Σάββατο 19 Νοεμβρίου 2011

ΤΑΚΗ ΔΟΞΑ: ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΙΣ

        
Φωτιά, τσεκούρι, φόνοι, μαύρο αίμα
και χαλασμός και γδύμνια καί αντάρα, 
προστάζει η Βία, ο Τύραννος, το Ψέμμα,
-φριχτή κατάρα -!

Κι ό,τι εστύλωσε άξια ως τα τώρα
ο  κόπος κι ο ίδρωτας της ευνομίας,
γέρνει λιγάει και ρεύει, μέσ' 'ς τη μπόρα 
της ανομίας.

Συντρίμμι αμόρφωτο, άγνωστο στα μάτια, 
της Πολιτείας το μέλαθρο'  κι η σκόνη
που χρυσοθώρηα έστόλιζε παλάτια, 
στάχτη 'ναι μόνη.

Βούρκος η κρήνη, όπου ήσυχα κυλούσε
τό καθαρό νερό του πτολιέθρου,
καί της προόδου η φλόγα που εφεγγούσε, 
καπνός ολέθρου.

Σ' ένα συμπόσιο φαύλο, όλα χαθήκαν... 
Σβύσαν τα φώτα που άναψαν οι χρόνοι
κι οι αγαθοί εργάτες ναρκωθήκαν,
μ' άκρατο αφιόνι.

Ερμιά, σκοτάδι, πίσα, απελπισία.
Κι οιμωγές πόνου, πείνας, πένθους...ξάφνω,
πίσω από μια κολόνα θαυμασία,
το φως δεν ψάχνω.

Θεία, κάτασπρη, αγνή, καθάρια αχτίδα
φεγγοβολά, κι η λάμψι της θαμπώνει
και ζωντανεύει η απόσβυστη ελπίδα
και δυναμώνει!

Και δυναμώνει και θεριεύει... Νάτη!
Και πιο απαίσια δείχνει τα συντρίμμια... 
Ξυπνάει λαμπρή, τον ναρκωμένο εργάτη, 
μέσ' στα ψωφίμια!

Ξυπνά ο εργάτης, πέρασεν η μάνη,
(οι Φαυλοκράτες ψόφιοι) ορθοποδίζει,
στο χέρι αδράχνει τίμια την σκαπάνη
και καθαρίζει.

Καινούργια Αυγή η λευκή μικρούλα αχτίδα,
καινούργια Αυγή τρανή και φωτοδότρα, 
στην ξεραΐλα βγαίνει αγνή η χλωρίδα 
και ζωοδότρα.

Φως στους εργάτες, φως που όλους φτερώνει
μέσ' στη δουλειά την ίσια, όξ' απ' τις λόξες, 
κι ο ΠΡΩΤΕΡΓΑΤΗΣ μπρος ξανά, πυργώνει
καινούργιες Δόξες!...



Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2011

Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΣEPΓKEΙ ΜΙΡΟΝΟΒΙΤΣ ΚΙΡΩΦ ( Сергей Миронович Киров )


Ι
ΑΝΙΧΝΕΥΣΗ ΤΟΥ ΕΔΑΦΟΥΣ

Στις αρχές του 1934 όλα δεί­χνουν ότι ή Σοβιετική Ένωση προετοιμάζεται να επιχειρήσει μια θεαματική έξοδο από τον λα­βύρινθο της σκοτεινής και ταρα­γμένης δεκαετίας πού είχε ακο­λουθήσει τον θάνατο του Λένιν. Αυτή η δεκάχρονη μεταβατική εποχή είχε σημαδευτεί από ση­μαντικότατα γεγονότα όπως ο ανελέητος πόλεμος των επιγόνων για την κατάκτηση της εξουσίας, ο πόλεμος του Κράτους ενάντια στη θρησκεία, ο αγώνας για τον επαναπροσδιορισμό της πολιτικής κουλτούρας  και τα οράματα του πρώτου πεντάχρονου οικονο­μικού σχεδίου.

 Ο Stalin, επίσημα τουλάχιστον, εξακολουθεί να είναι ο αδιαφιλονίκητος ηγέτης και κύριος τοποτηρητής τής Μαρξιστικο-λε­νιστικής παρακαταθήκης. Ο με­γάλος του αντίπαλος, ο Trockij, διωγμένος ήδη από το Κόμμα και καταδικασμένος να ζει σε ξένη γη δεν αντιπροσωπεύει πια την πρώ­τη απειλή. Οι εκφραστές της «αριστερής» και της «δεξιάς» αν­τιπολίτευσης έχουν ήδη αποκηρύ­ξει δημόσια τα λάθη τους και οι περισσότεροι από αυτούς έχουν επιστρέψει και πάλι στο Κόμμα. Παρά  τη ριζική αποδυνάμωση της επίσημης αντιπολίτευσης ο Stalin έχει βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι ο δρόμος για την από­λυτη εξουσία είναι ακόμα μακρύς και δύσκολος.  Η οικονομικο­κοινωvική αναστάτωση που προκλήθηκε από την εφαρμογή του πρώτου πεντάχρονου οικονομικού  σχεδίου και τα εκατομμύρια των νεκρών από πείνα, έχουν προβληματίσει πολλούς μπολσεβίκους αναφορικά με την αναγκαιότητα παρόμοιων θυσιών και έχουν αναζωπυρώσει παλιές ξεχασμένες αντιθέσεις.
Για να προλάβει την εκδήλωση σοβαρών ενδοκομματικών τριβών που θα οδηγήσουν αναπόφευκτα στην εκδήλωση μιας καινούργιας αίρεσης, ο Στάλιν προσαρμόζει το δεύτερο πεντάχρονο σχέδιο στις ανάγκες των καιρών.
Η φιλελευθεροποίηση που πα­ρατηρείται τόσο προς την κατεύ­θυνση της αύξησης των καταναλωτικών αγαθών όσο και προς την κατεύθυνση της καλυτέρευ­σης του βιοτικού επιπέδου του κολλεκτιβοποιημένου αγρότη, εί­ναι προϊόν πίεσης μιας ομάδας στενών συνεργατών του Stalin και αποσκοπεί στην εκτόνωση της ήδη βεβαρημένης ατμόσφαιρας. Οι κυριότεροι από τους συνεργάτες αυτούς είναι ο συγγραφέας Maksim Gor'kij, ο αρχηγός του Ανωτάτου Συμβουλίου της Εθνι­κής οικονομίας Valerian Kujbusev και ο γραμματέας της οργάνωσης στο Λένινγκραντ Sergej Kirov.

Ο Sergej Kirov συντηρεί τη φή­μη του φανατικού σταλινικού. Γεννημένος στα 1886 μπήκε στο Κόμμα σε ηλικία 18 χρόνων. Θαυμάσιoς ρήτορας υπήρξε ένας από τούς πρωταγωνιστές του συνέ­δριoυ των Σοβιέτ στην Πετρού­πολη (Ι9Ι7) και κατά τη διάρκεια του Εμφύλιου άσκησε καθήκον­τα πολιτικού συμβούλου του Trockij. Ήδη καταξιωμένος  επίτροπος της II Στρατιάς διορίστη­κε στα 1921 Γεν. Γραμματέας της οργάνωσης του Azerbajgian.
Κατά τη διάρκεια της αναμέ­τρησης του Stalin πρώτα με τη «νέα» και ύστερα με την «ενωμέ­νη» αντιπολίτευση μένει πιστός στη γραμμή της γραμματείας και στα 1926 ανταμείβεται γι' αυτή του την επιλογή με τον τίτλο τοϋ Γενικού Γραμματέα της οργάνω­σης του Λένινγκραντ, παλαιό, απόρθητο κάποτε οχυρό του νικημένου Zinovιev.
Στα 1929, πάντα στο πλευρό του Stalin, διευθύνει με φανατισμό την εκκαθάριση των «δεξιών» στοιχείων από την οργάνωση του Λένινγκραντ και τον επόμενο χρό­νο εκλέγεται πανηγυρικά μέλος του Politbjuro καί του Orgbjuro.
 Οι σχέσεις ανάμεσα στους δύο άνδρες, φαίνονται άριστες. Όμως το ανερχόμενο αστέρι του Kirov σε συνδυασμό με κάποιες αόρι­στες φήμες για προσπάθειες υπο­νόμευσης της Γραμματείας, κάνουν τον Στάλιν ν' ανησυχεί. Οι ανησυχίες του γίνονται φόβοι όταν διαπιστώνει πως ο Kirov στα πρότυπα του Zinov'ev, αρνείται οποιαδήποτε κομματική παρέμ­βαση στα εσωτερικά της οργάνω­σης του Λένινγκραντ. Μερικές επαφές του με κάποιους παλαιούς συντρόφους κρίνονται ύποπτες και αυτό ενισχύει περισσότερο την καχυποψία του Στάλιν.
 Από την πλευρά του ο Kirov προσπαθεί να διαλύσει την καχυ­ποψία του αρχηγού του με δηλώ­σεις πίστης και βαθιάς  αφοσίω­σης.
«Όλες μας οι ελπίδες στηρί­ζονται στον Στάλιν, τον δάσκαλό μας, τον μεγάλο δάσκαλο των ερ­γατών του κόσμου. Όσοι γαυγί­ζουν πίσω από τις πλάτες του είναι  άτιμα καθάρματα που τους αξίζει μια σφαίρα στον αυχένα».
Η τελευταία αυτή διαπίστωση που γίνεται λίγο πριν από την έναρξη του XVII  Συνεδρίου δι­καιώνει σε μεγάλο βαθμό τις ανησυχίες του Στάλιν. Τα «άτιμα καθάρματα» εξακολουθούν να  υπάρχουν, να μηχανορραφούν, και να επηρεάζουν παρασκηνιακά ένα μεγάλο αριθμό ανώτατων στελε­χών του Κόμματος. Κατά μια άποψη οι άνθρωποι αυτοί προε­τοιμάζουν μεθοδικά την ανατροπή του Στάλιν για να τοποθετήσουν στη θέση του έναν άλλο περισσό­τερο διαλλακτικό. Οι φήμες ανα­φέρουν ότι ο διάδοχος του Στάλιν δεν μπορεί να είναι άλλος από τον Kirov , τον αφοσιωμένο σταλινικό.
«Επίσημα το συνέδριο στάθη­κε για τον Στάλιν μια εκδήλωση πίστης και συμπαράστασης. Όμως από την επεξεργασία των ελάχιστων μαρτυριών που έφτασαν μέ­χρι τις μέρες μας από τους παλαι­ούς μπολσεβίκους, βγαίνει το συμπέρασμα ότι ένας μεγάλος αριθμός ηγετικών στελεχών του κόμματος σχημάτισε μια παράνο­μη παράταξη που στελεχωνόταν κατά κύριο λόγο από τους γραμ­ματείς των κομιτάτων του ΟΒ­LAST, δηλαδή των μη ρωσικών κεντρικών επιτροπών. Όλοι αυτοί γνώριζαν καλύτερα από κάθε άλλο τις αδυναμίες της σταλινικής πολιτικής. Οι ίδιες μαρτυρίες βεβαιώνουν ότι ο αρχηγός της παράταξης ήταν ο Ι. Μ. Vareikis και ότι ο S. Μ. Kirov είχε προταθεί για το αξίωμα του Γενικού Γραμματέα. Με την έναρξη του συνεδρίου ή λίγο πριν, μία ομάδα ανώτατων αξιωματούχων ανάμεσα στους οποίους ο Μ. D. Orachela­svili, ο G. Ι. Petrovskij, ο Ordzo­nikide και o Mikojan είχαν μια συνάντηση με τον Kirov πάνω στο θέμα της ανάγκης εκτοπισμού του Stalin».
Ο χώρος και η φύση αυτού του κειμένου δεν επιτρέπουν βαθύ­τερη ανάλυση των όσων συνέβησαν στα παρασκήνια του XVII Συνεδρίου. Παρ  όλα αυτά, αναντίρρητο παραμένει το γε­γονός ότι η υποψηφιότητα του Stalin για την Γραμματεία κατα­ψηφίζεται από 270 Συνέδρους. Την ίδια στιγμή ο Kirov για την ίδια ακριβώς θέση εκλέγεται σχε­δόν πανηγυρικά με μόνον τρεις αντίθετους ψήφους.
Πανικόβλητος ο πρόεδρος της εφορευτικής επιτροπής V. Ρ. Za­tonskij αρνείται να ανακοινώσει τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας και ζητά την συμπαράσταση του πεπειραμένου σε τέτοιου είδους αδιέξοδα, Ka­ganovic που διευθύνει το οργανω­τικό μέρος του συνεδρίου.
Η συμβολή του Kaganovic εί­ναι πραγματικά καθοριστική. Επιτέλους οι σύνεδροι μπο­ρούν  να πληροφορηθούν έστω και με κάποια καθυστέρηση ότι ο  Stalin και ο Kirov ισοψήφησαν, με τρεις μό­νο αντίθετους ψήφους.
 Ο Stalin ο οποίος πληροφο­ρείται «από πρώτο χέρι»  την   αλήθεια μπορεί τώρα να βγάλει όλα τα αναγκαία συμπεράσματα. Το αστέρι του Kirov έχει αρχίσει να επισκιάζει το δικό του.

ιι

Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ


Την 1η Δεκεμβρίου Ι934 στις 4 περίπου το απόγευμα ένα νεαρό άτομο εμφανίζεται μπροστά στην είσοδο του κτιρίου Smolny, ένα είδος κομματικού  Γενικού επιτε­λείου της , Οργάνωσης του Λέ­νινγκραντ.
Για τον σκοπό της πύλης είναι αρκετή η επίδειξη της κομματι­κής ταυτότητας. Αυτό το νεαρό άτομο φαίνεται να γνωρίζει πολύ καλά τους εσωτερικούς χώρους του κτιρίου. Ανεβαίνει από τις σκάλες στον τρίτο όροφο όπου βρίσκεται το γραφείο του Γραμ­ματέα της οργάνωσης S. Μ. Κί­rov. Στον διάδρομο δεν υπάρχει ψυχή. Ο νεαρός άγνωστος πλη­σιάζει την κλειστή πόρτα του γραφείου  και στέκεται εκεί ακίνητος σαν κάτι να περιμένει. Σ ' όλο το  διά­στημα αυτό της αναμονής ο διά­δρομος του τρίτου ορόφου, μοιάζει έρημος από κάθε άλλη ανθρώ­πινη παρουσία.
Γύρω στις 4.30 η πόρτα του Γραφείου ανοίγει και εμφανίζεται ο Kirov.  Αδιαφορεί για την πα­ρουσία του άγνωστου μπροστά από την πόρτα του και κατευθύνε­ται προς τις σκάλες. Είναι μόνος. Ο πιστός σωματοφύλακάς του Borisov που δεν τον έχανε ποτέ από τα μάτια του και τον ακολουθούσε παντού σαν σκιά , απουσιάζει.
 Ο Kirov δεν κάνει παρά ελάχι­στα μόνο βήματα. Ο άγνωστος επισκέπτης τον πυροβολεί και τον αφήνει νεκρό, με μια σφαίρα στον αυχένα.
Ο δολοφόνος δεν κάνει την παραμικρή προσπάθεια να ξεφύ­γει. Οι αναστατωμένοι από τον πυροβολισμό άνδρες της ασφά­λειας του Smol'nyj βρίσκουν τον νεαρό άγνωστο πεσμένο στα γό­νατα δίπλα από το άψυχο σώμα του Kirov .

ιιι
Ο ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ

 Ο δολοφόνος του S. Μ. Kirov ονομάζεται Leonid Nikolaev. Γιος αλκοολικού, κοντόσωμος με πό­δια στραβά μπήκε στο κόμμα στα 1920 σε ηλικία μόλις 16 χρόνων. Μια σοβαρή σωματική αναπηρία που τον συνόδευε από την μέρα της γέννησής του δέν τον εμπόδι­σε να πάρει μέρος στον εμφύλιο πολύ περισσότερο  να ενταχθεί λίγο αργότερα, στις ομάδες προστασίας (prodo­trjady) πού είχαν συσταθεί ειδικά για την επίταξη των αγροτικών προϊόντων.
Τεμπέλης και κομπλεξικός δεν θέλησε να ασχοληθεί με κάποιο σταθερό επάγγελμα και το μεγάλο του όνειρο ήταν να βρει μία θέση μέσα στον κομματικό μηχανισμό. Στα 1930 το μεγάλο όνειρο γίνε­ται πραγματικότητα. Το Κόμμα σε ανταμοιβή της αφοσίωσής του και των καλών υπηρεσιών που εί­χε προσφέρει στην κοινή υπόθεση, τον διορίζει υπάλληλο στην Εργατοαγροτική Επιθεώρηση του Λένινγκραντ (R.K.I.) που είχε την έδρα της μέσα στο Ινστιτού­το Smol'nyj. Όπως όμως όλα τα όνειρα, έτσι και αυτό είχε πολύ μικρή διάρκεια. Δίχως προσόντα και δίχως κάποιες ιδιαίτερες ικανότητες, υποχρεώνεται να παρα­χωρήσει τη θέση του σε κάποιον άλλο. Το κόμμα όμως άγρυπνα. Λίγο καιρό αργότερα ο Nikolaev διορίζεται αρχειοφύλακας στην Κομματική επαρχιακή επιτροπή. Στην καινούργια αυτή θέση ο Nikolaev νοιώθει βασιλιάς. Στην αίθουσα των διαλέξεων φρόντιζε να κάθεται πάντα στην πρώτη σειρά και σχεδόν πάντα διέκοπτε τους ομιλητές με προκλητικές ερωτήσεις.
Μια απόφαση του γραμματέα Kirov να επιστρατεύσει τα κομμα­τικά στελέχη για να προσφέρουν «εθελοντική» χειρονακτική εργασία στους σιδηρόδρομους παρουσιάζεται στα μάτια του Nikolaev σαν ανεπανόρθωτη καταστροφή. Νοιώθει ότι η κομματική του καριέρα βρίσκεται σε κίνδυνο. .
Δίχως να χάσει χρόνο συντάσσει ένα γράμμα με παραλήπτη το σύντροφο  Kirov. Δίχως περιστροφές, και με κάποια δόση υπεροψίας ζητά  την εξαίρεσή του από αυτή την «εθελοντική» προσφορά εργασίας.  Ο Kirov διαβάζει το γράμμα και απαντά γραπτά. Η απάντηση είναι μια ξερή άρνηση. Θυμωμένος ο Niko­laev αρνείται να συμμορφωθεί με αποτέλεσμα όχι μόνο να χάσει τη θέση του αλλά να διαγραφεί και από το Κόμμα.
Άνεργoς, πεινασμένος και απελπισμένος ο Nikolaev συγκεν­τρώνει όλες τις ελπίδες του στο σύντροφο Stalin. Ένα καινούργιο γράμμα ταξιδεύει, αυτή τη φορά προς το Κρεμλίνο.
« Αγαπητέ Iosif Vassarionovic. Οι άδικες διώξεις μου με οδήγη­σαν στην απόγνωση. Τώρα είμαι διατεθειμένος για όλα».
Όλα συνηγορούν στην άποψη ότι ο Stalin διάβασε το γράμμα του δυστυχι­σμένου συντρόφου με πολλή προσοχή. Αυτό εξηγεί και την πρωτοβουλία του ηγετικού στελέ­χους της G.P.U. Zaporozec να πλησιάσει τον Nikolaev και να του προτείνει μια αξιοζήλευτη θέ­ση δίπλα στον ειδικό βοηθό του Γραφείου Μυστικών Υποθέσεων.
«Δεν στάθηκε δύσκολο - συμ­περαίνει ο Α. Antonov - Ovsenko - να πείσουν τον δύστυχο λει­τουργό Nikolaev, ότι αναίσθητοι άνθρωποι καριέρας, όπως ο Kirov υπονόμευαν το κόμμα από μέσα' έτσι όταν του έγινε η πρόταση να «σώσει» το Κόμμα, να το απελευ­θερώσει από ένα επικίνδυνο εχθρό, συμφώνησε χωρίς δισταγμό».
Ο πρώτος που ενημερώθηκε στη Μόσχα αναφορικά με την δολοφονία του Kirov ήταν ο Sta­Ιin. Βρισκόταν στο γραφείο του, στο Κρεμλίνο και δούλευε πάνω στην τελική μορφή ενός διατάγματος σύμφωνα με το οποίο η αστυνομία έπρεπε να εντατικο­ποιήσει τις προσπάθειες για τον εντοπισμό όλων εκείνων πού ήσαν ύποπτοι για τρομοκρατικές δραστηριότητες. Οι ένοχοι μάλιστα έπρεπε να εκτελούνται δίχως την παραμικρή καθυστέρηση.
Η απόφασή του να αναλάβει προσωπικά τις ανακρίσεις και η βιαστική αναχώρησή του για το Λένινγκραντ δείχνει ξεκάθαρα ότι ο άρχοντας του Κρεμλίνου φοβά­ται κάποιους λανθασμένους χει­ρισμούς του θέματος από πλευράς των συνεργατών του.
Καθ' ύλη αρμόδιος για τις ανακρίσεις είναι αναμφισβήτητα ο Genrich Jagoda, ο Επίτροπος του Λαού για τις εσωτερικές υπο­θέσεις.  Ο Jagoda όμως, γνωστός στο παρελθόν για την συμμετοχή του στη «δεξιά» αντιπολίτευση του Μπουχάριν δεν προσφέρει τις απαραίτητες εγγυήσεις.
« Ο Stalin αποφάσισε να ανα­κρίνει προσωπικά τον Nikolaev.Πίστευε ότι μπροστά του ο φανα­τικός αυτός δεν θα τολμούσε να αναφέρει τα ονόματα των πραγμα­τικών δολοφόνων, αλλά θα φορ­τωνόταν όλες τις ευθύνες με την ελπίδα να κερδίσει την αιώνια «δόξα». . Ο κρατούμενος οδηγήθηκε στο Smol'nyj.Ο Stalin ρώτησε:
- Εσείς σκοτώσατε τόν Kirov;
-Ναι εγώ... είπε ο Nikolaev και έπεσε στα γόνατα.
-Γιατί το κάνατε;
Ο Nikolaev έδειξε τους λει­τουργούς με την στολή της N.K.V.D. που έστεκαν πίσω από την πολυθρόνα του Stalin. 
 -Αυτοί με υποχρέωσαν! Για τέσσερις μήνες με εκπαίδευαν στην σκοποβολή. Μου είχαν πει ότι... Δύο άτομα ξεχώρισαν από την ακολουθία του Stalin και άρχισαν να χτυπούν με τις λαβές των πι­στολιών τους το κεφάλι του «φλύ­αρου». 
 Ο Nikolaev άρχισε να καταρρέ­ει αλλά ο Stalin με ένα χτύπημα της μπότας του τον ανάγκασε να ξανασηκωθεί. Αν ο Nikolaev ομολογούσε ότι είχε ακολουθήσει τις οδηγίες του Zinov'ev ή του Bucharin (έτσι για να κάνουμε μια τυχαία υπόθεση) ο Stalin θα σταματούσε τούς φρουρούς του;».
 Αρχικά η υποψία για τους ηθικούς αυτουργούς της δολοφονία του Kirov στρέφεται στην ομάδα των  Λευκοφρουρών. 37 άτομα που ήδη βρίσκονται στις φυλακές του Λένινγκραντ δικάζονται συνοπτι­κά στις 4 Δεκεμβρίου και καταδι­κάζονται σε θάνατο. Η εκτέλεση γίνεται την επόμενη.
Στις 22 Δεκεμβρίου η Pravda πληροφορεί τον ρωσικό λαό ότι το πιστόλι του Nikolaev είχε ση­μαδεύσει την καρδιά του κόμμα­τος ύστερα από εντολή του Ζηνόβιεφ - τροτσκιστικού Κέντρου του Λένινγκραντ. Η N.K.V.D. δίνει το δικό της αγώνα να  εντοπίσει αυτούς που θεωρεί τους πραγματικούς  ηθικούς αυτουργούς της δολοφονίας  και τελικά τους ανακαλύπτει  ανάμεσα στα στελέχη της Komsomol της επο­χής του Zinov'ev.
Στις 28 Δεκεμβρίου δεκατρείς από αυτούς δικάζονται, κεκλεισμέ­νων των θυρών μαζί με τον Niko­laev. Όλοι καταδικάζονται σε θά­νατο και εκτελούνται. 
Στις 15 Ιανουαρίου καινούργια δίκη με καινούργιους ένοχους. Στα εδώλια των κατηγορουμένων ο Zinov'ev, ο Kamenev και άλλα 17 στελέχη της οργάνωσης του Λένινγκραντ.
Οι δύο παλιοί σύμμαχοι του Stalin από την εποχή της τριαν­δρίας αρνούνται κάθε συμμετοχή στο έγκλημα αλλά ομολογούν την ύπαρξη «παράνομων κέντρων». Όλοι καταδικάζονται σε ποινές φυλάκισης από 5-10 χρόνια.
Στις 23 Ιανουαρίου γίνεται μία ακόμα δίκη με κατηγορούμενους 12 αξιωματικούς της αστυνομίας του Λένινγκραντ. Ανάμεσά τους και ο υποδιοικητής της N.K.V.D. (από τον Ιούνιο του 1934) Zapo­rozec . Η βασική κατηγορία έχει να κάνει με τις παραλείψεις που οδήγησαν στη πλημμελή προστασία του Γραμματέα Kirov. Δίκη δίχως εν­διαφέρον και δίχως εκπλήξεις. Οι ένοχοι πέφτουν "στα μαλακά"  και τιμωρούνται με φυλάκιση 2-3 χρόνων.
Με εξαίρεση κάποιες  χιλιάδες πολι­τών του Λένινγκραντ που συνελή­φθησαν για διάφορους λόγους μέσα στους επόμενους μήνες ο Στάλιν δεν θέλησε να δώσει παραπέρα έκταση στην όλη υπόθεση. Στις  αρχές του 1935 τα πράγματα  φαίνονται να ομαλοποιούνται και η ένταση να εξανεμίζεται. Στην πράξη η N.K.V.D. αυτό το απέραντο εργοτάξιο παραγωγής ομολογιών για οποιοδήποτε πραγματικό ή υποθετικό έγκλημα, δεν έχει πάψει να αναζητεί την αλήθεια και μαζί μ΄αυτή καινούργιους ενόχους.









Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2011

MICHAEL LLEWELLYN SMITH: ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΗΣ ΙΩΝΙΑΣ


Ο
MICHAEL LLEWELLYN SMITH:
 ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΗΣ ΙΩΝΙΑΣ
Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ
1919-1922
ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ
 ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ
Αθήνα 2009
Σελίδες  680
Ο ελληνικός πληθυσμός στη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη και τα παράκτια νησιά, τη Χίο και τη Μυτιλήνη  συμπαθούσε στο μεγαλύτερο μέρος του τον Βενιζέλο. Το ίδιο συνέβαινε και πριν από τις εκλογές, με πολλούς από το σώμα των αξιωματικών και όλους τους διοικητές σε επίπεδο μεραρχίας στη Μικρά Ασία. Έτσι, τα νέα για την πτώση του Βενιζέλου προκάλεσαν μιαν ηλεκτρική αίσθηση αναμονής στην περιοχή της Σμύρνης. Τα συναισθήματα είχαν ήδη φτάσει σε παροξυσμό, αποτέλεσμα της ψήφου στον στρατό. Υπήρχε τώρα γενική αβεβαιότητα για το μέλλον και αμφιβολία αν οι βενιζελικοί διοικητές θα αποδέχονταν τη λαϊκή ετυμηγορία.
Η διάδοση δυσάρεστων ειδήσεων στη Σμύρνη σταμάτησε γρή­γορα από τη σταθερή στάση της Ύπατης Αρμοστείας, η οποία έδωσε έμφαση στη συνέχεια της ελληνικής πολιτικής.[44] Ό Στεργιάδης υπέβαλε την παραίτηση του, αλλά η νέα κυβέρνηση του ζήτησε να μείνει στη θέση του. Απ' όλους τους βενιζελικούς που (316) είχαν ανώτερες θέσεις, εκείνος, με την ανυποχώρητη αδιαφορία του στα κομματικά, ήταν ίσως ο ικανότερος για να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στο βενιζελικό και το βασιλικό καθεστώς.
Ο στρατηγός Παρασκευόπουλος ήταν, εντούτοις, γνωστός ως άνθρωπος του Βενιζέλου, και η παραίτηση του έγινε δεκτή. Στη θέση του η κυβέρνηση τοποθέτησε τον στρατηγό Αναστάσιο Παπούλα, έναν ντόμπρο, γενναίο βασιλικό που είχε περάσει τα τελευ­ταία χρόνια στη φυλακή μετά από καταδίκη, σε μια από κείνες τις αναπαραστάσεις δίκης των βενιζελικών για τη  στάση του στον καιρό του πολέμου. Η περίοδος ανάμεσα στη νίκη των βασιλικών και την άφιξη του Παπούλα στη Σμύρνη ήταν περίοδος επικίνδυ­νης έντασης στον στρατό. Μερικοί βασιλικοί πήραν τα πράγματα στα χέρια τους κι έδιναν διαταγές σαν να είχε καταστραφεί η δομή της πολιτικής και της στρατιωτικής διοίκησης.[45] Ιδίως στην τα­ξιαρχία του ιππικού υπήρχε μεγάλη απειθαρχία. 'Οταν πήρε τη διαταγή να προχωρήσει στο Ακχισάρ στις 14/27 Νοεμβρίου για να ενισχύσει το Α' Σώμα Στρατού του στρατηγού Νίδερ, που είχε αναφέρει ανησυχητικές συγκεντρώσεις τουρκικών στρατευμάτων στο μέτωπο του Ουσάκ, η ταξιαρχία αρνήθηκε να μετακινηθεί από τις θέσεις της στον Κασαμπά προβάλλοντας την αντίρρηση ότι η διαταγή ήταν ένα τέχνασμα του Γ.Ε.Σ. για να τους απομακρύνει από την περιοχή της Σμύρνης κι έτσι να διευκολύνει ένα βενιζε­λικό πραξικόπημα.[46] Στις 8/21 Νοεμβρίου, ο Στεργιάδης απέδω­σε τη «μερική δυσαρέσκεια των ελληνικών στρατευμάτων σε έναν παροδικό ψυχικό αναβρασμό» υποστηρίζοντας ότι το ηθικό ήταν βασικά υγιές.[47] Αλλά την επομένη ο Βρετανός υποπρόξενος ανέ­φερε ότι «η έλλειψη πειθαρχίας στον στρατό αρχίζει να γίνεται παραδεκτή ακόμα κι από το ελληνικό γενικό επιτελείο». Ο Κον­δύλης, διοικητής του 3ου Συντάγματος, αποδοκιμάστηκε από (317) τούς στρατιώτες στο Σαλιχλί και ξέφυγε μόνον επειδή κρύφτηκε κάτω από τα κάρβουνα στη σκευοφόρο του τρένου.[48]
Η άφιξη του Παπούλα και η σταθερότητα της Ύπατης Αρμο­στείας αποκατέστησαν γρήγορα την τάξη. Γενικά θεωρείται ότι ο Παπούλας εργάστηκε για τη συμφιλίωση στον στρατό.[49] Μα­ταιόδοξος, αφελής, δίχως το χάρισμα καμιάς εξαιρετικής ευφυΐας, προσπάθησε οπωσδήποτε όσο μπορούσε να μεταχειρίζεται τους αξιωματικούς του με ίσους όρους άσχετα με τις πολιτικές τους διασυνδέσεις. Αλλά υπήρχαν όρια σε μια τέτοια ανεκτικότητα. Ο  Παπούλας έγραφε αργότερα: «Αποφάσισα να απομακρύνω αμέ­σως από τον στρατό της Μικράς Ασίας, και το έκανα, τα στοιχεία εκείνα που ήταν αδιάλλακτα και κατά την άποψη μου ανίκανα να θέσουν το γενικό συμφέρον της χώρας πάνω απ' όλα τ' άλλα».[50] Αυτό σήμαινε άνδρες σαν τον Κονδύλη, που η προσωπική τους ιστορία προδίκαζε πως θα ραδιουργούσαν δραστικά εναντίον του νέου καθεστώτος.
Χάρη στην προσεκτική στάση του Παπούλα, οι πλήρεις επι­πτώσεις από την αλλαγή του καθεστώτος δεν έγιναν αισθητές για ένα διάστημα στη Μικρά Ασία. Στα άμεσα επακόλουθα των εκλογών, εντούτοις, ένας αριθμός βενιζελικών αξιωματικών που είτε ήταν από τη φύση τους ασυμβίβαστοι, όπως ο Κονδύλης, είτε απλώς δεν ήθελαν να συνεργαστούν με το νέο καθεστώς, λιποτά­κτησαν από τις θέσεις τους στη Μικρά Ασία και κατέφυγαν στην Κωνσταντινούπολη. Υπήρχαν ίσως 150 τέτοιοι αξιωματικοί, από τους οποίους τέσσερις ήταν στρατηγοί.[51] Αυτοί αποτέλεσαν τον στρατιωτικό πυρήνα ενός βενιζελικού κινήματος, την Εθνική Άμυνα, στην Κωνσταντινούπολη.
Άλλοι ανώτεροι βενιζελικοί αξιωματικοί υπέβαλαν την παραί­τηση τους και αποστρατεύθηκαν με αίτηση τους· ανάμεσα τους,(318) εκτός από τον Παρασκευόπουλο, οι στρατηγοί Οθωναίος, Χα­τζημιχάλης, Μαζαράκης και Νίδερ.[52] Το γεγονός ότι δεν υπήρχαν αρκετές ανώτερες θέσεις —διοικήσεις μεραρχιών κ.τ.λ.— ώστε να ικανοποιηθούν και οι βενιζελικοί και οι απότακτοι σήμαινε μοι­ραία ότι για πολλούς από τους παραπάνω η  επιλογή ήταν ή να πα­ραιτηθούν ή να τεθούν σε διαθεσιμότητα ή να τους ανατεθούν μη Ικανοποιητικές θέσεις στο εσωτερικό.
Το αποτέλεσμα ήταν ότι κατά τις επιχειρήσεις της άνοιξης του 1921 μόνον δύο από τους παλιούς διοικητές σωμάτων στρατού και μεραρχιών απόμειναν, ο Τρικούπης, που διοικούσε την 3η Μεραρ­χία και ο Λεοναρδόπουλος που διοικούσε την 10η. Ο γενικός διοι­κητής, οι τρεις σωματάρχες και επτά από τους εννέα διοικητές μεραρχιών είχαν αλλάξει. Είχαν γίνει επίσης εκτεταμένες αλλα­γές σε άλλες ανώτερες θέσεις στο Επιτελείο και σε διοικήσεις συνταγμάτων, και πολλές από αυτές έγιναν λίγο πριν από τις επι­χειρήσεις του Μαρτίου.
Το μεγαλύτερο μέρος των βενιζελικών αξιωματικών παρέμεινε στον στρατό και εξακολούθησε να υπηρετεί υπό το νέο καθεστώς. Αυτοί όμως που έφυγαν, είτε με λιποταξία είτε με αποστράτευση, ήταν οι ανώτεροι, και αυτοί πού είχαν πολιτικές διασυνδέσεις ή τη φήμη ότι ήταν ασυμβίβαστοι· ανάμεσα στους άλλους οι στρατηγοί Παρασκευόπουλος, Ιωάννου, Π. καί Ε. Ζυμβρακάκης, Μηλιώτης-Κομνηνός, Α. Μαζαράκης-Αίνιάν, Κ. Μαζαράκης, Τσερούλης, Καλομενόπουλος καΙ Οθωναίος· και οι συνταγματάρχες Πάγκα­λος, Κονδύλης, Ν. Ζαφειρίου, Λουκάς Σακελλαρόπουλος. Ο αριθ­μός τους ήταν μικρός αλλά η φήμη τους μεγάλη.
Εκτός από αυτούς, υπήρχαν βενιζελικοί αξιωματικοί που πα­ρέμεναν στον στρατό αλλά για πρακτικούς σκοπούς τους είχαν απομακρύνει από την ενεργό υπηρεσία τοποθετώντας τους σε κάποιον (319) ασήμαντο τομέα .


[44] Ροδάς:Η Ελλάδα στη Μικράν Ασία, σσ 188-190.
[45]
[46]Γενικό Επιτελείο Στρατού: Η εκστρατεία εις την Μικράν Ασίαν, Β ,σσ. 265-268
[47]D.B.F.P, XIII αρ 178
[48]D.B.F.P, XIII αρ 179
[49]Μάλαινος :Ιστορία των ξενικών επεμβάσεων.
[50]Πασσάς: Η αγωνία ενός Έθνους σ.171
[51]
[52]Εφημερίς της Κυβερνήσεως ,1920, Γ αρ.257 16/29 Νοεμβρίου 1920.

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2011

ΑΛΕΞΗ ΕΛΙΚΙΩΤΗ: «4η ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ και 28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ»

ΠΡΟΕΡΓΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ 28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 
Παλαιό είναι το αξίωμα κατά το οποίο «κυβερνάν εστί προβλέπειν». Ανήκει στην ηγετική δυάδα Βασιλέως Γεωργίου Β' και Κυβερνήτου Ιωάννου Μεταξά η τιμή της ορθής προβλέψεως των διεθνών εξελίξεων και της ανάλογης προπαρασκευής της Ελλάδος, ώστε ο Λαός της και ο Στρατός της, έχοντας επικεφαλής την άξια της περιστάσεως πολιτική και στρατιωτική ηγεσία, να μπορέσουν να πραγματοποιήσουν το Έπος του '40.«Εμείς - λέγει ο Μεταξάς, απαντώ­ντας στην προσφώνηση του Γ. Κυρια­κού από μέρους του Υπουργικού Συμβουλίου, στις 7 Ιανουαρίου 1941 - δεν εδημιουργήσαμεν τας ηθικάς δυνάμεις τας οποίας αναπτύσσει σήμερα ο Ελληνισμός. Αύ­ται ήσαν μέσα του αλλά ήσαν εν μέρει εις λήθαργον, εκοιμώντο. Εμείς τας α­φυπνίσαμε, τας συντονίσαμε και τας ωθήσαμε προς τα εμπρός. Επομένως το έργο το ιδικόν μας ήταν έως εκεί. Το υπόλοιπον και το θαύμα το οποίον ε­πιτελείται είναι έργον του Ελληνικού Λαού. Γι' αυτό έχει και την αξίαν του. Διότι έργα ενός ανθρώπου δεν έχουν α­ξίαν. Τα έργα του Λαού έχουν παμμεγίστην αξίαν. Είμαι βέβαιος ότι ο πό­λεμος αυτός, με την έκβασιν την οποί­αν είμεθα πεπεισμένοι ότι θα έχη -την Νίκην - θα δώση στον Ελληνικόν Λαόν νέαν έντασιν και θα του άνοιξη ακόμη περισσότερον τα φτερά του, για να πάη εμπρός.....»
Για να κριθεί κατ' αξίαν το επίτευγμα αυτής της προπαρασκευής σε συντομότατο χρόνο, χρειάζεται κάποια αναπόληση των όσων συνέβαιναν κατά την προ της 4ης Αυγούστου εποχή.               Για τη συνέχεια εδώ.

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011

M. BARDECHE : Η ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ QUISLING

I Fascismi sconosciuti
Edizioni del Borghese
Σελ. 210
(123) Παρουσιάζουμε εδώ,[1] τη ζωή του Νορβηγού ηγέτη Vidkun Quisling που δημιούργησε στη Νορβηγία ένα μικρό εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα μια δεκαετία περίπου πριν από το ξέσπασμα του πολέμου. Ο  Quisling δεν  κατάφερε ποτέ να επιβληθεί στη νορβηγική κοινή γνώμη , και το κόμμα του, στη διάρκεια των διάφορων εκλογικών αναμετρήσεων , μόνο  ένα μικρό αριθμό ψήφων κατάφερε να συγκεντρώσει.Παρ΄όλα αυτά, τη στιγμή της γερμανικής κατοχής, διεκδίκησε την εξουσία και κατάφερε, αρχή κάνοντας,  το 1942 να διοριστεί  Πρόεδρος της Κυβέρνησης.
Αυτή η  πολιτική σταδιοδρομία υπήρξε  ιδιαίτερα άστοχη γιατί , σε αντίθεση με όλες τις άλλες κυβερνήσεις  που αναγκάστηκαν να συνεργαστούν με τους Γερμανούς , εκείνη του Quisling δεν διέθετε καμία νομική βάση΄και για το λόγο αυτό εύκολα χαρακτηρίστηκε  Κυβέρνηση ανδρικέλων , που είχαν επινοήσει και θέσει στην υπηρεσία τους, οι Γερμανοί.
Ο Quisling παραδόθηκε  σε μια αντιπροσωπεία της εξόριστης Βασιλικής Κυβέρνησης τη στιγμή  κατά την οποία τα συμμαχικά στρατεύματα  αποβιβάστηκαν στη Νορβηγία  και ύστερα από μια παρωδία δίκης, καταδικάστηκε σε  θάνατο και εκτελέστηκε   με βάση διαταγμάτων  απόλυτα παράνομων που επινοήθηκαν ad hoc , και μυστικά, από τους αντιπάλους του, στη Κυβέρνηση-Φάντασμα του Λονδίνου.Ο Quisling όχι μόνο καταδικάστηκε  παράνομα αλλά  δυσφημίστηκε επίσης βαρύτατα.Έγινε προσπάθεια να γίνει   το όνομά του συνώνυμο με εκείνο της προδοσίας [2] άσχετα αν η πορεία της  ζωής του κατέδειξε  τελικά   ότι ο ίδιος (124) εμπνεόταν από ειλικρινή και πατριωτικά  αισθήματα.
Η Νορβηγία με την εκτέλεση του Quisling χρεώθηκε με μια μεγάλη ατίμωση μια που το Νορβηγικό Σύνταγμα εδώ και πολύ καιρό είχε καταργήσει τη ποινή του θανάτου[3]. Μεταφέρουμε εδώ τη βιογραφία του Vidkun Quisling από ένα άρθρο  που δημοσιεύτηκε τον Μάιο 1959 από τις Susquehanna University Studies   με την υπογραφή του Καθηγητή Lyder L. Unstad , ειδικευμένου στην ιστορία των σκανδιναβικών χωρών.
Ανακεφαλαιώνοντας τις βασικές θέσεις του άρθρου , μεταφέρουμε εδώ  πιστά το μεγαλύτερο μέρος του  το οποίο επισημαίνουμε μέσα σε εισαγωγικά..
Θεωρήσαμε χρήσιμο να συμπεριλάβουμε  στην αφήγησή μας αυτή τη σπουδαία μελέτη, ιδιαίτερα αντικειμενική  και καλά τεκμηριωμένη,  για να κατανοήσουμε  κάτω από ποιές συνθήκες πρώτα και  κάτω από ποιες φοβίες αργότερα  δημιουργήθηκαν σε κάποιες χώρες  ,  κόμματα εθνικοσοσιαλιστικών τάσεων, που η ίδια τους η χρεοκοπία  , δίνει το στίγμα  της δομής και των προσανατολισμών,  των διάσπαρτων  εκείνων φασισμών , που επειδή ακριβώς δεν υποστηρίχθηκαν από το λαϊκό ενθουσιασμό   ή έστω από τις συγκυρίες , συσκότισαν  σε κάποιες περιπτώσεις ,ακόμα περισσότερο   τα  βαθύτερα κίνητρα των  πρωταγωνιστών τους.
Γεννημένος στα 1887,ο Vidkun Quisling προερχόταν από μια πολύ παλιά οικογένεια ,που από τα 1400 θεωρείται μια από τις  καλύτερες της χώρας. Το ίδιο το όνομα Quisling ήταν ένα όνομα βόρειο  και παραπέμπει σε μια παλιά  συγγένεια  με τη βασιλική δυναστεία που βασίλεψε εκείνη την εποχή. Ο πατέρας του Quisling [4] ήταν παππάς  και ο ίδιος ο Quisling είχε ζήσει στην επαρχία  ανάμεσα στους χωρικούς του Νορβηγικού Βορρά , με αγάπη και εκτίμηση  για τις συνήθειές τους ,διαπνεόμενος από το Βόρειο παραδοσιακό πνεύμα. Έκανε τις δευτεροβάθμιες σπουδές του  πρώτα στο Skien  και μετά στο Οσλο. Όλοι όσοι το γνώρισαν κατά τη διάρκεια των σπουδών του ή κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του,  αναγνωρίζουν την εξυπνάδα του , τον αλτρουισμό του και τη σταθερότητα του χαρακτήρα του.
Προετοιμάστηκε για την είσοδό του στη Στρατιωτική Ακαδημία (125) όπου μπήκε με εξαιρετική βαθμολογία στα 1905 και είχε μια τέτοια επίδοση  στις σπουδές , ώστε έγινε δεκτός σε  ακρόαση από το Βασιλέα ,κάτι που είχε να  συμβεί σε μαθητή στρατιωτικής σχολής, περισσότερο  από 100 χρόνια .
Μπήκε στο στρατό στα 1908  και τοποθετήθηκε στο Γενικό Επιτελείο στα 1911 , όπου έλαβε στη διάρκεια του Α παγκοσμίου πολέμου το βαθμό του λοχαγού.Έχοντας κάμει  μελέτες σε βάθος  για τη γλώσσα και το ρωσικό πολιτισμό,  ονομάστηκε στα 1917 στρατιωτικός ακόλουθος στη Νορβηγική Πρεσβεία της Μόσχας όπου έλαβε αμέσως εντολή από τη Κυβέρνησή του να προχωρήσει σε απ' ευθείας συνεννοήσεις με το Τρότσκι. Στη Ρωσία παρέμεινε μόνο δύο χρόνια και στο  διάστημα αυτό έδειξε  μια κάποια συμπάθεια  για τη πρώτη περίοδο της μπολσεβικικής επανάστασης και κάποια εκτίμηση για τους πρώτους Κομμουνιστές , αντιλαμβανόμενος την πραγματική  επιθυμία τους να φανούν χρήσιμοι στην υπόθεση του Ρωσικού λαού.                                                     
Στη Ρωσία επέστρεψε στα 1921 σα βοηθός του υψηλόβαθμου επιτρόπου της Κοινωνίας των Εθνών Fridtjof Nansen[5] με αρμοδιότητα σε θέματα επαναπατρισμού των αιχμαλώτων και προσφοράς βοηθείας στους πληθυσμούς και τους πρόσφυγες, ιδιαίτερα στην Ουκρανία και τη Κριμαία. 

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του αυτής, είχε την ευκαιρία να μελετήσει από κοντά τον τρόπο λειτουργίας της μπολσεβικικής πολιτικής και πιο συγκεκριμένα τους δεσμούς ανάμεσα στους μπολσεβίκους και τα κομμουνιστικά κόμματα του εξωτερικού , δίχως τη παραμικρή διάθεση των κομμουνιστικών γενικών επιτελείων όλο αυτό το διάστημα να του αποκρύψουν το παραμικρό. 
Οι θέσεις στις οποίες υπηρέτησε ήταν τόσο σημαντικές που στα 1927 υπέβαλε παραίτηση από το στρατό, για να αφιερωθεί αποκλειστικά στη διπλωματία. 
Αυτές οι δραστηριότητες που του επέτρεψαν να διεισδύσει αρκετά βαθειά στους μηχανισμούς της ρωσικής πολιτικής διήρκεσαν μέχρι τα 1930 , μέχρι τη στιγμή της επιστροφής του στη Νορβηγία. 
"Κατά τα λεγόμενά του η βασική του επιθυμία επιστρέφοντας στη Νορβηγία, ήταν να κάνει κάθε τι το δυνατό υπέρ της πατρίδας του και πρακτικά να την εμποδίσει να παρασυρθεί από τη δίνη (maelstrom) που την απειλούσε και που ο ίδιος την είχε δει να προετοιμάζεται όταν ακόμα βρισκόταν στη Σοβιετική Ρωσία. 
Διαβεβαίωνε ότι είχε κατανοήσει σε μεγάλο βαθμό τα (126) σχέδια που είχε καταστρώσει η Μόσχα  με σκοπό να ασκήσει την επιρροή της πάνω στις επαρχίες του Νορβηγικού Βορρά και στη συνέχεια να μεθοδεύσει την ενσωμάτωσή τους με τη μορφή σοβιετικής Δημοκρατίας. 
"Μετά την επιστροφή του άρχισε να αρθρογραφεί σχετικά με το κίνδυνο που αντιπροσώπευε για τη Φινλανδία ο Μπολσεβικισμός . Στη διάρκεια της χρονιάς του 1930 τα άρθρα του αυτά συγκεντρώθηκαν σε ένα βιβλίο με τίτλο "Η Ρωσία και εμείς" . Όπως ήταν φυσικό η έκδοση του βιβλίου αυτού τον ανέδειξε σε μια πολιτική προσωπικότητα της Νορβηγίας και παράλληλα έγινε αντικείμενο δριμύτατων καταγγελιών από τη Νορβηγική αριστερά που ήταν ισχυρότατη και βασικά συμπεριλάμβανε το Κόμμα των Φιλελεύθερων και το Εργατικό Κόμμα. 
Η μπολσεβικική Ρωσία έγραφε ο Quisling , δεν αποτελεί κίνδυνο μόνο για το παγκόσμιο πολιτισμό και το μέλλον της ανθρωπότητας . Ενσαρκώνει τον υπέρτατο των κινδύνων . 
Αν αληθεύει, όπως έχω εξηγήσει, ότι ο μπολσεβικισμός είναι μια εγκληματική συνωμοσία ενάντια στον ευρωπαϊκό πολιτισμό βόρειας έμπνευσης που σαν πρώτο βήμα έχει την υπονόμευση και καταστροφή των ιδανικών που εμπνέουν τους λαούς του Βορρά, ότι υπάρχει μια ξεκάθαρη αντίφαση ανάμεσα στις αρχές του μπολσεβικισμού και τις αρχές που οδήγησαν τον πολιτισμό ολόκληρης της Βόρειας Ευρώπης , αν όλα αυτά είναι αληθινά , οφείλουμε επιτέλους να κατανοήσουμε ότι η αποτελεσματικότερη προστασία απέναντι στο μπολσεβικισμό και τις συνωμοσίες της Μπολσεβικικής Ρωσίας είναι μια στενότερη συνεργασία σε επίπεδο κουλτούρας , οικονομίας και πολιτικής ανάμεσα σε όλους τους λαούς βόρειας κουλτούρας με πρώτη θέση ανάμεσα στα σκανδιναυικά εθνη τη Μ.Βρετανία και δεύτερη τη Γερμανία……. 
Μια παρόμοια βόρεια ομοσπονδία ανάμεσα στη Σκανδιναβία και τη Μ. Βρετανία , με τη συνεισφορά της Φινλανδίας και της Ολλανδίας, και τη αναπόφευκτη προσέγγιση της Γερμανίας και των Βρετανικών κτήσεων ανάμεσα στις οποίες θα μπορούσε να συμπεριληφθεί και η Βόρεια Αμερική , θα είχε τη δύναμη να καταστρέψει το σύνολο των προσπαθειών και των μπολσεβικικών μηχανορραφιών και να σώσει τον Ευρωπαϊκό πολιτισμό (127) και την Ειρήνη για ένα μεγάλο διάστημα στο μέλλον 
Είναι πολύ φυσικό για τη Σκανδιναβία και για τη Νορβηγία ειδικότερα, να επιδιωχθεί η σύσφιξη όλο και στενότερων δεσμών με τη Βρετανική Αυτοκρατορία με την οποία έχουμε τόσα πράγματα κοινά και για την οποία τρέφουμε μεγάλη συμπάθεια και σεβασμό' κάτι τέτοιο μπορεί να είναι μια σταθερή βάση για τις κοινές μας προσπάθειες …Ειδικά ο νορβηγικός λαός οφείλει να διδαχθεί τη τέχνη της αυτογνωσίας  και να αποκτήσει μια ξεκάθαρη θεώρηση πάνω στον ξεχωριστό του χαρακτήρα και την αποστολή του στο κόσμο. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι δεν είμαστε μόνοι και ότι με τις άλλες Σκανδιναβικές χώρες αποτελούμε ένα από τους πρωταρχικούς κλάδους των μεγάλων οικογενειών των Εθνών που έδωσαν τις αξιότερες φυλές στην Ιστορία. 
Η Βόρεια Φυλή ήταν και είναι το σπουδαιότερο στοιχείο δημιουργίας από όλους τους παγκόσμιους πολιτισμούς εκείνο στο οποίο η Ελλάδα και η Ρώμη , όπως και η Ευρώπη και η Βόρεια Αμερική, οφείλουν το μεγαλείο τους [6]. 
Γιατί στη πατρίδα μας εκπαιδεύουν τη νεολαία με χιλιάδες περιττά και βλαβερά δίχως τη παραμικρή φροντίδα για κάτι τόσο σπουδαίο και σοβαρό , τόσο για τις αιτίες όσο και για και τις συνέπειές του; "
Οι γραμμές αυτές υπάρχουν στο βιβλίο που ο Quisling είχε δημοσιεύσει στα 1930 και δείχνουν  τη πνευματική του ταύτιση με την ιδεολογία του εθνικοσοσιαλισμού ....
Στη συνέχεια της μελέτης αυτής και με μια φυλετικού τύπου  συλλογιστική, ο Quisling ερμήνευε, πολύ πριν  γνωρίσει το έργο του Χίτλερ , την διείσδυση του Μπολσεβικισμού στο κόσμο. Επεσήμαινε ότι ο μπολσεβικισμός  ήταν σταθερά περιχαρακωμένος  μόνο ανάμεσα στους λαούς  που είχαν σλαβική η φινλανδική καταγωγή όπως οι λαοί της Κεντρικής Ευρώπης,  και ότι σ΄αυτή την ίδια τη Ρωσία, ήταν ριζωμένος κατά κύριο λόγο στα ασιατικοσλαβικά κέντρα που είχαν υποστεί την επιρροή των εβραίων.
 Αντίθετα, εκείνες που σταθερά είχαν αποδείξει τη μεγαλύτερη αποστροφή τους απέναντι  στο μπολσεβικισμό ήσαν οι βορείου τύπου φυλές. Στο βιβλίο του ο Quisling (128) διαβεβαιώνει  ότι δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά  ανάμεσα στους σοσιαλιστές  του  Εργατικού Κόμματος και στους Κομμουνιστές γιατί στη πραγματικότητα,  χρησιμοποιούν την ίδια ιδεολογία  και γιατί ο Μαρξισμός  που επαγγέλλονται κάτω από ένα ριζοσπαστικό ή δελεαστικό σχήμα , αντιπροσωπεύει τον ίδιο κίνδυνο είτε πρoέρχεται από τους μεν είτε από τους  δε.
Για να γίνει κατανοητή παρόμοια εξομοίωση ο Καθηγητής Lyder L.Unstad  μας θυμίζει τα γεγονότα  που είχαν λάβει χώρα  γύρω στα 1920 και τα οποία ο Quisling έζησε σε πρώτο πρόσωπο .
Στα 1917 τα μέλη του Νορβηγικού Σοσιαλιστικού Κόμματος που συμπεριλάμβανε  στοιχεία της Αριστεράς διάφορων τάσεων  είχαν χαιρετήσει με ενθουσιασμό  τη μπολσεβικική επανάσταση. Λίγο μετά , σε διάφορες πόλεις, ιδρύθηκαν  στο σοβιετικό πρότυπο , «τα συμβούλια των εργατών» .
Στα 1919 , το Σοσιαλιστικό Κόμμα  προσχώρησε στη ΙΙΙ Διεθνή που ιδρύθηκε στη Μόσχα και από τα 1920 , οι 6 εκπρόσωποί του στη Μόσχα   υπάκουαν   στις διαταγές του Μπολσεβικικού Πολιτικού Γραφείου , στα πλαίσια του  σχεδιασμού  της διεθνούς πολιτικής στρατηγικής  του Κομμουνισμού.
Αυτοί οι Νορβηγοί Κομμουνιστές , που όφειλαν αργότερα  να διαδραματίσουν ένα κάποιο ρόλο στη πολιτική της χώρας τους, ήσαν πράκτορες μισθοδοτούμενοι από τη Μόσχα και ο Κουίσλιγκ κατάφερε  να συγκεντρώσει  τις  αποδείξεις ,και είχε την ευκαιρία να τις παρουσιάσει αργότερα, όπως θα δούμε , στο Κοινοβούλιο.
Στο  τέλος του Α παγκοσμίου πολέμου  με το πληθωρισμό , τη κερδοσκοπία και  την έλλειψη των αγαθών, η Νορβηγία ενεπλάκη στην οικονομική κρίση  και στη δίνη της ανεργίας Η κατάσταση αυτή δημιούργησε μια σειρά από απεργίες επαναστατικών τάσεων  που έγιναν ιδιαίτερα σοβαρές στα 1921.
Στο Storting , την Εθνοσυνέλευση του Βασιλείου οι   σοσιαλιστές βουλευτές ψήφισαν  ενάντια στην ένταξη της Νορβηγίας  στη ΚΤΕ σε μια προσπάθεια να αποκοπούν οι δεσμοί της χώρας με τις άλλες Ευρωπαικές χώρες ώστε να προωθηθούν δίχως εμπόδια οι επιχειρήσεις της Μπολσεβικικής στρατηγικής.
Κατά τη διάρκεια των απεργιών και των ταραχών που ακολούθησαν και εντατικοποιήθηκαν, ειδικά  στα 1923-4 , οι Κομμουνιστές (129) έλαβαν σπουδαία βοήθεια από τη Μόσχα.
Στη διάρκεια των 3 χρόνων  από τα 1920 στα 1923 οι κοινωνικοί αγώνες στάθηκαν  δραματικοί .Ανήσυχοι οι αστοί οργάνωσαν μία   αμυντικού τύπου πολιτοφυλακή   ανάλογη με εκείνες που  γεννιόντουσαν λίγο ή πολύ, παντού στην Ευρώπη.
Αυτή η οργάνωση προκάλεσε μια μεγάλη αντίδραση  ανάμεσα στα σοσιαλιστικά στοιχεία  που με τη σειρά τους δημιούργησαν  τις Κόκκινες φρουρές  για να υποστηρίξουν τη δράση των αkτιβιστικών κύκλων που υπήρχαν εδώ και εκεί. Πολλά άτομα στη Νορβηγία άρχισαν να φοβούνται το ξέσπασμα ενός εμφυλίου.

Στη πραγματικότητα το χάσμα ανάμεσα σε σοσιαλιστές και κομμουνιστές έλαβε χώρα στη Νορβηγία  στα 1923 όπως και στις άλλες χώρες της Ευρώπης , σα συνέπεια των σπαραγμών  της Γ Διεθνούς .Τα σοσιαλιστικά στοιχεία της Νορβηγίας που μέχρι τότε είχαν υπακούσει στις εντολές του Μπολσεβικικού Κόμματος, σχημάτισαν , αρχή κάνοντας από την ημερομηνία αυτή, τρεις διαφορετικές ομάδες: Το εργατικό κόμμα , το κομμουνιστικό κόμμα  και το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα .Θα δούμε στη συνέχεια ότι το Εργατικό κόμμα , εξελίχθηκε σε ένα κόμμα  ανάλογο με το δικό μας το σοσιαλιστικό κόμμα, ενώ το κομμουνιστικό κόμμα ,πιστό στη Μόσχα , παρέμεινε ένα κόμμα μειοψηφίας  με αριθμό ψήφων τόσο μικρό που δεν μπορούσε να στείλει βουλευτές στο Storting. Η ανάλυση που έκανε ο Quisling ,εντυπωσιασμένος  από τις αποκαλύψεις που ο ίδιος  είχε καταγράψει κατά τη διάρκεια  της διαμονής του στη Ρωσία ,δεν "έδενε" με τη πολιτική φυσιογνωμία  της νορβηγικής αριστεράς του 1930 και η απειλή του κινδύνου  που καταγγέλλει, ακριβής στις γενικές της γραμμές , δεν ήταν κατανοητή με βάση τη σύνθεση των πολιτικών δυνάμεων της χώρας.
Παρ΄ όλα αυτά ο νορβηγικός σοσιαλισμός εκείνη την εποχή ήταν περισσότερο  ριζοσπαστικός του σοσιαλισμού  που γνωρίσαμε στη Γαλλία μερικά χρόνια αργότερα[].
Στα 1928 μια σοσιαλιστική κυβέρνηση προεδρευομένη από το Hornsrud όφειλε να παραιτηθεί  επειδή στα πλαίσιο των  κυβερνητικών  δηλώσεων που  είχε κάνει, προχώρησε σε κατηγορηματικές διαβεβαιώσεις  για την υλοποίηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας στη Σουηδία (130) που συντάραξαν την κοινή γνώμη.
Ήταν αναγκαίο να περάσουν κάποια χρόνια  πριν το εργατικό κόμμα καταφέρει να αποκτήσει την εμπειρία εκείνη για να  αποφεύγει αυτά τα άκαιρα  προγράμματα που προορίζονταν  για μια πολιτική οπορτουνιστικής  βελτίωσης  των συνθηκών ζωής της εργατικής τάξης.
Η κατάσταση στην οποία βρισκόταν η Νορβηγία στα 1928 εξηγεί τους λόγους για τους οποίους οι αντιδράσεις σε σχέση με το Κομμουνισμό ήταν περισσότερο ζωηρές στη Νορβηγία  παρά στις άλλες χώρες της Ευρώπης και χαρακτηρίζονταν  από μια μεγαλύτερη σταθερότητα.
Στα 1930 ο Quisling κρίνοντας τα πολιτικά κόμματα   καταδικασμένα  σε παράλυση και  ανίκανα να δημιουργήσουν ένα αμυντικό μέτωπο  για τη διεξαγωγή του αντικομουνιστικού αγώνα  ίδρυσε μια οργάνωση το Nordisk Folkereising (Βόρεια Αφύπνηση ) 
Αλλά, λίγο καιρό αργότερα ύστερα από τη προτροπή του μικρού κόμματος των αγροτών που αποτελούσε μέρος του κυβερνητικού συνασπισμού κλήθηκε να αναλάβει τη θέση του Υπουργού Άμυνας. Ο Quisling δέχτηκε και παρέμεινε επικεφαλής του Υπουργείου για περισσότερο από ένα χρόνο.
Αυτή ακριβώς η ευκαιρία σημαδεύεται από ένα επεισόδιο κεφαλαιώδους σημασίας στη σταδιοδρομία του Quisling που πρόκειται να επηρεάσει αναμφίβολα τη παραπέρα συμπεριφορά του. Την εποχή που ήταν Υπουργός Άμυνας , σημειώθηκαν μια σειρά από εξεγέρσεις  στο Menstad ,στη περιφέρεια του Όσλο και μέσα σε διάστημα λίγων ημερών η κατάσταση έγινε έκρυθμη.
Οι απεργοί  και οι αγκιτάτορες είχαν υψώσει οδοφράγματα  και είχαν διαλύσει τις γραμμές της αστυνομίας.
Η απειλή ήταν ιδιαίτερα μεγάλη στο τομέα εκείνο γιατί στο Menstad υπήρχαν τα εργοστάσια  στην Υπηρεσία της Εθνικής άμυνας , αποθήκες και διάφορες άλλες στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
Απόρρητα ντοκουμέντα , που είχαν φτάσει στο Υπουργείο   της Άμυνας αποκάλυπταν ότι οι κομμουνιστές  κατ' εντολή της Μόσχας προετοίμαζαν πραξικόπημα  η πρώτη πράξη του οποίου προέβλεπε την  κατάσχεση του στρατιωτικού υλικού που βρισκόταν  στο Menstad καθώς  και των οπλοστασίων στα οποία ήδη είχαν σπεύσει ειδικοί και οπλισμένες ομάδες ύστερα από εντολές της  Ρωσίας . Στη περίπτωση αυτή ο Quisling αντέδρασε με ετοιμότητα 'έστειλε 4 πολεμικά (131) πλοία και μια ισχυρή δύναμη πεζικού που αποκατέστησαν τη τάξη δίχως να χυθεί αίμα.
Εξ αιτίας αυτής της  ενεργής καταστολής, ο Quisling παρουσιάστηκε σαν αντιδραστικό στοιχείο, σαν  απεργοσπάστης  και σαν εχθρός της εργατικής τάξης .
 Τα κόμματα της αριστεράς δημιούργησαν μέτωπο απαιτώντας τη παραίτησή του. Ο Quisling υπεραμύνθηκε των πράξεών του κατά τη διάρκεια μιας δραματικής συνεδρίασης στο Storting, όπου από το βήμα, παρουσίασε τα έγγραφα που είχε συγκεντρώσει στα 1918 και αφορούσαν μεθόδους και πρακτικές των μπολσεβίκων καθώς και εκείνα τα στοιχεία που σαν υπουργός Εθνικής Άμυνας είχε ήδη στη διάθεσή του.

Η συνεδρίαση αυτή, υπήρξε γι' αυτόν μια θεαματική επιτυχία την οποία οι εχθροί του τον ανάγκασαν να πληρώσει ακριβά.
Το Κοινοβούλιο αποφάσισε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία έπρεπε να εξεταστούν από μια επιτροπή ,η οποία μάλιστα στο τέλος αναγκάστηκε να επιβεβαιώσει την ακρίβεια των στοιχείων αυτών και να δικαιολογήσει τη στάση του Quisling. Όμως με τη ψήφο της η Βουλή απεφάσισε ότι δεν έπρεπε να δοθεί συνέχεια στην έρευνα και ότι τα στοιχεία δεν έπρεπε να χρησιμοποιηθούν ποτέ πια στο μέλλον.
Αρχή κάνοντας από την ημέρα εκείνη και παρά το γεγονός ότι εξακολουθούσε να παραμένει στο Υπουργείο του, στα μάτια του κόσμου παρουσιάζεται σαν δηλωμένος εχθρός όλων των μαρξιστικών τάσεων και σαν υπ αριθμόν ένα αντίπαλος της Αριστεράς.
Στα 1933 εγκατέλειψε το Storting επισημαίνοντας σε κάποια βαρυσήμαντη ομιλία του ότι η κοινοβουλευτική πρακτική είχε αποδείξει την ανικανότητά της να προστατεύσει τη Νορβηγία από το Κομμουνισμό και ότι ο ίδιος ετοιμαζόταν να δημιουργήσει ένα νέο κόμμα , το οποίο θα είχε σαν βασικό στόχο να βγάλει τη Νορβηγία από το Κοινοβουλευτικό μαρασμό.
Είναι φανερό ότι  οι επιτυχίες που σημείωσε το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα εκείνη την εποχή, επηρέασαν σημαντικά την απόφαση αυτή του  Quisling.
"Πιστός στο λόγο του , ο Quisling οργάνωσε ένα κόμμα το οποίο ονόμασε Εθνική Ένωση (Nasjonal Samling) και το οποίο επισημαίνεται με τα αρχικά N.S. O Quisling το παρουσίασε  τόσο σαν πολιτικό κόμμα όσο και σαν κίνημα. Το πολιτικό του πρόγραμμα ήταν φασιστικής έμπνευσης. Η ορολογία αναφέρεται (132) στο Εθνικό συντεχνιακό κράτος, το πρόγραμμα αποδέχεται την αρχή του Führerprinzip , επαγγέλλεται τη κατάργηση των πολιτικών κομμάτων και του κοινοβουλευτισμού,υιοθετεί έναν αυθεντικό σοσιαλισμό που χαρακτηρίζεται από υγιείς και ευπρεπείς συνθήκες ζωής για κάθε Νορβηγό, επιμένει στη κατάργηση των απεργιών, στη διάλυση του Κομμουνιστικού Κόμματος και την αποκήρυξη  του Μαρξισμού.
Ένα πολιτικό γραφείο τοποθετείται  στην υπηρεσία του Αρχηγού του Κράτους   για τη διακυβέρνηση της χώρας , οι αντιπρόσωποι της Εθνικής Συνέλευσης είναι έμπειρα στελέχη προερχόμενα από επαγγελματικούς και συνδικαλιστικούς χώρους. Η βασική αποστολή των μελών  του κόμματος είναι να εκτελούν τις διαταγές της Διευθυντικής Επιτροπής .
Η ομάδα που ίδρυσε ο Quisling με αυτή τη δομή και αυτό το πρόγραμμα νομιμοποιήθηκε  και έγινε ένα αναγνωρισμένο  πολιτικό κίνημα.
Το Ν.S ποτέ δεν κατάφερε να επιτύχει αξιόλογες εκλογικές επιτυχίες. Η ενσωμάτωση του στη πολιτική ζωή της χώρας  παρά τις προσπάθειες του αρχηγού του ,παρέμεινε άκρως περιθωριακή .

Στα 1936 το Ν.S  κερδίζει  μόλις 26.000 ψήφους την ώρα που το Εργατικό Κόμμα συγκεντρώνει 618.000. Επί πλέον το Κομμουνιστικό Κόμμα , ενάντια στο οποίο ο Quisling συγκέντρωνε τη πολεμική του , την εποχή εκείνη δεν αποτελούσε απειλή για τη Νορβηγία ,μια που στις εκλογές εκείνες είχε κερδίσει μόλις 4.000 ψήφους σε σχέση με τις 22.000 των προηγούμενων εκλογών. Ο Quisling έκανε έναν αγώνα δίχως νόημα.Το μεγαλύτερο μέρος των Νορβηγών Κομμουνιστών ήταν συγκεντρωμένο στο Εργατικό Κόμμα, που ήταν κόμμα κυβερνητικό και ο Πρόεδρος του θα ασκούσε την εξουσία μέχρι τα 1945.
Ποια ήταν στο σύνολό της η εκλογική βάση του Quisling; Να πως απαντά στο ερώτημα ο καθηγητής Lyder L. Unstad.
(133)" Από ένα πλήθος αδιάσειστων στοιχείων φαίνεται ότι το μεγαλύτερο μέρος της το αποτελούσαν οι  εύπορους αγρότες της νότιας και ανατολικής Νορβηγίας που στη διάρκεια της καλοκαιρινής περιόδου έδιναν εργασία στους κομμουνιστές ή σοσιαλιστές εργάτες. Ένα άλλο μέρος το αποτελούσαν βιομήχανοι και ειδικά εκείνοι που είχαν εμπορικές συναλλαγές με τη Γερμανία, ,το δεύτερο μεγάλο πελάτη της χώρας, ύστερα από τη Μ.Βρετανία και οι οποίοι προσέφεραν δουλεία σε ένα μεγάλο αριθμό αριστερών εργατών .
Ένα μικρότερο μέρος περιελάμβανε εκείνους που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν σαν Νορβηγοί ιμπεριαλιστές.
Οι ακτιβιστές αυτοί ,  μέρος των οποίων στήριζε το κίνημα που διεκδικούσε την ανατολική Γροιλανδία και  μεταξύ των άλλων αποτελούσαν μια ομάδα εμπνεόμενη από ένα ισχυρό εθνικισμό , σκεφτόταν όπως το κόμμα των Αρχαίων Εβραίων ότι ο θεός είχε παραχωρήσει τη Νορβηγία στους Νορβηγούς και ήσαν πνεύματα εμφορούμενα  από τη παραδοσιακή βόρεια κουλτούρα. Μεταξύ αυτών των τελευταίων βρίσκονταν πρωταρχικά αξιωματικοί καριέρας ,εκπαιδευτικοί,λειτουργοί , θεολόγοι , συγγραφείς και μικροαγρότες.
Ανάμεσα στα ονόματά τους περιλαμβάνονται εκείνα των αρχαιότερων οικογενειών της Νορβηγίας, και παρατηρώντας το κατάλογο αυτό ,σχηματίζει κανείς την εντύπωση,  ότι πιθανότατα βρισκόμαστε μπροστά σε μια πνευματική  ελίτ της χώρας.
Κατά της διάρκεια της γερμανικής κατοχής το N.S αύξησε σε κάποιο βαθμό τα στελέχη του τα οποία  από τις 30.000  στα 1938 ανήλθαν σε  50.000 ' στη δύναμη αυτή  πρέπει να προστεθούν σχεδόν 250.000 φιλικά προσκείμενοι, που  αντιπροσώπευαν το 10% του πληθυσμού.
Κάποιοι δημοσιογράφοι μετά το τέλος του πολέμου, ισχυρίστηκαν ότι το κόμμα του Κουίσλινγκ το  αποτελούσαν  στη πλειοψηφία τους,  νεαροί σιδηροδρομικοί, άτομα διαβρωμένα ,φυσικά και ηθικά.
Αυτές είναι προπαγανδιστικού τύπου διαπιστώσεις   αλλά ακόμα και σήμερα η παγκόσμια κοινή γνώμη είναι  επηρεασμένη από αυτές.
Στη πραγματικότητα οι οπαδοί που καθόριζαν τη φυσιογνωμία του κινήματος  ήσαν πολίτες  συνειδητοί και εξαίρετοι πατριώτες , ένα μεγάλο μέρος των οποίων προέρχονταν από εθνικιστικούς συνδέσμους που οργανώθηκαν  γύρω στα 1920-1930 από το Nansen και το Michelsen[8] και ήσαν λίγο ή πολύ το αντίστοιχο των φλεγομένων σταυρών[9] στη Γαλλία ή των χαλυβδόκρανων [10] στην Αυστρία και χαρακτηρίζονταν από μια παραδοσιακή εθνικιστική κουλτούρα. 
Πάνω από όλα ήσαν εντυπωσιασμένοι  με τις επιτυχίες των αριστεριστών, με το πρόγραμμά τους, που αντιπροσώπευε  στα μάτια τους, μια κουλτούρα ξένη, μια προσπάθεια υπονόμευσης του παραδοσιακού Βορείου πνεύματος και που προμήνυε  την απειλή του μπολσεβικισμού και τη κατάσχεση των περιουσιών.
Στα χρόνια που προηγήθηκαν του πολέμου, η ομάδα του Κουίσλινγκ θεμελίωσε την προπαγάνδα της τόσο προς τη κατεύθυνση του  επανεξοπλισμού  της χώρας  όσο  και προς τη φύση των μέτρων που όφειλαν να διασφαλίσουν , σε περίπτωση πολέμου , τη σταθερή και πραγματική ουδετερότητα. Το εργατικό κόμμα που βρισκόταν στην εξουσία υπό το Nygaarsvold , ήταν αντίθετα ο υπερασπιστής του ολοκληρωτικού αφοπλισμού  και  δεν έκρυβε τη συμπάθειά του για τις μεγάλες δημοκρατίες. Στα  1938  αυξήθηκε  έστω και κατά λίγο ο προϋπολογισμός   του Υπουργείου Άμυνας αλλά ένα χρόνο αργότερα, στα 1939, τα ψηφισμένα κονδύλια  δεν είχαν ακόμα απορροφηθεί .
Η σύγχυση υπήρξε πλήρης  στις 8 Απριλίου 1949, όταν έλαβε χώρα η "προληπτική" απόβαση των Άγγλων και Γάλλων .Το μόνο για το οποίο νοιαζόταν η Κυβέρνηση ήταν να μη πάρει καμία βιαστική απόφαση που θα την έβαζε στη λάθος μεριά, παρά το γεγονός ότι η Γαλλία και η Αγγλία ήσαν ξεκάθαρα οι εισβολείς. Όταν σαράντα οκτώ ώρες μετά , αποβιβάστηκαν τα γερμανικά στρατεύματα η βασική έγνοια της Κυβέρνησης ήταν να εγκαταλείψει τη Πρωτεύουσα  δίχως να προνοήσει για τη καταστροφή των ραδιοφωνικών σταθμών   και των αεροδρομίων  που προοριζόταν για τους Άγγλους και που στο τέλος χρησιμοποιήθηκαν από τους Γερμανούς.
Ύστερα από παραμονή  δύο μηνών στις ορεινές και απομονωμένες περιοχές του Βορρά η Νορβηγική Κυβέρνηση συνοδευόμενη από το Βασιλιά επιβιβάστηκαν στο Devonshire και κατέφυγαν στο Λονδίνο όπου  προστέθηκε στις εκεί κυβερνήσεις φαντάσματα. Ο διάδοχος,σήμερα Βασιλιάς Olaf V [11],επιθυμούσε να μοιραστεί τα δεινά του λαού  του στη διάρκεια της κατοχής, αλλά η κυβέρνηση δεν του  επέτρεψε να υλοποιήσει  την απόφαση αυτή.
Στις 10 Ιουνίου  του 1940 , η εισβολή στη Νορβηγία έκλεισε  με την άνευ όρων συνθηκολόγηση του στρατού που υπογράφηκε στο Trondheim  από το στρατηγό Roscher-Nielsen ύστερα από εντολή της Νορβηγικής κυβέρνησης και το στρατηγό Ruge και επικυρώθηκε στο Λονδίνο από το Πρόεδρο της Κυβέρνησης Nygaarsvold και άλλους δύο υπουργούς , το Καθηγητή Koht και τον υπουργό Άμυνας Ljungberg.
Αυτή η συνθηκολόγηση στη συνέχεια αποσιωπήθηκε εντελώς από τη Νορβηγική Κυβέρνηση-φάντασμα ,η οποία μάλιστα ,στα 1945 αρνήθηκε ότι υπήρξε ποτέ παρόμοιο κείμενο. 

Στη διάρκεια του 1939 ο Quisling προσπάθησε δίχως επιτυχία να παίξει ένα μεσολαβητικό ρόλο ανάμεσα στο Χίτλερ και τους συμμάχους για την επίτευξη μιας ειρηνόφιλης πολιτικής. Στη διάρκεια των προσπαθειών του αυτών είχε, τον Δεκέμβριο του 1939 δύο συναντήσεις με το Χίτλερ . Ο Quisling κατανοούσε πολύ δύσκολα τα γερμανικά και τα μιλούσε χειρότερα. Κατάφερε όμως να πείσει το Χίτλερ για τους κινδύνους που τον απειλούσαν από τη πλευρά της Νορβηγίας, καθώς και για τη διάθεση της Νορβηγικής Κυβέρνησης να κρατήσει μια ευνοϊκή ουδετερότητα απέναντι στις συμμαχικές χώρες.
Γνωρίζουμε σήμερα από γερμανικά ντοκουμέντα, ότι η γερμανική στρατηγική απέναντι στη Νορβηγία άρχισε να εξετάζεται μετά το επεισόδιο του Altmark τον Φεβρουάριο του 1940 , και ύστερα από το περιστατικό αυτό είναι γνωστό ότι ο Χίτλερ αποφάσισε να διακόψει κάθε επικοινωνία με το Quisling τόσο για να μη το φέρει πολιτικά σε δύσκολη θέση, όσο και από το φόβο των διαρροών .
Τα έγγραφα αυτά που οι σύμμαχοι ανακάλυψαν στα αρχεία του Ράιχ διαψεύδουν με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο όλες τις καταθέσεις που δόθηκαν στη δίκη του Quisling σύμφωνα με τις οποίες ο ίδιος γνώριζε και διευκόλυνε τα στρατηγικά σχέδια του γερμανικού στρατού.
Στις 10 π.μ της 9 Απριλίου αερομεταφερόμενα στρατεύματα
του  εχθρού αποβιβάζονται στο Όσλο . Η στρατιωτική
μπάντα που προηγείται, δίνει στην εισβολή
 την εντύπωση στρατιωτικής
παρέλασης. 
Της στιγμή της κατάληψης της Νορβηγίας από τους Γερμανούς ο Quisling έκανε  ένα χαρακτηριστικό λάθος που υπογραμμίζει πολύ καλά αυτό το αξιοπερίεργο που επισημαίνεται στη συμπεριφορά αυτού του πραγματικά έξυπνου ανθρώπου. Δεν έλαβε καθόλου υπ΄όψη του την οργή  με την οποία  αναπόφευκτα θα βρισκόταν αντιμέτωπη  κάθε νορβηγική κυβέρνηση που θα έμοιαζε να έχει τις "ευλογίες" των στρατευμάτων του εισβολέα. Είδε μόνο την ευκαιρία μιας ηθικής ανύψωσης της Νορβηγίας που θα της επέτρεπε να εξαλείψει τους κινδύνους που απειλούσαν στο μέλλον,  την ακεραιότητα και τη δύναμη της Πατρίδας του και ταυτόχρονα , θέλησε να αναστήσει  τα ιδανικά και το πνεύμα του αρχαίου βόρειου πολιτισμού που από μόνα τους ,πάντα κατά την άποψή του, θα είχαν την απαραίτητη  δύναμη να διασφαλίσουν  τη σωτηρία του Έθνους.

Από την επομένη της γερμανικής κατοχής ο Quisling έκανε με τους οπαδούς του ένα πραξικόπημα για να καταλάβει την εξουσία. Με διαπιστωμένο το κενό της εξουσίας ύστερα από την αναχώρηση του Βασιλιά και του Storting  ο ίδιος, ανέλαβε αρχηγός της Εθνικής Κυβέρνησης που συστάθηκε για τις κατεχόμενες περιοχές και ακύρωσε αμέσως τις συνέπειες  του διατάγματος της επιστράτευσης που μόλις είχε εκδώσει η προηγούμενη Κυβέρνηση .
Ενεργώντας με τον τρόπο αυτό ο Quisling παρέμενε  πιστός στις οδηγίες  που είχε δώσει η Στρατιωτική Ακαδημία με βάση την εμπειρία των κρίσεων του 1886 και του 1905 και με τις οποίες είχε εγκαθιδρυθεί η  πολιτική της νορβηγικής ουδετερότητας.

Παρόλα αυτά η κατάπληκτη κοινή γνώμη διαμόρφωσε αμέσως την εντύπωση, πως ο Quisling ήταν ένας πράκτορας της Γερμανίας και ότι είχε αναλάβει παρόμοια πρωτοβουλία υπακούοντας στις διαταγές της Χιτλερικής Κυβέρνησης . Αυτό είναι το επιχείρημα που ανασύρθηκε την εποχή της δίκης στα 1945 και που το μεγαλύτερο μέρος των Νορβηγών ακόμη και σήμερα εξακολουθεί να πιστεύει .Στη πραγματικότητα τα γερμανικά ντοκουμέντα που βρέθηκαν από τους συμμάχους φανερώνουν ότι τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν διαφορετικά  και οι Γερμανοί σχεδόν εξεμάνησαν από τη πρωτοβουλία Quisling , αφού η πρόθεσή τους ήταν , να διαπραγματευτούν με με τη νόμιμη κυβέρνηση της Νορβηγίας και όχι με τον Quisling.
Αυτή ακριβώς η έγνοια υπαγόρευσε τη συμπεριφορά του Γερμανικού γενικού Επιτελείου.
Λίγες ημέρες αργότερα , στις 15 Απριλίου , οι γερμανικές αρχές πρότειναν τη δημιουργία μιας "λέσχης" αποτελούμενη "από πρόσωπα σημαντικά" με αποστολή να αντιπροσωπεύουν το πληθυσμό μπροστά στις γερμανικές αρχές . Κάτι τέτοιο έδωσε ζωή στο Διαχειριστικό Συμβούλιο που λειτούργησε από τις 15 Απριλίου , και μάλιστα μια λύση ανάλογη οι Γερμανοί θα αναζητήσουν λίγο αργότερα στο Βέλγιο με τους Γενικούς Γραμματείς .Η εξόριστη Κυβέρνηση σε μια προσπάθεια να νομιμοποιήσει τη κατάσταση διέδωσε αργότερα το μύθο ότι εκείνο το Διαχειριστικό Συμβούλιο είχε εξουσιοδοτηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, στο όνομα της Κυβέρνησης του Λονδίνου. Στη πραγματικότητα τα πράγματα εξελίχθηκαν τελείως διαφορετικά μια που η λύση για την αντιμετώπιση της κατάστασης είχε επιβληθεί de facto . Η κατάσταση αυτή κράτησε μικρό χρονικό διάστημα .Το Διαχειριστικό συμβούλιο διακρίθηκε για το "αντιστασιακό του"  
πνεύμα σε σημείο που ο Γενικός Επίτροπος του Ράιχ Terboven αναγκάσθηκε να το διαλύσει στα τέλη του 1940 και να επιστρέψει στη λύση της απ ευθείας διαχείρισης   με τους Γενικούς Γραμματείς . Αρκετοί από αυτούς τους Γενικούς Γραμματείς εξελέγησαν από το κόμμα του Quisling που ήταν και το μοναδικό διαθέσιμο να εφαρμόσει μια πολιτική καλής γειτονίας με τα στρατεύματα κατοχής. Η επιρροή τότε του Quisling μεγάλωσε και αυτός πιστός στην αυταπάτη του και καθοδηγούμενος από την αναλλοίωτη πίστη του για τα πλεονεκτήματα που η εφαρμογή του προγράμματός του και η επιστροφή της Βόρειας έμπνευσης θα επέφεραν οπωσδήποτε , κατέληξε να δεχθεί το αξίωμα του Προέδρου του Υπουργικού συμβουλίου , αξίωμα που άσκησε από το Φεβρουάριο 1942 , δίχως να λείπουν κάποιες συγκρούσεις με τον Επίτροπο του Ράιχ Terboven.
Έτσι αντίθετα με τα όσα συνέβησαν στη Γαλλία,  ο Quisling "συνεργάστηκε " με τους Γερμανούς όχι κάτω από τη πίεση περιστάσεων ή με την ιδιότητα του εκπρόσωπου της χώρας που είναι αναγκασμένος να διαπραγματευτεί με τους Γερμανούς , αλλά εθελοντικά, από ιδεαλισμό , για να θέσει σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα που του φαινόταν σωτήριο , λίγο πολύ στο πνεύμα του Doriot [ ] και του Déat [ ]  στη Γαλλία.(138
Το μεγαλύτερο μέρος των Νορβηγών φυσικά δεν έδειξε καμία αναγνώριση για την απεγνωσμένη προσπάθεια σωτηρίας που επεδίωξε ο ιδεαλισμός του Quisling και επιπλέον, η οργάνωση της αντίστασης , μετά την είσοδο στο πόλεμο της Ρωσίας και τα γερμανικά αντίποινα που αναπόφευκτα ακολούθησαν , καλλιεργούσε το γνωστό μίσος εναντίον όλων εκείνων που βρέθηκαν με τη μεριά των Γερμανών. 
Ο Quisling όχι μόνο δεν κατάφερε να δώσει στο νόημα του φασισμού την αναγκαία εκείνη ώθηση που θα του επέτρεπε μια επιστροφή στις παραδόσεις και στις πηγές της Βόρειας έμπνευσης , αλλά αντίθετα έβαλε σε κίνδυνο την υλοποίηση και το προσανατολισμό του προγράμματος του, που τώρα ήταν υποχρεωμένος να το εφαρμόσει μέσα από τις δυσκολίες της κατοχής , δίνοντας επιπλέον την εντύπωση ότι εφαρμόζει όχι τις προσωπικές πεποιθήσεις του, αλλά τις οδηγίες της Χιτλερικής Κυβέρνησης.

Αυτό το ατυχές σημείο εκκίνησης κινητοποίησε εναντίον του το σύνολο της κοινής γνώμης της Νορβηγίας .Είναι περιττό να προσθέσουμε ότι το λάθος αυτό διευκόλυνε πάρα πολύ την εξόριστη Νορβηγική Κυβέρνηση που καθαγίασε τα τέσσερα χρόνια δράσης της, όχι τόσο συνεργαζόμενη με τους συμμάχους , με τις πραγματικά αστείες δυνάμεις που είχε στη διάθεσή της, όσο προετοιμάζοντας διακριτικά , τη παράνομη νομοθεσία για την υλοποίηση της εκδίκησής της. 
Δεν υπάρχει αμφιβολία παρ΄όλα αυτά πως όταν η Νορβηγική Κυβέρνηση του Λονδίνου επέστρεψε στη χώρα ακολουθώντας τα αγγλικά στρατεύματα , η κοινή γνώμη βιάστηκε να αποδεχθεί όλες τις κατηγορίες και όλες τις δίκες που οργανώθηκαν ενάντια στους οπαδούς του Quisling. 
Η εκκαθαρίσεις αυτές στηριζόταν σε μια αμφιλεγόμενη εν λευκώ εξουσιοδότηση που το Storting  υποτίθεται πως είχε δώσει στην εξόριστη Κυβέρνηση στη διάρκεια της τελευταίας δημόσιας συνεδρίασης του πάνω σε νορβηγικό έδαφος . Στη πραγματικότητα αποδείχτηκε και αργότερα αναγνωρίστηκε ότι αυτή η υποτιθέμενη εν λευκώ εξουσιοδότηση προετοιμάστηκε και συντάχθηκε γύρω από ένα τραπέζι από τρία ή τέσσερα μέλη της κυβέρνησης φάντασμα του Λονδίνου , στο ξενοδοχείο του Λονδίνου που είχε τεθεί στη διάθεσή τους. Και εξαιτίας  αυτής λοιπόν της εν λευκώ εξουσιοδότησης, η κυβέρνηση του Λονδίνου ξόδεψε 4 χρόνια  για να συντάξει μια νομοθεσία που παραβίαζε σε αρκετά σημεία το παλαιό φιλελεύθερο σύνταγμα της Νορβηγίας , επαναφέροντας τη ποινή του θανάτου που είχε καταργηθεί στη χώρα εκείνη, περιλαμβάνοντας στις ποινές τη κατάσχεση της περιουσίας που και αυτή απαγορευόταν από το σύνταγμα , κατασκευάζοντας μια νομοθεσία με αναδρομική ισχύ και μια καινούρια ερμηνεία της έννοιας της προδοσίας , παντελώς παράνομα. Η νομοθεσία ήταν  παράνομη από τη στιγμή που το ίδιο το Storting στα 1940   είχε χάσει ,κάθε  νομική υπόσταση. (Τα  μέλη του Storting, που είχαν εκλεγεί στα 1936 για 3 χρόνια και είχαν  στα 1939  παρατείνει τη ζωή του οργάνου αυτού  κατά ένα ακόμα χρόνο,   στα 1940 με τη λήξη της παράτασης , είχαν χάσει κάθε νομιμοποίηση.)

Προέκυπτε ακόμα , σύμφωνα πάντα με το Νορβηγικό Σύνταγμα ότι κι αυτή ακόμα η Κυβέρνηση, από τη στιγμή που δεν ελεγχόταν στην άσκησή των καθηκόντων της από το Storting , όπως συνέβη μετά το  1940, δεν διέθετε πλέον καμία νομική υπόσταση , και από την ημερομηνία αυτή κι αυτός ακόμη ο Βασιλιάς, που δεν είχε δικαίωμα  να βασιλεύσει δίχως νόμιμη κυβέρνηση πέρα των τριών εβδομάδων , μπορούσε να  θεωρηθεί  έκπτωτος λόγω αναστολής της  νομιμότητας . 
Παρά τις όποιες αιτίες για ακυρότητα, το βέβαιο είναι ότι ο ιδεαλισμός του Quisling και η αφέλειά του είχαν δημιουργήσει τέτοιες προϋποθέσεις που η κοινή γνώμη ήταν πρόθυμη να δεχθεί από την εξόριστη Κυβέρνηση οποιαδήποτε μέτρα. Η άδικη δίκη βασισμένη σε μια τεκμηρίωση το ίδιο ανέντιμη και αποσπασματική μπροστά σε ένα δικαστήριο αποτελούμενο αποκλειστικά από πολιτικούς εδώ και δεκαπέντε χρόνια αντιπάλους του Quisling, έγινε δεκτή από τη κοινή γνώμη.

H δραματική ιστορία του Quisling φανερώνει τη φύση του κινδύνου που απειλεί πάντα ένα φασιστικό σχηματισμό , όταν αυτός οικειοποιείται καταχρηστικά τις συγκυρίες , αντί να οδηγείται στην εξουσία από μια περίοδο κρίσης και με τη θέληση ή την γενική ανοχή της Χώρας . Πρέπει να αναγνωρίσουμε (140) ότι υπήρχε κάτι το τεχνητό στη πολιτική δόμηση του , γιατί στη Νορβηγία δεν υπήρχαν ούτε η αναγκαιότητα να εξευρεθεί ένας συνομιλητής με τις δυνάμεις κατοχής ούτε η γενική απαξίωση της χώρας και η σχεδόν κοινοβουλευτική ομοφωνία που στα 1940 διεκδίκησε στη Γαλλία ένα καινούριο καθεστώς. Οι συγκυρίες αυτές υπογραμμίζουν το ¨δημοκρατικό" χαρακτήρα του κάθε φασισμού. Αντίθετα με ότι πιστεύεται γενικά , ο φασισμός δεν είναι ένα καθεστώς που επιβάλλεται αλλά μια αλλαγή που η κοινή γνώμη απαιτεί.Και αυτή είναι μια βασική παράμετρος της γέννησής του που ο Quisling πνεύμα καθόλου θεωρητικό, έχασε από τον οπτικό του ορίζοντα.
                                                                            
[1]Bardeche  M: I Fascismi sconosciuti. (Οι άγνωστοι Φασισμοί.) Σελ 123-140
[2] Η πρώτη αναφορά γίνεται από τους "The Times" του Λονδίνου της 19 Απριλίου σε άρθρο με τίτλο  "Quislings everywhere"- Quislings παντού- 
[3] Η τελευταία καταδίκη σε θάνατο  έλαβε χώρα στα 1870. Η εξόριστη Κυβέρνηση του Λονδίνου ψήφισε διάταγμα για την επαναφορά της θανατικής ποινής  .
[4] Υπήρξε ο γιος του Νορβηγού πάστορα  Jon Lauritz Quisling (1844–1930) και της  Anna Caroline Bang (1860–1941). Κατά μια εκδοχή το οικογενειακό όνομα προερχόταν από τη λατινοποιημένη ονομασία (Quislinus) ενός χωριού της Γιουτλάνδης το  Kvislemark .
[5]Fridtjof Nansen (1861 - 1930)  Νορβηγός επιστήμονας,εξερευνητής διπλωμάτης .Στα  1921 διορίστηκε  Ύπατος Αρμοστής της Κοινωνίας των Εθνών για τους Πρόσφυγες.
[6]
[7]
[8] Peter Christian Hersleb Kjerschow Michelsen (1857 -  1925) Ήταν ο πρώτος πρωθυπουργός της ανεξάρτητης Νορβηγίας (1905 - 1907). Το 1925 , ο ίδιος, μαζί με το πολικό εξερευνητή Fridtjof Nansen και τον βιομήχανο Joakim Lehmkuhl , ίδρυσαν τον Πατριωτικό Σύνδεσμο.
[11]