Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2010

CLAUDE JULIEN: ΟΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΕΣ ΑΥΤΟΚΤΟΝΟΥΝ

Φυλετισμός και δημοκρατία.
.................................................................................................................................................................

(301) Από όλα τα πλήγματα που δέχτηκαν τα δημοκρατικά ιδεώδη, ο φυλετισμός όπως σοβεί στη Δύση, είναι αναντίρρητα το πιό σοβαρό .
Τα εμπόδια που μπαίνουν  στην ελεύθερη έκφραση της γνώμης των  πολιτών  και οι διάφορες μορφές πιέσεως , δηλητηριάσεως ή "λογοκρισίας" αυτής της γνώμης δεν εμποδίζουν τους πολίτες  ούτε να σκέφτονται , ούτε να εκφράζονται, ούτε να επικοινωνούν  .Οι κοινωνικές και  οι οικονομικές αδικίες  μπορούν να πολεμηθούν  από τα συνδικάτα  και τα κόμματα. Η έλλειψη προσαρμογής  των πολιτικών θεσμών  ή ο χρηματισμός των πολιτικών ανδρών που βρίσκονται στην εξουσία  μπορούν να καταγγελθούν . 

Ο φυλετισμός όμως, αυτός, εισχωρεί σε όλα τα κοινωνικά εξαρτήματα, εισχωρεί μέσα σε κόμματα, εισχωρεί στις εφημερίδες , στην εκπαίδευση , στη διοίκηση και στη δικαιοσύνη . Το ελάχιστο πλήγμα που καταφέρεται εναντίον της ελευθερίας της εκφράσεως προκαλεί ένα σκάνδαλο: οι καθημερινές εκδηλώσεις του φυλετισμού προκαλούν παροδικές μόνο διαμαρτυρίες. Ωστόσο , οι εκδηλώσεις αυτές αρνιούνται στα άτομα όχι μόνο ουσιώδεις ελευθερίες , αλλά και το ίδιο το δικαίωμα να αναγνωρίζονται σαν ανθρώπινα όντα. Για να επαναλάβουμε την έκφραση ενός πρώην Γενικού Γραμματέα του Ο.Η.Ε, ο φυλετισμός είναι ένας "κακοήθης όγκος" που ροκανίζει όλο το κοινωνικό σώμα.
Επί πολύν καιρό, η Ευρώπη είχε την τάση να βλέπη τον δικό της φυλετισμό με επιείκια και να τον συγχωρή, κάνοντας αναγωγή στον φαρμακερώτερο και ανοιχτά ομολογημένο φυλετισμό που σοβούσε στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.
Ύστερα από την κατάρρευση του Εθνικοσοσιαλισμού , ο φυλετισμός στην Ευρώπη , από μιά γενική άποψη , δεν μπόρεσε να εγκλιματιστή. Η ανάμνηση των κλιβάνων των κρεματορίων το απαγόρευε στον οποιονδήποτε ήθελε να εκδηλωθή φυλετιστής. Παραβίαζε τη νομοθεσία που ίσχυε, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής ο φυλετισμός στηριζόταν στους νόμους και σε μιά νομολογία των δικαστηρίων , που πονηροί δικαστές επεξεργάστηκαν με δολιότητα . Η αντίθεση αυτή κολάκευε και άφηνε αδιατάραχτη την δημοκρατική συνείδηση των Ευρωπαίων. Από 'δω και κάμποσα χρόνια , και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού , τα πράγματα βρίσκονται απ΄αυτήν την άποψη , στην ίδια κατάσταση: οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής έσμιξαν με την Ευρώπη καταργώντας κάθε φυλετική νομοθεσία, χωρίς ωστόσο ο φυλετισμός να πάψη να έχη μεγάλη διάδοση και στις δύο ηπείρους. Από την εποχή κιόλας που ο αμερικανικός φυλετισμός βρέθηκε ενισχυμένος από ένα ζωρό νομικά κείμενα και αποφάσεις δικαστικές , χώριζε λιγότερο τους (302) Λευκούς από τους Μαύρους παρ΄όσο ο ίδιος φυλετισμός χώριζε τους Γάλλους από τους Αλγερινούς (που ήσαν ωστόσο "πολίτες" της Δημοκρατίας ) από άποψη βιοτικού επιπέδου , εκπαιδεύσεως και δικαιώματος ψήφου. Η ίδια η Αγγλία είχε και αυτή τις φυλετικές της εξεγέρσεις. Πολλά επεισόδια μας δίνουν το δικαίωμα να σκεφτούμε ότι η Ευρώπη θα υιοθετούσε την ίδια στάση των Ηνωμένων Πολιτειών αν ο πληθυσμός της περιλάμβανε το ίδιο ποσοστό Μαύρους. Παρ' ότι ο φυλετισμός κυνηγήθηκε στις πιο απεχθείς δημόσιες εκδηλώσεις του, παρά ταύτα εξακολουθεί να ζη , ακόμα και μέσα στα πνεύματα που διακηρύσσουν ότι είναι προσηλωμένα στη δημοκρατία .Προπάντων με την ευκαιρία του πολέμου των έξι ημερών , ανάμεσα σε Εβραίους και Άραβες , οι περισσότερο παθιασμένες αντιδράσεις απέναντι στη σύγκρουση αυτή της Μέσης Ανατολής έφερναν αντιμέτωπους όχι τους αντίστοιχους υπερασπιστές των Εβραίων ή των Αράβων αλλά έναν φυλετισμό αντιεβραϊκό και έναν φυλετισμό αντιαραβικό , λίγο πολύ καμουφλαρισμένους πίσω από πολιτικο-στρατηγικές συζητήσεις.Στη Λυών , πάνω σε μιαν αφίσα που κόλλησε ένα συνδικάτο για να θυμίση τα δικαιώματα των ετερόχθονων εργατών , μιά επιγραφή με το χέρι είχε προστεθεί που έλεγε : Mη δίνετε δουλειά στους αραπάδες ". Σε μια γερμανική εφημερίδα υπήρχε η ακόλουθη αγγελία : "Πουλιέται: κτήμα αγροτικό σε καλή κατάσταση με δύο παράγκες , που θα΄καναν για σταύλοι ή για κατοικίες ξένων εργατών". Ένας γερμανικός νόμος προβλέπει το κάθε τσοπανόσκυλο να έχη στη διάθεσή του δεκαπέντε τετραγωνικά μέτρα , οι Τούρκοι όμως εργάτες μπορούν να στοιβάζονται σε πολύ στενώτερους χώρους. "Οι ξένοι εργάτες είναι οι Μαύροι μας", λέει ένας Γερμανός δημοσιογράφος. Στο Σαιν Κλωντ , στον Ιούρα , το "Αμερικανικό Μπαρ" αρνιέται να σερβίρη Αλγερινούς, όπως στο Παρίσι, στο Μπουλβάρ Σαιν Ζερμαίν , το "Λατέν -Μουζίκ" αρνιέται να σερβίρη Μαύρους. Ο νομάρχης του Ροδανού καταγγέλλει τις συμμορίες από νεαρους που, με κλεμμένα αυτοκίνητα δέρνουν τη νύχτα τους Αφρικανούς και τους Πορτογαλέζους εργάτες. Ο Επίσκοπος της Ντιζόν εκφράζει την αγανάκτησή του βλέποντας να πουλιούνται κούκλες κωμικά παραμορφωμένες και κατασκευασμένες στη Δυτική Γερμανία, με μιάν ετικέτα που γράφει: "Εβραίος: 23,50 φρ"
Θα ήταν παρηγορητικό αν συνέβαινε οι Εκκλησίες και το κράτος να κάνουν ότι τους είναι δυνατο για να πολεμούν τον φυλετισμό.(303)
Όμως αυτός είναι διαδεδομένος ακόμα και ως τα δικαστήρια που σπάνια τιμωρούν τις φυλετικές διακρίσεις.Τα θύματα των φυλετικών διακρίσεων δεν τολμούν πάντοτε να παραπονεθούν , και δεν έχουν συχνά τα μέσα να βάλουν μπροστά μια δίκη. Αλλά και αν συμβή αυτό, οι εργοδότες αποφεύγουν να ομολογήσουν τον φυλετικό χαρακτήρα της αποφάσεώς τους και σπάνια αφήνουν μιάν υλική απόδειξη της υπαιτότητάς τους. ΄Ετσι αποτελεί εξαίρεση η καταδίκη δύό εταιριών , που καταδικάστηκαν η μιά σε 4.000 και η άλλη σε 1.000 φράγκα πρόστιμο για την απόλυση ενός εργάτη από αιτία την εθνική καταγωγή του.
Η γαλλική νομοθεσία περιλάμβανε άλλωστε ως το 1972 χάσματα που επιτρέπαν στον φυλετισμό να εκδηλωθή ατιμώρητα. Η άρνηση να σερβίρη κανείς έναν Μαύρο ή έναν Αλγερινό μπορούσε να επισύρη κυρώσεις μόνο σαν παραβίαση του εμπορικού δικαιώματος , αλλά όχι σαν αδίκημα φυλετικής διακρίσεως. Η Γαλλία προσχώρησε ως γνωστό το 1971 στη σύμβαση για την εξάλειψη των φυλετικών διακρίσεων , που προβλέπει ότι κάθε Κράτος επιβάλλεται να πάρη νέα νομοθετικά μέτρα γι' αυτόν το σκοπό . Όμως η εισηγητική έκθεση του νομοσχεδίου που εξουσιοδοτούσε την κυβέρνηση να προσχωρήση δήλωνε: " Η γαλλική νομοθεσία είναι από κάθε άποψη συνταιριασμένη με τη σύμβαση σε σημείο που δεν χρειάζεται να ληφθή κανένα νομοθετικό μέτρο καινούριο για την εφαρμογή της". 
Παρά ταύτα , τα κείμενα που ισχύουν έκαναν πολύ δύσκολο το έργο των ιδιωτικών ενώσεων όταν ήθελαν να φέρουν μπροστά στα δικαστήρια περιπτώσεις φυλετικής διακρίσεως ή προσβολής φυλετικού χαρακτήρα.Για την ενίσχυση της αντιφυλετικής νομοθεσίας, πολλές προτάσεις νόμων κατατέθηκαν από τους κομμουνιστές το 1968 κι από τους σοσιαλιστές το 1971. Η κυβέρνηση αντιμετώπισε το ενδεχόμενο το 1961 να υποβάλη στη Βουλή ένα νομοσχέδιο που θα τιμωρούσε τις διάφορες μορφές φυλετικής διακρίσεως. Η πρόθεση αυτή δεν πραγματοποιήθηκε παρά μόνο το 1972.


