Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

KARL JASPERS : ΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Γ.

Το δίλημμα της δημοκρατίας

Οπουδήποτε ισχυρίζονται ότι ζουν υπό δημοκρατικόν καθεστώς , (και σήμερον οι πάντες ισχυρίζονται τούτο), διερωτώνται επί του διλήμματος: τι είναι και τι δεν είναι δημοκρατικόν. Απορρίπτουν το "αντιδημοκρατικόν" . Έκαστος επιρρίπτει εις τον άλλον την μομφήν , ότι δεν κυβερνά παρ΄αυτώ αλλά μία μικρή μειοψηφία : εντεύθεν ο καπιταλισμός και τα μονωπώλια του, εκείθεν το κόμμα και η κλίκα του. Εντεύθεν η εκμετάλλευσις του καπιταλισμού , εκείθεν η εκμετάλλευσις του δεσποτισμού.
Αι εναλλαγαί όμως αυταί αποτελούν διαπληκτισμούς της προπαγάνδας όπου το "ειδικόν" μεταβάλλεται εις "γενικόν". Έναντι των διλημμάτων  αυτών άτινα ανάγονται εις καθωρισμένα και επαισθητά αντικείμενα , υπάρχει εν τούτοις εν και μόνον , το οποίον είναι απόλυτον και καθορίζει ολοκληρωτικώς την βούλησιν και την δράσιν μας.Τα όριά του επιτείνονται προς το άπειρον αυτών άτινα ανάγονται εις καθωρισμένα και επαισθητά αντικείμενα, υπάρ­χει έν τούτοις εν και μόνον, τό όποιον είναι απόλυτον και καθορίζει ολοκληρωτικούς την βούλησιν και την δράσιν μας. Τα όριά του επιτείνονται προς το άπειρον.
Δεν επιδέχεται καθορισμόν.
Διότι, πρωταρχικός του χαρακτήρ είναι, ότι δεν αποτελεί δίλημμα μεταξύ δύο αντιτιθεμένων δογμάτων. Αποτελεί δίλημμα αφορών τας ουσιώδεις κατευθύνσεις της ζωής μας.
Η οδός της λογικής αναγνωρίζει τα δόγματα ως «ειδικής μορφής μέσα» προς επίτευξιν «ειδικών σκοπών», αλλά δεν καθίσταται αυτή καθ' εαυτήν δόγμα, επομένως δεν είναι δυνατόν να υπάρχη ανταγωνιστικόν αυτής δόγμα. Ανθίσταται μάλλον εναντίον της προς καθιέρωσιν δογμάτων γενικής τάσεως, εναντίον παντός είδους αδιαλλαξίας κατά την υποστήριξιν «θέσεως» τινός, εναντίον πάσης συγκεκριμενοποιήσεως του απολύτου, εναντίον παντός εγκλεισμού εντός των φαύλων κύκλων της δια­λεκτικής κινήσεως.
Η δημοκρατία, θεωρουμένη ως οδός της λογικής αποφεύγει τους τρό­πους αυτούς επιβολής «απολύτου». Εφ' όσον στηρίζεται επί της λογικής, θα πρέπει να έχη την πείραν καθ' ην, χωρίς να τεθή υπό αίρεσιν η λογική, δεν δυνάμεθα να συμπεράνωμεν ότι διεισδύει παντού, ούτε ότι θα δυνηθή να ακολουθήση συνεχώς και μετά σταθερότητος τον δρόμον της (έστω και αν το ελπίζει). Αι δημοκρατίαι, αρνούνται εν τούτοις να παραδεχθούν, στηριζόμεναι επί της πείρας ταύτης, ότι η κυριαρχία της «αντιλογικής» είναι αναπόφευκτος, ότι η κυριαρχία του παραλογισμού δια μιας εξ ίσου παραλόγου βίας είναι αδύνατον να αποφευχθή τελικώς.
Η δημοκρατία, δεν παραδέχεται το «αξίωμα» καθ' ο οι κυβερνώντες είναι «κάτι περισσότερον» από άνθρωποι, ή ότι θα ηδύναντο να είναι, ή ότι πρέπει να είναι. Πρεσβεύει ότι, όλαι αι εκ της φύσεως των πραγμάτων προκύπτουσαι απαιτήσεις, απευθύνονται προς τον άνθρωπον και απορ­ρίπτει πάσαν άλλην μορφήν «νομιμοποιήσεως» όπως, το θεωρούμενον ως απ' ευθείας υπό του θεού δεδομένον λειτούργημα, ή τα «υπεράνθρωπα» χαρίσματα ανθρώπου τινός χρισθέντος παρά του Θεού ως «οδηγού των λαών». Αναγνωρίζει όμως την έπιβαλλομένην εκ της υπευθυνότητος εκάστης θέσεως σπουδαιότητα και το «δώρον» το οποίον αντιπροσωπεύουν οι μεγάλοι άνδρες. Έχει δι' αμφότερα σεβασμόν, όχι όμως ειδωλολατρίαν. Γνωρίζει ότι αμφότερα θα πρέπει να είναι ουσιαστικά δια να δύναται και αυτή να αναπτυχθή. 
Εις την ιδέαν της δημοκρατίας αντιτίθεται παν ότι υπαναχωρεί προ του επιβαλλομένου εις την ανθρωπίνην φύσιν καθήκοντος.(278)
Τούτο συμβαίνει και συνέβαινε πάντοτε εις όλα τα απολυταρχικά συστήματα, εις τα καθεστώτα τα οποία ανάγουν εαυτά εις την «Θείαν χάριν» ή ισχυρίζονται ότι κατέχουν την «απόλυτον γνώσιν».
Όλας αύτάς, τας αντιτιθεμένας προς την ιδέαν της δημοκρατίας προ­θέσεις, δυνάμεθα να τας ονομάσωμεν, εν συμφωνία προς τον Κάντ «προθέ­σεις δεσποτισμού».
Αύται, ακόμη και κατά την ευμενεστέραν περίπτωσιν, φράσσουν την οδόν ην ακολουθεί ο άνθρωπος της λογικής, συγκεκριμένως δε σήμερον: την μοναδικήν προς την σωτηρίαν της ανθρωπότητος οδόν. Δύναται τις να ισχυρισθή ότι, εις ευτυχείς στιγμάς οι δεσπόται εκυβέρνησαν καλώς. Αύται όμως δεν αποτελούν εί μη απλά επεισόδια εις τον δρόμον πρός την καταστροφήν, διότι οι λαοί δεν αφυπνίζονται διά του τρόπου αύτοϋ. Η μάζα των ανθρώπων δεν φθάνει ούτε εις την κατανόησιν, ούτε εις την υπευθυνότητα των γεγονότων. Παρα­μένει αιχμάλωτος των λαμπροτήτων και των αθλιοτήτων του μικρόκοσμου του περιβάλλοντος της, υποτεταγμένη εις μίαν αυταρχικήν εξουσίαν. Υφίσταται τον υπό της τεχνικής επιβαλλομένον δαμασμόν. Δια των γνώ­σεων και των δυνατοτήτων της καθίσταται «όργανον εργασίας», χρησιμοποιούμενον αναλόγως των αναγκών, ουδέποτε όμως καθίσταται κοι­νωνός της μεγάλης προς το άπειρον πορείας του ανθρωπίνου πολιτισμού.
Η οδός της δημοκρατίας παρά τα σφάλματα και τα φαινομενικά της αδιέξοδα, προσφέρει εις τους ακολουθούντας αυτήν τας πιθανότητας εξυψώσεώς των (κατά μεγάλην τουλάχιστον πλειονότητα), εις το επίπεδον υπευθύνως σκεπτομένων ανθρώπων, καίτοι αρχικώς επεμβαίνει η «ισοπέδωσις» και μαζύ με αυτήν ο κίνδυνος νοθεύσεως της δημοκρατίας και καταλήξεως εις δικτατορίας απαισιοτέρας πάσης μέχρι σήμερον γνωστής μορ­φής.
Η ιδέα της δημοκρατίας αιτιολογείται, από το επιβαλλόμενον εις έκαστον των ανθρώπων καθήκον ουσιαστικοποιήσεως του εν τη λογική και από τον μοναδικόν και αναντικατάστατον χαρακτήρα εκάστου ανθρώ­που και την αξίαν ην τω παρέχει η συμμετοχή του εις την λογικήν. Αι επί του πεδίου των πραγματοποιήσεων αδυναμία της δημοκρατίας δεν δικαιολογούνται βεβαίως, αλλά φωτίζονται από τα πολύ μεγαλύτερα σφάλματα, πάσης άλλης ακολουθουμένης οδού. Εάν απελπισθώμεν ως προς την ιδέαν της δημοκρατίας, θα πρέπει να απελπισθώμεν και ως προς την τύχην του ανθρώπου.

Επιστροφή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου