστρατεία εναντίον ενός λαού που επανεστάτησε εναντίον  του καθυστερημένου σκληρού τσαρικού καθεστώτος, για να αποκτήσει τις ελευθερίες του, εγώ που είχα επαναστατήσει εναντίον του βασιληά Κωνσταντίνου, απλώς γιατί καταπάτησε το Σύνταγμα. Παρουσιάστηκα στον καινούργιο προσωπάρχη, και ζήτησα να τοποθετηθώ στο 5ο σύνταγμα. 'Εφερε αντιρρήσεις, γιατί ήμουν προσανατολισμένος στη δουλειά αυτή. Εξήγησα οτι ήθελα να πάω στην εκστρατεία αυτή, γιατί δεν έκανα αρκετή υπηρεσία μετώπου και στο τέλος δέχτηκε. Παράδωσα την υπηρεσία μου στο λοχαγό πυροβολικού Μπακιρτζή Ευριπίδη και στις. αρχές Δεκέμβρη έφυγα για την Καβάλα, όπου ήταν το στρατηγείο του Σώματος στρατού. Εκεί, παρά την επιμονή μου να πάω στο 5ο σύνταγμα πεζικού, ο στρατηγός Νίδερ με κράτησε στο επιτελείο του και μου ανέθεσε το ΙV γραφείο. Δεν είχα ιδέα απ' αυτή τη δουλειά, ούτε είχα κάνει άλλη φορά δουλειά επιτελείου. Έπρεπε να κανονίζω τις μεταφορές του στρατού, τόσο για τις άμεσες ανάγκες του, όσο και για την επιβίβαση των τμημάτων που έφευγαν για τη Ρωσσία από το λιμάνι «Ελευθερές». Είχα στη διάθεση μου μια διμοιρία αυτοκινήτων Τylor  3 τόννων, 15 περίπου, μια διμοιρία FIAT , 1 1/2  τόννων, 20 περίπου, μια διμοιρία υγειον. αυτοκινήτων, και μια εφοδιοπομπή από 400—500 κάρρα δίτροχα. Ανάλογα με τον καιρό έρχονταν τρόφιμα και άλλα πράγματα στη Καβάλα με τη θάλασσα και στη Δράμα με το τραίνο. Οι μονάδες που έπρεπε να εφοδιάζονταν ήταν: 1) Μεραρχία Αρχιπελάγους στην περιοχή Δράμας. 2) Μεραρχία IV στην περιοχή Σαρή Σαμπαν 3) I Μεραρχία στην περιοχή Δοξάτου
4) XIII Μεραρχία στην περιοχή    Πράβι.
Οι δυο τελευταίες Μεραρχίες θα έφευγαν για τη Ρωσσία. Οι δρόμοι ήταν σε κακή κατάσταση και τα αυτοκίνητα διαρκώς χαλούσαν και κολλούσαν στη λάσπη. Ακόμα και το αυτοκίνητο του στρατηγού Νίδερ κόλλησε μια μέρα κοντά στους Φιλίππους και κατέβηκε και ο ίδιος να σπρώξει να το ξεκολλήσουν.

Το συνεργείο επισκευών ήταν σχεδόν σε πρωτόγονη κατάσταση. Έτσι, δεν ήταν δυνατόν να έχεις κανονισμένο τρόπο μεταφορών, αλλά έπρεπε κάθε μέρα, παίρνοντας υπ' όψει τις μεταφορές που έπρεπε να γίνουν, ιδιαίτερα από Καβάλα στη Δράμα και αντίθετα, να βρίσκονται τα αναγκαία μεταφορικά μέσα.........................







H XIII Μεραρχία άρχισε να φεύγει. Το 2ο σύνταγμα με διοικητή τον αντισυνταγματάρχη Nεόκοσμο Γρηγοριάδη, το 3ο σύνταγμα με τον αντισυνταγματάρχη Γ. Κονδύλη, και το 5/42 ευζώνων, με τον αντισυνταγματάρχη Ν. Πλαστήρα. Αφού έφυγαν τα συντάγματα, κατά το Μάρτη έφυγε και το 1ο κλιμάκιο του στρατηγείου με το στρατηγό Νίδερ, επιτελάρχη συνταγματάρχη Οθωναίο, ταγματάρχη Μελισσινό Παράσχο, Γιώτη Ξαβέριο, Βλυσμά Βασίλη, γενικό αρχίατρο Κουρτάκη, για την Οδησσό. Στη διοίκηση του Σ. στρατού αναπλήρωνε προσωρινά το Νίδερ ο διοικητής της I Μεραρχίας, συνταγματάρχης πυροβολικού, Ζαφειρίου Νικ. Σε λίγες μέρες φύγαμε και μεις απ' την Καβάλα και πήγαμε στο Πράβι, όπου εγκατασταθήκαμε προσωρινά. Επίσης όλες οι μονάδες που προορίζονταν για τη Ρωσσία, συγκεντρώθηκαν στην περιοχή Πράβι Ελευθερές. Στην περιοχή Δράμα Καβάλα έμειναν οι άλλες δυο Μεραρχίες που είχαν και την προκάλυψη. Οι αποστολές για τη Ρωσσία εξακολουθούσαν.
Μια μέρα παίζαμε μπριτζ στο σπίτι του ταγματάρχη Γ. Τσολάκογλου και ακούσαμε φωνές της σπιτονοικοκυράς του σπιτιού γιατί είχε πέσει η κόρη της στο πηγάδι. Τρέξαμε εκεί και ετοιμαζόμουν να κατεβώ στο πηγάδι όταν η νοικοκυρά φώναξε και μου λέει: «Μη, γιατί είναι βαθύ. Στάσου να σε δέσουμε». Δέθηκα απ' τις μασκάλες και κατέβηκα. Αυτή ήταν στην επιφάνεια και στήριζε τα πόδια και τα χέρια της στα τοιχώματα του πηγαδιού. Τέλος, την τράβηξα σιγά - σιγά και την έβγαλα. 'Ηταν 18 — 20 χρόνων και έπεσε στο πηγάδι για να γλυτώσει από τις γκρίνιες της μάνας της. Οι Βούλγαροι είχαν σκοτώσει τον πατέρα και τον αδελφό της και η μάνα τους από τη στενοχώρια γκρίνιαζε με τα κορίτσια. Δεν ξαναπήγα στο σπίτι αυτό γιατί ντρεπόμουνα.Το 1923 υπηρετούσα στην Καβάλα, στο επιτελείο του Β' Σ. στρατού, όταν ετοιμάζονταν ο στρατός του Έβρου, και μια μέρα πηγαίνοντας στον κινηματογράφο, κάθισα δίπλα σ έναν αξιωματικό πού ήταν εκεί με τη γυναίκα του και μιάν άλλη κυρία. Μου συνέστησαν την κυρία και αυτή γελούσε. «Δε με γνωρίζετε;» «Όχι». «Τόσο γρήγορα ξεχνάτε; Με βγάλατε από το πηγάδι στο Πράβι»., Είχε παντρευτεί πιά και ήταν ξαδέλφη του αξιωματικού. Τώρα ήταν ευχαριστημένη. Ύστερα απ' το Πάσχα αφήσαμε το Πράβι και κατεβήκαμε στις Ελευθερές. Δεν έμειναν πλέον για αποστολή παρά οι σχηματισμοί της XIII Μεραρχίας και η I Μεραρχία.

Έ
να πρωί, κατά τα τέλη Απρίλη, όπως κοιμόμουν στο αντίσκηνο μου, στην παραλία των «Ελευθερών» ακούω κάποιον που φώναξε: «Αξιωματικοί! αξιωματικοί!» Μέσα απ' το αντίσκηνο μου φώναξα τι θέλει. «Είμαι πλοίαρχος του «Αδριατικού». Έρχονται και άλλα καράβια. Πήραμε εντολή με τον ασύρματο να ξεφορτώσουμε στο πλησιέστερο λιμάνι και να πλεύσουμε εδώ να παραλάβουμε την I Μεραρχία». Σηκώθηκα, ντύθηκα, και είδα ένα - ένα να μπαίνουν στο λιμάνι τα καράβια καθώς και ο ελληνικός στόλος. Πήρα και τηλεγραφική διαταγή του Γενικού Στρατηγείου να επιβιβαστεί η I Μεραρχία. Δεν έλεγαν όμως που θα πάει. Ειδοποίησα την I Μεραρχία να κατέβει στο λιμάνι.
Έ
φτασαν στο λιμάνι ο συνταγματάρχης πυροβολικού Ζαφειρίου Ν.., διοικητής της Μεραρχίας, ο συνταγματάρχης πεζικού, Τσερούλης Χαρ., διοικητής μεραρχιακού
πεζικού
και ο ταγματάρχης πεζικού
Σπανόπουλος Ανδρ. που ήρθε το πρωί από τη Θεσσαλονίκη με εντολή του Γενικού Στρατηγείου να παραλάβει επιτελάρχης της Μεραρχίας, και με ένα φάκελλο σφραγισμένο που θ΄ ανοίγονταν ύστερα απ το ξεκίνημα. Αμέσως το μυαλό μας πήγε πως η Μεραρχία δεν προορίζονταν για τη Ρωσσία, μα για κάπου αλλού, για τη Θράκη, την Τραπεζούντα ή την
Σμύρνη.