Στη Γαλλία , ένας Αλγερινός εργάτης, ο Σέικ Μπουαμπντελί ,συγκρούστηκε στις 27 Νοεμβρίου 1972 χτυπώντας με το αυτοκίνητό του ελαφρά ένα άλλο αυτοκίνητο. Οι δύο οδηγοί ήσαν έτοιμοι να κανονίσουν φιλικά τη διαφορά τους όταν ένα αυτοκίνητο της αστυνομίας σταμάτησε μπροστά τους , συνέλαβε τον Αλγερινό και τον οδήγησε στο αστυνομικό τμήμα του 5ου διαμερίσματος. Εκεί οι αστυφύλακες τον εξύβρισαν , τον υποχρέωσαν να πιή κρασί, για να του μετρήσουν ύστερα το περιεχόμενο του στομαχιού του σε οινόπνευμα , και τέλος τον χτύπησαν σε σημείο που χρειάστηκε κατόπιν να μπη στο νοσοκομείο και να υποστή χειρουργική επέμβαση.Παράνομες αυτές οι μέθοδοι , ναι, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν χρησιμοποιούνται συχνά. Στις αρχές του Οχτώβρη του 1971 στη Μπουλόνι-Μπιγιανκούρ , ο Κασέμ Αλί , πατέρας τεσσάρων παιδιών , υπέκυψε στα τραύματα που του προξένησαν μιά ομάδα νέοι φυλετιστές. 
Τα παραδείγματα αυτά, που τα διαλέξαμε ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλα, είναι αποτέλεσμα της φυλετικής προπαγάνδας , που αναπτύσσεται πάρα πολύ ελεύθερα. Η ομάδα "Νέα Τάξη " έξαφνα προπαγανδίζει την υπεράσπιση της "λευκής φυλής". Στη Γκρενόμπλ , μια ανώνυμη προκήρυξη δήλωνε: " H Κίνα ή η Ιαπωνία εξελίχθηκαν σε γίγαντες χάρη , ανάμεσα στ' άλλα , στην έλλειψη Εβραίων στα εδάφη τους, που ευκολύνει μιάν αληθινή εθνική ένωση. Οι χώρες που δεν έχουν Εβραίους ανεβαίνουν , ενώ η εισβολή των Εβραίων οδηγεί στην αποσύνθεση και την εξαφάνιση των χωρών όπου εγκαθίστανται" . 
Όταν πέθανε ο Ξαβιέ Βαλλά, πρώην επίτροπος για τα ζητήματα των Εβραίων στο Βισύ, το περιοδικό Minute χαιρέτησε με συγκίνηση "την παραδειγματική ζωή του σαν δημοσίου άνδρα". Αλλά πρόκειται για μιάν επιθεώρηση με μεγάλη κυκλοφορία που δημοσιεύει επιστολές αναγνωστών της που τείνουν να δικαιολογήσουν τον (305) φυλετισμό με φράσεις σαν την ακόλουθη: "Αρκούν δυο ή τρεις γενιές για να αποσυντεθή η χώρα της υποδοχής' με τρία εκατομμύρια αλλογενών που είναι εγκαταστημένοι στη Γαλλία, έχουν συγκεντρωθή όλοι οι απαραίτητοι όροι". 
Ιδιωτικές ενώσεις, σε όλες τις χώρες της Δύσεως, μάχονται εναντίον των διαφόρων εκδηλώσεων φυλετισμού, προσφέροντας στην κοινωνία μιάν αναντικατάστατη υπηρεσία. Και πρέπει να πούμε, ότι ευτυχώς η δράση τους υποστηρίζεται από τα συνδικάτα, τα κόμματα τις εφημερίδες και τις Εκκλησίες. Ο αγώνας όμως αυτός παραμένει περιθωριακός, ενώ ο φυλετισμός εισχωρεί βαθιά σε όλους τους τομείς των σύγχρονων κοινωνιών που αναθέτουν τις πιο ταπεινές εργασίες σε εργάτες που ανήκουν σε εθνικές μειονότητες . Η Δύση, στο σύνολό της, δεν είναι σήμερα περισσότερο φυλετική από όσο ήταν η δημοκρατία της Βαϋμάρης. Παρά ταύτα, λίγα χρόνια αργότερα από την εγκαθίδρυσή της, οι αίθουσες των αερίων και οι φούρνοι των κρεματορίων άρχισαν να βάζουν σε ενέργεια την "τελική λύση".
Το πεδίο της μάχης σήμερα βρίσκεται μέσα στα δικαστήρια , και ειδικώτερα μέσα στα μονομελή Πλημμελειοδικεία (lower trial courts) γιατί εκεί ανθίζει , με την πιο οξεία του μορφή, ο νομικά επιδοκιμαζόμενος φυλετισμός", δηλώνει ο Τζώρτζ Γ. Κρόκετ, πρόεδρος της Εθνικής Ενώσεως των Αμερικανών Δικηγόρων.Πάνω σε περίπου είκοσι χιλιάδες δικαστές εν ενεργεία στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής , 289 είναι Μαύροι. Οι λευκοί δικαστές είναι συνήθως η αντανάκλαση των πεποιθήσεων που κυριαρχούν μέσα στο περιβάλλον τους, και δείχνονται περισσότερο αυστηροί για τους κατηγορουμένους Μαύρους.Την ίδια στάση τηρούν , στη Γαλλία , σε βάρος των εργατών που έρχονται από τη Βόρεια Αφρική. Οι αντιφυλετικές αμερικανικές οργανώσεις αναλάβαν μια μεγάλη προσπάθεια για να πετύχουν όπως ένας μεγαλύτερος αριθμός δικαστές προσληφθούν από τον μαύρο πληθυσμό. Αλλά θυμίζουν ασταμάτητα ότι η πόλη εναντίον του φυλετισμού δεν μπορεί να έχη αποτέλεσμα παρά μόνο με την ενεργητική συμμετοχή όσο το δυνατόν μεγαλυτέρου αριθμού πολιτών.
..............................................................................................
Ο συγγραφέας του Θρύλου του Τάκερ Κάλιμπαν γράφει: "Οι λευκοί όλοι (...) χρωστάνε να δώσουν λόγο κάποια μέρα για αιώνες αδικίες, για αιώνες εγκλήματα, για αιώνες φυλετισμό. Όλοι οι Λευκοί (...) είναι δέσμιοι της ίδιας ψευδαισθήσεως (...). Δεν τους μένει τίποτ' άλλο παρά να διαλέξουν ανάμεσα στις λογοκοπικές φαντασιώσεις ενός χρυσοηδονιστικού εξωπραγματικού κόσμου και τη βίαιη ωμότητα με την οποία αντιδρούν όταν ξυπνούν πρόσκαιρα στο καθετί που απειλεί να ταράξη τα παιδιάστικα όνειρά τους".


Αυτός "ο εξωπραγματικός χρυσοηδονιστικός κόσμος" στερέωσε την ευτυχία του και την ανάπτυξή του πάνω σε "περιοχές φτώχειας", που τις πλουτίζει στην ανάγκη και με τη μετανάστευση, στερέωσε την ευτυχία του και την ανάπτυξή του πάνω σε κερδοσκοπίες που οδήγησαν σε τερατώδεις συγκεντρώσεις του πληθυσμού στις πόλεις και πάνω στην εκμετάλλευση των ανειδίκευτων εργατών ' κοκάλωσε τους δημοκρατικούς θεσμούς , που αν είχαν την δυνατότητα να εξελιχθούν ελεύθερα θα τίναζαν το σύστημα στον αέρα.
Ο φυλετισμός δεν χρωστιέται αποκλειστικά σε αιτίες οικονομικές΄οι φυλετικές μειονότητες είναι τα κυριώτερα θύματα αυτού του "εξωπραγματικού (307) χρυσοηδονιστικού κόσμου". Σκέψη που οδήγησε τον Τόμας Μέρτον σε ένα συμπέρασμα που λίγοι Δυτικοί θα το αποδεχθούν: "οι Λευκοί (...) δεν μπορούν να απελευθερωσουν τους Μαύρους , γιατί είναι οι ίδιοι ανίκανοι να απελευθερωθούν (.....) . Μας χρειάζεται ωστόσο οι Μαύροι να είναι ελεύθεροι για το δικό μας καλό περισσότερο και όχι για το δικό τους." 
Από την Τραπ του Κεντάκυ όπου ζούσε, ο καλόγερος Τόμας Μέρτον εισχώρησε στην καρδιά της κρίσεως που περνάει ο πολιτισμός μας στη Δύση.Έβλεπε τόσο τις οικονομικές όσο και τις κοινωνικές αιτίες της σαν "συμπτώματα μιάς πνευματικής κρίσεως παγκόσμιας, που υπήρχε φόβος να πάρη σε λίγο διαστάσεις κατακλυσμιαίες" -και θύμιζε το Άουσβιτς ,τις φυλετικές εξεγέρσεις, τη Χιροσίμα.....

Από το έργο : Οι δημοκρατίες αυτοκτονούν. Μετάφραση Α.Ι ΛΙΒΕΡΗ .Εκδόσεις ΑΛΚΑΙΟΣ Σελ.334.

Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2010

EVE CURIE:JOURNEY AMONG WARRIORS

 
IX The War Came Close to Moscow.
OUR CAR LEFT KUYBYSHEV at seven next morning, January 12th, in order to get to the airport. The young chauffeur, nineteen years old,(155) did not know the way any too well: a few miles from the town, we I'ui lost in a busy factory district. We passed many new houses, all alike , built in monotonous rows. They were dwelling places for the workers, each of them large enough to shelter three or four families. Hundreds of men and women were walking, all in the same direction, on the snow-covered roads, to take their shift in the plants. Those who came from more distant houses were being carried in large, old busses to the place of their work. 
I soon discovered that the most useful tool for automobile drivers m Russia was the spade. Several times the car skidded on the frozen rind and stopped only when it got stuck in the soft snow. The driver got out with his-spade and began digging around the wheels in order to clear the way. Then he tried to start the car again, while Lieutenant Muston and myself pushed the machine from behind with all our might. 
We thought our troubles were over when we got onto a straighter in.id, in a heavy traffic of military trucks—but they weren't. The shiver made a sudden yaw to avoid running over a dog. The car skidded again, turned completely, and dashed into the snow. This tunc we dug and pushed for about half an hour before the car moved at all. When we got to the airport at last, the two motors of our plane were being heated before departure. It was the coldest day 1 hid had in Russia so far: the frost was biting my face and stiffening my hands while I carried my bag toward the Russian-built Douglas. Very soon, we took off and found ourselves flying low over an im¬mense white plain. 
This was a military machine, not a passenger plane like the one that hid brought me from Iran. Everything in the transport aircraft had been fitted for war. There was not an ounce of weight wasted. We MI on a light, metal bench, our backs to the windows. Our luggage WHS gathered together in the remaining empty space. Right in the Huddle of the plane there was a square platform of rough wood, the leight of two steps of a staircase. On this improvised pedestal stood ii gunner. A glass turret allowed him to see the sky above us and to aim his revolving machine gun at eventual aggressors. During our four-hour trip, the gunner, who wore giant fur-lined boots climbing high above his knees, stood all the time in this awkward position and never stopped watching for invisible enemies.
The glass turret and the machine gun had obviously been added bcently to the plane. This had meant carving a large hole in the top til the fuselage, and the net result was a frightful frost and a frightf (156) noise inside the aircraft. As we flew smoothly over the forests and monotonous fields buried in the snow, each of us started an individual struggle against the growing cold. There were fifteen of us, mostly Russian officers. The only women were my companion and myself, and I was the only foreigner. After a while two of the men-civilians—started walking back and forth in the empty space of the plane, to get warmer, just as if they had been in a street, without the pilot seeming to mind. Meanwhile a lot of wrapping up and tapping of feet and hands was going on among us. I had first tried to con¬ceal how deadly cold I was, but then I made this important discovery: the Russians were cold too, just as cold as I, a simple Westerner. I stopped being self-conscious and just let myself shiver without shame.
The metal seat was cold. The window, dimmed by the frost, was cold. Our teeth became cold whenever we spoke, and our frozen breath looked like white steam. In front of me sat an officer, rather old, wearing a brown leather coat. His face was gradually becoming pale green, and I could see his jaws actually shaking, his body shiver¬ing all over. Another officer had curled upon the bench, hoping that to sleep might help. Liuba Mieston's round face was hardly visible between her fur-lined cap and the collar of her military sheepskin coat —a wonderful garment, of white fleece inside and white skin outside, that made her look like an enormous Christmas toy, a bulky Teddy bear. Every one of these frozen people found a little energy left to laugh at me and at my strange costume: corduroy slacks, any amount of woolen socks and sweaters, sheep-lined boots, the whipcord-and-civet-cat coat, the fur-lined hood and, over all that, the yellow Persian pustine, whose sheep lining had even stopped smelling, so cold it was.
An icy sunshine welcomed us on the Moscow airfield, where I could see several military aircraft—transports, bombers, and fighters —all of Russian make. While we were carrying our bags to a car across the snow, a Red Cross plane, coming from the front, landed only a few yards away from us. An ambulance drove up to it immediately. It was one of those aircraft in which there is just room for two lying men. Suddenly, the war was there, right close to me. The suffering inflicted on the men by the winter and the sanguinary fight¬ing became extraordinarily real.
We drove through the city. The avenues were unusually wide and the sidewalks Ather narrow. The contrary, somehow, would have been better: niany more people were walking than riding, and a dark, busy crowd edged the half-empty streets, where there was only a scarce traffic of automobiles and streetcars. Liuba Mieston, overjoyed,(157) was looking excitedly at everything. Moscow was her home, and she had not been back there since the tragic days in the fall, when her Information Bureau had been hastily evacuated to Kuybyshev. This trip with me was giving her a chance to come back to her beloved town. She was sighing with happiness and muttering:
"I am going to see my flat again. I wonder if it has been bombed. And, who knows—with a little luck, I may come across my husband: his regiment is at the front not very far from here. Oh, and I will go to the station. . . . Do you know that, at the outbreak of the war, all my civilian clothes got lost: I packed them in a suitcase, left the suitcase for a day at the station's package room, and in the general turmoil the suitcase vanished. That was awful, for clothes here cannot be replaced. I have only my unifocal left—and my husband always says to me: 'Liuba, I don't like you in uniform, I like you in a dress.' "
We got to the Moskva Hotel, which had the solemn gloom of a necropolis. It was an enormous, modern building of about twelve floors, with hundreds and hundreds of rooms. There was an attempt to cut down drastically the consumption of electricity and coal: the lobbies were dark and icy cold, and the rooms only moderately heated. However, the Moskva, as compared to the Grand Hotel in Kuybyshev, represented a prodigious luxury: a hot bath was prob-ably in sight.
The place was crowded, and the only accommodation we could get was a double room, with a bathroom and a very useless drawing room containing a piano that age had rendered mute. It cost eighty rubles a day—sixteen dollars at the official rate of exchange. The em¬ployee at the reception desk, who gave the impression that he worked in a cave, because of his dim desk light and the coat in which he was shivering, promised us that the next day each of us would have a room—at a more reasonable price.
While I took a bath, Lieutenant Mieston did some telephoning, and while she took a bath I tried to get some food downstairs, in the chilly dining room where every table was occupied, mostly by of¬ficers. I managed to find an empty seat at a table; I also managed to explain to the waiter that I wanted to eat the same things that the officers at the next table were eating—small cutlets of hashed meat—but that was as far as I got. I waited and waited, and no food ever came. I figured out that, rather than be cold and hungry in the dining room full of drafts, I would much rather be warm and hungry in my room, and I went up again. I was rescued sometime

ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ:ΕΡΙΚ ΚΙΟΥΜΠΥ

ΟΙ ΡΩΣΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ 1945
(159) δυο Γερμανούς και τους εξήγησε με χειρονομίες τί ήθελε. Οι Γερμανοί έφυγαν τρέχοντας και γύρισαν μ' ένα σεντόνι. Ο φωτογράφος τούς έβαλε πίσω από το λοχία και τους έδειξε πως να κρατούν το σεντόνι τεντωμένο. Έπειτα τράβηξε τη φωτογραφία. Λίγο αργότερα, ο λοχίας βρισκόταν και πάλι στην πρώτη γραμμή...[1] 
26 Απριλίου 1945 
Η ημέρα τελείωσε αρκετά ήσυχα στον αντιαεροπορικό πυρ γο και σ' ολόκληρο το Δυτικό Βερολίνο. Είχα ακόμη ...επαφή με τούς περισσότερους Τομείς και, ασφαλώς, με το Επιτελείο του Διοικητού... Αλλ' η δική μας τηλεφωνική γραμμή είχε κοπή κι έτσι ήμεθα αναγκασμένοι να καταφεύγωμε στο δημόσιο δίκτυο. Είχαμε ακόμη θαυμάσιους έγχρωμους χάρτες που έδειχναν τους διαφόρους Τομείς, τη μεγίστη ακτίνα δράσεως του Πυροβολικού, τις περιοχές που εδέχοντο πιέσεις κ.λ.π. Οι χάρτες αυτοί δεν θα εξυπηρετούσαν, βέβαια, κανένα σκοπό αν θα νεκρωνόταν και το δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο. Κατά τα άλλα, όλο μας το Πυροβο λικό είχε, ουσιαστικά, ακινητοποιηθή... Η μεγαλύτερη ηλιθιότης, κάτι που άγγιζε τα όρια του σα μποτάζ, ήταν ο τρόπος με τον οποίο είχε οργανωθή ή διανομή των πυρομαχικών. Όταν έκανα την πρώτη μου επιθεώρησι, ρώτησα που μπορούσα... να βρω τα πυρομαχικά. Η συγκλονιστική απάντησις ήταν ότι είχαν προετοιμασθή και συμπληρωθή δυό τεράστιοι χώροι πυρομαχικών, ο ένας στον εμπορικό Σταθμό Νικολάσεε κι ο άλλος κοντά στο Τουφελσέε στο Γκρούνεβαλντ. Κι οι δυό αυτοί χώροι είχαν πέσει στα χέρια των Ρώσων πριν από λίγες ώρες. . .5 Η νύχτα πέρασε πολύ ειρηνικά. Παρά το λαμπρό, έναστρο, ουρανό, η Σοβιετική Αεροπορία δεν έκανε την εμφάνισί της. Έκανε αρκετή ψύχρα. Το Ούντερ ντεν Λίντεν ήταν έρημο μέχρι το Φρούριο της Γέφυρας. Μόνο από την άλλη όχθη του Σπέε, από τα βόρεια κι ανατολικά της πόλεως, μπορούσαμε ν΄ ακούμε αμυδρά τα πυρά του Πυροβολικού. Γύρω στο μεσημέρι, οι Διοικηταί των Συνταγμάτων ανέφεραν ότι οι Δανοί κι οι Νορβηγοί (δύο Συντά γματα της Μεραρχίας Νόρντλαντ) είχαν αποκτήσει και πάλι την Κανονική τους δύναμι από 600 ως 700 άνδρες... Γύρω στις 19.00 οι Διοικηταί των Συνταγμάτων ανέφεραν ότι δεν φαινόταν κανείς μπροστά, εκτός από τους δικούς μας στρατιώτες των Πάντσερ... Ούτε μπόρεσαν ν' ανακαλύψουν κανένα από τα «προετοιμασμέ να» υπόγεια Στρατηγεία ή τις θέσεις των πολυβόλων και των αν τιαεροπορικών που ήσαν σημειωμένα στους χάρτες των. Ανα γκάσθηκα να συμπεράνω ότι ολόκληρη η άμυνα του Τομέως Ζ υπήρχε στα χαρτιά μόνο. . κι απεφάσισα να έλθω σ' επαφή με τον αξιωματικό σύνδεσμο των ΕΣ — ΕΣ το ίδιο εκείνο βράδυ. Είχα την ελπίδα ότι θα μπορούσα να τον κάνω να ενδιαφερθή για τα προβλήματα μου, αν και δεν τον γνώριζα καθόλου.'Οταν έφθασα στους υπογείους διαδρόμους της Καγκελλαρίας, χωρίς και πάλι να με σταματήσουν πουθενά, με ωδήγησαν μέσα από μια σειρά δωματίων, που ήσαν γεμάτα από αξιωματικούς. Ιδιαί τερη εντύπωσι μου έκανε ένας εύσωμος άνδρας με καφέ - κόκκι νη στολή με χρυσά σειρήτια, που, εκείνη τη στιγμή, υπαγόρευε τις ακόλουθες λέξεις στη δακτυλογράφο του: «...απαλλασσόμενος αμέσως από τα καθήκοντα του». Όταν ρώτησα ποιος ήταν αυ τός, ό συνοδός μου ξαφνιάσθηκε που δεν είχα ποτέ συναντήσει τον Μάρτιν Μπάρμαν. Μ' ωδήγησαν κατόπιν σ' ένα μακρόστενο δωμάτιο και ό Στρατηγός Φεγκελάϊν ήλθε προς το μέρος μου. Του ζήτησα να υποστήριξη τις προσπάθειες μου για να εμποδίσω τη διάλυση της μόνης εξωπλισμένης Μεραρχίας των ΕΣ — ΕΣ πού βρισκόταν, την περίοδο αύτη, σ' ολόκληρη την αμυντική περιοχή του Βε ρολίνου.1 Αντί να κάνη πόλεμο ή ειρήνη, η Γερμανική στρατιωτική ηγεσία απησχολείτο με ζητήματα ιεραρχίας και καθορισμού αρμοδιοτήτων. Ο Στρατηγός Βάϊντλινγκ, που έτυχε να φθάση την ώρα που ο Κρούκενμπεργκ μιλούσε με τον Φεγκελάϊν, μπορούσε να κάνη μια προσπάθεια για να ξεκαθαρίση την κατάστασι, αναθέτοντας την ευθύνη για ολόκληρο τον Τομέα Ζ σ' έναν άνθρωπο. Προτίμησε όμως να δώση μια λύσι πού δεν θα στενοχωρούσε τα ευνοούμενα παιδιά του Φύρερ. Δεν θα δοκίμαζε ποτέ να παράκαμψη τον Υποστράτηγο των ΕΣ—ΕΣ Μόνκε ή τον Αντισυνταγματάρχη Σάϊφερτ. Ακολουθώντας τη μέθοδο του Σολομώντος,(161) χώρισε τον Τομέα σε τρία Στρατηγεία . Ενώ ο Μόνκε διωρίσθηκε "Αρχηγός" του Τομέως με το Στρατηγείο του στα υπόγεια της νέας Καγκελλαρίας, ο Σάϊφερτ ανέλαβε τη Διοίκησι του δεξιού τμήματος με το Στρατηγείο του στο Υπουργείο Αεροπορίας κι ο Κρούκνεμπεργκ τη Διοίκησι του τμήματος , αριστερά της Βιλελμστράσσε, με το Στρατηγείο του στον υπόγειο Σταθμό Σταντμίττε.Μετά τη διπλωματική αυτή απόφασι, ο Βάϊντλινγκ πήρε ιδιαιτέρως τον Κρούκενμπεργκ και του ζήτησε να «αρθή στο ύψος των περιστάσεων» και να παράβλεψη το γεγονός ότι είχε γίνει υποδεέστερος του Υποστρατήγου Μόνκε που ήταν, στην πραγμα τικότητα, «νεώτερος» του. Ο Κρούκενμπεργκ απήντησε ότι «υπό τας παρούσας συνθήκας» το όλο ζήτημα δεν είχε ιδιαίτερη σημασία. Αυτή ήταν και η τελευταία του συνάντησις με τον Στρατιωτικό Διοικητή. Μέχρι και τη στιγμή της παραδόσεως, ο Βάϊντλινγκ δεν του έστειλε καμμιά γραπτή ή προφορική διαταγή. 
Καθώς ο Κρούκενμπεργκ ετοιμαζόταν να εγκαταλείψη το υπόγειο Στρατηγείο του Φύρερ, μπήκε ο Γκαίμπελς φορώντας την πλήρη στολή του Κόμματος. Το 1933 ό Κρούκενμπεργκ είχε φιλονικήσει μαζί του και ο Γκαίμπελς δεν ήταν από τούς τύπους που ξεχνούν τέτοια πράγματα. Αλλά, παρ' όλο που πρέπει να εξεπλάγη που συνάντησε τον Κρούκενμπεργκ κάτω από τέτοιες λαμπρές συνθήκες, δεν έδειξε ότι δυσαρεστήθηκε. 
Όταν ο Στρατηγός Φεγκελάϊν του μίλησε για το πρόβλημα μου, ό Γκαίμπελς επέμεινε να έχη μια «απέριττη», όπως είπε, ει κόνα του ηθικού των στρατευμάτων που είχα υπό τις διαταγές μου. Του είπα ότι ήμουν Διοικητής μιας Μεραρχίας Γρεναδιέρων Πάντσερ του Σώματος Βάφφεν των ΕΣ — ΕΣ, που περιελάμβα νε και μια Μονάδα εθελοντών από διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες. Όλοι οι ανώτεροι αξιωματικοί ήσαν Γερμανοί που είχαν γεράσει στο Μέτωπο, ενώ ένα μεγάλο ποσοστό των νεωτέρων αξιωμα τικών και των στρατιωτών απετελείτο από σπουδαστάς και νεαρούς εργάτες και τα νιάτα ήταν ένα μεγάλο πλεονέκτημα στη Μάχη σώμα προς σώμα ανάμεσα στα ερείπια της πόλεως. Φυσικά είχαν υποστή... τρομερές ταλαιπωρίες. Είπα, ακόμη, ότι οι ξένοι εθελονταί ήσαν αποφασισμένοι ν* ανακόψουν την προέλασι του Μπολσεβικισμού προς τη Δύσι και να προστατεύσουν τα σπίτια τους με κάθε θυσία. Αυτό που είχαν δη να κάνουν οι Ρώσοι στους ανθρώπους της Κουρλανδίας και της Ανατολικής Γερμανίας τους είχε εδραιώσει την αποφασιστικότητα τους. 




[1] Μετάφρασις από τη πρωτοτυπία του πρωτοτύπου χειρογράφου του Γκους.

Κ.Μ.ΣΥΜΟΝΩΦ:Η ΕΠΟΠΟΙΪΑ ΤΟΥ ΣΤΑΛΙΝΓΚΡΑΝΤ

Καθισμένη έξω από μιαν αποθηκούλα και στηρίζοντας το εξαντλημένο κορμί της στο χωματένιο τοίχο, η γυναικούλα, που μόλις είχε γλυτώσει από την κόλαση του Στάλινγκραντ, εξιστορούσε με φωνή ραγισμένη από την κούραση και τις ταλαιπωρίες, αυτά που είδαν τα μάτια της μέσα στις φλόγες της μεγάλης πόλης.
Η ατμόσφαιρα ήταν πνιγηρή από την ξηρασία και τη σκόνη. Ένα ελαφρό αεράκι έκανε να σηκώνονται κίτρινα σύννεφα σκόνης κάτω από τις πατούσες. Τα πόδια της γυναίκας ήταν γυμνά, πρησμένα και καθώς μιλούσε μάζευε με το χέρι της ζεστή σκόνη, την έβαζε κάτω απ' τις φλογισμένες φτέρνες της και την πατούσε, σα νάθελε να πνίξει έτσι τον πόνο της.
Ο λοχαγός Σαμπούρωφ, καθώς την άκουγε, χαμήλωσε τα μάτια του πάνω στις βαριές μπότες τον κι' άθελα του έκανε μισό βήμα προς τα πίσω. Ή τ α ν μεγαλόσωμος και παρ' όλο που είχε φαρδιές πλάτες, φαινόταν ψηλός. Με το πελώριο και λίγο κυρτό σώμα του, με το απλό και σοβαρό πρόσωπο του, θύμιζε πάρα πολύ τον Γκόρκη σε νεαρή ηλικία.
Στεκόταν κι' άκουγε τη γυναίκα σιωπηλός, κοιτάζοντας πάνω από το κεφάλι της προς τα κει, όπου, κοντά στα τελευταία σπιτάκια και στην άκρη της στέπας, ξεφόρτωνε ένα στρατιωτικό τραίνο.
Μακριά, στο βάθος της στέπας, έλαμπε κάτω απ' τον ήλιο μια λευκή λουρίδα της αλμυρής λίμνης. Το θέαμα άφηνε την εντύπωση πώς εκεί τέλειωνε ο κόσμος, πως εκεί ήταν η άκρη του κόσμου. Την εποχή αυτή, Σεπτέμβρης του 1943, σε τούτο δω το μέρος βρισκόταν ο τελευταίος και πιο κοντινός προς το Στάλινγκραντ σιδηροδρομικός σταθμός. Για να προχωρήσεις πιο πέρα ως την όχθη του Βόλγα, έπρεπε να πας με τα πόδια.
Η κωμόπολη λεγότανε Έλτον. Είχε πάρει τονομά της από την αλμυρή λίμνη, που βρισκόταν εκεί κοντά. Κάποτε, μικρός, ο Σαμπούρωφ, θυμόταν, πως είχε συναντήσει στη σχολική γεωγραφία τα ονόματα «Έλτον» και «Μπασκουντσάκ». Και να τώρα, που το 'φερε η τύχη να γνωρίσει από κοντά το «Έλτον» : χαμηλά σπιτάκια, σκόνη κι' απόμερος σιδηροδρομικός σταθμός.
Η γυναίκα εξακολουθούσε να εξιστορεί τις συμφορές. Αν και δεν ήταν ή πρώτη φορά που άκουγε ο Σαμπούρωφ γυναίκες να λένε τον πόνο τους, όμως εκείνη τη στιγμή ένιωσε ένα σφίξιμο στην καρδιά. Πριν φτάσει στο Έλτον μαζί με τους στρατιώτες του, είχε υποχωρήσει από πολλές πόλεις. Απ (10) το Χάρκοβο στο Μπαλουέκ, απ' το Μπαλουέκ στο Ρώσσος, απ' το Ρώσσος στο Μποκατσάρ. Παντού, απ' όπου περνούσε, οι γυναικούλες έκλαιγαν κι' αυτός τις άκουγε όπως τώρα, μ' ένα αίσθημα ντροπής και κούρασης μαζί. Εδώ όμως, στο Έλτον, δεν ήταν όπως αλλού. Εδώ είναι ή άκρη του κόσμου, η γυμνή στέπα του Βόλγα. Και στα παράπονα των γυναικών δεν υπήρχε μονάχα παράπονο μα και απελπισία. Δεν έμενε πια περιθώριο για υποχώρηση. Σε πολλά βέρστια πάνω στη στέπα δε βρίσκονταν ούτε πόλεις, ούτε ποτάμια. Δεν υπήρχε τίποτα.
— Πού μας έφεραν! ψιθύρισε άθελα του ό Σαμπούρωφ.
Μέσα σ' αυτές τις τρεις λέξεις εκδηλώθηκε όλη η απεριόριστη λύπη που τον είχε κυριεύσει τα τελευταία εικοσιτετράωρα, καθώς κοίταζε μέσα από το παραθυράκι του φορτηγού βαγονιού, την απέραντη στέπα. Βαριά στεναχώρια πλάκωσε την ψυχή του. Έφερε στο μυαλό του την τεράστια απόσταση που τον χώριζε από τα σύνορα κι' έπεσε σε σκέψη. Δεν τον απασχολούσε η πορεία προς το μέτωπο, αλλά σκεφτόταν την ώρα που θα ξαναγύριζε πίσω κυνηγώντας τον εχθρό. Και υπήρχε στις βαριές του σκέψεις εκείνο το ιδιαίτερο πείσμα που χαρακτηρίζει το ρώσο, που δεν επέτρεψε ούτε σ' αυτόν ούτε στους συντρόφους του να πιστέψουν και μια φορά σ' όλη τη διάρκεια του πολέμου πως είναι δυνατόν να μη ξαναγυρίσουν.
Η σημερινή κατάσταση δε μπορούσε να διαρκέσει πιο πολύ. Ένιωσε ξαφνικά πως εδώ στο Έλτον είναι το τελευταίο σύνορο, που πέρα απ' αυτό δεν υπάρχει πια άλλη υποχώρηση.
Κοίταξε τούς στρατιώτες πού κατέβαιναν βιαστικά από τα βαγόνια και του ήρθε η επιθυμία να τους πάρει τώρα αμέσως και να τρέξει στο Βόλγα. Να τον περάσει, να φτάσει στο Στάλινγκραντ και κει να νιώσει το αίσθημα πως πια δε θα υποχωρήσει, αλλά θα συνδέσει την τύχη του με την τύχη της πόλης.
Και αν οι γερμανοί πάρουν την πόλη, τότε ο θάνατος του θα είναι αναπόφευκτος ενώ, αν δεν τους αφήσει να την καταλάβουν, τότε ίσως να ζήσει.Η γυναίκα όλο και διηγόταν για το Στάλινγκραντ. Αράδιαζε τον έναν ύστερα από τον άλλο τους δρόμους που κάηκαν και καταστράφηκαν. Οι άγνωστες στον Σαμπούρωφ ονομασίες είχαν ιδιαίτερο νόημα γι΄αυτή Η γυναίκα ήξερε πού και πότε είχαν χτιστεί τα καμένα τώρα σπίτια , που και πότε είχαν φυτέψει τα δένδρα, που καμένα τώρα , χρησιμοποιούνταν στα οδοφράγματα,Τα ανέφερε όλ΄ αυτά σα να μιλούσε , όχι για τη μεγάλη πόλη , μα για το σπίτι της , για δικά της ,ατομικά πράγματα, που της ήσαν τόσο γνώρισμα κι΄αγαπητά , ώστε τώρα να μη μπορεί να συγκρατήσει τα δάκρυά της. (11) Κι' όμως, για τo δικό της σπίτι δεν είπε τίποτα απολύ τως. Πολύ σπάνια, κατά τη διάρκεια του πολέμου, είχε συναν τήσει ο Σαμπούρωφ ανθρώπους που να λυπούνται για τις κα ταστροφές του ατομικού τους νοικοκυριού. Κι' όσο τραβούσε ο πόλεμος σε μάκρος τόσο πιο συχνά και με μεγαλύτερο πείσμα τούτοι δω οι άνθρωποι δεν έφερναν στο μυαλό τους παρά μο νάχα τις πόλεις που αφήναν πίσω. 
Σκούπισε με το μαντήλι τα δάκρυα απ' τα μάτια της η γυναικούλα κι' αφού αγκάλιασε με το βλέμμα όλους αυτούς που την άκουγαν, είπε σοβαρά : 
— Πόσα χρήματα, πόσοι κόποι! 
— Τί κόποι; ρώτησε κάποιος, που δεν είχε μπει αμέσως στο νόημα. 
— Για να χτιστούν όλ' αυτά από την αρχή, εξήγησε απλά εκείνη. 
Ο Σαμπούρωφ τη ρώτησε για το δικό της σπιτικό κι' έμαθε πως τα δυο της αγόρια βρίσκονταν από καιρό στο μέ τωπο και μάλιστα πώς το ένα σκοτώθηκε. Ο άντρας κι' η κόρη της, όπως φαίνεται, παραμείναν στο Στάλινγκραντ. Όταν άρχισαν οι βομβαρδισμοί και φούντωσαν οι πυρκαγιές, η γυ ναίκα έμεινε ολομόναχη. Κι' από τότε δεν έμαθε τίποτα για τούς δικούς της. 
— Και σεις για το Στάλινγκραντ πάτε ; ρώτησε. 
— Μάλιστα, απάντησε ο Σαμπούρωφ, χωρίς να έχει την εντύπωση πώς παραβιάζει κανένα πολεμικό μυστικό. Άλλωστε ποιος λόγος υπήρχε να ξεφορτωθεί εδώ, στο ξεχασμένο Έλτον, το στρατιωτικό τραίνο, αν δεν επρόκειτο να πάνε στο Στάλιν γκραντ ; 
— Το επίθετο μου είναι Κλιμένκο. Ο άντρας μου λέγεται Ιβάν Βασίλιεβιτς Κλιμένκο και η κόρη μου Άννα. Ίσως κάπου να την ανταμώσετε ζωντανή, πρόσθεσε με κάποια αδύνατη ελπίδα η γυναικούλα. 
— Δεν αποκλείεται να τούς ανταμώσω, είπε από συνήθεια ο Σαμπούρωφ και την ίδια στιγμή σκέφτηκε πως πραγματικά ένα τέτοιο πράμα μπορούσε και να συμβεί. Υπάρχουν συμπτώσεις, που όσο απίθανες φαίνονται, τόσο, στον καιρό τού πολέμου, γίνονται πιθανές. 
Το τάγμα τέλειωσε με την αποβίβαση του. Ο Σαμπούρωφ αποχαιρέτησε τη γυναίκα κι' αφού έσβησε τη δίψα του απ' ένα βαρέλι με νερό, που είχαν τοποθετήσει στο δρόμο κάτοικοι του Έλτον, κίνησε για το ανάχωμα της σιδηροδρομικής γραμμής. 
Οι στρατιώτες καθισμένοι πάνω στις ράγες είχανε βγάλει τις μπότες τους και διόρθωναν τις γκέτες. Μερικοί μασουλούσαν το ψωμί τους και το σαλάμι πού τούς είχε περισσέψει από (12) την πρωινή μερίδα. Ανάμεσα στους στρατιώτες του τάγματος ψιθυριζόταν με βεβαιότητα πως αμέσως μετά το ξεφόρτωμα θα είχαν πορεία. Γι' αυτό κι' όλοι τους βιάζονταν ν' αποτελειώσουν τις προετοιμασίες. Μερικοί έτρωγαν, άλλοι μπαλώνανε και κάμποσοι κάπνιζαν. 
Ό Σαμπούρωφ έφτασε στο σταθμό. Το στρατιωτικό τραίνο, που θάφερνε το διοικητή του συντάγματος Μπαμπτσένκο, έπρεπε να φτάσει από λεπτό σε λεπτό. Δεν είχε αποφασιστεί ακόμα αν το τάγμα του Σαμπούρωφ θα περίμενε να συγκεντρωθεί ολό κληρο το σύνταγμα ή αν θα βάδιζε μονάχο του προς το Στάλινγκραντ. 
Ο Σαμπούρωφ προχωρούσε ανάμεσα από τους στρατιώτες και κοίταζε τούς άνδρες, πού μαζί τους θάμπαινε στη μάχη με θαύριο. 
Πάρα πολλούς απ' αυτούς τούς ήξερε καλά, ακόμα και με το επίθετο τους. Ήταν οι «Βορονέζοι» του, αυτοί δηλαδή πού πήραν μαζί του μέρος στη μάχη του Βορονέζ. Οι «Βορονέζοι» ήταν πολύτιμοι σύντροφοι. Μπορούσε να τούς δώσει μια δια ταγή χωρίς νάναι υποχρεωμένος να τη συνοδέψει με περιττές λεπτομέρειες. 
Είχαν μάθει πια να ξεχωρίζουν πότε οι δέσμες των βομ βών, πού ξαπολούσαν τ' αεροπλάνα, θα έπεφταν 'ίσια απάνω τους, οπότε έπρεπε να ξαπλώσουν μπρούμυτα, και πότε θα έσκαζαν ξέμακρα, οπότε μπορούσαν να παρακολουθούν την εναέρια πο ρεία τους χωρίς κανένα φόβο. Ήξεραν πώς να προχωρούν σκυ φτά προς τα μπρος κάτω από τα πυρά των όλμων χωρίς να δια κινδυνεύουν περισσότερο απ' ότι θα διακινδύνευαν αν έμεναν καθηλωμένοι στη θέση τους. Ήξεραν πως τα τανκς πολτοποιούν πιο πολύ αυτούς που φεύγουν παρ' αυτούς που στέκονται και τ' αντιμετωπίζουν. Ήξεραν πώς ο γερμανός αυτοματιστής που πυροβολεί απ' τα διακόσια μέτρα, το κάνει πιο πολύ για να εκφοβίσει, παρά για να σκοτώσει. Μ' ένα λόγο ήξεραν όλες εκείνες τις άπλες μα και μεγάλες και σωτήριες στρατιωτικές αλήθειες, που η γνώση τους δίνει στους στρατιώτες τη βεβαιότητα πώς δεν είναι και τόσο εύκολο να σκοτωθούν. 
Το ένα τρίτο του τάγματος αποτελούνταν από τέτοιους στρατιώτες. Οι υπόλοιποι θα έμπαιναν για πρώτη φορά στη μάχη. Σε κάποιο βαγόνι στεκόταν ένας ηλικιωμένος στρατιώτης και φύλαγε το υλικό, πού δεν είχε φορτωθεί ακόμα πάνω στα κάρρα. Τό παράστημα τοϋ φρουρού καθώς και τα μεγάλα κοκκινωπά μουστάκια του, πού εξείχαν σα δυο λόγχες, τράβηξαν από μακριά την προσοχή του Σαμπούρωφ. "Όταν έφτασε κοντά του, ό φαντάρος με σβελτοσύνη στάθηκε προσοχή και στύλωσε τα μάτια του στο πρόσωπο του λοχαγού. (13) Στη στάση του, στον τρόπο που φορούσε την εξάρτησή του και κρατούσε το όπλο, έβλεπε κανένας τή συνήθεια κείνη που αποχτάται μονάχα με τα πολλά χρόνια υπηρεσίας στο στρατό. Ο Σαμπούρωφ αν κι' ήξερε όλους σχεδόν τους στρατιώτες που ήταν μαζί του στο Βορονέζ, ως τον ανασχηματισμό της μεραρχίας, ωστόσο δε μπορούσε να θυμηθεί αυτόν τον κόκκινο στρατιώτη. 
- Πώς λέγεσαι; τον ρώτησε.
-Κανιούκωφ, πρόφερε ο φαντάρος, τονίζοντας μιά μιά τις συλλαβές κι' εξακολουθώντας να έχει καρφωμένο το βλέμμα του στο πρόσωπο του λοχαγού.
-Έχεις πάρει μέρος σε καμιά μάχη;
- Σ' αρκετές.
- Πού ;
- Στο Περεμίσλ.
- Δηλαδή υποχωρήσατε απ' το Περεμίσλ.
-Καθόλου. Επιτεθήκαμε.Ο Σαμπούρωφ τον κοίταξε μ' έκπληξη.
- Πότε ; Τον περασμένο χρόνο ;
- Όχι. Πριν από δεκάξη χρόνια.
- Α...Έτσι.
Ο Σαμπούρωφ παρατήρησε καλύτερα τον Κανιούκωφ. Το πρόσωπο του ήταν σοβαρό, σχεδόν περήφανο.
- Σ' αυτόν τον πόλεμο έχεις καιρό που υπηρετείς στο στράτευμα; τον ξαναρώτησε.
- Όχι. Ένα μήνα μονάχα.Έρριξε μια ματιά ακόμη στο δυνατό πρόσωπο του κόκκινου στρατιώτη με ικανοποίηση και προχώρησε παρακάτω. Στο τελευταίο βαγόνι συνάντησε τον αρχηγό του επιτελείου του, τον υπολοχαγό Μασλέννικωφ, που επέβλεπε στο ξεφόρτωμα.Ο Μασλέννικωφ του ανάφερε πως μέσα σε πέντε λεπτά θα έχει τελειώσει το ξεφόρτωμα. Και κοιτάζοντας το τετράγωνο ρολόι του χεριού του, πρόσθεσε:
-Επιτρέπεται, σύντροφε λοχαγέ, να παραβάλλω την ώρα μου με τη δική σας;Ο Σαμπούρωφ έβγαλε σιωπηλός ένα ρολόϊ της τσέπης. Ο Μασλέννικωφ πήγαινε πίσω πέντε λεπτά. Έκανε όμως ένα μορφασμό δυσπιστίας κοιτάζοντας το παλιό ασήμαντο ρολόϊ του Σαμπούρωφ, που είχε σπασμένο το τζάμι.Ο λοχαγός χαμογέλασε.
- Δεν πάτε πολύ πίσω. Κι' ύστερα μην ξεχνάτε πως το ρολόϊ το έχω απ' τον πατέρα μου κι' ακόμα πως στον πόλεμο την πιο ακριβή ώρα την έχει πάντοτε ο ανώτερος.
Ο Μασλέννικωφ έρριξε άλλη μια ματιά στα δυο ρολόγια, (14) διόρθωσε τo δικό του και μια που δεν είχε άλλο λόγο να στέκεται εκεί, ζήτησε την άδεια να φύγει. Η επίβλεψη του τάγματος κατά τη διαδρομή μέσα στο τραίνο και η παρακολούθηση του ξεφορτώματος ήταν οι πρώτες αποστολές που είχαν ανατεθεί στον Μασλέννικωφ καθώς πλησίαζε στο μέτωπο. Εδώ, στο Έλτον, μύριζε πια μέτωπο.Η σκέψη πως σε λίγο θα μπει στη μάχη, συγκινούσε το νεαρό υπολοχαγό. Θεωρούσε τον εαυτό του μειωμένο, επειδή ως αυτή τη στιγμή δεν είχε πάρει μέρος σε καμιά μάχη. Γι' αυτό και σήμερα ήταν όλος χαρά. "Εκτελούσε τις εντολές του Σαμπούρωφ με ακρίβεια και προσοχή.
- Μάλιστα, μάλιστα, πηγαίνετε, είπε ο Σαμπούρωφ έπειτα από μικρή σιωπή.Ένιωθε βαθιά λύπη στη σκέψη, πως το ροδοκόκκινο, ζωηρό και παιδικό πρόσωπο του Μασλέννικωφ θα καταντήσει αγνώριστο έπειτα από μια βδομάδα, όταν η βρωμερή, η πνιγηρή κι' αλύπητη ζωή των χαρακωμάτων θα δεχτεί στη φοβερή αγκαλιά της το παλληκάρι αυτό. Μια μικρή ατμομηχανή, έσερνε πάνω στην εφεδρική γραμμή, αγκομαχώντας, τον δεύτερο μακρύ στρατιωτικό συρμό. Βιαστικός, όπως πάντα, πήδηξε, πριν ακόμα σταματήσει το τραίνο, από βαγόνι πρώτης θέσης, ο διοικητής του συντάγματος, αντισυνταγματάρχης Μπαμπτσένκο. Στραμπούληξε όμως το πόδι του. Βλαστήμησε και χωρίς να σηκώσει τα μάτια του ρώτησε κατσουφιασμένος τον Σαμπούρωφ, που έτρεξε να τον υποδεχτεί:
- Πώς πάει το ξεφόρτωμα;
- Τελείωσε.Ό Μπαμπτσένκο έρριξε το βλέμμα ερευνητικά γύρω του.Πραγματικά, το ξεφόρτωμα είχε τελειώσει. Αλλά το σκυθρωπά ύφος και ο αυστηρός τόνος την φωνής, πού θεωρούσε απαραίτητο να τα χρησιμοποιεί όταν μιλούσε με τούς κατωτέρους του, απαιτούσαν αυτή τη στιγμή, για τη διατήρηση του κύρους του, να κάνει μια κάποια παρατήρηση.
- Και τί κάνετε τώρα; ρώτησε απότομα.Περιμένω τις διαταγές σας.Καλύτερα θα κάνατε να δίνατε συσσίτιο στους άνδρες, παρά να τους έχετε να περιμένουν. Αν πρόκειται να ξεκινήσουμε τώρα αμέσως, έχω αποφασίσει να κάνω διανομή τροφής στους άνδρες στην πρώτη ωριαία στάση. Αν όμως διανυχτερεύσουμε εδώ, τότε θα παρασκευάσω μέσα σε μια ώρα συσσίτιο στο καζάνι, απάντησε ατάραχα ο Σαμπούρωφ και χωρίς βιασύνη. Μίλησε με μιαν ήρεμη (15) λογική, που όμως δεν άρεσε καθόλου στον αιώνια βιαστικό Μπαμπτσένκο.Κάτι μουρμούρισε.
- Μήπως διατάζετε να γίνει τώρα αμέσως η διανομή ; ρώτησε ο Σαμπούρωφ.
-Όχι! Να τους κάνετε στην ωριαία στάση. Ξεκινείστε, χωρίς να περιμένετε τ' άλλο τάγμα. Διατάξτε να ετοιμαστούν οι άνδρες, για την εκκίνηση.Ο Σαμπούρωφ κάλεσε τον Μασλέννικωφ και του έδωσε τις σχετικές οδηγίες.Η φούρκα του Μπαμπτσένκο εκδηλώθηκε μ' ένα μουρμουρητό.Τον δυσαρεστούσε η στάση του Σαμπούρωφ. Είχε συνηθίσει να κάνει όλες τις δουλειές μοναχός του. Και γι' αυτό πάντοτε ήταν απασχολημένος ως το λαιμό. Πάντοτε βιαζόταν και ποτέ δεν πρόφταινε. Είναι γνωστό πώς ο διοικητής του τάγματος δεν είναι υποχρεωμένος να ετοιμάσει ο ίδιος το τάγμα για πορεία. Το γεγονός όμως πως ο Σαμπούρωφ έδωσε εντολές σ' άλλον, ενώ ο ίδιος στεκόταν ήσυχος δίπλα σ' αυτόν, τον διοικητή του τάγματος, εκνεύριζε τον Μπαμπτσένκο.Ήθελε να βλέπει τούς κατωτέρους του νά τσακίζονται μπροστά του. Ποτέ όμως ως τα σήμερα δεν κατόρθωσε να κάνει τον ήρεμο Σαμπούρωφ να κινηθεί σπασμωδικά. Νευριασμένος τώρα, στριφογυρίζοντας δεξιά κι' αριστερά, κοίταζε τη φάλαγγα που ετοιμαζόταν. Ο Σαμπούρωφ στεκόταν δίπλα του.Ήξερε πως αυτό δεν άρεσε στον αντισυνταγματάρχη, μα δεν έδινε σημασία. Είχε συνηθίσει πια να τον βλέπει έτσι φουρκισμένο. Πέρασε ένα λεπτό δίχως ν' ανταλλάξουνε καμιά λέξη. Ξαφνικά ο Μπαμπτσένκο, χωρίς πάλι να στραφεί προς τον Σαμπούρωφ, αλλά σε διαφορετικό τόνο, είπε :
- Κοίταξε αυτούς τους φουκαράδες. Είναι παλιάνθρωποι οι γερμανοί. Απέναντι, προχωρούσε μια θλιβερή φάλαγγα από πρόσφυγες του Στάλινγκραντ. Ήταν μια αξιοθρήνητη φάλαγγα κουρελιασμένων, αποκαμωμένων, φασκιωμένων με επιδέσμους, πού είχαν γίνει γκρίζοι από τη σκόνη. Μια φάλαγγα ανθρώπων πού έσερναν τα πόδια τους με την ψυχή στο στόμα. Άθελα τους και οι δυο άνδρες έστρεψαν τα μάτια προς την κατεύθυνση πού επρόκειτο ν' ακολουθήσει το σύνταγμα. Προς τα κει απλωνόταν η γυμνή στέπα. Δεν φαινόταν παρά μονάχα σκόνη. Μια σκόνη που ανέβαινε ψηλά ως τους λόφους κι' έμοιαζε σα μακρυνό σύννεφο καπνού.
-Τόπος συγκέντρωσης το Ριμπάτς. Θα κάνετε σύντονη πορεία. Και θα μου στείλετε συνδέσμους, είπε ο Μπαμπτσένκο (16) παίρνοντας πάλι το σκυθρωπό του ύφος. Και γυρνώντας έφυγε κατά το βαγόνι.Ο Σαμπούρωφ πλησίασε το τάγμα του. Οι λόχοι ήταν έτοιμοι γι' αναχώρηση. Οι άνδρες σιγοκουβέντιαζαν στίς γραμμές τους. Περνώντας απ' τον δεύτερο λόχο είδε πάλι' τον κοκκινοτρίχη Κανιούκωφ, πού τη στιγμή εκείνη διηγιότανε κάτι στους γύρω του με ύφος ζωηρό και χειρονομίες.
-Γιατί είναι καλύτερα να περπατάς παρά να κοιμάσαι ; έλεγε. Είναι προτιμότερο να βαδίζεις απ' την ανατολή προς τη δύση. Το πρωί που κάνει ζέστη έχεις τον ήλιο στην πλάτη σου και το απόγεμμα που κάνει ψύχρα τον έχεις στο πρόσωπο σου. Όλα με υπολογισμό πρέπει να γίνουνται.-Και οι σφαίρες με υπολογισμό σκίζουν τον αέρα; ρώτησε κάποιος στ' αστεία.Ο Σαμπούρωφ προσπέρασε τον Κανιούκωφ κι' έφτασε την κεφαλή της φάλαγγας.
- Τάγμα ! Εμπρός !
Οι άνδρες ξεκίνησαν. Ο διοικητής βάδιζε επικεφαλής της φάλαγγας. Μακριά, στο βάθος της στέπας, οι στρόβιλοι της σκόνης φαίνονταν πάλι σαν καπνός. Ποιος ξέρει, μπορεί πραγματικά και να καιγόταν η στέπα.
2

Πριν από είκοσι μέρες, ένα αυγουστιάτικο πρωινό, φάνηκαν πάνω απ' την πόλη βομβαρδιστικά των αεροπορικών σχηματισμών του Ριχτόφεν. Πόσα ήταν και πόσες μπόμπες ξαπόλησαν, είναι δύσκολο να πει κανένας. Περνούσαν κατά κύματα, άφηναν το φορτίο τους και ξαναγύριζαν πάλι. Όλη την ημέρα πάνω από τη μαρτυρική πόλη βρίσκονταν συνεχώς δυο χιλιάδες αεροπλάνα.Το Στάλινγκραντ καιγότανε. Οι φλόγες κράτησαν δύο μέρες και δύο νύχτες. Παρ' όλο που η μάχη γινόταν εξήντα χιλιόμετρα μακριά από την πόλη, στις διαβάσεις του Ντον, όμως, απ' τη μέρα που φούντωσε η πυρκαγιά, απ' την ίδια μέρα και ώρα άρχισε η μάχη του Στάλινγκραντ.Γιατί, οι Γερμανοί που προχωρούσαν προς την πόλη κι' εμείς που βρισκόμασταν μέσα και πίσω απ' αυτή, βλέπαμε τις ουρανομήκεις ανταύγειες του Στάλινγκραντ, που είχε παραδοθεί στις φλόγες, κι' όλες οι σκέψεις κι' όλα τα σχέδια και των δύο αντιμαχόμενων παρατάξεων είχαν στραφεί, σα να τα τραβούσε κάποιος δυνατός μαγνήτης, προς το φλεγόμενο Στάλινγκραντ.Την τρίτη μέρα, όταν η πυρκαγιά άρχισε να υποχωρεί, μια βαρεία μυρουδιά απλώθηκε σ' όλο το Στάλινγκραντ. Η ιδιαίτερη εκείνη δυσοσμία που αναδίνουν τα καμένα ερείπια.Μια δυσοσμία που δεν εγκατάλειψε από τότε το Στάλινγκραντ σ' όλους τους μήνες της πολιορκίας του.Απ' τα καμένα σίδηρα, τα καψαλισμένα δέντρα και τα ξαναψημένα τούβλα αναδίνονταν μια αποφορά πού σε ζάλιζε, μια βρώμα βαρεία και δηλητηριασμένη. Η καπνιά κι' η στάχτη που είχαν σκορπιστεί πάνω στους δρόμους, μόλις φυσούσε κανένα ελαφρό αεράκι απ' το Βόλγα, σηκώνονταν και γέμιζαν τον αέρα, έτσι που νόμιζες πως ξανά πάλι η πόλη βρίσκεται μέσα στους καπνούς της πυρκαγιάς.Οι Γερμανοί δε σταμάτησαν να βομβαρδίζουν το Στάλινγκραντ.Πότε δω και πότε κει, άναβαν καινούργιες πυρκαγιές.Όμως αυτές οι σποραδικές πυρκαγιές δεν ήταν επικίνδυνες όπως στην αρχή. Δεν διαρκούσανε τώρα πια μέρες. Η φωτιά, αφού έκαιγε μερικά όρθια ακόμα σπίτια, έφτανε γρήγορα σε δρόμους καμένους από πριν κι' επειδή δεν εύρισκαν τροφή, έσβηνε.(18)............

:ΙΒΑΝ ΜΑΙΣΚΙ:Ο ΠΟΛΕΜΟΣ (Αναμνήσεις Σοβιετικού Πρεσβευτή)

ΜΕΡΟΣ I 
«Ο ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ» 
Επίθεση της Γερμανίας κατά της Πολωνίας 
Το πρωί της 1 του Σεπτέμβρη 1939, ώρα 5 και 30 λεφτά, χωρίς προηγούμενο τελεσίγραφο ή επίσημη κήρυξη πολέμου, η Χιτλερική Γερμανία επετέθηκε κατά της Πολωνίας. Στις 5 ώρα και 40 λεφτά το πρωί ο Χίτλερ μίλησε από το ραδιόφωνο προς το στρατό του και δήλωσε, ότι η πολωνική κυβέρνηση απέριψε την ειρηνική διευθέτηση των επίμαχων ζητημάτων και για το λόγο αυτό αναγκάστηκε να καταφύγει στη δύναμη των όπλων. Ταυτόχρονα οι μεραρχίες της Βέρμαχτ πέρασαν τα σύνορα της Πο­λωνίας από την Ανατολική Πρωσία, την Πομερανία, το Πόζναν και τη Σλοβακία, ενώ η γερμανική αεροπορία άρχισε να βομβαρδίζει με όλη τη δύναμη τις πολωνικές πόλεις. Την ίδια μέρα, 1 του Σεπτέμβρη, ο ναζίστας ηγέτης του Ντάντσιγκ, Φόρστερ ανακήρυξε την ένωση της πόλης αυτής με το τρίτο ράιχ. 
Τα παραπάνω γεγονότα έβαλαν αμέσως τις κυβερνήσεις της Αγγλίας και της Γαλλίας μπροστά στο φοβερό ερώτημα : Τί να κάνουμε : 
Η επίσημη απάντηση στο ερώτημα αυτό ήταν πολύ απλή. Στις 30 του Μάρτη 1939 η Αγγλία και η Γαλλία έδοσαν στην (7) Πολωνία μονομερή εγγύηση για την ακεραιότητα και την ανεξαρτησία της. Στις 6 του Απρίλη του ίδιου χρόνου με δήλωση του πολωνού υπουργού των εξωτερικών Μπεκ, η μονομερής αυτή εγγύηση μετατράπηκε σε διμερή με το σκοπό να υπογραφεί σε συνέχεια ανάμεσα στην Πολωνία και την Αγγλία επίσημη συμφωνία αμοιβαίας βοήθειας (ανάμεσα στην Πολωνία και τη Γαλλία τέτoια συμφωνία υπήρχε). Πράγματι, στις 24 του Αυγούστου 1939 η Πολωνία και η Αγγλία υπόγραψαν μια τέτοια συμφωνία. Έτσι την 1 του Σεπτέμβρη 1939, όταν η χιτλερική Γερμανία επετέθηκε κατά της Πολωνίας, η Αγγλία και η Γαλλία σύμφωνα με το γράμμα και το πνεύμα των παραπάνω συμφωνιών, όφειλαν αμέσως και χωρίς συζήτηση να υπερασπίσουν με το όπλο στο χέρι το σύμμαχο τους... 
Όφειλαν ! Όμως αυτή ακριβώς τη στιγμή άρχισαν να φαίνονται οι ύφαλοι που έβγαλαν την εξωτερική πολιτική της Αγγλίας και της Γαλλίας από το δρόμο της λογικής και της τιμής και την έσπρωξαν στο δρόμο της ανοησίας, της υποκρισίας και της προδοσίας. 
Έχω διηγηθεί λεπτομερειακά[1] με ποιό τρόπο το επίμονο σαμποτάζ από μέρους των κυβερνήσεων του Τσάμπερλεν και Νταλαντιέ εμπόδισε την υπογραφή στις παραμονές του πολέμου τριμερούς συμφωνίας αμοιβαίας βοήθειας, ανάμεσα στην ΕΣΣΔ, την Αγγλία και τη Γαλλία — μοναδικό μέσο πού θα μπορούσε να παρεμποδίσει την χιτλερική επιθετικότητα και ν° αποτρέψει την επίθεση της Γερμανίας κατά της Πολωνίας. Διηγήθηκα επίσης για την ανόητη πολιτική τύφλωση και την επιπολαιότητα «της κυβέρνησης των συνταγματαρχών» της Βαρσοβίας, πού είχε δηλώσει κομπαστικά, ότι δεν έχει ανάγκη από τη βοήθεια της ΕΣΣΔ για την υπεράσπιση από τη χιτλερική Γερμανία. Εδώ δεν πρόκειται να τα επαναλάβω όλα αυτά. Φτάνει μόνο να ειπωθεί, ότι την 1 του Σεπτέμβρη 1939 στην Αγγλία και τη Γαλλία βρίσκονταν στην εξουσία οι ίδιοι Τσάμπερλεν και Νταλαντιέ, που μόλις είχαν τορπιλίσει την υπογραφή τριμερούς συμφωνίας. Νά γιατί η πρώτη σκέψη του άγγλου και του γάλλου πρωθυπουργού, όταν έφτασαν οι ειδήσεις για τα τρομερά γεγονότα της Πολωνίας, σκέψη, που φυσικά, δε διατυπωνόταν ανοιχτά, όμως κυριαρχούσε στη συνείδηση τους, ήταν : δεν θα μπορούσαμε άραγε με κάποιο τρόπο να αθετήσουμε τις υποχρεώσεις που αναλάβαμε απέναντι στην Πολωνία ; Εγώ μιλάω ανοιχτά, ότι υπήρχε μια τέτια σκέψη στον Τσάμπερλεν και το Νταλαντιέ, γιατί, όπως θα δούμε α μέσως, οι ενέργειες τους στο μήνα που ακολούθησε σε συνέχεια, ήταν μια ακριβής ενσάρκωση της σκέψης αυτής στην πράξη. 
Επίσημα τα γεγονότα εξελίχθηκαν έτσι : την 1 του Σεπτέμ βρη, ώρα 9 και 40 λεφτά, οι πρεσβευτές της "Αγγλίας και της Γαλλίας στο Βερολίνο επέδωσαν στο γερμανό υπουργό των εξωτερικών Ρίμπεντροπ δήλωση των κυβερνήσεων τους, που η ουσία της κατέληγε στο τελεσίγραφο : αν η Γερμανία δε σταματήσει αμέσως τις πολεμικές ενέργειες και δεν αποσύρει τα στρατεύματα της από την Πολωνία, η Αγγλία και η Γαλλία θα εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους απέναντι στην Πολωνία. 
Δώδεκα ώρες πριν απ' αυτό, το βράδυ της 31 του Αυγούστου, ο Μουσολίνι, που επίσημα παρέμενε «ουδέτερος», πρότεινε να ρυθμιστεί η γερμανο-πολωνική σύγκρουση με μεσολάβηση : έπρεπε να συγκληθεί εσπευσμένα «διάσκεψη των πέντε» (Γερμανία, Ιταλία, Αγγλία, Γαλλία και Πολωνία) και να λυθούν τα. επίμαχα ζητήματα στην πράσινη τράπεζα. Ο ιταλός διχτάτορας έβλεπε καθαρά ένα καινούργιο «Μόναχο». Ο Τσάμπερλεν και ό Νταλαντιέ αρπάχτηκαν και με τα δύο τους χέρια από την πρόταση του Μουσολίνι κι άρχισαν να αναβάλουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους απέναντι στο σύμμαχο πού είχε δεχτεί την επίθεση. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο πέρασαν 54 ώρες από την στιγμή της γερμανικής επίθεσης κατά της Πολωνίας και δεν είχαν κηρύξει ακόμα τον πόλεμο. Κατά πασών πιθανότητα, αυτοί θα περίμεναν κάμποσο καιρό ακόμα, ελπίζοντας να λύσουν με τον τρόπο του «Μονάχου» τη γερμανο-πολωνική σύγκρουση. Όμως στην περίπτωση αυτή ο Χίτλερ μπέρδεψε τους λογαριασμούς των ειρηνοποιών. Σαν προϋπόθεση για τη σύγκληση της «διάσκεψης των πέντε» ζήτησε την ακύρωση του άγγλου-γαλλικού τελεσιγράφου της πρώτης του Σεπτέμβρη. Ο Τσάμπερλεν και ο Νταλαντιέ δεν τόλμησαν να το κάνουν : στις χώρες τους είχε ξεσηκωθεί ένα πολύ μεγάλο κύμα οργής και αγανάχτησης ενάντια στη χιτλερική επίθεση. 
Έτσι η απόπειρα του Μουσολίνι απότυχε. Ο πόλεμος προχώρησε με σιδερένιο βήμα. 
Οι πληροφορίες γι' αυτές τις παρασκηνιακές ενέργειες και αντενέργειες έφτασαν στον τύπο και τους πολιτικούς κύκλους. Προκάλεσαν ισχυρή αγανάχτηση στις μάζες. Η αγανάχτηση αυ τή εκδηλώθηκε εξαιρετικά ανάγλυφα στη βραδυνή συνεδρίαση της βουλής των κοινοτήτων στις 2 του Σεπτέμβρη.(9) 'Οταν ο Τσάμπερλεν πληχτικά και μονότονα αφηγήθηκε, ότι η αγγλική και γαλλική κυβέρνηση δεν είχαν πάρει ακόμα απάντηση από το Χίτλερ στο διάβημα τους της 1 του Σεπτέμβρη και ότι αυτές δεν μπορούν να αναγνωρίσουν την παραβίαση με μια μονόπλευρη πράξη του καθεστώτος του Ντάντσιγκ, που είχε καθιερωθεί από τη Συνθήκη των Βερσαλιών, από τα καθίσματα της αντιπολίτευσης του εργατικού κόμματος πετάχτηκε ο Άρτουρ Γκρίνγουντ. Αυτός εκπλήρωνε προσωρινά τα χρέη του ηγέτη της αντιπολίτευσης (ο ηγέτης της αντιπολίτευσης, Άτλυ ήταν άρρωστος) και ήταν κείνη την ώρα πολύ αγαναχτησμένος. 
Την ίδια στιγμή από τα καθίσματα των συντηρητικών — και κει επικρατούσε μεγάλη ένταση — ο βουλευτής Λ. Έμερι, απευθυνόμενος στον Γκρίνγουντ, φώναξε : 
— Μιλάτε στο όvομα της Αγγλίας ! 
Ο Λ. "Εμερι ήταν λυσασμένος ιμπεριαλιστής και αντιδρα στικός, όμως θεωρούσε την τήρηση της δοσμένης υπόσχεσης εθνι κή τιμή της Αγγλίας. Αυτός δεν ήταν λιγότερο αγαναχτησμένος από το Γκρίνγουντ εξ' αίτιας της αργοπορίας του Τσάμπερλεν να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις στην Πολωνία και ήθελε να μιλήσει κείνη τη στιγμή ο Γκρίνγουντ όχι μόνο σαν εκπρόσωπος του κόμματος της αντιπολίτευσης, αλλά και σαν εκπρόσωπος ό λου του έθνους. Η βουλή ενέκρινε με φωνές τα λόγια του Α. Έμερι. 
— Πρέπει να εκφράσω τη μεγάλη κατάπληξη άρχισε ο Γκρίνγουντ, γιατί η εκπλήρωση των υποχρεώσεων μας απέναντι στην Πολωνία δεν 'μπήκε σε ενέργεια από χτες ακόμα... Η βουλή έχει συγκλονιστεί από τις ανακοινώσεις του πρωθυπουργού... Πώς γίνεται αυτό ;... Η επίθεση άρχισε πριν 38 ώρες και μείς σωπαίνουμε ακόμα !... Πόσον καιρό ακόμα θα βραδύνει η Αγγλία ; Το κάθε λεφτό σημαίνει τώρα απώλεια χιλιάδων ανθρώπων, απειλή των εθνικών συμφερόντων μας, των ίδιων των βάσεων της εθνικής μας τιμής. Δεν μπορούμε να περιμένουμε περισσότερο. Ο κύβος ερίφθει. 
Τα καθίσματα της αντιπολίτευσης υποστήριξαν θυελλώδικα το ρήτορα και στα καθίσματα των συντηρητικών πολλοί δεν έκρυβαν την ικανοποίηση τους. Ο Γκρίνγουντ εξέφραζε κείνη την κρίσιμη στιγμή ό,τι αισθανόταν το έθνος και τα λόγια του έμειναν ιστορικά. 
Ο Τσάμπερλεν τάχασε, προσπάθησε νά δικαιολογηθεί επικαλούμενος τίς δυσκολίες τών τηλεφωνικών συνομιλιών μεταξύ Λονδίνου και Παρισιού, αλλά στο τέλος αναγκάστηκε να υποσχε θεί, ότι ως το επόμενο πρωί το πολύ ή κυβέρνηση θα ανακοινώ σει στο λαό μια τελείως συγκεκριμένη απόφαση [2]. 
Σαν αποτέλεσμα της παραπάνω σκηνής και της ογκούμενης όλο και περισσότερο αγανάχτησης των μαζών, την Κυριακή 3 του Σεπτέμβρη ώρα 9 το πρωί, ο άγγλος πρεσβευτής στο Βερο λίνο Ν. Χέντερσον επέδωσε στη γερμανική κυβέρνηση νότα, πού έλεγε, ότι αν σε δυό ώρες δε συμφωνήσει ο Χίτλερ να αποσύρει τα γερμανικά στρατεύματα από την Πολωνία, η Αγγλία θα κηρύ ξει τον πόλεμο κατά της Γερμανίας. Ανάλογο διάβημα έκανε και ο γάλλος πρεσβευτής στο Βερολίνο με τη διαφορά, ότι η προθεσμία του γαλλικού τελεσιγραφήματος δεν έληγε στις 11 το πρωί της 3 του Σεπτέμβρη, αλλά στις 5 το απόγευμα. 
Ο Χίτλερ φυσικά, δεν απάντησε στο «τελικό διάβημα» της Αγγλίας και της Γαλλίας και στις 11 και 15 λεφτά το πρωί ο Τσάμπερλεν σε σύντομη ομιλία από το ράδιο αναγκάστηκε να διακηρύξει, ότι οι δυό χώρες βρίσκονται σε κατάσταση πολέμου. 
Το ίδιο πρωί συνεδρίασε η βουλή. Ο πρωθυπουργός ήταν θλιβερός και συντριμμένος. Μιλούσε με σβυσμένη και σπασμένη φωνή. 
— Αυτή η μέρα είναι θλιβερή για όλους μας, είπε ο Τσά μπερλεν, όμως για κανένα δεν είναι τόσο θλιβερή όσο για μένα. Όλα εκείνα για τα οποία εργαζόμουν, όλα εκείνα στα οποία εγώ έλπιζα, όλα εκείνα στα όποια πίστευα σ' όλη μου την κοινωνική δράση, όλα έχουν γίνει τώρα συντρίμια ! 
Εγώ καθόμουν στο θεωρείο για τούς πρεσβευτές και σκε φτόμουν : «Εσύ απλώς θερίζεις τούς καρπούς της βλακείας σου και των μηχανοραφιών σου. Το άρμα της δικαιοσύνης προχωρεί αργά, ωστόσο κινείται και σύ τώρα έπεσες κάτω από τους τρο χούς του. Κρίμα μόνο πού τα εγκλήματα σου θα τα πληρώσουν οι πλατιές μάζες του λαού» ! 
Ο Γκρίνγουντ από μέρος του εργατικού κόμματος υποσχέθηκε στην κυβέρνηση πλήρη υποστήριξη στον αγώνα ενάντια στη χιτλερική Γερμανία. Το ίδιο έκανε και ο Αρτσιμπλάντ Σίνγκλερ από μέρος του κόμματος των φιλελευθέρων. Ο Λόυδ - Τζώρτζ δήλωσε, ότι αυτός, παρ' όλο που στο παρελθόν είχε κριτικάρει πολλές φορές την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης, τώρα, μπροστά στη δημιουργηθείσα κατάσταση, θεωρεί χρέος του να υποστηρίξει την κυβέρνηση, για να φέρει τον πόλεμο σε πέρας. Στη συνεδρίαση αυτή μίλησε και ο Τσώρτσιλ. Προειδοποίησε, ότι πρέπει να παρθεί στα σοβαρά ο πόλεμος. 
— Δεν πρέπει να υποτιμούμε, είπε, τις δυσκολίες των καθηκόντων που στέκουν μπροστά μας, ή τις σκληρές δοκιμασίες, πού μας περιμένουν... Πρέπει να περιμένουμε πολλές απογοητεύσεις και πολλές δυσάρεστες εκπλήξεις, όμως μπορούμε να είμαστε βέβαιοι, ότι η Βρετανική Αυτοκρατορία και η Γαλλική Δημοκρατία είναι αρκετά ισχυρές, ώστε να λύσουν το πρόβλημα, που στέκει μπροστά τους [3]. 
Στο τέλος ο μοναδικός στη βουλή των κοινοτήτων κομμουνιστής Γκάλλαχερ δήλωσε, ότι επιθυμεί τη γρήγορη και πλήρη συντριβή του ναζιστικού καθεστώτος, σαν του μοναδικού δρόμου για την επικράτηση μακρόχρονης ειρήνης στη Γή. 
Εγώ παρακολουθούσα με προσοχή τα όσα συνέβαιναν στην ιστορική αυτή συνεδρίαση της βουλής των κοινοτήτων και στο μυαλό μου στριφογύριζε συνέχεια η σκέψη : «Ο Τσάμπερλεν και ο Νταλαντιέ απότυχαν στις εξετάσεις αποτροπής του πολέμου — πώς θα πετύχουν στις εξετάσεις για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους, τουλάχιστο απέναντι στην Πολωνία ;» 
Δε χρειάστηκε πολύ να περιμένουμε.

SVEN HASSEL:MALEDETTI DA DIO

GLORIOSO DESTINO

« FUORI, fuori! » urlava il Vecchio Unno. « Questa è la fine del ventisettesimo reggimento corazzato. »
Venti minuti dopo i nostri seicento carri armati erano ridotti a rottami contorti e bruciacchiati. Dopo altri venti minuti il colonnello von Lindenau giunse a bordo della sua vettura da campagna, e dopo aver guardato i carri annientati, disse con voce stanca:
« Che tutti gli uomini che ne hanno la possibilità tornino ai nostri vecchi alloggiamenti. Il ventisettesimo reggimento non esiste più, dopo questa tragica batosta che l'aviazione ci ha inflitto ».
Era la nostra aviazione. Per un deplorevole errore erano stati i nostri Stukas a bombardarci.
Pochi giorni dopo eravamo di nuovo in azione con nuovi equipaggi e nuovi carri armati fatti giungere in gran fretta da Charkov.
Fu allora che scopersi con profondo disgusto quanto la guerra può avvelenare lo spirito.
Ho sempre odiato la guerra, e la odierò sempre; e tuttavia mi comportai allora esattamente nel modo più esecrabile, quello che condanno negli altri, e di cui ancora oggi ho rimorso e non riesco a giustificare.
Dal mio periscopio vidi un soldato russo uscire con un balzo da una buca di granata per correre a rifugiarsi in un'altra, poco distante. Con efficiente rapidità puntai su di lui il mirino e gli diedi una sventagliata con la mitragliatrice. I proiettili gli scoppiettarono tutt'attorno senza però colpirlo. Vedendo il mio carro avvicinarsi, schizzò fuori dalla buca in cui si era rifugiato e corse come una lepre verso un'altra. E di nuovo la rosa dei proiettili danzò attorno a lui. Anche Porta cominciò a sparargli, ma senza riuscire a toccarlo. Porta si faceva le più matte risate e teneva Stalin a una delle feritoie perché potesse assistere alla nostra caccia.
« Guarda come si balla quando suoniamo noi », gli disse.
(194) Il russo doveva ormai aver perduto la ragione per la paura, perché correva a torno a torno in circolo. E di nuovo la nostra mitragliatrice crepitò investendolo di colpi, e tuttavia, con nostro grande- stupore, non riuscì a colpirlo. Il Vecchio Unno e Stege ridevano ormai di gusto anche loro, e Stege ci disse in tono di scherno:
« Sant'Iddio, non siete neppure più capaci di stender piatto qualcuno? »
Lanciai una maledizione e,, mentre quel disgraziato tentava di raggiungere con un altro salto la più prossima buca, lo investii con il getto del lanciafiamme. Quindi mi volsi a Stege dicendogli:
« Hai visto, se l'ho steso piatto? »
« Davvero? » mi rispose Stege. « Da' un'occhiata dal tuo periscopio! »
Non riuscivo a credere ai miei occhi; mezzo carbonizzato, nero da capo a piedi di miscela del lanciafiamme, il russo stava ancora correndo e riuscì anzi a infilarsi di corsa in una casa, suscitando tra i miei amici un coro poderoso di risate.
Ormai per me era una questione d'onore uccidere quell'uomo, e così diedi fuoco alla casa e soddisfatto la vidi bruciare completamente con dentro il soldato russo.
Una questione d'onore. Ma come ho potuto uccidere un uomo? Eppure l'ho fatto. La guerra aveva lentamente finito per avvelenare purtroppo anche me.
Anche i più fanatici nazisti dovevano ormai ammettere che i tedeschi avevano perso la loro grande offensiva, poiché stavamo preparandoci a una ritirata in grande stile. Un ultimo sforzo sovrumano fu tentato per assicurare la vittoria alle armi germaniche. La nostra compagnia si spinse fino a Birjutsk, dove sorprendemmo un intero squadrone di cavalleria nei suoi quartieri di riposo. In poco tempo e con poco sforzo trasformammo uomini e cavalli in un ammasso urlante e sanguinolento di uomini atterriti e di animali scalcianti. Poi fummo costretti a ritirarci perché ci stavano dando la caccia con una forza poderosa di T34.
(195) Da per tutto la battaglia era dura, e dure erano le perdite.
Massacrammo un reggimento che, circondato, rifiutava di arrendersi, come già aveva fatto il nostro 104-granatieri. Appostammo i carri sulle alture e tenemmo fuoco aperto su di loro per più di tre ore. Urlavano in maniera atroce. Quando tacquero la vista che si pre¬sentò fu più orrenda ancora: tra gli autocarri smozzicati e schiantati stavano i cadaveri incredibilmente mutilati dei soldati, ed erano tutte donne. Molte erano giovani e graziose, con denti bianchi e unghie laccate di rosso. Ciò accadde a circa un chilometro a sud del villaggio di Livny.
Il Vecchio Unno era pallidissimo in volto: « Promettiamoci ora che chi di noi uscirà vivo da questo inferno, scriverà un libro su questa schifezza che ci tocca di vivere. Dovrà essere un pugno nell'occhio dell'intera fetentissima classe militare, tedesca russa ο ame¬ricana che sia, perché tutti si rendano conto di quanto marcio e quanto stupidissimo spreco nascondono questi romantici duelli ».
Ci avevano dato ordine di distruggere tutto, prima della ritirata. Impossibile descriverne il risultato. Ponti, villaggi, strade e linee ferroviarie saltavano per aria in continuità. Tutti i viveri che non potevamo portare con noi venivano cosparsi di petrolio e di catrame ο di liquidi presi dalle latrine; i magnifici ampissimi cam¬pi di girasole arsi e poi rullati con un trattore; i maiali e tutti gli animali delle fattorie uccisi e poi messi a imputridire al sole, dove in poche ore si trasformavano in carogne puzzolenti. E dovunque si sistemavano trappole mortali, cosicché bastava aprire la porta di una casa per saltar per aria. In un paesaggio funereo di morte, lasciavamo dietro di noi la desolazione.
Come al solito il ventisettesimo reggimento rischiò di essere annientato in poche settimane, perché eravamo naturalmente alla retroguardia, impegnati in una battaglia mortale contro le preponderanti forze corazzate russe. Il reggimento era destinato a scomparire: ancora poche settimane, pochi giorni...
(196) Mentre rullavamo per una strada alle spalle delle truppe tedesche che ripiegavano rapidamente verso l'interno, ci era spesso difficile proseguire nella densa colonna di cavalleria, fanteria, artiglieria e carri in fuga. Una fila interminabile di autocarri, carri armati, cannoni, cavalli e uomini, lottava disperatamente lungo le strade sabbiose, trasformate dalla polvere e dal calore in un incubo allucinante. Nei campi ai due lati della strada sfilavano colonne altrettanto interminabili di uomini e animali, ma era la popolazione civile. Adoperavano i più strani veicoli, ai quali talvolta era attaccato qualche vecchio cavallo ο una mucca, ο un cane, un asino ο persino un uomo, ma il più spesso delle volte gli uomini trasportavano a spalle tutto quanto ormai rimaneva loro. E una sola idea li dominava: fuggire.
Strano a dirsi non vedemmo mai l'ombra di un aereo russo, altrimenti la guerra avrebbe avuto fine con l'an¬ticipo di un anno. Quando uno dei nostri veicoli aveva un guasto, fosse una piccola vettura ο un carro armato, non c'era tempo per ripararlo. Un panzer lo sospingeva nel fossato laterale in modo che non ostruisse la strada. Soldati sfiniti in gran numero si erano gettati in quel fossato, da dove ci imploravano di dar loro un passaggio, ma era severamente vietato accogliere estranei a bordo. Spezzava il cuore, udire le loro suppliche e soffocare la voce della coscienza che avrebbe voluto spingerci a prenderne almeno uno ο due con noi. Ma nessuno si fermava e nessuno li raccoglieva. L'uno dopo l'altro i grossi carri armati passavano vicino a loro, sollevando nuvole di polvere che si depositavano per i campi. Anche i profughi cadevano a centinaia e giacevano immoti nel calore atroce. E nessuno si preoccupava neppure di loro. Dal sedile di guida in fondo al carro armato, Porta schiamazzava:
« Questa sì che è una ritirata sul serio, ragazzi! Molto meglio riuscita di quella dei francesi e inglesi quando noi li inseguivamo verso il mare. Per la verità allora le nostre carrette non andavano ancora così in fretta, ma mi pare che noi stiamo per vincere tutti i records di velocità. Mi divertirebbe molto sentire cosa ci racconterà (197) adesso Goebbels della nostra razza ben riuscita di superuomini. Se continuiamo di questo passo sarò a Berlino per il mio compleanno. Stalin, micio mio, ti farò dei vestitini borghesi deliziosi, al posto di quella lurida uniforme che sei costretto a portare, e ti permetterò di dare una bella graffiata al sedere di Adolfo. Siete tutti invitati; vi offrirò purè di patate e un bell'arrosto di maiale e poi frittelle e zucchero e marmel¬lata e tutto quello che ci riuscirà di mandar giù. E andremo a prendere quell'asino senza gambe, Asmus, all'ospedale, con le sue gambe di legno e il suo cessene privato ».
Ci diede una bottiglia pregandoci di berne tutti e brindare alla meravigliosa disfatta delle forze armate nazi-prussiane.
A est di Sharkov fummo coinvolti in una vasta azione di retroguardia durante la quale perdemmo tutti i carri e ci riducemmo a fanteria.
Ero rimasto solo con Porta, a circa un chilometro dal Vecchio Unno e da tutti gli altri, alle prese con una mitragliatrice pesante. Mentre stavamo usando la mitragliatrice a tutto spiano contro i russi avanzanti, una figura umana apparve improvvisamente al nostro fianco e si sarebbe precipitata verso i russi se Porta non l'aves¬se acchiappata per una gamba.
Era il cappellano, quello stesso che aveva recitato quella preghiera poco prima che cominciasse la ritirata. Porta lo immobilizzò sedendoglisi sopra e gli diede un colpo secco sull'orecchio.
« Dove stai andando, maledetto corvo? Non starai disertando, per caso? »
« Abbiamo perso la guerra », singhiozzò il cappella¬no. « Meglio arrenderci di nostra spontanea volontà, così almeno non ci faranno alcun male. »
« Ti farò arrendere io e di corsa! Credi che abbiamo dimenticato le tue parole così edificanti con le quali ci incitavi ad assassinare questi selvaggi rossi? Adesso starai qui tu a far funzionare per benino la nostra mitragliatrice ο ti sbatto in testa la mia cartucciera finché (198) ti faccio morire di botte! Gusterai anche tu le gioie dell'eccidio che ci avevi tanto raccomandato! »
Porta gli fece un occhio nero, e quindi lo colpì con l'elmetto metallico facendolo ripiegare su se stesso co¬me uno straccio.
« Questa è... insubordinazione », gridò il cappellano in uno stato di assoluto isterismo. « Vi farò deferire alla corte marziale se non... »
Lo colpii al viso con tutta forza e appoggiando la bocca della mia rivoltella alla croce dorata ricamata sul petto della sua divisa gli gridai:
« Ο ti metti tranquillo dietro questa mitragliatrice e fai il tuo dovere passandoci le munizioni, ο ci sarà un cappellano di meno al mondo ».
Scosso da singhiozzi di collera e di umiliazione, si trascinò carponi al punto da noi indicato. Senza mai provar pietà sfogammo su di lui tutto il nostro desiderio di vendetta. Ogni volta che inciampava, lo colpivamo sulle dita con il calcio delle pistole.
« Questo è per Hans Breuer! »
« Questo è per Asmus! »
« E questo... e questo... ed eccotene un altro... per Ursula! »
E un'altro ancora perché ho ucciso una dozzina di uomini con un fucile da franco tiratore quando ero fuor di me per il dolore della morte di Ursula.
E un altro perché ho ucciso quel povero diavolo che non mi riusciva di colpire, l'altro giorno.
Vedevo rosso e la vista mi si annebbiava. Mi sfogai di tutto. E anche Porta aveva dei conticini da regolare.
« Ora che finalmente sei tra buone mani, non ci sfuggirai tanto facilmente. »
Quando tutti i conti furono regolati, lo costringemmo a correre verso le linee russe e gli sparammo nelle gambe, colpendolo in pieno, quando era già quasi giunto alle trincee nemiche. Tre mongoli uscirono carponi a prenderlo. Smettemmo di sparare soltanto quando lo ebbero portato al riparo.
« Non so cosa ne pensi tu », mi disse Porta tergendosi il sudore dalla fronte, « ma io mi sento un altro uomo. »
Di ritorno alla compagnia facemmo un rapporto regolamentare per denunciare che il cappellano von W3nau della dodicesima divisione motorizzata aveva disertato passando al nemico, e che noi gli avevamo sparato, ferendolo a una gamba nel tentativo di impedirgli la fuga. Così se per caso i russi lo avessero rimesso in libertà, ci avrebbero pensato i tedeschi a fucilarlo come disertore.
« Erano russi ο asiatici quelli che lo hanno raccolto? » mi chiese Pluto. « Asiatici. »
« Allora riceverà una bella benedizione sonora. »
Furono tutti molto soddisfatti di sapere che il cappellano era caduto tra le mani dei più feroci tra i guerrieri sovietici. Non capitava tutti i giorni a quei sata¬nassi di avere tra le mani un prete genuino.
Preferirei poter essere umano. Preferirei poter dire di non nutrire nessun istinto sanguinario; ma ancora cggi vedo rosso quando penso, ο peggio incontro, coloro che incitano alla guerra, tutti quegli idioti che apertamente, ο con infide insinuazioni, spingono ai conflitti : popoli e coltivano gli istinti bellicosi dei singoli individui. Conosco i risultati delle attività mostruose di questi propagandisti, commentatori, fanatici, freddi affaristi e avidi politicanti. Razza di vipere da distruggere, facciamoli uscire dai loro nascondigli, dalle loro tane, e che sia finita con loro. Capisco benissimo che il trattamento inflitto al cappellano fu del tutto barbaro, ma non c'era altra via d'uscita per noi. Nessuna pietà per chi predica la guerra, per quelli che costringono milioni di esseri umani pacifici ad assumere atteggiamenti inumani. Quelli sono gli esseri veramente pericolosi e come tali vanno trattati con la massima energia. E so benissimo che ogni tedesco, in cuor suo, la pensa esattamente come me. Oh, se soltanto i tedeschi riuscissero a capire chiaramente questa verità e agissero secondo i loro migliori istinti! Un'azione di tutti i tedeschi uniti contro la guerra, una resa di conti spietata con lo spirito militaresco e chi lo nutre, sistemerebbe per sempre la nostra situazione.
Prima di abbandonare definitivamente Charkov le unità del Genio la raserò al suolo. Charkov era stata una delle più belle città dell'Unione Sovietica, grande quanto Copenaghen, con una popolazione di più di ottocentocinquantamila abitanti, e considerata della stessa importanza di Mosca od Odessa. Più di trecentomila dei suoi abitanti vennero uccisi. Secondo l'ordine del giorno fieramente diramato dal generale Zeitler, fu restlos vernichtet. Dovrei dunque impietosirmi sulla sorte di un prete?
(201)« Figuratevi, se non me ne rendo conto benissimo anch'io, mio caro Beier! » Barring scosse il capo con un movimento ansioso, appoggiando la mano sulla spalla del Vecchio Unno. « Siamo arrivati ormai all'impossibile. Non è più guerra, è suicidio puro e semplice. Dobbiamo batterci con l'aiuto di bambini e di vecchietti; ma capirete che non è molto semplice neppure per loro, poveri diavoli, capitati in mezzo a questo letamaio senza nessun addestramento. Perciò vi prego, siate almeno cortesi con loro. Pensate di aver di fronte vostro padre, ο un fratellino, e trattateli come trattereste loro. Sarà successo anche a voi, a sedici ο diciassette anni, di star per scoppiare a piangere, lo giurerei. Per farmi un piacere, trattateli in maniera decente. Cercate di dar loro un certo equilibrio, per quanto sia difficile in questa situazione assurda. Se non altro non rendete loro più difficile la vita, perché proprio non se lo meritano. Che colpa ne hanno loro, poveri figli? Ma una cosa è certa a giudicare dalle ultime reclute che ci hanno mandato: siamo ormai giunti al fondo, più in là sarà impossibile andare e da ciò possiamo dedurre che la guerra è agli sgoccioli. »
« Oh no, capitano », gli rispose ridendo Porta. « Poi ci manderanno delle ragazze. Non potremmo metterci già in lista da ora perché ci mandino delle comparse cinematografiche? Sarei ansiosissimo di fare da istruttore a reclute del genere. Conosco alcuni esercizi molto stimolanti in posizione orizzontale... »
« Porta, consegnerò certo nelle tue mani lo squadrone cinematografico quando giungeremo a quel punto ». lo interruppe sorridendo von Barring. « Ma ora fatemi un piacere e ricordate quanto vi ho appena detto. Non è che un consiglio da parte mia, naturalmente, ma sono sicuro che non vi sarà difficile seguirlo. »