Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

ΜΕ ΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΣΧΑΤΗΣ ΠΡΟΔΟΣΊΑΣ 5

(Επιστροφή) 
ΔΙΚΗ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ
Hans Frank

Εννέα μόλις ημέρες μετά τις πολιτικές εκλογές , ξεκινά η προγραμματισμένη για τις 23 Σεπτεμβρίου, δίκη των αξιωματικών. Τόπος το Ανώτατο Δικαστήριο του Ράιχ στη Λειψία. Συνήγορος υπεράσπισης του Richard Scheringerer ένας εθνικοσοσιαλιστής δικηγόρος από το Μόναχο , στενός φίλος και συνεργάτης του Χίτλερ ο Hans Frank [1] . Συνήγορος του Ludin και του ανθυπολοχαγού Wendt ο Βερολινέζος δικηγόρος και ομοϊδεάτης Carl Sack [2]. Ύστερα από διακριτική κινητοποίηση του Κόμματος και σε ένδειξη συμπαράστασης για τους κατηγορουμένους συντρόφους, εκατοντάδες εθνικοσοσιαλιστές συνωστίζονται μέσα και έξω από την αίθουσα όπου πρόκειται να διεξαχθεί η δίκη. Ψύχραιμοι οι κατηγορούμενοι και σε καλή διάθεση περιμένουν την έναρξη της διαδικασίας νοιώθοντας πίσω από τις πλάτες τους τη παρουσία ενός φιλικά προσκείμενου ακροατηρίου.

Εθνικοσοσιαλιστική αφίσα για τις
πολιτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου
1930.
Πριν μπει στην ουσία του κατηγορητηρίου ο εισαγγελέας επιχειρεί να κάνει μια σύντομη αναδρομή της πολιτικής ζωής της χώρας στη διάρκεια των τελευταίων 12 χρόνων, στα χρόνια δηλαδή  που ακολούθησαν τη στρατιωτική ήττα και τη πολιτειακή μεταβολή. Κάνει  ιδιαίτερη μνεία στο Σύνταγμα της Βαϊμάρης [3] , στη καινούρια πολιτική πραγματικότητα , στα προβλήματα που η Νεαρή Δημοκρατία αντιμετώπισε και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει κάτω από τα συντονισμένα χτυπήματα των εχθρών της [4]. Περιγράφει με σαφήνεια τις  διάφορες προσπάθειες ανατροπής του πολιτεύματος με ιδιαίτερη έμφαση στα γεγονότα του 1920[4] ,1921[5]  και 1923 [6]. Η αναδρομή αυτή κρίνεται  αναγκαία για να βγει ένα πρώτο  λογικό συμπέρασμα. 
 Όλες αυτές οι επιθέσεις εναντίον της Δημοκρατίας απέτυχαν για ένα συγκεκριμένο λόγο. Απέτυχαν , γιατί ακριβώς,  ούτε ο στρατός, ούτε η αστυνομία, θέλησαν να συμμετάσχουν σε αυτές και  να παραβούν με το τρόπο αυτό, το συνταγματικό τους όρκο.
Ένα δεύτερο συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα μετά το πρώτο. Κάθε  Κράτος λοιπόν  που θέλει να διατηρεί  την εξουσία και την εσωτερική του συνοχή και γαλήνη, οφείλει πρωταρχικά να ασκεί σταθερό έλεγχο πάνω στα σώματα του στρατού και της αστυνομίας , να τα κρατά μακριά από τη επίδραση των πολιτικών κομμάτων [7] και να τα αντιμετωπίζει όχι σαν θεσμούς , αλλά σαν αποτελεσματικά απρόσωπα εργαλεία του Συντάγματος [8]. 
Οι κατηγορούμενοι  με την ιδιότητά των στελεχών του Στρατού (Reichswehr) στη προσπάθειά τους να  δημιουργήσουν παράνομα εθνικοσοσιαλιστικούς θυλάκους μέσα  στη Reichswehr , είχαν διαπράξει πράξεις εσχάτης προδοσίας, σύμφωνα με το άρθρο  86 του Ποινικού Κώδικα  .Η πρόθεσή τους να διασφαλίσουν ότι σε  περίπτωση πραξικοπήματος τα στρατιωτικά τμήματα στη καλύτερη περίπτωση  δεν θα προέτασσαν αντίσταση παραβίαζε ευθέως και τα άρθρα 92,100, και 102 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα.

Εθνικοσοσιαλιστική αφίσα για τις
πολιτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου
1930
Το κατηγορητήριο περιεκτικό ,νομικά δεμένο και πλούσιο σε λεπτομέρειες αφήνει να διαφανεί η προηγούμενη αγαστή συνεργασία κατηγορουμένων και ανακριτών [9]. ΄Ετσι με μικρή πιθανότητα λάθους μπορούμε να πούμε ότι  η ανατρεπτική δράση  των κατηγορουμένων   περιγράφεται με σχεδόν απόλυτη αντικειμενικότητα.
Εγκέφαλος και καθοδηγητής της ομάδας παρουσιάζεται ο Scheringerer. Η εικόνα του υπηρεσιακού του φακέλλου αποκαλύπτει  ένα πρότυπο ικανότατου αξιωματικού ψυχικά και νοητικά απόλυτα συγκροτημένου με ένα δείκτη ευφυίας που ξεπερνά το μέσο όρο. Το  ιδεολογικό υπόβαθρο, που στηρίζει την ανατρεπτική του δράση θεατό από τη πρώτη στιγμή. Πρόκειται για ένα πιστό και αποφασισμένο μέλος του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος των Γερμανών εργατών  που υπακούοντας σε κομματικές εντολές επιχείρησε να υπονομεύσει το μαχητικό πνεύμα του Στρατεύματος. Ένας μακρύς κατάλογος αποδεικτικών στοιχείων ξετυλίγεται. Από τους πρώτες συνωμοτικές επαφές που μαζί  με το συγκατηγορούμενό του Ludin είχε με άλλους αξιωματικούς του Ulm μέχρι τις επισκέψεις του στα τοπικά γραφεία του Κόμματος . Από  τις συνεννοήσεις του  με το Held μέχρι την  επίσκεψη στο Μόναχο και τις υψηλού επιπέδου διαβουλεύσεις του   με τους Weiss, Wagener και πιθανότατα και με τον ίδιο τον Εθνικοσοσιαλιστή ηγέτη Χίτλερ[10]. Ένα καινούριο στοιχείο βγαίνει στην επιφάνεια. Στο Μόναχο οι συζητήσεις δεν περιορίζονται στην υπονόμευση του στρατού μέσα από τους εθνικοσοσιαλιστικούς θυλάκους προπαγάνδας και ανατροπής αλλά και στο ενδεχόμενο μιας συμπαράταξης στρατού και εθνικοσοσιαλιστών τη στιγμή που θα εκδηλωνόταν πρώτο ένα κομμουνιστικό πραξικόπημα ή μια κόκκινη επανάσταση....
Ο Ludin  άμεσος συνεργάτης  στη παράνομη δράση του Scheringerer παρουσιάζεται σαν ένα άτομο φανατικά προσηλωμένο στις Εθνικοσοσιαλιστικές δοξασίες. Στη διάρκεια της ανάκρισης αντιμετωπίζει με περιπαικτική διάθεση την όλη διαδικασία . Στην αρχή αρνείται  την ανάμειξή του σε ανατρεπτικές ενέργειες και πολύ περισσότερο την ένταξή του σε κάποιο πολιτικό κόμμα. Στη συνέχεια ομολογεί αυθόρμητα ότι τόσο αυτός όσο και ο Scheringerer  είχαν κάνει κάποιες συζητήσεις  με εθνικοσοσιαλιστές ηγέτες στο Μόναχο  και μόλις βλέπει τη πρώτη έκφραση ανακούφισης στα πρόσωπα των ανακριτών του, αποσύρει τη δήλωση και κάνει μια καινούρια τροποποιημένη, με βάση την οποία  πήγε στο Μόναχο μόνος δίχως το  Scheringerer, Τελικά  παραδέχεται την αλήθεια και εκθέτει τους λόγους που τον οδηγούν να πράξει όλα όσα αναφέρονται στο κατηγορητήριο.
Εθνικοσοσιαλιστική αφίσα για τις
πολιτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου
1930
Η συνωμοτική συμπεριφορά και δράση του Wendt σύμφωνα πάντα με το κατηγορητήριο, ξεκινά αμέσως μετά την επιστροφή των δύο αξιωματικών  από το Μόναχο. Βέβαια οι ανακρίσεις που γίνονται  στο στρατόπεδο μετά τη σύλληψη των τριών αξιωματικών αποδεικνύουν  ότι η ομάδα είναι σαφώς μεγαλύτερη. Όσο και αν πιέζεται  ο Ludin να επιβεβαιώσει , αρνείται να αναφέρει έστω και ένα όνομα..
Με πρωτοβουλία του Scheringerer αμέσως μετά το σχηματισμό εθνικοσοσιαλιστικού πυρήνα στο Σύνταγμα του Ούλμ ,  ξεκινούν οι επαφές με τα άλλα στρατόπεδα.
Σύμφωνα με τις προσδοκίες του Ludin και σύμφωνα με όσα κατέθεσε στην ανάκριση ο βασικός σκοπός ήταν να πείσουν  για τις προθέσεις τους το σύνολο των αξιωματικών και αν αυτό δεν ήταν δυνατό τη πλειοψηφία τουλάχιστον  των νέων αξιωματικών....
Στο κατηγορητήριο αναφέρονται ονόματα και τοποθεσίες. Αναφέρεται σαν παράδειγμα το όνομα του  υπολοχαγού  Wintzer [10] εν ενεργεία αξιωματικού του 6ου  Συντάγμα πυροβολικού. Ερευνώντας ένα όχι και τόσο μακρινό παρελθόν  οι ανακριτές εντοπίζουν ότι είχε συνυπηρετήσει με το Ludin. Κάτω από πίεση ο Wintzer καταθέτει ότι εξακολουθούσε να διατηρεί φιλικές σχέσεις με το προαναφερόμενο αξιωματικό, ότι διαπνεόταν και αυτός από Εθνικοσοσιαλιστικές ιδέες , ότι στα τέλη Νοεμβρίου 1929 ο Ludin με επιστολή του του ζητούσε να συναντηθούν στο Ανόβερο για να το φέρει σε επαφή με συντρόφους ομοϊδεάτες [11] .
.............................................................................................
Εθνικοσοσιαλιστική αφίσα για τις
πολιτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου
1930
"Ελευθερία και ψωμί."
Στις 25 Σεπτεμβρίου 3η ημέρα της δίκης, ο Συνήγορος Frank  ζητά από το δικαστήριο την άδεια να παρουσιάσει  ένα ακόμα μάρτυρα. Αυτός ο μάρτυρας δεν είναι άλλος από τον Αδόλφο Χίτλερ, τον αρχηγό του Εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος των Γερμανών Εργατών , τον  πολιτικό ηγέτη που σε διάστημα μικρότερο από 2 χρόνια, οδήγησε το  Κόμμα του 2.5%  από την 9η θέση όπου βρισκόταν, στη  δεύτερη [12]. Το αίτημα γίνεται δεκτό και ο Αδόλφος Χίτλερ με την ιδιότητα του μάρτυρα καλείται να δώσει το καθορισμένο όρκο. 
Το βλέμμα του είναι καρφωμένο σταθερά στους δικαστές που έχει απέναντι, τα λόγια του όμως δεν απευθύνονται στο δικαστήριο αλλά στην ηγεσία του στρατού που σίγουρα παρακολουθεί με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την εξέλιξη της δίκης.[13]
Από τη  μέχρι τώρα διαδικασία, οι προσπάθειες του δικαστηρίου για την ανεύρεση της αλήθειας φαίνεται να κινούνται σε δύο παράλληλους άξονες. Από τη μια επιχειρεί να αναδείξει την έκταση της εθνικοσοσιαλιστικής διείσδυσης στο χώρο του στρατού και από την άλλη να  τεκμηριώσει από τις καταθέσεις των μαρτύρων,  το βαθμό συμμετοχής του ίδιου του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος των Γερμανών Εργατών. Και στις δύο περιπτώσεις το Δικαστήριο οφείλει να διερευνήσει  τα πραγματικά κίνητρα και τις αντικειμενικές επιπτώσεις από τις μεθοδεύσεις αυτές.
Για το Χίτλερ το πρόβλημα που έχει να αντιμετωπίσει  είναι περισσότερο σύνθετο από αυτό των δικαστών.  
Ξέρει ότι οι αριστοκράτες του στρατιωτικού πνεύματος με το μονοκλ στο μάτι και το υπεροπτικό ύφος νοιώθουν τρόμο και μόνο στην ιδέα ,για το ρόλο που μπορεί να διαδραματίσουν τα S.A, στα πλαίσια της οργάνωσης και της εξέλιξης του καινούριου Γερμανικού Στρατού. Οι στρατηγοί με τα "φον"  αντιμετωπίζουν σαν το χειρότερο εφιάλτη το ενδεχόμενο μιας αθρόας εισβολής στις τάξεις της Ράιχσβερ των φαιοχιτώνων, μιας μαζικής εισβολής σε θέση να υπονομεύσει τις πατροπαράδοτες αξίες  αιώνων. Βέβαια οι στρατηγοί ξεχνούν σκόπιμα ότι στη περίπτωση αυτή πρόκειται για βετεράνους πολεμιστές , πολλοί από τους οποίους και πριν από το πόλεμο υπηρετούσαν σαν  αξιωματικοί και άνδρες του Αυτοκρατορικού Γερμανικού στρατού.[15] Με τη σειρά της, η πολιτική ηγεσία, συντηρεί τις φοβίες αυτές, αφήνοντας να πλανάται το ενδεχόμενο μιας βίαιας ανατροπής του Κράτους από όλους αυτούς τους δίχως μέλλον περιθωριακούς. [16]
Ο Χίτλερ εκμεταλλεύεται το βήμα  για να ξεκαθαρίσει οριστικά κάθε αμφιβολία στο πρωταρχικό αυτό ζήτημα. Μια συζήτηση που είχε ξεκινήσει σε κάποια πλατεία του  Μονάχου ενάμισι περίπου χρόνο πριν, οδηγείται μέσα στην αίθουσα του Ανώτατου Δικαστηρίου της Λειψίας, στην αναπόφευκτη λογική της κατάληξη.
Στη διάρκεια της κατάθεσης η οποία διακόπτεται  συχνά από τα χειροκροτήματα και τις "βάρβαρες" κραυγές   του ακροατηρίου ο Χίτλερ δίχως ιδιαίτερη δυσκολία  διασκεδάζει το φόβο του στρατού για τα S.A και διαβεβαιώνει.
"Δημιουργήθηκαν αποκλειστικά για τη προστασία του κόμματος στην άσκηση της προπαγάνδας του και όχι για να πολεμήσουν ενάντια στο Κράτος. Υπήρξα στρατιώτης ικανό διάστημα για να γνωρίζω ότι είναι αδύνατο για μια κομματική οργάνωση να πολεμήσει ενάντια στις πειθαρχημένες δυνάμεις του στρατού....Έκανα κάθε τι ώστε να αποτρέψω να λάβουν τα SA οποιοδήποτε είδος στρατιωτικού χαρακτήρα. [16] Πάντοτε εξέφρασα την άποψη , ότι οποιαδήποτε προσπάθεια περιθωριοποίησης του  στρατού θα ήταν παραλογισμός. Κανείς από μας δεν σκέφτεται να υποκαταστήσει το στρατό. Η μοναδική μου επιθυμία είναι το Γερμανικό Κράτος και ο Γερμανικός λαός να μπορέσουν να εμψυχωθούν από νέο πνεύμα[17]. 
Αναπόφευκτα το θέμα της στρατιωτικής συνωμοσίας περνά σε πρώτο πλάνο. Για μια ακόμα φορά ο Χίτλερ διαβεβαιώνει ότι το κόμμα του δεν επιθυμεί τη κατάλυση του πολιτεύματος μέσα από λαϊκή επανάσταση και η όποια προσπάθεια στοιχειοθέτησης κατηγορίας πάνω στο Θέμα αυτό είναι   ένας ξεκάθαρος παραλογισμός...
Οι Εθνικοσοσιαλιστές είναι το δεύτερο ισχυρότερο κόμμα της χώρας. Βρίσκονται ένα ίσως και λιγότερο βήμα από τη κατάκτηση της εξουσίας με απόλυτα δημοκρατικές διαδικασίες και με μεθόδους που προβλέπονται από το Σύνταγμα. Ποιος ο λόγος, το Κόμμα να  γυρίσει τη πλάτη στη νομιμότητα και τη λαϊκή συναίνεση για να υποστηρίζει ένα αμφιλεγόμενο πραξικόπημα....
Ο πρόεδρος του υπενθυμίζει ότι παρ΄όλα αυτά , όπως προκύπτει από τη δικογραφία , υπήρξαν αξιωματικοί οπαδοί του Κόμματος κατά δήλωσή τους  , οι οποίοι ενεργούσαν με κομματικές εντολές για την υπονόμευση του στρατού και την ανατροπή του πολιτεύματος. . Και ίσως, πέρα από αυτούς , να υπάρχουν και άλλοι , ανεξάρτητα αν η ανάκριση  δεν κατάφερε να εντοπίσει,  οι οποίοι ασπάζονται τις ίδιες ανατρεπτικές ιδέες και διαθέσεις .
Ο Χίτλερ δεν το αποκλείει. Σαν πολιτικός αρχηγός είναι υποχρεωμένος να ξεκαθαρίσει με τη μεγαλύτερη δυνατή διαύγεια  τη θέση του  Κόμματος του ' και το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα Κόμμα των Γερμανών Εργατών δεν ενδιαφέρεται για τέτοιου είδους λύσεις. Αν στις τάξεις του στρατού υπάρχουν κάποιοι νεαροί αξιωματικοί που δηλώνουν Εθνικοσοσιαλιστές και σκέφτονται διαφορετικά τότε σίγουρα βρίσκονται σε λάθος κατεύθυνση και οι πράξεις τους δεν δεσμεύουν την επίσημη γραμμή του κόμματος.[18]
Αναλύει  με απόλυτη σαφήνεια το σκεπτικό του.
ΧΙΤΛΕΡ Το κίνημά μας δεν έχει ανάγκη από τη χρήση βίας.. Θα έλθει κάποια στιγμή που το γερμανικό Έθνος θα γνωρίσει τις ιδέες μας ' τότε 35.000.000 Γερμανοί θα με ακολουθήσουν .Από την στιγμή που θα έχουμε στη κατοχή μας τη Συνταγματική νομιμότητα , θα δώσουμε στο κράτος το σχήμα εκείνο, που εμείς θεωρούμε καλύτερο. 
ΠΡΟΕΔΡΟΣ : Και αυτό με συνταγματικά μέσα.
ΧΙΤΛΕΡ Μάλιστα.[19]
Βλέποντας τη επίδραση που έχουν τα λόγια του και ακολουθώντας αριστοτεχνικές ισορροπίες επανέρχεται στο θέμα της υποτιθέμενης υπονομεύσεως του στρατεύματος από τη πλευρά των Εθνικοσοσιαλιστών  για να διευρύνει τη πριονιά και να δώσει και ένα χέρι βοήθειας  κύρια στο συνήγορο υπεράσπισης Frank που έχει βρει το μπελά του με την αγέρωχη και προκλητική στάση  του Scheringerer , που δεν εννοεί να βάλει μια στάλα νερό στο κρασί του.
ΧΙΤΛΕΡ: ,Πάντοτε είχα την άποψη ότι κάθε προσπάθεια να διαλυθεί ο στρατός ήταν τρέλα . Κανένας από εμάς δεν έχει το παραμικρό συμφέρον από την αποσύνθεσή του. Θα μεριμνήσουμε γι αυτόν , όταν θα κατακτήσουμε την εξουσία , κατά τρόπο ώστε από τη σημερινή Reichswehr να  ανατείλει ο μεγάλος στρατός του γερμανικού λαού ». Ο στρατός θα πρέπει να είναι ουσιαστικά ο υποστηρικτής της Völkisch ιδέας.[20]
Από αυτό ο Χίτλερ περνά  σε ευρύτερα θέματα της πολιτικής , χρησιμοποιώντας επιδέξια   όρους και παραδείγματα όπου  τα όρια  « νομιμότητας» και «παρανομίας» δεν είναι τελείως ευδιάκριτα.
-Και πώς ερμηνεύετε την έννοια της « Γερμανικής Εθνικής επανάστασης " ; ρωτά ο Πρόεδρος .  Ο Χίτλερ αντιλαμβάνεται τη παγίδα   και ξεγλιστρά με ευκολία.
Η έννοια της « Εθνικής Επανάστασης » γίνεται αντιληπτή πάντοτε με μια καθαρά πολιτική έννοια .... Αλλά για τους Εθνικοσοσιαλιστές αυτή σημαίνει αποκλειστικά τη απελευθέρωση  του σημερινού υπόδουλου Γερμανικού έθνους . Η Γερμανία είναι δεμένη χειροπόδαρα ( geknebelt ) με τις Συνθήκες Ειρήνης . Το σύνολο της γερμανικής νομοθεσίας σήμερα δεν είναι τίποτα άλλο από την προσπάθεια να επιβληθούν οι  Συνθήκες Ειρήνης πάνω στο γερμανικό λαό . Οι Εθνικοσοσιαλιστές δεν θεωρούν τις συνθήκες αυτές  νόμιμες, αλλά  συνθήκες που επιβλήθηκαν  στη Γερμανία δια της βίας. Εμείς δεν δεχόμαστε ότι οι παντελώς αθώες μελλοντικές γενιές ,θα πρέπει να ζήσουν κάτω από το βάρος τους. Από τη στιγμή όμως, που θα διαμαρτυρηθούμε εναντίον τους με κάθε μέσο που έχουμε στη διάθεσή μας , τότε μοιραία θα βρεθούμε πάνω στο δρόμο της επανάστασης .
« Με παράνομα μέσα επίσης ;» ο Πρόεδρος ζητά να μάθει.
«Προς το παρόν προϋπόθεση είναι να   κερδίσουμε την ημέρα. Στη συνέχεια οφείλουμε να καταπολεμήσουμε τις συνθήκες με κάθε μέσο , ακόμη , και αν στα μάτια του κόσμου κάτι τέτοιο θεωρηθεί παράνομο » , ήταν η απάντηση του Χίτλερ.[21]
Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου ανασύρει στη μνήμη του μια παλιά δήλωση του πολιτικού Χίτλερ σχετικά με κάποιες συμπεριφορές , τότε με τα  γεγονότα του Ρουρ  όταν ο ίδιος απειλούσε "για κεφάλια που θα κυλούσαν στην άμμο" . Πως μπορούν τέτοιες απόψεις να συνάδουν με τη νομιμότητα. 
Στην ερώτηση αυτή ο Χίτλερ απαντά χωρίς περιστροφές.
Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι, όταν το Εθνικό Σοσιαλιστικό Κίνημα βγει νικητής από τον αγώνα που δίδει , τότε θα έρθει ένα Εθνικό Σοσιαλιστικό Δικαστήριο , τότε ο Νοέμβρης του 1918 θα βρει την τιμωρία που του αξίζει,  και τότε θα κυλήσουν κεφάλια [22] 
Η τελευταία αυτή δήλωση προκαλεί μια καταιγίδα χειροκροτημάτων και επευφημιών [23] σε σημείο που ο ανεκτικός  κατά τα άλλα πρόεδρος του Δικαστηρίου αναγκάζεται να προβεί σε  αυστηρές συστάσεις.....[24] .

Από την εμφάνιση του Χίτλερ και μετά, η δίκη αρχίζει να χάνει το ενδιαφέρον της μια που η μεγάλη "συνωμοσία" των Εθνικοσοσιαλιστών για την ανατροπή του Πολιτεύματος τελικά συρρικνώνεται σε κάποιες πρωτοβουλίες ελάχιστων αξιωματικών με αμφίβολο και οπερετικό χαρακτήρα.
Ο κατηγορούμενος Scheringer επιμένει στις αρχικές του τοποθετήσεις συμπλέει με το κατηγορητήριο, δείχνει όμως μια ιδιαίτερη επιμονή να αφαιρέσει το πολιτικό χαρακτήρα από τη σχέση του με το Otto Wagener( τον οποίο παρουσιάζει σαν καλό φίλο του μακαρίτη πατέρα του) . Δεν διαπραγματεύεται τα "πιστεύω" του εξακολουθεί να μη συνεργάζεται  με την υπερασπιστική γραμμή που χαράζει ο συνήγορός του [25].Δικαιολογεί στο σκεπτικό του με απόλυτη σαφήνεια. Επιβεβαιώνει τη κατάθεση του Ludin, Δεν κουράζεται να επαναλαμβάνει, ότι η μοναδική τους επιδίωξη ήταν να κερδίσουν την αφοσίωση της πλειοψηφίας των αξιωματικών ώστε σε μια ενδεχόμενη απόπειρα ενός εθνικοσοσιαλιστικού πραξικοπήματος ή επανάστασης να μην ανοίξουν πυρ και να μη επαναληφθούν τα θλιβερά γεγονότα του 1923. 
Με μεγαλύτερη άνεση τώρα ο συνήγορος Frank ακουμπά στις δηλώσεις Χίτλερ για να καταδείξει,  ότι η αγωνία του στρατιώτη για τη τύχη της πατρίδας του και οι όποιες προσπάθειές του να την υπερασπισθεί,  δεν μπορεί  να αντιμετωπισθούν σαν   ανατρεπτική δράση δίχως πρώτα να αποδειχθεί η ύπαρξη δόλου ή ταπεινής σκοπιμότητας. Κατά συνέπεια , δεν υπήρξε ποτέ  πρόθεση, ούτε από τους κατηγορουμένους, ούτε από το Κόμμα να συνωμοτήσουν για τη διάλυση του Στρατού κι πολύ περισσότερο για την ανατροπή του κοινωνικοπολιτικού  συστήματος της χώρας.
Κάποια στιγμή ο Πρόεδρος ρωτά το κατηγορούμενο Scheringer ποιο κατά τη γνώμη του είναι το καθήκον του στρατού. Ο αξιωματικός απαντά δίχως δισταγμό:
"Το καθήκον του στρατού είναι να οδηγήσει το Γερμανικό λαό σε ένα νικηφόρο απελευθερωτικό πόλεμο." Συνειδητά ή όχι προκαλεί και ξεπερνά τα όρια . Η έδρα κρίνει την απάντηση αλαζονική και τον διακόπτει . Του υπενθυμίζει ότι ο βαθμός του δεν επιτρέπει να εκφράζει παρόμοιες κρίσεις ούτε έχει δικαίωμα να μιλά για λογαριασμό των ανωτέρων του. Άμεση η απάντηση του συνταγματάρχη Ludwig Beck που παρίσταται σαν μάρτυρας υπεράσπισης .
-Η Ράιχσβερ καθημερινά διατυμπάνιζε ότι είναι ένας στρατός αποτελούμενος  από ηγέτες. Τι μπορεί να αντιληφθεί ένας νεαρός αξιωματικός όταν ακούει όλα αυτά; (es wird taglich der Reichswehr gesagt, sie set eine Fuhrerarmee, was soil sich ein junger Offizier anderes darunter vorstellen ?)[26]
Καθώς οι μάρτυρες διαδέχονται ο ένας τον άλλον, ένστολοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία, το δικαστήριο αντιλαμβάνεται ότι γεννιούνται μια σειρά από απρόβλεπτα προβλήματα , που λόγω δημοσιότητας ξεφεύγουν από κάθε έλεγχο. Γίνεται φανερό  όσο εξελίσσεται η διαδικασία, ότι για την ίδια τη Ράιχσβερ, το πρόβλημα της εθνικοσοσιαλιστικής συνωμοσίας, συγκρινόμενο με τα  πραγματικά προβλήματα που τη ταλανίζουν είναι πρακτικά μηδαμινό. Λόγω της δημοσιότητας που έχει δοθεί στο θέμα κάθε λέξη των μαρτύρων και των κατηγορουμένων γίνεται αντικείμενο κριτικής και συζήτησης, η δε  Ράιχσβερ , το Κράτος μέσα στο Κράτος,  αρχίζει να βγάζει προς τα έξω  μια εικόνα που μέχρι τότε κρυβόταν επιμελώς. Καθώς ο ένας μάρτυρας διαδέχεται τον άλλο γίνεται αισθητή όχι δίχως έκπληξη ,ότι σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό οι πράξεις των κατηγορουμένων κρίνονται από τους συναδέλφους τους  σαν φυσιολογικές και έντιμες συμπεριφορές οι δε απαντήσεις που δίδονται στις ερωτήσεις της Έδρας αφήνουν να διαφανεί μια γενικευμένη δυσφορία τους για τη τάξη των πολιτικών που οδηγούν τη χώρα από το κακό στο χειρότερο. Σε παρατήρηση του Δικαστηρίου ότι οι στρατιωτικοί οφείλουν σεβασμό στη Δημοκρατία και τους Αντιπροσώπους του λαού, ένας από τους μάρτυρες διαβεβαιώνει ότι αυτό είναι πολύ δύσκολο  γιατί σε όλες τις βαθμίδες της στρατιωτικής ιεραρχίας κανείς δεν έχει καλή γνώμη γι αυτούς.  Ένας άλλος δηλώνει, σε σχετική ερώτηση,  ότι ο Εθνικισμός είναι το ισοδύναμο του πατριωτισμού και κάποιος άλλος, από τον οποίο η Έδρα ζητά   να δώσει ένα παράδειγμα προδοτικής πράξης απαντά δίχως δισταγμό"Ο Φιλειρηνισμός". Κάποιος άλλος διαβεβαιώνει με υπερηφάνεια: Εμείς οι αξιωματικοί είμαστε πατριώτες . δυστυχώς ο πατριωτισμός χαρακτηρίζει σήμερα,πολύ λίγα  πολιτικά κόμματα. [27] 
 ...........................................................................................

Η απόφαση βγήκε στις 4 Οκτωβρίου .
Οι πράξεις των κατηγορουμένων όπως καταδείχθηκαν προηγουμένως, στο σύνολό τους,κρίνονται πράξεις εσχάτης προδοσίας σύμφωνα με το άρθρο 86  του Ποινικού Κώδικα. Συνωμοσία εσχάτης προδοσίας χαρακτηρίζεται και η παραβίαση της διαταγής του Υπουργείου Ράιχσβερ της 31/1/23 η οποία απαγόρευε κατηγορηματικά  στους στρατιώτες να συμμετέχουν  σε οποιουδήποτε  είδους αντισυνταγματικές δραστηριότητες.
Με τη παραβίαση της τάξης,συνεχίζει το σκεπτικό της απόφασης, τέθηκε σε κίνδυνο η μαχητική ετοιμότητα του στρατεύματος , γιατί οι απόπειρες των κατηγορουμένων να μυήσουν άλλους συντρόφους  σ ένα σχεδιαζόμενο  πραξικόπημα μείωσε  τη μαχητική δύναμη του στρατεύματος και ως εκ τούτου παραβίασαν το άρθρο  92  του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα.
Επιπλέον οι κατηγορούμενοι επιχείρησαν  να προκαλέσουν ηττοπάθεια σε ότι αφορά τα στρατιωτικά καθήκοντα των συναδέλφων τους. Για τους λόγους αυτούς κρίνονται ένοχοι για τη παράβαση του άρθρου 102 του Στρατιωτικού ποινικού Κώδικα.[28]
Ύστερα από όλα αυτά αναμένονται οι παραδειγματικές τιμωρίες. Στις 4 Οκτωβρίου ανακοινώνονται οι ποινές . Δεκαοκτώ μήνες φυλάκισης για το καθένα από τους κατηγορούμενους. .Αν όμως αφαιρέσει κανείς τους μήνες προφυλάκισης η τιμωρία για το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας περιορίζεται μόλις στον ένα χρόνο, σαν να πρόκειται για ένα, και μάλιστα ελαφρότατο, πλημμέλημα.
Και οι τρεις θα  εκτίσουν τις ποινές τους πριν οι εθνικοσοσιαλιστές αναλάβουν την εξουσία. Και οι τρεις μετά την αποφυλάκισή τους θα ακολουθήσουν δρόμους διαφορετικούς.



ΕΠΊΛΟΓΟΣ

Στις 28 Σεπτεμβρίου 1930 η Sunday Express  δημοσιεύει πρωτοσέλιδο άρθρο με την υπογραφή του Hitler [29]. Η επόμενη ημέρα βρίσκει μια  Γερμανία να αναζητά διέξοδο από μια κρίση που είναι πλέον εφιαλτική. Στο Κοινοβούλιο  η δυναμική παρουσία των ενισχυμένων άκρων  προδικάζει μια καινούργια περίοδο εντάσεων.   Εθνικοσοσιαλιστές και κομμουνιστές που αντλούν ψήφους από την ίδια κεντρική δεξαμενή,  διασταυρώνουν σε κάθε ευκαιρία  τα ιδεολογικά τους ξίφη και  όταν αυτά δεν μπορούν να πείσουν χρησιμοποιούν κάθε μέσον που μπορεί να διαγράψει τροχιά, προκαλώντας τους νόμους της βαρύτητας. Το ρυθμικό χτύπημα του ποδιού στο πάτωμα και του χεριού στο έδρανο γίνεται μέσον έκφρασης και τα ηχηρά συνθήματα μέρος αναπόσπαστο μιας παράδοξης τελετουργίας. Σε κάθε Heil Hitler των Εθνικοσοσιαλιστών έρχεται αμέσως η απάντηση από την άλλη πλευρά της αίθουσας  : Ζήτω η επανάσταση.



Υποσημειώσεις:
[5. 1] Hans Michael Frank (23 Μαΐου  1900 – 16 Οκτωβρίου  1946) Γερμανός δικηγόρος .Υπήρξε Βουλευτής του Ράιχσταγκ και  Γενικός Κυβερνήτης της κατεχόμενης Πολωνίας,Στη δίκη της Νυρεμβέργης κρίθηκε ένοχος  για εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και εκτελέστηκε .
[5. 2] Carl Sack 
[5. 3] Το σύνταγμα του Γερμανικού Ράιχ  ή αλλιώς το Σύνταγμα της Βαιμάρης  ψηφίστηκε από την ομώνυμη Εθνοσυνέλευση και επικυρώθηκε  από τον Ομοσπονδιακό νόμο της 11 Αυγούστου  1919.
[5. 4]
[5. 5]
[5. 6]
[5. 7]
Των κομμάτων της αντιπολίτευσης στη πραγματικότητα. Η ηγεσία του στρατού είχε μέχρι τότε αρνηθεί τη παρέμβαση των πολιτικών στα εσωτερικά της γιατί τους θεωρούσε πηγή κάθε ανωμαλίας στα πλαίσια της εύρυθμης λειτουργία της,
[5. 8] Οι τελευταίες λέξεις του Σεπτιμίου Σεβήρου προς τους γιους του ήταν: "Παραμείνετε ενωμένοι,πληρώνετε τους στρατιώτες , και μη σας νοιάζει τίποτα.΄ Σοφά λόγια. 
[5. 9] ;Oπως συνέβη και με το Χίτλερ όταν δικάστηκε για το λεγόμενο "πραξικόπημα της μπυραρίας" έτσι και οι τρεις αξιωματικοί ανέλαβαν περισσότερες ευθύνες από ότι τους αναλογούσαν με τι βεβαιότητα . ότι δεν είχαν πράξει άλλο από το χρέος τους.
[5.10]....Είχε επισκεφτεί το Χίτλερ στο Μόναχο'με ενθουσιασμό  ο Φύρερ τον είχε ξεναγήσει στα καινούρια γραφεία  του Κόμματος  και τον προσκάλεσε να ακούσει μια ομιλία του περί τέχνης . Όταν ο .Scheringerer  θέλησε να μιλήσει για πολιτική , ο Χίτλερ απάντησε ότι ένας νεαρός Υπολοχαγός οφείλει να πιστεύει και να υπακούει. (Ηeiden) 
[5.11] Σύμφωνα με τη κατάθεση του Wintzer ο Λούντιν  του είχε μιλήσει για την ανάγκη  να μη επαναληφθεί η ιστορία του 1923 , Τόσο οι Εθνικιστικές οργανώσεις και οι εθνικοσοσιαλιστές  δεν επρόκειτο να επιχειρήσουν καμιά απόπειρα ανατροπής αν δεν είχαν τη διαβεβαίωση ότι θα έχουν τη συναίνεση του στρατού και της αστυνομίας. Η αποστολή του  Wintzer  (και του συντρόφου του   Lorenz περιοριζόταν  στη συλλογή πληροφοριών και την ανίχνευση διαθέσεων  από πλευράς των συντρόφων του. Σύμφωνα πάντα με όσο είχε πει ο ο Λούντιν στους Βίντερ και Λόρεντζ  ο Βeντ  έκανε την ίδια αποστολή και στο Ανόβερο.
[5.12] 
[5.13]
[5.14] 
[5.15] 
[5.16]Ο Shirer γράφει χαρακτηριστικά .Η εμφάνιση του  αντιπροσώπευε ένα υπολογισμένο κίνδυνο..Για τον ίδιο θα ήταν  ενοχλητικό να απαρνηθεί  τους τρεις υπολοχαγούς , των οποίων οι δραστηριότητες απoσκοπούσαν στη διάδοση ναζιστικών συναισθημάτων στο στρατό , πράγμα που ο Χίτλερ  φυσικά δεν επιθυμούσε να αποθαρρύνει. Όμως άλλο τόσο ήταν άβολο το γεγονός ότι οι προσπάθειες των ναζιστών για να ανατρέψουν τις ένοπλες δυνάμεις , θα έβγαιναν στο φως.
[5.17]
[5.18]
[5.19]Sir John Wheeler- Bennett σελ. 219 .Ελάχιστα διαφορετική η εκδοχή του Heiden
[5.20]Sir John Wheeler- Bennett σελ. 218-19 
[5.21]
[5.22]
[5.23] Ένας από τους περισσότερο χαρισματικούς συνεργάτες του Χίτλερ ο δημοσιογράφος Johann von Leers περιέγραψε τη σκηνή στη Λειψία με ενθουσιασμό, ένα χρόνο αργότερα, με τα παρακάτω λόγια . ...."όταν  ο Χίτλερ πρόφερε τις θαυμάσιες λέξεις που ξεπηδούσαν από τις καρδιές όλων μας ,η έκφραση :τότε θα κυλήσουν κεφάλια έμοιαζε με μεγάλη υπόσχεση εξιλέωσης' . Σπάνια μια οποιαδήποτε άλλη δήλωσή του δεν ανάδευε τόσο έντονα τη λάσπη  που πλημμύριζε τις καρδιές εκείνων των ανθρώπων του. .Heiden σελ 406
[5.24] Αρκετοί στη Κυβέρνηση δεν είδαν με καλό μάτι αυτή τη δημόσια παρουσία του Χίτλερ στο δικαστήριο. Το Υπουργείο των Εσωτερικών απέδειξε ότι είχε γρήγορα αντανακλαστικά και ο υφυπουργός Δρ Erich Zweigert , λαμπρός νομομαθής, κατέφτασε αεροπορικώς στη Λειψία με ένα ογκώδη φάκελο παραμάσχαλα, σε μια προσπάθεια απόλυτα αντιδεοντολογική, να επηρεάσει τους δικαστές για το πολιτικό παρελθόν και τις «παρανομίες» του Χίτλερ . Το δικαστήριο  τον αγνόησε επιδεικτικά και αρνήθηκε να λάβει γνώση  των στοιχείων που προσκόμισε εις βάρος ενός πολιτικού αρχηγού και ενός πολιτικού κόμματος.΄ Φανερά σοκαρισμένος και ταπεινωμένος ο Δρ Zweigert πήρε  το δρόμο για το Βερολίνο άπρακτος , ενώ την ίδια στιγμή ο Χίτλερ κάτω από ζητοκραυγές  εγκατέλειψε το Δικαστικό μέγαρο με προορισμό το σιδηροδρομικό  σταθμό ,όπου ένα ειδικό αυτοκίνητο, ένα  Pullman τον περίμενε για να το μεταφέρει  πίσω στο Μόναχο.
[5.25] Ο Φράνκ ασφαλώς προσπάθησε να πείσει τους κατηγορουμένους ότι  όταν το Κόμμα μιλούσε για επανάσταση κανείς δεν μπορούσε τότε να φανταστεί ότι το 2,5% μέσα σε δύο χρόνια θα γινόταν κόμμα εξουσίας. Παρ όλα αυτά έχουμε πάμπολλα παραδείγματα ότι η ρητορική της επανάστασης  κυριαρχούσε  ανάμεσα στα πρωτοκλασάτα στελέχη του Κόμματος τουλάχιστον μέχρι τις εκλογές  και σε κάποιες περιπτώσεις και μετά από αυτές. Να θυμίσουμε το ρητορικό ερώτημα του Ραίμ την ίδια ημέρα που ο Χίτλερ έλαβε από το Πρόεδρο Χιντενμπουργκ εντολή σχηματισμού Κυβέρνησης: "Και επειδή έγινε ο Αδόλφος Καγκελάριος  θα σταματήσει η Επανάσταση;"
[5.26] Βerliner Tageblatte, 27 Σεπτεμβρίου  1930.Βλέπε και Sir John Wheeler- Bennett σελ. 217 
[5.27] F.W von Oertzen :Im Namen der Geschichte ! Αμβούργο 1934 σελ 102-124.
[5.28] Research Studies of the State College of  Washington  (Tόμος 13 Τεύχος 2 σελ.140)
[5.29]

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

Μία συζήτηση με τον Αλαίν Ντε Μπενουά: “Βρισκόμαστε στο τέλος από κάτι”



Το παρακάτω κείμενο αποτελεί την απομαγνητοφώνηση της συνέντευξης του Γάλλου στοχαστή Αλαίν Ντε Μπενουά στην ιστοσελίδα του αμερικάνικου ηλεκτρονικού περιοδικού “American Renaissance”, η οποία δημοσιεύτηκε στις 22 Νοεμβρίου 2013. 

Αμερικάνικη Αναγέννηση: Είπατε ότι η νεωτερικότητα είναι εχθρός της ταυτότητας. Μπορείτε να μας εξηγήσετε αυτή την ιδέα περαιτέρω; 

Αλαίν ντε Μπενουά: Όταν κάποιος μελετά τη νεωτερικότητα, πρέπει να λάβει υπ' όψιν του δύο έννοιες της λέξης. Η πρώτη είναι γνωστή σε όλους. Είναι οι αλλαγές της ζωής που έρχονται με περισσότερο υλικό πλούτο. Αλλά η νεωτερικότητα είναι επίσης το προϊόν μιας ιδεολογίας που εμφανίστηκε τον 17ο και 18ο αιώνα, με τον Διαφωτισμό. Είναι η ιδεολογία της προόδου, της οποίας η βασική ιδέα είναι ότι η ανθρωπότητα θα είναι πάντα καλύτερη. Το μέλλον θα είναι καλύτερο από το παρόν και το παρόν είναι καλύτερο απ' ότι το παρελθόν. Γι' αυτή την ιδεολογία, το παρελθόν δεν έχει τίποτα να μας διδάξει. Το παρελθόν είναι ένα νεκροταφείο αρχαϊκών εθίμων και παράλογων περιορισμών. Αντ 'αυτού, ο άνθρωπος πρέπει να χρησιμοποιήσει τη λογική του για να αποφασίσει ο ίδιος τι θέλει.

Η νεωτερικότητα υιοθετεί επίσης μία ενιαία αντίληψη της ιστορίας. Η ιστορία δεν είναι κυκλική, όπως ήταν για τους Έλληνες, αλλά είναι μία ευθεία γραμμή. Αυτή η ιδέα έρχεται από τον Χριστιανισμό και τον Ιουδαϊσμό, που υποθέτουν ότι υπάρχει ένα απόλυτο ξεκίνημα και ένα απόλυτο τέλος στην ιστορία. Η ανθρωπότητα είναι, επίσης, μ' αυτό το σκεπτικό, ενιαία. Όλοι οι λαοί πρέπει να περάσουν από τα ίδια στάδια και να φτάσουν στο ίδιο επίπεδο ανάπτυξης. Αυτός είναι ο μύθος της ανάπτυξης, της τεχνολογικής προόδου.

Έτσι, καθετί που είναι νέο έχει και αξία, ακριβώς επειδή είναι νέο. Υπάρχει ο φετιχισμός του καινοφανούς. Άρα, όταν αναφερόμαστε στη νεωτερικότητα, θα πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη όχι μόνο την υλιστική αλλά και την ιδεολογική διάσταση. Η νεωτερικότητα είναι εγγενώς ανταγωνιστική στις συλλογικές ταυτότητες, διότι τέτοιες ταυτότητες αποτελούν εμπόδια στην πορεία της προόδου προς μία ενιαία ανθρωπότητα.

Φυσικά, η νεωτερικότητα έχει ένα δυνατό οικονομικό συστατικό στοιχείο. Στην Ευρώπη συνδέθηκε με την άνοδο της αστικής τάξης και των εμπορικών αξιών της. Αυτό είναι το πρόβλημα του καπιταλισμού. Θέλει να οργανώσει περισσότερες αγορές - μία παγκόσμια αγορά, μία πλανητική αγορά - και οι συλλογικές ταυτότητες κατακερματίζουν την αγορά αυτή.
Οι Ευρωπαίοι έχουν συχνά επικρίνει τις Η.Π.Α ως μία υλιστική κοινωνία, αλλά κάθε κοινωνία δεν είναι υλιστική; Δεν είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης να θέλει πάντα περισσότερα;

Έχετε δίκιο. Υπό αυτή την έννοια θα έλεγα ότι σήμερα είμαστε όλοι Αμερικάνοι. Και είναι αλήθεια ότι η επιθυμία του να έχεις περισσότερα είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης. Η διαφορά είναι ότι μεγάλο μέρος της Ευρωπαϊκής θρησκείας και φιλοσοφίας είναι βασισμένο πάνω σε αξίες πιο σημαντικές, με την πεποίθηση ότι για ηθικούς ή θρησκευτικούς ή φιλοσοφικούς λόγους δεν πρέπει να υποβάλλουμε τον εαυτό μας στην πλεονεξία και την απληστία. Αυτό δεν ισχύει στην Αμερική εξαιτίας της προτεσταντικής Καλβινιστικής ιδέας των εκλεκτών - ο Θεός δείχνει την αποδοχή του δίνοντας πλούτο. Γνωρίζετε τη θεωρία του Μαξ Βέμπερ για τη σχέση μεταξύ του Προτεσταντισμού και της ανόδου του καπιταλισμού. Νομίζω ότι αυτά τα στοιχεία κάνουν τη μεγάλη διαφορά.

Στις Καθολικές χώρες τα χρήματα είναι πάντα ύποπτα, ακόμα κι αν ο καθένας θέλει περισσότερα παρά λιγότερα από αυτά. Για παράδειγμα, στη Γαλλία θα ήταν αδύνατο για έναν πλούσιο άνθρωπο να εκλεγεί αρχηγός του κράτους. Κανένας δεν θα ψήφιζε έναν εκατομμυριούχο. Η ιδέα θα ήταν αποκρουστική. Αλλά στην Αμερική αν ένας υποψήφιος είναι εκατομμυριούχος, πιστεύεται ότι είναι επιτυχημένος και έχει ικανότητα.

Έτσι, στην Ευρώπη οι άνθρωποι κρύβουν τι έχουν. Δεν λένε πόσα κερδίζουν. Στην Αμερική υπάρχει ένα πάθος για τους αριθμούς και όλα αποτελούν υπολογίσιμες ποσότητες. Οι Αμερικάνοι ξέρουν πόσα έχουν πληρώσει για τα πάντα. Όταν οι Αμερικάνοι τουρίστες πηγαίνουν στον Πύργο του Άιφελ ρωτάνε: ''Πόσα σκαλοπάτια είναι μέχρι την κορυφή”; Δεν καταλαβαίνουν τη διαφορά μεταξύ ποσότητας και ποιότητας.

Υπάρχει κάτι πέρα από τον Καθολικισμό που έχει προστατέψει την Ευρώπη από τα ίδια επίπεδα του υλισμού; 

Όχι πλέον. Σήμερα όλοι βλέπουν τις ίδιες ταινίες, ακούν την ίδια μουσική, ζουν σε παρόμοια σπίτια. Αυτό είναι κάτι που με απασχολεί πολύ. Έχω ταξιδέψει πολύ και κάθε χρόνο βλέπω τον κόσμο να γίνεται όλο και πιο όμοιος. Αυτό το αποκαλώ ιδεολογία της ομοιότητας. Αυτή η ιδεολογία μπορεί να πάρει θρησκευτικές και μη θρησκευτικές μορφές, αλλά η κεντρική ιδέα είναι ότι είμαστε όλοι μέρος της ανθρωπότητας, είμαστε αδέρφια της ίδιας οικογένειας. Ίσως υπάρχουν διαφορές, αλλά αυτές είναι ασήμαντες και θα πρέπει να εξαλειφθούν ή να μετατραπούν σε απλή λαογραφία. Οι Ινδιάνοι της Αμερικής χορεύουν τους χορούς τους για τους τουρίστες, αλλά αυτό δεν είναι παραδοσιακή ζωή.

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

ΜΕ ΤΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΣΧΑΤΗΣ ΠΡΟΔΟΣΊΑΣ 4


(Επιστροφή)
ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΗ ΔΙΚΗ ΓΙΑ ΝΑ ΛΑΜΨΕΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ.
Άνδρας των S.A σε ρόλο βοηθού μάγειρα,
σε κάποιο από τα λαϊκά συσσίτια που
οργάνωνε το κόμμα, για τους φτωχούς
και άστεγους Γερμανούς.
Ο πρώτος που διαμαρτύρεται και μάλιστα έντονα για τη σύλληψη των τριών αξιωματικών, είναι ο Διοικητής του Συντάγματος Ludwig Beck. Θεωρεί τις κατηγορίες ανυπόστατες . Απειλεί απροκάλυπτα. Αν τελικά οι αξιωματικοί του παραπεμφθούν σε δίκη , αυτός θα είναι έστω και απρόσκλητος, ο πρώτος μάρτυρας υπεράσπισής τους.[1]
Η σύλληψη των αξιωματικών, και η φημολογία για διάβρωση του στρατού από τους Εθνικοσοσιαλιστές είναι μια ακόμα αφορμή για να αναδυθούν την επιφάνεια τα προβλήματα του στρατού και μαζί μ΄αυτά μια βαθιά δυσφορία , που από καιρό λόγχευε στις τάξεις των αξιωματικών για όλα όσα συνέβαιναν στη χώρα.
Μια ιστορία ρουτίνας ένα πειθαρχικό παράπτωμα - είναι υπερβολή να ισχυρισθεί κανείς σοβαρά ότι η δράση διαφώτισης των αξιωματικών απειλούσαν σοβαρά τη συνοχή της 
Reichswer -μετατρέπεται από τη μια στιγμή στην άλλη σε  μια πολύ σοβαρή υπόθεση. Δεν λείπουν από την αρχή οι φωνές που απαιτούν να πέσουν οι τόνοι και να μη παίξει ο στρατός το παιχνίδι των πολιτικών. Η Ανώτατη Διοίκηση αντιλαμβάνεται επιτέλους και όχι άδικα, ότι αν δεν πρυτανεύσει η σύνεση και η μετριοπάθεια , η ιστορία θα τους ξεφύγει και θα πάρει διαστάσεις που στη συνέχεια θα είναι τρομερά δύσκολο να ελέγξουν.
«Η σύλληψη των Scheringerer , Ludin και Wendt δημιούργησε μια μεγαλύτερη δυσφορία όχι μόνο στους κύκλους της Reichswer αλλά σ΄ ολόκληρη τη Γερμανία» θα παραδεχθεί ο SirJohn Wheeler-Bennett
[2] στο μνημειώδες έργο του για τις επεμβάσεις του Γερμανικού στρατού στη πολιτική. ………………
Αν η προσδοκία της Κυβέρνησης ήταν να αποσπάσει τα βλέμματα της κοινής γνώμης από την άθλια εσωτερική κατάσταση στη φιέστα της εθνικοσοσιαλιστικής συνωμοσίας στο στρατό, η προσδοκία αυτή εξανεμίζεται πριν δημιουργηθεί. Λίγες ημέρες μετά τη σύλληψη των τριών αξιωματικών, στις 27 Μαρτίου η κυβέρνηση Hermann Müller αναγκάζεται να παραιτηθεί[3]. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ένας παλιός Στρατάρχης της Αυτοκρατορίας ο Hindenburg σε μια προσπάθεια να αποφύγει τις εκλογές αποφασίζει να παρατείνει τη κοινοβουλευτική σύγχυση και αναθέτει το σχηματισμό καινούριας Κυβέρνησης στο Κεντρώο Brüning [4]. Γνωρίζει πολύ καλά εκ των προτέρων ότι τα 7 κόμματα που δέχονται να τον στηρίξουν δεν έχουν τη δύναμη να εξασφαλίσουν μια σταθερή πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο. Έτσι μόνο και μόνο για να μη γίνουν εκλογές η βασικότερη έννοια του κοινοβουλευτισμού η αρχή της δεδηλωμένης υποκαθίσταται από τη τεχνική των Προεδρικών διαταγμάτων.[5]
Το μεγαλύτερο πρόβλημα της καινούριας κυβέρνησης Brüning είναι φυσικά η ανεργία. Περιορίζοντας ή εγκαταλείποντας την οικονομική πολιτική του προκατόχου του ο Καινούριος Καγκελάριος ρίχνει όλες του τις προσπάθειες της Κυβέρνησής του στη στήριξη του μάρκου παραγνωρίζοντας την άμεση ανάγκη να τονωθεί η οικονομική δραστηριότητα της χώρας. Αρχικά είχε αναζητήσει τη λύση μέσα από ένα σχεδιασμό μετατόπισης μεγάλου μέρους των ανέργων που ασφυκτιούσαν στις πόλεις , προς τις απέραντες γεωργικές εκτάσεις της Πρωσίας. Η ακόμα πανίσχυρη τάξη των γαιοκτημόνων του φράζει   το δρόμο και ο ίδιος καλείται  να απολογηθεί για τον «αγροτικό μπολσεβικισμό» του.[6] Επιστρέφει και πάλι σε μια αμφιλεγόμενη λύση και ξεκινά σταυροφορία για το περιορισμό των δαπανών του σπάταλου κράτους. [7]
Και ενώ η πολιτική του κερδίζει αντιπάθειες, η ανεργία αντί να μειώνεται αυξάνει. Και αυτό πλέον δεν αποτελεί έκπληξη.
Σε διατεταγμένη υπηρεσία  για τη προβολή
του Εθνικοσοσιαλιστικού  τύπου.
Στο μεταξύ η θεωρία της εθνικοσοσιαλιστικής συνωμοσίας στο στρατό δεν είναι πλέον διαχειρίσιμη. Αν η φιλοσοφία της Κυβέρνησης Hermann Müller ήταν να απαλλάξει τη Γερμανία από το ενοχλητικό κόμμα του 2,5% χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα, που είχε στη διάθεσή της αρχή κάνοντας από την εκστρατεία δυσφήμισης και καταλήγοντας στις .... αυτεπάγγελτες παρεμβάσεις της δικαιοσύνης η Κυβέρνηση Brüning απλά διαπιστώνει, ότι τα μέτρα αυτά, όχι μόνο δεν αποδίδουν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα αλλά οδηγούν στη γιγάντωση του φαινομένου . Η θεωρία της εθνικοσοσιαλιστικής συνωμοσίας στο στρατό και ο θόρυβος που προκάλεσε, επιπλέον, υποβοήθησαν να αναδυθεί στην επιφάνεια η  έντονη δυσφορία των στρατιωτικών για ένα πολιτικό σύστημα ανίκανο να υπερασπισθεί στοιχειωδώς τα μεγάλα συμφέροντα της χώρας.
Σε μια προσπάθεια να αποφευχθούν επιπλέον εντάσεις και κάτω από τη πίεση των γεγονότων , τα στελέχη της καινούριας Κυβέρνησης  συνειδητοποιούν απόλυτα την ανάγκη να ξεφουσκώσει με κάθε τίμημα η υπόθεση της συνωμοσίας. Οι προθέσεις και οι  πράξεις των τριών αξιωματικών οφείλουν να αντιμετωπιστούν σαν απλά πειθαρχικά παραπτώματα μακρυά από τα φώτα της δημοσιότητας.
Με το άγχος της διάσπασης της κυβερνητικής συνοχής και με ορατό το κίνδυνο καινούριων εκλογών ,ο Groener, με το πυρωμένο κάρβουνο στα χέρια,  ψάχνει  να δώσει άμεσα μια λύση,  σε θέση να ικανοποιήσει το γενικό περί δικαίου αίσθημα, όπως αυτό γίνεται αντιληπτό μέσα από τη στρατιωτική νοοτροπία. Φυσικά δεν μπορεί να υιοθετήσει αυτούσια τη πρόταση των πολιτικών που πάνω στο πανικό τους ζητούν να κλείσει όπως- όπως η υπόθεση. 
Από τη στιγμή μια τόσο σοβαρή κατηγορία έχει κάνει το γύρω της Γερμανίας, το θέμα δεν μπορεί να κλείσει αν δεν σωθούν πρώτα τα προσχήματα . Ο ίδιος οφείλει να διασφαλίσει την νομιμότητα μέσα από την απόφαση ενός θεσμοθετημένου οργάνου, όπως είναι εκείνο ενός στρατοδικείου . Φυσικά, είναι πρόθυμος να δώσει στους δικηγόρους υπεράσπισης και στους ίδιους τους κατηγορουμένους, όλες εκείνες τις διαβεβαιώσεις ότι η υπόθεση θα πέσει στα μαλακά. Όμως, τα γεγονότα που τρέχουν πια με ξέφρενους ρυθμούς, δεν συμβαδίζουν με τις προσδοκίες του.

Η εποχή που τα S.A ανακαλύπτουν
τη δύναμή τους  
Η στάση και η συμπεριφορά των κατηγορουμένων περιπλέκει ακόμα περισσότερο το ζήτημα γιατί αρνούνται ουσιαστικά να συνεργαστούν. Δεν θεωρούν τους εαυτούς τους ενόχους, επομένως δεν έχουν καμία διάθεση να συνδιαλλαγούν ούτε πάνω ούτε κάτω από το τραπέζι.. Ότι έκαναν, θα το έκανε ο καθένας που βάζει τη πατρίδα του πάνω από όλα. Και αυτό ακριβώς επιθυμούν να διακηρύξουν μπροστά στο φυσικό τους δικαστή…
Την ίδια ώρα η Κυβέρνηση του Brüning ταλαντεύεται. Μπροστά στα πολλαπλά αδιέξοδα που αντιμετωπίζει παραδέχεται την αδυναμία της να διαχειριστεί τη κρίση. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παρεμβαίνει και ζητά από το Καγκελάριο του  να παραμείνει στη θέση του μέχρι τις πολιτικές  εκλογές που δεν πρόκειται να αργήσουν. Πραγματικά οι καινούριες εκλογές  προκηρύσσονται μέσα στον Ιούλιο  . Κανείς δεν έχει ψευδαισθήσεις ότι το αποτέλεσμα των  εκλογών είναι σε θέση  να βγάλει τη χώρα από τη κρίση. Το αντίθετο. Ο εφιάλτης της παρατεταμένης ακυβερνησίας φαντάζει πανίσχυρος και η 14η Σεπτεμβρίου, ημέρα όπου οι Γερμανοί πολίτες θα αποφασίσουν για την τύχη τους μια ημέρα δίχως ελπίδα [8].
Όλα αυτά τα γεγονότα που οδηγούν στην επιδείνωση του πολιτικού κλίματος συμπίπτουν είναι αλήθεια με την αλματώδη πλέον πορεία ενός κόμματος που ισχυροποιείται μέρα με την ημέρα, που βλέπει τα εκλογικά του ποσοστά να αυξάνουν σημαντικά ........
Για τους Εθνικοσοσιαλιστές αυτή η κατηγορία για διάβρωση του στρατού και πραξικοπηματική κατάληψη της εξουσίας είναι ένα μεγάλο βάρος και κάνει περισσότερο δυσκίνητο το προεκλογικό αγώνα. Ακούγονται απόψεις ότι το κόμμα οφείλει να κρατήσει αποστάσεις από την συγκεκριμένη ιστορία και αν χρειαστεί να αποκηρύξει τόσο τις ενέργειες όσο και τους ίδιους τους αξιωματικούς . Το κόμμα οφείλει να δώσει όρκο πίστης στη νομιμότητα. Όλοι διαισθάνονται ότι το NSDAP έχει πάψει πλέον να είναι το κόμμα του 2,5% και πιθανότατα να κληθεί μετά τις εκλογές αν κριθεί απαραίτητο, να πάρει μέρος σε σχηματισμούς πλειοψηφιών ή ακόμη και να στηρίξει τη  κυβέρνηση..... Η πορεία για τη κατάληψη της εξουσίας μέσα από καθαρά κοινοβουλευτικές διαδικασίες ίσως να πάρει καιρό, αλλά δεν είναι αδύνατη....
Αποκήρυξη στη πράξη ,ακόμα και για χάρη ενός ανώτερου σκοπού, σημαίνει ένα πράγμα και μοναδικό.Στη προκειμένη περίπτωση να εγκαταλειφθούν οι σύντροφοι στη τύχη τους ύστερα από δυο τρία λόγια παρηγοριάς και κάποιες υποσχέσεις όταν θα έλθει η ώρα της δικαίωσης. Ο Ηγέτης πρέπει να αποφασίσει. Ο χρόνος πιέζει.
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο Χίτλερ μέσα από την περιπέτεια των αξιωματικών ξαναζεί νοητά την όχι και τόσο μακρινή,  δική του δικαστική περιπέτεια και κάποια συμπεράσματα φαίνεται να αποτελούν  πηγές περίσκεψης και περισυλλογής. Για μια ακόμα φορά το εθνικοσοσιαλιστικό δόγμα που απαγορεύει την εγκατάλειψη συντρόφου ακόμα και όταν χτυπιέται από τη κακοτυχία επιβεβαιώνεται. Η απόφαση δυναμική και αταλάντευτη. Ας γίνει ο προεκλογικός αγώνας με περισσότερα προβλήματα και με λιγότερα όπλα. Ας ζήσει για λίγο καιρό ακόμα η καλοβολεμένη άρχουσα τάξη το φόβο και το πανικό για τον ερχομό μιας αναπόφευκτης Εθνικής Επανάστασης, με τη συμμετοχή ή όχι του Στρατού. Για το Χίτλερ εκείνο που προέχει είναι να καταλάβουν όλοι ανεξαιρέτως ότι ότι το Κόμμα δεν πρόκειται να εγκαταλείψει τους τρεις αξιωματικούς στη τύχη τους, όποιο και αν είναι το πολιτικό κόστος που θα υποχρεωθεί να καταβάλει .[9]
Στις 27 Αυγούστου 1930, κάτι περισσότερο από 2 εβδομάδες από τις εκλογές εκδηλώνεται επίσημα η θέση του Κόμματος στην υπόθεση των αξιωματικών. Με τίτλο «Das Reich finanziert die Hetze gegen die Reichswehr
»[10 ] η εφημερίδα Λαϊκός Παρατηρητής περνά στην αντεπίθεση αναφέροντας ανάμεσα στα άλλα.
«Θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερη απεικόνιση της δικαστικής κωμωδίας που με εντολή του Groener και των πολιτικών φίλων του πρόκειται σύντομα να παιχθεί μπροστά στο Ανώτατο δικαστήριο του Ράιχ στη Λειψία ενάντια στους τρεις νεαρούς αξιωματικούς που …..πιθανότατα έχουν κάθε λόγο να αμφιβάλουν για τις σοβαρές στρατιωτικού τύπου προθέσεις των ανωτάτων αξιωματικών τους.
Εμείς από τη μεριά μας δεν θα παραλείψουμε να κάνουμε το κάθε τι για να αποκαλύψουμε  αυτό το νεότατο σκάνδαλο σχετικά με το κύριο 
Groener που για την ώρα τρώει τη γαμήλια τούρτα του[11], για να γίνει γνωστό στο καθένα που τον αφορά και έχει συμφέρον να μάθει, από ποιους  και με ποιανού τη βοήθεια γίνονται αντικείμενα φθόνου και δυσφήμισης,. 
Πρόκειται για ένα τέλειο Κράτος  το οποίο βοηθά στον ευτελισμό εκείνων που μια μέρα θα πρέπει να ρισκάρουν τα κεφάλια τους για χάρη του , και να θυσιάσουν τις ζωές τους!
Το άρθρο δεν μπορεί να μη κάνει συγκεκριμένη αναφορά στους τρεις αξιωματικούς που σε λιγότερο από ένα μήνα πρόκειται  να δικαστούν με τη κατηγορία της εσχάτης προδοσίας.
Το έγκλημά τους υποτίθεται ότι είναι η εθνικοποίηση  της Ράιχσβερ. Είναι πραγματικά τραγικό  να βλέπει κανείς το σημερινό σύστημα μέσα στο οποίο το Υπουργείο της Ράιχσβερ μοιράζει στους καταδότες του δώρα με τη μορφή χρυσών ρολογιών. Αλλά θα έρθει η στιγμή   που η κυβέρνηση  των απόστρατων στρατηγών θα τελειώσει.[12]
Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1930 λίγες μέρες θα  πριν από τις. εκλογές από το κελί της φυλακής του ο Richard Scheringerer καταγράφει τη δική του αλήθεια. Κείμενο έντονα φορτισμένο, που δραπετεύει μέσα από τους γνωστούς συνωμοτικούς δρόμους από τα κελί όπου κρατείται και βλέπει το φως του ήλιου, μέσα από τις σελίδες του Λαϊκού Παρατηρητή. Μια αδιόρατη ιδεολογική μεταστροφή που για την ώρα δεν υποψιάζεται κανείς κρύβεται κάτω από τις γραμμές
«Ο σημερινός σκοπός της 
Reichswer 
, να παραμείνει το οχυρό της στρατιωτικής ιδέας και το βασικό στράτευμα για ένα καινούριο απελευθερωτικό πόλεμο δεν ανταποκρίνεται στη πραγματικότητα παρά μόνο κατά ελάχιστο μέρος. Ο αγώνας για το ψωμί γίνεται όλα και σπουδαιότερος. Οι στρατιώτες γίνονται αξιωματικοί , οι αξιωματικοί γίνονται υποψήφιοι συνταξιούχοι, Το μόνο που απομένει είναι το στράτευμα της αστυνομίας…
Αυτή στα μάτια του απελπισμένου ανθρώπου για τον οποίο ο παγκόσμιος πόλεμος , δεν είχε ακόμα τελειώσει ήταν ότι τρομερό θα μπορούσε να συμβεί Ο στρατός εκφοβιζόταν για να ξεχάσει το πόλεμο.
Ήταν παράλογο να αντιμετωπίζεται η Reichswer 
σα δύναμη καταστολής αποτελούμενη από εκατοντάδες χιλιάδες διορισμένους ρουφιάνους και πολεμιστές. Ο λαός φέρνει στο νου του το παλιό δεκανέα ΄υπηρεσίας , σαν ένα στρατιώτη αδιάφορο. Δεν μπαίνει στο κόπο να ρωτήσει που πάει και βρίσκει τη διάθεση μετά από 10 ή 12 χρόνια υπηρεσίας …
Δεν γνωρίζουν τίποτα για τη τραγωδία των τεσσάρων λέξεων «δώδεκα χρόνια υπό διαταγές..» Αφήστε το γέρο[13] στη σιωπή του …..Έχουν ζήσει ήδη το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους, οι δικές μας ζωές μόλις ξεκίνησαν  μπροστά μας.
Ένας χαμένος πόλεμος, ένα αδύναμο κράτος , ένα άχρηστο σύστημα μια σκλαβιά που θα διαρκέσει 59 χρόνια. Ένα Ράιχ στο χείλος του γκρεμού , να ποια είναι η ζωή μας…. Και οι άλλοι μας κουνούν το δάχτυλο αυστηρά… Έχουμε συνεπώς το δικαίωμα να πολεμήσουμε με κάθε τρόπο για την ελευθερία μας και τα παιδιά μας …
Ο κόσμος ας είναι βέβαιος ότι εμείς είμαστε αποφασισμένοι να κάνουμε όλα αυτά και θα είμαστε νικητές με την ίδια σιγουριά που θεωρούμε τη Γαλλία ένα Έθνος που πεθαίνει.[14]

Υποσημειώσεις;
[4.1] Η απειλή έγινε πραγματικότητα. Ο Συνταγματάρχης παρουσιάστηκε και κατέθεσε σαν μάρτυρας υπεράσπισης.,
[4.2] The Nemesis of Power σελ. 215
[4.3] Αιτία στάθηκαν οι Σοσιαλιστές και η άρνησή τους να ψηφίσουν τις προτεινόμενες από το αρμόδιο υπουργείο, περικοπές που αφορούν το λεγόμενο κοινωνικό Κράτος.
[4. 4]Heinrich Brüning (26 Noεμβρίου 1885 – 30 Mαρτίου 1970) Γερμανός Πολιτικός.Υπήρξε Καγκελάριος της Γερμανίας από το 1930 μέχρι το 1932. Ήταν ο εμπνευστής του όρου "αυταρχική Δημοκρατία."
[4.5]
[4.6]
[4.7] Πιστοί στην οικονομική ορθοδοξία της εποχής το Γερμανικό Κέντρο και οι Δεξιές ακολούθησαν τα παραδείγματα των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας. Η άποψη ότι παρόμοια πολιτική προκάλεσε μια βαθιά δυσαρέσκεια του λαού και δημιούργησε ακόμα ευνοϊκότερες συνθήκες για μια πολιτική δύναμη διατεθειμένη να κάνει χρήση δίχως φραγμούς τη δημαγωγία είναι μέρος του προβλήματος, Όχι το ίδιο το πρόβλημα.
[4.8] Οι εκλογές πραγματοποιήθηκαν στις 14 Σεπτεμβρίου 1930. Οι 491 έδρες του Κοινοβουλίου σε σχέση με το 1928 έγιναν 577. Το SPD διατήρησε την πρώτη του θέση ενώ Εθνικοσοσιαλιστές και Κομμουνιστές αναρριχήθηκαν στη δεύτερη και την τρίτη θέση αντίστοιχα. 
Οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD) κέρδισαν 143 έδρες. Το εθνικό-σοσιαλιστικό Κόμμα των Γερμανών Εργατών (NSDAP) κέρδισε 107 έδρες. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας (KPD) κέρδισε 77 έδρες . Το Zentrum κέρδισε 68 έδρες . Οι συντηρητικοί του DNVP κέρδισαν 41 έδρες και ακολουθούσαν οι Εθνικιστές Φιλελεύθεροι ( DVP) με 30 έδρες ,το RPDM με 23 , οι αριστεροί Φιλελεύθεροι του Γερμανικού Δημοκρατικού Κόμματος με 20 έδρες, το Βαυαρικό λαϊκό κόμμα (BVP) με 19 έδρες.
[4.9]Στις ημέρες μας βλέπουμε με πόση ευκολία εκπαραθυρώνονται και αποκηρύσσονται άτομα που το μόνο έγκλημά (στη καλύτερη περίπτωση ) ήταν να μη εκτελέσουν με επιτυχία μια κομματική εντολή.
[4.10] Το Κράτος χρηματοδοτεί την Αντίδραση ενάντια στη Ράιχσβερ
[4.11] Ειρωνική αναφορά στο νεόνυμφο και υποψήφιου πατέρα απόστρατο. 
[4.12 ]Research Studies of the State College of  Washington  (Tόμος 13 Τεύχος 2 σελ.107)
[4.13] Αναφορά στο πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου 2013

ΙΤΑΛΙΑ 1935. Ο ΜΟΥΣΟΛΙΝΙ ΖΗΤΑ ,ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ ΔΩΡΙΖΟΥΝ ΧΡΥΣΟ ΣΤΗ ΠΑΤΡΙΔΑ


Στις 3 Οκτωβρίου 1935 το Βασίλειο της Ιταλίας με αφορμή το επεισόδιο που έλαβε χώρα εκατοντάδες χιλιόμετρα μακρυά, στα 100 πηγάδια του Ουάλ Ουάλ δέκα μήνες πριν, κήρυξε το πόλεμο εναντίον της Αβησσυνίας , μιας αφρικανικής χώρας που παρέμενε ακόμα ελεύθερη, γιατί ακριβώς δεν ενδιαφερόταν κανείς να τη κατακτήσει. Η ΚΤΕ (Κοινωνία των Εθνών) κατηγόρησε την Ιταλία ότι με τη πράξη της αυτή   παραβίασε το άρθρο XVI του καταστατικού του διεθνούς Οργανισμού και στις 18 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου , η συντριπτική πλειοψηφία των κρατών μελών, αποφάσισε να τιμωρήσει τον εισβολέα με ένα είδος οικονομικού αποκλεισμού.(sanzioni) Τα οικονομικά μέτρα που πάρθηκαν και τα οποία ελάχιστη πρακτική αξία είχαν (1) , στάθηκαν αφορμή να συσπειρώσουν τον ιταλικό λαό ακόμη περισσότερο, γύρω από το καθεστώς του Μουσολίνι . Σαν απάντηση στα μέτρα της ΚΤΕ, ο Ντούτσε του Φασισμού εξήγγειλε μια νέα πολιτική που με γρήγορους ρυθμούς όφειλε να οδηγήσει την Ιταλία στην αυτάρκεια και την αυτοδυναμία.

Ανάμεσα στις εκδηλώσεις που έλαβαν χώρα για την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης ,οργανώθηκε μία με την πομπώδη επωνυμία: "Χρυσός για την πατρίδα" . Κάνοντας έκκληση στα πατριωτικά φρονήματα των πολιτών, οι οργανωτές της ζητούσαν από τους Ιταλούς και τις Ιταλίδες να δωρίσουν στη Πατρίδα πέρα από χρυσό και ασήμι ,κάθε είδους υλικό που μπορούσε να χρησιμεύσει στην Εθνική οικονομία. (χαλκό , σίδερο κλπ)[2]. Τα σχολεία μετατράπηκαν από τη μια στιγμή στην άλλη σε κέντρα συγκέντρωσης των πλέον ετερόκλητων υλικών . Ο πυρετός της πατριωτικης έξαρσης οδήγησε ακόμη και σε υπερβολές. Στα καταστήματα πλήθυναν οι πινακίδες που διαβεβαίωναν ότι όλα τα προς πώληση προιόντα ήσαν ιταλικά , ενώ αιθαίρετα παπάδες κατέβασαν από τα καμπαναριά τις καμπάνες κάποιες από τις οποίες είχαν ιδιαίτερα μεγάλη ιστορική αξία .
Στις 7 Δεκεμβρίου ο Μουσολίνι απευθύνθηκε προς τον Ιταλικό λαό με ένα λόγο ιδιαίτερα φορτισμένο συναισθηματικά κατήγγηλε την αδικία που η διεθνής κοινότητα επιχειρούσε σε βάρος της Ιταλίας. ............
Η 18η Δεκεμβρίου 1935, ήταν ημέρα κρύα και βροχερή. Κάτι τέτοιο δεν εμποδίζει τους κατοίκους της Ρώμης να εισρεύσουν κατά δεκάδες χιλιάδες στη piazza Venezia μπροστά από το Altare della Patria (3) για να δώσουν το παρόν τους στο γιορτασμό της ημέρας του γαμήλιου δακτυλιδιού (Giornata della fede) . Εθελοντικά εκατομμύρια Ιταλών και Ιταλίδων όχι μόνο στη Ρώμη αλλά και σ΄όλη την επικράτεια προσέφεραν τις βέρες τους για να καλυφθούν οι άμεσες ανάγκες της Πατρίδας . Το παράδειγμα έδωσε πρώτη η Βασίλισσα Έλενα. 

Περισσότερες από 250.0000 βέρες συγκεντρώθηκαν στη Ρώμη και περισσότερες από 180.000 στο Μιλάνο. Ανάλογες προσφορές έγιναν σε κάθε πόλη και χωριό με αποτέλεσμα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να συγκεντρωθούν 37 τόννοι σε χρυσό και 115 τόννοι σε ασήμι χωρίς να υπολογίζονται τα έσοδα από την αξιοποίηση ευτελέστερων υλικών και των άλλων κυρίως σε χρήμα ,παροχών. Ο τύπος ανέδειξε το γεγονός δίχως επιφυλάξεις και ενδοιασμούς. «Στην Ιταλία του Μουσολίνι -έγραφαν οι εφημερίδες , το ευγενές μέταλλο είναι το ατσάλι.
Ένας στρατιώτης από την Αβησσυνία έστειλε το δαχτυλίδι της πεθαμένης μητέρας του και ένα παιδάκι από τη Πίζα έγραφε. Για το Ντούτσε Μουσολίνι θα έδινα τα πάντα ακόμη και το αίμα μου ακόμη και το χρυσό μου ρολόι." ....
Όλοι όσοι δώρισαν τη βέρα τους , έλαβαν σε αντάλλαγμα μια άλλη σιδερένια. Όλες είχαν χαραγμένες στο εσωτερικό τους τις λέξεις ORO ALLA PATRIA και δίπλα την ημερομηνία - 18 NOV.XIV.


Υποσημειώσεις:
[1] Η Γερμανία βρισκόταν εκτός της ΚΤΕ και δεν μπορούσε να ψηφίσει εναντίον του οικονομικού αποκλεισμού της Ιταλίας. Υπέρ του αποκλεισμου ψήφησαν 52 χώρες και εναντίον μόνο 3 ( Αυστρία, Ουγγαρία και Αλβανία). Η Γαλλία αφού έκανε κάποιες χλιαρές προσπάθειες να υπερασπιστεί την Ιταλία προσχώρησε τελικά στη πλειοψηφία . Παρά τη σχεδόν ομόφωνη καταδικαστική απόφαση, τοκανάλι του Σουέζ παρέμεινε προκλητικά ανοικτό και φιλόξενο για τα ιταλικά πολεμικά και οι παραλαβές ρωσικού πετρελαίου για τις ανάγκες της Ιταλικής οικονομίας γίνονταν πάντα στην ώρα τους
[2]. Στην έκκληση του Μουσολίνι ανταποκρίθηκαν οι Βασιλείς ,ο Πρίγκιπας Ουμπέρτο πολλοί Γερουσιαστές όπως ο Croce και ο Albertini, ο Αρχιεπίσκοπος της Μπολόνια Nasalli Rocca που χάρισε το ποιμαντορική του ράβδο, ο Guglielmo Marconi ο Luigi Pirandello ο Gabriele D'Annunzio . Ακόμα και αντίπαλοι του καθεστώτος οπως ο Pavese εξορία στο Brancaleone, έστειλε στο Γραμματέα του κόμματος 50 λίρες με μια συγκινητική επιστολή.
[3]. Λέγεται και Vittoriano (σε ανάμνηση του Vittorio Emanuele II di Savoia, πρώτου Βασιλιά της Ιταλίας γνωστού και με το όνομα Vittoriano, (Μνημείο Άγνωστου Στρατιώτη)

[4].Υπάρχει ταύτιση απόψεων μεταξύ των ιστορικών ότι η πρωτοβουλία "χρυσός για τη πατρίδα" καλλιέργησε ένα θετικότερο κλίμα εμπιστοσύνης των Ιταλών απέναντι στο Φασισμό.
  


 Όταν η πατρίδα βρίσκεται σε κίνδυνο, χρειάζεται τον  Ηγέτη που μπορεί να εμπνεύσει στο λαό εμπιστοσύνη και όραμα   και όχι την ύπαρξη απλά, ενός αριθμού  λογαριασμού Τραπέζης στην υπηρεσία φιλανθρώπων πολιτών.