Κατέβηκα στο λιμάνι
για να κανονίσω την επιβίβαση. Στην προβλήτα μπορούσαν να φορτώσουν τρία βαπόρια μαζί. Ένα στο κεφαλάρι και ένα σε κάθε πλευρά. Είχα και δυο βοηθητικά τροχοφόρα με τα οποία φόρτωσα άλλο ένα βαπόρι. Μέσα σε 24 ώρες τέλειωσε η επιβίβαση όλης της Μεραρχίας μαζί με τα ζώα και το υλικό τους. Τα στρατηγείο επιβιβάστηκε στη «Συρία», ένα πολύ καλό βαπόρι, Το μεθεπόμενο πρωί 29 ή 30 Απρίλη τα καράβια έβγαιναν απ' το λιμάνι συνοδευόμενα απ' το στόλο. Τρέξαμε στους γύρω λόφους και παρακολουθούσαμε πως σχηματίζονταν η νηοπομπή. Κατά το μεσημέρι τα καράβια ξαναγύρισαν στο Λιμάνι. Ο μέραρχος είχε πάρει διαταγή ν' αναβάλει την αναχώρηση του για 24 ώρες. Το άλλο πρωί 30 Απρίλη ή 1 Μάη 1919, τα καράβια έβγαιναν πάλι και σχημάτισαν τη νηοπομπή. Όπως μάθαμε ύστερα, ο αγγλικός στόλος, που είχε έλθει έξω από το λιμάνι για να πάρει μέρος στη συνοδεία, τους είπε να γυρίσουν πίσω γιατί ακόμα δεν είχαν διαταγή και δεν μπορούσαν να λάβουν μέρος στή συνοδεία. Οι δικοί μας συνεννοήθηκαν με το γενικό στρατηγείο και ύστερα απάντησαν πως αυτοί πήραν τη διαταγή και θα τραβούσαν στη δουλειά τους, έστω και χωρίς τη συνοδεία τους. Οι  Άγγλοι ακολούθησαν σαν θεατές και στο δρόμο πήραν διαταγή να συνοδεύσουν και υποστηρίξουν την απόβαση στη Σμύρνη. Είχαμε μάθει πια πως η Μεραρχία προορίζονταν για τη Σμύρνη. Η χαρά όλων μας ήταν εξαιρετική μα σε μας έμενε η πίκρα πως δεν παίρναμε μέρος σ' αυτή την αποστολή, αλλά πηγαίναμε πολύ μακριά σε άλλο προορισμό, ξένο από μας.

Την 1 Μάη έφτασε στο λιμάνι το βαπόρι «Μέγας Πέτρος», 5.000 τόννων περίπου, και επιβιβάστηκε όλο το στρατηγείο του Σ. στρατού, με προορισμό την Οδησσό της Ρωσσίας. Ύστερα από 24 ώρες περίπου, φτάσαμε στην Κωνσταντινούπολη, όπου μείναμε 2—3 μέρες. Η συγκίνηση μα και η χαρά μας ήταν απερίγραπτη. Επισκεφθήκαμε την Αγιά Σοφιά και τα άλλα μέρη της Πόλης και γλεντήσαμε αρκετά, σε σημείο που όταν κινήσαμε να φύγουμε είμασταν απένταροι. Εκεί πήραμε διαταγή να πάμε στο Γαλάτσι της Ρουμανίας γιατί η εκστρατεία της Ουκρανίας, είχε εγκαταλειφθεί. Τις τρεις μέρες που μείναμε στήν Πόλη, διαρκώς στην παραλία που ήταν το καράβι, ήταν πολλοί Έλληνες, που δέν χόρταιναν να μας κυττάζουν και νά μας περιποιούνται, παρακολουθούσαν δε και τη μουσική του Σ. στρατού, που στο κατάστρωμα του καραβιού έπαιζε ελληνικά κομμάτια.Τη μέρα που κινήσαμε για τη «Μαύρη θάλασσα» ο κόσμος μας αποχαιρετούσε με τον τρόπο του ο καθένας. Η μουσική έπαιζε το εμβατήριο «Μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά», ο κόσμος απ' την παραλία ζητωκραύγαζε, εκείνοι που ήταν στα βαποράκια συγκοινωνίας του Βοσπόρου κουνούσαν τα μαντήλια τους, από τα σπίτια, και από τις δυο μεριές του Βοσπόρου, κουνούσαν σημαίες ελληνικές και σεντόνια ακόμα. Το βαπόρι ακολουθούσαν και τα δελφίνια που συναγωνίζονταν μαζί του. Ήταν ένα εξαιρετικό θέαμα. Κυριολεκτικά τάχαμε χαμένα. Κατά το μεσημέρι όπως τρώγαμε στην τραπεζαρία του βαποριού ακούσαμε κάποιον πούπαιζε πιάνο, άλλά πολύ καλά. Ανεβήκαμε μα δεν βρήκαμε κανένα. Ο καπετάνιος ήταν Γάλλος, μα το πλήρωμα, σχεδόν στο σύνολο του ρωσσικό. Όπως μάθαμε, πιάνο έπαιζε ένας θερμαστής που πρωτύτερα ήταν αξιωματικός του τσαρικού στρατού. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, τρώγαμε πάντα νωρίς το μεσημέρι και το βράδυ. Ζητήσαμε ιδιαίτερα το βράδυ, να μας σερβίρουν λίγο αργότερα, αλλά πήραμε την απάντηση πως ήταν αδύνατο, γιατί το πλήρωμα τέλειωνε τη δουλειά του και δεν σερβίριζε αργότερα. Ένα πρωί ξημερώσαμε στο λιμάνι της Κωνστάντζας, όπου μείναμε 2 μέρες. Βγήκαμε έξω, γυρίσαμε την πόλη, είδαμε τα κέντρα της, το άγαλμα του Ρωμαίου ποιητή Οβίδιου που πέθανε εκεί εξόριστος και βρήκαμε κει και το 2ο σύνταγμα πεζικού που είχε μεταφερθεί από την Κριμαία, στη Σεβαστούπολη. Συνάντησα τον αντισυνταγματάρχη Γρηγοριάδη, λοχαγούς Φλούλη, Φιωτάκη και άλλους γνωστούς και έμαθα μερικά απ' τη ζωή τους και τις μάχες τους, ιδιαίτερα απ' το Φλούλη. Είχαν μερικές συγκρούσεις με τους μπολσεβίκους έξω από τη Σεβαστούπολη, αλλά όχι πολλά πράγματα. Ο πληθυσμός ήταν κατά μέγα μέρος εχθρικός. Ένα βράδυ, ήταν καλεσμένοι στο μέγαρο του ρώσσου ναυάρχου της περιοχής. Η πολυτέλεια σ' αυτό το μέγαρο, ήταν αφάνταστη. Η επίπλωση πολυτελέστατη, σαλόνια χορού, μουσικής, ζωγραφικής κλπ. Το σερβίρισμα πλουσιώτατο. Ο Φλούλης, όταν μπήκε στο σαλόνι χαιρέτησε την οικοδέσποινα απλά, μα του υπέδειξαν να φιλήσει το χέρι της. «Το χέρι της μάλιστα, αλλά όχι το γάντι!» απάντησε με ευστροφία γιατί αυτή φορούσε γάντια. Την άλλη μέρα όπως παρακολουθούσε ένα μαγαζί με χρυσαφικά που είχε διαρπαγεί και με πρόσκληση του στον κόσμο επιστρέφονταν τα διάφορα πράγματα, τον πλησιάζει μια ρωσίδα και του λέει: — Ξέρεις ρούσσικα; — Όχι. —- Ξέρεις γερμανικά; — Μάλιστα. —Έλα μαζί μου. Πήρε ένα δεκανέα μαζί του και την ακολούθησε. Όταν πέρασαν αρκετούς δρόμους σταμάτησαν μπροστά α ένα υπόγειο και κατέβηκαν. Κει μέσα ήταν ένα χαλασμένο τραπέζι, με δυο - τρεις παληές καρέκλες, ένα κομμάτι από σπασμένο καθρέφτη και σε μια γωνιά ένας μπόγος από ρούχα. — Βλέπεις, του λέει, τα χάλια μας. Εδώ μέσα κάθουμαι με τον άντρα μου και τα τρία παιδιά μου. Εδώ δεν υπάρχουν μέσες τάξεις, παρά μονάχα οι αρχοντάδες και μεις οι φτωχοί. Τί ήλθατε να κάνετε σεις εδώ και δεν μας αφήνετε νά κάνουμε τή δουλειά μας; Ο Φλούλης, που το προηγούμενο βράδυ είχε δει την πολυτέλεια και το πλούσιο τραπέζι του ναυάρχου, απάντησε. -— Έχετε δίκηο. Δεν έχουμε δουλειά εμεις εδώ. Θα φύγουμε και θα σας αφήσουμε μόνους στον τόπο σας. Στη Σεβαστούπολη, είχαν στασιάσει τα πληρώματα του γαλλικού στόλου, βγήκαν στην πόλη με κόκκινες σημαίες και ενώθηκαν με το ρωσικό λαό. Διατάχτηκαν να γυρίσουν στα πλοία, μα δεν υπάκουαν. Ο Γάλλος Φρούραρχος έδωκε εντολή στο Γρηγοριάδη να χτυπήσουν τα πληρώματα και να τα εξαναγκάσουν να μπουν στα πλοία. «Μάλιστα, απάντησε ο Γρηγοριάδης, αλλά θέλω γραπτή διαταγή για να μη μου λέτε ύστερα πως έκανα άσχημα κλπ.» Πήρε γραπτή διαταγή και εξανάγκασε τα πληρώματα να γυρίσουν στα πλοία. Το επεισόδιο αυτό,δημιούργησε κάποια ψυχρότητα ανάμεσα στους Γάλλους και στους δικούς μας, και όταν το σύνταγμα επιβιβάστηκε σε πλοίο με Γάλλο καπετάνιο να μεταφερθεί στην Κωνστάντζα, ο Γάλλος φέρθηκε άσχημα στο Γρηγοριάδη, σε σημείο που κείνος. θύμωσε, βρήκε Γαλαξειδιώτες και άλλους ναυτικούς ν΄ αναλάβουν τη διεύθυνση του καραβιού κι' έδωσε του καπετάνιου να καταλάβει πως θα τούπαιρνε την κυβέρνηση του καραβιού, κι΄ έτσι ησύχασαν και έφτασαν δίχως επεισόδιο στην Κωνστάντζα.Εκεί ήταν ένα γαλλικό σύνταγμα, και μια μέρα που οι Γάλλοι τσακώθηκαν με τους Ρουμάνους στρατιώτες, οι δικοί μας πήραν το μέρος των Ρουμάνων και ανάγκασαν τους Γάλλους ν' αποσυρθούν, γιατί δεν το χώνευαν μέσα στον τόπο τους οι άλλοι να κάνουν στους Ρουμάνους τον παληκαρά. Η διαγωγή του στρατού μας ήταν άμεμπτη. Τρίβαμε τα μάτια μας όταν βλέπαμε τις περιπολίες μας να περνούν με σοβαρότητα και με τάξη. Νομίζαμε πως άνηκαν σε κανένα άλλο στρατό. Αυτό δεν ήταν μονάχα στο 2ο σύνταγμα αλλά και στις άλλες μονάδες που είδαμε αργότερα στο Γαλάτσι και Βραϊλα. Δεν βλέπαμε τους στρατιώτες μας να γυρίζουν ξεκούμπωτοι και αφελείς και άτακτοι όπως μέσα στην Ελλάδα. Κάθε στρατιώτης καταλάβαινε πως ήταν σε ξένο τόπο και ήθελε ν' αφήσει τις καλύτερες εντυπώσεις για την πατρίδα του.Το απόγευμα της μέρας που φτάσαμε στην Κωνστάντζα, βγήκε η μουσική του Σ. στρατού στην πλατεία και έπαιξε διάφορα κομμάτια. Καθόμουνα στο ζαχαροπλαστείο της πλατείας με το συνταγματάρχη Διγενή, που διοικούσε το κλιμάκιο του στρατηγείου, και ήρθε ο Ρουμάνος φρούραρχος, ταγματάρχης Κοστίνι, και ζήτησε από το Διγενή αν ήταν δυνατόν η μουσική να παίξει κανένα ελληνικό κομμάτι. Στην πόλη υπήρχαν πολλοί Έλληνες και η γυναίκα του ακόμα ήταν Ελληνίδα και θα της έκανε μεγάλη χαρά. Ο Διγενής υποσχέθηκε την άλλη μέρα πως η μουσική θάπαιζε ελληνικά κομμάτια. Πραγματικά, το απόγευμα της επομένης, η μουσική, από την παραλία, ξεκίνησε για την πλατεία με το εμβατήριο «Μαύρη είναι η νύχτα στα βουνά». Όταν έφτασε στην πλατεία, οι μουσικοί τοποθέτησαν τ΄ αναλόγια τους και άρχισαν να παίζουν ελληνικά κομμάτια. Οι Έλληνες έκλεισαν τα μαγαζιά τους μόλις πήραν χαμπάρι, κατέβηκαν στην πλατεία και έστησαν το χορό αρχίζοντας με το τραγούδι «Κάτου στου Βάλτου τα χωριά».
