Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ:ΤΟ ΝΟΥΜΕΡΟ 31328


Σκληρές γυναικείες φωνές. Σάλια - μπάλια. Οι στρα­τιώτες σαν απόφαγαν θέλαν και να «εκφραστούν». Τραβού­σαν τις γυναίκες, κι αυτές κάνανε τη συνηθισμένη αντίστα­ση. Ύστερα τις πήραν και χάθηκαν εκεί σιμά, μες στα με­γάλα κλήματα του αμπελιού. Μείναν μονάχα δυό, να μας φυλάγουν. Απ' τα κοντήτερα κλήματα εμείς κόψαμε φύλλα και τα μασούσαμε. 
— Άραγες για που πάμε ; ρωτά ένας. 
— Απ' το δρόμο φαίνεται πως πάμε για την Πέργαμο, του απαντά κάποιος. 
Ο ρολογάς πετιέται απ' το μέρος που είναι ζαμουριασμένος :— Για που λέει ; 
— Για την Πέργαμο. 
— Βρε παιδιά, μη! Χάθηκα! 
Είναι τόση η τρομάρα του, θαρρείς πως ξεχνά μονο­μιάς όλα τ' άλλα, πως εκεί πίσω απ' τα κλήματα η γυ­ναίκα του. . . 
— Αν πάμε και με γνωρίσουν, χάθηκα! 
Δεν καταλαβαίνω. Ένας, πλάι, μας το ξηγά. 
— Βαστά απ' την Πέργαμο. Ήταν και στο 4°. Γι' αυτό. Α, ήταν κι αυτός ; Γνώριμη ιστορία. 
Τον καιρό της ελληνικής κατοχής βρέθηκαν όξω άπ' τήν Πέργαμο τα πτώματα — καμιά σαρανταριά φαντάροι δικοί μας, σφαγμέ­νοι απ τους Τούρκους και πεταλωμένοι. Ύστερα πήγε εκεί το 4° ελληνικό σύνταγμα. Γινήκανε, τότες, αντίποινα πολλά.
— Θέ μου, βόηθα... παρακαλούσε ολοένα ο ρολογάς. Μην πάμε στην Πέργαμο!. . . 
Οι στρατιώτες δεν άργησαν πολύ με τις γυναίκες. Ένας - ένας άρχισαν να 'ρχουνται. Τα ματόκλαδά τους πέφταν βαριά, περπατούσαν με αργές κινήσεις, σα λυρικοί ήρωες κινηματογράφου. Ύστερα ήρθαν κ' oι γυναίκες. Το κορίτσι έσιαζε λίγο τα στραπατσαρισμένα ρούχα του. Μα η άλλη, η μητέρα, τίποτα. Ήρθε ανάμεσα μας κοιτάζοντας ίσα, αδιάφορα. Στο στραγγισμένο πρόσωπο τα χείλια της σφιγμένα και ακίνητα. Σα να νοιάζουνταν να διατηρήσουν μες στα δόντια μια περήφανη αταραξία υποταγής — μη βγη και σκορπίση. 
Ξεκινήσαμε. Περπατήσαμε ίσαμε δυο ώρες μες στα χω­ράφια. Τότε ήρθε η νέα συμφορά. Το παιδάκι δεν μπορούσε πια να βαδίση. Κάθισε κάτου κ' έκλαιγε. Ο πατέρας του αναγκάστηκε να το σηκώση στον ώμο. Το τρυφερό βάρος λύγισε την εξαντλημένη αντοχή του σ' απελπιστικό βαθμό. Ήταν πολύ χοντρός. Βουτηγμένος στον ίδρο και στη σκόνη έτρεχε να προφτάξη το καραβάνι. Ολοένα έμενε πίσω. Με τα χέρια του, που βαστούσαν τώρα το μωρό, δεν μπορούσε να καθαρίζη τα γυμνά ποδάρια του απ τ' αγκάθια. Έτσι, όταν ο πόνος γινόταν αβάσταγος, ή σαν χτυπούσε σε καμιά πέτρα, έμπηγε τις φωνές. Πηδούσε, έτρεχε μια στιγμή πα­τώντας στο ένα ποδάρι, ύστερα έχανε την ισορροπία, τσούπ! 'Ηταν ωραίο — να σκας στα γέλια. Τα δάκρυα του τρέχαν. 
Μαύριζαν την ίδια στιγμή απ' τη σκόνη που βιαζόταν να κολλήση πάνω τους. 
— Για δεν κοίταζες, τότε που καθίσαμε, να τυλίξης κ' εσύ τα ποδάρια σου σε κανά παλιόπανο! του φώναξε κάποιος δι­κός μας. 
Κι αυτός παρακαλούσε να τον λυπηθούμε. 
— Μη μ' αφήνετε! ικέτευε σπαραχτικά. 
Σε λίγο γονάτισε. Έμεινε. Απ' τα πόδια του έτρεχε μαύρο σκοτωμένο αίμα, εκεί προς τα χτυπημένα δάχτυλα. 
Το κοπάδι στάθηκε. Οι στρατιώτες πολέμησαν να τον κάμουν να πέση πάλι στο δρόμο. Τον σπρώχνανε. Τίποτα. Τον χτυπούσαν με τα κλαδιά. Ύστερα με τα κοντάκια. Το παι­δάκι έμπηξε τις φωνές. 
— θα τον σκοτώσετε! Δεν το βλέπετε ; χιμά έξαλλη η γυναίκα, μπαίνοντας ανάμεσα στους στρατιώτες, θα το ση­κώσω εγώ το παιδί! 
Έτρεμε τ αχείλι της. Η ματιά ήταν κρύα και σκληρή. Τέντωσε τ' αδύνατα χέρια κ' έβαλε το παιδί που έκλαιγε στον ώμο της. εν το χάδεψε. Κανένας μας δεν κουνήθηκε να προσφερθή. 
— Δε θα βαστάξη, γυναίκα είναι, λέει ένας δικός μας. 
— Ναι, δε θα βαστάξη. 
Γύρισα και κοίταξα τον πλαϊνό μου. Κι αυτός κοίταζε παρακάτω. Κοιτάζαμε ο ένας τον άλλο. θα ήταν ένα τελευ­ταίο ίχνος ντροπή απ' την παλιά ζεστή καρδιά — που να την αγγίξης. . . Μα κανείς δεν κουνήθηκε. 
Ο ρολογάς σηκώθηκε και ξεκινήσαμε. Σε λίγο η γυναί­κα, η σκληρή ματιά, χαμήλωσε. Έπιασε να μερεύη. Κ' έπει­τα, σιωπηλά, βούρκωσε. Έπεσε λίγο πιο πέρα. Άρπαξε φρενιασμένη το παιδάκι στην αγκαλιά της και ξέσπασε στα δάκρυα. 
— Αφήστε μας!. . . Αφήστε μας να τελειώνουμε!. . . φώ­ναζε μες στ' αναφιλητά. 
—Ε! λέει φουρκισμένος ο αρχηγός της συνοδείας. Πάρτε ένας άλλος το παιδί! 
Κάμαμε όλοι μια ασυναίσθητη κίνηση, να ξεφύγουμε έναν κίνδυνο. Οι στρατιώτες άρπαξαν έναν απ' τους τελευ­ταίους της γραμμής και του καθίσαν το παιδί στον ώμο. Πιο πέρα αυτός φώναξε να το δώσουν και σ' άλλον. Ήρθε κ' η σειρά μου. Ήταν αληθινό μαρτύριο — γιατί τρέχαμε, πει­νούσαμε, ήμαστε γυμνοί, ήμαστε για να πέσουμε από στιγμή σε στιγμή εμείς οι ίδιοι. 
Βάδιζα τρικλίζοντας, ύστερα φώναξα να το πάρη κι άλλος. Όλοι τρέχανε να βρεθούν στις πρώτες γραμμές, να ξεφύγουν. Σαν το ξεφορτώθηκα έπιασα κ' εγώ να τρέχω, μη μου το ξαναδώσουν. Είχε γίνει φόβητρο — ένα παιδάκι. Η οργή σκλήραινε ολοένα τις τυραγνισμένες καρδιές.
— Τι θέλει και δεν ψοφά! ξέσπασε, άξαφνα, ένας άγρια.
—Μπας κ' είναι να βαστάξη; λέει ένας άλλος, που νοια­ζόταν να βρη και μια δικαιολογία. Ας το σκοτώσουν να συχάση!Κανείς δεν είπε πως είναι κρίμα. 
Ήταν μίσος για ένα παιδάκι ;
Ναι. Ήταν. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου