Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2011

Η. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ:ΥΠΟΒΡΥΧΙΟΝ Υ1

α' O ΚΑΤΣΩΝΗΣ ΒΥΘΙΖΕΤΑΙ
Ο «Κατσώνης», γυρμένος αριστερά, βυθιζόταν με την πρύμη...
Στο εσωτερικό του είχαν αποκλεισθή ο ύπαρχος, ο άγγλος ανθυποπλοίαρχος Horgan κ' οι υπαξιωματικοί Smith , Aναστόπουλος και Σελάκης, ενώ στην κάθοδο του πυργίσκου —απ' όπου είχαν ανεβή όλοι οι άλλοι — σφηνώθηκαν, την τελευταία στιγμή, καθώς προσπαθού­σαν να βγουν, τρεις, τελευταίοι...
Τα πόδια τους κρέμουνταν απ' το στρογγυλό άνοιγμα, ενώ τους χτυπούσα από κάτω και τους φώναζα να κατέ­βουν.
Ο Αναστόπουλος κι' ο Σελάκης καταφέρανε με κόπο να φτάσουν πιο πλώρα, στη χαμηλή κάθοδο των αξιω­ματικών, με την ελπίδα, καθώς το υποβρύχιο, βυθιζόμενο, σήκωνε την πλώρη του, να ξενερίση το πώμα. Το χείρισαν'  μόλις όμως το σήκωσαν, το νερό άρχισε να μπαίνη κι' από κει. Κρατηθήκανε καλά για να μη τους παρασύρη. .. .Άξαφνα η θάλασσα έπαψε να σκεπάζη την εί­σοδο. Την άνοιξαν γρήγορα και ρίχτηκαν στο νερό. Οι δυο Άγγλοι τους ακολούθησαν...
.. .Μες στο αμυδρό φως και τον πυκνό καπνό έψα­χνα να βρω το επιστόμιο του αέρα εκδιώξεως για να δώσω καιρό στους σφηνωμένους να σωθούν. Με την κλίσι όμως του καραβιού, έπεσα πάνω στον πίνακα διανομής του κέντρου, κι' από το shock  τινάχτηκα μεμιάς εκεί όπου τόσην ώρα προσπαθούσα να φτάσω. Το επιστόμιο βρέθηκε μπροστά μου. Το άνοιξα ολο με ορμή...
Στο μηχανοστάσιο και στο κέντρο τα νερά είχαν πλημ­μυρίσει το κοίτος. Βαλίτσες, ποντίκια, σκαμνιά πλέαν πάνω στο απαίσιο υγρό, που πρασινοκιτρίνιζε από το οξύ της ξεχειλισμένης μπαταρίας. Κ' η λάβα κυλούσε στο δάπεδο, κ' έκαιγε ό,τι εύρισκε...
Ο Αντιπλοίαρχος Βασίλης Λάσκος
Στο αναμεταξύ η πίεσι εκδιώξεως έπεφτε γρήγορα. Ο δείχτης τώρα έδειχνε 30 μόλις ατμόσφαιρες, κι' ολο­ένα κατέβαινε. Τόσο χαμηλά δε φτάνει παρά μονάχα στα παρωπλισμένα !  Δε μούμενε, λοιπόν, καιρός... Ίσως και να μην πρόφταινα κιόλα!..
Τη στιγμή που δρασκέλιζα την κάθοδο των αξιωμα­τικών, το κατάστρωμα ωρθωνότανε δεξιά μου σχεδόν κατακόρυφο. Τα τροχιοδεικτικά, κόκκινα-άσπρα, ζώναν το άνοιγμα. Πρόφτασα όμως να πέσω στη θάλασσα απ' αριστερά, προς το μέρος του εχθρικού καραβιού που ξακολουθούσε να μας ρίχνη, ενώ το καράβι μας βυθι­ζόταν ...
Ήταν 9 το βράδυ. Είχε βγη  το φεγγάρι-πανσέληνος.
Το εχθρικό καράβι άσπριζε πάνω στη θάλασσα κατά το Πήλιο. Έμοιαζε κορβέττα.
Η λύσσα των Γερμανών δεν περιγράφεται - σίγουρα γιατί θάχαν κ' εκείνοι απώλειες. Μια φορά, δεν έπαυαν να ρίχνουν συνέχεια πάνω  στους ναυαγούς...
Προσπαθούσα τώρα με μακροβούτια  ν' αλαργέψω απ' τον τομέα του πυρός. Κάποια στιγμή που σήκωσα το κεφάλι μου να πάρω ανάσα, ρούφηξα το μαύρο καπνό μιας οβίδας πούχε σκάσει δίπλα μου.
Κάποτε η κορβέττα έσωσε και σταμάτησε. « Ε, τώρα», σκέφτηκα ανήσυχα, «θα με ψαρέψη...».
Ευτυχώς, όχι! Την είδα σε λίγο να γυρίζη την πλώρη της στο νοτιά και να τραβά ολοταχώς προς το μπουγάζι...
Βρισκόμουν μακρυά απ' τους άλλους. Κάτω απ το λαμπρό φως του φεγγαριού τους έβλεπα να κολυμπούν. (Οι περισσότεροι ήταν πληγωμένοι και δεν είχαν ούτε σωσίβιο). Ξεδιάλυνα τη φωνή του ναυτομηχανικού του Φουντουλάκου, που φώναζε απελπισμένα:
«-Τα πόδια μου !.., βοήθεια, παιδιά!.. Δεν κρα­τάω άλλο!»
Η ξηρά, πολύ μακρυά, μόλις διαγράφονταν στον ορί­ζοντα! Η ακτή της Σκιάθου, που έπρεπε νάναι η κοντινώτερη, λογάριαζα πως θ' απείχε οχτώ μίλλια, το λιγώτερο...
Τώρα κάποιος κολυμπούσε μπρος μου. Του φώναξα" καμμιά απάντησι! Του ξαναφώναξα· τίποτε !.. Όταν τον πλησίασα, είδα πως ήταν ο υποκελευστής πυροβο­λητής Τάσος Τσίγκρος. Η θέσι του την ώρα της μάχης ήταν στο πυροβόλο κ' έπρεπε νάξερε τί έγινε ο Κυβερνή­της. Με όσα μου είπε, έχασα και την τελευταία ελπίδα πως ο αντιπλοίαρχος Λάσκος μπορούσε νάχε σωθή!
Αρχίσαμε να κολυμπάμε μαζύ προς τη Σκιάθο.
Μετά από κάμποση ώρα νά σου τη πάλι η κορβέττα! Ο κυβερνήτης της θα σκέφθηκε, φαίνεται, πως έπρεπε νάχη αποδείξεις ότι το βύθισε το υποβρύχιο κ' ερχόταν (τώρα!) να μαζέψη τους ναυαγούς. Ή μπορεί και ν' ανέφερε, κ'έτσι να τον διέταξαν...
Ο Τσίγκρος μου δήλωσε κατηγορηματικά πως προτι­μούσε να πνιγή παρα να πιαστή απ' τους Γερμανούς.
Έτσι βάλαμε μαζύ όλα μας τα δυνατά να ξεμακρύνουμε απ' την κορβέττα, που μας είχε πλησιάσει αρκετά. Κολυμπούσαμε άλλοτε προς τα νότια κι' άλλοτε προς τ' ανατολικά, αντίθετα από κείνη, που μια σταματούσε, μια κινούσε, μια τη χάναμε μια τη βρίσκαμε κοντά μας...
Ήταν απόλυτη νηνεμία κ' η περισυλλογή των ναυα­γών βάσταξε πάνω από  δύο  ώρες. Σε  μια στιγμή, εκεί  που νομίσαμε πως το  κυνηγητό μας τέλειωσε και τήνε σκαπουλάραμε, βλέπουμε την κορβέττα να βάζη πλώρη κατά μας και να μας πλησιάζει.. Προσπαθήσαμε να βγούμε από τον άξονά της μάταια ! Ερχόταν  κατά  πάνω μας !..
Τότε σκεφθήκαμε να πέσουμε ανάσκελα και να μεί­νουμε ακίνητοι. Μπορεί, έτσι, να μη μας έβλεπαν...
Η σκοτεινή σιλουέττα της, που πρυβάλλουνταν στο φωτεινό τομέα της σελήνης, πέρασε ολοταχώς δίπλα μας! Κι' όπως δέ σηκώναμε τα κεφάλια, για να μην προδοθούμε, ήπιαμε μπόλικο νερό απ' το  κύμα που σή­κωσε. Όμως της είχαμε ξεφύγει ! Σε λίγο ήτανε μακρυά— μόλις που φαινότανε κατά τη  Σκιάθο , ώσπου χάθηκε ολότελα.
Τότε νοιώσαμε πως είμαστε  μονοί, χωρίς σωσίβια, καταμεσίς του πελάγου !. .
« -Αδερφέ μου» , του λέγω «τούτη τη  στιγμή κάναμε ή τη μεγαλύτερη εξυπνάδα ή τη  μεγαλύτερη βλακεία της ζωής  μας! ».
Ξαναρχίσαμε να κολυμπάμε, σιγά-σιγά.
Η θάλασσα ζεστή. Ο Τάσος είχε  μείνει μόνο με τα σώρρουχά του.Εγώ φορούσα το πουκάμισο και το κοντό το παντελόνι. Κ' επειδή το υποβρύχιο μας, σα βούλιαξε, σκόρπισε γύρω του άφθονο πετρέλαιο, τα ρούχα μας εί­χαν αλειφτή και βρωμούσαμε ολόκληροι.
Οι ώρες περνούσαν κ' εμείς κολυμπούσαμε, Πολλά είχαμε πει με τον σύντροφο μου και τώρα δε μιλούσαμε πια · τάχαμε όλα εξαντλήσει! Ένα μόνο έμενε άνεξάντλητο «θα  φθάναμεπιαστούμε. «Κείνο το καϊκάκι που σταματήσαμε στις 7 1/2, λίγο προτού μπλέξουμε με τους Γερμανούς, πού άραγε να βρίσκεται; Κάπου εδώ θα πρέπει νάναι...» Μα που­θενά καΐκι! Θάκουσε ως φαίνεται, τις κανονιές κι' όπου φύγει-φύγει!
Κολυμπούσαμε μια πρόσθιο και μια ύπτιο. Το στε­γανό μου ρολόϊ δούλευε κανονικά - μεγάλη παρηγοριά σε τέτοιες στιγμές! Κάθε τόσο κοίταζα την ώρα και πρό­σεχα και τις ακτές. Πλησιάζαμε ; Δεν καταλάβαινα να μεγάλωναν! Πόσο απήχαμε λοιπόν;.. Τύλιξα τη ζώνη του παντελονιού κ' έστριψα τα μανίκια του πουκάμι­σου για να μην κυκλοφορή μέσ' απ' τά ρούχα το νερό και με κρυώνει. Όπου, καθώς προχωρούσα, νοιώθω  κάτι να φουσκώνη στη ράχη μου και να με βαστά πάν' απ' το νερό. Ήταν το  πουκάμισο πούχε γεμίσει αέρα! «Σαν καλά είμαστε τώρα», σκέφθηκα «έχουμε και σω­σίβιο !»
Σε τούτο το αναμεταξύ ο Τάσος είχε μείνει πίσω. Τον παρακολουθούσα ανήσυχος και κάπου-κάπου του φώναζα. Θάταν φοβερό να μην άντεχε και να μου πνι­γόταν !..
Κατά τη μια τα μεσάνυχτα, σα να μεγάλωσαν οι  ακτές... Μα δεν καλοπρόφτασα να το χαρώ και σε λίγο άρχισαν οι κράμπες - μια στο ένα, μια στο άλλο πόδι! Ευτυχώς, τα χέρια δούλευαν κανονικά. Έπιανα, λοιπόν, με το ένα, το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού, το στραμπούλαγα δυνατά κατά μέσα και συγχρόνως τέν­τωνα, όσο άντεχα στον πόνο, κατά έξω το πιασμένο μου πόδι. Ησύχαζα για λίγο, μα το μαρτύριο ξανάρ­χιζε ! Διψούσα και φοβερά και το στομάχι μου έκαιγε. Ένα αίσθημα δυσφορίας φούντωσε μέσα μου.  Α, να μπορούσα, έστω για λίγο, ελάχιστο, νάβγαινα απ' το απαίσιο τούτο υγρό, να ξανασάνω !. .
Γύρισα ανάσκελα κ' έμεινα άκίνητος. Κατάλαβα πως είχα κουραστή. Το νερό μου πιτσίλαγε το πρόσωπο - είχε πιάσει κυματάκι και φύσαγε βοριάς. Δεν είχαμε όμως καιρό να χάνουμε-αν ξημερωνόμασταν μες στο κανάλι της Σκιάθου, σίγουρα θα μας έπιαναν το πρωί.
Κατά τις τρεις βαρεθήκανε, φαίνεται, κ' οι κράμπες και μ' άφησαν να παραδέρνω δίχως την έγνοια τους. Έφτα­ναν τ' άλλα !..
Κολυμπούσα πια μηχανικά. Από τότε που έπεσα στη θάλασσα είχανε περάσει έξη ολάκερες ώρες ! Η ξηρά φαινόταν τώρα καθαρά απέναντι μας. Η ελπίδα μας έδινε δύναμι. Σε λίγο θα φτάναμε. Το λίγο όμως αυτό ήταν περισσότερο από δυο ώρες-και ποιες ώρες!..
Ένας σκοτεινός όγκος ξεχώριζε μπρος στην ακτή. Μπας κ' ήταν η κορβέττα ; Έχει γούστο να φουντάρησε κει, περιμένοντας να ξημερώση και να μας πιάση  σαν τους ποντικούς  στη  φάκα!..
Τράβηξα βορεινότερα. Τά μάτια μου κατάτρωγαν τον ύποπτο όγκο... Δίχως να το καταλαβαίνω, προ­χωρούσα ολοταχώς. Και το βλέμμα στηλωμένο εκεί!.. Ώσπου γλύτωσα Απ'το μαρτύριο: ;Ήτανε χαράδρα! Βεβαιώθηκα.
Τέντωσα τ' αυτί  κι' άκουσα ώς και το φλοίσβο απ' το κύμα πούσκαγε στα βράχια. «Κοντά είμαστε· σω­θήκαμε!», σκέφθηκα. Κ' ένα αίσθημα χαράς πλημ­μύρισε την καρδιά μου.
Σε λίγο τα χέρια μου έπιαναν τα βράχια και τα πό­δια μου πατούσαν στο πεζούλι τους μες στη θάλασσα!
Μα δεν εβάσταξε πολύ η χαρά, γιατί νέες τώρα έ­γνοιες βασάνιζαν το νου μου. Κ' εγώ που έλεγα.., έπειτ' από τέτοιο ξεθέωμα...
Τώρα ήμουν πάνω στο γυμνό Καστρονήσι - τη βορεινότερη άκρη της Σκιάθου. Κύτταξα το ρολόι· 5 και τέταρτο. Αναζήτησα τον Τάσο.. Δεν τον έβλεπα. Φώ­ναξα. ..Δεν πήρα απάντησι! Προπορεύθηκα, λοιπόν, τόσο πολύ;.. Ξαναφώναξα... Τίποτε! Άρχισα ν' ανησυχώ... Μα  βαστούσε...  Αδύνατο !..
« -Τάσοοο!»,  ούρλιαξα.  Τσιμουδιά!
Ήμουν έτοιμος να ξαναπέσω, όταν τον βλέπω νάρχεται με το πάσσο του...
«-Ρε , γιατί  δεν απαντούσες!», του κάνω αγαναχτισμένος.
Κ' εκείνος απαθέστατα :
« -Για να μην εξαντληθώ!»..
Ξαπλώσαμε αποκαμωμένοι.Χάραζε. Από πάνω  μας μαύρα αγριοπούλια κρώζαν μες στήν ερμιά... Σαν τις χαροκαμένες μάνες, τις χηρεμένες γυναίκες, τ' άρφανεμένα παιδιά των δόλιων μας των συντρόφων, πούχαν χαθή λίγες ώρες πριν!..  


δ' ΑΝΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ
«Επιθετική περιπολία εις βορειοδυτικόν Αιγαίον βο­ρείως πλάτους 37° 45' και δυτικώς γραμμής ενούσης Κά­βο-Πάπα, άκραν Λιθάρι, (Σκύρου) και όρος Άθως. Σκο­πός : καταβύθισις και καταστροφή εχθρικών πλοίων.Επιστροφή εις Βάσιν : 25 Σεπτεμβρίου».
Αυτά έλεγε η διαταγή για το δεύτερο μέρος της απο­στολής μας.  Και τραβούσαμε τώρα όλο  βορεινά.
Μόλις μια βδομάδα είχε περάσει, αφ' ότου φύγαμε απ' τη Βυρηττό. Είχαμε, δηλαδή, ακόμα δυο ολάκερες βδομάδες μπροστά μας. Μες σ' ένα υποβρύχιο αργούν τόσο πολύ οι μέρες να περάσουν, οπού θαρρείς πως κι' ο Χρόνος ο ίδιος, μουδιασμένος απ' την αδιάκοπη κατάδυσι, αργοσέρνεται.  Κ' ενώ όλοι είναι κακόκεφοι (απ' την έλλειψι οξυγόνου) και το βαρύ κεφάλι τους μετράει και ξαναμετράει τις μέρες περιπολίας, έρχεται άξαφν' αστραπή η μεγάλη στιγμή που θ' αναμετρηθούν με τον εχθρό.
Η ρουτίνα της περιπολίας μας συνεχιζόταν, όταν στις 12 Σεπτεμβρίου, τα  μεσάνυχτα, σταματήσαμε ανοι­χτά απ' τη Σκύρο δυο καΐκια. Όπως μάθαμε, μόλις έπεσαν δίπλα μας, το ένα ερχόταν απ' τη Σκύρο και πήγαινε στην Ύδρα και τ' άλλο ερχόταν απ' τη Θεσ­σαλονίκη για τη Σαλαμίνα, απ' όπου κατάγουνταν κι' ο καπετάνιος του. Έτσι βρέθηκαν πατριώτες με τον Κυβερνήτη και, κάπου-κάπου, στην κουβέντα τους πετούσαν και κάνα-δυο αρβανίτικα...
Αυτό το καΐκι μας πληροφόρησε πως εκείνες τις μέρες θάφευγε απ' τη Θεσσαλονίκη για τον Πειραιά ένα μεγάλο επιβατικό, το επιταγμένο γαλλικό «Simfra», με αδειούχους Γερμανούς για την Αθήνα. Μονα­δική ευκαιρία να το περιμένουμε στο στενό της Σκιάθου, απ' όπου, τρεις μήνες πριν, είχαμε χτυπήσει το φορ­τηγό «Rigel».
Τ'  άλλο καΐκι πάλι μας πληροφόρησε πως κ' η Σκύρος ήτανε λεύθερη.
« — Δεν έχουμε Γερμανούς ούτε στη Σκιάθο, ούτε στη Σκύρο», μας λέγαν «ελάτε στη Σκύρο να φάμε και γουρουνόπουλο !».
«Καλά-καλά.. !», αποκρινόμαστε μεις, για να μην τούς κακοκαρδίσουμε.
Μ' αυτοί θέλαν να τους ορίσουμε και τη μέρα, αν τύχη και την ώρα, για να τοιμάσουν οι άνθρωποι το γουρουνόπουλο! Έλα να τους ξηγήσης τώρα συ, πως και γιατί ένα υποβρύχιο δε μπορεί να δίνη ραντεβού...
Μας πρόσφεραν μυτζήθρα και κρεμμύδια, κ' εμείς, αφού τους μοιράσαμε κονσέρβες και τσιγάρα, τους αφήσαμε λεύθερους.
Ο  οπλονόμος γκρίνιαζε — όπως πάντα γιατί τα κρεμ­μύδια θα μύριζαν εν καταδύσει. Μα ο μάγερας ο Τοκακλίδης έτριβε τα χέρια του από χαρά γιατί θάκανε στιφάδο! Πού νάξερε, ο άμοιρος, πως ο Λάσκος τώχε για το πιο χρουσούζικο φαγητό. Γιατί κάποτε που τα­ξίδευε— καπετάνιος εμπορικού, φορτωμένου κρεμμύ­δια— τόνε βούλιαξε γερμανικό υποβρύχιο, την ώρα ακρι­βώς που έτρωγε στιφάδο !..
Την άλλη νύχτα περνούσαμε με δυνατή φεγγαράδα ανάμεσα Σκόπελο και Χελιδρόμια. Το στενό αυτό έχει άνοιγμα μονάχα μισό μίλλι. Βιαζόμαστε να προφθά­σουμε το «Simfra» στο μπουγάζι της Σκιάθου.
΄Ηταν τέσσερις το πρωΐ και σιμώναμε το νησί, όταν κατέβηκα να ξαπλώσω λιγάκι, χαρούμενος οπού η κακομελέτητη 13η είχε περάσει ευχάριστα. Σε λίγο όμως ήρθε και με ξύπνησε ο  Ηorgan. Ένα σήμα απ' τη Βηρυττό ακύρωνε τον τομέα της περιπολίας μας και μας έστελνε βορεινά της Νικαριάς γιατ'  ήταν ενδε­χόμενο να περνούσαν από εκεί γερμανικές ενισχύσεις για τη Σάμο. Οι σύμμαχοι είχαν αρχίσει επιχειρήσεις στα Δωδεκάννησα, γιατί οι εκεί Ιταλοί δεν είχαν υπο­γράψει την ανακωχή του Μπαντόλιο, στη Σάμο δε, που ήταν κιόλας ελεύθερη, είχε αποβιβασθή ένα ελληνικό τάγμα και τμήμα του Ιερού Λόχου. Κι' ο «Κατσώνης» είχε ανοιχτό λογαριασμό με το καλό νησί. Όταν τον Ιούνιο ρίξαμε τις τορπίλλες μας στο Καρλόβασι, το ιταλικό φορτηγό που ήταν στο λιμάνι δε χτυπήθηκε. Ευκαιρία, λοιπόν, να κάναμε τώρα ό,τι δε μπορέσαμε τότε. Πώς όμως, οπού την ώρα που διαβάζαμε το σήμα απείχαμε δυο ολάκερα εισοσιτετράωρα απ' την Νικαριά και σε μισή ώρα θα ξημέρωνε ;
Αποφασίσαμε, λοιπόν, να μείνουμε στο στενό της Σκιάθου ώσπου να νυχτώση και να περιμένουμε το «Simfra». Το μεγάλο μεταγωγικό, με τόσους αδειού­χους μέσα, άξιζε περισσότερο απ' τα 20, 30, το πολύ, μίλλια που θα κερδίζαμε αν πλέαμε όλη τη μέρα εν καταδύσει προς τη Νικαριά. Εξ άλλου την καθυστέρησι αυτή θα την καλύπταμε τη νύχτα με τις μηχανές, φορτίζοντας λιγώτερες ώρες τις μπαταρίες.
Ήταν μεσημέρι, 14 Σεπτεμβρίου, του Σταυρού. Περιπολούσαμε, στο στενό ανάμεσα απ' τη Σκιάθο και τις ανατολικές ακτές του Πηλίου. Όλοι ανυπό­μονοι, όλοι βασανιζόμενοι απ' το  ίδιο ερώτημα : «θα πέρναγε, το Simfra;». Γιατί, αν ως που να νυχτώση δε φαινόταν, δε μπορούσαμε να περιμένουμ' άλλο. -   Κάποια στιγμή ο Τρουπάκης, που κοίταζε απ το περισκόπιο, σταυροκοπιέται... «—Γρήγορα τον Κυ­βερνήτη !», λέγει...
Άμα πήγε ο Λάσκος και κοίταξε κι' αυτός, «— ό Θεός μας φύλαξε!», είπε- «τέτοια χρονιάρα μέρα!..».
Τ' είχε συμβή ;
Είχαμε περάσει ανάμεσ' από δυο νάρκες, πού έπλεαν στην επιφάνεια! Θάχαν ξεκολλήσει απ' το εκεί κοντά μας συμμαχικό ναρκοπέδιο...
Η υπόλοιπη μέρα πέρασε ήσυχα. Τίποτα δε φάνηκε στο περισκόπιο. Ούτε τα υδρόφωνα άκουσαν κανέναν ήχο, μ' όλο που οι τηλεγραφηταί είχαν βάλει από μό­νοι τους διπλά ακουστικά και κάναν διπλή βάρδια.
Σουρούπωνε πια και το  «Simfra » πουθενά να φανή. Αλλάξαμε πορεία για να βγούμε απ' το μπουγάζι, όταν το περισκόπιο έπιασε ένα μικρό καΐκι που ρυμουλ­κούσε το βαρκάκι του. Η διαταγή περιπολίας ώριζε : «Κατά την διάρκειαν της περιπολίας σας πρέπει να ενεργήτε κατά τρόπον ώστε η παρουσία σας να γίνε­ται γνωστή εις τον εχθρόν, ίνα επέρχεται, ούτω, σύγ-χυσις εις την ναυσιπλοΐαν».
Πες, λοιπόν, γι' αυτό, αφού τώρα πια εγκαταλεί­παμε εκείνον τον τομέα, πες για να πάρη πληροφορίες, ο Κυβερνήτης, θέλησε να σταματήση το καΐκι.
Το πλησιάσαμε πολύ κι'  αναδυθήκαμε μεμιάς δίπλα του. Οι πέντε άνδρες — το πλήρωμα του — τόσο πολύ τρόμαξαν, ώστε πήδηξαν αμέσως στο βαρκάκι, έλυσαν τη μπαρούμα κι' άφησαν το σκάφος ξυλάρμενο.
Μα μήπως οι δικοί μας ; Μόλις, ανεβαίνοντας στη γέφυρα, είδαν καπνό κατά το βοριά, τάχασαν.
«— Το  Simfra», φώναξαν  όλοι  με μια φωνή.
Ο Κυβερνήτης ρώτησε τους καϊκτσήδες μήπως ξέ­ρουν από τι καράβι είναι ο καπνός.
«—Μεταγωγικό απ' τη Θεσσαλονίκη», του απάντη­σαν.
— Κ' εσείς από πού ;
—Απ' τη Θεσσαλονίκη.
— Πότε- φύγατε ;
Χτες βράδυ.
Αν  και ένας απ' τους 52 άνδρες του «Κατσώνη» αμφέβαλλε ως εκείνη τη στιγμή, τώρα πείστηκε κι' αυτός πως το καράβι που ερχόταν ήταν το «Simfra».
Ο Κυβερνήτης είπε στο καΐκι να τραβηχτή αμέσως προς το μπουγάζι της Σκιάθου κ' εμείς καταδυθήκαμε και, έτοιμοι για επίθεσι, πλέαμε κατά τον καπνό....  Οπού, πάνω στην κατάδυσι, νάσου και  σταματά ο κινητήρας — έναν τον είχαμε — και μένουμε ακυβέρνητοι!
Χύνετ' ευθύς ο Ράντος να δη, κ' ευτυχώς βρίσκει πως ήταν από εμπλοκή των χειριστικών μοχλών. Τούς ξεσφηνώνει μάνι-μάνι κι' ο «Κατσώνης» ξαναβρίσκει την πορεία και το βάθος του.
Η ψυχή μου πήγε στον τόπο της !
Στο αναμεταξύ από πάνω απ' τον πυργίσκο ο Κυ­βερνήτης, ανυπόμονος, τα βάζει μαζί μου, που το κα­ράβι άργησε να πάρη βάθος. Όταν του εξήγησα τι είχε συμβή, συμφώνησε πως έπρεπε να βάλουμε σε κίνησι και τον άλλον κινητήρα, ώστε, σε περίπτωσι ανάγκης, να μη βρεθούμε πάλι ολότελα ακυβέρνητοι. Συνδέσαμε, λοιπόν, και τον αριστερόν κινητήρα, με κίνδυνο τώρα, αν πάθαινε βραχυκύκλωμα, να πάρη φωτιά ολόκληρο το ηλεκτροστάσιο.
Φανερό πως όλοι κει μέσα, απ' τον Κυβερνήτη ως τον τελευταίο ναύτη, κάναν ό,τι μπορούσαν για να μη γυρίσουμε πριν απ' την ώρα μας, κι' άπραχτοι, στη Βάσι. Διαρροές είχαμε. Βλάβες είχαμε. Αναποδιές είχαμε. Μα οιΚατσώνηδες έναν είχαν σκοπό : το σκοπό της περιπολίας. Και μια ψυχή : του Κυβερνήτη  τους.
Καθώς προχωρούσαμε εν καταδύσει, σκοτείνιασε. Στις 8 δεν έβλεπες πια τίποτε απ' το περισκόπιο.Αναδυθήκαμε κ' η ομοχειρία του πυροβόλου πήγε στη θέσι της. (Το Μανόπουλο τον αντικατέστησε κείνο το βράδυ ο Αναγνωστόπουλος στα κλεισιοσκόπια γιατί είχε χτυπήσει τα δάχτυλα του σ' ένα «χάλα» του περισκοπίου).
Ο Κυβερνήτης, ο Τρουπάκης, ο Μυκόνιος, ο Λαμπρινούδης κι' ο Χαρίδης ήτανε στη γέφυρα και προσπα­θούσαν, με τα κυάλια, να βρουν τον εχθρό και να δουν τί πορεία ακολουθεί.
Σε λίγο ο Λάσκος πληροφορεί με το φωναγωγό πως θα επιτεθή σ' ένα εμπορικό. (Τώχε ως αρχή, και στις πιο κρίσιμες ακόμα στιγμές να κρατάη ενήμερο το πλήρωμα).
 Εμείς κάτω είχαμε ετοιμάσει τους τορπιλλοσωλήνες και τρίβαμε τα χέρια από ευχαρίστησι.
«Θα χτυπήσουμε τώρα το «Simfra», αναλογιζό­μαστε, «και μετά, άλλα γλέντια στη Νικαριά !»
Οι τορπιλληταί   άνοιξαν   κρυφά — γιατί  κείνη  την ώρα απαγορεύουνταν.....-τους σωλήνες και φίλησαν τις τορπίλλες τους. Έπρεπε αυτή τη φορά να τους βγάλουν ασπροπρόσωπους κι'  όχι σα με το «San Isidoro» στην Κύθνο...
Με  τ' αυτί κολλημένο στο φωναγωγό της γέφυρας,, περιμέναμε μ' αγωνία να καταλάβουμε κ' εμείς από κει, τί γίνονταν στην επιφάνεια...
Προχωρούσαμε έτσι με τις μηχανές, όταν άξαφνα το πλοίο έκανε σήμα αναγνωρίσεως! Μας είχανε πά­ρει χαμπάρι, οι άθλιοι, προτού προφτάσουμε να τους ρίξωμε τις τορπίλλες μας, μα δε μπορούσαν να κατα­λάβουν τί είχαν μπροστά τους.
Ο Κυβερνήτης διέταξε αμέσως «ταχεία κατάδυσι» ! ΄Ολοι απ' τη γέφυρα πήδηξαν στον πυργίσκο. Το πώμα έκλεισε, τα εξαεριστικά άνοιξαν και, γρήγορα-γρήγορα, κρυφτήκαμε κάτω απ' τη θάλασσα.
Ό πυργίσκος ζητούσε τώρα πληροφορίες απ' την υποτύπωσι για τη θέσι μας. Ανησυχούσαν μήπως, με τους χειρισμούς της επιθέσεως και το ρεύμα του κα­ναλιού, βρεθούμε μες στο ναρκοπέδιο. Πριν, καλά-καλά, βεβαιωθούμε, ακούμε τον Αναστόπουλο, που καθό­ταν με τ' ακουστικά στα υδρόφωνα, να λέη πως το εχθρικό καράβι εκπέμπει με Αsdic. Με Αsdic ; Ώστε το Αsdic  δεν ήταν πια αποκλειστικό προνόμιο των Συμμάχων; Και πώς;.. Μα δεν προφτάσαμε να λύσουμε τις απορίες μας και δεχτήκαμε την πρώτη δέσμη βομβών βυθού!
Να πάρη ο διάβολος το «Simfra », που με τόσο σα­τανικές συμπτώσεις    δε λέω !......- μας είχε κολλήσει και μας καθήλωσε εκεί σα μαγνήτης!
Η  έκρηξις έκανε έναν κρότο υπόκωφο και σκληρό. Ο γερο-«Κατσώνης» τραντάχτηκε ολόκληρος και τρίξαν οι αρμοί του. Όμως κρατήθηκε στο βάθος του!  Οι λαμπτήρες έσπασαν. Πηχτό σκοτάδι απλώθηκε παντού. Κρότοι και χτύποι ακούστηκαν απ' τα διά­φορα διαμερίσματα, καθώς τα πράγματα πέφταν και κυλούσαν.
Ανάψαμε αμέσως το βοηθητικό φωτισμό. Με το χλωμό του φως, το προσωπικό αναθάρρεψε.
Τώρα δεχτήκαμε τη δεύτερη και σε λίγο, από πολύ κοντά, την τρίτη δέσμη... Η πρυμναία κ' η κάθο­δος του πυργίσκου άνοιξαν, και μείναν εδεκεί σφηνω­μένες ! Το νερό, με την πίεσι που είχε σ' εκείνο το βάθος, άρχισε να μπαίνη με ορμή από τ' ανοίγματα. Οι πυξίδες αναποδογύρισαν. Ένα κουδούνι κόλλησε κι' άρχισε να χτυπάη σα δαιμονισμένο. Σπάσαν τα βαθύμετρα. Κόλλησαν τα πηδάλια. Στους πίνακες δια­νομής, τις μπαταρίες, τούς κινητήρες — που δεν ήθελαν και πολύ για ν' αχρηστευθούν ολότελα — σημειώθηκαν οι πρώτες πυρκαγές από βραχυκυκλώματα. Ήμασταν ακυβέρνητοι και διαρρέαμε. Και τώρα στο έλεος του Θεού!
Ο Κυβερνήτης διέταξε ανάδυσι. Ο Χρυσοχέρης άνοιξε το επιστόμιο του αέρα εκδιώξεως και, αληθινά χρυσοχέρης, είδε με χαρά, κι' αυτός κ' εμείς, το υποβρύχιο ν' ανεβαίνη στην επιφάνεια. Και, καθώς ξενέρισε η γέφυρα, τα νερά σταμάτησαν να μπαίνουν απ' τη σφηνωμένη κάθοδο του πυργίσκου. Τότε, όσοι ήταν εκεί σπάσανε με σίδερα τον μηχανισμό και βγήκανε στη γέφυρα.
Απ' τη χαμηλή όμως πρυμναία κάθοδο το  καράβι εξακολουθούσε να διαρρέη.  Οι τέσσερις  άνδρες  που  ήταν μέσα διατάχθηκαν να βγουν στο ηλεκτροστάσιο και να κλείσουν τη στεγανή πόρτα, για να μη κατακλυσθή ολόκληρο το υποβρύχιο.
Έτσι πούχαν έρθει τα πράγματα — όσο γινόταν πιο στραβά κι' ανάποδα — τί άλλο μας έμενε παρά να κατε­βάσουμε τη σημαία μας. Όμως ο Βασίλης ο Λάσκος δεν ήταν από κείνους, και το πλήρωμα του «Κατσώνη» δεν είχε μάθει κι' ούτε ήθελε να μάθη πως την υποστέλλουν. Άλλωστε άμα η στάμνα πάη πολλές φορές στη βρύση θα σπάση και κάποτε. Έπειτα τί έλεγε το τρα­γούδι των Κατσώνηδων, που μόνοι τους τώχαν ται­ριάξει οι ναύτες κ' οι υπαξιωματικοί και το τραγου­δούσαν σε κάθε γιορτή, κάθε γλέντι ;
Με τον «Κατσώνη» μας, παιδιά,
και με γενναίον αρχηγό
είμαστ΄  αποφασισμένοι
να ταφούμε στο  βυθό
Ούτε  νταίβις, ούτε μάσκες
είναι χρήσιμες για μας
αφού  πάντα κυβερνήτης
εIναι ο Βασίλης μας.
Μπρος για τα σαράντα μέτρα,
μπρος, ακόμα πιο βαθειά,
 με τέτοιον ύπαρχο γενναίο,
 του «Κατσώνη» τα παιδιά!
«Ιδού, τώρα, η Ρόδος, ιδού και το πήδημα! κύριε γενναίε ύπαρχε», είπα μέσα μου, ακούγοντας από πάνω το κανονίδι πούχε αρχίσει. Πρώτοι ρίξαμ' εμείς.
Οι Γερμανοί ξαφνιάστηκαν. Στην αρχή έκαναν με τις μηχανές τους ανάποδα. Οι δικές μας δεν έπαιρναν εύκολα μπρος χωρίς να τις γυρίσουν οι κινητήρες. Μα, κι' όταν ο Ξένος κατάφερε να κινήση πρώτα τη δεξιά κ' έπειτα την αριστερή μηχανή, δεν είχαμε μεγάλη ταχύτητα, κ' έτσι σε λίγο η κορβέττα βρέθηκε πρύμα μας, οπού το κανόνι του «Κατσώνη» δεν είχε πια τομέα βολής !  Ο Λαμπρινούδης κι' ο Χαρίδης προσπαθούσαν ν' απασχολήσουν τον εχθρό ρίχνοντας με το πρυμναίο πολυβόλο. Η γέφυρα μας όμως ήταν από γεννησι-μιού  της ανοιχτή πρύμα κ' οι εχθρικές σφαίρες τους εσάρωσαν. Πληγώνεται βαρειά ο Χαρίδης και πέφτει ο Παύλος σκοτωμένος!.. Καϋμένε Παύλο, τόσο νέος! Μήτε ν' άρχίσης καλά-καλά τη σταδιοδρομία του πάππου σου!.. Στην ανδρεία όμως, που δε διδά­σκεται, στάθηκες στο ύψος της δικής του!
Ο εχθρός παραθάρρεψε. Φυσικά!  Σαν το καράβι μας δεν έρριχνε, έστριψε κ' ήρθε αριστερά μας. Πλησίαζε με το πλευρό κατά μας και δος του στη γέφυρα του «Κατσώνη» μ' ό,τι είχε και δεν είχε!
Οι λαμαρίνες γύρω απ' τον πυργίσκο πύρωσαν. Με­ρικά μπρούντζα ξεφλούδισαν απ' το χρώμα που τάχαμε βάψει για να μη γυαλίζουν.
Πάει κι' ο Στέφανος! Πέφτοντας σκέπασε με το σώμα του τους φωναγωγούς και καμμιά διαταγή δεν ήρθε πια κάτω!
Η  ομοχειρία του πυροβόλου αφανίστηκε.  Πρώτος έπεσε ο σκοπευτής ο Στάμου! Τί να το κάνεις που οι χειρισταί διευθύνσεως και κλείστρου, ο  Τσίγκρος κι' ο Αντωνίου, είχαν περισσέψει ;—πάλι καλά τα παιδιά!— γιατί, όντας απ' τη δεξιά μεριά, προφυλάγουνταν κάπως, απ' το ίδιο το κανόνι.
Τώρα όμως η κορβέττα μπήκε ξανά στον τομέα βο­λής του πυροβόλου μας. Ο Τσίγκρος σημάδευε. Ο Αντωνίου στο κλείστρο. Γεμισταί όμως ; πού γεμισταί ; Ο Γκιόκας κατάχαμα, μ' ένα μονάχα ποδάρι (τ' άλλο του τώχε κόψει ένα βλήμα! ). Ποιός λοιπόν να γεμίση; Ο ίδιος ο Κυβερνήτης! Ναι! Πάει ατός του και γεμίζει! Και το κανόνι του  «Κατσώνη»  ξαναρίχνει...
Μα αργά πια! Ο εχθρός μας είχε κοντοζυγώσει και, καθώς ο Λάσκος ήταν πανύψηλος και δε φυλα­γόταν, τον χτυπάει ένα βλήμα και τόνε ρίχνει νεκρό, δίπλα στ' αγαπημένο του κανόνι!
Κατάπρυμα η σημαία του «Κατσώνη», υγρή ακόμα απ' την πρόσφατη ανάδυσι, πότιζε με στάλες άρμης το κατάστρωμα, λες κ' έκλαιγε με χοντρά δάκρυα το μεγάλο το χαμό !..

ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΑΤΣΩΝΗΣ
Όνομα ελληνικού υποβρυχίου με τα παρακάτω στοιχεία:
Μήκος 62 μ. 10, πλάτος 5 μ, 40 ,βύθισμα 4 μ, εκτόπισμα στην  επιφάνεια 605 τον. σε κατάδυση 775  τον. Συντελεστής πλευστότητας 21%. Μέγιστη ταχύτητα στην επιφάνεια 14 μιλ. και σε κατάδυση 9,5 μιλ. Πυροβολικό ένα των  0,076, ένα των 0,040,αντιαεροπλοϊκό ,δύο μυδραλλιοβόλα, Τορπιλλοβλητικοί σωλήνες,τέσσερεις πρωραίοι και δύο πρυμναίοι. Πλήρωμα 3 αξιωματικοί και 36 υπαξιωματικοί και ναύτες .

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΛΑΣΚΟΣ
Γεννήθηκε στην Ελευσίνα στα 1899. Στα 1916 κατετάγη στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. Στα 1931 προήχθη στο βαθμό του 
πλωτάρχη και στη συνέχεια διορίστηκε κυβερνήτης  του υποβρυχίου "Κατσώνης" .Αποστρατεύτηκε μετά το κίνημα του 1935. 
Στις 28 Οκτωβρίου 1940 , ύστερα από αίτησή του επανήλθε στην ενεργό υπηρεσία. Με το βαθμό του αντιπλοιάρχου υπηρέτησε σε όλη τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου σαν κυβερνήτης του μεταγωγικού "Μαρίτ-Μαρέσκ" συμμετέχοντας  σε διάφορες νηοπομπές. Αμέσως μετά τη κατάληψη της χώρας από τα γερμανικά στρατεύματα καταφεύγει στη Μέση Ανατολή .Συνεχίζει τον αγώνα σαν κυβερνήτης του υποβρυχίου "Κατσώνης" και επιτελεί  μια σειρά από πολεμικά κατορθώματα στα νερά του Αιγαίου. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1943 το "Κατσώνης" γίνεται αντιληπτό από  γερμανικό  καταδρομικό κοντά στη Σκιάθο. Στη  προσπάθειά του  να ξεφύγει επιχειρεί κατάδυση αλλά οι βόμβες   βυθού που ρίχνονται από το εχθρικό πλοίο το τραυματίζουν καίρια. Ο Λάσκος διατάζει ταχεία ανάδυση και το τραυματισμένο υποβρύχιο με υψωμένη τη σημαία,  επιτίθεται εναντίον του γερμανικού καταδρομικού .Ο ίδιος χειρίζεται το πυροβόλο σαν απλός   οπλίτης και τραυματίζεται θανάσιμα ενώ λίγο αργότερα το υποβρύχιο βυθίζεται. . Μετά την απελευθέρωση προήχθη μετά θάνατον στο βαθμό του Πλοιάρχου και του απενεμήθη το Χρυσούν Αριστείον Ανδρείας.
Από τα 6 περιπολικά που η Αμερικανική Κυβέρνηση παραχώρησε στο Ελληνικό Ναυτικό στα 1948  το ένα βαπτίστηκε με το όνομα του .

Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2011

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ: Η ΔΡΑΣΙΣ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΥ ΜΕΡΑΡΧΙΑΣ

Η Ανεξάρτητος  Μεραρχία συγκροτηθείσα κατά τον Ιούλιον του  1921, προωρίζετο δια την κατάληψιν της Κωνσταντινουπόλεως. Εις αυτήν διετέθησαν αξιωματικοί  εκ των καλλιτέρων, οίτινες ευρίσκοντο εις την ζώνην του Εσωτερικού.
Κατά το 1ον δεκαήμερον του Αυγούστου ευρίσκετο αύτη εις την περιοχήν της 'Ραιδεστού  της Θράκης οργανουμένη και εκπαιδευομένη.
Οριστικός Διοικητής της ωρίσθη ο Υποστράτηγος κ. Λεοναρδόπουλος Γ.
Αρχηγός Πεζικού ο Συν)ρχης Θεοτόκης Δημήτριος.
Επιτελάρχης ο Συν)ρχης Πεζικού Κορτζάς Γ.
Αρχηγός Πυροβολικού ο Συν)ρχης Γαλανός Β.
Τα Συν)τα εξ ων απετελείτο ήσαν τα εξής:
1)Το 51ον του οποίου την Διοίκησιν ανέλαβον κατά την 11ην Αυγούστου, ότε επεβιβάζετο εις 'Ραιδεστόν, διατεθείς κατόπιν τηλεγραφικής διαταγής του Υπουργείου των Στρατιωτικών εκ του 50ου Συν)τος Αδριανουπόλεως, του οποίου την Διοίκησιν είχον παραλάβει προ δεκαπενθημέρου.
2) Τό 52ον Συν)μα Πεζικού με Διοικητήν τον Συν)χην Σκυρόν Νικόλαον.
3) Τό 53ον Συν)μα του οποίου τα δύο τάγματα απετελούντο εξ Ευζώνων με Διοικητήν τον Συν)ρχην Πέτσαν Κων)τίνον και Υποδιοικητήν τον Αντισ)χην Τσίπουραν Νικόλαον.
Το πυροβολικόν της απετελείτο από μίαν Μοίραν Ορ. Πυρ)κού  υπό τον Ταγ)ρχην Κολομβότσον Νικ. και μίαν Μοίραν πεδινοϋ τοιούτου υπό τον Ταγ)χην Κουβέλην Κ.
Κατά την 4ην Αυγούστου του 1921 κατόπιν Διαταγής του Υπουργείου των Στρατιωτικών, η Μεραρχία διετάσσετο να μετασταθμεύση εις Κίον της Μικρας Ασίας.
Κατόπιν συντόνων ενεργειών προετοιμασίας, κατορθοί να διαπεραιωθή εις Κίον κατά την 13ην Αυγούστου, οπόθεν φθάσασα παρά την Ασκανίαν Λίμνην, ανεσυνετάχθη και ανεφοδιάσθη με το απαραίτητον παντοειδές υλικόν.
Την 26ην Αυγούστου η Μεραρχία κατόπιν Διαταγής εκκινεί με τον σκοπόν να φθάση εις Δορύλαιον, προς ενίσχυσιν της μαχομένης παρά τον Σαγγάριον Στρατιάς.(6)
Κατόπιν λίαν επιπόνων και εντόνων πορειών, φθάνει εις Δορύλαιον την 2αν Σ/βρίου 1921 , εις εποχήν κατά την οποίαν η θέσις της Στρατιάς ήτο κρισιμωτάτη ,λόγω των μεγάλων  απωλειών της, των σημαντικών  ελλείψεων εις τρόφιμα, πυρομαχικά, υγειονομικά είδη και της διαταχθείσης υποχωρήσεως .

Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011

PIOTR GRIGORENKO:MEMOIRES



                             
1
« Mon enfance ne fut point d'un enfant »

            PRESS DE LA RENAISSANCE.
              Μετάφραση από τα Ρωσικά:
   DENIS AUTHEIER ET PIERRE GRAZIMIS.
 Je suis né le 16 octobre 1907 à Borissovka, petit village de la région de Zaporojié, dans le sud de l'Ukraine. J'ai très peu de souvenirs de ma première enfance. De ma mère, qui mourut alors que je venais d'avoir trois ans et qui, paraît-il, m'aimait beaucoup, ma mémoire n'a conservé qu'une image : ses cheveux, tels que je les vis briller lorsqu'on la transporta de la chambre où nous dormions dans la « grande pièce » où nous recevions les gens. Ils n'étaient pas tressés et tombaient mollement, en s'évasant, jusqu'à terre. J'étais assis près du mur, face à la fenêtre. Lorsque le corps de maman passa devant, les rayons du soleil couchant, jouant dans ses cheveux, y allumèrent des reflets d'or merveilleux. Cette vision, l'auréole dorée des saints sur les icônes me la rappellera toujours.
Je ne crois pas avoir eu de camarades de jeu. Il n'y avait aucun autre enfant de mon âge dans le voisinage immédiat de notre khata [1]. La première maison, à la droite de la nôtre (en sortant de chez nous), était celle du pope qui n'avait pas d'enfants. Après quoi s'étendait une large bande de terrain bordée de haies, par où passaient les troupeaux. Tout ce qui se trouvait au-delà de cet espace était pour moi un monde inconnu, étrangei, a gauche de chez nous, toujours dans la mime rue,il y avail la maison de mon oncle Alexandre, le frère de mon père. lit là non plus, il n'y avait pas d'enfants. Puis il y avait une ruelle, qui pour moi représentait une autre frontière infranchissable.     


En face de ces quatre maisons, enfin, s'étendait une immense place. Je n'osais pas non plus m'aventurer jusqu'aux trois fermes qui la bordaient du côté opposé, bien que deux d'entre elles fussent habitées par des parents. Sur le côté gauche de la place, non loin de chez nous, se tenait un gros bâtiment de brique rouge, qui me semblait énorme et m'épouvantait par son allure sévère : c'était le grenier communal contenant les provisions de blé pour les mauvaises années. Enfin, un peu plus loin, et un peu en retrait, s'élevait la petite église. Elle était en bois, fait exceptionnel dans le Sud, mais c'est sans doute ce qui faisait son charme. On la repeignait souvent, et c'était un délice de la regarder. Chaque fois que l'on m'emmenait à l'église, j'avais le cœur en fête : cela, je me le rappelle. Depuis, même lorsque j'étais un communiste pur et dur, je n'ai jamais pu revoir sans nostalgie le coin de place où elle s'élevait jadis.
Cependant, j'aurais sans doute fini par surmonter l'obstacle de la place pour aller jouer avec mes cousins, dont certains avaient le même âge que moi. Et j'aurais pu avoir comme camarade de jeu Aliocha, le derniei enfanl de ma grand-mère maternelle. Il n'avait qu'un an de plus que moi. Mais voilà : je n'avais pas le temps de jouer. A cause de mon père. En ces années, il était renfermé, taciturne, très exigeant et très sévère. Il trouvait toujours quelque chose à nous faire faire, ne nous laissait pas un instant de répit. Je passais des étés sans descendre de cheval. Au point que j'en arrivais à croire que j'avais toujours vécu à cheval, que j'étais même né à cheval.
Pendant le battage ou le sarclage, mon père fouettait mon cheval, de temps à autre. Le coup de fouet m'atteignait parfois. Il le faisait sans doute avec les meilleures intentions. Je poussais un cri de douleur, tellement ça me cuisait, et sortais de la somnolence qui me gagnait. Sans ces coups de knout, j'aurais peut-être roulé sous les sabots des chevaux. C'est d'ailleurs ce qui arriva un jour. Tout le monde était parti manger ; moi, j'étais resté sur l'aire, sur mon cheval qui traînait le rouleau à dépiquer. C'était vers midi. Le soleil tapait. Et j'avais commencé à travailler dès l'aube. Un moment, je luttai contre le sommeil qui m'assaillait par vagues successives, puis je m'endormis. Combien de temps me suis-je maintenu, endormi, sur ma monture, je ne saurais le dire. Toujours est-il que j'ai fini par tomber. Si les chevaux avaient continué leur course, le lourd rouleau de pierre qu'ils tiraient serait passé sur moi, et ces mémoires n'auraient jamais été écrits ! Mais ces animaux intelligents s'arrêtèrent, et je sortis d'entre leurs jambes.
Mon père était toujours d'humeur sombre. Sa barbe poussait vite, noire et drue. Il ne la rasait que le dimanche, laissant une fine moustache,avant d' aller à l'église. Je le craignais énormément. Un jour que l'tVais emmené paître les chevaux, je m'aperçus que l'un d'eux avgit pardu sa bride (que j'avais oublié de lui enlever). Je me mets à la cher;  impossible de la trouver.
"Où est passée la bride ? me demanda mon père, alors que je ramenais les animaux.
-Je l' ai perdue, répondis-je, fondant en larmes. 
-Alors cherche-la, au lieu de pleurer !... Et si tu ne la trouves pas, Inutile de te présenter ici, compris[2] ? »
Continuant de pleurer, je retournai aux champs. Je fouillai toute la prairie, sans succès. La nuit tombait. Et bientôt je ne vis plus rien. Mais  l'idée de rentrer à la maison n'effleurait même pas mon esprit. Je continuai d'errer dans le pré, jusqu'au moment où, à bout de forces, je m' écroulai et m'endormis. Dans mon sommeil, j'entendis la voix de mon père, qui m'appelait ; j'aurais voulu me réveiller, mais rien à faire. Tout  à coup, je sens que quelqu'un me prend dans ses bras, des  bras forts, mais doux, et j'entends une voix, caressante comme je n'en nu. jamais entendu, me dire : « Mais qu'est-ce qui t'a pris, petit nigaud ? J'allais quand même pas te manger ! » Et il se mit à pleurer.La chaleur  de son corps me gagnait, et pour la première fois de ma vie, je  m'accrochai à son cou.
Il était tard, les lendemain, quand je rouvris les yeux. Pour une fois,on ne  m'avait pas réveillé au point du jour. Mon père, que je rencontrai sur le seuil de la maison, me dit : « Emmène les moutons aux champs, et après, retourne ici manger. » Il avait toujours le même ton
bourru, mais ce jour-là je m'aperçus que ses yeux, au contraire, étaient pleins de tendresse. Par la suite, en écoutant babouchka Tatiana (ma grand mère maternelle), j'appris que papa n'avait pris cet air sévère Qu'après la mort de maman. Jusqu'alors, il était gai, et aimait parler et . hanter. Maman aussi chantait beaucoup. Quand ils revenaient des champs, me racontait babouchka, on les entendait par tout le village. On les avait surnommés les rossignols. Toute la journée la maison résonnait de leurs chansons.
Aujourd'hui encore, je crois parfois entendre mes parents chantant iliins leur khala ; et pourtant, ce n'est qu'un souvenir indirect. Mais les gens qui chantaient dans les rues et par les chemins ces chants qui retentissaient  d'un bout à l'autre du village, je me souviens bien de les avoir pntendus ; et lorsque, bien des années plus tard, j'ai retrouvé les villages  muets, ce souvenir m'a fendu le cœur : la chanson paysanne avait été assassinée.
Babouchka Tatiana me parlait aussi de l'histoire d'amour de mes pan nts Mon père était d'une famille très pauvre. Il était encore très.......


[1] Habitation paysanne en Ukraine (N.d.T.).
[2]  Toutes les conversations concernant des problèmes quotidiens de l'enfance et de l'adolescence de Grigorenko sont en ukrainien (N.d.T.).

HERMANN RAUSCHNING:HITLER DEVANT LA REICHSWEHR.


Ce baron Neurath n'appartenait pas à la noblesse d'épée prussienne, si décriée pour son manque de culture. C'était un représentant de l'aristocratie de l'Allemagne du Sud, qui passe pour avoir une certaine teinture de civilisation européenne. Neurath m'avait invité à déjeuner, au printemps de 1934. Me frappant sur l'épaule, avec sa jovialité coutumière, il m'avait dit : « Laissez-les s'user ! Dans cinq ans, personne n'en parlera plus. » Je lui avais fait part de mes réflexions sur la tournure des événements : il me semblait que l'Allemagne courait à la catastrophe. Neurath n'était pas du tout de cet avis. Son tempérament optimiste écartait les obstacles et les objections. Êtait-il vraiment convaincu ? C'est une autre affaire.
La décision qu'on attendait pour cette année 1934 était d'importance : il fallait choisir entre la continuation de la révolution ou la restauration d'un ordre durable. Chacun se recueillait. De quoi s'agissait-il à proprement parler ? Jusqu'à présent, chacun avait voulu interpréter la révolution allemande selon ses propres aspirations politiques. Brusque­ment, il apparaissait, du moins aux esprits réfléchis, que cette révolution allemande était bel et bien une révolution. Mais où menait-elle ? Visiblement à une inimaginable destruction de tout ce qui, auparavant, représentait la base solide de l'ordre politique et social. Pouvait-on continuer ainsi ? Le moment n'était-il pas venu d'en finir, et, même au prix d'un second coup d'État, de chasser les hordes brunes du temple ?
La difficulté était de savoir si l'entreprise réussirait sans guerre civile. L'Allemagne, dans l'état où elle se trouvait, pouvait-elle supporter une guerre civile ? Tandis que les esprits modérés des milieux conservateurs et libéraux et de la bourgeoisie éclairée commençaient à comprendre ce qu'ils avaient fait en appelant Hitler au pouvoir, les ouvriers à peine sortis des organisations marxistes, la masse de la petite classe moyenne, des employés et gagne-petit de toutes sortes étaient, au contraire, totalement acquis au national-socialisme. C'est peut-être en cette année 1934 que le national-socialisme a atteint l'apogée de son prestige auprès des foules. Était-il possible, au moment où le national-socialisme semblait cristalliser les espoirs populaires, d'entre­prendre un coup d'État pour écarter avec la personne d'Hitler des périls que les masses étaient incapables de comprendre ? Je rapporte ici les scrupules qui tourmentaient, en même temps que moi, un grand nombre de patriotes inquiets, provenant de tous les camps politiques. Depuis les premiers jours de 1934, on voyait croître le nombre des gens dont le vœu secret était de rompre, coûte que coûte, cette sorte de charme et d'ensorcellement qui entraînait l'Allema­gne à l'abîme. Mais personne ne découvrait le point de départ, le tremplin d'où faire le saut. C'est alors que la personnalité de Rœhm passa brusquement au premier plan. Mais je dois reprendre d'un peu plus loin l'origine de cette tragédie.
La Reichswehr voyait le danger que lui faisait courir le nouveau nihilisme révolutionnaire. Elle découvrait depuis quelque temps, malheureusement de son point de vue un peu! étroit, l'imminence d'un effondrement de la discipline militaire et l'arrêt possible du réarmement qui avait commencé dans des conditions particulièrement dangereuses. Peut-être, à ce moment, la Reichswehr était-elle prête à tout bousculer.
Je ne connaissais Rœhm qu'assez vaguement. Au printemps de 1933, peu de temps après la prise du pouvoir, Forster m'avait abouché avec lui. Nous avions été lui rendre visite à l'hôtel Fasanenhof, à Charlottenbourg, où Rœhm avait l'habitude de descendre lorsqu'il venait à Berlin. Nous le trouvâmes avec son aide de camp. Leurs chambres communiquaient. Rœhm était mécontent : il n'avait pas réussi à obtenir un poste de ministre. Il voyait toute la révolution nationale-socialiste détournée de son véritable sens. « Nous faisons les rabatteurs pour les généraux », grogna-t-il. Il demanda si Forster ne pourrait intervenir pour lui auprès du Fùhrer. Au train où allaient les choses, toute la révolution nationale-socialiste allait être frustrée de son butin, si les S.A. n'étaient pas mis au premier plan, soit qu'ils fussent constitués en milice privilégiée, soit qu'ils fussent organisés pour fournir obligatoirement les cadres de la nouvelle armée. Quant à lui, il n'avait pas envie de se laisser manœuvrer comme un pantin.
J'avais eu un peu plus tard l'occasion de parler plus longuement avec lui de ce problème de la nouvelle armée dans le nouvel État. Je l'avais rencontré au restaurant Kempinski, dans la Leipzigerstrasse, où il avait coutume de déjeuner. Qui devait commander la force militaire du Reich ? Qui devait même la créer ? Les généraux de la Reichswehr ? ou bien lui, Rœhm, l'homme qui avait à son actif la création même du parti ?
Sa dépravation mise à part, Rœhm avait d'incontestables qualités. Il était liant, sympathique, serviable à ses camarades, avec des dons remarquables d'organisateur et d'animateur. Mais c'était avant tout un type de lansquenet,. =de condottiere. Sa vraie place eût été dans quelque troupe coloniale, le plus loin possible de l'Europe. Dans ses récriminations contre la Reichswher, il se montrait injuste, plein de rancœur. Il souffrait du dédain hautain que lui faisaient sentir les militaires de carrière. Brûlant d'une sorte de fièvre créatrice, convaincu qu'il était appelé à une haute destinée, Rœhm me confia ses visions d'avenir en quelques phrases hachées. Nous étions assis dans la grande salle vitrée. Ses cicatrices rutilaient sous l'effet de l'excitation et du vin qu'il buvait à pleins verres.

— « Adolf est ignoble », tempêta-t-il. « Il nous trahit tous. Il ne fréquente plus que les réactionnaires. Il méprise ses anciens camarades. Le voilà qui prend pour confidents ces généraux de la Prusse orientale. » Il était jaloux et mortifié. « Adolf devient un homme du monde ! Il vient de se commander un habit noir... » Il but un verre d'eau et se montra plus calme. « Ce que je veux, Adolf le sait parfaitement. Je le lui ai assez souvent répété. Je ne veux pas un replâtrage de la vieille armée impériale. Faisons-nous ou non une révolution ? » Il fredonna la Marseillaise : « Allons, enfants de la Patrie ! » Puis il reprit : « Si nous faisons une révolution, il faut que sorte de notre élan quelque chose de nouveau, quelque chose comme la levée en masse de la Révolution française. C'est cela que nous ferons, ou bien nous crèverons. Du nouveau, du nouveau, me comprenez-vous ? Une nouvelle discipline. Un nouveau principe d'organisation. Les généraux sont de vieilles badernes. Assez de leur routine, qu'on les mette au rancard !
» Adolf a été à mon école. C'est de moi qu'il tient tout ce qu'il sait des questions militaires. La guerre n'est pas seulement du maniement d'armes. Ce n'est pas en ressuscitant le grenadier prussien que nous forgerons notre armée révolutionnaire. Mais Adolf est et reste un civil, un barbouilleur, un rêveur. Un petit bourgeois qui veut qu'on lui fiche sa paix viennoise. Ce qui lui plaît, c'est de s'asseoir et de trôner comme le bon Dieu sur sa montagne de Salzberg ! Et nous, pendant ce temps, nous nous tournons les pouces, alors que les doigts nous démangent.
» Croyez-vous que je me contenterai d'être le berger qui traîne un troupeau de vétérans médaillés ? Non, non. Je suis le Scharnhorst de la nouvelle armée. Est-ce que vous ne le voyez pas ? Ne comprenez-vous pas que ce qui doit venir doit être quelque chose de grand et d'inédit ? La souche même doit être révolutionnaire. Il est impossible de greffer sur du bois mort. L'occasion est unique de construire quelque chose d'inouï, quelque chose qui fera sortir le monde de ses gonds.
» Mais Hitler me promène par le bout du nez. Il préfère ne rien brusquer, ne rien risquer. Il attend un miracle du ciel. Ça, c'est de l'Adolf tout pur. Il veut hériter d'une armée toute prête. Il la fera rafistoler par les « hommes du métier ». Rien qu'en entendant ce mot, je vois rouge. Il dit qu'il veut faire une armée nationale-socialiste et il commence par en charger les généraux prussiens. Je me demande alors où on trouvera l'esprit révolutionnaire ! Les généraux de la Reichswehr ! Ce ne sont pas ces types-là qui gagneront la prochaine guerre. Je les mets tous dans le même sac, eux et Adolf. Ils vont me gâter la pièce maîtresse de notre mécanisme, ruiner l'âme même de notre mouvement ! »
Il poursuivit ses invectives contre les officiers prussiens. Aucun d'eux, dit-il, n'avait même flairé le vent. C'étaient des cadets couvés à l'école, ne connaissant rien que leurs vieux cahiers et leurs vieilles casernes. Lui, au contraire, était un révolutionnaire, un rebelle. Il en aurait pleuré. Le restaurant s'était vidé. Son aide de camp l'emmena.

Par la suite, Rœhm ne s'est presque plus jamais trouvé sur mon chemin. Bien qu'il m'eût parlé sous l'influence de l'alcool, ses confidences me révélaient toute la tragédie d'un talent créateur à sa manière, d'un homme qui, tout bien considéré, était honnête, d'un rebelle, comme il disait lui-même, qui, la partie perdue, a su mourir proprement et la tête haute. Quelques mois plus tard, vers la Noël de 1933, il me cassa de mon grade dans les S.S., parce que j'avais signalé, à toutes fins utiles, une grave insubordination commise par un Fùhrer des S.A., au général von Brauchitsch qui commandait alors en Russie Orientale. Je revis Rœhm une seule fois, peu de temps avant son assassinat. Il ne sembla même pas me reconnaître.



Je rapporte tous ces détails parce qu'ils servent de prélude et d'explication à une conversation que j'eus avec Hitler, au mois de février de 1934. J'ai pu alors me rendre compte non seulement de la supériorité d'Hitler sur son entourage, mais encore de la partie dangereuse qu'il se préparait à jouer et qui, à deux doigts de sa chute, allait lui assurer la part du maître dans le commandement de la nouvelle armée, au prix, il est vrai, du sacrifice de son ami. Il avait déjà renié, me sembla-t-il, les idées révolutionnaires de cet ami. Mais ce n'était qu'un abandon provisoire.
A cette époque, tout était encore en plein flottement, Hitler était obligé d'accommoder ses « plans gigantesques » aux conditions difficiles de la politique intérieure et extérieure. Il ne pouvait avancer qu'à tout petits pas; mais il n'en éprouvait que davantage le besoin de se convaincre lui-même de la grandeur de son rôle historique en revenant sans cesse, dans ses conversations, sur ses plans grandioses. Hitler me dit, qu'étant donné les difficultés du moment, il conclurait n'importe quel pacte qui permettrait à l'Allemagne d'entretenir une armée de quatre cent mille ou même de trois cent soixante mille hommes. Il se contenterait alors de former au grand jour les cadres de la future armée nationale et il attendrait la première occasion favorable pour faire, sans risque, un nouveau bond en avant. Hitler insista sur la difficulté de concilier le secret et la cadence rapide du réarmement illicite, car dans ces conditions la qualité devait en souffrir. Il aurait préféré suspendre pour un temps l'effort du réarmement. Il ne pouvait se défendre de l'impression que les généraux responsables se trouvaient débordés et il appréhendait une catastrophe si, pendant la période de transformation de la Reichswehr en armée nationale, la Wehrmarcht était brusquement obligée de défendre l'Allemagne par les armes.
Il avait eu à l'origine, me dit-il, des idées tout à fait différentes. Il aurait voulu mettre immédiatement sur pied une vaste armée populaire et procéder en toute tranquillité, derrière le rideau de cette milice d'apparence inoffensive, à l'instruction graduelle des recrues et des cadres au rythme de l'accroissement du matériel. Mais il avait dû s'incliner devant les avis des généraux et du vieux maréchal Hindenburg, qui s'incrustait dans son privilège de généralissime et prétendait au droit exclusif de décision en tant que seul expert réellement qualifié des choses militaires.
Je lui demandai si ce plan primitif prévoyait l'armement général des S.A. et des S.S. et s'il y avait définitivement renoncé.
— « Ce plan n'existe plus », répondit Hitler. « Dans une affaire de cette importance, l'enthousiasme et la bonne volonté ne suffisent pas. L'armement et l'instruction d'une grande armée constituent une tâche sérieuse et difficile. Je le sais, mes S.A. sont désappointés. Ils m'ont fait des observations que j'ai dû repousser comme injustifiées. Je leur ai demandé comment ils se représentaient les choses. Fallait-il que l'Allemagne se constituât deux armées indépendantes l'une de l'autre ? Deux systèmes sont possibles. Ou bien on choisit le système de la conscription par classes annuelles. Si on l'accepte, il faut s'y tenir et on ne peut plus le modifier arbitrairement. Ou bien on préfère l'armée de métier, sur la base du service volontaire. Mes camarades du parti comprendront eux-mêmes que ce principe, à la rigueur suffisant pour l'Angleterre, ne l'est pas pour nous.
» Comment pourrais-je concilier ces deux principes ? Faudrait-il envisager, pour les membres du parti, le service volontaire et ce qu'on appelait autrefois le système des rengagés, c'est-à-dire un service d'assez longue durée ? Ou bien, tous les membres des S.A. doivent-ils former une élite militaire, une sorte de milice privilégiée? Mais dans ce pas, ils manqueraient aux réserves de l'armée régulière, et tsejje dualité conduirait au pire désordre. Non, les représentations de mes S.A. ne m'ont pas convaincu. J'ai décidé de m'en tenir aux arrangements que j'ai faits et aux engagements que j'ai pris avec Hindenburg et la Reichswehr.



» L'époque des nations armées, poursuivit Hitler, n'est pas révolue. L'Allemagne doit revenir au service militaire obligatoire et instruire aussi vite que possible les classes qui n'ont pas servi de façon à en former les réserves. Bien entendu, avec l'importance croissante des troupes techniques, il faudra envisager un recrutement également croissant de soldats de métier contractant des engagements de longue durée. Mais la sélection de ces troupes de métier ne peut pas être basée sur l'idéologie révolutionnaire ou sur l'affiliation au parti. Elle ne peut se faire que d'après les aptitudes professionnelles. Puis-je sérieusement croire que les hommes des S.A., qui n'ont même pas passé devant les conseils de revision, peuvent me fournir le matériel d'une élite militaire ? Même si je voulais faire un choix dans le choix et couper les S.A. en deux tronçons, milice active et milice de réserve ? »
Je compris parfaitement que ces propos d'Hitler n'étaient que l'écho d'une leçon que lui avaient faite les chefs de la Reichswehr, qui cherchaient à se défendre contre les conceptions de Rœhm.
— « L'esprit révolutionnaire, poursuivit Hitler, dont parlent certains membres du parti, comme s'ils en détenaient le monopole, est effectivement un facteur décisif dont je ne méconnaîtrai jamais l'importance. On ne peut pas reprendre purement et simplement les traditions d'avant-guerre. Du point de vue idéologique, il faut faire quelque chose d'absolument nouveau, et si le haut commandement persiste à s'écarter artificiellement de l'esprit national-socialiste, je ne le supporterai pas et j'interviendrai en temps voulu. Mais il est nécessaire, avant toute autre chose, de résoudre le problème technique. On n'a pas le droit de compliquer. »
Hitler ne pensait plus que je l'écoutais; il se parlait à lui-même : « Il ne faut pas qu'ils soient impatients. En vérité, c'est moi qui devrais l'être. Mais je refoule mon sentiment, je sais contenir mes nerfs. » Il s'extasia devant la grandeur de sa tâche. Il ne fallait pas seulement constituer une armée gigantesque et produire le matériel nécessaire. En vérité, le facteur décisif était l'esprit, l'esprit d'unité qui doit animer le commandement comme la troupe. L'édifice resterait inachevé et s'effondrerait bientôt si l'on ne parvenait pas à insuffler à la nouvelle Wehrmacht l'esprit révolutionnaire. II ne renoncerait donc jamais à modeler la Wehrmacht à l'image du parti lui-même. L'esprit de l'armée devait être la quintessence de l'esprit de la nation. Sur ce point essentiel pas de discussion possible. Il accepterait plutôt une armée techniquement imparfaite qu'une armée techniquement complète, mais privée d'âme et d'élan.
— « Soyez tranquille », continua-t-il, « ce que je considère comme indispensable, je l'obtiendrai lentement, sûrement, par mon obstination et ma patience. Nous verrons qui sera le plus têtu, de moi ou des généraux. Mon véritable programme consiste en ceci : un solide noyau de soldats de métier, sélectionnés et spécialement entraînés, constituent l'armée de choc qui sera composée de vieux militants du parti. Ces troupes de choc incorporeront conformément à notre doctrine l'élite du national-socialisme dans la masse de la Wehrmacht. Cette masse elle-même sera de plus en plus réduite au rôle d'une réserve parfaitement instruite et équipée, mais dont la tâche sera surtout défensive. Je sais que pour en arriver là, j'ai à parcourir un chemin difficile et rempli d'obstacles. Ce chemin, je le suivrai jusqu'au bout, parce que j'ai à créer encore bien d'autres choses à part la Wehrmacht. Mais je ne renoncerai jamais à incorporer l'armée dans l'État national-socialiste, comme son plus fort appui à côté du parti. »
Ce jugement d'Hitler était, en somme, celui d'un chef clairvoyant, modéré, patient et supérieur à sa tâche. Mais Ηitler n'a jamais eu la moindre suite dans les idées. Trpis mois plus tard, on me rapportait des propos qu'il avait tértùf et qui contredisaient formellement ceux que j'avais entendus.




II avait parlé, m'affirmait-on, du danger des « menées réactionnaires », et du danger de « livrer l'armée pieds et poings liés aux généraux ».
Si vraiment Hitler a prononcé de telles paroles, cela prouve qu'il avait, dans l'intervalle, subi l'influence de l'entourage de Rœhm, mais aussi que la situation intérieure s'était dangereusement aggravée. Ainsi on lui avait monté la tête, on l'avait réveillé de sa léthargie.
Un peu plus tard, en effet, à l'occasion d'une nouvelle visite, j'ai entendu Hitler parler de nouveau sur ce même sujet : « C'est une folie, disait-il, de vouloir mener des guerres révolutionnaires avec des troupes réactionnaires. » Il s'était adapté, une fois de plus, à l'attitude de son entourage, il abandonnait ses idées pour se faire l'avocat de celles d'autrui. C'est une tactique qui avait sa prédilection, parce qu'elle lui permettait d'éluder des objections gênantes. « Je refuserai mon approbation au plan du service militaire obligatoire. En l'état actuel des choses, le peuple allemand est hors d'état de satisfaire au recrutement massif, qui compromettrait sa capacité de travail productif. »
Sans une éducation nationale-socialiste préalable, expliqua-t-il, l'armement de tous les Allemands sans distinction était une faute criminelle. Il fallait d'abord créer une armée de métier et, pour cette armée, on ne pouvait envisager que des membres des formations du parti, à l'exclusion de tous autres éléments. Si on lui objectait que ces formations n'auraient pas une instruction suffisante, il répondrait que dans la nouvelle armée l'élan révolutionnaire suppléerait avec avantage au dressage militaire, périmé et défunt.