Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2018

Δ.Π ΤΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ: ΟΧΙ

Στην μαύρη, την ολοσκότεινη τραγωδία του Μικρασιατικού Ολέθρου , ένα αστεράκι ηρωισμού ρίχνει το μελιχρό του φως. Να το . 
"... Ο επίλαρχος Χ ανταμώθηκε με ίλαρχον Καραπατά[1] στη χαράδρα, στο χούνι [2] ενός βουνού.

Οι δυο τους , με τους δύο ιπποκόμους τους. 
Ο πανικός τους είχε χωρίσει από τους άνδρες τους. Η ίλη τους είχε διαλυθή. Οι ορδές του Κεμάλ , ζαλισμένες από την εύκολη , την ανέλπιστη αυτή επιτυχία τους , κυνηγούσαν καταπόδι τους ήρωες, τους νικητάς δεκαετών αγώνων , που έφευγαν πανικόβλητοι , χωρίς να πολεμήσουν, χωρίς να ξεύρουν κι αυτοί γιατί φεύγουν .
Η μοίρα δυνατώτερη από τον εχθρό . τους έσπρωχνε στη φυγή.
Και ανταμώθηκαν οι δύο Έλληνες Αξιωματικοί αξιωματικοί , που είχαν χάσει την ίλη τους, στο χούνι ενός βουνού , κατάκοποι με την ψυχή τσακισμένη.
Σε λίγο ασκέρι Τούρκικο τους ζώνει. Εκατό, διακόσοι στρατιώτες του Κεμάλ.
-Τί θα κάνουμε; ερωτά ο 'ιλαρχος.

-Τι θα κάνουμε! απαντά ο επίλαρχος. Είμαστε δυο με τους δυο ιπποκόμους μας και είναι τόσοι... δε βλέπεις; Εκείνο πούχουμε να κάνουμε είναι δυστυχώς να παραδοθούμε!...

-Ντουρ, Τεσλίμ!Παραδοθήτε τους φωνάζουν την ίδια στιγμή οι Τούρκοι. 
Ο ίλαρχος επροχώρησε με σταθερό βήμα, με το κεφάλι υψωμένο , περήφανα, προς αυτούς.
-Οχι! εβρονττοφώναξε.

Κ' έβγαλε από τις τσέπες του δυο πιστόλια-γιατί στο δρόμο με πιστόλια και σφαίρες γέμιζε τις τσέπες του - και τα διηύθυνε κατ΄επάνω τους κ' επυροβόλησε.
Στο πυροβολισμό του απαντήσανε Τούρκικα τουφέκια κι ο ανδρείος Καραπατάς σωριάστηκε καταγίς, κατατρυπημένος από σφαίρες. Τούρκικες."
Αυτήν την εποποιία αφηγείται ένας από τους αυτόπτας.
Και θυμόμαστε συνεχώς ένα κεφάλαιο ολόκληρο κι από τα δυνατώτερά του, το υποβλητικώτερο, το καταπλημμυρισμένο από λυρισμό- ένα κεφάλαιο ολόκληρο του μνημειώδους έργου του αφιερώνει ο Βίκτωρ Ουγκώ στον θρυλικό Καμπρών.
Και μια λέξη βρώμικη, που την ξεστόμισε ο ατρόμητος αξιωματικός του Βοναπάρτη την ιστάτη του στιγμή , που την έφτυσε κατά πρόσωπο του νικητή εχθρού , που τη βρήκε ως την καταλληλότερη απάντηση στο :"Παραδοθήτε , ανδρείοι Γάλλοι " που - μια τέτοια λέξη βρώμικη , του δρόμου , της πλέμπας , την πήρε ο μέγας Ποιητής και την ερράντισε με τακριβώτερα αρώματα του λόγου του ποιητικού, και την εξευγένισε και την έκαμε σύμβολο ηρωισμού, αξιοπρεπείας , αυτοθυσίας πατριωτισμού.
Τέτοια λέξη βρώμικη δεν εξεστόμισε ο Έλληνας αξιωματικός, μ' ένα όχι ! ξερό απάντησε στο Ντουρ, Τεσλίμ των Τούρκων, μα το Όχι του αξίζει να γραφή με χρυσά γράμματα, ανεξίτηλα, στην Ελληνική Ιστορία και να μπη πλάι στο "Μολών λαβέ" του Λεωνίδα.
Δεν ενίκησε ο Βέλλιγκτων στο Βατερλώ, λέει ο Ουγκώ, δεν ενίκησε ο Βλύχερ, Ενίκησε ο Καμπρών.
Και στη Μικρασία ενίκησε ο ίλαρχος Καραπατάς. Και η νίκη του είναι πιο μεγάλη από τη νίκη του Καμπρών , γιατί εκείνος ενίκησε το θάνατο σε μια μάχη πολύνεκρη, που το χώμα είχε βαφή από αίμα Γαλλικό - ενώ ο δικός μας Καμπρών ενίκησε σε μια φυγή επονείδιστη που την είχαν παρασκευάσει εκείνοι που καταπροδώσανε τον αήττητο Ελληνικό Στρατό.

Υποσημειώσεις:
[1] Πρόκειται για τον ίλαρχο Καραπατά Γεώργιο του Πέτρου που γεννήθηκε στη Κυπαρισσία στα 1890.[Θ.Μ]
[2]χούνι=φαράγγι 
(Εφημερίδα Έθνος  15 Απριλίου 1923)

Σάββατο 3 Ιουνίου 2017

ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ: ΜΕΤ ΕΜΠΟΔΙΩΝ "ΠΑΡΑΔΟΣΗ -ΠΑΡΑΛΑΒΗ" ΤΟΥ Γ.ΣΩΜΑΤΟΣ ΣΤΡΑΤΟΥ ΣΤΗ ΠΡΟΥΣΣΑ

 
Συμφώνως όθεν τη ληφθείση Διαταγή της Στρατιάς , μετέβην εις Προύσσαν και διηυθύνθην κατ΄ ευθείαν εις τα Γραφεία της Διοικήσεως του Γ' Σώματος Στρατού, έν­θα ευρίσκετο ο Στρατηγός Ιωάννου. Άμα τη εισόδω μου, ο Στρατηγός Ιωάννου εφάνη ως εκπλαγείς. «Καλώς τον Στρατηγό, είπε" πώς απ' εδώ;».
-Ήλθον να αναλάβω την Διοίκησιν του Σώματος Στρατού τω απήντησα.
-Μπα! έκαμεν εκείνος, ως έτι μάλλον εκπλησσόμενος- δεν έλαβον τοιαύτην Διαταγήν. (Κατόπιν έμαθον, ότι είχε λάβει ήδη την Διαταγήν).
Μετά μικράν συνομιλίαν απεχώρησα και εξελθών ετη-λεγράφησα σχετικώς εις την Στρατιάν.Την επομένην έλαβον κοινοποίησιν της προς τον Στρατηγόν Ιωάννου αποσταλείσης νεωτέρας Διαταγής της Στρατιάς, ήτις είχεν ως εξής:
«Παραδώσατε αμέσως την Διοίκησιν του Σώματος Στρα­τού εις τον Στρατηγόν Τρικούπην. Υπέχετε ευθύνην δια πάσαν βραδύτητα παραδόσεως».
Άμα τη λήψει της Διαταγής της Στρατιάς μετέβην παρά τω Στρατηγώ Ιωάννου και τον ηρώτησα εάν έλα­βε την Διαταγήν.
-Μάλιστα, μοι απήντησε, αλλά δεν θα σοι παραδώσω την Διοίκησιν.
-Πώς; τω λέγω. Δεν θα εκτέλεσης την Διαταγήν της Στρατιάς;
-Εγώ θα υπακούσω εις τον Παπούλαν, ο οποίος είναι νεώτερος μου; ήτο η απάντησίς του.
-Εν τοιαύτη περιπτώσει, υπέλαβον, εάν ήμην εις την θέσιν σας, θα ανέφερον τηλεγραφικώς εις τον Υπουργόν των Στρατιωτικών, ότι κατόπιν διορισμού ως Διοι­κητού της Στρατιάς του Στρατηγού Παπούλα, νεωτέρου μου όντος, εγώ δεν δύναμαι να παραμένω ως Διοικητής Σώματος Στρατού, και διατάξατε εις τίνα θέλετε να πα­ραδώσω την Διοίκησιν.
-Δηλαδή θέλεις να σοι παραδώσω την Διοίκησιν, μοι απήντησεν. Όχι, δεν σοι την παραδίδω, και εν ανάγκη θα έβγω εις το κλαρί. Πάντως, δεν σοι παραδίδω την Διοίκησιν.
Κατόπιν του επεισοδίου τούτου απεχώρησα του Στρα­τηγείου του Γ' Σώματος Στρατού.
Η κατάστασις ήτο δυσάρεστος. Οι αξιωματικοί είχον πληροφορηθή τα μεταξύ του Στρατηγού Ιωάννου και εμού διαμειφθέντα και ευρισκόμην εις δύσκολον θέσιν. Η χαώδης αύτη κατάστασις δεν ηδύνατο να εξακολουθήση και εσκέφθην, ότι η μόνη ενδεικνυομένη λύσις ήτο να ειδοποίηση η Στρατιά απ' ευθείας τας Μεραρχίας, ότι μοι ανετέθη η Διοίκησις του Γ' Σώματος Στρατού. Ανέφερον όθεν κρυπτογραφικώς εις την Στρατιάν περί των διαμειφθέντων εν Προύσση και προέτεινα την λύσιν ταύτην.
Την επομένην το εσπέρας, ενώ εγευμάτιζον εις το ξενοδοχείον μετά του Στρατηγού Χαραλάμπους Τσερούλη, Διοικητού Μεραρχίας, λαμβάνει αυτός και εγώ τηλεγραφικήν Διαταγήν της Στρατιάς, συντεταγμένην συμφώνως τη προτάσει μου. Μετά την ανάγνωσιν ταύτης ο Στρα­τηγός Τσερούλης μοί είπεν, ότι λυπείται δια τα συμβάν­τα και θα μεταβή προς συνάντησιν του Στρατηγού Ιωάν­νου, με παρεκάλεσε δε να αναμένω την επιστροφήν του, χωρίς να προβώ εις ουδεμίαν άλλην ενέργειαν.
Μετά ημίσειαν ώραν περίπου, επιστρέψας ο Στρατη­γός Τσερούλης μοι ανεκοίνωσεν, ότι δυστυχώς ο Ιωάν­νου ήτο ανένδοτος και ότι επέμενεν εις την άρνησίν του να μοι παραδώση την Διοίκησιν.
Κατόπιν τούτου απέστειλα Διαταγήν προς τον εν Προύσση Φρούραρχον Αντισυνταγματάρχην Πυροβολι­κού Ι. Γαρέζον, όστις ήτο προσέτι γνωστός μοι ως υπηρετήσας προ ετών εις το Σύνταγμα μου, δια της οποίας διέτασσον, όπως διαθέση εν δωμάτιον του Φρουραρχείου εις το οποίον να εγκαταστήσω το Γραφείον του Γ' Σώματος Στρατού την πρωίαν της επομένης .
Την επομένην, λίαν πρωί, μετέβην εις το Φρουραρχείον, εγκατεστάθην εις το διατεθέν μοι Γραφείον και εξέδωκα Διαταγήν προς τας Μεραρχίας, δια της οποίας εγνωστοποίουν αυταίς, ότι κατόπιν Διαταγής της Στρατιάς ανέλαβον την Διοίκησιν του Γ' Σώματος Στρα­τού και ότι εφεξής ουδεμία Διαταγή του Σώματος θα ίσχυεν εάν δεν θα έφερεν ιδιόχειρον την υπογραφήν μου.
Απηύθυνα ετέραν Διαταγήν προς το Φρουραρχείον, ίνα μη αποστείλη πλέον φρουράν εις το Κατάστημα του Γ' Σώματος Στρατού, καθόσον από σήμερον, έγραφον, η Διοίκησις του Σώματος εγκαθίσταται εις το Φρουραρ­χείον.
Κοινοποίησις της Διαταγής ταύτης εγένετο και προς τον Στρατηγόν Ιωάννου.
Κατόπιν των άνω προσήλθεν εις το Γραφείον μου ο Υπασπιστής του Στρατηγού Ιωάννου, όστις με παρεκάλεσε να μεταβώ εις το Κατάστημα του Σώματος Στρα­τού, ίνα μοι παραδώση ο Στρατηγός την Διοίκησιν. Το μόνον, όπερ επιθυμεί ο Στρατηγός, μοι προσέθεσεν, εί­ναι να διατηρήση το Γραφείον Α' επί τινας ημέρας, προς τακτοποίησιν προσωπικών του τινών ζητημάτων.
«Δυό σκούφιες σ' ένα κεφάλι δεν χωρούν», τω απήντη­σα. Ή αυτός θα είναι ή εγώ.
Τότε με παρεκάλεσε να αναμείνω επ' ολίγον την απάντησίν του.
Μετ' ολίγον επανέρχεται λέγων μοι, ότι ήλθεν, όπως με συνοδεύση εις το Γραφείον του Σώματος Στρατού, ένθα με ανέμενεν ο Στρατηγός.
Άμα εισήλθον εις το Γραφείον ο Ιωάννου ηγέρθη και μοι παρεχώρησε την θέσιν του.
Τω εξέφρασα την λύπην μου δια τα δυσάρεστα γεγο­νότα και επηκολούθησε μεταξύ μας μικρά φιλική συνομιλία. Αφού δε ικανοποίησα απάσας τας αιτήσεις του, ηγέρθη προς αναχώρησιν.

ΚΟΥΚΟΥΤΣΑΚΗΣ ΣΤ: Η "ΧΑΡΑΔΡΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ".

Αυτός ήταν ο Στεργιάδης. Κι αυτό ήταν το σύστημά του . Αυτή η εξευτελιστική συμπεριφορά του απέναντι παντός Έλληνος και παντός Ελληνικού. Και, προ πάντων , αυτό το μαστίγιον, αυτό το "κνούτον" , αυτός ο βούρδουλας , ήταν όχι μόνον το σύμβολον της μυσαράς του εξουσίας, αλλά και ο μόνος σύντροφος και ο μόνος του σύμβουλος και το μόνον μέσον σωφρονισμού και εξευτελισμού, αλλά και κάθε παραλογισμού του...Διότι, προ παντός άλλου , ο Ύπατος Αρμοστής της Ελλάδος εν Σμύρνη, εις ένα νεύμα του οποίου έτρεμαν όλοι και όλα , όσα ευρίσκοντο εις την Ελληνικήν Μικρασίαν, από την θάλασσαν του Μαρμαρά έως τα βουνά της Τζίννας και του Τμώλου, και από τας παραλίας του Αιγαίου έως το Σεϊδη-Γαζή και το Αφιόν -Καραχισάρ και τον ακραίον σταθμόν του Τσιβρίλ .. προ παντός άλλου , ήτο "παράλογος"! Ευέξαπτος, νευροπαθής, πείσμων, ακαταλόγιστος, ισχυρογνώμων, βίαιος εις την πρώτην εκδήλωσιν κάθε εντυπώσεως του και κάθε αποφάσεως , βλάσφημος μέχρις αηδίας και προστυχολόγος, (ενίοτε μάλιστα βωμολόχος),τυραννούσε τον εθνομάρτυρα Χρυσόστομον και τον ύβριζε , καπηλικώς χωρίς αφορμή, εξευτέλιζε τους συνεργάτας του με λόγια συντριπτικά και ακατανόμαστα , χτύπαγε τους βαθμούχους άνευ διακρίσεως πέταγε τους δημοσιογράφους και τους δημογέροντας έξω από το γραφείο του, απειλούσε με γρόνθους το σύμπαν και ύψωνε το μαστίγιόν του , τον ιδικόν του αχώριστον "βούρδουλαν" σε κάθε πλάτη και σε κάθε κεφαλή.. Κι έκανε άπειρες αδικίες και παρεξκγήσεις και γκάφες ανήκουστες!... Το βέβαιο είναι πως για τις τελευταίες αυτές περιπέτειες του μετάνοιωνε εύκολα και εταπεινώνετο αμέσως με περισσότερο παραλογισμό παρ' όσον χρησιμοποιούσε όταν εξηυτέλιζε... Αλλά σε τι ωφελούσε μια τέτοια ταπείνωσι, όταν δεν συντελούσε κι' αυτή παρά μόνο στην καταρράκωσι του Ελληνικού γοήτρου εν Μικρασία;
Η μανία του ιδίως εναντίον των παπάδων και των αρχιερέων και κάθε ρασοφόρου , ήταν παροιμοιώδης και έμοιαζε με λύσσα! 

Κάποτε βούτηξε τον Άγιον Σμύρνης, τον Μεγαλομάρτυρα Χρυσόστομον από τα γένεια , και τον εξύβρισεν ελεεινά και μια τούφα γένεια του μάρτυρος απόμειναν στα χέρια του !... Αφορμή ήταν μια μικρά διαχείρησις χρημάτων που του είχεν εμπιστευθή δια τους πρόσφυγας των Γαννοχώρων εις τας πατρίδας των. Και εξεμάνη, διότι κάτι του είπαν , ενώ ουδείς λόγος και ουδεμία αφορμή συνέτρεχεν ώστε να υποψιασθή τον Άγιον εκείνον Μητροπολίτην!... 
Το απόγευμα της ιδίας ημέρας μετάνοιωσε και, μαζί με την συγνώμη που του ζήτησε , του έστειλε δώρον ένα αυτοκίνητον!... 
Άλλοτε πάλιν ένας ιερεύς του Χορόσκιοϊ εδείχθη ανάξιος της αποστολής του δια κάποιαν ασέλγειαν. Η Μητρόπολις Σμύρνης τον έπαυσεν αμέσως και εντός τριών ημερών έστειλεν άλλον στη θέση του . Αλλά, τέσσαρες μέρες μετά την καθαίρεσιν , ο Στεργιάδης έμαθε τα καθέκαστα , και έξω φερνών έστειλε να του φέρουν από το Χορόσκιοϊ τον ιερέα για να τον τιμωρήση ο ίδιος... Οι απεσταλμένοι του που δεν ήξεραν καν περί τίνος επρόκειτο και δια ποίαν αφορμήν ενήργουν την σύλληψιν και την μεταφοράν του ιερέως , έπιασαν τον νεοδιορισθέντα εφημέριον και τον έφεραν ενώπιον του σατράπου ... 
Και τότε εκείνος , ανερώτητα, ανεξέταστα, αναπολόγητα, έπιασε τον περίφημον "βουρδουλα" του και, επί δέκα λεπτά της ώρας , μουγκρίζων, αφρίζων και μαινόμενος, χτυπούσε στις πλάτες και στο πρόσωπον τον ανύποπτον και αθώον ιερέα, ο οποίος δεν ήργησε , με τα ράσα κουρελιασμένα, να πέση λιπόθυμος.... 
Μίαν ώρα αργότερον , ενώ ο αθώος ιερεύς ματωμένος, ωδύρετο εις την εξώθυραν του Αρμοστειακού μεγάρου , ο σατράπης έμαθε την αλήθειαν και την παρεξήγησιν της οποίας έγινε αφορμή... Ζήτησε τότε συγγνώμην από τον δαρέντα παπάν και του έδωσεν εκατό λίρες για ...τους πτωχούς της ενορίας του! Δηλαδή , για να λησμονήση το ξύλο που του έδωσε!.. 
Τι ωφελούσαν όμως η συγγνώμες που ζήτησε εις πλέον από τριακόσια παρόμοια επεισόδια της ορμητικής νευροπαθείας του , όταν ο εθνικός εξευτελισμός συνετελείτο δια του προσώπου του Ανωτάτου Άρχοντος της Μικρασίας , κατά τρόπον τόσον εντυπωσιακόν και συντριπτικόν;...
Αλλ' όσον και αν ήτο βίαιος και ορμητικός εις τους εξευτελισμούς και το μαστίγωμα που έδινε με τα χέρια του , άλλο τόσον ήτο θρασύδειλος! Και ενώ έβριζε και χτυπούσε σαν λυσσασμένος, όταν το θύμα του εσήκωνε κεφάλι και ...πυγμήν, ο Στεργιάδης εγίνετο πτώμα. Άλλαζε όψιν. Άλλαζε τόνον φωνής. Άλλαζε συμπεριφοράν ... Και όχι μόνον ικανοποιούσε το παρ' ολίγον θύμα του , αλλά και πλειοδοτούσεν εις την παροχήν αντισταθμισμάτων για να λησμονηθή το επεισόδιον.... 
Έτσι τάπαθε μια μέρα μ' έναν ανώτερον αξιωματικόν του Στρατού της ξηράς [1]. Μόλις ήρχισε να τον υβρίζη και να σηκώνη χέρι επάνω του, ο συνταγματάρχης έβγαλε το περίστροφόν του και τον ηπείλησεν ... Ο Στεργιάδης έγινε αμέσως πτώμα. Προσεποιήθη πως εχαμογέλασε και η αισχρά γλώσσα του έγινε .... γλυκυτάτη. Στο τέλος , προέπεμψε τον συνταγματάρχην έως την εξώπορτα και του χάϊδευε φιλικώς και ταπεινώς τους ώμους , ενώπιον όλων των ανθρώπων του, που ήξευραν ότι τον είχε προσκαλέσει δια να τον επιτιμήση και να τον υβρίση κατά τας συνηθείας του. ........

[1] Για το περιστατικό έχουν καταγραφεί διάφορες εκδοχές .Μία από αυτές θέλει σαν πρωταγωνιστή του επεισοδίου το στρατηγό Δημήτριο Ιωάννου. (Θ.Μ)

(Το έργο δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ στα 1933)



Πέμπτη 14 Ιουλίου 2016

ΣΤΕΡΓΙΑΔΗΣ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

Όταν, μετά πάροδον χρόνου, η τουρκική αντίδρασις επέβαλε την επέκτασιν της ελληνικής κατοχής, πέραν των ορίων της συνθήκης των Σεβρών προς την Προύσαν, συνέβη τούτο : Η μεραρχία της οποίας ηγείτο ο στρατηγός Ιωάννου, προελαύνουσα προς την Προύσαν, συνήντησε κοπάδια από πρόβατα και αγελάδας που απετέλουν τον εφοδιασμόν των τούρκων ατάκτων. Ήτο καθαρώς πολεμική λεία και εχρησιμοποιήθησαν δια την τροφοδότησιν του προελαύνοντος στρατού. Το πράγμα έφθασε μέχρι του Ελευθερίου Βενιζέλου, ο οποίος ετηλεγράφησεν εις τον Στεργιάδην να καλέση τον Ιωάννου και να του ζητήση εξηγήσεις.
Όντως, ο Στεργιάδης εκάλεσε τον Ιωάννου, ο οποίος προσήλθεν εις το Διοικητήριον κρατών, ως πάντοτε, το μαστίγιόν του. Είπεν εις τον ιδιαίτερον γραμματέα του Στεργιάδη να τον αναγγείλη, εκρέμασε δ' εν τω μεταξύ το πηλήκιον και το μαστίγιόν του εις την κρεμάστραν. Ο ιδιαίτερος τον παρεκάλεσε να περιμένη μέχρις ότου εξέλθη ένας άλλος επισκέπτης. Δεν εχρειάσθη άλλωστε, να περιμένη επί πολύ. Είδεν έξαφνα ο στρατηγός ανοιγομένην την θύραν του γραφείου του υπάτου αρμοστού, τον ίδιον τον Στεργιάδην να εκδιώκη πυξ-λαξ ένα πολίτην και να κλείνη κατόπιν την πόρταν. Ο Ιωάννου έμεινεν εμβρόντητος. Εσηκώθη όμως αμέσως, εφόρεσε το πηλήκιόν του, επήρε δε και το μαστίγιόν εις το χέρι.
—Αφήστε τα, στρατηγέ μου, είπεν ο ιδιαίτερος, θα σας αναγγείλω αμέσως.
Ο Ιωάννου εκτύπησε δυο - τρεις φοράς το μαστίγιον εις τις μπόττες του και απήντησε :
—Όχι, θα το πάρω, μπορεί να μου χρειασθή.
Μετά δυο-τρία λεπτά ο ιδιαίτερος εξήλθεν από το γραφείον του Στεργιάδη και είπε προς τον Ιωάννου :
—Ο κ. Ύπατος Αρμοστής σας περιμένει.
Να διεβίβασεν άραγε ο ιδιαίτερος τα λόγια του Ιωάννου ; Πιθανόν διότι ουδέ νύξιν του έκαμεν ο Στεργιάδης περί του σκοπού δια τον οποίον τον εκάλεσε, αλλ' απλώς του εζήτησε πληροφορίας περί του στρατού και της καταστάσεως.

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2014

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΕΡΤΖΟΣ : Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΧΙΙ ΜΕΡΑΡΧΙΑΣ



Η  XII Μεραρχία συνεκροτήθη το 1920 στη Θράκη με αποκλειστικό σκοπό τη συμμετοχή της στη Μικρασιατική Εκστρατεία. Την αποτελούσαν κυρίως Κρήτες και Θράκες εθελοντές, αλλά και Μακεδόνες. Πολλοί απ' αυτούς προηγουμένως είχαν ανταποκριθεί στο πατριωτικό προσκλητήριο της επαναστατικής Κυβερνήσεως Εθνικής Αμύνης, που την 26η Σεπτεμβρίου 1916 ανακηρύχθηκε στη Θεσσαλονίκη υπό την τριανδρία του Πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου, του ενδόξου Υδραίου ναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη και του στρατηγού Παν. Δαγκλή. Αρκετοί αξιωματικοί της, όπως ο συνταγματάρχης Περικλής Καλλιδόπουλος, είχαν πρωτοστατήσει στο Κίνημα.
Το  1916 στην Κωνσταντινούπολη οι Οθωμανοί επεστράτευαν τον 18ετή Θεόδωρο Νικολέρη, μετέπειτα ιστορικό φωτογράφο της XII Μεραρχίας.
Το  Κίνημα Εθνικής Αμύνης υπήρξε η κορυφαία πράξη του Εθνικού Διχασμού κατά την κορύφωση του ήδη διετούς Α' Παγκοσμίου Πολέμου και σκοπό του, επιτυχημένο ιδίως στη Μακεδονία και τα Νησιά, είχε την έξοδο της Ελλάδος στον πόλεμο παρά το πλευρό της Αγγλίας, της Γαλλίας, της Ρωσίας και, μετά, της Ιταλίας και των Ηνωμένων Πολιτειών καθώς και των μικρότερων συμμάχων τους (Σερβίας, Μαυροβουνίου και Ρουμανίας) εναντίον της Τριπλής Συμμαχίας των τριών Αυτοκρατοριών (Γερμανών, Αψβούργων και Γερμανών) και της Βουλγαρίας.
Την 11η Νοεμβρίου 1916 η κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης, με έδρα τη Θεσσαλονίκη όπου ήδη το 1915 έχουν εγκατασταθεί στρατεύματα της Γαλλίας και της Αγγλίας και έχουν αναπτύξει το ευρύ Μακεδονικό Μέτωπο εναντίον ισχυρών βουλγαρικών και γερμανικών στρατευμάτων, κηρύσσει τον πόλεμο εναντίον της Βουλγαρίας και τον Δεκέμβριο στέλνει στο Μακεδονικό Μέτωπο τα πρώτα στρατιωτικά τμήματα της.
Τον Απρίλιο 1917 διαθέτει 36 τάγματα με 40.000 άνδρες και στόλο 11 πολεμικών πλοίων με 1.046 ναύτες και 96 αξιωματικούς. Λίγους μήνες αργότερα, αφού εντωμεταξύ ο συμμαχικός στόλος καταλαμβάνει τον Πειραιά και εκθρονίζει τον Βασιλέα Κωνσταντίνο ενοποιώντας υπό τον Βενιζέλο τη διχασμένη Ελλάδα, 10 ελληνικές Μεραρχίες 90 ταγμάτων συνολικά ενισχύουν το Μακεδονικό Μέτωπο όπου εναντίον 260 βουλγαρικών ταγμάτων μάχονται 19 Μεραρχίες της συμμάχου Αντάντ (8 γαλλικές, 6 σερβικές, 4 αγγλικές, 1 ιταλική και αποκομμένα ρωσικά τμήματα). Στη νικηφόρο μάχη του Σκρα, την 30ή Μαΐου 1918, η συμβολή των ηρωικών πράγματι ελληνικών δυνάμεων αναγνωρίζεται ως καθοριστική και εξαναγκάζει τη Βουλγαρία σε άμεση συνθηκολόγηση. Έναν ακριβώς μήνα αργότερα συνθηκολογεί και η Τουρκία. Έχει ανοίξει ο δρόμος της Ελλάδος προς την Ανατολή.
Ο Ελληνικός Στρατός, που όλοι σχεδόν οι αξιωματικοί και χιλιάδες άνδρες του θα αποτελούσαν τη XII Μεραρχία, διαβαίνει τον ποταμό Νέστο το 1919 και, μετά τη Συνθήκη των Σεβρών (1920), μεταξύ 1920-1921 προωθείται διαδοχικά σε Ξάνθη, Κομοτηνή, Διδυμότειχο και Αδριανούπολη, ενώ παράλληλα έχει αρχίσει σταδιακά η Μικρασιατική Εκστρατεία. Τότε συγκροτείται στην Ανατολική Θράκη η XII Μεραρχία στην οποία εθελοντής, από την Κωνσταντινούπολη, κατατάσσεται ο Θεόδωρος Νικολέρης, που ορίζεται φωτογράφος της.
Εντωμεταξύ ο θριαμβευτής Ελευθέριος Βενιζέλος χάνει οριακά τις άκαιρες εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 και, μετά από δημοψήφισμα τρεις εβδομάδες αργότερα, επανέρχεται στον θρόνο ο έκπτωτος Βασιλεύς Κωνσταντίνος.
Τον Μάιο 1921 η XII Μεραρχία βρίσκεται στις Σαράντα Εκκλησιές της Θράκης, λαμβάνει διαταγή να μετάσχει αμέσως στη Μικρασιατική Εκστρατεία και διοικητής της τοποθετείται ο υποστράτηγος Πρίγκιψ Ανδρέας, αδελφός του Κωνσταντίνου, που αργότερα περιγράφει την Μεραρχία ως εξής [1]:
«Η Μεραρχία απετελείτο εκ του 14 Συντάγματος Πεζικού και των άρτι σχηματισθέντων 41 και 46 Συνταγμάτων Πεζικού, μιας Μοίρας ορειβατικού πυροβολικού, εξ ενός Λόχου σκαπανέων, μιας Ημιλαρχίας Ιππικού, ενός χειρουργείου και των σχετικών υπηρεσιών.
Ήτο Μονάς μόλις καταρτισθείσα εν Θράκη (...) Πολλοί αξιωματικοί του 46 Σ. Π ήσαν εκείνοι τους οποίους αι φρουραί των δεν ήθελον λόγω χαρακτήρος, απειθαρχίας και των τοιούτων. Η όλη Μεραρχία απετελείτο ως επί το πλείστον εκ Θρακών και Κρητών, καλών μεν και ρωμαλέων ανδρών, αλλ7 άνευ πολεμικής πείρας και απαίδευτων. Η κατάστασις εσώζετο υπό των διοικητών των Συνταγμάτων συνταγματαρχών Γ. Ζήρα του 14, Τ. Βλάχου του 41 και Παναγιωτάκου του 46.
Η ορειβατική Μοίρα, λίαν ασθενής (...) Τομηχανικόν ευρίσκετο άνευ υλικού, ουδέ καν οπτικός τηλέγραφος υπήρχε (...) Τοιούτον στράτευμα ενώπιον τον εχθρού θα διελύετο ως η χιών υπό τον ήλιον».
Εκτός από τους διοικητές των Συνταγμάτων ο Ανδρέας επαινεί επίσης τον αρχηγό του μεραρχιακού Μηχανικού συνταγματάρχη Καλλιδόπουλο, αν και φανατικό βενιζελικό Θεσσαλονικέα.
Η XII Μεραρχία, όπως και η IV υπό τον συνταγματάρχη Δημαρά, εντάσσεται στο Νότιο Συγκρότημα του Μικρασιατικού Μετώπου. Το Νότιο Συγκρότημα Μεραρχιών διοικεί ο υποστράτηγος Γίδας. Τη δραματική όσο και επική πορεία της στη Μικρά Ασία φωτογραφίζει ο ταλαντούχος πολεμικός φωτογράφος της Θ. Νικολέρης και αυτόν θα ακολουθήσουμε. Όπου χρειάζεται, τις φωτογραφικές μαρτυρίες συμπληρώνουν επικουρικά άλλες πληροφορίες από ιστορικές πηγές και πρωτογενείς μαρτυρίες που δημοσιεύονται στο οπισθόφυλλο κάθε σχετικής φωτογραφίας. Οι σημαντικότερες και πυκνότερες πληροφορίες για την κίνηση της Μεραρχίας μέχρι το θρυλικό Καλέ Γκρότο, το ανατολικότερο σημείο όπου έφθασαν προελαύνοντα τα ελληνικά στρατεύματα, προέρχονται από τις λεπτομερείς καταγραφές του έως τότε διοικητού της Πρίγκιπος Ανδρέα, ο οποίος εξόριστος δημοσίευσε στο Παρίσι το βιβλίο του 792/ Δορύλαιον-Σαγγάριος το 1928, σε χρονική απόσταση αναπνοής από τα περιγραφόμενα γεγονότα. Εν προκειμένω χρησιμοποιούνται μόνον οι αμιγείς πληροφορίες και κατά κανόνα παραλείπονται οι κρίσεις του Πρίγκηπος που αυτονοήτως επηρεάζονται εντονότατα από τη στενή σχέση του με τον αδελφό του Βασιλέα Κωνσταντίνο, από τη μετωπική σύγκρουση της Δυναστείας με τους βενιζελικούς και την προφανή εχθρότητα της προς τους «Αμυνίτες» (μέλη του Κινήματος Εθνικής Αμύνης) αξιωματικούς και από τις μετέπειτα βαρύτατες καταδίκες (των Εξ και αργότερα του Ανδρέα) με αμφιλεγόμενη ακόμη απόφαση του επαναστατικού Εκτάκτου Στρατοδικείου τον Νοέμβριο 1922.
Μετά το Καλέ Γκρότο αραιώνουν ή χάνονται στον λαβύρινθο εξειδικευμένων στρατιωτικών συγγραμμάτων οι πληροφορίες για την αντίθετη πια κίνηση της XII Μεραρχίας προς τα πίσω, προς την καταστροφή και την προσφυγιά. Τις αναπληρώνουν κατά τον δραματικότερο και αυθεντικότερο τρόπο ο φωτογραφικός φακός του άγρυπνου Θ. Νικολέρη και σπαράγματα των στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Συνοπτικά :
Η XII Μεραρχία αποπλέει 2 Ιουνίου 1921 από τη Ραιδεστό και εντάσσεται στη Στρατιά Μικράς Ασίας, στο Νότιο Συγκρότημα Μεραρχιών.
17 Ιουνίου 1921 βρίσκεται στον σιδηροδρομικό σταθμό Ινάι, όπου το στρατηγείο της Μεραρχίας και του Νοτίου Συγκροτήματος Μεραρχιών. Ο σταθμός Ινάι απέχει 270 χιλιόμετρα από τη Σμύρνη. Εκεί λαμβάνει διαταγή πορείας «προς Αφιόν Καραχισάρ δια του Ακάρ και κατόπιν προς Βορράν» και ξεκινάει. Μπαίνει στη φωτιά των μαχών και όλες οι μάχες είναι νικηφόρες.
Οι αποστάσεις που διασχίζει πολεμώντας είναι τεράστιες, το έδαφος τραχύ και συχνά χωρίς ούτε υποτυπώδεις δρόμους, ο πληθυσμός εχθρικός, οι άτακτοι τσέτες επιτίθενται αιφνιδιαστικά στις πιο ευαίσθητες οπισθοφυλακές, τα ενδιάμεσα βουνά άγρια διακοπτόμενα από χαώδη φαράγγια όπου βροντούν ξαφνικά τα κανόνια του Κεμάλ. Και το Αφιόν Καραχισάρ υπερασπίζονται εις μέγα βάθος ισχυρά τακτικά κεμαλικά στρατεύματα.
Η πορεία της Μεραρχίας έχει αρχίσει και υπό τέτοιες συνθήκες, συνήθως πολύ δυσμενέστερες μάλιστα, θα συνεχισθεί επί δεκαπέντε μήνες με την ψυχή στο στόμα, τη λόγχη στο χέρι γυμνή και το Όνειρο στα υγρά μάτια. Ολοκληρώνεται 29 Αυγούστου 1922 στην Αρτάκη, από όπου η Μεραρχία αποπλέει και αποβιβάζεται στη Ραιδεστό —την αφετηρία της εκστρατείας της.
20 Ιουνίου 1921 φθάνει στο Καρά Σεχήρ.
25 Ιουνίου 1921, μετά από σκληρή πορεία τριών ημερών, φθάνει στο μουσουλμανικό νεκροταφείο του Σεβασλή. Συγκινημένοι οι στρατιώτες διαπιστώνουν ότι τα επιτύμβια μάρμαρα των μουσουλμανικών τάφων αποτελούν μέλη συλημένων αρχαίων ελληνικών ναών, μνημείων και βωμών. Ωστόσο, οι στρατιώτες προβαίνουν σε βαρβαρότητες κατά του αμάχου μουσουλμανικού πληθυσμού.
27 Ιουνίου 1921 η Μεραρχία καταλαμβάνει τον στρατηγικό αυχένα του οχυρού όρους Ακάρ Νταγ. Μπροστά της διανοίγεται η πεδιάδα προς το Αφιόν Καραχισάρ σπαρμένη με κατακόκκινες παπαρούνες που παράγουν το όπιο (αφιόν).
29 Ιουνίου 1921, μετά από πορεία δύο ημερών νέα συνάντηση με τους προγόνους. Οι λευκές κολόνες ενός αρχαίου ελληνικού ναού υψώνονται στα πρόθυρα του Σινάν πασά. Ενδιαμέσως μάχεται σκληρά. Αυθημερόν εισέρχεται στο Μπουντακλάρ. Βρίσκεται πλέον στα πρόθυρα του Αφιόν Καραχισάρ εναντίον του οποίου εξαπολύεται γενική επίθεση του Νοτίου Συγκροτήματος Μεραρχιών.
«Την επομένην. 29, εκκίνησις εγένετο την 4.30'ώραν πρωινήν. Από του χωρίου Γκιονέκ και πέραν ανέμενον από στιγμής εις στιγμήν την παρά του Μπαλ Μαχμούτ έναρξιν του πυρός πυροβολικού εις την οποίαν θα ήτο αδύνατον να απαντήσω λόγω της αποστάσεως διότι τα ιδικά μας πυροβόλα ήσαν μικρά. Εν τω μεταξύ η πορεία εξηκολούθει , διεβαίνομεν τα χωρία το εν μετά το άλλον και εντούτοις το Μπαλ Μαχμούτ εσιώπα. Τέλος εις το Πασά κιόι χωρικοί μάς εβεβαίωσαν ότι ο εχθρός είχεν εγκαταλείψει τας θέσεις του [2]».
30 Ιουνίου 1921 η Μεραρχία καταλαμβάνει το εγκαταλειμμένο Αφιόν Καραχισάρ και ο μέραρχος της σημειώνει:[3]
«Το εχθρικόν απόσπασμα κατεδιώχθη όλην την νύκτα υπό του συνταγματάρχου Ζήρα. Λίαν πρωί δε 30, ευρεθείς ούτος προ του Αφιόν Καραχισάρ, εισήλθε και κατέλαβε την πόλιν. Αν και δεν πρόκειται βεβαίως περί μεγάλου πολεμικού κατορθώματος, απεσιωπήθη το γεγονός και η κατάληψις απεδόθη εις την IV Μερρχίαν, η οποία εισήλθεν εις την πόλιν περί την μεσημβρίαν».
Η Στρατιά στρέφεται προς την Κιουτάχεια. Από 2 έως 10 Ιουλίου 1921 η XII, προελαύνοντας, πραγματοποιεί μακρές κοπιαστικές πορείες υπό καύσωνα σε κακοτράχαλα βουνά και επικίνδυνες διαβάσεις κατευθυνόμενη εν μέσω συνεχών μαχών προς Κιουτάχεια όπου ανέμενε αντίσταση μεγάλων δυνάμεων. Μάχεται νικηφόρα στο Τουρκμέν Νταγ που καταλαμβάνει την κορυφή του, διανυκτερεύει βαλλόμενη από τον εχθρό στην επικίνδυνη χαράδρα-διάβαση Μπας Εϋρέν, καταλαμβάνει άφθονα πολεμικά λάφυρα, καταλαμβάνει με έφοδο την κορυφή Ταχταλή Μπαμπά και 10 Ιουλίου βρίσκεται μπροστά στο Εσκή Σεχήρ, το οποίο, μετά σκληρές μάχες ημερών, εκκενώνει ο εχθρός. Εγκαθίσταται στο Καρά Σεχήρ.
1 Αυγούστου 1921, με διοικητή της πια τον συνταγματάρχη Περ. Καλλιδόπουλο, ξεκινάει με όλη τη Στρατιά προς τον Σαγγάριο με μακρές πορείες και αφόρητη ζέστη στην ερημιά. Ενεργεί στο κέντρο του μετώπου, σε δεύτερη γραμμή. Από 6 Αυγούστου ζεύει και διαβαίνει παραποτάμους του Σαγγαρίου, μετά τρεις ημέρες διαβαίνει τον κύριο ποταμό ενώ η Στρατιά δέχεται και αποκρούει συνεχώς καταδρομικές επιχειρήσεις του εχθρού, ιδίως του Ιππικού. Μετέχει στην επική γιγαντομαχία του Σαγγαρίου, ανατολικά του ποταμού, που αρχίζει στις 10 Αυγούστου, διαρκεί 22 συνεχή ημερονύκτια. Μαζί με άλλες δυνάμεις καταλαμβάνει το τρομερό Ταμπούρ Ογλάν, μετέχει στην εκπόρθηση του θρυλικού Καλέ Γκρότο, μάχεται στο Καραμπουνάρ και καταλαμβάνει αιφνιδιαστικά τον ορεινό αυχένα Αρντίζ Νταγ.
Κατά την τακτική σύμπτυξη της Στρατιάς, 28 του μηνός, διαβαίνει προς τα πίσω τον Σαγγάριο, αποκρούει σφοδρές εχθρικές αντεπιθέσεις επί τριημερον και αρχές Σεπτεμβρίου εγκαθίσταται στις μόνιμες πια θέσεις του ελληνικού μετώπου μπροστά στο Εσκή Σεχήρ, μέχρι τον επόμενο Αύγουστο. Μεταξύ 17-25 Σεπτεμβρίου 1921 μαίνεται και τελικά αποκρούεται μαζική αντεπίθεση του εχθρού στο Αφιόν Καραχισάρ.
  13 Αυγούστου 1922 εξαπολύεται κατά του ελληνικού μετώπου η γενική στρατηγική αντεπίθεση του εχθρού, την οποία διευθύνει επί τόπου προσωπικά ο αρχιστράτηγος Μουσταφά Κεμάλ πασάς. Στον τομέα της η XII δεν δέχεται επίθεση. Διατάσσεται να συμπτυχθεί στο Αραπλή Τσιφλίκ. Την επομένη υπερασπίζεται το Τσακίρ Τεπέ και το Εϋρέν Τεπέ. Ωστόσο, ο Κεμάλ επιτυγχάνει διάρρηξη του ελληνικού μετώπου και, αμέσως μετά, διάσπαση των ελληνικών δυνάμεων. Ένα τμήμα της XII με τον διοικητή της ακολουθεί την ομάδα του σωματάρχου της Νικ. Τρικούπη και ένα δεύτερο υπό τον συνταγματάρχη Γ. Ζήρα την ομάδα του υποστρατήγου Αθαν. Φράγκου.
19 Αυγούστου περικυκλώνεται και αχμαλωτίζεται μεγάλο μέρος της XII και ο διοικητής της. Το απόσπασμα της, όμως, στην ομάδα Φράγκου διασώζεται και μαχόμενο φθάνει σιδηροδρομικώς στα Μουδανιά, διασχίζει τις εχθρικές γραμμές των Γάλλων και 29 Αυγούστου 1922 επιβιβάζεται σε πλοία στην Αρτάκη από όπου καταπλέει στη Ραιδεστό και την εκκενώνει. Ο κύκλος έχει κλείσει.
2 Οκτωβρίου 1922 η XII εγκαταλείπει την Ανατολική Θράκη από τον σταθμό της Τυρολόης. Αυτή είναι η τελευταία φωτογραφία της Μικρασιατικής Εκστρατείας που μας κατέλιπε ο Θεόδωρος Νικολέρης, γεννημένος στην Ανατολική Θράκη.



 
1. Βασιλόπαιδος  Ανδρέου, 1921 Δορύλαιον-Σαγγάριος, Παρίσι 1928. εκδοτικός οίκος «Αγών», σελ. 24-25.
2. Όπου ανωτ., σελ. 37.
3. Όπου ανωτ., σελ. 39.











Τρίτη 6 Μαΐου 2014

ΞΕΝΟΦΩΝ ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ: O κ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΑΡΠΑΖΕΙ ΒΙΑΙΩΣ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑΝ ΚΑΙ ΚΑΘΙΣΤΑΤΑΙ ΤΥΡΑΝΝΟΣ. Η ΠΤΩΣΙΣ ΕΞΑΠΤΕΙ ΤΟ ΜΙΣΟΣ ΤΟΥ.

Κατεδείχθη νομίζω αρκούντως το πως ο κ. Ελ. Βενιζέλος, παρορμώμενος υπό της περιέργου ψυχοσυνθέσεως αυτού, μετέβαλε τον εαυτόν του και την ακολουθήσασαν αυτόν μερίδα εις εχθρούς του επισήμου Κράτους.
Τοιαύτας δημιουργήσας όμως συνθήκας δεν ώκνησε να επωφεληθή της ψυχολογικής καταστάσεως και των αναγκών, ας ο μέγας πόλεμος εγέννησε παρά τοις συμμάχοις της «Συνεννοήσεως», κατόρθωσε δε ούτω τη βοηθεία αυτών να παραλύση το Κράτος της Ελλάδος και να επιβή της εξουσίας υπό την προστασίαν ξένης στρατιωτικής δυνάμεως. Τούτο πράξας ήτο υποχρεωμένος να καταστήση την Ελλάδα πράγματι εμπόλεμον παρά το πλευρόν των Μεγ. Δυνάμεων, ων είχεν αποβή ήδη δια του Κράτους της Θεσσαλονίκης αυτόκλητος σύμμαχος, Ο Ελληνικός Λαός όμως, σχεδόν εν τη ολότητι αυτού, βαρέως έφερε τα κατά της ανε­ξαρτησίας αυτού , τη εμπνεύσει του κ. Βενιζέλου, κατενεχθέντα πλήγματα, τους διωγμούς, τους εξευτελισμούς, τας εκ των αποκλεισμών στερήσεις, την απονέκρωσιν της πολιτικής αυτού ζωής, την στέρησιν του να διαθέτη ελευθέρως και άνεξελέγκτως τα του οίκου του.
Η τοιαύτη ψυχική διάθεσις του Ελληνικού Λάου και η απέναντι του κ. Ελ. Βενιζέλου και των οπαδών του δυσπιστία αυτού δεν ήτο μόνον εικαζομένη, αλλ' έκδηλος, εκορύφωσε δε την εκδήλωσιν της προς τον άλλοτε λατρευτόν άνδρα απεχθείας, η εν Αθήναις εμφάνισις των ξένων λογχών, υπό την σκέπιν των οποίων κατέλυσεν ο κ. Βενιζέλος εις το ξενοδοχείον της «Μεγ. Βρεττανίας» και μετέβη είτα εις τα Ανά­κτορα ίνα αναλάβη την αρχήν. Η εύθικτος φιλοτιμία του Ελληνικού Λάου είχε τρωθή βαθύτατα ! Αναμφιβόλως, άμα τη αφίξει του ό κ. Βενιζέλος ευρέθη εντός εχθρικού περιβάλλοντος, όπερ όμως αυτός παρεσκεύασε τοιούτον.
Υπό τοιούτους όρους δυο ήσαν αι οδοί, αίτινες ηνοίγοντο προ του κ. Βενιζέλου! όπως δυνηθή να χρησιμοποιήση τας δυνάμεις του Λαού τούτου δια την εκπλήρωσιν των προς τους Συμμάχους και υποστηρικτάς του αναληφθεισών παρ αυτού υποχρεώσεων. Η πρώτη ήτο η της συνδιαλλαγής προς αυτόν δια λόγων και πράξεων σεβασμού προς τα καταπατηθέντα ιδεώδη και την κυριαρχίαν αυτού, η δε δευτέρα η της βιαίας επιβολής δια της καταδυναστεύσεως.
Άγνωστον αν έλεγχοι συνειδότος ή παρορμήσεως κακών συμβουλών, παριστώντων ανυπάρκτους κινδύνους, εξέτρεψαν δυστυχώς τον κ. Βενιζέλον από της πρώτης οδού ! Αυτός όστις ουδέποτε ενεβάθυνεν εις την ψυχολογίαν του Λαού τούτου, αυτός όστις ουδέποτε ήσθάνθη πόση ευ­γένεια αισθημάτων, πόση φιλοπατρία, πόση μεγαλοψυχία, πόση ανεξι­κακία κρύπτεται εις τα στήθη αυτού, δεν εύρε δυο λέξεις όπως ομιλήση προς τα αισθήματα ταύτα, όπως θεραπεύση την τρωθείσαν φιλοτιμίαν του, αφίνων εις αυτόν διέξοδον επί τω λόγω ότι ίσως επλανάτο, ή ότι ενδεχομένως επλανώντο οι μέχρι της στιγμής εκείνης ηγηθέντες αυτού, δεν εστάθη ικανός όπως τον συναρπάση και κερδίση την εύκολον συγγνώμην του δια τα τελεσθέντα ! Τουναντίον ενεδύθη την πανοπλίαν των συκοφαντιών και των διαβολών, αίτινες εχρησίμευσαν εις αυτόν δια να αποβή ο μόνος φίλος των Συμμάχων, και εξετόξευσε προς πάσαν διεύθυνσιν τα δηλητηριώδη βέλη του εναντίον των δήθεν προ­δοτών και των εχθρών της Πατρίδος. Τίνες δε ήσαν ούτοι ; Αι κορυφαί της κοινωνικής και της πολιτικής ζωής του τόπου, εις πάντας τους κλά­δους της δημοσίας ζωής, οι μη συνταχθέντες αυτώ και μετά τούτων άπας ο ακολουθήσας αυτούς Λαός ! Ο Λαός, φυσικά, μη δυνάμενος ν' ανεχθή την ύβριν, έκλεισε την κοχλάζουσαν πικρίαν εις τα στήθη του και παρέμεινε κατά το φαινόμενον αδιάφορος.
Δεν απέμεινε λοιπόν εις τον κ. Βενιζέλον παρά η δευτέρα οδός, η της καταδυνάστευσεως του Λαού και ταύτην ηκολούθησεν αδιστάκτως και μετά πρωτοφανούς αγριότητος από της πρώτης στιγμής· Την εις Αθήνας εμφάνισίν του επηκολούθησαν άμεσοι αθρόαι συλλήψεις και εγκαθείρξεις, ανθρώπων πάσης ηλικίας και πάσης τάξεως, Ιδίως δε αξιωματικών της ξηράς και της θαλάσσης. Ταύτας επηκολούθησαν αθρόαι επίσης αποτάξεις αξιωματικών, ούχι βεβαίως άσχετοι προς κένωσιν θέ­σεων υπέρ των εισηγητών του εγκληματικού τούτου μέτρου, όπερ τοι­αύτας εγέννησε κατόπιν ολεθρίας συνεπείας δια τε τον Στρατόν και τα δημόσια οικονομικά. Αι εξορίαι, αι κατά χιλιάδας φυλακίσεις πολιτών, αι κακώσεις παρά των οργάνων της εξουσίας , τα όργια και τα εγκλήματα των ειδικών ταγμάτων ασφαλείας, οι νόμοι περί «Δυσμενείας κατά του Καθεστώτος», αι εκδικήσεις πολιτών βενιζελικών κατ' αντιθέτων, αι εκθύμως πραγματοποιούμενοι υπό των βενιζελικών αρχών, η μεταβολή της δικαιοσύνης και του κλήρου εις όργανα της φατρίας, η εγκατάλειψις του δημοσίου πλούτου εις την διάθεσιν των οπαδών αυτής, η αφειδής παροχή τιμών, βαθμών και θέσεων εις αναξίους, πάντα ταύτα παρείχον την εικόνα της ειδεχθεστέρας τυραννίας, υφ' ην εστέναζεν ο Λαός, άλλα και Κράτους εν πλήρει αποσυνθέσει.
Την οδόν ταύτην τυφλώς όσον και επιμόνως ηκολούθησεν ο κ. Ελ, Βενιζέλος επί τριετίαν ολόκληρον, βαίνων πάντοτε από κακού εις χειρότερον, ούτως όμως σταδιοδρομών, ησθάνετο ολονέν πιεστικωτέραν την μόνωσιν, εις ην κατεδίκασεν αυτός εαυτόν, ησθάνετο ότι ουδαμώς εστέγαζεν αυτόν η λαϊκή εμπιστοσύνη και ότι η θύελλα της λαϊκής οργής έμέλλε να εξαπολυθή θάττον ή βράδιον ακάθεκτος κατά της κεφαλής του.
Είνε αληθές ότι, μετά τας Συμμαχικάς λόγχας, αι λόγχαι των πραιτωριανών του τον εστήριζον—αλλ' έως πότε ; Οι πραιτωριανοί ήρχιζαν, ως κατά κανόνα συμβαίνει εις όλους τους τυράννους, να καθίστανται και προς αυτόν οχληροί, η δε Λαϊκή οργή έβραζε! Εσκέφθη τότε να σαγηνεύση τον Λαόν, όστις ως ήλπιζεν ο κ. Βενιζέλος, θα τον συνεχώρει και θα εδικαίωνε πάντα όσα κατ' αυτού διέπραξεν, αν παρουσίαζεν εις αυτόν μεγαλειώδη και ανέλπιστα τα αποτελέσματα της πολιτικής, δι΄ ην τόσα υπέστη ο Λαός.
Η ανάγκη αύτη δια τον κ. Βενιζέλον υπήρξεν η αφετηρία του ψευδούς, όπερ εδημιούργησε την θλιβεράν Μικρασιατικήν περιπέτειαν, ην επροκάλεσε και εις ην προσεχώρησεν ούτος ακάθεκτος και μετά πρω­τοφανούς απρονοησίας, ίνα δύναται να επιδεικνύη τον χάρτην της παρ' αυτού επί του χάρτου μόνον τετραπλασιασθείσης Ελλάδος και να προβάλλη ούτως ευλογοφανή δικαιολόγησιν της τρομακτικής αναστατώσεως εις ην έρριψε το Κράτος και τον Λαόν. 
Η 1 Νοεμβρίου 1920 τω εδίδασκεν όμως, οτι ο Λαός δεν ήτο πλέον δυνατόν να πλανηθή , ότι είχε πλέον καλώς γνωρίση αυτόν και ότι η απολεσθείσα εμπιστοσύνη αδύνατον ήτο πλέον να ανακτηθή.
Τούτο συναισθανόμενος ο κ. Βενιζέλος και καταδικάζων αυτός εαυ­τόν δια την περιφρόνησιν, ην έδειξε κατά Λαού υπερηφάνου και ευγενούς όστις τόσον τον ανύψωσε και τόσην έδωκεν εις αυτόν ισχύν, δεν έσχε το θάρρος να παραμείνη ως πολιτικός μαχητής εις την θέσιν του, αλλ' υπό το κράτος τον πανικού, όστις τον κατέλαβεν, εγένετο πολιτι­κός φυγάς. Η παταγώδης αποδοκιμασία του όμως δεν ίσχυσεν όπως παρακινήση τούτον, ίνα εμβαθύνη εις τα αίτια αυτής, και διά τούτο, αντί να ομιλήση αύτη προς την καρδίαν του και την συναισίν του, εξηρέθησε τά νεύρα του και εξεχείλισε την χολήν του, τον συνεσκότησε δε το πάθος εις βαθμόν ώστε να ωμώση πλέον αδιάλακτον μίσος και εκδίκησιν κατά των αντιπάλων του και κατ' αυτού έτι του Ελληνικού Λαού, αδιαφορών αν ούτως έπληττε θανασίμως και την Ελλάδα και το ίδιόν του έργον......

Κυριακή 26 Μαΐου 2013

ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ:ΤΟ ΝΟΥΜΕΡΟ 31328


Σκληρές γυναικείες φωνές. Σάλια - μπάλια. Οι στρα­τιώτες σαν απόφαγαν θέλαν και να «εκφραστούν». Τραβού­σαν τις γυναίκες, κι αυτές κάνανε τη συνηθισμένη αντίστα­ση. Ύστερα τις πήραν και χάθηκαν εκεί σιμά, μες στα με­γάλα κλήματα του αμπελιού. Μείναν μονάχα δυό, να μας φυλάγουν. Απ' τα κοντήτερα κλήματα εμείς κόψαμε φύλλα και τα μασούσαμε. 
— Άραγες για που πάμε ; ρωτά ένας. 
— Απ' το δρόμο φαίνεται πως πάμε για την Πέργαμο, του απαντά κάποιος. 
Ο ρολογάς πετιέται απ' το μέρος που είναι ζαμουριασμένος :— Για που λέει ; 
— Για την Πέργαμο. 
— Βρε παιδιά, μη! Χάθηκα! 
Είναι τόση η τρομάρα του, θαρρείς πως ξεχνά μονο­μιάς όλα τ' άλλα, πως εκεί πίσω απ' τα κλήματα η γυ­ναίκα του. . . 
— Αν πάμε και με γνωρίσουν, χάθηκα! 
Δεν καταλαβαίνω. Ένας, πλάι, μας το ξηγά. 
— Βαστά απ' την Πέργαμο. Ήταν και στο 4°. Γι' αυτό. Α, ήταν κι αυτός ; Γνώριμη ιστορία. 
Τον καιρό της ελληνικής κατοχής βρέθηκαν όξω άπ' τήν Πέργαμο τα πτώματα — καμιά σαρανταριά φαντάροι δικοί μας, σφαγμέ­νοι απ τους Τούρκους και πεταλωμένοι. Ύστερα πήγε εκεί το 4° ελληνικό σύνταγμα. Γινήκανε, τότες, αντίποινα πολλά.
— Θέ μου, βόηθα... παρακαλούσε ολοένα ο ρολογάς. Μην πάμε στην Πέργαμο!. . . 
Οι στρατιώτες δεν άργησαν πολύ με τις γυναίκες. Ένας - ένας άρχισαν να 'ρχουνται. Τα ματόκλαδά τους πέφταν βαριά, περπατούσαν με αργές κινήσεις, σα λυρικοί ήρωες κινηματογράφου. Ύστερα ήρθαν κ' oι γυναίκες. Το κορίτσι έσιαζε λίγο τα στραπατσαρισμένα ρούχα του. Μα η άλλη, η μητέρα, τίποτα. Ήρθε ανάμεσα μας κοιτάζοντας ίσα, αδιάφορα. Στο στραγγισμένο πρόσωπο τα χείλια της σφιγμένα και ακίνητα. Σα να νοιάζουνταν να διατηρήσουν μες στα δόντια μια περήφανη αταραξία υποταγής — μη βγη και σκορπίση. 
Ξεκινήσαμε. Περπατήσαμε ίσαμε δυο ώρες μες στα χω­ράφια. Τότε ήρθε η νέα συμφορά. Το παιδάκι δεν μπορούσε πια να βαδίση. Κάθισε κάτου κ' έκλαιγε. Ο πατέρας του αναγκάστηκε να το σηκώση στον ώμο. Το τρυφερό βάρος λύγισε την εξαντλημένη αντοχή του σ' απελπιστικό βαθμό. Ήταν πολύ χοντρός. Βουτηγμένος στον ίδρο και στη σκόνη έτρεχε να προφτάξη το καραβάνι. Ολοένα έμενε πίσω. Με τα χέρια του, που βαστούσαν τώρα το μωρό, δεν μπορούσε να καθαρίζη τα γυμνά ποδάρια του απ τ' αγκάθια. Έτσι, όταν ο πόνος γινόταν αβάσταγος, ή σαν χτυπούσε σε καμιά πέτρα, έμπηγε τις φωνές. Πηδούσε, έτρεχε μια στιγμή πα­τώντας στο ένα ποδάρι, ύστερα έχανε την ισορροπία, τσούπ! 'Ηταν ωραίο — να σκας στα γέλια. Τα δάκρυα του τρέχαν. 
Μαύριζαν την ίδια στιγμή απ' τη σκόνη που βιαζόταν να κολλήση πάνω τους. 
— Για δεν κοίταζες, τότε που καθίσαμε, να τυλίξης κ' εσύ τα ποδάρια σου σε κανά παλιόπανο! του φώναξε κάποιος δι­κός μας. 
Κι αυτός παρακαλούσε να τον λυπηθούμε. 
— Μη μ' αφήνετε! ικέτευε σπαραχτικά. 
Σε λίγο γονάτισε. Έμεινε. Απ' τα πόδια του έτρεχε μαύρο σκοτωμένο αίμα, εκεί προς τα χτυπημένα δάχτυλα. 
Το κοπάδι στάθηκε. Οι στρατιώτες πολέμησαν να τον κάμουν να πέση πάλι στο δρόμο. Τον σπρώχνανε. Τίποτα. Τον χτυπούσαν με τα κλαδιά. Ύστερα με τα κοντάκια. Το παι­δάκι έμπηξε τις φωνές. 
— θα τον σκοτώσετε! Δεν το βλέπετε ; χιμά έξαλλη η γυναίκα, μπαίνοντας ανάμεσα στους στρατιώτες, θα το ση­κώσω εγώ το παιδί! 
Έτρεμε τ αχείλι της. Η ματιά ήταν κρύα και σκληρή. Τέντωσε τ' αδύνατα χέρια κ' έβαλε το παιδί που έκλαιγε στον ώμο της. εν το χάδεψε. Κανένας μας δεν κουνήθηκε να προσφερθή. 
— Δε θα βαστάξη, γυναίκα είναι, λέει ένας δικός μας. 
— Ναι, δε θα βαστάξη. 
Γύρισα και κοίταξα τον πλαϊνό μου. Κι αυτός κοίταζε παρακάτω. Κοιτάζαμε ο ένας τον άλλο. θα ήταν ένα τελευ­ταίο ίχνος ντροπή απ' την παλιά ζεστή καρδιά — που να την αγγίξης. . . Μα κανείς δεν κουνήθηκε. 
Ο ρολογάς σηκώθηκε και ξεκινήσαμε. Σε λίγο η γυναί­κα, η σκληρή ματιά, χαμήλωσε. Έπιασε να μερεύη. Κ' έπει­τα, σιωπηλά, βούρκωσε. Έπεσε λίγο πιο πέρα. Άρπαξε φρενιασμένη το παιδάκι στην αγκαλιά της και ξέσπασε στα δάκρυα. 
— Αφήστε μας!. . . Αφήστε μας να τελειώνουμε!. . . φώ­ναζε μες στ' αναφιλητά. 
—Ε! λέει φουρκισμένος ο αρχηγός της συνοδείας. Πάρτε ένας άλλος το παιδί! 
Κάμαμε όλοι μια ασυναίσθητη κίνηση, να ξεφύγουμε έναν κίνδυνο. Οι στρατιώτες άρπαξαν έναν απ' τους τελευ­ταίους της γραμμής και του καθίσαν το παιδί στον ώμο. Πιο πέρα αυτός φώναξε να το δώσουν και σ' άλλον. Ήρθε κ' η σειρά μου. Ήταν αληθινό μαρτύριο — γιατί τρέχαμε, πει­νούσαμε, ήμαστε γυμνοί, ήμαστε για να πέσουμε από στιγμή σε στιγμή εμείς οι ίδιοι. 
Βάδιζα τρικλίζοντας, ύστερα φώναξα να το πάρη κι άλλος. Όλοι τρέχανε να βρεθούν στις πρώτες γραμμές, να ξεφύγουν. Σαν το ξεφορτώθηκα έπιασα κ' εγώ να τρέχω, μη μου το ξαναδώσουν. Είχε γίνει φόβητρο — ένα παιδάκι. Η οργή σκλήραινε ολοένα τις τυραγνισμένες καρδιές.
— Τι θέλει και δεν ψοφά! ξέσπασε, άξαφνα, ένας άγρια.
—Μπας κ' είναι να βαστάξη; λέει ένας άλλος, που νοια­ζόταν να βρη και μια δικαιολογία. Ας το σκοτώσουν να συχάση!Κανείς δεν είπε πως είναι κρίμα. 
Ήταν μίσος για ένα παιδάκι ;
Ναι. Ήταν. 


Πέμπτη 23 Μαΐου 2013

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗ

 
Ξημέρωσε όμως η μέρα και μαθεύτηκε το δυσάρεστο γεγονός ότι το 2ο Σύνταγμα θα προπορευόταν στην καταδίωξη του εχθρού. Το έδαφος ήταν γυμνό, με συνεχόμενους μικρούς λόφους.
Δεν είχαμε τρόπο να κρυφτούμε. Με άλματα όμως και σε ακροβολισμό, με λίγες απώλειες, καταλάβαμε το ύψωμα όπου είχαν οι Τούρκοι παρατηρητήριο τους, βαλλόμενοι εμείς από πυκνά πυρά| πυροβολικού. Στο παρατηρητήριο τους είχαν αφήσει μία χλαίνη και δύο ρόλους καλώδιο με το τηλέφωνο τους Γύρισα από συνήθειο τη μανιβέλα και μια φωνή μου είπε: «Γαμιέσαι, Γιουνάν». Εγώ δεν ήξερα να του πω το ίδιο στα τούρκικα. Του το φύλαγα πάντως.
Σαν ξημέρωσε, ετοιμαστήκαμε για αναχώρηση, περιμένοντας διαταγή. Ήρθε όμως ένας σύνδεσμος του τάγματος και παρέδωσε σήμα να παραμείνει ο λόχος στο ύψωμα προς υπεράσπιση της φάλαγγας που βάδιζε κατά μήκος του πλησίον ποταμού με κατεύθυνση το Σεϊντί Γαζί.131

Τα άλλα δύο τάγματα του συντάγματος μας ήταν πλαγιοφυλακή προς εξασφάλιση του κυρίου σώματος.
Ήμαστε τυχεροί: βλέπαμε από το λόφο τα δύο τάγματα και τμήμα του 5/42 των Ευζώνων που μάχονταν με πολλές απώλειες, άλλες τόσες είχε και ο εχθρός. Νικήσαμε όμως και στα χέρια μας έμειναν εβδομήντα αιχμάλωτοι, τρεις ήταν για σκότωμα, με τα χαντζάρια στα χέρια τους, να φοβηθούν οι άλλοι. Ρώτησα εκείνους τους τρεις μήπως ήταν τηλεφωνητές, ο ένας τους, ο νεότερος, κούνησε το κεφάλι του. «Να τον γαμήσετε», φώναξα στους συναδέλφους και απομακρύνθηκα. Μέτρησα τρεις πυροβολισμούς.
 
131. «Ο Σεϊντής ήταν ένας αρχαίος Οθωμανός συνταγματάρχης που είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στην πόλη αυτή και στους βυζαντινούς χρόνους διακρίθηκε ικανός και νικητής. Όλο το όνομα του ήταν Σεϊντί Τεφίκ Εφέντι. Όταν αναδείχθηκε στους αρχαίους πολέμου νικητής, οι άνθρωποι τον ονόμασαν Σεϊντί Γαζί, πάει να πει νικητής και
τροπαιούχος. Και προς τιμή του ονόμασαν την πόλη, που ως τότε λεγόταν Τρίγλια, σε Σεϊντί Γαζί. Σε αυτή την πόλη δεν υπήρχε χριστιανική ψυχή. Στο κοιμητήριο όμως το πιο μικρό μνήμα ανήκει, κατά τις παραδόσεις, σε μιαν Ελληνοπούλα δούκισσα, την Ειρηνούσα»  (Δήλωση του Καραγιάννη).
Το Σεϊντί Γαζί (35 χλμ. στα νοτιοανατολικά του Εσκί Σεχίρ, 8.000 κάτοικοι), παρά τον ποταμό Σεγίτ Σου (ΙΙαρθένιο), υπήρξε έδρα Διοίκησης Σώματος Στρατού με ένα τάγμα της Διοίκησης Μετόπισθεν και έδρα της 13ης Μεραρχίας. Κέντρο ανεφοδιασμού και νοσηλευτικό κέντρο, αποτελούσε κόμβο νέας διοίκησης, που περιελάμβανε τo Εσκί Σεχίρ και την Κιουτάχεια (ΕΙΕ).
«Άνω της πολίχνης εις ύψος 120 μ. υπάρχει μέγας τεκές (μονή δερβισών)... ένθα φυλάσσεται η σορός του εθνικού Οθωμανικού ήρωος Σεϊντή εντός λάρνακος μήκους υπέρ τα 4 μ. Παρά την λάρνακα ευρίσκεται σαρκοφάγος, εν η υποτίθεται ότι εναπετέθη ο νεκρός Οθωμανίδος τινός πριγκιπίσσης, η οποία κατά την παράδοσιν εφόνευσε τον Σεϊντή ακουσίως. Περί τον τάφον καίουσι τέσσερα μεγάλα κηροπήγια φέροντα αναγλύφους τας εικόνας της Παναγίας και του Ιησού Χριστού» (Λεξικόν Ελευθερουδάκη, τ. 11, σελ. 382).

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2012

Σ. ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ:¨ΜΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΙΚΗ ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΩΣ

 
Τήν 11/24 Ιουνίου 1920 ο Ελληνικός στρατός, ο προελάσας από Σάρδεων και Οδεμησίου, είχε καταλάβη την ωραίαν πόλιν του Αττάλου Φιλαδέλφειαν. Οι Τούρκοι υπό διοικητήν τον Συνταγματάρχην Ασσήρ- μπεη ετράπησαν εις άτακτον φυγήν, εγκαταλείψαντες εις χείρας μας άφθονον υλικόν πολέμου και πολλούς αιχμαλώτους. Ολίγας ώρας μετά την ύψωσιν της Ελληνικής σημαίας εις την απελευθερωθείσαν πόλιν ο τηλεγραφητής του σταθμού, τουρκομαθής Έλλην από την Ανατολήν, εκαλείτο επειγόντως εις το τηλέφωνον. Η πρόσκλησις έκαμεν εντύπωσιν, διότι το καταστραφέν τηλεφωνικόν σύρμα της νεοκαταληφθείσης υπό των Ελλήνων ζώνης δεν είχεν ακόμη αποκατασταθεί. Ήτο δυνατόν άρα γε το τηλεφώνημα να προήρχετο από τον εχθρόν ;
Με δικαίαν περιέργειαν λαμβάνει το ακουστικόν κέρας και ακούει έκπληκτος κάποιαν συνδιάλεξιν Τουρκικήν γενομένην εις σταθμόν πέραν της Φιλαδελφείας, δηλαδή εντός της Τουρκικής ζώνης... Ώστε η τηλεφωνική γραμμή με το εσωτερικόν δεν είχε καταστραφή.
Ο τηλεφωνητής μας , πριν δώση οιανδήποτε απάντησιν , ειδοποίησε τάχιστα τον εκεί πλησίον  ευρεθέντα συνταγματάρχην Π ο οποίος τον διέταξε να ερωτήση ποιος ήτο ο τηλεφώνων, πόθεν και τί εζήτει.
Η έκπληξις ήτο πολύ μεγάλη όταν εγνώσθη ότι τηλεφωνών ότι ο Τούρκος Συνταγματάρχης, διοικητής του Μετώπου Φιλαδελφείας, Ασσήρ-μπέης, ζητών να ομιλήση με την Φιλαδέλφειαν από τον σταθμόν του χωρίου Γκιουνέκιοϊ, όπου επήρε την αναπνοήν του φεύγων την Ελληνικήν καταδίωξιν. Από εκεί ήθελε να βεβαιωθή τηλεφωνικώς αν η Φιλαδέλφεια κατελήφθη από τους Έλληνας, ή μήπως εξηκολούθει η ηρωϊκή των Τούρκων αντίστασις. Δέον να σημειωθή ότι την ερώτησιν ταύτην διετάχθη να κάμη ο τηλεφωνητής του Γκιουνέκιοϊ, Έλλην τουρκομαθής ονόματι Μιχαήλ Φραγκόγλου, ο οποίος καίτοι διέτρεχε τον βέβαιον κίνδυνον να φονευθή επί τόπου από τον Ασσήρ μπεη, δεν εδίστασε, επωφελούμενος ολιγολέπτου εξόδου του Τούρκου Συνταγματάρχου από τον θάλαμον, να θέση ενήμερον τον εν Φιλαδελφεία συναδέλφον του ποίος ήτο ό ζητών τας πληροφορίας...
Ο 'Ελλην Συνταγματάρχης ευρέθη προ ευκαιρίας ανελπίστου, της οποίας έπρεπε να επωφεληθή με στρατηγικήν ψυχραιμίαν και ετοιμότητα.
Χωρίς να φορέση σαρίκι ή φέσι και χωρίς την επέμβασιν κανενός ιμάμη ή χότζα μεταβάλλεται αυθωρεί εις... Ισμαήλ-Χακί-μπέην, αρχηγόν κάποιας τουρκικής μονάδος, συλληφθέντα αιχμάλωτον και ως τοιούτος αναλαμβάνει να συνδιαλεχθή με τον Ασσήρ μπεη του Γκιουνέκιοϊ διά του στόματος του τουρκομαθούς τηλεφωνητού μας της Φιλαδελφείας.
-Αλλό! αλλό! Γκιουνέκιοϊ...
-Αλλό .. Φιλαδέλφεια, απαντά το Γκιουνέκιοϊ με την βραχνήν, την μόλις ακουομένην φωνήν του πεπαλαιωμένου τηλεφώνου του...
-Εδώ Φιλαδέλφεια... Σας ερωτά ο Ισμαήλ-Χακί μπέης τί θέλετε;
-Να μας πληροφορήσης τί συμβαίνει αυτού, οι Έλληνες που ευρίσκονται ; Εδώ ο Ασσήρ-μπέης ανησυχεί...
-Σουκίουρ Αλλάχ (Δόξα τω Θεώ) ο Ελληνικός στρατός δεν κατώρθωσεν ακόμη να μπη στη Φιλαδέλφεια ! Διέκοψε την προέλασίν του εις τα πρόθυρα της πόλεως και φαίνεται ότι αναμένει ενισχύσεις. Με το παρντόν κύριε συνταγματάρχα Ασσήρ μπέη, αλλά δεν ήτο φρόνιμον να φυγαδευθούν εις το εσωτερικόν όλαι αι αμαξοστοιχίαι μας και να μην έχωμεν αυτήν την στιγμήν μέσον να σώσωμεν τα πολύτιμα πυρομαχικά μας τά οποία κινδυνεύουν να περιπέσουν εις τα χέρια των γκιαούριδων. Έχομεν εξ άλλου τόσας οικογενείας στρατιωτικών μας που πρέπει να σταλούν εις το εσωτερικόν . Εκτός τούτου θα ήτο έργον προνοίας να σταλούν εις το εσωτερικόν και οι προύχοντες Έλληνες της Φιλαδελφείας , ίνα κρατηθούν ως όμηροι. Διστυχώς δεν διαθέτωμεν ούτε τραίνα, ούτε βωδάμαξες...
-Μα δεν είνε δύσκολον να σας αποστείλω μίαν αμαξοστοιχίαν, δια να γίνουν όσα μου τηλεφωνείτε, απαντά με ανακούφισιν ο Τούρκος συνταγματάρχης.
-Το γοργόν και χάριν έχει, του λέγει ο Ισμαήλ Χακί-μπέης. Φροντίσατε μόνον, μπέη μου, η ατμάμαξα να είνε εις αρίστην κατάστασιν, δηλαδή να είνε η καλλιτέρα από όσας έχετε αυτού και τα βαγγόνια όσο το δυνατόν περισσότερα ...
-«Πεκ-εΐ-εφέντιμ», απαντά το Γκιουνέκιοϊ. Η αμαξοστοιχία θα αναχωρήση αμέσως· Παρακαλείσθε να μας κρατήτε ενημέρους των συμβαινόντων είς τήν Φιλαδέλφειαν. Ο μεγαλοδύναμος Αλλάχ και ο Προφήτης δεν θα αφήσουν την Φιλαδέλφειαν μας να πέση εις τα χέρια των «απίστων»!! 
Δυο ώρας μετά την ιστορικήν αυτήν τηλεφωνικήν συνδιάλεξιν κατέφθανε από την Τουρκικήν ζώνην εις την Ελληνικήν Φιλαδέλφειαν μία μεγάλη ασθμαίνουσα και συρίζουσα αμαξοστοιχία ανεκτιμήτου αξίας δια τας ανάγκας του Ελληνικού στρατού την οποίαν υπεδέχοντο με ουρανομήκεις ζητωκραυγάς οι παρά τον σταθμόν φαντάροι και τσολιάδες...Δυστυχώς δεν ήταν μέσα και ο... Ασσήρ-μπέης.




Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2012

Σ. ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ:¨ΜΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΙΚΗ ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΩΣ

Την 11/24 Ιουνίου 1920 ο Ελληνικός στρατός, ο προελάσας από Σάρδεων και Οδεμησίου, είχε καταλάβη την ωραίαν πόλιν του Αττάλου Φιλαδέλφειαν. Οι Τούρκοι υπό διοικητήν τον Συνταγματάρχην Ασσήρ- μπεη ετράπησαν εις άτακτον φυγήν, εγκαταλείψαντες εις χείρας μας άφθονον υλικόν πολέμου και πολλούς αιχμαλώτους. Ολίγας ώρας μετά την ύψωσιν της Ελληνικής σημαίας εις την απελευθερωθείσαν πόλιν ο τηλεγραφητής του σταθμού, τουρκομαθής Έλλην από την Ανατολήν, εκαλείτο επειγόντως εις το τηλέφωνον. Η πρόσκλησις έκαμεν εντύπωσιν, διότι το καταστραφέν τηλεφωνικόν σύρμα της νεοκαταληφθείσης υπό των Ελλήνων ζώνης δεν είχεν ακόμη αποκατασταθεί. Ήτο δυνατόν άρα γε το τηλεφώνημα να προήρχετο από τον εχθρόν ;
Με δικαίαν περιέργειαν λαμβάνει το ακουστικόν κέρας και ακούει έκπληκτος κάποιαν συνδιάλεξιν Τουρκικήν γενομένην εις σταθμόν πέραν της Φιλαδελφείας, δηλαδή εντός της Τουρκικής ζώνης... Ώστε η τηλεφωνική γραμμή με το εσωτερικόν δεν είχε καταστραφή.
Ο τηλεφωνητής μας , πριν δώση οιανδήποτε απάντησιν , ειδοποίησε τάχιστα τον εκεί πλησίον πλησίον ευρεθέντα συνταγματάρχην Π ο οποίος τον διέταξε να ερωτήση ποιος ήτο ο τηλεφώνων, πόθεν και τί εζήτει.
Η έκπληξις ήτο πολύ μεγάλη όταν εγνώσθη ότι τηλεφωνών ότι ο Τούρκος Συνταγματάρχης, διοικητής του Μετώπου Φιλαδελφείας, Ασσήρ-μπέης, ζητών να ομιλήση με την Φιλαδέλφειαν από τον σταθμόν του χωρίου Γκιουνέκιοϊ, όπου επήρε την αναπνοήν του φεύγων την Ελληνικήν καταδίωξιν. Από εκεί ήθελε να βεβαιωθή τηλεφωνικώς αν η Φιλαδέλφεια κατελήφθη από τους Έλληνας, ή μήπως εξηκολούθει η ηρωϊκή των Τούρκων αντίστασις. Δέον να σημειωθή ότι την ερώτησιν ταύτην διετάχθη να κάμη ο τηλεφωνητής του Γκιουνέκιοϊ, Έλλην τουρκομαθής ονόματι Μιχαήλ Φραγκόγλου, ο οποίος καίτοι διέτρεχε τον βέβαιον κίνδυνον να φονευθή επί τόπου από τον Ασσήρ μπεη, δεν εδίστασε, επωφελούμενος ολιγολέπτου εξόδου του Τούρκου Συνταγματάρχου από τον θάλαμον, να θέση ενήμερον τον εν Φιλαδελφεία συναδέλφον του ποίος ήτο ό ζητών τας πληροφορίας...
Ο 'Ελλην Συνταγματάρχης ευρέθη προ ευκαιρίας ανελπίστου, της οποίας έπρεπε να επωφεληθή με στρατηγικήν ψυχραιμίαν και ετοιμότητα.
Χωρίς να φορέση σαρίκι ή φέσι και χωρίς την επέμβασιν κανενός ιμάμη ή χότζα μεταβάλλεται αυθωρεί εις... Ισμαήλ-Χακί-μπέην, αρχηγόν κάποιας τουρκικής μονάδος, συλληφθέντα αιχμάλωτον και ως τοιούτος αναλαμβάνει να συνδιαλεχθή με τον Ασσήρ μπεη του Γκιουνέκιοϊ δια του στόματος του τουρκομαθούς τηλεφωνητού μας της Φιλαδελφείας·
—Αλλό! αλλό! Γκιουνέκιοϊ... 
—Αλλό .. Φιλαδέλφεια, απαντά το Γκιουνέκιοϊ με την βραχνήν, την μόλις ακουομένην φωνήν του πεπαλαιωμένου τηλεφώνου του...
—Εδώ Φιλαδέλφεια... Σας ερωτά ο Ισμαήλ-Χακί μπέης τί θέλετε;
—Να μας πληροφορήσης τί συμβαίνει αυτού, οι Έλληνες που ευρίσκονται ; Εδώ ο Ασσήρ-μπέης ανησυχεί...
—Σουκίουρ Αλλάχ (Δόξα τω Θεώ) ο Ελληνικός στρατός δεν κατώρθωσεν ακόμη να μπη στη Φιλαδέλφεια ! Διέκοψε την προέλασίν του εις τα πρόθυρα της πόλεως και φαίνεται ότι αναμένει ενισχύσεις. Με το παρντόν κύριε συνταγματάρχα Ασσήρ μπέη, αλλά δεν ήτο φρόνιμον να φυγαδευθούν εις το εσωτερικόν όλαι αι αμαξοστοιχίαι μας και να μην έχωμεν αυτήν την στιγμήν μέσον να σώσωμεν τα πολύτιμα πυρομαχικά μας τά οποία κινδυνεύουν να περιπέσουν εις τα χέρια των γκιαούριδων. Έχομεν εξ άλλου τόσας οικογενείας στρατιωτικών μας που πρέπει να σταλούν εις το εσωτερικόν.
Εκτός τούτου θα ήτο έργον προνοίας να σταλούν εις το εσωτερικόν και οι προύχοντες Έλληνες της Φιλαδελφείας , ίνα κρατηθούν ως όμηροι. Διστυχώς δεν διαθέτωμεν ούτε τραίνα, ούτε βωδάμαξες...
_Μα δεν είνε δύσκολον να σας αποστείλω μίαν αμαξοστοιχίαν, δια να γίνουν όσα μου τηλεφωνείτε, απαντά με ανακούφισιν ο Τούρκος συνταγματάρχης.
-—Το γοργόν και χάριν έχει, του λέγει ο Ισμαήλ Χακί-μπέης. Φροντίσατε μόνον, μπέη μου, η ατμάμαξα να είνε εις αρίστην κατάστασιν, δηλαδή να είνε η καλλιτέρα από όσας έχετε αυτού και τα βαγγόνια όσο το δυνατόν περισσότερα ...
—«Πεκ-εΐ-εφέντιμ», απαντά το Γκιουνέκιοϊ. Η αμαξοστοιχία θα αναχωρήση αμέσως· Παρακαλείσθε να μας κρατήτε ενημέρους των συμβαινόντων εις την Φιλαδέλφειαν. Ο μεγαλοδύναμος Αλλάχ και ο Προφήτης δεν θα αφήσουν την Φιλαδέλφειαν μας να πέση εις τα χέρια των «απίστων»!! 
Δυο ώρας μετά την ιστορικήν αυτήν τηλεφωνικήν συνδιάλεξιν κατέφθανε από την Τουρκικήν ζώνην εις την Ελληνικήν Φιλαδέλφειαν μία μεγάλη ασθμαίνουσα και συρίζουσα αμαξοστοιχία ανεκτιμήτου αξίας δια τας ανάγκας του Ελληνικού στρατού την οποίαν υπεδέχοντο με ουρανομήκεις ζητωκραυγάς οι παρά τον σταθμόν φαντάροι και τσολιάδες...Δυστυχώς δεν ήταν μέσα και ο... Ασσήρ-μπέης.

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΗΣ ΣΤΡΑΤΙΑΣ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟ ΤΟΥ 1922-51ο ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΠΕΖΙΚΟΥ

ΔΙΟΙΚΗΣH
     Διοικητής: Αντισυνταγματάρχης Πεζικού Κωνσταντίνου Ιωάννης.
ΣΤΑΘΜΟΙ ΔΙΟΙΚΗΣΕΩΣ
1-8-22 Αϊβαλί.
15-8-22 Ακ Iν.
16-8-22 Ακ Ουλούκ.
17-8-22 Σιδ. Σταθμός Αλαγιούντ.
 18-8-22 Στενωπός Κιρέσκιοϊ.
19 8-22 Ν.Δ. Κινίκ Βεράν.
20-8-22 Δύο χιλιομ. Α. Ιντίς.
21-8-22 Αυχήν 1465 (υψ. Καρά Ογλού).
22-8-22 Δυτικώς Τσάκιοϊ.
23-8-22 Ανατολικώς Μουτάκιοΐ.
 24-8-22 Ριτζά.
 25-8-22 Συντιρτζή.
 26-8-22 Ντερμπέντ.
 27-8-22 Εγκισλούκ.
 28-8-22 Β.Α. Κινκί.
 29-8-22 Β.Α. Ράλι Τσιφλίκ.
     30-8-22 Ν.Α. Ντικελί.
 31-8-22 Μυτιλήνη.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΣH
I   Τάγμα: Ταγματάρχης Πλασκασοβίτης Ηλίας
IΙ  Τάγμα: Ταγματάρχης Ξυθάλης Θεμιστοκλής.
IΙΙ Τάγμα: Ταγματάρχης Ζαρκαδούλας Κων.
 

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2012

Κ. ΜΙΣΑΗΛΙΔΗΣ :ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΣΤΟ ΧΑΟΣ ΤΗΣ ΑΛΜΥΡΑΣ ΕΡΗΜΟΥ


Τώρα μπρός μας ο εχθρός. Βρισκόμαστε σε στενή επαφή  μ' αυτόν. Κι' ήλθαμε εδώ περνώντας απ'  όλους τους κύκλους μιας και­νούργιας Κόλασης. Κι' ήμασταν νηστικοί κι' ήμασταν διψασμένοι.
Την νύχτα η δίψα η στρίγλα στέγνωσεν όλους τους πολεμάχους τους στράγγιξεν.
Νερό! Νερό! αντηχούσαν οι κραυγές απ' όλη τη Στρατιά.
Αύριο θα μας θερίση ο Χάρος. Αύριο θα ριχτούμε στη φωτιά. Να πάμε στον άλλο κόσμο νηστικοί μα όχι και διψασμένοι, φώναζεν όλη η Στρατιά μ' ένα στόμα. Μα το νερό νάτο! εκεί πέρα εκεί τα ρείθρα δυο ποταμιών, του Γκεούκ και του Κτραντζή. Να εκεί οι δροσόλουστες πηγές!
Αέρα λοιπόν για τις πηγές αντήχησεν  η κραυγή των φαντάρων.
—Αύριο-αύριο στην εξόρμησι απαντούσεν η φωνή της τακτικής του σχεδίου των επιχειρήσεων.
— Απόψε απήντησαν οι διψασμένοι μάρ­τυρες. Ο χάρος να μη μας βρη  διψασμέ­νους !
Νά το το νερό εκεί σε βάθος 5 χιλιομέ­τρων. Μα είνε οι πηγές στοιχειωμένες και το νερό θανατερό. Πάνω από τις πηγές νά-τοι και οι διψασμένοι για αίμα λόφοι. Α­ραδιαστά εκεί τα χίλια μύρια κανόνια του εχθρού, έτοιμα να βάψουν από το αίμα σας κόκκινο το νερό. Να και τα μύρια χίλια κανόνια του εχθρού γύρω από τις πηγές με τα βόλια πεινασμένα για σάρκα, τη σάρκα σας που την ετσάλωσαν τα μαρτύρια της Ερήμου. Φωτιά και σίδερο γύρω ατό τό νερό. Πάνω από τις πηγές φτερουγίζει ο χάρος με το ακονισμένο δρε­πάνι του, έτοιμος κι' αυτός γιά τή θανα­τερή του εξόρμησι.
Μέσα στα σκοτάδια της νύχτας της κρυερής νύχτας βύθιζαν οί διψασμένοι μάρτυ­ρες τα βαθουλωμένα μάτια τους προς την διεύθυνσιν των πηγών. Ποιά μάγια σκόρπισεν η νύχτα αυτή, τις στιγμές τούτες ολόγυρα   από το   διψασμένο στρατόπεδο;

Κι' οι μαρτυρικοί ετοιμοθάνατοι δε μιλούσαν πιά. Έσκυψαν και καθάριζαν  τα αγαπημένα τους τουφέκια από τη σκόνη της  Ερήμου.                                                 
Τί ειπώθηκε βαθειά άφοβα μεταξύ του φαντάρου, του όπλου, και της δίψας ; Ποιός τραγικός διάλογος σκίρτησεν ανάμεσα τους; Κοιμηθήτε, να ξεκουρασθήτε, αύριον το πρωΐ μπαίνομε στο θανατερό χορό ! Φώ­ναζαν οι αξιωματικοί.
Να κοιμηθούν: να ξεκουρασθούν; ποιοί; Οι ακοίμητοι, οι διψασμένοι, οι μαρτυρικοί διψασμένοι; Αύριο θα ριχτούν στις περιπέ­τειες της ματωμένης καντρίλιας. Αύριο θα χορτάσουν τα αμέτρητα κοπάδια των κορά­κων που σαν σύννεφα άγρια παρακολουθούν τις φάλαγγες, θα χορτάσουν από ανθρώπι­νες σάρκες.
Αύριο τις ρεματιές και τους κάμπους και τα ποτάμια, και τις κορφές θα τις σκεπά­σουν τα ωραία σας κορμιά για να τα σπα­ράξουν τα όρνεα, για να τα μαυρίση ο ήλι­ος, για να τα λυώση η γη άκλαυτα κι' αμοι­ρολόγητα.
—Κοιμηθήτε. Ξεκουρασθήτε.
—Νερό, νερό αντήχησαν τα στρατόπεδα από την τραγικήν αυτήν κραυγήν.
Και σαν ηλεκτρισμένη από βαθύτατην αίσθησι τινάχθηκεν όρθια όλη η Στρατιά σαν δαιμονισμένη. Έξω φρενών·
—Νερό! Νερό!
Η νύχτα απλώνει τά μάγια της πάνω στις πηγές.
Αέρα γιά τις πηγές κραυγάζουν οι φαν­τάροι.
Κι' εξορμούν.
Αφάνταστη πρωτάκουστη εις τα χρονικά των πολέμων η νυκτερινή αυτή έξαλλη ε­ξόρμησις. Μια έξόρμησι χωρίς διαταγή, χω­ρίς σχέδιο αυθόρμητος. Αρχηγός η Δίψα.
— Πού πάτε; φωνάζουν οι αξιωματικοί. Η Γενική Διοίκησις, οι Διοικηταί των μο­νάδων, όλοι οι βαθμούχοι προσπαθούν να συγκρατήσουν τον μαινόμενον στρατόν.
—Πού τρέχετε στον χαμό και στον όλε­θρο ;
—Πού; στη πηγή στο ξεδίψασμα απαν­τούν.
Ο εχθρός είνε άγρυπνος θα ξαπολύση τους κεραυνούς του.
— Θα ξεδιψάσουν όσοι σωθούν! απαν­τούν πάλι οι φαντάροι.
—Αέρα! προς τη πηγή!
Και μέσα στο σκοτάδι και μέσα στην φρί­κη του ολέθρου, κυματίζει λαίλαψ σιμούν  η αυθόρμητη εξόρμηση των φαντάρων. Κάτι
το άγριο, το ζοφερό, το φρικιαστικόν. Λες και μύριες αθώρητες σάλπιγγες σάλπιζαν την έφοδον κατά της  πηγής. Ο εχθρός άγρυπνος.  Από τις κορφές του χίλια μύρια κανόνια, ξερνούν τη φωτιά τους. Το εχθρι­κό πεζικό θερίζει γύρω από τις πηγές»
Φρικτός θεριστής ο χάρος κατεβάζει στη σκοτεινιά του, τους διψασμένους, αρπάζοντας από την  αγκαλιά της  νύκτας αυτής, τα μεστωμένα κορμιά , τα παλληκάρια τα ωραιόψυχα.
Πανδαιμόνιον μέοα στην ασχεδιάστη νυχτιάτικη μάχη. Ο κρότος των κανονιών, των πολυβόλων ,  των τουφεκιών. Αναστενάγματα και βογγητά των πληγωμένων. Βλαστήμιες και θριάμβων επιφωνήματα.
Νάτο το νερό το στοιχειωμένο νερό! Αυτή  τη νύχτα πολεμά ο   άνθρωπος για να νικήση τη δίψα.
Και τραγουδούν τις πήγες, τις μαγικές και τις στοιχειωμένες πηγές, με τραγούδια της ζωής και του θανάτου τραγούδια. Τραγούδια  και των δροσοπηγών των αρματωλικών λημεριών.
Μαίνεται η  νυχτιάτικη μάχη. Και πάνω από όλα  απ' όλα από τον κρότο των όπλων , από τους στεναγμούς . Πάνω από τις στερνές κραυγές των ετοιμοθανάτων .. Κι' ακόμα πάνω   από τα   επιφωνήματα του θριάμβου. 
Πάνω απ' όλα οι πολεμικοί παιάνες των αντιπάλων.
Αέρα...
Αλλάχ.
Οι δυο αυτές ιαχές σκεπάζουν τα πάντα. Και κυριαρχούν και γεμίζουν τα υψώματα και την κοιλάδα. Και αντιλαλούν πάνω από τις στοιχιωμένες τις επίμαχες πηγές .
Σώμα με σώμα .Στήθος προς στήθος. Στα χέρια. Λυσσασμένοι.
Πάντα σειρήνες και μάγισσες οι πηγές τραβούν τους διψασμένους πολεμιστάς.
Ο εχθρός απορεί. Αυτόν τον νυχτερινόν αιφνιδιασμόν δεν τον περίμενε. Ανθρωπίνως δεν μπορούσε να τον δικαι­ολόγηση.
Μα είνε στρατός ανθρώπων αυτός που διέσχισε σε δέκα μέρες 300 χιλιόμετρα μέσα από την κόλασι της Ερήμου, κι' αύριο θά δώση μάχη;
Ναι . Δεν είνε στρατός ανθρώπων! Δεν είνε στρατός δαιμόνων. Δεν είνε στρατός ού­τε υπερανθρώπων.
Εΐνε ο κεραυνός, είνε η αστραπή, είνε οι αετοί.
Είνε οι Έλληνες.
Και η μάχη μαίνεται και γύρω από τις πηγές τώρα, άγρια, φονική, απερίγραπτη, υπεράνθρωπη, ασημαστράφτει η Ελληνική λόγχη.
Η λόγχη θρίαμβος. Η λόγχη Έπος. Η ελληνική λόγχη.
Και στα λαρύγγια του εχθρού κόβεται η συνέχεια της ιαχής, της μάταιης ιαχής, που ανεβαίνει προς τον ουρανόν, ειρωνεία και κατάρα της φυλής που είνε βουτηγμένη στο αίμα των μαρτύρων.
Και τώρα πάνω από τά ξαπλωτά κορμιά, πάνω από το αιματόβρεχτο πεδίο της μάχης, μια μονάχα κυριαρχεί ιαχή.
— Αέρααα!
Και ξεδιψούν οι διψασμένοι, (1) οι νικηταί μιας άγριας και φονικής μάχης που δώθηκε από τους φαντάρους, χωρίς διαταγή και χωρίς Διοίκησι, της πρωτάκουστης αυτής μάχης της νύχτας της 9ης προς την Ι0ην Αυγούστου 1921.

I) Σ" όλη τη διαδρομή του ο Ελληνικός στρατός μέσα στο καμίνι της Αλμύρας Ερήμου, μονάχα μια πηγή αντάμωσε το Γκιόκ- Πουνάρ κοντά στο Ρέγκογλου. Γκιόκ- Πουνάρ θα πη στη Τούρκικη γλώσσα Ουράνια Πηγή. Κι αληθηνά της ταιριάζει η ονομασία αυτή. Κάπου κάπου εύρισκαν και κάποιες πράσινες νεκρόλιμνες. Έπιναν οι φαντάροι από το σάπιο και μολυσμένο αυτό νερό, για το οποίον ο Διοικητής της 3ης Μεραχίας έγραφε στο ημερολόγιο του: 8 Αυγούστου. Βρισκόμαστε Τσακιρ ­—Χαν—Σιβρή Τεπέ. Πίνομεν από έλος έχον δυσωδεστάτην και ανυπόφορον οσμήν.