-Πού βρέθηκαν εκείνοι οι Έλληνες; Μαζεύτηκαν χιλιάδες. Πολλοί ήταν έφεδροι του ελληνικού στρατού και μόλις απολύθηκαν γύρισαν στις οικογένειες τους. Όταν η μουσική τέλειωσε και κίνησε να φύγει πάλι με το ίδιο εμβατήριο, σχηματίστηκε μια φάλαγγα απ' τους εφέδρους και συνώδευσε τη μουσική τραγουδώντας το ίδιο εμβατήριο. Για μας, πρώτη - φορά βλέπαμε αυτό το πράγμα και δεν φανταζόμασταν πως ήταν στην Κωνστάντζα τόσοι Έλληνες και με τέτοιο ηθικό, ήταν μια ευχάριστη αποκάλυψη. Μα και οί Γάλλοι, που παρακολούθησαν όλοι τη σκηνή αυτή, τάχαν χαμένα. «Μα Ρουμανία είναι δω, έλεγαν, ή Ελλάδα!» Ύστερα από δυο μέρες ξαναπήραμε το βαπόρι και φύγαμε για το Γαλάτσι. Όταν μπήκαμε στο Δούναβη και περνούσαμε το Σουλινά σταματήσαμε λιγάκι για να πάρουμε τον πιλότο. Όλος ο κόσμος μαζεύτηκε και μας χαιρέταγε με κάθε τρόπο. Ακόμα και οι εργάτες που φόρτωναν τα καράβια σταμάτησαν τη δουλειά τους. Η πόλη αυτή είχε αρκετούς Έλληνες. Οι πιλότοι όλοι σχεδόν ήταν Έλληνες. Ανεβαίναμε το Δούναβη μέρα και παρακολουθούσαμε από το κατάστρωμα τη γύρω περιοχή. Το ποτάμι πήγαινε ευθεία γραμμή. Αυτό το κανάλι ήταν ο κύριος, κλάδος του Δούναβη. Δεν βλέπαμε πουθενά βουνά. Ο κάμπος σε μερικές μεριές, ήταν πλημμυρισμένος. Στο Γαλάτσι που φτάσαμε, βρήκαμε τη βάση Οδησσού, όπου βρήκα τον ταγματάρχη Τερτίκα, λοχαγό Παλλαντζά, ανθυπολοχαγό Σιάχο. Σε λίγες μέρες ήρθε από την περιοχή Βεσσαραβίας όπου έμεινε προσωρινά το 1ο κλιμάκιο του στρατηγείου του Σ. στρατού, κι' έτσι άρχισε πάλι η κανονική λειτουργία του σώματος. Στο Γαλάτσι μείναμε περίπου 25 μέρες. Είχε ένα ωραίο κήπο στο τέλος του δρόμου «στρατα ντομνιάσκα» καθώς και θέατρο. Σαν πόλη δεν ήταν άσχημη. Και κει βρήκαμε πολλούς Έλληνες.

 


Στη διάρκεια εορταστικής εκδήλωσης
στο Γαλάτσι.Από αριστερά :
Οι Στρατηγοί Nίδερ, D' Esperey ,
Stratilesco καιGraziani

 Κατά τα μέσα Μάη με το ποταμόπλοιο πήγαμε στη Βραϊλα μαζί με το στρατηγό Νίδερ και πολλούς αξιωματικούς. Στην εκκλησία της Βραϊλας, που είναι μια από τις μεγαλύτερες και ωραιότερες εκκλησίες της Ρουμανίας, γίνονταν δοξολογία για την κατάληψη της Σμύρνης. Ύστερα από τη δοξολογία, πήγαμε στο Ελλ. προξενείο, όπου έγινε δεξίωση. Σε μια αίθουσα ήταν αρκετός κόσμος, αξιωματικοί και πολίτες. Πρόσφερα τσιγάρα σε κείνους που ήταν γύρω μου. Μια Ελληνίδα κυρία, μου λέει. «Κύριε ταγματάρχα, γιατί δεν προσφέρετε και σε μένα τσιγάρο;» Ζήτησα συγγνώμη και της πρόσφερα αμέσως. Δέν φανταζόμουνα ότι κάπνιζε. Στην Ελλάδα κείνη την εποχή σπάνια κάπνιζαν γυναίκες.
Κάποια με ρώτησε αν είχαμε κουτσόβλαχους στή Θεσσαλία και  τι πράγμα ήταν. Της παρουσίασα το στρατιωτικό φαρμακοποιό Τελειώνη Στέλιο πούταν δίπλα μου και κατάγονταν απ' την περιοχή Ασπροποτάμου Θεσσαλίας. Μίλησε μαζί του και ύστερα μούπε «μα αυτοί δεν είναι ρουμανίζοντες, αλλά πραγματικοί Έλληνες». Τη βεβαίωσα πως τα λεπτά της ρουμανικής προπαγάνδας πήγαιναν χαμένα, γιατί, οι κουτσόβλαχοι είχαν ελληνική συνείδηση και στα λίγα ρουμανικά σχολεία στείλαν μερικοί τα παιδιά τους από συμφέρον, για τα οικονομικά πλεονεκτήματα που τους πρόσφεραν.


To βράδυ έμεινα σ' ένα πλούσιο ελληνικό σπίτι. Φαίνονταν ακόμα τα σημάδια της γερμανικής κατοχής. Ήταν λεηλατημένο. Πόμολο και κάθε είδους σιδερικό δεν υπήρχε στις πόρτες. Όλα τα χάλκινα και σιδερένια πράγματα είχαν αφαιρεθεί. Στη Ρουμανία είχαν μεταφερθεί όλες οι ελληνικές δυνάμεις που βρίσκονταν πρωτύτερα στην Ουκρανία. Οι δύο Μεραρχίες κρατούσαν το ρουμανικό μέτωπο της Βεσσαραβίας στον ποταμό Δνείστερο. Ρουμανικός στρατός είχε αρχίσει ν' ανασυγκροτείται μετά την αναχώρηση των Γερμανών αλλά δέν είχε τον απαιτούμενο εφοδιασμό για να συγκροτηθεί σε Μεραρχίες και αναλάβει το μέτωπο του Δνειστέρου. Οι υπηρεσίες του ήταν χάλια. Πολλές φορές Ρουμάνοι στρατιώτες έρχονταν και έπαιρναν συσσίτιο από τα δικά μας καζάνια. Η κλεψιά που γίνονταν σ' όλους τους κλάδους, και στο στρατό ακόμα, ήταν αφάνταστη. Τίποτα δεν γίνονταν χωρίς να πληρωθεί ο αρμόδιος υπάλληλος. Μια μέρα έφτασε κει κάποιος Έλληνας με μεγάλη ποσότητα κονιάκ. Η εισαγωγή απαγορεύονταν. Όπως μας έλεγε ο ίδιος, πήγε στο Βουκουρέστι, πλήρωσε ένα σεβαστό ποσό στον αρμόδιο ανώτατο υπάλληλο και τον υπουργό ακόμα και γύρισε με τη σχετική άδεια.

Οι Έλληνες της Ρουμανίας πήραν πολύ ηθικό και απέκτησαν υπερηφάνεια από την εμφάνιση του στρατού μας. Πρωτύτερα οι Ρουμάνοι τους κορόιδευαν σαν φτωχούς και γιδαρέους και τώρα έτριβαν τα μάτια τους. Τέτοια δε, εμπιστοσύνη είχαν αποκτήσει στο στρατό μας, ώστε οι κάτοικοι της Βεσσαραβίας, που δεν αγαπούσαν τους Ρουμάνους, έστειλαν υπόμνημα στη διάσκεψη της Ειρήνης και ζητούσαν ν' ανατεθεί η διοίκηση της Βεσσαραβίας στην Ελλάδα. Μου διηγήθηκαν, όταν παρέλαβα το II τάγμα του 5/42 συντάγματος ευζώνων, ο λοχαγός Γεωργούλιας Αλ. και άλλοι αξιωματικοί τα εξής δύο χαρακτηριστικά επεισόδια: Το στρατό που άφηνε την Ουκρανία και πέρασε στη Βεσσαραβία ακολουθούσαν πολλές οικογένειες πλουσίων και ευγενών Ρώσσων, κατά το πλείστον γυναίκες και παιδιά. 



Αναμνηστική φωτογραφία των ανδρών του Επιτελείου του Α Σ.Στρατού πάνω στην "Αμφιτρίτη" . Προορισμός του πλοίου η Σμύρνη.
Στο ρουμανικό έδαφος που έφτασαν έμειναν χωρίς τροφή και κρύωναν γιατί δεν είχαν ρούχα, κανένας δε από τους αρμοδίους Γάλλους ή Ρουμάνους δεν έδειξε ενδιαφέρον γι' αυτές. Τότε οι εύζωνοι ενός λόχου αυθόρμητα, χωρίς καμμιά υπόδειξη πρόσφεραν τις κουβέρτες τους και έμειναν με τους μανδύες τους. Επίσης πρόσφεραν μέρος από την τροφή τους.Όταν ο ρουμανικός στρατός άρχισε να παίρνει τον τομέα του Δνειστέρου, ένας λόχος επρόκειτο ν' αντικαταστήσει το λόχο του Γεωργούλια.
Πρώτα πήγε μια διμοιρία σκορπισμένη και κατ' αραιά διαστήματα. Ύστερα από κάμποση ώρα και σε αρκετό διάστημα η μία από την άλλη οι υπόλοιπες διμοιρίες. Ο οπλισμός και εξάρτηση ήταν σε χάλια, αφού οι Γερμανοί τους τάχαν πάρει όλα. Στο τέλος και με αμάξι έφτασε ο λοχαγός ντυμένος σα να πήγαινε σε χορό. Το μέρος που στάθηκε το αμάξι έως την πόρτα του σπιτιού που χρησίμευε για γραφείο του λόχου, είχε λάσπες, και για να μη λερώσει τις μπότες.του ο λοχαγός, τέσσαρες Ρουμάνοι στρατιώτες τον πήραν στά χέρια και τον μετέφεραν απ' το αμάξι στην πόρτα του γραφείου. Το θέαμα αυτό έκανε τη χειρότερη εντύπωση στους τσολιάδες, που σχολίαζαν το γεγονός περίπου με τα λόγια. «Να σου πετύχει λοχαγός! Εμάς οι αξιωματικοί μας προσέχουν και μας περιποιούνται και δε μας χρησιμοποιούν σα ζώα και πάλι δεν είμαστε ευχαριστημένοι». Η αλήθεια ήταν, πως οι Ρουμάνοι αξιωματικοί φέρονταν προς τους στρατιώτες σαν προς κατώτερα όντα και όχι όπως εμείς. Το ίδιο περίπου έγινε και στο 1ο πεζικό σύνταγμα, αλλά με ταγματάρχη Ρουμάνο. Πάντως, ο ελληνικός στρατός δε θάμενε για πολύ στη Ρουμανία, αλλά θα μεταφέρονταν στη Μ. Ασία γιατί οι Τούρκοι εκεί κήρυξαν επανάσταση υπό την αρχηγία του Μουσταφά Κεμάλ Πασά εναντίον των όρων της ανακωχής και των αποφάσεων των συμμάχων και άρχισαν ανταρτοπόλεμο κατά του ελληνικού στρατού στην περιοχή Σμύρνης.
Το στρατ. Σ. στρατού διατάχτηκε να φύγει για τη Σμύρνη και τη διοίκηση των δύο Μεραρχιών ως την αναχώρηση τους από τη Ρουμανία ν' αναλάβει ο αρχαιότερος μέραρχος.
Κατά τα τέλη Μάη επιβιβάστηκε όλο το στρατηγείο στο βαπόρι «Αμφιτρίτη» και έμειναν μόνο 2—3 αξιωματικοί του επιτελείου Σώμ. στρατού για να βοηθούν τη XIII Μεραρχία που ανέλαβε τη διοίκηση. Το βαπόρι αυτό ήταν άλλοτε βασιλική θαλαμηγός και ύστερα μεταβλήθηκε σε πλωτό νοσοκομείο.
Αφήσαμε τo Γαλάτσι, μπορεί κανείς να πει, με χαρά, γιατί πηγαίναμε στη Σμύρνη. Το ταξίδι δεν ήταν και τόσο καλό. Είχε μεγάλη τρικυμία μα και ομίχλη και ο καπετάν Γιάννης Σκούρτης που κυβερνούσε το καράβι παρ' ολίγο να μας πάει στην Τραπεζούντα. Αφού υποφέραμε αρκετά, μπήκαμε στο Βόσπορο και φτάσαμε στην Κων) πολη. Μείναμε λίγες ώρες και εξακολουθήσαμε το ταξίδι για τη Σμύρνη.

























































Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου