Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

MIA ΠAΤΡΙΩΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΤΗΣ ΙV ΜΕΡΑΡΧΙΑΣ Δ ΔΗΜΑΡΑ

ΠΩΣ ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΑΙ ΑΝΑΚΟΥΦΙΖΟΥΝ ΤΑΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΤΩΝ ΦΟΝΕΥΘΕΝΤΩΝ ΣΥΝΑΔΕΛΦΩΝ ΤΩΝ- 65 ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΕΡΑΝΟΣ ΤΗΣ 4ης ΜΕΡΑΡΧΙΑΣ.
Ο Διοικητής της IV Mεραρχίας έσχεν την έμπνευσιν ν΄ανακουφίση κατά το δυνατόν τας οικογενείας  των πεσόντων της Μεραρχίας και προς τούτο απηύθυνεν  εγκύκλιον  επιστολήν  προς τας υπ' αυτόν Μονάδας καλών πάντας  όπως προσφέρωσι τον οβολόν των προς τον σκοπόν τούτον. Εν διαστήματι ελαχίστου χρόνου η υπέροχος και πατριωτική αυτή έκκλησις  του Στρατηγού  τον οποίον λατρεύει η Μεραρχία του , εύρεν απήχησιν  παρ' άπασι και ούτω συνελέγη το ποσόν των 65 χιλιάδων δραχμών αίτινες και κατετέθησαν  εις το Υποκατάστημα  της Εθνικής Τραπέζης  εν Σμύρνη με την εντολήν όπως  αποσταλώσιν  ως πρώτη λύσις  ανά δραχμαί χίλιαι  εις εκάστην  οικογένειαν  πεσόντος οπλίτου απηύθυνε δε συγχρόνως την κάτωθε επιστολήν προς τους Προέδρους Κοινοτήτων.
Αξιότιμε κ.Πρόεδρε,
Λαμβάνω την τιμήν να γνωρίσω ημίν ότι η υπό τας διαταγάς μου Μεραρχία  εν τη επιθυμία όπως εκπληρώση εμπραγμάτως  και εν τω δυνατώ  αυτής μέτρω αφ'  ενός μεν  την συμπάθειάν της προς  τας οικογενείας  των ηρωϊκώς επί  του πεδίου της μάχης πεσόντων οπλιτών  της ή των οπωσδήποτε , εν τη εκληρώσει του καθήκοντος θανόντων τοιούτων  κατά την παρούσαν  εν Μικρά Ασία εκστρατείαν, αφ' ετέρου  δε τον σεβασμόν  και την τιμήν ην πάντες  οι επιζώντες , συμμαχηταί  τρέφουν προς την μνήμην  των ηρώων  τούτων προέβη εις την δι' εράνων εν αυτή τη Μεραρχία  μεταξύ των αξιωματικών  και οπλιτών της συλλογής  χρηματικού ποσού  επί τω σκοπώ  όπως διανεμηθή τούτο  εις τας άνω οικογενείας  δυναμένας  να διαθέσωσι  την ανάλογον μερίδα  των κατ' ιδίαν βούλησιν.
Συνεπώς παρακαλώ υμάς , όπως ευαρεστούμενοι  αφ' ενός  μεν πληροφορήσητε  τας οικογενείας  των κάτωθι σημειουμένων οπλιτών , ότι παρά τω Υποκαταστήματι  της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδας  εν ................ κατετέθη  επ' ονόματι  αυτών  το έναντι εκάστης αναγραφόμενον χρηματικόν ποσόν  το οποίον δύναται  να αποσύρωσι παρά του άνω Υποκαταστήματος  προσάγοντες  εις αυτό  το απαιτούμενον  προς βεβαίωσιν της ταυτότητος των πιστοποιητικών , αφ' ετέρου  δε γνωρίσητε ημίν την λήψιν του παρόντος εγγράφου.
Στρατηγείον Τ.Τ 929 τη ....  Νοεμβρίου 1921
Ο Διοικητής της IV Μεραρχίας.
Δ. Δημαράς
(Από την Εφημερίδα "ΕΜΠΡΟΣ" της Τρίτης 16 Νοεμβρίου 1921) 


Ο Υποστράτηγος Δ. Δημαράς  γεννήθηκε στο Ναύπλιο στα 1869 .Αποφοίτησε από το Στρατιωτικό Σχολείο με το βαθμό του Ανθυπολοχαγού Μηχανικού  στα 1892. Πήρε μέρος στο πόλεμο του 1897 και στους απελευθερωτικούς πολέμους του 1912-13 .Αποστρατεύτηκε το Νοέμβριο του 1919 και ανεκλήθη στην ενεργό υπηρεσία ένα χρόνο αργότερα.Πήρε μέρος στη Μικρασιατική εκστρατεία και υπήρξε  Διοικητής της IV Μεραρχίας. Αποστρατεύτηκε  στις 12 Νοεμβρίου 1923. Πέθανε στις 5 Μαρτίου 1926

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΤΡΑΤΟ

Οι αντιπρόσωποι της ελληνικής Στρατιάς αντισυνταγματάρχης μηχανικού Δούσμανης και λοχαγός μηχ. Μεταξάς σε συνεργασία με το Χασάν Ταξίν πασσά  Αρχιστράτηγο του Τουρκικού Στρατού συνέταξαν την εσπέραν της   26 Οκτωβρίου το παρακάτω  πρωτόκολλο παραδόσεως. 


«Μεταξύ της Α. Β. Υ. του αρχιστρατήγου του ελληνικού στρατού και της Α. Ε. του αρχιστρατήγου του τουρκικού στρατού συνεφωνήθησαν τα κάτωθι : 
Άρθρον 1ον. Τα όπλα των Οθωμανών στρατιωτών, θα παραληφθώσι και θα τεθώσιν εν αποθήκη, θα φρουρηθώσι δε υπό την ευθύνην του ελληνικού στρατού. Επί του αντικειμένου αυτού θα συνταχθή ιδιαίτερον πρωτόκολλον. 
Άρθρον 2ον. Οι Οθωμανοί στρατιώται θα στρατωνισθώσι μέρος μεν εις Καραμπουρνού, μέρος δε εις τους στρατώνας πυροβολικού, τους καλουμένους Τοπτσίν. Θα τρέφωνται υπό των αρχών Θεσ]νίκης.
Άρθρον 3ον. Η πόλις της Θεσσαλονίκης παραδίδεται εις τον ελληνικό στρατόν μέχρι της συνομολογήσεως της ειρήνης. Άρθρον 4ον. Πάντες οι ανώτεροι στρατιωτικοί υπάλληλοι και οι αξιωματικοί έχουσι το δικαίωμα να διατηρήσωσι τα ξίφη των και να ώσιν ελεύθεροι εν Θεσσαλονίκη. Ούτοι θα δώσωσι λόγον τιμής, ότι δεν θα λάβωσι πλέον τα όπλα κατά του ελληνικού στρατού και των συμμάχων αυτού κατά την διάρκειαν του παρόντος πολέμου. 
Άρθρον 5ον. Άπαντες οι ανωτέρω πολιτικοί βαθμούχοι και οι υπάλ­ληλοι του Βιλαετίου θα ώσιν ελεύθεροι. 
Άρθρον 6ον. Οι χωροφύλακες και οι αστυνομικοί θα φέρωσι τα όπλα αυτών. 
Άρθρον 7ον. Το Καραμπουρνού θα χρησιμεύση ως κατάλυμα των αφωπλισμένων Οθωμανών στρατιωτών. Τα πυροβόλα και τα πολεμικά μηχανήματα του Καραμπουρνού θα τεθώσιν εκτός χρήσεως υπό του τουρκικού στρατού και θα παραδοθώσιν εις την ελληνικήν δύναμιν.
Άρθρον 8ον. Τα εν άρθρω 1ω διαλαμβανόμενα θα εκτελεσθώσιν εντός του χρονικού διαστήματος των δύο ημερών, αρχομένου από αύριον Σάββατον 27 Οκτωβρίου 1912. Η προθεσμία αύτη δύναται ακόμη να παραταθή τη συγκαταθέσει του αρχιστρατήγου του ελληνικού στρα­τού. 
Άρθρον. 9ον. Η κατάστασις αύτη θα τηρηθή μέχρι συνομολογήσεως της ειρήνης.
Άρθρον. 10ον. Οι χωροφύλακες και η Οθωμανική αστυνομία θα εξακολουθήσωσι την υπηρεσίαν αυτών μέχρι νεωτέρας αποφάσεως . Εν Θεσσαλονίκη τη 26η Οκτωβρίου 1912.

Ο αρχηγός του τουρκικού Στρατού Χασάν Ταχσίν. 
Οι πληρεξούσιοι της Α.Β.Υ  του Διαδόχου της Ελλάδος Β. Δούσματης. I. Μεταξάς. 
ΣΧΕΤΙΚΟ:Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΝ (ΧΡ ΓΚΙΟΝ Γ.ΘΗΡΑΙΟΣ) 

Πέμπτη 22 Μαρτίου 2012

Α ΚΟΝΤΟΥΛΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΙΟΥΝΙΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΛΙΟΥ 1921

Στρατιωτικόν Συμβούλιον-Αποφάσεις.
Κατά το δεύτερον δεκαήμερον μηνός Απριλίου αφίχθησαν εις Σμύρνην ο Πρωθυπουργός  Γούναρης , ο Υπουργός των Στρατιωτικών Θεοτόκης και ο Αρχηγός του Γεν.Επιτελείου Δούσμανης , οίτινες μετά του Αρχιστρατήγου επεθεώρησαν  το μετωπον και εκοινοποίησαν  την απόφασιν της Κυβερνήσεως περί οριστικής  ενεργείας νέας εκστρατείας προς κατάληψιν του Αφιόν-Καραχισάρ, Κιουταχείας και Εσκή-Σεχήρ, με απώτερον  σκοπόν την συντριβήν και την εξουθένωσιν του εχθρού. 

Την 29ην Μαΐου αφίχθη εις Σμύρνην ο Βα­σιλεύς Κωνσταντίνος, συνοδευόμενος από τον πρωθυπουργόν, τον Υπουργόν των Στρατιω­τικών και τον Αρχηγόν του Επιτελείου Στρατηγόν Δούσμανην, προς παρακολούθησιν των επιχειρήσεων. 
Εις γενόμενον στρατιωτικόν συμβούλιον εν Κορδελιώ υπό την προεδρείαν του Βασιλέως ενεκρίθη το σχέδιον της Στρατιάς, δια του ο­ποίου επεδιώκετο η κύκλωσις του εχθρού δια μεγάλων κυκλωτικών κινήσεων, ενώ συγχρό­νως θα προσεβάλλετο ούτος κατά μέτωπον υπό του Β' Σώμ. Στρατού και της IX Μεραρχίας. 
Η Στρατιά, κατόπιν εγκρίσεως του σχεδίου της, καθώρισε δια διαταγών της τας θέσεις εξορμήσεως των διαφόρων Μεραρχιών ως εξής : 
Εκ Νότου ' άκρον αριστερόν η IX Μεραρχία (Συν)χης Τσιρογιάννης) ' δεξιώτερον αυτής το Β' Σώμα Στρατού (Υποστρ. Α. Βλαχόπουλος) εκ των XIII (Συν)χης Διγενής) και V (Συν)χης Τριλίβας) Μεραρχιών, αι οποίαι μετά της IX θα διεξήγαγον τον κυρίως κατά μέτωπον αγώνα' δεξιώτερον των Μεραρχιών τούτων το Α' Σ. Στρατού (Αντιστρ. Α. Κοντούλης) εκ των Ι (Υποστρ. Φράγκου) και ΙΙ (Συν)χης Βαλέττας) Μεραρχιών, αίτινες μετά της Ταξιαρ­χίας Ιππικού θα διεξήγαγον ευρείαν κυκλωτικήν κίνησιν με αντικειμενικόν σκοπόν την κατάληψιν του σιδηρ. σταθμού Αλαγιούντ, συγ­χρόνως δε θα επετίθεντο κατά του άκρου α­ριστερού του εχθρού, το οποίον κατ' αρχάς δεν παρουσίαζε σημαντικάς δυνάμεις αντι­στάσεως. 
Εις το δεξιόν ετάσσοντο αι Μεραρχίαι XII (πρίγκηψ Ανδρέας) και IV (Υποστρ. Δημαράς) με αντικειμενικόν σκοπόν την κατάληψιν του Αφιόν Καραχισάρ, της XII μετά τούτο δια­τιθεμένης προς ενίσχυσιν του Α' Σώμ. Στρα­τού. 
Παραλλήλως η Στρατιά διέταξε σύγχρονον ενέργειαν των Μεραρχιών της βορείου ομά­δος. Ούτως αι Μεραρχίαι του Γ' Σώμ. Στρα­τού (Αντιστρ. Πολυμενάκος) VII (Συν)χης Πλάτης) και Χ (Υποστρ. Σουμίλας) θά επήρχοντο εκ βορρά δια της Προύσσης-Αδρανός-ΧαρματζΙκ-Κιουταχείας,μΕ Αντικειμενικόν σκοπόν την πίεσιν των ευρισκομένων εν Κιουταχεία εχθρικών δυνάμεων και κατάληψιν του Εσκή-Σεχήρ. 
Σύγχρονος θα ήτο και η ενέργεια των υπό τον Υποστρ. Τρικούπην Μεραρχιών, III (Υπ. Τρικούπης) και XI (Συν)χης Κλαδάς) αι οποίαι δια των οδών Αϊνεγκιόλ—Γενή Σεχήρ θα εξήσκουν πίεσιν κατά του ευρισκομένου προ των οχυρών του Εσκή-Σεχήρ, Αβγκίν, Ιν-Εϋνού και Κοβαλίτσης εχθρού. 
Το Συμβούλιον εξουσιοδότησε τον Πρωθυπουργόν να διαβιβάση εν υπομνήματι το πό­ρισμα των συνεννοήσεων τούτων, το οποίον εξεπροσώπει τας οριστικάς αντιλήψεις της Κυ­βερνήσεως από στρατιωτικής και πολιτικής α­πόψεως προς την Κυβέρνησιν της Μ. Βρεττανίας. 
Το υπόμνημα τούτο διαβιβασθέν υπό του Υπουργού των Εξωτερικών, κατελθόντος και τούτου εις Κορδελιό, προς την πρεσβείαν του Λονδίνου, ίνα επιδοθή εις την Αγγλικήν Κυβέρνησιν ως memorandum , είχεν ως εξής: 

Καθ' ην στιγμήν η Ελλάς άρχεται των εν Μ. Ασία επιχειρήσεων, η Ελληνική Κυβέρνησις θεω­ρεί καθήκον αυτής να διαδηλώση προς την Αγγλικήν Κυβέρνησιν τας αντιλήψεις, εξ ων εμπνέεται ουτως ο ομοθύμως υπό του Ελληνικου Λαού επι­χειρούμενος αγών. 
Η Ελληνική αντιπροσωπεία κατά την διάσκεψιν του Λονδίνου δεν έλειψε να καταστήση γνωστόν εμπιστευτικώς εις την Αγγλικήν Κυβέρνησιν το διαλ­λακτικόν πνεύμα αυτής, χάριν της επιτεύξεως αμέ­σου ειρήνης, άνευ περαιτέρω θυσιών. 
Η Ελληνική Κυβέρνησις πέποιθεν ότι η Αγγλι­κή εξετίμησε το διαλλακτικόν τούτο πνεύμα, τόσον μάλλον, καθ' όσον εγνώριζεν, ότι δεν προήρχετο εκ της αμφιβολίας περί την ικανότητα της Ελλά­δος προς επικράτησιν εν τω αγώνι. 
Δυστυχώς παρόμοιον διαλλακτικόν πνεύμα δεν επεκράτησε και παρά τοις ανθρώποις της Αγκύρας, οι οποίοι ως ήτο εύκολον να προΐδη τις, μεθυσθέν­τες εκ των μετά της Γαλλίας και Ιταλίας συμφω­νιών, δεν ηξίωσαν ουδέ απαντήσεως την προς αυ­τούς γενομένην πρότασιν της Διασκέψεως, παρ' όλας τας υπέρ αυτών τροποποιήσεις της συνθήκης των Σεβρών εις ουσιωδέστατα σημεία.
Η Ελληνική Κυβέρνησις, αναγκασθείσα εκ των παρατηρουμένων εχθρικών κινήσεων και εκ φόβου ενισχύσεως των έναντι του Ελληνικού Στρατού Κεμαλικών δυνάμεων δια των εκ Κιλικίας Τουρκι­κών στρατευμάτων προέβη εις την επίθεσιν  την αρξαμένην την 10)23 Μαρτίου. 
Η επίθεσις αύτη κατέδειξε το βάσιμον των υπο­νοιών της Ελληνικής Στρατιωτικής Διοικήσεως περί ενισχύσεως του εχθρού, αι οποίαι ενεφανίσθησαν κατά την σύγκρουσιν και δή ανώτεραι των προβλε­πομένων. 
Διότι, παρα την εις το νότιον μέτωπον πλήρη επιτυχίαν, ήτις έληξεν εις κατάληψιν της σιδηρ, γραμμής από Ουσάκ μέχρι 50 χιλ. πέραν του Αφιόν-Καραχισάρ, εν τω βόρειω μετώπω της Προύσ­σης ο Ελληνικός Στρατός συνήντησεν απροσδόκητον εχθρικήν συγκρότησιν προ του Εσκή-Σεχήρ, διαθέτουσαν όχι μόνον ποσότητα ανδρών υπερτέραν κατά πολυ της προ ολίγου διατιθεμένης, αλλά και πυροβολικόν κατά πολύ ισχυρότερον και εις αριθ­μόν τηλεβόλων και εις διαμέτρημα αυτών, προερχόμενον ασφαλώς εκ των παραβιασθεισών διασυμμαχικών αποθηκών, εξ ων φαίνεται, ότι υπεξηρέθη. 
Μετ' απαραμίλλου γενναιότητος πολεμήσας ο Ελληνικός Στρατός κατέλαβε το εν μετά το άλλο ισχυρότατα εχθρικά οχυρώματα, ένεκα όμως ση­μαντικής μειώσεως αυτού, συνεπεία των απωλειών, τας οποίας επέφερεν αυτώ το απροσδοκήτως εμφανισθέν βαρύ πυροβολικόν, ηναγκάσθη ο διοικών αυ­τόν αρχιστράτηγος να διατάξη την αναβολήν της περαιτέρω επιχειρήσεως, ίνα αναλάβη αυτήν μετά πληρεστέραν παρασκευήν. 
Παρ' όλα τα διαδοθέντα και γραφέντα εν τω τύπω της Δύσεως, η Ελληνική Κυβέρνησις θεωρεί καθήκον αυτής να βεβαιώση ότι ο Ελληνικός Στρα­τός ανέκοψε τον αγώνα εξ ιδίας αυτού πρωτοβου­λίας, ο δε εχθρός ουδέ ετόλμησε να εξέλθη των οχυρωμάτων αυτού, ουδέ  ηνώχλησε το παράπαν τον Ελληνικόν Στρατόν επιστρέφοντα εις τας θέσεις της εξορμήσεώς του. 
Όταν δέ, μετά την ανακοπήν της επιχειρήσεως εν τω βορείω μετώπω , ο εχθρός, καταβάλλων υπερτάτην προσπάθειαν να άρη επιτυχίαν τινά, συνεκέντρωσε πάσας σχεδόν τας διαθεσίμους δυνάμεις αυτού από Εσκή-Σεχήρ και επετέθη παρά το Τουλού - Μπουνάρ κατά της νοτίου στρατιάς μας επέτυχεν, αποκρουσθείς μετά βαρυτάτων απωλειών. 
Αλλ' εκ της επιχειρήσεως του Μαρτίου προέκυψεν ως βεβαίωσις, ότι ο εχθρός έλαβε νέαν μορφήν, εντελώς αλλοίαν εκείνης, υφ' ην ενεφανίζετο κατά την μέχρι τότε περίοδον. 
Αντί ασυντάκτων στιφών, με ανεπαρκές πολεμικόν υλικόν εφωδιασμένων και ατάκτως ενεργούντων, παρουσιάζετο ήδη ο εχθρός ως μία συντεταγμένη στρατιωτική δύναμις, άξιον λόγου διαθέτουσα πολε­μικόν υλικόν και δη εις πυροβόλα και μεγάλου α­κόμη διαμετρήματος. 
Η νέα αύτη φάσις του πολέμου, η εκ της επι­χειρήσεως του Μαρτίου το πρώτον αποκαλυφθείσα, έθεσε την Κυβέρνησιν προ της ανάγκης να αποβλέψη εις σπουδαίαν ενίσχυσιν του Ελληνικού Στρα­τού, ώστε να τεθή εκτός πάσης αμφιβολίας η από πάσης απόψεως μαχητική υπεροχή αυτού απέναντι του ούτω παρουσιαζομένου ήδη εχθρού. Η  Ελληνική Κυβέρνησις ουδ' επί στιγμήν εδίστασε να χωρήση μετ' αποφασιστικότητας προς την κατεύθυνσιν ταύτην, έχουσα διαυγή την συνείδησιν, ότι εν τη τοιαύτη αυτής πολιτική πραγματο­ποιεί αμετάκλητον απόφασιν του Ελληνικού Λαού ολοκλήρου να επιβληθή δια των ιδίων αυτού δυνά­μεων εις τον εν Μ. Ασία εχθρόν. 
Και η συνείδησις αύτη κατεδείχθη τελείως σύμ­φωνος προς την πραγματικότητα.  
Διότι ο Ελληνικός Λαός μετά προθυμίας και ενθουσιασμού προσέφερε την τε ενίσχυσιν του Στρατεύματος εις άνδρας και τας προς συνέχισιν του αγώνος απαιτουμένας υλικάς θυσίας. 
Η Εθνική Συνέλευσις ομοφώνως, επευφημούντος ολοκλήρου του Λαού, εψήφισε δάνειον 625 εκα­τομμυρίων δραχμών, οι δε κληθέντες υπό τα όπλα έφεδροι προσήλθον εν αριθμώ υπερβαίνοντι κατά πολύ τους προσελθόντας καθ' οιανδήποτε προηγουμένην πρόσκλησιν. 
Εκ των τριών προσκληθεισών το πρώτον κλά­σεων, εκ των οποίων, επί τη βάσει των κατά τας προηγουμένας προσκλήσεις προσελεύσεων, υπελογίζετο, ότι θα προσήρχοντο περί τας 40-45 χιλιά­δας ως είχε δηλώσει προς την Αγγλικήν Κυβέρνησιν και η Ελληνική αντιπροσωπεία κατά Μάρτιον προσήλθον 53 χιλιάδες, εκ των κατόπιν δε κληθεισών τεσσάρων κλάσεων , εξ ων αι δύο πολύ πρεσβύτεραι  και συνεπώς πολύ ηλαττωμέναι, προσήλθον  58 χιλιάδες αντί των 4-5 χιλιάδων, όσαι υπελογίζοντο.  
Eκ τούτων κατεδείχθη  κατά τρόπον ανεπίδεκτον οιασδήποτε αμφιβολίας, ότι ορθώς έκρινεν η Ελληνική  Κυβέρνησις, θέσασα ως βάσιν της ενεργείας αυτής την πεποίθησιν, ότι η πολιτική αύτη, ήτις υπηρετεί  κεφαλαιώδη και ζωτικά της Ελλάδος συμφέροντα και  δικαιολογεί πάσαν θυσίαν, είναι και η βαθυτάτη συνείδησις του Ελληνικού Λαού ολοκλήρου, καταδηλωθείσα κατά τον μάλλον εύγλωττον τρόπον δια της προθυμίας, μεθ' ης ούτος προσήνεγκε και την ζωήν και το βαλάντιον αυτού προς επιδίωξιν του αγώνος. 
Και δεν ητο δυνατόν να άντιλαμβάνηται άλλως ο Ελληνικός Λαός την πολιτικήν ταύτην, παρά ό­πως και η Κυβέρνησις. Μακρότατον Ιστορικόν παρελθόν,πλήρες δόξης και αφθάστου πολιτισμού, συν­δέει είς τας βαθυτάτας και ιερωτάτας αναμνήσεις του Ελληνικού Λαού τας χώρας εν αις διεξάγεται ο αγών σήμερον προς την ζωήν της Ελληνικής Φυλής, ήτις επί τριάκοντα αιώνας και πλέον διετήρησε και διατηρεί έν αυταίς την παντοίαν υπεροχην αυτής επί πασών των εξ Ασίας κατελθουσών Φυλών. 
Αλλά και εν βλέμμα επί του χάρτου αρκεί να πείση οιονδήποτε και ιδιαιτέρως πάντα Έλληνα συνειδότα την αποστολήν της Φυλής του, ότι ο Ελληνισμός έχει ανάγκην του υπό της φύσεως και της Ιστορίας ενιαίου διαπλασθέντος συγκροτήμα­τος του Αιγαίου μετά των εκατέρωθεν παραλίων επί τε της Ευρωπαϊκής και της Ασιατικής άκτης και των εν τα μέσω νήσων, ίνα ζήση και ελευθέ­ρως αναπτυχθή και επιτέλεση την αποστολήν του, αποστολήν προχώματος, εξασφαλίζοντος την Ευρώπην εκ των εξ Ασίας κινδύνων, ους ένεκεν της γε­ωγραφικής αυτής θέσεως πρώτη η Ελλάς υφίστα­ται και αποστολήν γεφύρας, συνδεούσης τας δύο Ηπείρους επί κοινή του ενιαίου πολιτισμού ωφελεία. 
Τας αντιλήψεις ταύτας εις τα μυχιαίτατα της συνειδήσεως αυτού έχων ο Ελληνικός Λαός, μετ' α­κλονήτου αποφασιστικότητος αποδέχεται την σήμε­ρον ακολουθουμένην υπό της Ελλην. Κυβερνησεως πολιτικήν, την οποίαν δεν θεωρεί πρόσκαιρον επεισόδιον τής 'Ιστορίας αυτού, ουδέ τυχαίαν περιπέτειαν, εις την οποίαν οι κυματισμοί του παγκοσμίου πολέμου έρριψαν αυτόν, αλλά πραγμάτωσιν ιστορι­κής ανάγκης κατά την κατεύθυνσιν, προς την οποίαν αείποτε ακατάσχετον ησθάνετο την ώθησιν και εκ  των επιβαλλουσών αναμνήσεων του παρελθοντος - και εκ των επιτακτικωτέρων αναγκών του ενεστώτος  και του μέλλοντος. 
Τοιαυτην πολιτικήν ούτω καθαρώς αλλά και ούτω σταθερώς ανταποκρινομένην εις Ελληνικά συμ­φέροντα αιώνια—εάν επιτρέπεται η χρήσις της λέξεως  ταύτης περι ανθρωπίνων πραγμάτων — ακολουθούσα και πραγματοποιούσα η Ελληνική Κυβέρνησις, έχει συγχρόνως την βαθυτάτην επίγνωσιν, αντιπροσωπεύουσα και εν τούτω του Ελληνικού Λαού τας αντιλήψεις, ότι ουδέν γενικώτερον συμφέρον του ήδη δημιουργουμένου διεθνούς καθεστώτος αντιτίθεται, απεναντίας συμβάλλει σπουδαίως εις πραγ­μάτωσιν σκοπών, οι οποίοι μεγάλως ενδιαφέρουσι το καθεστώς τούτο, μεταξύ των οποίων προέχει ο της αποκαταστάσεως αληθούς και παγίας ειρήνης εν τη εγγύς Ανατολή, αδυνάτου άνευ απελεύθερώσεως των χωρών τούτων από της αφορήτου Τουρ­κικής διοικήσεως.  
Επί πλέον δεν λανθάνει ούτε την Ελλην. Κυ­βέρνησιν ούτε τον Ελλην. Λαόν η ύπαρξις συμφε­ρόντων ουσιωδών της Μεγάλης Βρεττανικής Αυτοκρατορίας εν τη πολιτική διαρρυθμίσει των Χωρών περί ων πρόκειται. 
Των συμφερόντων τούτων της Μ. ·Βρ. Αυτοκρα­τορίας συμπιπτόντων κατά τε την γενικήν αυτών κατεύθυνσιν και την ιδιαιτέραν εν ταις χώραις ταύταις εμφάνισιν με τα συμφέροντα του καθόλου πολιτισμού, ευρίσκει εξυπηρετικήν την πολιτικήν, ην ακολουθεί η Ελληνική Κυβέρνησις, από συμφώ­νου μετά του Ελληνικού  Λαού. 
Από της αποκαταστάσεως του Ελλην. Βασιλείου ο Ελληνικός Λαός και αι εκάστοτε Κυβερνήσεις
αυτού διέγνωσαν την σύμπτωσιν ταύτην των μεγάλων Βρεττανικών συμφερόντων προς τα Ελληνικά και δια τούτο προς την Μ. Βρεττανίαν απέβλεψαν, ως προς εκείνην των Μ. Δυνάμεων,  όχι μόνον δια το αληθώς και ειλικρινώς φιλελεύθερον αυτής. 
Αλλά και δια την σύμπτωσιν ταύτην των συμφερόντων εκαλείτο να παράσχη την αρωγήν της προς απολύτρωσιν του υπό δουλείαν Έλληνισμού. 
Εν εκάστη δε των πολλών περιπτώσεων, καθ' ας παρεσχέθη η τοιαύτη αρωγή, ανεγνωρίσθη υπό της Ελληνικής συνειδήσεως και μία εμφάνισις του δι­πλού τούτου λόγου του ενθαρρύνοντος την ελπίδα της μετά της Αγγλίας συμπράξεως. Είναι και αύτη μία των βαθειών και σταθερών αντιλήψεων του Ελληνικού Λαού, την οποίαν πάσαι αι Κυβερνήσεις αυτού ηκολούθησαν και όχι ολιγώτερον των άλλων εκείναι, δια τας οποίας εκ λόγων εσωτερικών διενέξεων κατεβλήθη παρά των αντιπάλων κομμάτων προσπάθεια να παρασταθώσιν ως αντιτιθέμεναι προς αυτήν. Η Αντίληψις δέ αύτη πληροί και την ενεστώσαν Κυβέρνησιν.
Η Βρεττανική Αυτοκρατορία κατά φυσικόν λόγον υπέρ πασαν άλλην Μεγάλην ή Μικράν Δύναμιν, ενδιαφερόμενη δια τε την εξασφάλισιν της ελευθερίας των Στενών και την ελευθέραν χρήσιν της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου, δεν δύναται παρά να αναγνωρίση την Ελλάδα ως πιστόν και ειλικρινή φύλακα της ελευθερίας ταύτης, αποφασισμένην και εκ των ιδίων αυτής συμφέροντων να εκπληρώση την αποστολήν ταύτην και δια των ιδί­ων αυτής δυνάμεων ικανήν να επαρκέση επ' αυτήν.
Κατά την στιγμήν δε, κατά την οποίαν η Ελλάς εν μια ψυχή αποδύεται εις τον αγώνα, υποβαλλομένη εις τας βαρυτάτας των θυσιών, η Ελληνική Κυβέρνησις θεωρεί καθήκον αυτής να διατρανώση προς την Αγγλικήν την βαθυτάτην συνείδησιν τούτου , ην έχει τόσον αυτή όσον και ο Ελληνικός Λαός και την μυχίαν ελπίδα, ην τρέφει, ενισχύουσαν αυτήν εις τον αγώνα, ου επιλαμβάνεται, οτι και η Αγγλική Κυβέρνησις συμμερίζεται τας εκτεθείσας αντιλήψεις.
Κατά την τελευταίαν συνδιάσκεψιν του Λονδίνου η Ελληνική αντιπροσωπεία κατέστησε δήλον προς την Αγγλικήν Κυβέρνησιν, ότι εκ των αντιλήψεων τούτων εμπνέεται, μετά ελευθερίας και ειλικρινείας, εκθέσασα εμπιστευτικώς εις την Αγγλικήν Κυβέρνησιν τας σκέψεις και γνώμας αυτής και μετά προ­θυμίας ακούσασα πάσαν της Αγγλικής Κυβερνήσεως εισήγησιν.
Και νυν επικειμένης της αναλήψεως του αγώνος εν Μ. Ασία υπό νέαν μορφήν και με ουσιωδώς ηυξημένας δυνάμεις, η Ελληνική Κυβέρνησις νομί­ζει καθήκον αυτής να διερμηνεύση προς την Αγ­γλικήν Κυβέρνησιν τας εκτεθείσας ανωτέρω αντιλή­ψεις αυτής, αι οποίαι είναι αντιλήψεις ολοκλήρου του Ελληνικού Λαού και να επαναλάβη την δήλωσιν, ότι είναι πρόθυμος να ακούση και μελετήση μετά θερμού ενδιαφέροντος πάσαν εισήγησιν της Αγγλικής Κυβερνήσεως, αποβλέπουσαν εις την όσον ένεστι πληρεστέραν προσαρμογήν της καταστάσεως της εκ του αγώνος, ου επιλαμβάνεται εξ επιτακτι­κής επιβολής των συμφερόντων και των δικαίων της Ελλάδος, δημιουργηθησομένης προς τας εκτε­θείσας εν τω παρόντι υπομνήματι αντιλήψεις, αι οποίαι αποτελούν τας αρχάς τας καθοδηγούσας την Ελληνικήν Κυβέρνησιν εν τω αγώνι, εν τω οποίω ηγείται του Ελληνικού Λαού.
 
Το Συμβούλιο των Αντιστρατήγων  που συνήλθε στη Σμύρνη
μετά  τις επιχειρήσεις του Σαγγαρίου.(Από αριστερά οι
Αντιστράτηγοι  Α Μπαϊρας, Α Κοντούλης, Α Παπούλας,
Ανδρέας,  Α Μομφεράτος  και Γ Πολυμενάκος.)
Κατόπιν του υπομνήματος τούτου αι Σύμμα­χοι Δυνάμεις επέδωσαν εις την Ελληνικήν Κυ­βέρνησιν την 8ην Ιουνίου 1921 διακοίνωσιν δια της οποίας εζήτουν την αναστολήν των ε­πιχειρήσεων και την εκ νέου συζήτησιν μετα­ξύ των εμπολέμων δια την εξεύρεσιν ειρηνι­κής λύσεως.
Η Κυβέρνησις απορρίψασα ασυζητητί την πρότασιν ταύτην περί μεσολαβήσεως, διότι εθεώρει ασύμφορον, και από στρατιωτικής από­ψεως επικίνδυνον, οιανδήποτε αναβολήν των ε­πιχειρήσεων, εφ όσον η Στρατιά είχε φθάσει εις το όριον της δυναμικής της αναπτύξεως, ουδέν έχουσα να προσθέση  πλέον ως προς ταύ­την, εν ω ο αντιθέτως μειονεκτών εχθρός θα ενισχύετο από ημέρας εις ημέραν και αι μεμακρυσμέναι ακόμη Μεραρχίαι του, ως εν Κιλικία και αλλαχού, θα ήτο δυνατόν νά συγ­κεντρωθούν απέναντι ημών, εξ άλλου δε προχωρούσης της εποχής του έτους καθίστατο αμφίβολον, αν ο υπολειπόμενος χρόνος μέχρι της εποχής των βροχών θα ήτο επαρκής προς αποπεράτωσιν των επιχειρήσεων, το δε στρά­τευμα συγκεντρωθέν και αισθανόμενον την I­σχύν του, ήτο πλήρες πολεμικού μένους και επιθετικού πνεύματος, αλλ' υφίστατο κίνδυνος, παρεμβαλλομένης περιόδου τινός απραξίας, να μειωθή το άριστον τούτου  ηθικόν κεφάλαιον, έλαβεν οριστικώς πλέον την απόφασιν της  διεξα­γωγής των επιχειρήσεων.                              
                                                                          




Τρίτη 20 Μαρτίου 2012

ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΟΛΙΤΑΚΟΣ: ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΩΝ ΣΕΒΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΣΥΝΕΧΙΣΕΩΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ



Υπό την επίδραση των επιχειρήσεων του ελληνικού στρατού κατά το θέρος του 1920 και με την έντονη συμπαράσταση της Αγγλικής κυβερνήσεως υπογράφτηκε στις 10 Αυγούστου 1920 η Συνθήκη των Σεβρών, μεταξύ της Ελλάδος, των συμμάχων και της σουλτανικής κυβερνήσεως παρά την έκδηλη απροθυμία της Ιταλίας και της Γαλλίας. Δια της συνθήκης αυτής επιδικαζόταν στην Ελλάδα η Θράκη μέχρι των προθύρων της Κωνσταντινουπόλεως και η Σμύρνη μετά της ενδοχώρας της.

