Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2018

ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ:Η ΠΑΡΑΜΥΘΕΝΙΑ ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑ ΤΟΥ ΜΙΣΤΡΑ


Μ' όλο που πέρασαν τόσα χρόνια, ποτέ δεν ξεχνάω τις 
λαμπρές ώρες που πέρασα σεργιανώντας  το Μιστρά. 
Τέτοιες ώρες είναι σαν κρουνοί που χύνουν στην 
ψυχή μου ευχαρίστηση  κι ομορφιά. 
 H οικουμένη δε θα γίνει ποτέ μοναξιά για μένα, ακόμα  κι αν μου λείψουν η αγάπη κι η καλοσύνη, γιατί διατηρώ την ανάμνηση του εξαίσιου αυτού οράματος. 
Το φέρνω στο νου μου χωρίς να με κουράζει ποτέ,  
όπως ένας  βοσκός του Ταύγετου περνάει τις ώρες του σφυρίζοντας με τη φλογέρα  του τρεις  νότες — πάντα τις ίδιες.
. .. Ξέρω κι άλλες νεκρές πολιτείες του μεσαίωνα. Το 
Μπω στην  Προβηγγία,και το Σαν Τζιμινιάνο κοντά στη Σιέννα, 
Η γραφικότητα τους μ' αρέσει. 
Ό Μιστράς, όμως, γεμίζει την ψυχή μου ποίηση . . .

                                          Μaurice Βarres
ΕΤΣΙ ΚΙ' ΕΜΕΝΑ. ΞΕΡΩ ΤΟ ΣΑΝ ΤΖΙΜΙΝΙΑΝΟ ΠΟΥ αναπολεί ο Μπαρρές. Ένα θερινό βράδυ, είδα να υψώνει στον ουρανό, πάνω σ' έναν έρημο λόφο, τους αγέρωχους τετράγωνους πύργους του, όπως άλλες πολιτείες υψώνουν τα καμπαναριά τους, κι' έχω περιπλανηθεί μέσα στους στενούς του δρομάκους, όπου σε κάθε βήμα διαγκωνίζεται κανείς με το παρελθόν. Ξέρω, ακόμα, το Τολέδο, το σκυθρωπό και μοναχικό, που κάτω από τα τείχη του κυλάει αργά ο Τάγης τα κιτρινωπά νερά του. Ξέρω την Καρκασόνη, που φαίνεται από μακριά σα μια μεσαιωνική λιθογραφία οχυρωμένης πολιτείας. Ξέρω την Άβιλα , που οι άλλες ισπανικές πόλεις τη λένε « μητέρα », και που ο αέρας της δονείται, θαρρείς, ακόμα από τα κονταροχτυπήματα των Αράβων καβαλάρηδων και των ευγενών της Καστίλλιας. Ξέρω, σε μιαν ακτή του Ατλαντικού, μια παλιά πορτογαλική πολιτεία που έχει αποσυρθεί στις επάλξεις της όπως μια δέσποινα άλλης εποχής στο μεγαλόπρεπο και γυμνό μέγαρο της. Καμιά, όμως, δεν έχει την ποιητική, την παραμυθένια ατμόσφαιρα του Μιστρά ...
Όλες αυτές οι πολιτείες τού παρελθόντος είναι, λίγο πολύ, μελαγχολικές, και δεν τις αφήνει κανείς χωρίς κρυφή ανακούφιση. Και τούτο γιατί δρν είναι νεκρές, αλλά πεθαίνουν, γέρικες και ξεπεσμένες, απελπιστικά αργά. Μερικές μάλιστα, στολισμένες με μοντέρνα κτίρια, έχουν κάτι το θλιβερά κωμικό, — σαν τις γριές δεσποινίδες που φοράν κορδέλες και καπέλα νέων κοριτσιών. 
Αντίθετα, ο Μιστράς έχει πεθάνει άξαφνα, « εν πλήρει ζωή », — όπως η Πομπηία, με την οποία μοιάζει. Δεν έζησε για να ξεπεραστεί και να χάσει μέσα στο απορροφητικό παρόν το χαρακτήρα του και την παλιά του ατμόσφαιρα. Είναι και σήμερα όπως ήταν την ημέρα εκείνη του 1779, που οι Αρβανίτες τον παράδωσαν στις φλόγες.
Οι αιφνίδιοι θάνατοι, των πολιτειών όπως και των ανθρώπων, δεν αλλοιώνουν. Ακινητούν μιαν έκφραση, μια στάση της ζωής, — και τη μεταμορφώνουν σε αιωνιότητα. Ο Μιστράς, χωρίς ζωή, ζει μια ζωή αυταπάτης και θρύλου. Έχει τη μυστηριώδη εκείνη ατμόσφαιρα που διατηρεί η σκηνή του θεάτρου μετά την παράσταση: θαρρεί κανείς, σε κάθε στιγμή, πως θα δει να παρελαύνουν, σιωπηλά κι' αργά, πρόσωπα της Ιστορίας και του ονείρου... Η σιγή του δεν έχει την οριστικότητα και το βάρος των τάφων, αλλά δονείται από αόρατες παρουσίες. Ο Μιστράς είναι σα να ζει έξω του καιρού και της ζωής.
Ο Γκαίτε θα το είχε διαισθανθεί αυτό όταν έβαζε να συναντηθούν, στις μεγάλες έρημες ταράτσες του ανακτόρου του Μιστρά, τα δυο του πρόσωπα, που, κι' αυτά επίσης, ζούσαν έξω του καιρού και της ζωής: τον Φάουστ και την Ελένη του Μενελάου. Πουθενά αλλού δεν ήταν δυνατόν να βρεθεί καταλληλότερο πλαίσιο γιο την παθητική αυτή συνάντηση. Ο Μιστράς, σαν τα δυο αυτά πρόσωπα, εξακολουθεί να ζει, μέσα στην αέναη ροή, μια ζωή πάντα την ίδια...

ΗΤΑΝ μια εξαίσια ανοιξιάτικη μέρα όταν επισκέφθηκα το Μιστρά. Η πεδιάδα της Σπάρτης ήταν τόσο γελαστή, που η αυστηρή ανάμνηση των αρχαίων Σπαρτιατών σε παραξένευε σαν κάτι το απίθανο και το παράταιρο. Ο αέρας ήταν αρωματισμένος, η πρασινάδα είχε μιαν ασύγκριτη δροσιά κι' ο Ευρώτας, μέσα στ' άσπρα χαλίκια τής κοίτης του, δεν ήταν παρά ένα μικρό και φλύαρο ειδυλλιακό ποτάμι. Τα πλατάνια ριγούσαν στο χάδι τής αύρας, οι μεγάλες ροδοδάφνες των οχθών του Ευρώτα γέμιζαν ρόδινα σαλπίσματα την ησυχία, και, πάνω στη χλόη, τ' αναρίθμητα αγριολούλουδα κεντούσαν συνθέσεις μαγευτικές. Η φύση ήταν στη γλυκιά της εκείνη ώρα πού τραγουδάει ο ποιητής.
Το ανοιξιάτικο αυτό ξανάνιωμα δημιουργούσε μια τέτοια ατμόσφαιρα, που ο ψηλός λόφος του Μιστρά, με τα πολεμικά του τείχη, με τα σπίτια του που ανηφόριζαν προς το Δεσποτικό, με τις εκκλησίες του και τους περήφανους πύργους του, λουσμένος φως διάφανο κι' ευτυχισμένο, εμφανιζόταν σα μια ζωηρή εικόνα εικονογραφημένου βιβλίου παιδικών παραμυθιών. Νόμιζες πως η νεκρή πολιτεία ξαναζούσε σ' ένα υπερπραγματικό επίπεδο τη σταματημένη από τόσον καιρό ζωή της, — όπως η κοιμισμένη πριγκιποπούλα του δάσους, που την ξύπνησε το μαγικό νερό. Και θ' απορούσε κανείς με όποιον, εκείνη τη στιγμή, θάδειχνε έκπληξη, βλέποντας σκοπούς στις βίγλες των πύργων κι' άκούοντας πολεμικά κέρατα ν' αναγγέλλουν την έξοδο, οπό τη φρουριακή πύλη του ανακτόρου, βυζαντινών Δεσποτών...
Η θέα της με γέμιζε με την έκσταση εκείνη του μικρού παιδιού τη στιγμή που του διηγούνται ένα παραμύθι. Όλα μου ήταν πηγή χαράς και μοτίβα για την έξαρση της φαντασίας μου. Ακόμα κι' οι φτωχές ξύλινες παράγγες στη ρίζα του λόφου του Μιστρά, όπου προγευματίζουν οι επισκέπτες, ήταν ανθισμένες με ρόδα, κρίνα και κληματίδες, που κρέμονταν διακοσμητικά από τους στύλους τους σα σε γιαπωνέζικη εστάμπα. Το νερό που τραγουδούσε κοντά τους έπεφτε μέσα σε μιαν αρχαία μαρμάρινη σαρκοφάγο με ανάγλυφες παραστάσεις Βακχίδων, κι' ο μικρός χωρικός, που μας πρότεινε με κωμική σοβαρότητα να μας κάνει τον οδηγό, είχε, με τα μεγάλα κίτρινα παπούτσια του, το πρόσωπο του, του γερασμένου κι' υδρωπικού μωρού, και την παράξενη έρρινη φωνούλα του, την όψη ενός μικρού δαιμόνιου των παραμυθιών, κι' όχι πραγματικού ανθρώπου ...

Η ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ ΜΑΣ, μέσα στους πετρώδεις κι' ανηφορικούς δρομάκους του Μιστρά, συνέχισε το παραμύθι αντί να διαλύσει τη μαγεία του. Γιατί όλα ήταν σιγή, φως, και λουλούδια που έπνιγαν τα πάντα. Γέμιζαν τις μεγάλες τρύπες των χαλασμάτων, στόλιζαν τις αυλές, σκαρφάλωναν στις επάλξεις των τειχών, και συνωστίζονταν στο πέρασμα μας σαν ένας χαρωπός μικροσκοπικός λαός. Τα μάτια μας άφηναν τα λουλούδια για να προσέξουν άλλα λουλούδια,, μαρμάρινα αυτά, σκαλισμένα σε μια πόρτα, σ' ένα μπαλκόνι, σ' ένα παράθυρο βυζαντινού σπιτιού.
Πηγαίναμε όπου μας πήγαιναν τα μονοπάτια, σταματώντας στις εκκλησίες που αποτελούν τ' αξιοθέατα του Μιστρά. Eîvαι πολλές, και τόσο τρυφερά ωραίες, που θάθελε κανείς να τις χαϊδέψει. Όλες έχουν το εξωτερικό τους άθικτο. Σκορπισμένες εδώ κι' εκεί, βάζουν, στην ομοιοχρωμία των ερειπίων, μερικές νότες πρόσχαρες και γλυκές, με τα κόκκινα κεραμίδια των τρούλων τους που έχουν πάρει με τον καιρό το χρώμα από μαραμένα τριαντάφυλλα. Καμιά δε μοιάζει με την άλλη, όλες τους όμως έχουν τόσο λεπτές και αρμονικές διαστάσεις, που απορεί κανείς πως οι βυζαντινοί, που απεικονίζουν στις τοιχογραφίες τους τούς θεούς και τους άγιους τόσο στεγνούς και βλοσυρούς, τους έχτισαν ναούς έτσι γλυκούς και χαριτωμένους. Μικρές όλες τους, με τρούλους αλαφρούς, με λεπτούς μαρμάρινους κίονες στις αψίδες των παραθύρων, με προσόψεις εξαίσια διακοσμημένες, φέρνουν στο νου τις μεσαιωνικές εκείνες ανάγλυφες κασετίνες, τις επίχρυσες και σμαλτωμένες, όπου οι αρχόντισσες φύλαγαν τα κοσμήματα τους. Το εσωτερικό των περισσότερων είναι κατεστραμμένο, οι θαυμάσιες τοιχογραφίες έχουν μισοσβηστεί, χόρτα έχουν φυτρώσει εκεί όπου άλλοτε ήταν μαρμάρινο δάπεδο με ψηφιδωτά, κι' ο τρούλος είναι συχνά τρύπιος στην κορφή του: το γαλάζιο όμως του ουρανού, που φαίνεται από το άνοιγμα, είναι τόσο φωτεινό, κι' έχει τόση ευαγγελικότητα, που οι έρημες εκκλησίες διατηρούν, κι' έτσι χαλασμένες, κι' έτσι αλειτούργητες, όλη τους την παλιά θρησκευτική ατμόσφαιρα.

Από τις εκκλησίες του Μιστρά, δυο εξακολουθούν μέχρι σήμερα να χρησιμοποιούνται για τη λατρεία: η Μητρόπολη κι' η Παντάνασσα, που τις φρουρούν ψηλά κι' ακίνητα κυπαρίσσια. Αλλά κι' αυτές έχουν κάτι το σταματημένο στην παλιά εποχή. Στη δεύτερη μάλιστα, βρήκαμε δυο μοναχές, δυο αδελφές, που ήταν σα νάρχονταν προς εμάς από τα βάθη των αιώνων. Μας βεβαίωσαν ότι άνηκαν — ούτε λίγο, ούτε πολύ — στην περίφημη φλωρεντινή οικογένεια των Μεδίκων, και μας το ... απόδειξαν εξηγώντας μας ότι το ελληνικό τους όνομα — λέγονταν Γιατράκου — ήταν πιστή μετά­φραση του λατινικού Medicis! Αποτραβηγμένες από τον κόσμο μέσα στη μεσαιωνική Παντάνασσα, μaς μίλησαν για τον ιδρυτή της σα νάχε μόλις πεθάνει, και μας έδωσαν πλήθος πληροφορίες — μπερδεμένες και κατά το μεγαλύτερο μέρος φανταστικές — για το παρελθόν του Μιστρά. Η μία μάλιστα, η πιο φλύαρη, είχε συγγράψει και σχετική μονογραφία, γεμάτη, κυρίως, από φριχτές ασυνταξίες.. . 

Η ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ ΜΑΣ στο λόφο μας έφερε στο Δε­σποτικό : το ανάκτορο απ' όπου οι Δεσπότες του Μι­στρά, παιδιά ή αδελφοί Αυτοκρατόρων του Βυζαντίου, εξορ­μούσαν για την ανακατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους κύρηδες. 
Απ' όλα τα ερείπια του Μιστρά, το παλάτι αυτό είναι το πιο ερειπωμένο. Δεν έχουν απομείνει παρά οι ογκόλιθοι των τειχών του και η κεντρική του αυλή, που οι καμάρες της υποστηρίζονταν από λεπτοσκαλισμένες κολόνες κι' ήταν διακοσμημένες με τοιχογραφίες. 
Άλλοτε, το παλάτι αυτό θάταν λαμπρότατο, — αν κρί­νει κανείς από τον όγκο των ερειπίων του κι' από τα συντρίμματα των μαρμάρων που το στόλιζαν. Σήμερα όμως είναι ένα τέτοιο ρημάδι, που δε μπορούμε ούτε καν να φανταστούμε πως ήταν όταν το κατοικούσαν οι περήφανοι Κατακουζηνοί και Παλαιολόγοι που είχαν μεταφέρει στο Μιστρά τις πολυτέλειες και την εθιμοτυπία της βυζαντινής αυλής, τις δέσποινες τους με τις βαρύτιμες μεταξωτές εσθήτες και τα πλούσια φανταχτερά κοσμήματα, τους αυλικούς τους και τους σωματοφύλακές τους. Κι' έτσι, η παραμυθένια μας περιπλάνηση μέσα στα τείχη του Μιστρά θα τελείωνε με μιαν απογοήτευση, αν, από το ύψος τού ερειπωμένου Δεσποτικού, σαν από αέτεια σκοπιά, το μάτι δεν αγκάλιαζε μιαν ονειρώδη θέα. Κάτω απλωνόταν, κατηφορικά, όλος ο μεσαιωνικός Μιστράς, με τα τείχη του, τις επάλξεις του, τους ψηλούς πολεμικούς πύργους του. Η απόσταση έδινε στην ακινησία και τη σιγή του θανάτου του μιαν απατηλή έκφραση ζωής γεμάτης συγκέντρωση κι' αναμονή: έλεγες πως κατόπτευε την απέραντη κάτω πεδιάδα, που σπινθηροβολούσε με τα νερά της και τη λάμψη της νέας της πρασινάδας σα να περίμενε να ιδεί να παρουσιαστεί από τα βάθη της κάποια λαμπρή θεωρία σιδερόφραχτων καβαλάρηδων, με παντιέρες κι' αστραφτερά κοντάρια, για να χτυ­πήσει γιορταστικά τις καμπάνες του αν ήταν φίλοι, ή για να καλέσει σε συναγερμό τη φρουρά του αν οι καβαλάρηδες ήταν Ιππότες της Φραγκιάς ή μισθοφόροι της Βενετίας... Αλλά τίποτα. Για το Μιστρά, όλα είχαν περάσει από πολλούς αιώνες πριν, — κι από την κατάφωτη πεδιάδα δεν ανέβαιναν ως την επίσημη σιγή του παρά ειρηνικά βελά­σματα προβάτων...

Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2017

ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:Η ΣΙΔΗΡΑ ΚΑΙ ΧΡΥΣΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

49. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΑΗΔΟΝΙΟΥ
Kαι επρόσθεσε το φάσμα :
— Μαντεύω πως δεν πιστεύεις ότι ο έρως είνε η ηλιθιότης της ευφυΐας· δεν θα είνε δύσκολον να πεισθής.
Τότε μου έδειξεν εις τον κλάδον ενός δένδρου ένα μικρόν και όχι πολύ ωραίον πουλί, που ετραγουδούσεν όμως με γλυκυτάτην φωνήν, την οποίαν εσυμμάζευε με ενδιαφέρον και στοργήν η ηχώ, την επανελάμβανεν όσον ημπορούσεν αρμονικώτερα, και κατέθελγε την ακοήν του διαβάτου.
— Ήκουσες το πουλί αυτό; ερωτά ο Δαίμων. Είνε Αηδόνι. Διάκοψε το τραγούδι του και ερώτησε το διατί τραγουδά τόσον ωραία.
Επήγα κάτω οπό το δένδρον και είπα :
— Συγχώρησε με, αδελφέ, ον διακόπτω το ώραίον τραγούδι σου. Διατί τραγουδάς με τόσην μελωδίαν; Και εγώ πουλερικόν είμαι, αλλά ποτέ δεν ετραγούδησα έτσι. Φαίνεται ότι είσαι πολύ ευτυχισμένον.
Το Αηδόνι διέκοψε το τραγούδι του και μου απήντησε με φωνήν γεμάτην από θλίψιν :
— Όχι, αδελφέ' είμαι πολύ δυστυχισμένον, και ιδού  διατί ο άνθρωπος ευχαριστείται να με ακούη.
Διέκοψεν ο Δαίμων:
— Δεν πρέπει να παραξενεύεσαι, που άκουσες το αηδόνι να εκφράζη τον πόνον του με τόσο θελκτικάς στροφάς. Το αηδόνι, και αν το κάμης ακόμη να λυπηθή, θα κλάψη ώσάν. αηδόνι· τον κόρακα, και αν τον κάμης ακόμη να χαρή, θα φωνάξη ωσάν κόρακας!
Τότε ηρώτησα τον πτερωτόν τραγουδιστήν :
— Αλλά διατί είσαι δυστυχισμένον; Τί σου λείπει; Συ χαιρετάς πρώτον την αυγήν το αεράκι το πρωϊνόν, συ το αναπνέεις πρώτον με τόσην ηδονήν. Επί τέλους είσαι ελεύθερον και πετάς όπου θέλεις.
Το Αηδόνι αναστέναξε και απήντησεν :
— Αλλοίμονον! Η ανεξαρτησία είνε της ψυχής τα πτερά και όχι του σώματος. Άκουσε μίαν θλιβεράν ιστορίαν και θα καταλάβης, ότι το ωραιότερον τραγούδι είνε συνήθως συνθεσις από αναστεναγμούς.
»Εγώ αγαπούσα ένα άνθος, ένα θαυμάσιον άνθος, που ολόκληρος η φύσις του είχε προσφέρη ό,τι ωραιότερον είχεν εις χρώμα και ό,τι μεθυστικώτερον είχεν εις άρωμα. Αλλά το άνθος αυτό, αναίσθητον εις τον έρωτα μου, κωφόν εις το τραγουδί μου που του έστελνα οπό τόσον υψηλά, είχε στραφή προς τα κάτω και ηγάπησεν ένα διαβάτην, που επερνούσεν από κοντά του, σερνόμενος εις το χώμα...
»Τετέλεσται! Ο διαβάτης κατέκτησε το αγαπημένον μου άνθος, εγώ δε απέμεινα με το μέλι εις τον λάρυγγα και με το φαρμάκι εις την καρδίαν!
Ηρώτησα έκπληκτος :
— Λοιπόν ποίος ήτο ο διαβάτης εκείνος, που ένίκησε σέ, τόν βασιλέα του τραγουδιού, του έρωτος και της χαράς;
Ένας θλιβερός λαρυγγισμός απήντησεν εις την ερώτησίν μου και το πουλί απεκρίθη :
— Ήταν ένας Σάλιαγκας. Εγώ, πτωχόν πουλί, μόνον ελαφρά πτερά έφερνα εις την ράχην μου' εκείνος, σερνόμενος εις την γην, έφερνεν εις την ράχην του και ένα ολόκληρον σπήτι : και το άνθος μου τον εθαύμασε και τον επροτίμησεν!...
»Έφυγα μακρυά, πολύ μακρυά, εντροπιασμένος δια την ήτταν μου, Επεριπλανήθηκα παντού, ετραγούδησα όσον ημπορούσα δια να διασκεδάσω την λύπην μου. — Τίποτε! Έπειτα  από ολίγον καιρόν, — ένα ολόκληρον αίώνα δι' εμέ, — εξαναγύρισα εις το δένδρον, κάτω από το οποίον είχε το άνθος μου ανοίξη... Τίποτε δεν είχεν αλλάξη... όλα ήσαν εις
την ιδίαν θέσιν και το άνθος και ο εκλεκτός της ψυχής του. 
—Κύτταξε εμπρός σου και θα τα ιδής και συ.
Εστράφην περίεργος, δια να ίδω την παράξενον εικόνα.
Θεέ μου! ΔιΑ την εικόνα αυτήν το τρομερόν είχε συμμαχήση με το γελοίον!
Αλήθεια· ένα θαυμάσιον Άνθος είχεν ανοίξη εκεί κοντά' το μύρον του εβαλσάμωνε τον αέρα, αλλά εις τα πέταλα του ο ήλιος αντανακλούσε εις ένα περιδέραιον οπό σάλια.
Από κάτω, επάνω εις το χώμα, ήτο μακαρίως εξαπλωμένος ένας Σάλιαγκας, φέρων πάντοτε εις την ράχην το αναπόσπαστον σπήτι, εις δε το κεφάλι του επάνω δύο διπλά μάλιστα κέρατα, που τα επεδείκνυε με υπερηφάνειαν εις τον υπομονητικόν και ανεξίκακον ήλιον!...
Παράξενος εικών!
Εκινήθηκα ολίγον προς τά εμπρός, δια να θαυμάσω αυτό το ζεύγος· αλλ' ο Σάλιαγκας, μόλις ήκουσε το τρίξιμον, που έκαμαν τα ξηρά φύλλα εις το βάδισμα μου, έσπευσε γρήγορα να κρύψη τα κέρατα του μέσα εις το ίδιον κεφάλι του!...
Ό Δαίμων επλησίασε και μου είπε.
— Είδες τί έκρυψε;
— Ναι, είδα· έκρυψε τα κέρατα του.
— Πραγματικώς. Ολίγον τον μέλει αν τα έχη· η μόνη του φροντίς είνε να μη τα ιδούν oι άλλοι. Βλέπεις, εκεί έχει συγκεντρωθή ολόκληρος η ευαισθησία του!
Και απεμακρύνθημεν οπό το οικτρόν εκείνο θέαμα, ενώ από την κορυφήν του δένδρου εξακολουθούσε το Αηδόνι να συνοδεύη ακόμη την αθλίαν είκόνα με το γλυκύτερον τραγούδι! 
Ω! πόσον σατανικά είναι ανακατωμένα εις την ζωήν τα ωραία με τα άχρηστα! θα έλεγε κανείς, ότι η κατανομή των έχει γίνη με τέτοιον τρόπον, ώστε ό θεός να κράτηση τα άσχημα και ο Διάβολος τα ωραία!

Δευτέρα 25 Δεκεμβρίου 2017

Δρ ΧΑΙΝΤΣ ΓΚΡΑΟΥΠΝΕΡ: Η ΓΥΝΑΙΚΑ (Αυτεξούσια στον Κόσμο της )

Οι χρονικογράφοι του 19ου αιώνος αναφέρουν δύο περιπτώσεις κατά τας οποίας Αγγλίδες γυναίκες ηγοράοθησαν από τους άνδρες των εις την αγοράν. Η μία γυναίκα ωδηγήθη εκουσίως εις την αγοράν, συρομένη από τον λαιμόν με ένα «καπίστρι» ηγοράσθη αντί μισής κορώνας και ωδηγήθη έως το σπίτι του νέου συζύγου της. Την άλλην, την ηγόρασεν ένας ξενοδόχος δια να υπηρετή εις το πανδοχείον του.

Δεν ημπορούμεν να είπωμεν ότι η μέθοδος αυτή ήτο στερεότυπος όσον αφορά την κοινωνικήν μεταχείρισιν της γυναίκας προ εκατονταετίας. Δεν ήτο όμως την εποχήν εκείνην η γυναίκα απεριορίστως κτήμα του ανδρός;
Ο άνδρας ελέγχει τας προσωπικάς υποθέσεις της, της διαγράφει τα όρια που δεν δύναται να υπερπηδήση, αντλεί δύναμιν από το πανάρχαιον δίκαιον του ισχυροτέρου, που θέτει το θήλυ υπό την ανδρικήν εξουσίαν.
Με την Γαλλικήν επανάστασιν, δηλαδή προ της εκρήξεως ακόμη της Γαλλικής επαναστάσεως, αρχίζει σιγά σιγά να συντρίβεται αυτή η «σκλαβιά της γυναίκας».
Μια νέα κοσμοθεωρία, η επικρατήσασα αρχή της σχέσεως φύσεως και ανθρώπου συνέβαλεν εις την διάσπασιν των τειχών της δουλείας: η διδασκαλία περί ισότητος.
Επί  της βάσεως της ισότητος αυτής προσεδόθη εις την γυναίκα νέα αξία και θέσις. Δια της ενεργητικής στάσεως αυτών τούτων των γυναικών αρχίζει η απελευθέρωσίς των.
 Ο αγών ούτος του θηλυκού γένους απέβλεπεν εις την εξασφάλισιν των αυτών δικαιωμάτων με τον άνδρα. Χωρίς αμφιβολίαν τούτο εσήμαινεν επανάστασιν εις τον τρόπον της ζωής μας, που κατά τας παρελθούσας δεκαετίας έφερεν προς εσωτερικήν κρίσιν, δεδομένου ότι ανεπτύχθη παραλλήλως προς τον Φιλελευθερισμόν. Διότι ναι μεν η γυναικεία επανάστασις του παρελθόντος αιώνος συνέτριψεν αναμφιβό­λως την «άλυσσον εκείνην των δεσμών», ήγειρε όμως ακόμη μεγαλειτέρας αξιώσεις ισχύος. Την εποχήν εκείνην εχρειάσθη μεγάλη προσωπική γενναιότης εκ μέρους των «σκαπα­νέων» της επαναστάσεως, όπως π.χ. υπό της πρώτης Γερμανίδος ιατρού δόκτορος Τιμπούρτσιους, η οποία εσπούδαζεν εις το ανατομείον από κοινού με τους άλλους άρρενας σπουδαστάς. Και η γενναιότης της αυτή παρέσχε την εποχήν εκείνηγ πλούσιον υλικόν εις τα ειρωνικά σχόλια των εφημερί­δων, εκτός της θυμηδίας που προεκλήθη εις το Ράιχσταγ όταν εμνημονεύθη το αξιοσημείωτον τούτο γεγονός.
Κεντρικόν σημείον της γυναικείας κινήσεως εν Ευρώπη,  ήτο η εξωτερική υλική ανεξαρτησία από  τον άνδρα, σκοπός, τον οποίον η γυναίκα επλησίασεν αναμφιβόλως δια της βιομηχανοποιήσεως. Η αυτοπεποίθησις της γυναικός ανηψώθη και η απόδειξις των προσόντων της απεδείχθη. Πρόκει­ται περί γεγονότος που θεωρούμεν σήμερον πλέον ως αυτονόητον.
Εάν η γυναίκα ηρκείτο εις τας επιδιώξεις αυτάς, θα επετρέποντο ίσως αι κρίσεις εκείναι, που προήλθον από μίαν τοιαύτην εξέλιξιν.  Αλλά η γυναίκα εζήτει ολονέν περισσότε­ρα: πάντοτε επανήρχετο το αιώνιον πρόβλημα της γυναικοκρατίας που αναφέρεται εις την ιστορίαν των μεγάλων πολιτισμένων λαών.
Εζήτει την προς τον άνδρα εξίσωσιν εις όλα τα επίπεδα. Τοιουτοτρόπως ανεπήδησεν η γελοία εκείνη ύπαρξις της Σουφραζέττας, το θήλυ που απεχθάνεται το νοικοκυριό, αναμασσά επιστημονικάς γνώσεις, πολιτικολογεί ή συγγράφει. Η σουφραζέττα απεμακρύνετο και εξωτερικώς κατά το δυνατόν από το τύπον του γένους της, ενεδύετο κατά το  ανδρικόν πρότυπον, έκοβε τα μαλλιά της ανδρικά, εν γένει δε έδιδεν εις όλα τον ανδρικόν τόνον. Εζήτει να έχη ελευθέραν γνώμην εις την επιστήμην, την πολιτικήν και το δίκαιον, παραλλήλως δε ενεφανίσθη και η απαίτησίς της περί ελευθε­ρίας εις τον έρωτα, που εύρε το κορύφωμα της εις την θέσιν που έλαβεν η υπέρ των γυναικείων δικαιωμάτων πρωτοπόρος Ανίτα Λούγκσμπουργκ: « Η γυναίκα που έχει συναίσθησιν της αξιοπρεπείας της δεν ημπορεί να ανεχθή τον νόμιμον γάμον».
Εδώ διακρίνει τις τας ρίζας από τας οποίας προήλθεν η γυναικεία απελευθέρωσις: πρόκειται περί απεριορίστου ατομισμού, που έθετε πρωτοφανείς απαιτήσεις.
Τελευταίος σκοπός ήτο η άλωσις του κράτους, η πλήρης δηλαδή εξίσωσις δικαιωμάτων και όσον αφορά την πολιτικήν!
Γνωρίζομεν πρωτογόνους λαούς ανάμεσα εις τους ο­ποίους αι γυναίκες ομιλούν την ιδιαιτέραν των γλώσσαν που οι άνδρες δεν εχρησιμοποίησαν ποτέ. Είναι μία απόδειξις του ιδίου  προσωπικού κόσμου των γυναικών, που έρχεται μεν εις επαφήν με τον κόσμον των ανδρών, χωρίς όμως να εξομοιούται.  Η γλώσσα αυτή των γυναικών μας φαίνεται ως σύμβολον του φυσικού χωρισμού των δύο φύλων από την ΰπαρξιν του ανθρωπίνου γένους.  Η κίνησις δια την απελευθέρωσιν της γυναίκας δεν ηθέλησε ποτέ να αναγνωρίση ότι εις άλλα ευρύτερα επίπεδα και υπό άλλην έννοιαν θα υπάρχη πάντοτε μία τοιαύτη «γλώσσα των γυναικών».
Παντού όμως εις τον κόσμον, όπου συνεκροτήθη μία οιαδήποτε τάξις, όπου κράτη, κοινωνικαί μορφαί και πολιτισμοί εγεννήθησαν, υπήρξαν αποτέλεσμα της αποκλειστικής δραστηριότητος του ανδρός. Εις τα έργα αυτά αφιέρωσε τας δημιουργικάς δυνάμεις του. Όλαι αι προσπάθειαι προς καθιέρωσιν της γυναικείας κυριαρχίας προσέκρουσαν εις το γεγονός ότι δια λόγους φυσικούς δεν είναι δυνατή η κυριαρχία αύτη. Η γλώσσα των γυναικών εις την αρχέγονόν της δημιουργίαν είναι ακατανόητος από τον κόσμον των ανδρών. Αι  Ηνωμέναι Πολιτείαι παρεχώρησαν εις τας γυναίκας μίαν κακώς νοουμένη «ισότητα δικαιωμάτων», με το γεγονός δε αυτό υπογράμμισαν την ανικανότητα των να συμβάλουν ενεργώς εις την δημιουργίαν πολιτισμού. Ο άνδρας είναι δημιουργός ιστορίας, το θήλυ είναι ο αιώνιος δημιουργός των νέων γενεών. Η σουφραζέττα προσεπάθησε να εξέλθη του γυναικείου κόσμου και να δημιουργήση μέσα εις το πλαίσιον του ανδρικού φύλου ίδιον δίκαιον -πράγμα που θα ημπορούσαμε επιτυχώς να παραβάλωμεν με ένα παιδί Ευρωπαίων που το παραδίδομεν εις τους Κινέζους προς ανατροφήν δια να δημιουργήσωμεν έναν Κινέζον. Το αποτέλεσμα ήτο ότι προέκυψε μία ύπαρξις χωρίς γένος, η οποία εις την γυναικείαν γλώσσαν ήτο ή και από σκοπού έγινε ακατανόητος, απομακρυνθείσα του ιδίου κόσμου.


Κατά τον τρόπον αυτόν η λιμπεραλιστική εποχή έθραυσε την άλυσσον των δεσμών, με τα οποία η γυναίκα ήτο εξηρτημένη από τον άνδρα, παρά ταύτα όμως δεν επέτυχεν αύτη την αληθή ελευθερίαν της. Ο μητριαρχισμός απέτυχεν. Βεβαίως ο 19ος αιών εχάρισεν εις την γυναίκαν νέας κοινωνικάς παραχωρήσεις.  Ως εργάτρια κατέστη αντικείμενον εκμεταλλεύσεως του καπιταλισμού η έννοια «υποστήριξις της μητρός» ήτο άγνωστος και η ελευθερία εις τον έρωτα κατέστησε την γυναίκα υπό νέαν μορφήν εκουσίαν σκλάβαν του ανδρός.  Εάν σήμερα η Ευρώπη βαδίζει τον δρόμον που οδηγεί προς μίαν νέαν κοσμοθεωρίαν και θέλη να επαναδώση τα δικαιώματα εις την φυσικήν και δημιουργικήν τάξιν, πρέπει επίσης να δείξη και τον δρόμον που ημπορεί να ακολουθήση η γυναίκα με το αίσθημα ότι θα βαδίση προς μίαν νέαν ελευθερίαν. 
Έναντι του ανδρός η ώριμος γυναίκα πρέπει να κατέχη κάποιαν ικανότητα εξελίξεως - με άλλους λόγους: η γυναίκα ημπορεί να φθάση τα ανώτατα όρια εξελίξεως μόνον εκ παραλλήλου προς τας απαιτήσεις της μητρότητος.  Ο άνδρας δεν θα ήτο εις θέσιν να φέρη το βάρος αυτό. Η γυναίκα αντιθέτως διαθέτει φυσικάς προς τούτο ικανότητας, αι οποίαι αποτελούν το μοναδικό θαύμα της γυναικείας ζωής.
Αυτήν όμως την νεανικότητα που έχει ανεξαντλήτους ικανότητας εξελίξεως ημπορούμεν να την ίδωμεν καθαρά, εάν πάρωμεν τρεις αντιπροσωπευτικάς φωτογραφίας του ανδρός, της γυναικός και ενός δεκαετούς παιδιού και τας παραβάλωμεν. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου δεικνύουν καθαρώτατα την ομοιότητα μεταξύ παιδιού και γυναικός.Ο άνδρας αναλόγως προς την βιολογικήν του κατάστασιν, φαίνεται ώριμος.
 Η σύγκρισις μεταξύ νεανίου και γυναικός μας αποκαλύπτει ολόκληρον το μυστικόν των ικανοτήτων του θήλεος.
Μία μητέρα με έξη παιδιά εις διάστημα είκοσι ετών επανηύρε το  βάρος του σώματος της τρεις φοράς. Τας προς τούτο ικανότητας από σωματικής απόψεως τας αντλεί από τα υπόλοιπα της ζωτικότητός της, την οποίαν μεταβιβάζει εις τα τέκνα της. ·».
Εδώ αναγνωρίζομεν την δημιουργικήν, παναρχαίαν και
μεγαλυτέραν αποστολήν της γυναικός, την οποίαν ο άνδρας οφείλει μετά προσοχής να παρακολουθή, εάν θέλη να βοηθήση την γυναίκα εις το να εύρη τον δρόμον μιας νέας εσωτερικής και εξωτερικής ελευθερίας. 
Η  βαθυτέρα μεταμόρφωσις της γυναίκας από της απόψεως της κοινωνικής της θέσεως έλαβε χώραν εις τας βιομηχανικός πόλεις.  Εν αντιθέσει προς τους αγρότας, oι βιομηχανικοί εργάται είναι χωρισμένοι εις δύο κόσμους: Ο ένας είναι του ανδρός που περικλείεται από τους τοίχους του εργοστασίου, ενώ ο άλλος είναι το σπίτι, όπου διοικεί η γυναίκα και μάλιστα κατά τρόπον, που δεν έγινε ποτέ αισθητός από τους αγρότας. (Το γεγονός ότι τώρα κατά τον πόλεμον μετεβλήθησαν τα πράγματα δεν αλλάζει καθόλου τας θεμελιώδεις αυτάς αρχάς).  Ο αγρότης εις το κτήμα του είναι ο κύριος της ζωής και της εργασίας.  Ο εργάτης παv ότι ευρίσκεται εκτός του κύκλου της εργασίας του, το αφήνει εις την γυναίκαν του. Αυτή τον αντιπροσωπεύει ενώπιον των δημοσίων αρχών, είναι η κυρία του σπιτιού, συγκατοικούσα με τους συγγενείς της. Δια τον αγρότην οι συγγενείς του ανδρός παίζουν τον σημαντικώτερον ρόλον και είναι εκείνοι οι οποίοι συνήθως επισκέπτονται το υποστατικόν.  Η μητέρα της γυναίκας, η γιαγιά δηλαδή, παίζει μεγαλύτερον ρόλον εις την ανατροφήν των παιδιών του εργάτου παρά η  μητέρα του συζύγου. 
Η μεταμόρφωσις αυτή της γυναίκας παρατηρείται καθαρά από της αρχεγόνου εποχής μέχρι της σημερινής. Σημαίνει κατ' εξοχήν τον οριστικόν δρόμον της γυναίκας από τον λαβύρινθον των διαφόρων ιδεών προς τον αληθή κόσμον της. Το παλαιόν μητριαρχικόν σύστημα ευρίσκεται εις την καμπήν κάποιας νέας αποφασιστικής στροφής. Αφήνει εις τον άνδρα ένα μεγάλον τομέα της ζωής προς γόνιμον δραστηριότητα  χωρίς να περιορίζη ουδαμού την γυναίκα, η οποία τοιουτοτρόπως δύναται να εκτέλεση την βιολογικήν αποστολήν της, ταυτοχρόνως δε και τα νέα μεγάλα καθήκοντα της που συνδέονται με την ανεξαρτησίαν της.
Εδώ αρχίζουν τα νέα, μεγάλα προβλήματα, που θα προκύψουν προ παντός μετά την επιστροφή των γυναικείων εργατικών δυνάμεων εις την οικογενειακήν ζωήν. Επί του παρόντος βλέπομεν πλήρεις ελπίδων προθέσεις, ταυτοχρόνως όμως και  τας αναποφεύκτους συγκρούσεις. Διότι ακριβώς τα συζυγικά εκείνα ζεύγη που συγκροτούνται από τους βιομηχανικούς εργάτας και εις τους κόλπους των οποίων αναπτύσσεται η νέα κοινωνική ιδέα της γυναίκας, είναι κατά πολύ μεγαλύτερον ποσοστόν ατυχή από εκείνα των βιοτεχνών, των εμπόρων, ή των χωρικών, όπου άνδρας και γυναίκα ζουν και εργάζονται καθημερινώς μέσα εις τον ίδιον κόσμον. Όσον όμως περισσότερον αναγνωρίζουν οι άνδρες ποίον   νέον περιεχόμενον ζωής ημπορεί να απασχόληση την γυναίκα . και όσον καλλίτερα εννοούν αι γυναίκες τας δυνατότητας των, που δεν θίγουν φυσικά τον άνδρα, τόσον ευκολώτερα πλησιάζομεν προς την εκπλήρωσιν του σκοπού.  
Όταν λέγομεν ότι η γυναικεία επανάστασις απέδειξεν ότι πραγματικώς η γυναίκα είναι ικανή δι' όλα τα επαγγέλματα, δεν αρνούμεθα ότι αι προϋποθέσεις δι' έκαστον επάγγελμα είναι διαφορετικαί. 
Ένα από τα σπουδαιότερα μελλοντικά προβλήματα θα είναι η εξεύρεσις νέων και καταλλήλων δια την γυναίκα επαγγελμάτων. Το πρόβλημα θα λυθή μόνον όταν στηριχθώμεν εις την ευρωπαϊκήν κοσμοθεωρίαν, συνδεομένην με την φυσικήν τάξιν.
Επαγγέλματα που προσιδιάζουν εις την γυναίκα είναι εκείνα, που συμβάλλουν εις την σύναψιν σχέσεων μεταξύ ανθρώπων και παρέχουν βοήθειαν: ως επιστημονική βοηθός, ως γραμματεύς, ως αδελφή εις το νοσοκομείον θα εργασθή καλύτερον  από τον άνδρα. Η εισπράκτωρ εις το τροχιόδρομον βοηθεί συνήθως το κοινόν, ενώ ο εισπράκτωρ τοποθετεί ευχαρίστως εαυτόν εις προνομιούχον θέσιν μεταξύ των ταξιδευόντων εις το όχημά του.  Η διευθύντρια ενός οικοτροφείου είναι ο ιδεωδώς κατάλληλος άνθρωπος εις την κατάλληλον θέσιν που δεν ημπορεί να αντικατασταθή ποτέ από τον άνδρα. Όταν ο μηχανικός ενός γερανού σηκώνη το εμπόρευμα από το ένα μέρος δια να το μεταφέρη αλλού, η κίνησις της μηχανής, το τεχνικόν μέρος, οι κινητήρες καθώς λειτουργούν, του προσφέρουν χαράν. Αντιθέτως, μία γυναίκα που θα έκαμνε την ιδίαν εργασίαν θα έβλεπε εις τον γερανόν την απλήν διαδικασίαν του συνδέσμου μεταξύ δύο εργατών, που περνούν το εμπόρευμα από το ένα μέρος στο άλλο.
Με όσα αναφέραμεν ερρίψαμεν απλώς μερικάς βασικάς ιδέας όσον αφορά την θέσιν ανδρός και γυναικός εις την κοινωνίαν. Ο άνδρας είναι ο δημιουργός και ο  αρχιτέκτων, ακόμη και εις τας λεπτομερείας είναι οικοδόμος. Δίδει πάντοτε το προβάδισμα εις την νόησιν. Η γυναίκα είναι το συνδετικό στοιχείον και η εξυπνάδα της έχει την έδραν εις την καρδιάν. Έτσι δημιουργείται ένα νέον μητριαρχικόν σύστημα υπό άλλην βεβαίως άγνωστον μέχρι, τούδε μορφήν, μία γυναικεία κυριαρχία, κατά την οποίαν η γυναίκα διευθύνει αυτόνομα τον ιδικόν της κόσμον. Ας δώσωμεν εις αμφοτέρους τους από χιλιετηρίδων εναντίον αλλήλων αγωνιζομένους πόλους της ζωής την ισότητα, που λαμβάνει υπ' όψιν την φυσικήν διαφοράν των ιδιαιτέρων κόσμων ανδρός  και γυναικός και  ας μη θελήσωμεν να πλησιάσωμεν τον ένα προς τον άλλον με μέσα τεχνητά. Από αμφότέρας τας πηγάς θα αναπηδήση ένας δημιουργικός και αρμονικός πλούτος που θα είναι αιωνίως γόνιμος και ικανός προς ανανέωσιν.
Από το περιοδικό "Σύνθημα"αριθ. 20 
Οκτώβριος 1943

Τρίτη 19 Δεκεμβρίου 2017

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ: ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ


ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΣΤΟΥΛΑ ΣΤΟΝ ΟΝΤΕΡ 
Στα τέλη του 1944 η γραμμή του Γερμανικού μετώπου στην Ανατολή ξεκινά από τη περιοχή του Μέμελ στη Βαλτική Θάλασσα, σχηματίζει ένα είδος ευρείας αψίδας γύρω από την Ανατολική Πρωσία , ακολουθεί τον Νάρεβ μέχρι βόρεια της Βαρσοβίας, κατηφορίζει τον Βιστούλα μέχρι το Σαντομίρ, στρέφεται δυτικά στην Σλοβακία ,διασχίζει την Ουγγαρία βορειοδυτικά της Βουδαπέστης και βαθύτερα ακόμη μέσα από τη Σλοβενία,  τη Κροατία και τη Βοσνία με ανατολική και βορειοανατολική κατεύθυνση. 
Η ομάδα Στρατιών "ΒΟΡΡΑΣ" εξακολουθεί να παραμένει αποκομμένη από το υπόλοιπο μέτωπο,με τις πλάτες στη θάλασσα , στο προγεφύρωμα της Βαλτικής(Kurland),24 χιλιόμετρα βόρεια του Μέμελ[1]. Διαθέτει 27 Μεραρχιες υπό την διοίκηση του στρατηγού Σέρνερ. 
Ανάμεσα στο Μέμελ και τα Καρπάθια το Γερμανικό Μέτωπο ξεπερνά σε μήκος τα 700 χιλιόμετρα. Αυτή την τεράστια έκταση η Ανωτάτη Διοίκηση της Βέρμαχτ[2] τη  καλύπτει.  με δύο Ομάδες Στρατιών.   Αριστερά βρίσκεται η  Ομάδα Στρατιών  «KENTPO»[3] υπό την διοίκηση του Στρατηγού Ράινχαρτ. και δεξιά  η   Ομάδα στρατιών «Α" [4] υπό την διοίκηση του στρατηγού Χάρπε.
 Χαμηλά στην  Ουγγαρία τέλος, η Ομάδα Στρατιών "ΣΟΥΝΤ" υπό την διοίκηση του Στρατηγού Βαίλερ  με 38 Μεραρχίες, κλείνει τη Γερμανική διάταξη διατηρώντας παράλληλα την επαφή, στις όχθες του ποταμού Ντράβα, με το νοτιοανατολικό θέατρο του επιχειρήσεων υπό την διοίκηση του Στρατάρχη Κέσερλινγκ (Κροατία- Βόρεια Ιταλία).
Από τη Κουρλάνδη μέχρι το ποταμό Ντράβα 1.800.000 Γερμανοί βρίσκονται αντιμέτωποι σύμφωνα με το Λίντελ Χαρτ [5], με 5.300.000 Σοβιετικούς στρατιώτες...... 
Από τις 164 Μεραρχίες του Ανατολικού Μετώπου οι Στρατηγοί Ράινχαρτ και του Χάρπε διαθέτουν τις  99. Έχουν να αντιμετωπίσουν το κύριο όγκο της  επίθεσης ενός  εχθρού με συντριπτικά υπέρτερες δυνάμεις , που σύμφωνα με μετριοπαθείς  υπολογισμούς περιλαμβάνουν 231 Μεραρχίες πεζικού, 22 Σώματα Αρμάτων  ,29 Ανεξάρτητες Ταξιαρχίες Αρμάτων και 3 Σώματα Ιππικού. "Η σχέσις  υπεροπλίας των Ρώσων έναντι  ημών, ομολογεί ο Γκουντέριαν   ήταν για μεν το πεζικό 11:1, για τα άρματα μάχης  7:1 , για δε τα πυροβόλα 20:1.[8] 
Από Βορρά προς Νότο η τελική διάρθρωση των Σοβιετικών δυνάμεων είναι:
3ο Μέτωπο Λευκορωσίας(Τσερνιακόφσκυ) 
2ο Μέτωπο Λευκορωσίας(Ροκοσόφσκυ)
1ο Μέτωπο Λευκορωσίας(Ζούκωφ) 
1ο Μέτωπο Ουκρανίας (Κόνιεφ) 
4ο Μέτωπο Ουκρανίας (Πετρώφ)
Το σχέδιο του Γενικού Στρατηγείου σχετικά με τις τελικές επιχειρήσεις προς τη δυτική στρατηγική κατεύθυνση διαμορφώθηκε οριστικό στα τέλη Νοεμβρίου του 1944.Ο έγκαιρος προσδιορισμός του στρατηγικού σχεδίου έδωσε τη δυνατότητα στο μέτωπο να μελετήσουν διεξοδικά όλα τα επιχειρησιακά , στρατηγικά πολιτικά και υλικά ζητήματα.Πριν να καταφερθεί το χτύπημα άμεσα στο Βερολίνο , προβλεπόταν να γίνουν  προς τη δυτική στρατηγική κατεύθυνση δύο μεγάλες επιθετικές επιχειρήσεις :η μία στην Ανατολική  Πρωσία με δυνάμεις  του 3ου και 2ου  Λευκορωσικού μετώπου , η άλλη προς την κατεύθυνση  Βαρσοβίας Βερολίνου. Η τελευταία ανατέθηκε  στα στρατεύματα του 1ου Λευκορωσικού και του 1ου Ουκρανικού μετώπου. Το 1ο Λευκορωσικό μέτωπο έπρεπε να καταφέρει χτύπημα  προς τη γενική κατεύθυνση του Πόζναν. Το 1ο  Ουκρανικό μέτωπο  είχε καθήκον  να βγει στον Όντερ (Όντρα) βορειοδυτικά του Γλογκάου (Γκλούκουβ) , Μπρεσλάου(Βρότσλαβ) , Ρατιμπορ (Ρατσιμπούζι).Το 2ο Λευκορωσικό μέτωπο στρεφόταν ολοκληροτικά  κατά της ανατολικοπρωσικής  ομάδας του εχθρού .Οι κύριες δυνάμεις , που έπρεπε να διχοτομήσουν την ομάδα αυτή ,ως τις αρχές Φεβρουαρίου  διεξήγαγον  μάχες στην Ανατολική Πρωσία. Οι στρατιές της αριστερής πτέρυγας του μετώπου αυτού βγαίνουν στον κάτω Βιστούλα, βορειότερα του Μπρόμπεργκ (Μπίντγκος), όφειλαν  να περάσουν  στην άμυνα.Σαν άμεσος επιτελικός σκοπός του 1ου Λευκορωσικού μετώπου καθορίστηκε η διάσπαση της άμυνας του εχθρού ταυτόχρονα  προς δύο κατευθύνσεις  και, συντρίβοντας  την ομάδα Βαρσοβίας-Ράντομ, να βγει  στη μεσημβρινή γραμμή Λότζ. Παραπέρα προβλεπόταν  επίθεση προς τη γενική κατεύθυνση  του Πόζναν  ως τη γραμμή  Μπρομπεργκ (Μπίντγκος)-Πόζναν  και νοτιότερα  για τακτική επαφή  με τα στρατεύματα του 1ου Ουκρανικού μετώπου.Η παραπέρα προέλαση δεν καθοριζόταν  γιατί το Γενικό Στρατηγείο δεν μπορούσε  να ξέρει  από τα πριν  πως ακριβώς  θα διαμορφωθεί η κατάσταση με την έξοδο  των στρατευμάτων του 1ου Λευκορωσικού μετώπου στη γραμμή  Μπρόμπεργκ(Μπίντγκος)-Πόζναν.[9]

Η μεγάλη Σοβιετική επίθεση αρχίζει στις 12 Ιανουαρίου 1945 από το προγεφύρωμα του Baranów με δυνάμεις του 1ου Μετώπου Ουκρανίας [10](Κόνιεφ) .

Υπερβολικά απλωμένο σε μέτωπο 60 περίπου χιλιομέτρων και με σοβαρές απώλειες από το εχθρικό πυροβολικό ,που επαναλαμβάνει τη δράση του με μεγαλύτερη σφοδρότητα, το XLVIII Σώμα Αρμάτων[12] δεν είναι σε θέση να συγκρατήσει την εχθρική επίθεση . Χειρότερα ακόμη, το ΧΧΙV Σώμα Αρμάτων ,μόλις 20 χιλιόμετρα πιο πίσω στη περιοχή του Kielce-Pinczόw που θα μπορούσε να επέμβει για να στηρίξει τον αγώνα του XLVIII Σώματος Αρμάτων παραμένει ακινητοποιημένο . Κάτω από αυτές τις συνθήκες η 4η Στρατιά Αρμάτων του Στρατηγού Fritz-Hubert Gräser, περιμένει στωικά τα χειρότερα.

Στις 13 μια καινούρια σοβιετική επίθεση  εκδηλώνεται από τα προγεφυρώματα του Magnuszew[15] και του Pulawy[16] ανάμεσα σε Baranów και Βαρσοβία. Στόχος  της οι  δυνάμεις της 9ης Γερμανικής Στρατιάς (φον Λούτβιτς). Ο αγώνας  4 Σοβιετικών Στρατιών  του 1ου Μετώπου Λευκορωσίας (Žukov) εναντίον μόλις 5 Γερμανικών Μεραρχιών είναι άνισος και η 9η Γερμανική στρατιά παραχωρεί έδαφος. Εκμεταλλευόμενος τη κατάσταση ο Ζούκωφ στο τέλος της ημέρας δίνει εντολή στα τεθωρακισμένα του να κινηθούν η μεν 1η Στρατιά Αρμάτων της Φρουράς στον άξονα Kutno - Poznan και η 2η Στρατιά Αρμάτων της Φρουράς  στον άξονα Gostynin-Inowroclaw.



Στο μεταξύ νοτιότερα, στο τομέα της 4ης Στρατιάς Αρμάτων τα πράγματα βαδίζουν καλύτερα για τους Σοβιετικούς. Τα τεθωρακισμένα του Leljušenko αφήνοντας πίσω τους το Nida πλησιάζουν το Kielce όπου εξακολουθεί να παραμένει το ΧΧΙV Panzerkorps (16η και 17η Μεραρχίες Αρμάτων) ενισχυμένο με την 20η Panzergrenadier-Division και αρκετά άρματα ανάμεσα στα οποία  Tiger II, στις διαταγές του Στρατηγού Walther Nehring. Διαφαίνεται καθαρά ότι ο κύριος στόχος του Κόνιεφ είναι ο ποταμός Όντερ μεταξύ Μπρεσλάου και Γκλογκάου.

Την 13ην Ιανουαρίου οι Ρώσοι επέτυχαν εις τον τομέαν διασπάσεως  δυτικώς του Μπαρανόβ , εδαφικά κέρδη  προς την περιοχήν Κήλχε και εκείθεν  προς βορράν. Δια πρώτην φοράν  παρουσιάσθηκαν στο μέτωπο η 3η και η 4η σοβιετικές τεθωρακισμένες στρατιές της Φρουράς. Ο ολικός αριθμός των εχθρικών δυνάμεων εις τον τομέα αυτόν , ανήρχετο εις 32  μεραρχίες πεζικού και 8 Σώματα τεθωρακισμένων. Επρόκειτο περί της μεγαλυτέρας  συγκεντρώσεως δυνάμεων  εντός του μικροτέρου χώρου από της αρχής του πολέμου.[19]


Στις 14 Ιανουαρίου το Μέτωπο επεκτείνεται ακόμη βορειότερα  με την επέμβαση του 3° Μετώπου Λευκορωσίας (Ivan Cerniakovskij).

4 Στρατιές δύο Σώματα Αρμάτων και με εφεδρεία την 11η Στρατιά της Φρουράς  στρέφονται εναντίον της Ομάδας Στρατιών του Ράινχαρτ  με εμφανή πρόθεση  ν' ανοίξουν δρόμο προς Insterberg και Königsberg για  να απομονώσουν τη 4η Στρατιά από τη 3η Στρατιά Αρμάτων . Αυτή τη φορά η αντίσταση των Γερμανών αιφνιδιάζει .Τα οχυρά σε συνδυασμό με τη μορφολογία του εδάφους αποτελούν δυσάρεστη έκπληξη που γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν εκδηλώνονται οι πρώτες ισχυρές αντεπιθέσεις . 
Υποσημειώσεις
[  1] 
[  2](O.K.W.) Obercommando Wehrmacht: 'Ανωτάτη διοίκη­ση  της Βέρμαχτ 
[  3] H Ομάδα Στρατιών "ΚΕΝΤΡΟ" περιελάμβανε τη 2η Στρατιά (Βάις), την 4η Στρατιά (Χόσμπαχ) και τη 3η Στρατιά Αρμάτων (Ράους)
[  4] Η Ομάδα Στρατιών Α περιελάμβανε τη 1η Στρατιά Αρμάτων (Χαινρίτσι), 17η Στρατιά (Σουλτς) 4η Στρατιά Αρμάτων (Γκραίζερ) ,9η Στρατιά (φον Λούτβιτσ) 

[  5] 

[  6] Josef Harpe

[  7] 

[  8] Χ. Γκουντέριαν: Αναμνήσεις ενός στρατιώτου σελ.379

[  9] Γ. Ζούκωφ: Αναμνήσεις και στοχασμοί Τόμος β σελ.
[10]
[11]
[12]. 
[13]
[14]
[15]
[16]
[17]
[18]
[19]Χ. Γκουντέριαν: Αναμνήσεις ενός στρατιώτου σελ.389
[20]
[21]
[22]
[23]
[36]Walther Kurt Josef Nehring (Stretzin, 15 Αυγούστου 1892 – Düsseldorf, 20 Απριλίου1983)




Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2017

H MAXH TOY ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ

Τρίτη 7 Νοεμβρίου 2017

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΔΡΑΓΟΥΜΗ ΓΙΑ ΤΗ ΦΥΛΗ

Ο Ίων Δραγούμης μελέτησε τα προβλήματα του Ελληνισμού με την προσεκτική διερεύνηση του διανοουμένου πολιτικού και αναδείχτηκε -πρόδρομος εκπληκτικός, σ' εποχή μάλιστα που το Έθνος, απροσανατόλιστο, αφώτιστο κι' ακαθοδήγητο, δε μπορούσε να δεχτή καμιά Ιδέα, έξω από την πρακτική του κοινοβουλευτισμού. Η ασχολία του δεν ήταν ψυχρά επιστημονική προσπάθεια για την ανακάλυψη της αλήθειας, αλλά μέριμνα για την ποικιλότροπη εξυπηρέτηση του Σκοπού. Ξέφυγεν έτσι, από τον τύπο του Έλληνος πολιτικού, όπως τον είχαν διαμορφώσει οι κομματικές ανάγκες και γενικά η κοινοβουλευτική νοοτροπία.
Ο Έλλην πολιτικός, φρόντιζε να είναι πνευματικά ησυχασμένος, σοβαρός μαζί κι' ευτράπελος, επιβλητικός και οικείος, μυκτηριστής των ιδεών, που δεν ημπορούν να έχουν άμεση εφαρμογή και πρακτική σκοπιμότητα, που δεν ημπορούν να ωφελήσουν στην κατάκτηση ή την κατακράτηση της εξουσίας.
Ο Έλλην πολιτικός δεν αγαπούσε την Τέχνη, δεν αγαπούσε τη σκέψη, φροντίζοντας να φαίνεται λογικός και ισορροπημένος σ' ένα κοινό που το έθελγεν η μεγαλοστομία και η τυπικότητα, σ' ένα κύκλο από παράγοντες καλοκαθισμένους στη βεβαιότητα που δυσπιστούν σε κάθε τι, το οποίον ημπορεί να φαντάζη σαν πνευματική ανησυχία, σε κάθε τι που δεν ανταποκρίνεται στην καθημερινή ανάγκη της αντιμετωπίσεως των αντιπάλων και της εξυπηρετήσεως του μοναδικού, του ύστατου σκοπού : Της εκλογής.
Η Πολιτική και η Τέχνη, βρίσκονταν σε διάσταση. Η πολιτική του κομματικού κράτους, δεν  ήτο δυνατόν να εννοήση την Τέχνη (και την Επιστήμη) σα μια από τις ωραιότερες εκδηλώσεις της ζωής. Ζητούσε ψηφοφόρους και όργανα. Ό,τι ξεπερνούσε τα όρια της ανάγκης της, ό,τι δεν ήταν σύμφωνο με τη νοοτροπία της, φαινόταν μάταιο και άχρηστο. Ακολουθούσαν δρόμους διαφορετικούς, διότι η πολιτική, πρακτικό επάγγελμα, κατέτεινε στην κολακεία του πλήθους, ενώ η Τέχνη, εργασία αριστοκρατική, κατέτεινε στην καλλιέργεια της πνευματικότητας και τη δημιουργία εκλεκτών ανθρώπων.
Η κοινοβουλευτική αριστοκρατία, αντιπνευματική και οχλική από προέλευση και από διαμόρφωση, δεν ημπορούσε να περιλάβη εντός της ένα πραγματικό διανοούμενο, που θα ήθελε να παραμένη ασυμβίβαστος και αναφομοίωτος.
Οι άνθρωποι των Γραμμάτων εμαρτύρησαν στην Ελλάδα. Αφημένοι στον εαυτό τους, ανυπεράσπιστοι, καταδιωκόμενοι, αγωνίσθηκαν μ' απελπισία, σ' ένα περιβάλλον στενό και αδιάφορο και κρατήθηκαν στο περιθώριο, βασανισμένοι, περιφρονημένοι, από τους ισχυρούς της ημέρας· που έπαιρναν την ιερή τους μανία σαν παιδαριώδη απασχόληση. Απροστάτευτοι, κατανικήθηκαν oι περισσότεροι από την αρρώστια και τη φτώχεια. Κι' αν υπάρχη στην Ελλάδα μια ηθική προσπάθεια, άξια να τιμηθή. είναι αυτή η προσπάθεια των εργατών της Τέχνης και της Επιστήμης, που δεν εφρόντισε να την αναγνωρίση η Ιστορία των νεωτέρων χρόνων. Σ' ένα τέτοιο περιβάλλον, ο Δραγούμης παρουσιάστηκε σαν πολιτικός — διανοούμενος και για τούτο έμεινε ίσα με το τέλος της ζωής του ξένος, ακατάληπτος από τους γύρω του, σα φαινόμενο. Αλλ' αφήκε το σπόρο και ο σπόρος βλάστησε πολύ αργότερα.
Ο Δραγούμης εμελέτησε το πρόβλημα της Φυλής. Το γεγονός ότι εμελέτησε το πρόβλημα τούτο σημαίνει ότι θέλησε να αισθανθή το Έθνος του βαθύτερα, οργανικώτερα, όχι μόνο σαν παράδοση και σαν αποτέλεσμα πολιτισμού, κοινής ιστορίας και επιδράσεως του φυσικού περιβάλλοντος, αλλά και σαν βιολογική ενότητα αδιάσπαστη, ξέχωρη από τους άλλους πολιτισμούς και από τις άλλες φυλές τού κόσμου.
Και είπεν ότι οι Έλληνες είναι «άπειροι τύποι». Ξεχωρίζουν αναμεταξύ τους, όχι μόνον από τη διαφορά του κλίματος και των τόπων, αλλά και διότι η σμίξη με άλλες Φυλές, δεν έγινε παντού, ούτε στην ίδια δόση, ούτε με την ίδια ξένη φυλή, ούτε στην ίδια εποχή. «Ακόμη δεν έγινε το ισοπέδωμα των διαφορετικών αυτών Ρωμιών κι' η αποκρυστάλλωση τους, σ' ένα τύπο, σε μια μορφή, σ' ένα καλούπι. Ούτε έλαχε ποτέ το αίμα καμιάς απ' αυτές τις φυλές, που χύθηκε ποτάμι μέσα στη μεγάλη μάζα της Ελληνικής φυλής, της χιλιοαναστατωμένης, να είναι τόσο δυνατό σε ποσό ή σε ποιό, που να κυβερνήση τα άλλα αίματά της».
Έτσι, η ράτσα η ελληνική, δεν είναι καθάρια ακόμη, δεν έχει σχηματισθή ολότελα, δεν έχουν κατακαθίσει όλα τα αίματα κι' οι κληρονομικότητες που χύθηκαν μέσα της, δεν έχει βγη ο μέσος όρος του χαρακτήρα της και του μυαλού της.
— «..Ακόμα γίνεται, ακόμα σχηματίζεται η Φυλή σας. Τί απελπίζεστε;... Μια μέρα θα γίνη καθάρια ή Φυλή σας, όταν κατασταλλάξουν σε στρώματα πειθαρχημένα ol κληρονομικότητες όλες που κληρονομήσατε και βγη ο μέσος όρος και τότε θα έχετε ασφαλίσει τις πόρτες στα ξένα αίματα και θα χαίρεστε ξεμοναχιασμένοι, περήφανοι, ξεχωριστοί, μέσα σ' έναν καινούργιο πολιτισμό, που θα δημιουργήσετε εσείς μοναχοί σας. Από την πρωτινή ελληνική ψυχή σας απόμειναν σημαντικά σημάδια στα σωθικά σας. Μα τί κι αν εχάσατε μερικά άλλα της στοιχεία; Μήπως δεν αποκτήσατε καινούργια και διαφορετικά; Την ψυχή την ανθρώπινη, την ελεύθερη, την πλατύτερα ελληνική, δεν την εχάσατε. Γιατί κλαίτε;..· Ανοίξτε τα μάτια σας».
Η Ελληνική φυλή υπάρχει. Ίσως καμιά άλλη φυλή δεν είναι τόσον ενιαία. Και αν άπειροι είναι οι ελληνικοί τύποι, οι ποικιλίες είναι ελληνικές. Τον μέσο τύπο του νέου Έλληνα, ή τουλάχιστον τον επικρατέστερο τύπο. τον βλέπει, τον διακρίνει ο ξένος, Η απέραντη αυτή ποικιλία του όμοιου Ελληνισμού, είναι και το θαύμα του. που τον εμφανίζει μεγάλον, όσο μια ήπειρος, είναι ο βασικός πλούτος, που θα θρέψη τον καινούργιο πολιτισμό του. Χρειάζεται μονάχα η αποκατάσταση μιας κάποιας Ισορροπίας, για να βρούμε, για να εκφράσουμε πιστά κι αληθινά τον εαυτό μας.
Σήμερα ο ελληνισμός δεν είναι σκόρπιος, όπως τότε που τον έβλεπεν ο Δραγούμης, ανάμεσα σε πυκνά πλήθη αλλοφύλων, έρμαιο των ισχυρών. Σήμερα γίνεται, κάτω από τον ελληνικό ουρανό, μέσα στα όρια της ελεύθερης πατρίδας, μια άλλη ενοποίηση του ελληνισμού και βγαίνει μια ράτσα πολύ πιο ομοιότυπη και στερεή, με τη συγχώνευση όλων εκείνων που ήρθαν από τον Καύκασο, τον Πόντο, την Ιωνία. Κλείστηκαν oι πόρτες στα ξένα αίματα. Οι παλιές κληρονομικότητες υπάρχουν μέσα μας, υπάρχει η παράδοση η συνενωτική, υπάρχουν η μνήμη και το θρησκευτικό συναίσθημα και το εθνικό ιδανικό. Δημιουργήθηκαν νέοι όροι, που συντελούν στο να γίνη η ελληνική φυλή ολοκάθαρη, όμοια, συνεκτική, με το ίδιο ψυχικό βάθος. Και δεν θα χρειασθή να περάσουν χρόνια πολλά για να πραγματοποιηθή η αφομοίωση των Ελλήνων από τους Έλληνες.
Ο Ελληνισμός είναι μια φυλή ξεχωριστή, που δεν σχετίζεται με καμιάν άλλη. Δε μπορεί να τοποθετηθή σε καμιά, μεγάλη οικογένεια. Δε συγγενεύει με τους σλαύους, με τους γερμανούς, με τα «λατινικά» Έθνη. Φυλή μοναδική, με ιδιαίτερο πνεύμα, συνέρχεται σιγά-σιγά από το λήθαργο της δουλείας και το σάλο των περιπετειών, ενώνεται από τη Μοίρα και από το ένστικτο, πειθαρχείται για να στερέωση την ενότητα και να ολοκληρώση την αφομοίωση και αισθάνεται από τώρα να σκιρτούν μέσα της κρυφές δυνάμεις και να σαλεύουν τα σπέρματα, που ετοιμάζουν την καινούργια Αναγέννηση.
(Ωρολογάς Πέτρος: Ιων Δραγούμης. Θεσσαλονίκη 1938)

Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2017

ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ: ΧΕΙΜΑΡΡΑ ΠΑΡΕ Τ΄ΑΡΜΑΤΑ


Το κύμα , οπού ξαπλώνεται -στου πέλαου την αγκάλη
Και καρτερεί ένα φύσημα  να στηλωθή ν' αγριέψη
Να πνίξη κάθε κάτεργο και κάθε περιγιάλι,
Ποιός άνεμος βουλήθηκε ποτέ να το μερέψη;

Τ' άλογο εκειό τ' ανήμερο, πώμαθε από πουλάρι
Ελεύθερο, ανυπόταχτο  να τρέχη, ν' ανεμίζη
Τη χαίτη του σ' την έρημο και δίχως καβαλλάρη,
Ποιός λέει του βάζει τη θηλιά και σκλάβο το γυρίζει;

Tου λόγγου τ' αγριοδάμαλο που τούναι νεροκράτης
Το ρέμμα τ' Ασπροπόταμου κ' έμαθε να κεντρώνη
Τα δέντρα με τα κέρατα, ποιός είπε ζευγολάτης
Πώς του φορτώνει το ζυγό και τ' οδηγάει κι οργώνει;

Τον  σταυραετό που πέταται απ' τα μικρά του χρόνια
Μεσουρανεί στα συννεφα  και σμίγει με τ' αστέρια
Τα φλογερά τα μάτια του  και πίνει από τα χιόνια,
Να τον σκλαβώση ποιός μπορεί μ' όσα κι αν έχη χέρια;

Το φλογερό αστραπόβροντο , που σχίζει κι ασβολώνει
Τα σύγνεφα και τα βουνά οπού χαλάει μια χτίσι,
Που πύργους , βράχια κι έλατα βαθειά ξεθεμελιώνει,
Ποιός ήταν  οπού ετόλμησε και ειπή πως θα τα σβύση;

Και της Ηπείρου το στοιχειό, την ξακουστή Χειμάρρα,
Πώχει γονιό τον πόλεμο, πώχει τροφή το αίμα
Και μάτι της την αστραπή και χνώτο την αντάρα
Να την πατήση ποιός μπορεί; ποιός είπε τέτοιο ψέμα;

Χειμάρρα , πάρε τάρματα , κατά το Σούλι βάξε
Να παρατήση γρήγορα  τον έρμον χερουλαύτη
Και να ζωθή  τ΄αρμούτι του , τον γέρω-Πίνδον κράξε
Να μη χολιάζη βάρυπνος , νάχβ άγρυπνο μάτι.

Βουνά μου, πάρτε τ΄άρματα, τα γέρικά σας χιόνια
Και τα πολλά τα κρούσταλλα ν' ανάψη και να λυώση
Η πύρη από τα νειάτα σας κι' απ' τα παληά σας χρόνια.
Ποιόν καρτεράτε, δύστυχα, ναρθή να σας σηκώση;

Αθήναι  1891 

Κυριακή 29 Οκτωβρίου 2017

ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΣ ΘΡ. : Η ΦΩΝΗ ΕΚ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ. ΤΙ ΔΙΕΚΗΡΥΣΣΕ ΚΑΙ ΤΙ ΕΠΙΣΤΕΥΕ (Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΜΠΑΚΟΣ)

Τι θάλεγε ο στρατηγός Μπάκος , εάν δεν εκρεουργείτο  υπό των κομμουνιστών  και παρουσιάζετο  προ του  δικαστηρίου της πατρίδος του.[1] Φωνογραφώ  τας σκέψεις του, όπως πολλές φορές τις άκουσα , σαν μια  υποχρέωσι προς την μνήμην του .
«Εγκατελείφθημεν από τους υπευθύνους, τους οποίους ο Ελληνικός λαός, η πατρίς και αι σκληραί του Έθνους δοκιμασίαι, έθεσαν εις υποχρέωσιν θέσεως και τιμής, όπως αναλάβωσι τας επιβαλλομένας ευθύνας[2]. Ο μόνος συνδετικός κρίκος μεταξύ εκείνων, που δεν ανελάμβαναν τας ευθύνας των και εκείνων που εγκατελείποντο, ήτο μια ψυχρή διαταγή, που η απουσία των υπευθύνων καθίστα ακόμη σκλη­ρότερη και που θα μπορούσε να μεταφρασθή: Πεθάνετε όλοι σας, διαλυθήτε. Αυτό ε­πιβάλλει η τιμή της Ελλάδος έναντι των συμμάχων μας.[3] Δεν υπάρχει τιμή δια το στράτευμα, εξεταζόμενον εν αντιπαραβολή προς την τιμήν της Ελλάδος. Αυτό ετονίσθη. Αλλά και δεν υπάρχει μεγαλυτέρα σοφιστεία από αυτήν την εξαγγελίαν και, μόνον εις  στόμα αρνουμένων τας ευθύνας των, εις τας σκληροτέρας στιγμάς του Έθνους, δύναται να εύρη θέσιν. Ένας στρατός δεν αποτελεί κάτι το νεκρόν, το ψυχρόν, το ασυγκίνητον. Ο στρατός υφίσταται τοιαύτας ψυχολογικάς επιδράσεις, τας οποίας μόνον ψυχικαί πάλιν ανατάσεις, μόνον παραδείγματα θυσίας, αυτοθυ­σίας και συμμετοχής εις τον πόνον και τας αγωνίας του δύναται προς στιγμήν να δαμάση, να σταματήση και να μετατρέψη ακόμη, αν υπάρχη συνέχεια.[4]
Κανένας χείμαρρος, κανένας καταρράκτης δεν εσταμάτησε από θαυματοποιόν, θεώμενον μακρόθεν και με μόνην την εντολήν «στάσου». Αλλά αντίθετα, υπάρχουν άπειρα παραδείγματα μικρών και μεγάλων μονάδων, όπου οι ηγήτορες καθίσταντο θαυματοποιοί, εις τας σκληροτέρας δοκιμασίας των μονάδων αυτών και τον θάνα­τον μετέτρεπον εις ανάστασιν ζωής, είτε δια αυτού τούτου του συνολικού θανάτου, καθιστώντος αθάνατον το μεγαλούργημα, είτε δια της αναστάσεως εις το απόλυτον της εφεδρικής εκείνης δυνάμεως, της οποίας το βάθος και συνεπώς εv εκδηλώσει το ύψος  ανέρχεται, δυσθεώρητα και η άνοδος αποκτά την επωνυμίαν «θαύματα». Και το θαύμα των θαυματοποιών ήτο απλούστατον. Δυνατόν και επιβεβλημένον για τον καθένα. «Το θαύμα ονομάζεται παρουσία του υπευθύνου ηγήτορος».[5] Παλαιά και νεώτερα στρατεύματα παρέτειναν την πείναν των και την δίψαν των εις εκπλη­κτικά όρια αντοχής, διότι πεινούσαν μαζί τους και διψούσαν οι ηγήτορες των. Έλ­ληνος μεγάλου αρχηγού ήτο η χειρονομία «να χύση το νερό, που τούφεραν να πιή, αφού δεν αρκούσε για τους στρατιώτας του». Τα θαύματα είνε απλά, αλλά παρου­σιάζουν την ψυχικήν, πνευματικήν και σωματικήν συμμετοχήν. Εγκατελείφθημεν από όλους. Και από εκείνην την στιγμήν υπήρξαμεν ανεξάρτητοι και επωμίσθημεν τας ευθύνας εκείνων, οι οποίοι τας ηρνήθησαν.
Κατέστημεν κατ' ανάγκην και Κυβέρνησις αφού ό Βασιλεύς, σύμφωνα με  το Πολίτευμα, είνε ανεύθυνος. Ο Βασιλεύς ηθικώς υπεύθυνος κατά την κατάρρευσιν του Έθνους, έδωκε την κατεύθυνσιν «Πολεμήσατε». Πώς η Κυβέρνησις Κορυζή εσημείωσε την παρουσίαν της εις την εντολήν ταύτην; Πώς ο υπουργός των Στρατιωτικών Παπαδήμας Ν. εσημείωσε την υποχρέωσίν του; Πώς ο Αρχιστράτηγος Παπάγος υλοποίησε την εντολήν του Αρχιστρατήγου των ενόπλων δυναμεων Βασιλέως; Πώς το επιτελείον του Στρατηγείου επολλαπλασίασε, ως φυσικός  πολλαπλασιαστής, την δυναμικότητα του Αρχιστρατήγου; Πώς ο διοικητής της Στρατιάς Πιτσίκας Ι. εξεδήλωσε την επέμβασίν του; Πώς αντέδρασε ο στρατευόμενος λαός, οι στρατιώται μας; Το μέτωπον;
—Ο Πρόεδρος της Κυβερνήσεως ηυτοκτόνησε, παρουσιάσας εις τους μαχομένους στρατιώτας την γνώμην του ως υπευθύνου ηγέτου[7]. Κρίμα, που δεν ήλθε να αυτοκτονήσωμε μαζί. Θα υπήρχον πολλοί, που θα αυτοκτονούσαν μαζί μας, όταν έβλεπον τον Κυβερνήτην.
—Ο υπουργός των Στρατιωτικών Παπαδήμας Ν, διέταξε την διάλυσιν των μετόπισθεν από της 16ης Απριλίου, δόσας και ούτος εμπράκτως την γνώμην του, χωρίς όμως συγχρόνως να αυτοκτονήση, ουδέ να διακινδυνεύση εις μίαν επίσκεψιν εις το μέτωπον, δια να δείξη κάποιαν συμπόνιαν ή αλληλεγγύην προς τα τέκνα της πατρίδος, προς τους στρατιώτας. χάρις εις τους οποίους έφερε τον υπερήφανον τίτλον: «Υπουργός επί των Στρατιωτικών».
—Ο Αρχιστράτηγος Παπάγος, διατάσσων παράκαιρον ανακωχήν [8] εις τον τομέα των οχυρών και προβιβάζων εις θέσεις, φυγάδας του μετώπου τούτου, ωθών εις ανάληψιν ευθυνών από τα κατώτερα όργανα αφανώς, διατάσσων «σκοτωθήτε» εκ τού εμφανούς δια διαταγών, απουσιάζων του πόνου εκείνων, των οποίων έφερε τον τιμητικώτερον δι' ένα στρατιώτην τίτλον «Αρχιστράτηγος» και απουσιάσας και από το κύκνειον του θανάτου άσμα του.
Ο πολλαπλασιαστής του, το επιτελείον του, επολλαπλασίαζε την καταφαινομένην γνώμην του, προσκαλούν τους υφισταμένους ηγέτας (Πιτσίκαν I.) να διατυπώσουν εντονώτερα τηλεγραφήματα επί της καταστάσεως και αφήνων εις τούτους την ανεπίσημον εντύπωσιν, ότι δέον να αναλάβουν την ευθύνην της ανακωχής.[9] Ο τότε συνταγματάρχης Κιτριλάκης ετηλεφώνησε συγκεκριμένως εις τον συνταγματάρχην Μπαλοδήμον της Στρατιάς να προβή η Στρατιά εις ανακωχήν, προσθέτων ότι τούτο είνε τη εγκρίσει του παρισταμένου και ακούοντος Αρχηγού του Επιτελείου του Γεν. Στρατηγείου Μελισσινού, αλλά και του Αρχιστρατήγου. Ο κ. Μπαλοδήμος ηρνήθη, ζητήσας ηριθμημένην διαταγήν.
—Ο στρατηγός Πιτσίκας δι' όλης της στάσεως και δια των τηλεφωνημάτων «αντιστήτε λίγο ακόμη και η Κυβέρνησις θα λάβη την απόφασίν της», έδωσε την ιθύνουσαν γνώμην του. Και εζήτησε ακόμη από έναν εθελοντήν στρατιώτην του, αλλά και πολιτικόν, τον κ. Κανελλόπουλον, ως νομομαθή, να διατυπώση τους καλυτέρους όρους της προς τους Γερμανούς ανακωχής, πράγμα που δεν συνεζητήθη από τον στρατηγόν Τσολάκογλου.
— Και οι στρατιώται; Το μέτωπον; Δημοψήφισμα έντονον δια της φράσεως : Μας παραδίδετε αιχμαλώτους, σώσατέ μας». Το πάσχον και στρατευόμενον Έθνος, ο λαός, εκ του οποίου εκπορρέουν άπασαι αι αλλαι δυνάμεις, εψήφισε, απήτησε την ανακωχήν.[10]
Και αφού άπαντες απουσίαζον, αφού άπαντες υπήρξαν αρνηταί των ευθυνών των, ανελάβομεν ημείς τας επιβεβλημένας ευθύνας, και ως κυβερνήται και ως ηγέται, διότι ήμεθα παρόντες και δεν ηθέλαμεν να εγκαταλείψωμεν τους στρατιώτας μας. Με μίαν όμως διαφοράν. Επεβάλλομεν εις τον εαυτόν μας, ως στρατιωτικοί ηγέται, την υποχρέωσιν τιμής, ην επέβαλλε η τοιαύτη θέσις και αποστολή μας». Εδώσαμεν ως στρατός την μεγαλυτέραν δυνατήν αντίστασιν κατά του διμετώπου εχθρού. Εκείνην που επιβάλλεται, εκείνην που ορίζει ο κανονισμός, εκείνην, που ώριζε η τιμή και η συνολική του Έθνους θέλησις, εκείνην, που επέβαλε το ΟΧΙ και η θέσις του νικητου, έναντι  των ηττημένων Ιταλών. Οι μαχηταί του μετώπου εις την πάροδον του χρόνου δύνανται να το μαρτυρήσουν εν ψυχρώ  πλέον όρκω, όρκω τιμής. Και όταν το παν εχάθη, τότε υποκατεστήσαμεν τους αρνητάς και τους απόντας και ανελάβομεν τας ευθύνας εκείνων και εσώσαμε τους στρατιώτας μας από την αιχμαλωσίαν, από την δουλείαν, από την εξαθλίωσιν, ψυχικήν και σωματικήν, αυτών και των οικογενειών των. Και πιο πολύ ακόμη, εδώσαμε τους στρατιώτας του μέλλοντος, έξησφαλίσαμε την συνέχειαν της εντολής «συνεχίσατε τον αγώνα», την εθνικήν αντίστασιν, τον εξωτερικόν κατά του εχθρού αγώνα, τον οποίον οι υπεύθυνοι ούτε προείδον, ούτε προπαρεσκεύασαν. Εξησφαλίσαμεν μίαν ανακωχήν. Δεν ανήκεν εις ημάς να προβλέψωμεν, ότι οι αντίπαλοί μας «θα υπερέβαινον εις ατιμίαν τους ατίμους εαυτούς των» και θα επρόδιδον την υπογραφήν των.[11] Και όμως, δεν προέβησαν και εις την συνολικήν αιχμαλωσίαν των στρατιωτών μας. Ιδού το κέρδος, ιδού η ωφέλεια της πολεμικής ενεργείας μας. Και ακόμη, είχαμε νικηθή και παρουσιάσθημεν ως νικηταί του ενός των αξονοφόρων. Ιδού η ηθική, η τεραστία του Έθνους ωφέλεια, η οποία και τώρα είνε εκμεταλλευτή.
Και καταλήγω: Ως στρατιώται εκάμαμε το καθήκον μας εις το απόλυτον. Ως κυβερνήται του μετώπου επετύχομεν το καλύτερον. Δεν ανήκει εις τους αρνητάς να κρίνουν τας πράξεις μας. Η ιστορία θα μας δικαιώση, διότι το καθήκον εις ένα Έθνος δεν είνε μονομερές, είνε συνολικόν. Τίποτε δεν επιτυγχάνεται δια της αρνήσεως, αλλά δια της θέσεως. Και η θέσις, η πράξις, η ανάληψις ευθύνης δεν είνε δυνατόν ποτέ να τεθή εις σχέδια, προς εκάστοτε εφαρμογήν. Η πραγματικότης και μόνον αυτή αποτελεί τον παράγοντα δι' απόφασιν. Εις την θέσιν, την στυγνήν πραγματικότητα, εθυσιάσαμεν ό.τι οι άλλοι ονομάζουν «τιμήν του στρατιώτου». Αλλά υπεράνω της τιμής του στρατιώτου υφίσταται η υποχρέωσις του ηγέτου και υπεράνω αμφοτέρων «η σωτηρία του Έθνους». Ετηρήθηοαν εις το ακέραιον. Η ιστορία ας κρίνη και ας καταμερίση ευθύνας, αλλά τονίζω, «δεν υπάρχουν γεγονότα αντιγράφοντα άλληλα», υπάρχουν αποφάσεις μετατρέπουσαι τα γεγονότα εις ωφέλειαν ή ζημίαν και ο πόλεμος είνε σειρά τοιούτων γεγονότων και αποφάσεων.  Η απόφασις μας δεν εζημίωσε, αλλά ωφέλησε το Έθνος. Και τούτο ουδείς εχέφρων άνθρωπος δύναται να το αμφισβητήση. Αι ύβρεις ή αι καταδίκαι μας υπό οιουδήποτε, απετέλουν τρόπον ενεργείας πολεμικής, έστω ότι επεβάλλοντο παρά την λύπην την ατομικήν και πιθανήν σύγχυσιν δια τους εκπληρώσαντας εις το ακέραιον τας ευθύνας των, έναντι εκείνων, οίτινες τας ηρνήθησαν. Αλλά και η πάροδος του χρόνου επιβάλλει και την αποκατάστασιν, αποκατάστασιν, η οποία και αυτή θα άποδείξη την πραγματικότητα, θα παρουσίαση την αλήθειαν. Και η αλήθεια είνε: «Επράξαμεν το καθήκον μας έναντι του εντολοδόχου Έθνους, έναντι των στρατιωτών μας εις το ακέραιον. Υπήρξαμεν και εμείναμεν νικηταί. Υψώθημεν υπεράνω της ατομικής μας τιμής και εστραγγίσαμεν μέχρι της τελευταίας  τρύγος το ποτήρι του πόνου και της αγωνίας μαζί με τους στρατιώτας μας. τους οποίους ωδηγήσαμεν εις τον θάνατον, αλλά και την ζωήν. Μένει ακόμη ένα στυγνόν ερώτημα: Διατί παραλάβατε Κυβερνήται και εκτός μετώπου; Θα ηδυνάμην να απαντήσω: Διότι απουσίαζε η πολιτική ηγεσία, διότι αύτη ηρνήθη τας ευθύνας της, ή διότι ίσως ενόμιζε ότι τούτο αποτελεί την καλυτέραν πολιτικήν στρατηγικήν, Ήτο άλλως τε διεθνής η τακτική αυτή. Θα ηδυνάμην να προσθέσω: Η απουσία της πολιτικής ηγεσίας μας ώθησεν εις  τον Γολγοθάν των ευθυνών να περισώσωμεν, να βοηθήσωμεν όσο μπορούσαμε τους στρατιώτας μας. Όταν αυτή παρουσιάσθη, κατεθέσαμεν τον σταυρόν. Αλλά απαντώ ειλικρινώς: Ίσως διεπράξαμεν ένα σφάλμα,
Το μέγεθος τούτου, σεις κρίνατε το. Κρίνατε το όμως με την ψυχράν λογικήν και με μόνον σκοπόν: «Να αποβή η κρίσις σας  καταδικαστική ή αθωωτική, ως στορικόν παράδειγμα δι' οιονδήποτε μέλλον.
Αλλά εις το σφάλμα επεστράτευσα όλην την ενεργητικότητα μου και την αγάπην μου δια το στράτευμα. Έσωσα τον στρατόν από την οδύνην και την καταδίκην των στρατοπέδων αιχμαλωσίας, έσωσα τους αναπήρους. Εξέδωσα απόρρητον διαταγήν, όπως οι  ταμίαι καταβάλουν τας αποδοχάς εις τας οικογενείας των εις την Μ. Ανατολήν ή τα ανταρτικά σώματα αναχωρούντων αξιωματικών. Την παραμονήν της παραιτήσεως μου από της θέσεως του υπουργού Εθνικής Αμύνης, εκάλεσα όλους τους αξιωματικούς εις την αίθουσαν συνεδριάσεως της Βουλής και αφού τους επεσήμανα τον κομμουνιστικόν κίνδυνον, τους εξώρκισα να οργανωθώμεν να τον αντιμετωπίσωμεν όλοι μαζί. Εγώ δυστυχώς είμαι ουσιαστικώς αιχμάλωτος των Γερμανών. Όσοι όμως μπορούν πρέπει να σπεύσουν εκεί όπου η Πατρίς μας αγωνίζεται εις τα βουνά ή την Μ. Ανατολήν».
Η προφητεία αποκαταστάσεως  εγένετο  αφού  οι   διατελέσαντες υπουργοί επί κατοχής προήχθησαν εις αντιστρατήγους υπ' αυτού τούτου του κατηγόρου αρχιστρατήγου  Παπάγου όταν παρέλαβε ως υπεύθυνος Κυβερνήτης.

Υποσημειώσεις:
[  1] Το πρώτο δικαστήριο δοσιλόγων έγινε τον Δεκέμβριο του 1944, όμως οι κομμουνιστές αντάρτες θεώρησαν ότι οι δίκες αργούσαν και θα ήταν παρωδία. Στις 18 Δεκεμβρίου 1944, στη διάρκεια της κομμουνιστικής ανταρσίας, την περίοδο των Δεκεμβριανών, οι πολιτοφύλακες της Ο.Π.Λ.Α. του Ε.Λ.Α.Σ., [Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός], επιτέθηκαν και εισέβαλαν στις ανδρικές και γυναικείες φυλακές Αβέρωφ, αφού κατάφεραν να ανατινάξουν τμήμα του μαντρότοιχου που υπήρχε γύρω από το χώρο. Η φρουρά έδωσε μάχη και κατόρθωσε να φυγαδεύσει τον Γεώργιο Τσολάκογλου, όμως οι αντάρτες συνέλαβαν 100–130 κρατούμενους, μεταξύ τους και το Μπάκο, ο οποίος κρατούνταν εκεί εν όψει της δίκης του. Οδηγήθηκε ως όμηρος σε περιοχή της Πάρνηθας όπου, αφού καταδικάστηκε σε θάνατο από λαϊκό δικαστήριο έπειτα από δίκη-παρωδία, εκτελέστηκε με φρικώδη τρόπο. Οι κομμουνιστές αντάρτες τον έδεσαν από τα πόδια σε δυο άλογα τα οποία έτρεχαν αντίθετα και τον έσκισαν στη μέση, ενώ το πτώμα του βρέθηκε διαμελισμένο σε ένα πηγάδι στον Ασπρόπυργο. http://el.metapedia.org/wiki/%CE%93%CE%B5%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82_%CE%9C%CF%80%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%82
[11]  21 Απριλίου 1941 —1800—2000. Πτήσις πρoς τον Όλυμπον και επάνοδος προς Θεσσαλονίκην. Εσπέρα εις το Στρατηγείον της Δωδέκατης Στρατιάς. Ελήφθησαν νέαι διαταγαί από το Αρχηγείον των Ενόπλων Δυνά­μεων. (Χίτλερ). Φαίνεται ότι καθ' ον χρόνον το Αρχηγείον των Ενόπλων Δυνάμεων έδωσε την διαταγήν του τερματισμού των διαπραγματεύσεων της ανακωχής, π Φύρερ εσκέπτετο ότι ηδύνατο να θέση τον Μουσολίνι προ τετελεσμένου γεγονότος. Τούτο δεν συνέβη όμως. Ο Μουσολίνι ετηλεφώνησεν απ' ευθείας εις τον Χίτλερ και εζήτησε συμμετοχήν της Ιταλίας. Ούτω ο Φύρερ διέταξεν όπως η συναφθείσα μετά της Δωδέκα­της Στρατιάς συνθηκολόγησις μη πραγματοποιηθή προ της εγκρίσεως του.
Τούτο θα παρείχεν εις τους Ιταλούς μίαν διέξοδον όπως φανούν ως συμμέτοχοι κατά την σύναψιν της συνθηκολογήσεως. Τοιούτος ελιγμός γελοιοποιεί τον Στρατάρχην διοικητήν της Δωδεκάτης Στρατιάς (Λιστ) εις τα όμματα του Ελληνικού Στρατού και επί πλέον θέτει θεμέλια συστη­ματικής παραποιήσεως της ιστορίας, προωρισμένα να δημιουργήσουν τον μύθον ότι οι Ιταλοί ήσαν εκείνοι οίτινες εξηνάγκασαν τους Έλληνας προς συνθηκολόγησιν. 
Εν τη πραγματικότητι δεν υπήρχεν επαφή μετά των Ελλήνων την στιγμήν της συνθηκολογήσεως, ως σαφώς διεπιστώθη υπό του Έλληνος Στρατηγού Διοικητού. Η συνθηκολόγησις κατέστη αναγκαία μόνον διά τον λόγον ότι τα γερμανικά στρατεύματα είχον εμφανισθή διά μέσου της γραμμής υποχωρήσεως των Ελλήνων. Διά την παραποίησιν ταύτην τής Ιστορίας, από της στιγμής ακόμη καθ΄ ην ελάμβανον χώραν τα γεγονότα, διεμαρτυρήθη ζωηρώς ο διοικητής τής Δωδέκατης Στρατιάς, όστις επέμενεν όπως το ανακοινωθέν του γερμανικού Αρχη­γείου των Ενόπλων Δυνάμεων παράσχη ακριβή απολογισμόν της πραγματικής καταστάσεως προς τον σκοπόν όπως τα γερμανικά στρατεύματα λάβουν τον οφειλόμενον εις αυτά φόρον τιμής δια τα κατωρθώματά των. (Από το ημερολόγιο του στρατηγού Halder σελ 70-75 ελληνική μετάφραση.  ΓΕΣ ΔΙΣ: TO ΤΕΛΟΣ ΜΙΑς ΕΠΟΠΟΙΪΑΣ Απρίλιος 1941σελ 235