Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

Κ. ΛΟΓΟΘΕΤΟΠΟΥΛΟΣ: ΛOΓΟΙ ΕΠΙΒΑΛΛΟΝΤΕΣ ΤΟΝ ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΝ (ΚΑΤΟΧΙΚΗΣ) ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ.ΙΙ


Και πράγματι εις τα δημοσιευθέντα μετά θάνατον απομνημονεύματα του υπό τύπον ημερολογίου γράφει σχετικώς με την αγγελθείσαν εις αυτόν το πρώτον την 27-4-41 απόφασιν της Γερμανίας δια τον σχηματισμόν Ελληνικής Κυβερνήσεως εν Αθήναις υπό τον στρατηγόν Τσολάκογλου : «Ημείς (δηλαδή οι Ιταλοί) είμεθα ολιγώτερον πρόθυμοι από τους Γερμανούς δια τον σχηματισμόν Ελληνικής κυβερνήσεως και διακρίνω εις όλα αυτά την εξήγησιν πολλών προσφάτων πράξεων των Γερμανών εν Ελλάδι». Και περαιτέρω : «Αυτή η ιστορία του Τσολάκογλου δεν μου αρέσει καθόλου. Ο  Αnfuso  (o διορισθείς έκτακτος απεσταλμένος της Ιταλικής Κυβερνήσεως εις τoν στρατάρχην List   δια τας διαπραγματεύσεις περί σχηματισμού Ελληνικής Κυβερνήσεως) ειδοποιεί ότι «πρόκειται να αναγνωρίσωμεν μίαν Κυβέρνησιν η οποία θα σχηματισθή  με όλα τα δικαιώματα της. Αν και υπάρχει εις την Ελλάδα εδαφική κατοχή υπό των στρατευμάτων του Άξονος, είναι φανερόν ότι ο στρατηγός Τσολάκογλου προτίθεται να διασώση την φυλετικήν και εθνικήν ενότητα της Ελλάδος. Και είναι άλλως τε φανερόν κατά πόσον θα δυνάμεθα τουλάχιστον να ζητήσωμεν από τους Γερμανούς να μας αφήσουν την πολιτικήν διακυβέρνησιν των εδαφών τουλάχιστον, τα οποία διεκδικούμεν. Εάν όχι, φοβούμαι ότι τελικώς (με τον σχηματισμόν Ελληνικής Κυβερνήσεως) τα δικαιώματα, τα οποία μας επιφυλάσσονται, θα είναι μετριότατα» (ίδε ημερολόγιον Ciano Τόμ. Β' 27 και 28 Απριλίου 1941 σελ. 23).
Αύτη ήτο η γνώμη έκτοτε της επισήμου Ιταλίας περί του ωφελίμου ή μη της Ελληνικής Κυβερνήσεως Τσολάκογλου και οι εξακολουθούντες τυχόν να έχουν ακόμη σήμερον παρά ταύτα αντίθετον περί της ωφελιμότητος της Κυβερνήσεως εκείνης γνώμην, απλούστατα συμφωνούν με την γνώμην των τότε εχθρών της Ελλάδος.
Η εκ των απομνημονευμάτων τούτων του Τσιάνου διαφαινομένη αντίθεσις απόψεων επί του ελληνικού ζητήματος επεξετείνετο και επί πλείστων άλλων θεμάτων της


γενικής αξονικής πολιτικής και έφθανε πολλάκις μέχρις εχθρότητος, της οποίας πλείστα δείγματα είχομεν και ημείς ενταύθα κατά τον χρόνον της κατοχής.
Προς έτι μείζονα απόδειξιν της εχθρότητος ταύτης παρατίθεται ενταύθα απόσπασμα δηλώσεων του Shirach, Γερμανού υπουργού και αρχηγού της νεολαίας κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της Νυρεμβέργης δίκην του : «Όταν θα ενικούσαμεν τους Ρώσσους, μέσα σε ένα μήνα θα είχομεν διαλύσει την Ιταλίαν» (Ίδε «Ελληνικόν Αίμα» 15 Ιουλίου 1947).