Ο Μουσταφά Κεμάλ κατάγγειλε προς το τουρκικό έθνος την προδοσία του Σουλτάνου και της κυβερνήσεως του που δέχθηκαν να συνάψουν τη Συνθήκη αυτή η οποία διαμέλιζε την Τουρκία. Οι Τούρκοι έπαυσαν πια να πιστεύουν στο Σουλτάνο, προσέρχονταν δε τώρα με περισσότερη προθυμία στην επιστράτευση του Κεμάλ. Οι προβλέψεις του Ε. Βενιζέλου ότι μετά τις επιχειρήσεις του θέρους του 1920 το γόητρο του Κεμάλ θα μειωνόταν και θα εξαναγκαζόταν να δεχθεί τη συνθήκη ειρήνης δια­ψεύστηκαν. Αντίθετα το κύμα του στερεώθηκε μετά τη Συνθήκη των Σεβρών. Η αντίσταση του τονώθηκε. Ο Σουλτάνος του κήρυξε πόλεμο και ξέσπασε άγριος εμφύλιος πόλεμος μεταξύ σουλτανικών και κεμαλικών. Ο Κεμάλ κατάστειλε διά πυρός, σιδήρου και αγχόνης όλα τα εναντίον του κινήματα των σουλτανικών και τον Οκτώβριο του 1920 είχε θεμε­λιώσει το κράτος του. 
O Ε. Βενιζέλος επιστρέφοντας στην Ελλάδα μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών, δέχτηκε δολοφονική επίθεση υπό πολιτικών του αντιπάλων στο σιδηροδρομικό σταθμό Λυών των Παρισίων, όπου τραυματίστηκε. Ταραχές επακολούθησαν στις Αθήνες, όπου και φονεύ­θηκε υπό αποσπάσματος των ταγμάτων ασφαλείας ο Ίων. Δραγούμης. 
Εμείς δεν νικηθήκαμε...
(Πίνακας Γ. Προκοπίου)
O E. Βενιζέλος, δικτάτωρ από τον Ιούνιο 1917, ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος για την εμπλοκή της Ελλάδος στη Μικρά Ασία. Αυτός όφειλε να την φέρει σε πέρας υπό προσωπική του ευθύνη. Μετά τη Συνθήκη των Σεβρών αντιμετώπιζε το πρόβλημα της συνεχίσεως του πολέμου με μόνες τις ελληνικές δυνάμεις εναντίον της Τουρκίας, πού υποστηριζόταν υπό της Ιταλίας, της Γαλλίας και της Σοβιετικής Ρωσίας. Είχε την αγγλική υποστήριξη στο διπλωματικό πεδίο, υποστήριξη χωρίς πρακτική βοήθεια και ενδεχομένως παλίμβουλη και ταλαντευόμενη, γιατί η Αγγλία αντιμετώπιζε την πίεση, των Μουσουλμάνων των Ινδιών υπέρ της Τουρκίας. Είχε στην εξουσία του μια Ελλάδα διχασμένη. Ο λαός ήταν χωρισμένος σε βενιζελικούς και αντιβενιζελικούς. Η δυσαρέσκεια υπόβοσκε, γιατί ο λαός έβλεπε ότι ο Ε. Βενιζέλος έμπλεκε διαρκώς τη χώρα σε νέους πολέμους. Πρώτα στο Μακεδονικό μέτωπο, ύστερα στη Ρωσία, κατόπιν στη Μικρά Ασία. Οι πολιτικοί του αντίπαλοι εκμεταλ­λεύονταν τη δυσαρέσκεια του λαού και διάδιδαν την πρόθεσή τους αν ανέλθουν στην αρχή να θέσουν τέρμα στον πόλεμο. 
Μέσα σ' αυτό το κλίμα ο Ε. Βενιζέλος αποφάσισε να προκηρύξει εκλογές. Η απόφαση του αυτή ήταν άστοχη, αντίθετη προς το συμ­φέρον του αγώνα που διεξήγαγε η Ελλάς. Εκλογές σε ώρα πολέμου! 
Πολλοί πίστεψαν ότι ο Ε. Βενιζέλος οδηγήθηκε από δόλιες, αντιπατριωτικές σκέψεις στην απόφαση να προκηρύξει εκλογές. Πίστεψαν ότι ο Ε. Βενιζέλος αντιλήφθηκε ότι έμπασε την Ελλάδα σε ένα ατέρμονα πόλεμο με μόνες τις δυνάμεις της υστέρα από την εγκατάλειψη της Ελλάδος από τους συμμάχους από τον Ιούνιο του 1920, όταν ο Λόϋδ Τζώρτζ του ανακοίνωσε ότι η Ελλάς έπρεπε να κατανικήσει μόνη της την αντίσταση των Τούρκων. Βλέποντας ότι παρά τις προβλέψεις του ο Κεμάλ επικρατούσε στο εσωτερικό της Τουρκίας και ότι ο πόλεμος έπαιρνε μάκρος με αυξανόμενες πιθανότητες να εξαντληθεί η Ελλάς και να ηττηθεί, αποφάσισε να κατέλθει σε εκλογές, βέβαιος ότι θα κατα­ψηφιζόταν, ώστε να πέσουν οι ευθύνες της κακής εκβάσεως της εκ­στρατείας στους πολιτικούς του αντιπάλους, δεδομένου ότι η ήττα της Ελλάδος θα επερχόταν κατά το χρόνο της διακυβερνήσεως της χώρας υπ' αυτών. 
Ο Βενιζέλος όμως ήταν αγωνιστής και φλογερός πατριώτης και δεν είναι δυνατόν να του αποδώσουμε τέτοιες προθέσεις. Πιστεύουμε ότι ο σκοπός του ήταν να κατανικήσει την τουρκική αντίσταση επιστρατεύον­τας όλες τις δυνάμεις της χώρας και επιβάλλοντας στον ελληνικό λαό όλες τις πρόσθετες θυσίες που απαιτούνταν για τη συνέχιση του αγώνα. Για τους σκοπούς αυτούς θέλησε να στηριχθεί στη λαϊκή υποστήριξη τερμα­τίζοντας τη δικτατορική του θητεία. Μαθημένος τόσα χρόνια να υπερ­ψηφίζεται από τον ελληνικό λαό δεν αντιλήφθηκε τη βαθιά μεταβολή της λαϊκής γνώμης που προήλθε από το διχασμό που υπόσκαπτε τα σωθικά του λαού από τα χρόνια της οξείας διαστάσεως του με τον βασιλέα Κωνσταντίνο. Πίστευε ότι θα υπερψηφιζόταν, τώρα μάλιστα που είχε πετύχει να αναγνωρισθούν από τους συμμάχους τα δίκαια της Ελλάδος με τη Συνθήκη των Σεβρών. Και διέπραξε το φοβερό λάθος να κρεμάσει τα συμφέροντα της Ελλάδος στην άδηλο έκβαση μιας εκλογικής αναμετρήσεως. Παράβλεψε ότι η εκστρατεία της Μικράς Ασίας άνηκε στην αποκλειστική του ευθύνη και όφειλε να την φέρει αυτός σε πέρας και ύστερα να προσφύγει στην ψήφο του λαού. 
Εκτός των σοβαρών αυτών λόγων προέκυπτε και μια άλλη ανάγκη που συνηγορούσε υπέρ της αποφυγής των εκλογών. Απαιτείταν συνέχιση των επιχειρήσεων προς οριστική συντριβή του κεμαλικού στρατού για να εξαναγκασθεί και η κυβέρνηση της Άγκυρας να δεχθεί τη Συνθήκη των Σεβρών. Προς τούτο έπρεπε να επιστρατευθούν οι απαιτούμενες πρόσθετες ελληνικές δυνάμεις το ταχύτερο, ώστε οι επιχειρήσεις να αρχίσουν εντός του 1920 με σημαντική υπεροχή των ελληνικών δυνάμεων πριν προλάβει ο Κεμάλ να οργανώσει επαρκείς δυνάμεις τακτικού στρατού προς αντίσταση. Από του Αυγούστου που υπογράφθηκε η Συνθήκη των Σεβρών μπορούσε μέχρι του Οκτωβρίου να συντελεσθεί η επι­στράτευση και τον Οκτώβριο να αρχίσουν οι επιχειρήσεις, όταν ακόμη ο τουρκικός στρατός ήταν σχεδόν ανύπαρκτος. Μόνο ανταρτικές ομάδες διάθετε, οι δε σχηματιζόμενες μεραρχίες του ήσαν ακόμη πυρήνες, σκελετοί μονάδων με μεγάλες ελλείψεις οπλισμού. Οι εκλογές όμως παράλυσαν κάθε προπαρασκευή προς ανάληψη επιχειρήσεων. Καμιά σκέψη για επιχειρήσεις. Ο Αύγουστος, ο Σεπτέμβριος, ο Οκτώβριος πέρασαν μέσα στον πυρετό της προεκλογικής περιόδου. Την 1 Νοεμβρίου εκλογές. Ο Νοέμβριος και ο Δεκέμβριος πέρασαν με τα επινίκεια, με γιορτές και με ανασχηματισμούς κυβερνητικούς. Ο Ιανουάριος και ο Φεβρουάριος με συζητήσεις με τους συμμάχους. Και τον Μάρτιο 1921 αποφάσισε η νέα κυβέρνηση να ξαναρχίσει επιχειρήσεις, με τις προϋπάρχουσες δυνάμεις, χωρίς να έχει γίνει καμιά επιστράτευση. Και τότε βρήκε ο ελληνικός στρατός μπροστά του ένα νέο τουρκικό στρατό, οργανωμένο και επαρκώς εξοπλισμένο. Ο Κεμάλ είχε επωφεληθεί από τους έξι μήνες αδρανείας μας για να προχωρήσει δραστήρια στην ανά­πτυξη και στερεοποίηση των δυνάμεων του. 
Οι εκλογές έγιναν τη 1 Νοεμβρίου. Ο Ε. Βενιζέλος καταψηφίσθηκε. 
Η νέα κυβέρνηση ανακάλεσε πολλούς αποταχθέντες αξιωματικούς και τους διάθεσε στη Μ. Ασία. Αναστάτωση επήλθε στις διοικήσεις του στρατού. Αρχηγός της στρατιάς Μ. Ασίας ανάλαβε ο στρατηγός Α. Παπούλας με επιτελάρχη τον συνταγματάρχη Πάλλη. 
Στις 11 Νοεμβρίου 1920 η κυβέρνηση προκήρυξε δημοψήφισμα για την 22η Νοεμβρίου για την επάνοδο του βασιλέως Κωνσταντίνου. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ήταν υπέρ της επανόδου του, και ο βασιλεύς επανήλθε στον θρόνο του. Ο λαός τον υποδέχθηκε με πρωτοφανείς εκδηλώσεις αφοσιώσεως. 
Την παραμονή του δημοψηφίσματος η Αγγλία, η Γαλλία και η Ιταλία δήλωσαν στην ελληνική κυβέρνηση ότι η επαναφορά του βασι­λέως Κωνσταντίνου στο θρόνο της Ελλάδος θα προκαλούσε «νέα δυσμενή κατάσταση όσον αφορά τας μεταξύ των Συμμάχων και της Ελλάδος σχέσεις και εν τη περιπτώσει ταύτη οι τρεις κυβερνήσεις δηλούσι ότι επι­φυλάσσουν εις εαυτάς πλήρη έλευθερίαν ενεργείας προς διακανονισμόν της καταστάσεως ταύτης». 
Η Αγγλία, η Γαλλία και η Ιταλία βρήκαν το πρόσχημα για να δικαιολογήσουν την από του Ιουνίου 1920 εγκατάλειψη της Ελλάδος στις δικές της δυνάμεις. Βρήκαν επίσης το πρόσχημα η Ιταλία και η Γαλλία για να δικαιολογήσουν τις δόλιες ενέργειες τους που είχαν αρχίσει από το φθινόπωρο του 1919, να συνάψουν ιδιαίτερες συμφωνίες με τη Κεμαλική Τουρκία. 
Εν τούτοις, στη θέση που βρισκόταν η Ελλάς η επαναφορά του βασιλέως αυτή τη στιγμή υπήρξε βαρύ πολιτικό σφάλμα. Η νέα κυβέρνηση όφειλε να μη δώσει στους συμμάχους το πρόσχημα της ανοιχτής ρήξεως με την Ελλάδα, δεδομένου ότι η πολιτική της ήταν να επιζητήσει τη μεταστροφή της κοινής γνώμης στις χώρες των συμμάχων υπέρ των συμφερόντων της Ελλάδος. Ενώ κατέβαλλε συνεχείς προσπά­θειες να πείσει τους συμμάχους να τηρήσουν τις υποχρεώσεις που είχαν αναλάβει με τη Συνθήκη των Σεβρών, παρόξυνε συγχρόνως την κοινή γνώμη στις χώρες των συμμάχων εναντίον της Ελλάδος με την επαναφορά του βασιλέως που θεωρείταν ότι άσκησε πολιτική εχθρική προς τους συμμάχους κατά τον πόλεμο. Οι τουρκόφιλοι κύκλοι, ο τύπος, βρήκαν το πρόσχημα να τονώσουν την αντίδραση κατά της Συνθήκης των Σε­βρών και να υποστηρίξουν την τουρκική αντίσταση.
Ύστερα από πολλές συζητήσεις με τις συμμαχικές κυβερνήσεις κατά τις οποίες η Ιταλική και η Γαλλική κυβέρνηση προσπάθησαν να πείσουν την Ελληνική κυβέρνηση ότι η εκστρατεία της στη Μικρά Ασία δεν ήταν δυνατό να συνεχισθεί χωρίς κίνδυνο να αποτύχει, η Ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να προχωρήσει σε επανάληψη των επι­χειρήσεων. Στην απόφαση αυτή κατάληξε κατόπιν ενθαρρύνσεως της Αγγλικής κυβερνήσεως και κυρίως γιατί το επιτελείο της Στρατιάς Μ. Ασίας θεωρούσε ότι ο τουρκικός στρατός βρισκόταν ακόμη σε καθυστερημένο στάδιο συγκροτήσεως του και δεν θα μπορούσε να αντι­μετωπίσει επιτυχώς τις ελληνικές δυνάμεις. 
Βρισκόμαστε στον Μάρτιο του 1921. Η ευνοϊκή περίοδος προς κατανίκηση του τουρκικού στρατού (Αύγουστος-Δεκέμβριος 1920) είχε περάσει. Μια επιθετική αναγνώριση που έκαμαν τον Δεκέμβριο 1920 δύο μεραρχίες από την περιοχή Προύσας προς Εσκή Σεχήρ, αποκάλυψε ότι ο τουρκικός στρατός είχε συγκροτηθεί σε 9 μεραρχίες μικράς δυνά­μεως (δύναμη μεραρχίας 2.000-3.000 άνδρες)με λίγα πυροβόλα. Οι Τούρκοι παρουσίασαν ένα μικρό στρατό, αλλά ήταν τακτικός στρατός και η συγ­κρότησή του προόδευε γρήγορα, αν λάβει κανείς υπ' όψη του ότι κατά τις επιχειρήσεις του θέρους 1920 μέχρι τον  Οκτώβριο μόνο ανταρτοομάδες  και ασήμαντα τακτικά τμήματα αντιτάχθηκαν στην προ­έλαση του ελληνικού στρατού. 
Τον Μάρτιο η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε ν' αναλάβει ο στρατός επιθετικές επιχειρήσεις προς κατάληψη της περιοχής Εσκή Σεχήρ-Κιουτάχεια-Αφιόν Καραχισάρ με την ελπίδα ότι η απώθηση των Τούρκων πέραν της γραμμής αυτής θα επηρέαζε ευνοϊκά τη θέση της Ελλάδος κατά τις συζητήσεις μετά των συμμάχων. Το επιτελείο της Στρατιάς Μ. Ασίας πίστευε ότι η επιχείρηση αυτή θα ήταν της ίδιας μορφής όπως οι επιχειρήσεις του θέρους του 1920, δηλαδή ότι θα συναντούσε αδύνατες μεμονωμένες αντιστάσεις χωρίς να έχουν δυνατό­τητα οι Τούρκοι να συνάψουν μια γενική και παρατεταμένη μάχη. Την άποψη του αυτή την στήριξε στην υπόθεση ότι οι λίγες δυνάμεις των Τούρκων θα διασπείρονταν σε μικρές ομάδες σ' όλη τη γραμμή από Εσκή Σεχήρ μέχρι Αφιόν Καραχισάρ. 
Αφήνοντας πίσω  τους  νεκρούς  συντρόφους  στη περιοχή του Σαγγάριου, οι στρατιώτες μας  παίρνουν το δρόμο της  επιστροφής
Το πρόβλημα όμως δεν ήταν αυτό. Τόν Μάρτιο 1921 τό στρατηγικό πρόβλημα ήταν ποια εξέλιξη θα είχε η εκστρατεία στην περίπτωση που οι Τούρκοι θα συνέχιζαν την αντίσταση τους και μετά την απώθηση τους από την περιοχή Εσκή Σεχήρ-Κιουτάχεια-Αφιόν Καραχισάρ. Τα μέχρι τούδε δεδομένα έδειχναν ότι ο Μουσταφά Κεμάλ είχε στερεωθεί και αναγνωριζόταν από τους συμμάχους ως μέλλουσα κυβέρνηση της Τουρκίας, καθιστόταν δε όλο καί περισσότερο αδιάλλακτος και ζητούσε την κατάργηση της Συνθήκης των Σεβρών. Είχε το στρατηγικό πλεονέ­κτημα της ελευθερίας ελιγμών σε μεγάλο βάθος, οι λιμένες δε μέσω των οποίων δεχόταν τα αποστελλόμενα εκ Ρωσίας και Ιταλίας όπλα και εφόδια (λιμένες Ευξείνου και Αττάλειας) βρίσκονταν έξω της ακτίνας ενεργείας του ελληνικού στρατού. Μπορούσε να παρατείνει τον πόλεμο επί πολύ χρόνο, όσος του χρειαζόταν για να αναπτύξει το στρατό του, στηριζόμενος σε βάση μακρισμένη, στην Άγκυρα. Ο ελληνικός στρα­τός θα ήταν υποχρεωμένος να φθάσει στην Άγκυρα για να καταλά­βει την πρωτεύουσα του, ώστε να καταστρέψει το γόητρο του και την πίστη των Τούρκων προς το πρόσωπο του, και αφ' ετέρου για να εξουδε­τερώσει τη βάση επιχειρήσεων του προς παράλυση του στρατού του. 
Συνεπώς το στρατηγικό πρόβλημα δεν ήταν η κατάληψη της γραμ­μής Εσκή Σεχήρ- Αφιόν Καραχισάρ αλλά η ανάληψη βαθιάς εκστρα­τείας προς Άγκυρα με επαρκείς δυνάμεις, ικανές όχι μόνο να κατα­νικήσουν τον τουρκικό στρατό, αλλά και να διατηρήσουν μέχρι της συνάψεως της ειρήνης την Άγκυρα, γιατί η προσωρινή κατοχή της Aγκύρας και η επάνοδος του ελληνικού στρατού σε όπισθεν θέσεις θα ξανάδινε στον Κεμάλ το κύρος του. Θα ισχυριζόταν ότι εκδίωξε τον ελληνικό στρατό εκ της Αγκύρας και τον εξανάγκασε να υποχωρήσει καταδιωκόμενος. 
Για να έχει ελπίδες ότι θα πετύχει τους σκοπούς της η εκστρατεία αυτή ήταν ανάγκη να διαθέτει ο ελληνικός στρατός δυνάμεις επαρκείς για να κατανικήσει τον τουρκικό στρατό σε γενική μάχη προφανώς προ της Αγκύρας, που οπωσδήποτε θα την υπεράσπιζαν οι Τούρκοι με όλες τις δυνάμεις τους. Τούτο σημαίνει ότι οι δυνάμεις του ελληνικού στρατού θα πρέπει να έφθαναν προ της Αγκύρας χωρίς η αναπότρεπτη διάθεση μονάδων προς φρούρηση των μακρών συγκοινωνιών των να μειώσει την υπεροχή τους. 
Το συμπέρασμα είναι ότι απαιτείταν γενική επιστράτευση της Ελ­λάδος τον Μάρτιο 1921 και κινητοποίηση όλων των πόρων της. Η κυβέρνηση όφειλε να σκεφθεί ότι δεν επιτρεπόταν καμιά χρονοτριβή. Δεν θα έλυναν τα προβλήματα της οι συζητήσεις με τους συμμάχους, οι οποίες έδιναν χρόνο στους Τούρκους να αναπτύσσουν τις δυνάμεις τους. Μόνο η κεραυνοβόλα στρατιωτική ενέργεια θα έδινε τη λύση, και θα υποχρέωνε συμμάχους και Τούρκους να επικυρώσουν τη Συνθήκη των Σεβρών. Εάν η μελέτη του στρατηγικού αυτού προβλήματος κατά­ληγε στο συμπέρασμα ότι οι οικονομικοί πόροι της Ελλάδος, οι εφε­δρείες της και ο εξοπλισμός της δεν επαρκούσαν για την ανάληψη της εκστρατείας αυτής σ' ολόκληρο το βάθος της, τότε δεν θα έπρεπε να αναληφθούν καθόλου επιθετικές επιχειρήσεις. Θα έπρεπε τότε να αντιμετωπισθεί η συσπείρωση του στρατού σε οχυρωμένο προγεφύρωμα περί τη Σμύρνη με δυνατότητα μεταγγίσεως δυνάμεων στη Θράκη προς εξασφάλιση της διατηρήσεως της. Ο κύριος σκοπός από τούδε θα ήταν η άμυνα της Θράκης. 
1921 Πάσχα στο  Μέτωπο

Ο στρατηγός Ιωάννης Μεταξάς που από την αρχή ήταν αντίθετος προς την εκστρατεία της Ελλάδος στη Μικρά Ασία, αφού ανακλήθηκε μετά τις εκλογές, εκδήλωνε έντονη διαφωνία κατά της αποφάσεως της κυβερνήσεως προς συνέχιση των επιθετικών επιχειρήσεων. Επέκρινε δριμύτατα τη συνέχιση της εκστρατείας, και τάχθηκε υπέρ της εγκατα­λείψεως της Μικράς Ασίας και συμβούλευσε την κυβέρνηση να συγκεν­τρώσει την προσοχή της στην άμυνα της Θράκης. 
Η κυβέρνηση, όπως είπαμε, αποφάσισε να συνεχίσει τις επιχειρήσεις με τις διατιθέμενες στη Μ. Ασία δυνάμεις που θα ενίσχυε με τη πρόσ­κληση μόνο τριών εφεδρικών κλάσεων. Στην απόφαση αυτή κατάληξε ύστερα από ενθάρρυνση της Αγγλίας που είχε συμφέρον να διατηρείται ο ελληνικός στρατός στη Μικρά Ασία για να καλύπτει τα Στενά του Βοσπόρου προς όφελος του Αγγλικού ελέγχου επί των Στενών και της Κωνσταντινουπόλεως, χωρίς όμως να του παρέχει καμιά βοήθεια προς οριστική επικράτηση του. Εκτός της Αγγλικής ενθαρρύνσεως αποφασιστικά επέδρασε επί των αποφάσεων της κυβερνήσεως η αισιόδοξη εκτίμηση του επιτελείου της Στρατιάς Μ. Ασίας περί των δυνατοτήτων των στη Μ. Ασία ελληνικών δυνάμεων.

Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012

ΠΕΡΙ ΦΑΙΝΟΜΕΝΩΝ ΣΩΜΑΤΙΚΗΣ ΕΞΑΝΤΛΗΣΕΩΣ , ΚΑΜΑΤΟΥ ΨΥΧΙΚΟΥ ΚΑΙ ΗΘΙΚΗΣ ΚΟΠΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΕΥΜΑΤΟΣ.

ΣΤΡΑΤΙΑ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ 
ΕΠΙΤΕΛΕΙΟΝ 
ΓΡΑΦΕΙΟΝ Ιον 24104

Εν Σμύρνη τη 20 Οκτωβρίου 1921 Εμπιστευτική-Προσωπική

Υπουργείον Στρατιωτικών 
Αθήνας 

Έχων υπ' όψει τας αθρόας εσχάτως υποβαλλομένας αιτήσεις διαθεσιμότητος και αποστρατειών εκ μέρους των αξιωματικών της υπ' εμέ Στρατιάς και ας συνεχώς υποβάλλω υπό την Υμετέραν κρίσιν, αισθάνομαι υπερτάτην υποχρέωσιν όπως επιστή­σω την επί του φαινομένου τούτου προσοχήν Υμών, όπερ ήδη ήρχισεν επιτεινόμενον εις βαθμόν επικίνδυνον και να υποβάλλω υπό την Υμετέραν εκτίμησιν τας επί του αντικειμένου τούτου γνώμας μου.

Ευρισκόμενος, θέσει, εις αμεσοτέραν προς τους αξιωματικούς της Στρατιάς μου επαφήν και παρακολουθών εκ καθήκοντος μετ' αδιαπτώτου ενδιαφέροντος την εξέλιξιν της τε σωματικής και ηθικής και φυχολογικής αυτών καταστάσεως, ήχθην εις το συμπέρασμα ότι ούτοι κυρίως, λόγω της μακροχρονίου αυτών συμμετοχής (επί δεκαετίαν περίπου) εις αλλεπαλλήλους εκστρατείας αφ' ενός και αφ' ετέρου λόγω των ψυχικών συγκινήσεων και περιπετειών εις ας κατ ανάγκην υπεβλήθησαν εκ του προσφάτου πολιτικού σάλου, παρουσιάζουσι καταφανέστατα πλέον φαινόμενα σωματι­κής εξαντλήσεως, κάματον ψυχικόν και ηθικήν κόπωσιν. 
Καθ' εκάστην παρελαύνουσι προ των οφθαλμών μου αναφοραί εξιστορούσαι περι­πτώσεις αυτόχρημα φρικιαστικάς. 
Εκτελούντες ούτοι το προς την πατρίδα καθήκον, αφήκαν τα πάντα εις την τύχην των και ήδη στρέφοντες προς τα οπίσω το βλέμμα δεν ατενίζουσιν ειμή συντρίμματα οικονομικά και οικογενειακά. 
Δεν παρέρχεται ημέρα και να μη τεθώσιν υπ' όψει μου γνωματεύσεις πλέον πάντοτε της μιας Αξιωματικών φυματικών, αρθριτικών, σεσηπότων. αποτελέσματα αναπόφευ­κτα της πολυχρονίου εν τοις χαρακώμασι παραμονής των. 
Παρατηρών τις τα ανησυχητικά ταύτα φαινόμενα, καθίσταται αδύνατον να μη αχθή λεληθότως εις την σκέφιν, μήπως εφθάσαμεν πλέον εις το όριον της απαιτητής ανθρώ­πινης ανοχής. Ευτυχώς οι Έλληνες αξιωματικοί απεδείχθησαν και αποδεικνύονται περισσότερον παρ' όσον παρεδέχετό τις φιλοπάτριδες και με αυταπάρνησιν πρωτοφανή. 
Αναγωρίζοντες την ανάγκην να παραμείνωσιν ακοίμητοι φρουροί των συμφερόντων της Πατρίδος και να εξασφαλίσωσι την αμοιβήν και την κάρπωσιν του τόσω αφθόνως χυθέντος εν τη διεκδικήσει των δικαίων μας αίματος, συνέχουν την ψυχήν των και υπερεντείνουν τας σωματικάς αυτών δυνάμεις. 
Αλλά - και επί του σημείου τούτου επιθυμώ να στραφή αμέριστος η προσοχή Υμών - δεν δύναται να αρνηθεί τις, καθ' ο φυσιολογικώς εξηγούμενον, ότι η διαμορφούμενη ιδιάζουσα ως εκ των συνθηκών τούτων ψυχική σύστασις, προκαλεί υπερνευρικότητα και τάσεις προς μεμψιμοιρίας και γογγυσμούς. 
Συμφέρον όθεν υπέρτατον απαιτεί να αποκλείσωμεν πάσαν αφορμήν προς την ητιολογημένην ταύτην ροπήν εκ καθήκοντος ιερού και στοιχειώδους υποχρεώσεως, έχο­ντες υπ' όψει αν μη τι άλλο, την ευθύνην ην απέναντι της Ιστορίας υπέχομεν, εάν εξ υπαιτιότητας μας αχθή η δυσφορία των εις σημείον αθεράπευτον. 
Κυρία όθεν και μεγαλύτερα αφορμή δυσανασχετήσεως των αξιωματικών μου είναι η αδυναμία να απομακρυνθώσι πρόσωπα επιτήδεια και πάντοτε δυστυχώς τα αυτά, άτινα νέμονται τας αναπαυτικάς και ευμαρείς του Εσωτερικού θέσεις. Καθίσταται ανάγκη απόλυτος, και τούτο τονίζω όλη μου τη δυνάμει, να αποκολληθώσιν επί τέλους εκ των πολυτελών θέσεων της Πρωτευούσης, Υπουργείου, Φρουραρχείου, Στρ. Διοικήσεως, Σχολείου Ευελπίδων κλ. και του Εσωτερικού εν γένει, Αξιωματικοί, οίτινες ας μοι επιτραπή να έχω την γνώμην, ότι δεν εισί και αναντικατάστατοι, να προσέλθωσι και ούτοι ενταύθα, να δοθή ούτω ευκαιρία να εναλλαγώσι μετά των υπερκεκμηκότων συναδέλφων των, να τοποθετηθώσι δε εις τας θέσεις ταύτας Αξιωμα­τικοί πλέον ή άπαξ χύσαντες το αίμα των. 
Εάν τούτο πλέον επιτευχθή, δύναμαι να είπω ότι θα έκλειψη μία των σπουδαιότε­ρων αφορμών παραπόνων, όχι τόσο λόγω της πραγματικής ανακουφίσεως, ήτις θα συντελεσθή, όσον λόγω της ηθικής τοιαύτης. 
Επί του αντικειμένου τούτου έχω και σχετικάς αναφοράς παραπονουμένων Αξιωμα­τικών και αναφοράς Διοικητικών μονάδων, εξ ων μίαν δια της υπ' αριθμ. 22189/11-10-21 αναφοράς μου υπέβαλον Υμίν. 
Δεν παραλείπω δε να προσθέσω, ότι η γενική αύτη ψυχολογική κατάστασις, εις ην πάση δυνάμει εννοώ να αντιδράσω όπως μη επιταθή, είναι η αιτία, ήτις με αναγκάζει, αν και μετά μεγάλης μου λύπης, να μη συμμορφούμαι προς ωρισμένας διαταγάς του Υπουργείου, ας εις πάσαν άλλην περίστασιν, τοσούτον φύσει και θέσει ευλαβούμαι και εκτελώ, αφορώσας απομακρύνσεις αξιωματικών και οπλιτών εκ του Μετώπου, ή συντελούσας εις την διαρροήν προσώπων εις το Εσωτερικόν, ή την παροχήν αδειών κλ., διότι πάντα ταύτα είναι τόσοι παράγοντες δυσμενείς από της απόψεως ήν εξετάζομεν. 
Ουχί δε άσχετα επίσης εισί και τα γενικώτερα ζητήματα αμοιβών, περί ων δι' υπομνημάτων μου ανηνέχθην προγενεστέρως Υμίν. 
Δια να μη φανώ παραλείπων, αν και τυγχάνη περιωρισμένος ο σκοπός της παρού­σης αναφοράς μου, δεν θεωρώ άσκοπον να τονίσω ότι και επί των οπλιτών ανάλογα και δη ισχυρότερα και εκ των αυτών αιτίων απορρέοντα, παρουσιάζονται φαινόμενα άτινα μετ' ίσου ενδιαφέροντος τίθημι εν προόψει, αν και τούτο θα απετέλει αντικείμενον ιδιαιτέρας ερεύνης και δι' ους δέον να ληφθώσιν επίσης ανάλογα και λυσιτελή μέ­τρα. 
Παρακαλώ όθεν το υπουργείον όπως, λαμβάνον υπ' όψει τας ανωτέρω σκέψεις και αντιλήψεις μου, εφ ων και γενικώτερα συμπεράσματα δύνανται να στηριχθώσι, λάβη επί του προκειμένου πάντα τα ενδεικνυόμενα υπό της σοβαρότητος της καταστάσεως μέτρα. 

Ο Διοικητής Στρατιάς Μ. Ασίας

                                                                  Αναστ. Παπούλας

Σάββατο 17 Μαρτίου 2012

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α ΒΛΑΧΟΣ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ


Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος στα 1917
Όταν εγεννάτο, ολόκληρος η Ελλάς, η ελευθέρα και δούλη, έκυψε εις το λίκνον του δια να ελπίση. Αι μακρυναί Θάλασσαι και η απέραντος γη, όπου είχε σπαρή, κατακτήσεων και επαναστάσεων και δι­ωγμών θύμα, το Γένος, συνεστάλησαν εις έκτασιν μιας σπιθαμής, εις μίαν γωνίαν του ελληνικού Ανακτόρου και εστάθησαν εκεί, και εκράτησαν σιωπηλαί την αναπνοήν των, δια να μη ταράξουν τον πρώτον ύπνον του βρέφους, το οποίον εξεπροσώπει την Ευτυχίαν, το Μέλλον. Γρήγορα, από της πρώτης στιγμής, έ­σπευσαν ανάδοχοι μυριάδες παλμών, χι­λιάδες ελπίδων και προσεκόμισαν, σμύρναν και λίβανον, την πορφύραν των αιμά­των της από τον νότον η Κρήτη, από τον βορράν την τελευταίαν λειτουργίαν της η Αγία Σοφία, εξ ανατολών και δυσμών αναμνήσεις και πόθους και όνειρα ο Ελληνισμός. Και ωνομάσθη το Βρέ­φος, πριν καν ανοίξη προς την ημέραν τους οφθαλμούς, Κωνσταντίνος. Ο πα­λαιός ποιητής εστάθη κοντά του και έ­δωσε το ελληνικόν αίσθημα εις στίχους ωραίους. 


Δεν είσαι Βασιλιά παιδί. 
Δεν είσαι μάννας γέννα. 
Οι πόθοι και οι ελπίδες μας εσμίξανε μαζί 
Κ' εγέννησαν εσένα. 


Και, αλήθεια, οι πόθοι και αι ελπίδες του Έθνους είχον γεννήσει τον Βασιλέα. Επί τέσσαρας αιώνας, μάρτυς, υπόδου­λος η Ελλάς, κάτω εις τα υπόγεια όπου ετέλει τας μυστικάς λειτουργίας της, ε­πάνω, εις κρυφά σχολειά, όπου εδίδασκε την παράδοσιν, αυτό το όνειρον ύφαινε, αυτόν ητοίμαζε τον στρατάρχην, αυτού εσφυρηλάτει τα όπλα, αυτού έτρεφε τον πολεμικόν ίππον, αυτού εχρύσωνε με α­κτίνας ελευθέρων ηλίων το Στέμμα. 

Και παρήρχετο ο καιρός. Και από της πρώτης οδοντοφυΐας του μέχρι των πρώτων του λαλημάτων, από των πρώ­των βημάτων του μέχρι των πρώτων ω­ρών της μαθητικής του ζωής, ο κόσμος εκείνος των κατάκοπων ηρώων και των γερόντων αγωνιστών, ο κόσμος των α­πομάχων της μεγάλης Επαναστάσεως, οι οποίοι δια του αίματος και του χρή­ματος και του νου των εθεμελίωσαν την ελευθέραν Ελλάδα, ύψωσε γύρω του πανύψηλον τείχος στοργής και λατρείας: διότι θα ήτο Αυτός, ο αναμενόμενος εκ Θεού. Διότι θα ήτο αυτός ο οποίος θα επραγματοποίει της Ειμαρμένης την παλαιάν προσταγήν. Διότι θα ήτο αυτός ο οποίος με το γύρισμα του χρόνου, δια μέσου αγώνων, προσπαθειών και ατυ­χημάτων, θα ωδήγει κάποτε επί κεφαλής χιλιάδων στρατού την Ελλάδα εις την χαράν και την δόξαν. Διότι θα ηλευθέρωνεν αυτός την Μακεδονίαν, θα έδιδε αυτός την Κρήτην εις την Ελλάδα, θα έπαιρνεν αυτός τα Γιάννενα. Διατί;... Παιδί δεν ήτο; Άνθρωπος δεν ήτο καί αυτός;... Αλλά το Έθνος δεν εδέχετο με τους μεμψίμοιρους συζήτησιν. Δεν ήτο παιδί, ούτε άνθρωπος, ούτε διάδοχος, ού­τε θα ήτο βασιλεύς όπως όλοι ο Κωνσταντίνος. Ο Κωνσταντίνος ήτο θρύλος, ήτο ψυχή, ήτο ο εντεταλμένος της Μοί­ρας.

* * *

Και ήλθε στιγμή κατά την οποίαν αι ευχαί και οι ψαλμοί έγιναν θούρια και οι ε­θνικοί θρήνοι παιάνες πολεμικοί και αν­τήχησε απ' άκρου εις άκρον από ιαχάς χαράς η Ελλάς, και ωπλίσθησαν οι στρατοί, και έσπευσαν υψηλά προς τας υποδούλους θαλάσσας οι στόλοι και το όνειρον επραγματοποιείτο: Τα φρούρια των πόλεων εκρημνίζοντο ως εις άκου­σμα υπερκοσμίων σαλπίγγων, και έφευ­γαν οι κατακτηταί, και ηλευθερούντο η Κρήτη, η Θεσσαλονίκη, η Σάμος, η Χίος, η Μυτιλήνη, τα Ιωάννινα. Και εις το μέσον του στρατού του, επροχώρει και εκάλπαζε προς την δόξαν και ήτο πάντοτε πρώτος. Αυτός. Ήτο υψηλός τώρα, και είχε γαλανούς οφθαλμούς και την ηλιοκαή του μορφήν εφώτιζε απεράντου καλωσύνης μειδίαμα και είχε ευγένειαν, θάρρος, ευθύτητα, νουν, και υπέρ αυτόν είχαν η στολή και το έθνος προσκομίσει πτερά, πτερά ά­σπρα και καταγάλανα, τα οποία ανέμιζε ευτυχής η πνοή της ελευθερίας. Αλλ' έ­ξαφνα, πώς έγινε η πνοή καταιγίς; Και πώς διερράγησαν της στοργής και της λατρείας τα τείχη; Και πώς αι ευχαί έγι­ναν πάθη και η ευλάβεια ύβρις, και κακία ο ενθουσιασμός και διαδήλωσις διωκτών των υπηκόων η λιτανεία;... Ας μείνη το ερώτημα αναπάντητον και ας πληρώση τώρα την αμαρτωλήν παρένθεσιν η σιω­πή. Μόνος, εξόριστος, ζων χωρίς θρόνον, χωρίς βασίλεια, χωρίς πατρίδα, νεκρός χωρίς τάφον, υποστάς και τον κόλαφον του παράφρονος εις την ξένην, δακρύσας με την ιδίαν συμφοράν και την συμφοράν της Ελλάδος, επιστρέψας εν μέσω φρενίτιδος, και απελθών εν μέσω φλογών πυρκαϊάς, έζησε, εκουράσθη, εμαρτύρησε, έπαθε, εδοξάσθη, υψώθη και έπεσε, και ανέμεινεν, ως άνθρωπος και ως σο­ρός, επί έτη μακρά εις τον ήλιον και το σκότος, Δικαιοσύνην.

* * *
Τώρα, τον φέρομεν πάλιν. Επάνω εις ένα κιλλίβαντα παλαιού πυροβόλου —τις οίδε τίνος πυροβόλου του Δεκατρία, του Δώδεκα— του οποίου τα ξύλα θα φρικιούν εις την σκέψιν ότι τώρα ορίζουν αυτά την πορείαν του, οδηγείται εις τον τάφον ο Κωνσταντίνος, ο Διάδοχος των εθνικών μας ονείρων, η Μεγάλη Ιδέα της χρυσής εποχής, ο Βασιλεύς των ενδό­ξων ωρών μας, ο ευτυχής και ατυχής, ο ιδίω έργω υψωθείς εις τα σύννεφα και έργω άλλων κρημνισθείς εις ερέβη, ι­στορικός στρατηλάτης. Ας τον οδηγήσωμεν λοιπόν όλοι μαζί εις τον Τάφον Του. Ας δώσωμεν περί την σορόν Του τας χείρας, και εις των κοινών δακρύων το πλήθος ας ποτίσωμεν τον σπόγγον της λήθης, η οποία θα μας οδηγήση αύριον προς δρόμους καλούς. Ο Βασιλεύς ήλθε εις την πατρίδα του και θα κοιμηθή τώρα δια πρώτην φοράν. Ας ετοιμάσωμεν με άνθη την κλίνην του, ας ποτίσω­μεν με καλωσύνην το χώμα, ας κλίνουν αι καρδίαι μας εμπρός του γονυπετείς και ας ταφούν μαζί του αι έριδες και αι κακίαι των οποίων υπήρξεν Αυτός, το πρώτον, το μέγιστον, το αδικώτατον θύ­μα...

Τετάρτη 14 Μαρτίου 2012

ΕΔΟΥΑΡΔΟΣ ΝΤΡΙΩ: Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ-H ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΖΟΝΝΑΡ- Η ΕΚΘΡΟΝΙΣΙΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ (30 Μαΐου 1917)

...........  Tην 29 Μαΐου /11 Ιουνίου , στις 10 π.μ (ο Ζοννάρ) ζητά από τον Ζαΐμη και του γνωστοποιεί την θέλησι των Δυνάμεων : - ο Βασιλεύς θα παραιτηθή γιατί παραβίασε το Σύνταγμα που έχουν εγγυηθή οι Προστάτιδες Δυνάμεις ' ο πρωτότοκος γυιός του, ο Πρίγκηψ- Διάδοχος Γεώργιος, δεν είναι (211) αποδεκτός για να τον αντικαταστήση στο Θρόνο- θα τον διαδεχθή ο δευτερότοκος γυιός του, ο Πρίγκηψ Αλέξανδρος.- Μερικά πολιτικά πρόσωπα που με την συμπεριφορά τους έγιναν ύποπτα στην Αντάντ, όπως ο τέως πρωθυπουργός Γούναρης, ο στρατηγός Δούσμανης, ο στρατηγός Μεταξάς και άλλοι ακόμη, θα υποχρεωθούν να εγκαταλείψουν το ελληνικό έδαφος ' ο Ζαΐμης αντιτείνει ότι το Σύνταγμα δεν το επιτρέπει αυτό, άρα αγνοούσε ότι δεν γινόταν επίκλησι του Συντάγματος παρά μόνο προς εξυπηρέτησιν του Βενιζέλου.-Ο Ζοννάρ ζητεί αμνηστεία υπέρ των βενιζελικών που εδιώκοντο για τις προηγούμενες ταραχές- Ο Ζαΐμης ζητεί να περιληφθούν στην αμνηστεία όλοι εκείνοι που κατεδιώκοντο από την Προσωρινή Κυβέρνησι στη Θεσσαλονίκη. 
Βασιλιάς Κωνσταντίνος Α


Σε περίπτωσι αντιστάσεως κατά της θελήσεως των Δυνάμεων, η καταστολή θα είναι αμείλικτη ' έχουν ληφθεί όλα τα μέτρα. Θα προκηρυχθή αμέσως η Δημοκρατία (και το Σύνταγμα;) . Οι Δυνάμεις, είπε ο Ζοννάρ, δεν επιθυμούν να επαναφέρουν τον Βενιζέλο στην εξουσία (SIC) . Αφ' ότου συντελεσθή η ενότης της Ελλάδος, η Προσωρινή Κυβέρνησις της Θεσσαλονίκης θα θεωρηθή διαλυθείσα ' αργότερα μόνο, και δια της νομίμου, της συνταγματικής ( SIC ) οδού, Ο Βενιζέλος θα μπορέση να αναλάβη την διεύθυνσι των κοινών... Εκτός αν το τελεσίγραφο των Δυ­νάμεων δεν γίνη δεκτό... Στην περίπτωσι αύτη, ο Βενιζέλος θα γυρίση αμέσως... Ο μπαμπούλας! Και ο Ζοννάρ δίνει βαρύτατο τόνο στη φωνή του: «Το Αρράς, λέει, η γενέτειρα μου πατρίδα, ερημώθηκε από τους Γερμανούς! Όσο οδυνηρή και αν είναι για τη γαλλική καρδιά μου η σκέψις να διατάξω βομβαρδι­σμό κατά μιας ιστορικής πόλεως όπως η Αθήνα, εν τούτοις, αν λόγω αντιστάσεως ευρεθώ στην ανάγκη, θα φθάσω μέχρι που να μεταβάλω την Αθήνα σε νέο Αρράς!» 
Ευτυχώς για τον Ζοννάρ ότι ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος δεν τον ε­ξώθησε στην εσχάτη αυτή ανάγκη, να κάνη την Αθήνα δεύτερο Αρράς. Γιατί τότε θα άφηνε στην ιστορία όνομα ένδοξο!... 
Ήλπιζε, άλλωστε, να μη φθάση έως εκεί και προσέδωσε ηπιώτερο τόνο στη φωνή του για να πείση τον  Ζαΐμη  για τις εξαίρετες διαθέσεις των Συμμάχων:-Εάν η κρίσι λυθή ειρηνικά, ο αποκλεισμός θα αρθή ' οι Δυνάμεις θα προστατεύσουν την ελευθερία και τις περιουσίες όλων των Ελλήνων ανεξαιρέτως και θ' αντιταχθούν κατά κάθε αντιποίνου ( SIC ) . -Οι Δυνάμεις είναι αποφασισμένες να σεβασθούν τη θέλησι του Ελλη­νικού Λαού να παραμείνη ουδέτερος- δεν θέλουν να τον παρασύρουν στον ευρωπαϊκό πόλεμο, ούτε να αναμιχθούν στην εσωτερική πολιτική της Ελλάδος (να τα διαβάζετε καλά αυτά φίλοι αναγνώστες!)' αλλά η απο­δοχή της διακοινώσεώς τους θα κάνη δυνατό τον άμεσο κατευνασμό των πνευμάτων, θα βάλη τέρμα στις εμφύλιες διενέξεις, θα αποκαταστήση την ενότητα στο βασίλειο, θα επιτρέψη δε να αποβλέπη πάλι με ελπίδα στο μέλλον του Ελληνισμού. 
Και ο Ζοννάρ πιέζει τον  Ζαΐμη  να αφοσιωθη στο έργο αυτό της εθνικής συνδιαλλαγής, για το όποιο αυτός είναι ο ενδεδειγμένος περισσότε­ρο από κάθε άλλον... και του δίνει εικοσιτετράωρη προθεσμία για να α­παντήση, δηλαδή μέχρι το μεσημέρι τής 30 Μαΐου/12 Ιουνίου. 
Ο Ζαΐμης με κόπο κατώρθωσε να κρύψη την συγκίνησί του και την έκπληξί του ' υπήρχαν πράγματι πολλά εκπληκτικά στο τελεσίγραφο ε­κείνο. Εσκέφθη προς στιγμήν να υποβάλη την παραίτησί του ' αλλά είχε καθήκον απέναντι στον Βασιλέα και την Ελλάδα. Κατεβαίνοντας από τη «Δικαιοσύνη», είπε στον Ύπατο Αρμοστή ότι η Διακοίνωσις των Δυ­νάμεων θα υπεβάλλετο στο Συμβούλιο του Στέμματος. 
***


Εν αναμονή της απαντήσεως, ελήφθησαν όλα τα μέτρα για την εκτέλεσι του σχεδίου: η Ελασσών, στην είσοδο της Θεσσαλίας, κατελή­φθη ' επίσης και ο Ισθμός της Κορίνθου.
Τα συμμαχικά στρατεύματα έφθασαν προ του Πειραιώς και της Σαλαμίνος, αλλά έμειναν επάνω στα πλοία, για να μη δοθή η εντύπωσις ότι ασκείται πίεσις' δύο συντάγματα της 30ής μεραρχίας, το ρωσσικό σύνταγμα και σώμα πυροβολικού έτοιμο για απόβασι. Ο ναύαρχος Γκωσσέ ήταν στη θέσι του ' δεν πήγε στο Ζάππειο. Ο στρατηγός Σαρράϊγ ε­πέβλεπε τα πάντα από τη Θεσσαλονίκη, στο πλευρό του Βενιζέλου.
Το Συμβούλιο του Στέμματος συνεκλήθη αμέσως' όπως και εκείνο που συνεκλήθη το Μάρτιο του 1915, και τούτο απετελέσθη από μιά δω­δεκάδα σημαντικών πολιτικών και συγκεκριμένα από εκείνους που χρη­μάτισαν πρωθυπουργοί: Γούναρης, Δραγούμης, Λάμπρος, Δημητρακόπου­λος, Καλογερόπουλος, Σκουλούδης, Στράτος. Όταν ο Ζαΐμης τους εγνωστοποίησε τη διακοίνωσι των Δυνάμεων, οι περισσότεροι συμβούλεψαν τον Βασιλέα να μη υποχωρήση' είχαν πολλά επιχειρήματα και ιδιαιτέρως ότι το Ελληνικό Έθνος του ήταν πιστά αφοσιωμένο.
Αλλά ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος εσυλλογίσθη την Ελλάδα ' εάν (213) αντισταθή, η Ελλάς θα υποφέρη και άλλα ' γιατί να υποφέρη; Και πήρε την ακλόνητη απόφασί του:—Πιστός στην πολιτική της ουδετερότητας που ακολούθησε πάντα, δεν θέλει να έλθη σε σύγκρουσι με τη Γαλλία και την Αγγλία- θα φύγη λοιπόν, θα εγκαταλείψη την Ελλάδα μαζί με την Βασίλισσα, μαζί με τον καταδικασμένο σαν κι' αυτόν Διάδοχο και θ' αφήση το θρόνο στον δευτερότοκο γυιό του Πρίγκηπα Αλέξανδρο- η κυ­βέρνησις πρέπει να τήρηση την τάξι προς το συμφέρον της Χώρας- ο Ζαΐμης πρέπει να διατήρηση την εξουσία με την οποία προσφέρει στην Ελλάδα πολύτιμες υπηρεσίες.
Η συνεδρίασις ελύθη- όλοι έφυγαν κλαίγοντας- ο Πρίγκηψ Αλέ­ξανδρος ανελύθη σε λυγμούς.
Η είδησις διεδόθη αμέσως στην πόλι' τα καταστήματα έκλεισαν σ' ένδειξι πένθους και μέσα στη νύχτα οι καμπάνες των εκκλησιών εκτυπούσαν πένθιμα. Ο Πρίγκηψ Ανδρέας επήγε στους στρατώνες για να καθησύχαση τους αξιωματικούς .
Ήταν η 11η Ιουνίου, δηλαδή η 29η Μαΐου με το παλαιό ημερολό­γιο, η επέτειος του θανάτου του Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου στις ε­πάλξεις της Κωνσταντινουπόλεως το 1453. Γιατί η ελληνική ψυχή ανα­ζητούσε τόσο μακρυά την οδυνηρή εκείνη ανάμνησι;
Την 30 Μαΐου/ 12 Ιουνίου, την 9 π.μ. ο Ζαΐμης γνωστοποίησε στον Ζοννάρ ότι «η Α. Μ. ο Βασιλεύς, μόνο για το συμφέρον της Ελλάδος φροντίζοντας, όπως πάντοτε, απεφάσισε να εγκαταλείψη την Χώρα μαζί με τον Διάδοχο και να υποδείξη σαν διάδοχο το δευτερότοκο γυιό του Αλέξανδρο».
Την ίδια ημέρα ο Βασιλεύς απευθύνει προς το Λαό το εξής διάγ­γελμα:
«Εκπληρών το καθήκον μου προς την Ελλάδα και μόνον το συμφέ­ρον αυτής έχων προ οφθαλμών, υπείκω εις την ανάγκην, εγκαταλεί­πω μετά του Διαδόχου την φιλτάτην μου πατρίδα, αφήνω επί του Θρό­νου τον υιόν μου Αλέξανδρον.
»Μακράν ευρισκόμενοι, θα διατηρήσωμεν, η Βασίλισσα και εγώ, την αυτήν αγάπην προς τον Ελληνικόν Λαόν.
»Σας παρακαλώ όλους να δεχθήτε την απόφασί μου με ηρεμίαν και γαλήνην ψυχής, έχοντες εμπιστοσύνην εις τον θεόν, του οποίου επικα­λούμαι την εξ ύψους αντίληψιν επί του Έθνους. Και, ίνα μη η θυσία αύτη προς την Πατρίδα αποβή επί ματαίω, σας εξορκίζω όλους, αν α­γαπάτε τον θεόν, αν αγαπάτε την πατρίδα σας, αν τέλος αγαπάτε εμέ, (214) να μη διαταράξετε καθόλου την τάξιν και να υποκύψετε. Η ελαχίστη παρέκκλισις, έστω και εξ υψηλού αισθήματος προερχομένη, δύναται σή­μερον να επιφέρη τρομερά δεινά.
»Την στιγμήν αυτήν, η μεγαλυτέρα παρηγορία δια την Βασίλισσα; και δι' εμέ έγκειται εις την συμπάθειαν και την αφοσίωσιν την οποίαν πάντοτε επιδείξατε προς ημάς, κατά τας δυσχερείς, όπως και κατά τας ευτυχείς ημέρας».
Γαλήνη μιας εκλεκτής ψυχής που κάνη το καθήκον της μη έχοντας να λογοδοτήση παρά μόνο στο θεό, στην Πατρίδα και... στην Ιστορία. Ανωτέρα και ευγενής μορφή μεταξύ όλων των προσώπων του δράματος αυτού.

** 


Καθ' όλη τη διάρκεια της νύκτας που ήταν ζεστή και θαυμάσια, λέει ο πρίγκηψ Νικόλαος, ακουγόταν έξω από τα Ανάκτορα η βοή του πλήθους που έμοιαζε με μακρυνό ήχο βροχής.
Όλη την ημέρα της 30 Μαίου/ 12 Ιουνίου ο λαός της Αθήνας εφρουρούσε γύρω από τον Βασιλέα του, για να τον εμποδίση να φύγη, όπως το 1915 όταν ήταν άρρωστος, για να εμποδίση το θάνατο του. Ό­πως ο χορός των γερόντων Θηβαίων μπροστά στον κτυπημένο από τη Μοίρα Οιδίποδα, έλεγε, επανελάμβανε τις τόσο συγκινητικές στον ενικό λιτανείες και οιμωγές: «Δεν θα σ' αφήσουμε να περάσης! Δεν θα σ' αφή­σουμε να φύγης!»
Αντιπροσωπείες εργατών, χωρικών, παρουσιάζοντο από παντού για να προσφέρουν την αφοσίωσί τους, το αίμα τους. Ο Μαυρομιχάλης οδήγησε τους μανιάτες: «Δεν θ' αφήσουμε να σε πάρουν! Είσαι βασιλιάς μας! Είσαι δικός μας!» Και επανελάμβανε ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος: «Δεν έχετε λοιπόν εμπιστοσύνη στον Βασιλέα σας;» Εδέησε να φύγουν κλαί­γοντας. Αξιωματικοί σε συμπαγείς μάζες έφθαναν, και προσέφεραν το ξίφος τους: «Δεν θα διαπράξωμεν τη δειλία να σ' αφήσωμε να φύγης, Συ, ο Βασιλεύς μας, ο Αρχηγός μας».—«Αφού είμαι βασιλεύς σας, αρ­χηγός σας, πρέπει να με υπακούσετε ' η πρωτίστη των αρετών σας πρέ­πει να είναι η πειθαρχία ' προπαντός δε όταν η διαταγή είναι σκληρή πρέπει να υπακούετε ' και είναι πάντοτε ευχάριστο να υπακούη κανείς σ' εκείνον που αγαπά! Αγαπάτε την Ελλάδα; Αγαπάτε τον Βασιλέα σας;» Και του φιλούσαν τα χέρια. Και έφευγαν κλαίγοντας σαν παιδιά.
Ο Ζαΐμης επολλαπλασίαζε τις προσπάθειες του, τις ανακοίνωσεις (215) του προς τον τύπο, για να κατευνάση τη συγκίνησι αυτή, της οποίας εφοβόταν την έκρηξι. Έλεγε: Η αναχώρησις του Βασιλέως είναι προσωρι­νή μόνο. Θα γυρίση όταν λήξη ο ευρωπαϊκός πόλεμος ' οι Μεγάλες Δυ­νάμεις δεν θα μνησικακούν πια κατά της Ελλάδος- η Κυβέρνησις της Θεσσαλονίκης διελύθη... Μάταια. Ο λαός δεν είχε εμπιστοσύνη. Αισθα­νόταν ότι θα ήταν πολύ δυστυχής όταν ο Βασιλεύς δεν θα ήταν πια μα­ζί του' μεγάλο εθνικό πένθος.
Ο Ζοννάρ όταν επληροφορήθη, με έκπληξι αναμφίβολα,-τα αγνο­ούσε όλα αυτά!-απεβίβασε μερικά στρατεύματα με την πρόφασι ότι υ­πέφεραν από τον καύσωνα πάνω στα πλοία και είχαν ανάγκη από πόσιμο νερό. Τα ώθησε σιγά - σιγά προς την Αθήνα και ειδοποίησε τον Ζαΐμη ότι έπρεπε να φύγη ο Βασιλεύς. Αλλοιώς θα εχρησιμοποιούσε βία...
Ο λαός της Αθήνας πέρασε την νύκτα της 30ής προς την 31η Μαΐου γύρω από τα Ανάκτορα. Μία άμαξα εβγήκε' γινόταν η πρώτη δοκιμή: οι εύζωνοι της Ανακτορικής Φρουράς ερρίχθηκαν πρηνείς μπρο­στά της, αποφασισμένοι να διαμελισθούν μάλλον παρά ν' αφήσουν να πε­ράση ο Βασιλεύς. Ο πρίγκηψ Νικόλαος και η πριγκήπισσα Ελένη, ο πρίγκηψ Ανδρέας και η πριγκήπισσα Αλίκη εμφανίσθηκαν παρακαλών­τας να τους αφήσουν να περάσουν ' τους έσπρωξαν μέσα στον κήπο' τέλος εγύρισαν στα Ανάκτορα. Μετεχειρίσθησαν το κλασσικό στρατήγημα: βγήκε η βασιλική άμαξα με κατεβασμένα τα παραπετάσματα ' το πλή­θος ώρμησε, εσπρώχθη, εσχημάτισε κλοιό: τρομερός συνωστισμός. Η άμαξα δεν επέρασε... Εν τω μεταξύ, από μια μικρή πόρτα, ο Βασιλεύς και η Βασίλισσα πήραν το δρόμο για το Τατόι '. Επί πολύ δεν ήθελαν να το πιστέψουν στην Αθήνα ' τους ενόμιζαν κρυμμένους μέσα στα Ανά­κτορα ' ήθελαν να τους δουν.
Τέλος εδέησε να πεισθούν ότι ήσαν στο Τατόϊ, στη βασιλική έπαυλι. Το Τατόϊ, 22 χιλιόμετρα από την Αθήνα. Όλη την ημέρα της 1/14 Ιουνίου, κατά πυκνές ομάδες, με κάθε μεταφορικό μέσο, ο λαός της Α­θήνας κινείται προς το Τατόι ' θέλει να δη τον Βασιλέα. Αφού δεν μπο­ρεί να τον κρατήση και θέλει να φύγη, αφού φεύγει, θέλει τουλάχιστον να τον δη για τελευταία φορά για να του πη: καλή αντάμωσι. Έρχονται αξιωματικοί ' γίνονται δεκτοί, προσφέρουν τη ζωή του υπέρ του Βασι­λέως τους. Τους λέει: «Η ζωή σας ανήκει στην πατρίδα σας και όχι σε μένα... Δεν θα ήθελα ούτε μία σταγόνα αίματος να χυθή για μένα. Αφού η παρουσία μου στην Ελλάδα προκαλεί τη δυσπιστία των Δυνάμεων, το καθήκον μου ήταν να φύγω ' το δικό σας καθήκον είναι να υπηρετήσετε (216) την Χώρα σας. Η καρδιά μου ματώνει στη σκέψι ότι εγκαταλείπω σσς και τη Χώρα μου- αλλά πρέπει να ξέρετε καλά ότι, υποκύπτοντας, προσ­φέρω υψίστη υπηρεσία στη Χώρα αυτή, που τόσο αγαπώ και της οποίας τα συμφέροντα προσπάθησα πάντοτε να υπηρετήσω. Αυτό είναι και το δικό σας καθήκον».
Το απόγευμα, η Βασιλική Οικογένεια πήγε να προσευχηθή στον τάφο του Βασιλέως Γεωργίου Α', στο Παλαιόκαστρο, κοντά στο Τατόι.
Ο Ζοννάρ κατελήφθη από ανυπομονησία. Όλος αυτός ο αναβρα­σμός τον εξέπλησσε εξαιρετικά ' και αυτός επίσης είχε νομίσει ότι γύ­ρω από τον Βασιλέα δεν ήταν παρά μία μικρή κλίκα γερμανοφίλων και συναντούσε ήδη ένα ολόκληρο λαό. Εδιδάσκετο, αλλά δεν ανησυχούσε. Εφοβήθη μήπως ο Βασιλεύς εξαφανισθή στα όρη προς την Θεσσαλία ή την Πελοπόννησο. Ο Βασιλεύς θα το μπορούσε, αν το ήθελε...
Ο Ύπατος Αρμοστής ειδοποίησε τον Ζαΐμη, ότι ο Βασιλεύς ώφειλε να αναχωρήση από το Τατόϊ μέσα στην 1/14 προς την 2/15 Ι­ουνίου, στις 2 μετά τα μεσάνυκτα. Ο Ζαΐμης παρετήρησε ότι η μικρή Πριγκήπισσα Αικατερίνη ήταν μόλις τεσσάρων ετών και θα ήταν απάν­θρωπο να μεταφέρουν αυτό το παιδάκι σε τέτοια ώρα. Ο Ύπατος Αρ­μοστής υπέδειξε τότε την 8η π.μ. της 2/15 Ιουνίου ' ο Βασιλεύς και η Βασιλική Οικογένεια ώφειλαν να πάνε, για να επιβιβασθούν στο πλοίο, στον Ωρωπό, δώδεκα περίπου χιλιόμετρα από το Τατόϊ, στην ανατο­λική ακτή της Αττικής.
Στον Ωρωπό, το πρωΐ της 2/15 Ιουνίου, όλοι οι δρόμοι που ωδηγούσαν εκεί, γεμάτοι αξιωματικούς, υπαλλήλους, χωρικούς- η παραλία κατάμαυρη από τον κόσμο, η αποβάθρα σκεπασμένη με λουλούδια ' τα κοριτσάκια του ορφανοτροφείου παρατεταγμένα...
Ακούστε τι έγραψε ένας Γάλλος δημοσιογράφος, ο Εδουάρδος Ελσέ, που ήταν εκεί ' μου αρέσει, στην προσπάθεια μου αυτή υπέρ της α­ληθείας, να χρησιμοποιώ μαρτυρίες συμπατριωτών μου.
«Οι ψαράδες του μικρού συνοικισμού του Ωρωπού, εγονάτισαν κλαί­γοντας στην παραλία.
»Έρχονταν να αποχαιρετίσουν τον Βασιλέα τους, τον οποίο εμείς επιβιβάζαμε στο πλοίο για την εξορία, την ημέρα εκείνη.
»Ήταν πτωχοί, απλοϊκοί άνθρωποι που δεν διαβάζουν εφημερί­δες και δεν ξέρουν από πολιτική. Είχαν ένα Βασιλέα και τον έλεγαν πατέρα τους- γιατί παρέμειναν στη γλυκεία εγκαρδιότητα των (217) παλαιι­κών ηθών. Ησθάνοντο ένα βαρύ πένθος να υγραίνη τα μάτια τους, παρ' όλα τα μύρα των λουλουδιών.
»Χλωμοί και στενάζοντας, όμοιοι με τους βοσκούς των Θηβών, που ερρίχνοντο στα πόδια του Οιδίποδος και άφηναν αθώους στεναγμούς, ψι­θυρίζοντας προσευχές, σαν μπροστά σε νεκρό.
»Και η θλίψις των ταπεινών ανθρώπων ήταν τόσο ειλικρινής, ώστε δεν ήταν δυνατό να κρατηθή και να μη συγκινηθή κανείς.
«Αξιωματικοί και στρατιώτες έκλαιγαν επίσης. Είχαν στρωθή στο έδαφος τάπητες σκεπασμένοι με κλαδιά δένδρων. Μικρά κορίτσια ήταν παρατεταγμένα και έρριχναν λουλούδια. Ρυθμικές ικεσίες ηκούοντο πένθιμα από μία γειτονική εκκλησούλα. Οι καμπάνες κτυπούσαν πέν­θιμα».
Η σελίδα είναι ωραία, συγκινητική, οφειλομένη δε στην πέννα ε­νός δημοσιογράφου, που τυχαίνει να είναι Γάλλος, δεν είναι ύποπτη φιλοφροσύνης προς τον Βασιλέα. Είναι όμως βέβαιο ότι οι πτωχοί εκείνοι άνθρωποι, που ήταν εκεί, δεν ήξεραν από πολιτική; Ήξεραν από πολι­τική ' ήξεραν ότι ο Βασιλεύς είχε μεγαλώσει την Ελλάδα με τις ωραι­ότερες νίκες της ιστορίας της, οτι έφερε στο όνομά του και την καρδιά του το προαιώνιο όνειρο, ότι υπέφερε για την Ελλάδα και θα υποφέρη ακόμη. Αλλά ήταν έτοιμοι να υποφέρουν μαζί του και ήταν διατεθει­μένοι να διατηρήσουν αθάνατη τη λατρεία του.
«Την αγαθήν μερίδα ελέξαντο».
Όταν ο Βασιλεύς και η Βασίλισσα έφθασαν στην παραλία, μαζί με τον Διάδοχο, τον Πρίγκηπα Παύλο και τις Πριγκήπισσες Ελένη, Ειρήνη και την μικρή Αικατερίνη, τα γόνατα ελύγισαν και όλοι ξέσπα­σαν σε παράπονα: «Γιατί μας αφήνεις;». Όταν επροχώρησαν να επι­βιβασθούν στη λέμβο, το πλήθος συνωθείτο γύρω από τον Βασιλέα, ή­θελαν όλοι να τον αγγίξουν: «Γιατί φεύγεις; Να μας ξανάρθης!». Ό­ταν η λέμβος απεσπάσθη από την αποβάθρα, πολλοί ερρίχθηκαν στη θάλασσα για να την κρατήσουν ' οι άλλοι ικέτευαν βλέποντας τη λέμβο να απομακρύνεται: «Να μας ξανάρθης!»...
Ο Βασιλεύς δεν θέλησε να φύγη με ξένο πλοίο. Επεβιβάσθη στη «Σφακτηρία»... Γρήγορη, με συνοδεία δύο γαλλικών τορπιλλοβόλων, η «Σφακτηρία» εγλύστρησε πάνω στα ήρεμα νερά προς την ανοικτή θά­λασσα, προς την εξορία και πίσω της έσυρε για πολύ τα σύννεφα του καπνού, σαν μαντήλι που εκινείτο σ' αποχαιρετισμό...

ΕΥΑΓΟΡΑΣ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗΣ


Τιμή και δόξα στον τραγουδιστή της λευτεριάς της Κύπρου, Εθνομάρτυρα Ευαγόρα Παλληκαρίδη


«Βγήκαν αντάρτες στα βουνά
της Κύπρου διαλεχτά παιδιά
της ΕΟΚΑ παλικάρια
της Ελλάδας τα καμάρια»


Στις 14 του φετινού Μάρτη (Μάρτης 2012) συμπληρώνονται πενήντα πέντε χρόνια από τότε που οι Άγγλοι αποικιοκράτες απαγχόνισαν στις Κεντρικές Φυλακές της Λευκωσίας τον Ελληνοκύπριο έφηβο επαναστάτη, ποιητή και τραγουδιστή της λευτεριάς της Κύπρου ΕΥΑΓΟΡΑ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙΔΗ.
Οι Άγγγλοι δυνάστες της Κύπρου, ξετσίπωτοι εγκληματίες όντες, στέρησαν από ένα παιδί το εξαίσιο θαύμα της ζωής και τα ελληνική γράμματα, και γιατί όχι και την παγκόσμια λογοτεχνία, από ένα ταλέντο με ποιητικό κάλαμο γραφής αξιολογότατο και πολλά υποσχόμενο.(Διαβάστε περισσότερα)