Έν προκειμένω αναπηδά αφ εαυτού το ερώτημα: ποίον  άραγε  το ενδιαφέρον της Γερμανίας διά τον σχηματισμόν Ελληνικής Κυβερνήσεως;;
Τούτο απλούστατα ενέκειτο, ως και προηγουμένως ελέχθη, εις την αντίδρασιν της Γερμανίας κατά των μεγαλεπηβόλων και επεκτατικών σχεδίων του Δικτάτορος της Ιταλίας προς αναγέννησιν και δημιουργίαν της πάλαι ποτέ κοσμοκρατορίας της Ρώμης. Και τούτο προσεπεβεβαίωσε κατά την δίκην των δοσιλόγων υπουργών ο κ. Ρέντης κατά την ενώπιον του δικαστηρίου παρουσίασίν του, καταθέσας ότι «αν δεν εγίνετο η Κυβέρνησις Τσολάκογλου θα είχομεν Ιταλικόν προτεκτοράτον εν Ελλάδι». Εις τον αυτόν λόγον οφείλεται και η αρχική αντίδρασις της Γερμανικής Κυβερνήσεως δια την κατά την πρώτην περίοδον της κατοχής ανάξεσιν των εκκλησιαστικών πραγμάτων της χώρας δια της αντικαταστάσεως του αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου και της ενθρονίσεως ως αρχηγού της Ελληνικής Εκκλησίας του Δαμασκηνού, καθόσον η Γερμανική Κυβέρνησις είχε βασίμους πληροφορίας τότε ότι η καθολική εκκλησία θα υπεβοήθει εν Ελλάδι τους σκοπούς της πολιτικής εξουσίας δια πάσης φύσεως διαταρακτικών ενεργειών, (ίδε σχετικώς και εφημερίδα «Εθνικός Κήρυξ» 31, 7, 48) «Η αγωνία και το μαρτύριον ενός λαού»).
Άλλως τε η μέχρι τότε σχετικώς ανεπηρέαστος και αλώβητος ακόμη από κάθε αντίθετον προπαγάνδαν Ελληνική Κοινή Γνώμη μετ' ανεκφράστου ικανοποιήσεως και μεγάλης ανακουφίσεως εδέχθη το άγγελμα  του σχηματισμού της Κυβερνήσεως  και παντοιοτρόπως εξεδήλωσε  τας διαθέσεις της ταύτας. Πολλοί των πολιτικών ανδρών της χώρας κληθέντες τότε διαδοχικώς εις το πολιτικόν γραφείον υπό του Πρωθυπουργού στρατηγού Τσολάκογλου, επεδοκίμασαν σχεδόν πάντες τον σχηματισμόν της Κυβερ­νήσεως και σύνοψιν οιονεί της Κοινής γνώμης τότε αποτελεί η κάτωθι επιγραμματική έκφρασις ως προς την ωφελιμό­τητα της σχηματισθείσης τότε Κυβερνήσεως, διατυπωθείσα υπό του κ. Παπανδρέου προς τον στρατηγόν κ. Μουτούσην Υπουργόν τότε της συγκοινωνίας, κατά την πρώτην ευθύς μετά την ανάληψιν του Υπουργείου υπό τούτου, συνάντησίν των: «Είναι θείον Δώρον δια τον Ελληνικόν Λαόν και μεγάλη συγκατάβασις του κατακτητού το ότι εδέχθη να γίνη Ελληνική Κυβέρνησις».
Ουχ ήττον όμως παρ' όλα ταύτα ενομοθετήθη εκ των υστέρων η υπ' αριθμ. 6 Συντακτική Πράξις δια να δικασθώμεν και καταδικασθώμεν, καίτοι ο νομικός κόσμος της χώρας εν τη συντριπτική του πλειοψηφία απεδοκίμασε τας ανελευθέρους, αντισυνταγματικάς και καθ' αυτό μεσαιω­νικάς διατάξεις της υπ' αριθμ. 6/45 Συντακτικής Πράξεως, ως από σχετικά τότε άρθρα του εγκρίτου νομικού περιο­δικού Θέμις δείκνυται (τόμος ΝΣΤ σελ. 1, 21, 141).
Αλλά και ο συντάκτης της συντακτικής πράξεως επιχειρήσας να δικαιολογήση εαυτόν δημοσία δια τα νομοθε­τικά του εγκλήματα, Υπουργός της Δικαιοσύνης τότε Ν. Κολυβάς, ιδού τι εδήλωσεν σχετικώς μετά την έκδοσιν της καταδικαστικής αποφάσεως (ίδε περιοδικόν Δημοκρατικά Χρονικά, 2 Ιουλίου 1945).
«Η δίκη αύτη δεν είχεν ανάλογον ατμόσφαιραν. Κάθε δίκη έχει και την ατμόσφαιράν της. Η δίκη των δοσιλόγων Υπουργών είχεν ατμόσφαιραν συμπαθείας υπέρ αυ­τών. Ήτο τούτο ακατανόητον; Έστω!  Η αλήθεια όμως αυτή είναι. Δεν θα αντιληφθή ότι μετά τα γεγονότα της κομμουνιστικής στάσεως (Δεκέμβριος 1944) η δίκη αύτη εκινδύνευεν. Υπήρχε φόβος να μη γίνη ποτέ ή να μη τελειώση ποτέ. Μετά τα γεγονότα της στάσεως έγινε τούτο το παράδοξον : η κοινή γνώμη εξ αντιπαθείας προς τους στασιαστάς εστράφη υπέρ των δοσιλόγων υπουργών. Κατά τας καθημερινάς ακροάσεις των πολιτών προσήρχοντο επιτροπαί και μου εζήτουν την απόλυσιν των δοσιλόγων. Αι επιτροπαί αύται δεν ήσαν σκηνοθετημέναι αλλ' αυθόρμητοι». Και περαιτέρω :
«Το Συμβούλιον Επικρατείας και ο Άρειος Πάγος είχον δι' αποφάσεων των νομολογήσει ότι αι Κυβερνήσεις κατοχής δεν ήσαν γερμανικαί κυβερνήσεις αλλά κυβερνήσεις de facto, δηλαδή Κυβερνήσεις Έλληνικαί.

O πολιτικός κόσμος, o oποίος παρήλασε προ του δικαστηρίου, δεν απέδωσεν εις τους κατηγορουμένους πρόθεσιν εξυπηρετήσεως του εχθρού. Το Υπουργείον της Δικαιοσύνης δια δημοσίων προσκλήσεων του εκάλει τους πολίτας που είχον στοιχεία εναντίον των δοσιλόγων να ταα υποβάλλουν δια μηνύσεων. Ουδείς όμως υπέβαλε μήνυσιν. Πολλοί επίστευον ότι οι δοσίλογοι υπουργοί θα ηθωούντο».Και δια να αποδειχθή δια μίαν ακόμη φοράν ότι την δίκην και καταδίκην μας επεζήτουν οι κομμουνισταί και το επικρατούν τότε ανά τον κόσμον διεθνές κομμουνιστικόν κλίμα, θύματα του οποίου είμεθα και ημείς, ο ανεκδιήγητος Κολυβάς επάγεται:
«Η πίεσις εξ άλλου του Εξωτερικού ήτο μεγάλη. Ενεφανίζετο η Ελλάς ως η μόνη χώρα που δεν θέλει να δικάση τους πολιτικούς δοσιλόγους. Ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου των Εξωτερικών της Ρωσσίας εζήτει πληροφορίας από τον Έλληνα έπιτετραμένον της Ελλάδος έν Μόσχα επΙ της πορείας της δίκης. ..»
Στο διάστημα 30 Ιουνίου-1 Ιουλίου οι Γερμανοί
 κατέλαβαν  τα βρετανικά νησιά της Μάγχης:
Jersey,Guernsey και Alderney.
Ταύτα ελέγοντο και εγράφοντο δημοσία υπό του τότε Υπουργού, ανομολογούντος ότι υπό την πίεσιν του Εξωτερικού και του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κλίματος κατεδικάσθημεν, διότι άλλως τα εθνικά μας δίκαια θα εκινδύνευον(!!) ως φέρεται  λέγων τότε.
Η πίεσις λοιπόν του Εξωτερικού ήτο μεγάλη, ομολογεί ο τότε Υπουργός της Δικαιοσύνης και συντάκτης τής καταπληκτικής συντακτικής πράξεως.
Το Εξωτερικόν όμως αυτό έκρινε και ενήργει άλλως προκειμένου περί παρεμφερών Κυβερνήσεων, αι οποίαι εσχηματίσθησαν προς διάσωσιν των ιδίων αυτού υπηκόων, Παραθέτομεν πρός πιστοποίησιν τούτου τας δηλώσεις του Άγγλου υπουργού Ήντεν εν τη Βουλή των Κοινοτήτων εις απάντησιν επερωτήσεώς του σχετικώς προς τας νήσους της Μάγχης (Jersey και Guersey) όπου οι Γερμανοί εγκαθίδρυσαν «Πολιτικήν διοίκησιν» εξ Άγγλων πατριωτών δια την διακυβέρνησιν των υπ' αυτών κατεχομένων νήσων. Αλλά εις την Αγγλίαν όπως και εδώ, ο αυτός κομμουνισμός ενεκάλεσε και κατηγόρησεν ως «προδότας» τους αποτελέσαντας την εκεί τοπικήν Κυβέρνησιν και συνεργασθέντας μετά του εχθρού, δια το καλόν και δια το συμφέρον των υπό δουλείαν αγγλικών επαρχιών, μεγάλους εκείνους Άγγλους πατριώτας.
Ιδού τι απήντησεν ο άξιος εκπρόσωπος του Αγγλικού Έθνους υπουργός επί των Εσωτερικών :«Αι Πολιτείαι των νήσων καλώς εσκέφθησαν και ενεκατέστησαν «Πολιτικήν Διοίκησιν» ως ειδικόν μηχανι-σμόν, αναγκαίον και απαραίτητον δια τας άνευ προηγουμένου περιστάσεις.
Ο συνήθης συνταγματικός διοικητικός μηχανισμός, όστις δεν προβλέπει κεντρικήν εκτελεστικήν εξουσίαν, δεν ηδύνατο να λειτουργήση αποτελεσματικώς επί των προβλημάτων τα οποία εδημιουργήθησαν υπό της Γερμανικής κατοχής».
Και περαιτέρω :
«Ενώ οι Γερμανοί είχον αναλάβει τον ύπατον έλεγχον εις χείρας του Στρατιωτικού Διοικητού των, επέτρεψαν να λειτουργήση ο κεντρικός εκτελεστικός μηχανισμός ούτος, με άμεσον υποταγήν βεβαίως εις την Διεύθυνσιν και τον έλεγχον των Γερμανών. Το αποτέλεσμα ήτο, ότι εις τας νήσους αφέθη η αρμοδιότης μεγάλου μέρους αυτοδιοικήσεως, καίτοι ήτο ανάγκη να συμμορφώνται αύται με πάσαν οδηγίαν διδομένην αυταίς υπό του εχθρού, όστις άλλως ηδύνατο να είχεν αναλάβει απ' ευθείας την εξυπηρέτησιν των αναγκών του, χωρίς να ενδιαφέρεται ποσώς δια τα συμφέροντα του πληθυσμού των νήσων.
Η πολιτική διοίκησις των νήσων ενήργει κατά των καταπιεστικών μέτρων των Γερμανών, ως προστατευτικόν φράγμα μεταξύ τούτων και του πληθυσμού. Δεν εδίσταζε να διαμαρτύρεται κατά των απαιτήσεων, τας οποίας εθεώρει υπερβολικάς ή αντιθέτους προς το Διεθνές Δίκαιον και πολλάκις επέτυχε να ίδη μειουμένας ή αποσυρομένας τας απαιτήσεις ταύτας και όταν ακόμη αύται  ήσαν σύμφωνοι προς τας διατάξεις του Διεθνούς Δικαίου.
Υπήρξε καθήκον αυτής να διατηρή τας τυπικάς και προσήκουσας σχέσεις μετά του εχθρου, αλλ΄εις τους  
Γερμανούς ουδεμία αμφιβολία απέμεινεν, ότι εθεωρούντο ούτοι παρά των νησιωτών ως εχθροί των».
Και περαιτέρω :
«Πρέπει να είπω ότι η  πολιτεία και η στάσις που ηκολουθήθη υπό της «Πολιτικής Διοικήσεως» των νήσων υπηγορεύθη υπό της επιθυμίας να γίνη ό,τι δυνατόν καλλίτερον δια τον πληθυσμόν και υπό μόνης ταύτης' θα ήτο δε πολύ να αξιώσωμεν όπως μη γίνουν σφάλματα. Εάν τις έχει τάσιν να σταχυολογήση ιδιαίτερα τινά παραδείγματα και να είπη' εις την αίτησιν ταύτην ή εκείνην των Γερμανών ώφειλεν η «Πολιτική Διοίκησις» να αντιταχθή σθεναρώτερον, τότε πρέπει να αφίσωμεν τούτον να αναλογισθή τας δυσχερείας και την τεραστίαν σημασίαν ην ενείχεν η διατήρησις της εκτελεστικής εξουσίας είς χείρας της «Πολιτικής Διοικήσεως» και η αποφυγή της εκ μέρους των Γερμανών ενασκήσεως απ'  ευθείας του διοικητικού  ελέγχου». Και περαιτέρω :
« Αι Βρεττανικαί νήσοι της Μάγχης έχουν πάντα λόγον να είναι υπερήφανοι και ημείς δικαιούμεθα να υπερηφανευώμεθα δι' αυτάς. Το ότι ύστερον από μίαν περίοδον μεγάλης ταλαιπωρίας θα υπήρχε τάσις εις ορισμένους κύκλους μομφών και επικρίσεων, δεν είναι εκπληκτικόν, αλλ ελπίζω εν τω συμφέροντι των Νήσων ότι ουδέν πλέον θα λεχθή εν τη Βουλή δι' ενθάρρυνσιν τοιαύτης τινός τάσεως. Απιστία ή προδοσία εάν αποδειχθή δεν θα συγχωρεθή , πας δε εναντίον του οποίου  θα υπάρξη η απόδειξις ,θα αχθή εις δίκην  εν τη χώρα ταύτη» (ίδε Times 18/8/45)
Αι απόψεις αυταί εξαγγελθεισαι από του Βήματος της Βουλής των Κοινοτήτων εκ μέρους Υπουργού της Βρεττανικής Κυβερνήσεως καθορίζουν διαυγώς και κατά τρόπον μη επιδεχόμενον παρερμηνείαν τινά της Αγγλικής αντιλήψεως επί του ζητήματος της συνεργασίας μετά του εχθρού: Αξιούται απόδειξις της προδοσίας διά να εισαχθούν εις δίκην οι υπαίτιοι και θεωρείται επιβαλλομένη η συνεργασία μετά του εχθρού, όταν πρόκειται να εξυπηρετηθούν τα γενικά και πραγματικά συμφέροντα του Αγγλικού λαού. Ούτω σκέπτονται και κρίνουν οι έχοντες υγιά αντίληψιν, στερεάν πολιτικήν παράδοσιν, αληθή Εθνικήν υπερηφάνειαν και ρεαλιστικόν πνεύμα, άνδρες.


 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου