Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΘΗΚΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΘΗΚΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2011

ΓΕΡΜΑΝΟ-ΣΟΒΙΕΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΟ ΜΗ ΕΠΙΘΕΣΕΩΣ 23/8/1939


  Σύμφωνο μη επιθέσεως μεταξύ Γερμανίας και Ε.Σ.Σ.Δ
Η  κυβέρνηση του Γερμανικού Ράιχ και η κυβέρνηση  της Ενώσεως Σοβιετικών Σοσιαλιστικών  Δημοκρατιών, επιθυμώντας, να ενδυναμώσουν την υπόθεση της ειρήνης μεταξύ Γερμανίας και Ε.Σ.Σ.Δ. και ξεκινώντας από τις θεμελιώδεις προβλέψεις της Συμφωνίας Ουδετερότητας  πού υπογράφηκε τον Απρίλιο του 1926 μεταξύ Γερμανίας και Ε.Σ.Σ.Δ., κατέληξαν στην ακόλουθη   συμφωνία :
 Άρθρο Ι.
Τα δύο Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη υποχρεούνται να απόσχουν από οποιαδήποτε  πρά­ξη βίας, από οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια και  από οποιαδήποτε επίθεση εναντίον αλλήλων, είτε μεμονωμένα είτε από κοινού με άλλες δυνάμεις.
Άρθρο II.
Σε περίπτωση που το ένα από τα δύο Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη γινόταν αντι­κείμενα πολεμικής δράσεως από μέρους μίας  τρί­της δυνάμεως, το άλλο Υψηλό Συμβαλλόμενο Μέρος δεν θα προσφέρει με κανέναν τρόπο την υποστήριξή  του στην  τρίτη αυτή  δύναμη.
Άρθρο III.
Οι κυβερνήσεις των δύο Υψηλών Συμβαλλομένων Μερών θα διατηρούν μελλον­τικά συνεχή αμοιβαία επαφή με τον σκοπό της ενημερώσεως και της ανταλλαγής πληροφοριών γύρω από προβλήματα που αφορούν στα κοινά τους  συμφέροντα.
Άρθρο IV.
Κανένα από τα δύο Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη δεν θα μετάσχει σε οποιονδήποτε συνασπισμό δυνάμεων που έμμεσα ή άμεσα θα στρέφεται εναντίον του αλλού.
Άρθρο V.
Σε περίπτωση πού θα προκύψουν φιλονικίες ή συγκρούσεις μεταξύ των δύο Υ­ψηλών Συμβαλλομένων Μερών, γύρω από προ­βλήματα του ενός ή του άλλου είδους, και οι δύο συμβαλλόμενοι θα λύσουν τις φιλονικίες ή τις  συγκρούσεις  αυτές αποκλειστικά με φιλική ανταλ­λαγή γνωμών ή, εν ανάγκη, με τη συγκρότηση επιτροπών  διαιτησίας.
Άρθρο VI.
Η παρούσα συνθήκη συνάπτεται για ένα χρονικό διάστημα δέκα ετών, με την πρόβλεψη ότι εφ’ όσον το ένα από τα δύο Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη δεν την καταγγείλει ένα χρόνο πριν από την εκπνοή της προθεσμίας αυ­τής, το κύρος της συνθήκης αυτής παρατείνεται αυτόματα  για άλλα πέντε   χρόνια.
Άρθρο VII
Η παρούσα συνθήκη θα κυρωθεί  εντός του συντομότερου δυνατού χρονικού διαστήματος . Η ανταλλαγή των  κυρώσεων θα γίνει στο   Βερολίνο.   Η   συμφωνία   θα   τεθεί   σε ισχύ μόλις υπογραφεί.
Συντάχθηκε εις διπλούν στη Γερμανική και στη Ρωσική γλώσσα.
Μόσχα 23 Αυγούστου 1939.
Για τη Κυβέρνηση του Γερμανικού Ράιχ
v. RIBBENTROP
O Πληρεξούσιος της κυβέρνησης της ΕΣΣΔ
V.MOLOTOV

Πρόσθετο Μυστικό  Πρωτόκολλο.
Με την ευκαιρία της υπογραφής του Συμφώνου Μη  Επιθέσεως μεταξύ  του Γερμανικού Ράιχ και τής Ενώσεως των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών οι υπογεγραμμένοι πληρεξούσιοι εκάστου των  δύο μερών συζήτησαν  σε αυστηρά εμπιστευτικές συνομιλίες το θέμα των ορίων των αντίστοιχων σφαιρών επιρροής των στην Ανατολική Ευρώπη Οι συζητήσεις αυτές οδή­γησαν στα ακόλουθα συμπεράσματα :
1.Σε περίπτωση εδαφικής και πολιτικής ανακατατάξεως στις περιοχές που ανήκουν στα Βαλτικά Κράτη (Φινλανδία, Εσθονία, Λετονία,  Λιθουανία), τα βόρεια σύνορα τής Λιθουανίας θα αντιπροσωπεύουν  τα σύνορα των σφαιρών   επιρροής  τής  Γερμανίας  και  τής   Ε.Σ.Σ.Δ. Στο σημείο αυτό της επαφής,  το συμφέρον της Λιθουανίας στη ζώνη της Βίλνα αναγνωρίζεται από κάθε συμβαλλόμενο μέρος.
2.Σε  περίπτωση εδαφικής και πολιτικής ανακατατάξεως των περιοχών πού ανήκουν στο Πολωνικό  κράτος  οι  σφαίρες  επιρροής  τής   Γερμανίας   και   τής   Ε.Σ.Σ,Δ,   θα  ορίζονται   κατά    προσέγγιση από τη γραμμή των ποταμών Νάρεβ,  Βιστούλα  και  Σαν.
Το ζήτημα του κατά πόσον τα συμφέροντα και   των δύο μερών καθιστούν επιθυμητή τη διατήρήση ενός ανεξάρτητου Πολωνικού κράτους, καθώς και του ποια θα έπρεπε να είναι τα όρια ενός τέτοιου  κράτους  μπορεί να   καθορισθεί   οριστικά   μόνον  κατά την πορεία  των  περαιτέρω πολιτικών εξελίξεων. Σε κάθε περίπτωση οι δύο κυβερνήσεις θα επιλύσουν το ζήτημα αυτό μέσω μιας  φιλικής συμφωνίας.
3. Όσον αφορά την  Νοτιοανατολική Ευρώπη η σοβιετική πλευρά επισημαίνει το ενδιαφέρον της για τη Βεσσαραβία. Η γερμανική πλευρά δηλώνει πλήρη πολιτική έλλειψη ενδιαφέροντος για τους τομείς αυτούς.
Αυτό το πρωτόκολλο θα αντιμετωπισθεί  από τα δύο μέρη ως αυστηρά απόρρητο.

Μόσχα 23 Αυγούστου 1939.
Για τη Κυβέρνηση του Γερμανικού Ράιχ
v. RIBBENTROP
O Πληρεξούσιος της κυβέρνησης της ΕΣΣΔ
V.MOLOTOV












                                           

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2011

ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΟΝ ΣΥΜΦΩΝΟΝ ΕΓΚΑΡΔΙΟΥ ΣΥΝΕΝΝΟΗΣΕΩΣ της 14ης Σεπτεμβρίου 1933


Η Ελλάς και Η Τουρκία πιστώς προσηλωμέναι εις την πολιτικήν των φιλίας, συνεννοήσεως και εγκαρδίου συνεργασίας.
Αποφασισμέναι να εξασφαλίσωσι την σταθεράν προαγωγήν της πολιτικής ταύτης, της οποίας τα αποτελέσματα καθίστανται αισθητά εις πάντα τα πεδία της εθνικής και της διεθνούς αυτών δρά­σεως, εμπνεόμενοι δε εξ άλλου εκ του πνεύματος του συμφώνου Μπριάν-Κέλλογκ και άλλων διεθνών πράξεων, ας έχουσιν υπογράψει και επιθυμούσαι να παράσχωσι νέον επίσημον τεκμήριον της προσηλώσεώς των προς την ειρήνην.
Απεφάσισαν να συνομολογήσουν εν σύμφωνον και ώρισαν προς τούτο ως αντιπροσώπους των :
Ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας :
Την Αυτού Εξοχότητα τον Κύριον Παναγήν Τσαλδάρην, Πρόεδρον του Υπουργικού Συμβουλίου.
Την Αυτού Εξοχότητα τον Κύριον Δημήτριον Μάξιμον, Υπουργόν επί των Εξωτερικών.
Ο Πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας :
Την αυτού Εξοχότητα τον Ισμέτ Πασσάν, Πρόεδρον του Υπουργικού Συμβουλίου, Βουλευτήν εκ Μαλατίας.
Την αυτού Εξοχότητα τον Δρα Τεφβήκ Ρουσδή Βέην, Υπουργόν επί των Εξωτερικών, Βουλευτήν εκ Σμύρνης :
Οίτινες ανακοινώσαντες, αλλήλοις τα πληρεξούσια αυτών έγγραφα, τα οποία ευρέθησαν κα­λώς και νομίμως έχοντα, απεφάσισαν :
Άρθρον 1
Η Ελλάς και η Τουρκία εγγυώνται αμοιβαίως το απαραβίαστον των κοινών αυτών συνό­ρων.
Άρθρον 2
Τα 'Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη, συμφωνούσιν, ότι επί πάντων των διεθνούς φύσεως ζη­τημάτων, άτινα δύνανται να παρουσιάσωσιν ενδιαφέρον δι' αυτά, η εκ των προτέρων ανταλλαγή σκέψεων είναι σύμφωνος προς την γενικήν κατεύθυνσιν της πολιτικής των συνεννοήσεως και συ­νεργασίας, ως και προς τα αμοιβαία και κοινά αυτών συμφέροντα.
Άρθρον 3
Εις πάσας τας διεθνείς συγκεντρώσεις, εις ας η αντιπροσώπευσις είναι περιωρισμένη, η Ελλάς και η Τουρκία είναι διατεθειμέναι να θεωρώσιν, ότι ο αντιπρόσωπος της μιας εξ αυτών θα έχη εντολήν να υπερασπίζη τα κοινά και τα ίδια συμφέροντα των δύο Μερών, υποχρεούνται δε να συνενώσωσι τας προσπαθείας των προς εξασφάλισιν της κοινής ταύτης αντιπροσωπεύσεως είτε υπό εκατέρας αυτών εναλλάξ, είτε υπό της μάλλον ενδιαφερόμενης των δύο Χωρών, οσάκις πρόκει­ται περί Ιδιαιτέρων περιπτώσεων ειδικών συμφερόντων.
Άρθρον 4
Το παρόν Σύμφωνον συνομολογείται διά δέκα έτη.
Εάν δεν καταγγελθή υπό του ενός των Υψηλών Συμβαλλομένων Μερών εν έτος προ της λήξεως της ισχύος του, θα παραμείνη εν ισχύι δι' ετέραν περίοδον δέκα ετών.
Άρθρον 5
Το παρόν Σύμφωνον θα επικυρωθή και αι επικυρώσεις θα ανταλλαγώσιν εν Αθήναις όσον το δυνατόν ταχύτερον. Θα άρξηται ισχύον από της τελευταίας επικυρώσεως, ήτις θέλει ανακοινωθή διά διακοινώσεως προς το έτερον Συμβαλλόμενον Μέρος.
Εγένετο εν Αγκύρα την δεκάτην τετάρτην Σεπτεμβρίου του χιλιοστού εννεακοσιοστού τριακοστού τρί­του έτους.
π. τςαλδαρης                                     ιςμετ
Δ. ΜΑΞΙΜΟΣ                                           Δρ. Τ. ΡΟΥΣΔΗ


(Το σύμφωνο που είχε διάρκεια 10 ετών, κυρώθηκε τον Φεβρουάριον τον 1934 . )

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011

ΤΟ ΧΑΛΥΒΔΙΝΟ ΣΥΜΦΩΝΟ


Στη συνάντηση του Μιλάνου (6-7 Μαΐου 1939) συζητήθηκε από τους δύο υπουργούς των Εξωτερικών , Κόμη  Ciano και  von Ribbentrop το σύμφωνο Ιταλό-γερμανικής συμμαχίας . Το σύμφωνο που προσδιόριζε  και προωθούσε  τις προηγούμενες  σχέσεις του Άξονα , υπογράφηκε στη συνέχεια  από τους δύο Υπουργούς στις 22 του ίδιου του μηνός Μαΐου 1939.

PREMESSA
S. M. il Re d'Italia e di Albania, Imperatore d' Etiopia, e il CancelIiere del Reich tedesco ritengono giunto il momento di confermare con un patto solenne gli stretti legami di amicizia e di solidarieta che esistono tra l' Italia fascista e la Germania nazionalsocialista. Consi­derate che, con le frontiere comuni fissate per sempre, é stata crea­ta tra l' Italia e la Germania la base sicura per un reciproco aiuto ed appoggio, i due Governi riconfermano la política, che é stata giá da loro precedentemente concordata nelle sue fundamenta e nei suoi obbiettivi e che si é dimostrata alta­mente proficua tanto per lo sviluppo degli interessi dei due paesi quanto per la sicurezza della pace in Europa. II popolo italiano ed il popólo tedesco, strettamente legati tra loro dalla profonda affinita delle loro concezioni di vita e dalla com­pleta solidarieta dei loro interessi, sono decisi a procedere anche in avvenire, l' uno a fianco dell'altro e con le loro forze unite, per la si­curezza del loro spazio vítale e per il mantenimento della pace. Su questa via indicata dalla storia, l' Ita­lia e la Germania intendono, in mezzo ad un mondo inquieto ed in dissoluzione, adempiere al loro com­pito di assicurare le basi della civilta europea. Allo scopo di fissare, a mezzo di un patto, questi principii, hanno nominato loro plenipotenziari: S. M. il Re d'Italia e di Albania, Imperatore di Etiopia: il Ministro degli Affari Esteri con­te Galeazzo Ciano di Cortellazzo; il Cancelliere del Reich tedesco: il Ministro degli Affari Esteri signor loachim von Ribbentrop; i quali, dopo essersi scambiati i loro pieni poteri, trovati in buona e de­bita forma, hanno convenuto i seguenti articoli:
GLI ARTICOLI DEL PATTO
Art. 1 — Le parti contraenti si manterranno permanentemente in contatto allo scopo di intendersi su tutte le questioni relative ai loro interessi comuni e alla situazione generale europea.
Art. 2 — Qualora gli interessi comuni delle parti contraenti dovessero essere messi in pericolo da avvenimenti internazionali di qualsiasi natura, esse entreranno senza indugio in consultazione sulle misure da adottare per la tutela di que­sti loro interessi. Qualora la si­curezza o altri interessi vitali di una delle parti contraenti dovessero essere minacciati dall'esterno, l'altra parte contraente dará alla parte minacciata il suo pieno appoggio politico e diplomatico al­lo scopo di eliminare questa minaccia.
Art. 3 — Se, malgrado i desideri e le speranze delle parti contraenti, dovesse accadere che una di esse venisse ad essere impegnata in complicazioni belliche con un' altra o con altre Potenze, l'altra par­te contraente si porrá immediata­mente come alleato al suo fianco  e la sosterrá con tutte le sue forze militari, per terra, per mare e nel aria.
Art. 4 — Allo scopo di assicurare, per il caso previsto, la rapida applicazione degli obblighi di alleanza assunti con l'art. 3, i Governi delle due parti contraenti approfondiranno maggiormente la loro collaborazione nel campo militare e nel campo della economía di guerra. Analogamente i due Governi si terranno costantemente in contatto per l'adozione delle altre misure necessarie all'applicazione pratica delle disposizioni del presente pat­to. I due Governi costituiranno, per gli scopi indicati nei summenzionati paragrafi 1 e 2, commissioni permanenti, che saranno poste sotto la direzione dei due ministri degli Affari Esteri.
Art. 5 — Le parti contraenti si obbligano fin da adesso, nel caso di una guerra condotta insieme, a non concludere armistizio o pace se non di pieno accordo tra loro.
Art. 6 — Le due parti contraenti, consapevoli dell' importanza delle lo­ro relazioni con le Potenze loro amiche, sono decise a mantenere e a sviluppare di comune accordo, anche in avvenire, queste relazio­ni, in armonia con gli interessi concordanti che le legano a queste Po­tenze.
Art. 7 — Questo patto entra in vi­gore immediatamente al momento della firma. Le due parti contraen­ti sono d'accordo nello stabilire a dieci anni il primo periodo della sua validitá. Esse prenderanno accordi in tempo opportuno, prima della scadenza di questo termine, circa il prolungamento della validitá del patto. In fede di che, i plenipotenziari hanno firmato il presente atto e vi hanno apposto i loro sigilli.
Fatto in doppio originale, in lin­gua italiana e in lingua tedesca, i due testi facendo egualmente fede.
Berlino, 22 maggio 1939, Anno XVII dell'Era Fascista.

Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2011

ΣΥΝΘΗΚΗ ΦΙΛΙΑΣ , ΣΥΝΔΙΑΛΛΑΓΗΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΑΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΜΕΤΑΞΥ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΑΙ ΙΤΑΛΙΑΣ (υπογραφείσα εν Ρώμη την 23 Σεπτεμβρίου 1928).


Άρθρον 1 
Τα δύο Υψηλά Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουσιν αμοιβαίως την υποχρέωσιν να παρέχωσι προς άλληλα την υποστήριξίν των και την εγκάρδιον συνεργασίαν των δια την διατήρησιν της τάξεως των πραγμάτων της καθιερωθείσης δια των Συνθηκών Ειρήνης, ας αμφότερα έχουσιν υπογράψη, καθώς και διά τον σεβασμόν και την εκτέλεσιν των εν ταις Συνθήκαις ταύταις καθοριζομένων υποχρεώσεων.
"Αρθρον 2
Εν περιπτώσει καθ' ην εν των Υψηλών Συμβαλλομένων Μερών ήθελε γίνη αντικείμενον επιθέσεως μη προκληθείσης υπ' αυτού εκ μέρους μιας ή πλειόνων Δυνάμεων, το έτερον Μέρος αναλαμβάνει την υποχρέωσιν να τηρήση ουδετερότητα καθ' όλην την διάρκειαν της συρράξεως.
Άρθρον 3 
Εν περιπτώσει καθ' ην η ασφάλεια και τα συμφέροντα ενός των Υψηλών Συμβαλλομένων Μερών ήθελον απειληθή συνε­πεία βιαίων εισβολών προερχομένων έξωθεν, το έτερον μέρος αναλαμβάνει την υποχρέωσιν να παράσχη αυτώ την πολιτικήν και διπλωματικήν αυτού υποστήριξιν προς άρσιν των αιτίων των απειλών τούτων.
Άρθρον 4
Εν περιπτώσει διεθνών περιπλοκών, εάν τα Υψηλά Συμ­βαλλόμενα Μέρη είναι σύμφωνα ότι τα κοινά αυτών συμφέροντα απειλούνται ή δύνανται να απειληθώσιν, αναλαμβάνουσι την υποχρέωσιν να συνεννοηθώσιν επί των ληπτέων προς κατοχύρωσιν αυτών μέτρων.
Άρθρον 5 
Εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΑ ΝΕΑ
25/9/28
Η Ελλάς και η Ιταλία αναλαμβάνουσι την υποχρέωσιν να υποβάλλωσιν εις την διαδικασίαν της συνδιαλλαγής, την προβλεπομένην υπό των κατωτέρω άρθρων 8 έως 19, πάντα τα ζητήματα άτινα ήθελον τυχόν διαίρεση αυτάς και ων η λύσις δεν θα επετυγχάνετο δια της συνήθους διπλωματικής οδού.
Εν  περιπτώσει αποτυχίας της διαδικασίας συνδιαλλαγής, θα επιζητηθή δικαστικός διακανονισμός, συμφώνως προς τα άρθρα 20 και επόμενα της παρούσης συνθήκης.
Άρθρα 6-25
(Κανονίζουσι τα της διαδικασίας της συνδιαλλαγής και του δικαστικού διακανονισμού).
Άρθρον 26
Η παρούσα Συνθήκη, της οποίας η ερμηνεία ή εφαρμογή δεν δύνανται ουδόλως να θίξωσι τα εκ του Συμφώνου της Κ.Τ.Ε. δικαιώματα και τας υποχρεώσεις των  Υψηλών Συμβαλλομένων Μερών, θα ανακοινωθή προς καταχώρησιν εις την Κ.Τ.Ε. συμφώνως προς το άρθρον 18 του Συμφώνου.
Άρθρον  27 Αι αμφισβητήσεις αίτινες δύνανται να γεννηθώσιν είτε κατά την ερμηνείαν είτε κατά την εκτέλεσιν της παρούσης Συνθήκης θα υποβάλλωνται απ' ευθείας δι'  απλής αιτήσεως εις το Δ.Δ.Δ.Δ. Χάγης.
Άρθρον  28 
Η παρούσα Συνθήκη θα κυρωθή το ταχύτερον και θα τεθή εν ισχύϊ ευθύς μετά την ανταλλαγήν των επικυρώσεων ήτις θα λάβη χώραν εν Ρώμη. Θα έχη διάρκειαν πέντε ετών από της ημερομηνίας της ανταλλαγής των επικυρώσεων.
Εάν δεν καταγγελθή εξ μήνας προ της παρελεύσεως της προθεσμίας ταύτης, θα παραμείνη εν ισχύϊ δια μίαν εισέτι πενταετίαν.
Προς πίστωσιν των οποίων οι ως άνω πληρεξούσιοι υπέγραψαν την παρούσαν Συνθήκην και επέθεσαν τας σφραγίδας των.
Εγένετο εν Ρώμη την 23ην Σεπτεμβρίου 1928  
  (Υπογραφαί)
Ε. Κ. Βενιζέλος            Μπενίτο  Μουσσολίνι

Κυριακή 3 Ιουλίου 2011

1975. ΚΟΙΝΗ ΕΠΙΣΗΜΗ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΡΟΥΜΑΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Η Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Ρουμανίας και η Ελληνική Δημοκρατία:
Λαμβάνοντας υπ όψιν τις θεμελιωμένες πάνω στην αμοιβαία εκτίμηση και πατροπαράδοτη φιλία, καλή γειτονία και συνεργασία σχέσεις, που υπάρχουν μεταξύ των δύο χωρών και λαών με παλαιούς δεσμούς στον κοινόν αγώνα για την ελευθερία και την εθνική παλιγγενεσία.
Δ ι α π ν ε ό μ, ε ν ε ς α π ό την κ ο ι ν ή επιθυμία να αναπτύξουν σε πολλαπλά πεδία τις σχέσεις συνεργασίας των δύο χωρών στη βάση της δικαιοσύνης -και της τηρήσεως των αρχών και κανόνων του διεθνούς Δικαίου.Διαδηλώνοντας και π ά λ ι την αφοσίωση τους στους σκοπούς και τις αρχές του Χάρτου του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών καθώς και την απόφαση τους να συμβάλουν στην ενίσχυση του ρόλου του ΟΗΕ,
Έχοντας συνείδηση της ευθύνης που ανήκει σε όλα τα κράτη, μεγάλα, μεσαία είτε μικρά, ανεξάρτητα από την στάθμη αναπτύξεως τους ή το πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό σύστημα τους, για την εγκαθίδρυση κλίματος ειρήνης και ασφαλείας στην υφήλιο,
Εκφράζοντας τ η ν πεποίθηση τους, ότι η διεθνής ειρήνη βασίζεται στον σεβασμό του ιερού δικαιώματος πλήρους κυριαρχίας, εθνικής ανεξαρτησίας και ασφαλείας κάθε κράτους, 
Υ π ο γ ρ α μ μ ί ζ ο ν τ α ς την αναγκαιότητα του πυρηνικού και γενικού αφοπλισμού για την διασφάλιση της διεθνούς ειρήνης και ασφαλείας.
Διαδηλώνοντας και πάλι την θέληση τους να εργασθούν και στο εξής για την μετατροπή των Βαλκανίων σε περιοχή της ειρήνης, συνεργασίας και καλής γειτονίας,
Έχοντας συνείδηση της αναγκαιότητας να καταβληθούν αυξημένες προσπάθειες, τόσο σε εθνική όσο και σε διεθνή κλίμακα για να επιτευχθεί ταχύτερη πρόοδος των υπό ανάπτυξη χωρών, για την ελάττωση της αποστάσεως που τις χωρίζει από τις ανεπτυγμένες,
Εξαίροντας το κυριαρχικό δικαίωμα κάθε κράτους να διαθέτει ελεύθερα τους φυσικούς πόρους του για το δικό του συμφέρον, να έχει ελεύθερη είσοδο στις πηγές πρώτων υλών και ενεργείας και στις κατακτήσεις της σύγχρονης επιστήμης και τεχνολογίας με δίκαιους και ίσους όρους.
Διατυπώνοντας την αναγκαιότητα να εγκαθιδρυθεί μία νέα διεθνής οικονομική τάξη.
I
Διακηρύσσουν την κοινή θέληση τους να θεμελιώσουν τις σχέσεις τους, μεταξύ των και με τα άλλα κράτη, στους κανόνες του διεθνούς δικαίου, στους σκοπούς και τις αρχές του Χάρτου των Ηνωμένων 'Εθνών και, ειδικώτερα, στις ακόλουθες αρχές:
1) Την ισότητα δικαιωμάτων των λαών και το δικαίωμα να αποφασίζουν οι ίδιοι για τις τύχες τους.
2) Το ιερό δικαίωμα υπάρξεως, πολιτικής και οικονομικής ανεξαρτησίας, ελευθερίας και εθνικής κυριαρχίας, κάθε κράτους.
3) Το ιερό δικαίωμα του απαραβίαστου των συνόρων και της εδαφικής ακεραιότητας, κάθε κράτους, χωρίς η χρήση βίας να μπορεί σε καμμιά περίπτωση, να νομιμοποιήσει την απόκτηση εδαφών που ανήκουν σε άλλο κράτος ούτε να δημιουργήσει καταστάσεις πραγμάτων με νομική ισχύ.
4) Την πλήρη ισότητα δικαιωμάτων όλων των κρατών ανεξαρτήτως μεγέθους, στάθμης αναπτύξεως ή πολιτικού, οικονομικού και κοινωνικού συστήματος.
5) Την υποχρέωση των κρατών να μη αναμιγνύονται στα εσωτερικά άλλου κράτους και να απέχουν από την χρήση ή την απειλή βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητας ή της πολιτικής ανεξαρτησίας οποιουδήποτε κράτους όπως, επίσης, να μην προσφεύγουν σε στρατιωτικές, πολιτικές, οικονομικές και άλλες πιέσεις.
6) Το κυριαρχικό δικαίωμα κάθε κράτους να χρησιμοποιεί τον φυσικό πλούτο και τούς άλλους πόρους του όπως υπαγορεύουν τα εθνικά του συμφέροντα, δίχως καμμία εξωτερική, ανάμιξη, για την ανεξάρτητη οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη του.
7) Το αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα κάθε κράτους να μετέχει, με πλήρη Ισότητα, στην εξέταση και τον διακανονισμό όλων των διεθνών προβλημάτων κοινού ενδιαφέροντος.
8) Το δικαίωμα κάθε κράτους να μετέχει στην διεθνή συνεργασία — οικονομική, τεχνολογική, επιστημονική, πολιτιστική και άλλη — με βάση το αμοιβαίο όφελος, να έχει ελεύθερη είσοδο στις κατακτήσεις της σύγχρονης επιστήμης και τεχνολογίας για να επιταχύνει την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη του.
9) Τον σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών.
10) Την υποχρέωση όλων των κρατών να διευθετούν ειρηνικά τις διαφορές τους.
11) Το έμφυτο δικαίωμα αμύνης, ατομικής ή συλλογικής, κάθε κράτους, κατά το άρθρο 51 του Χάρτου των Ηνωμένων Εθνών.
12) Το καθήκον κάθε κράτους να εκπληρώνει, πιστά και με καλή θέληση, τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει από τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών ή που πηγάζουν από τις γενικά παραδεκτές αρχές και κανόνες του διεθνούς Δικαίου, ή από ισχύουσες, σύμφωνα με τις αρχές και τους κανόνες διεθνούς Δικαίου, διεθνείς συμφωνίες.
Οι θεμελιώδεις αρχές που διακηρύσσονται προηγούμενα συνδέονται μεταξύ τους και κάθε μία οπό αυτές πρέπει να ερμηνεύεται μέσα στο πλαίσιο των άλλων.
ΙΙ

Διακηρύσσουν την κοινή θέληση τους:
Να αναπτύξουν τις, αμοιβαία επωφελείς, σχέσεις φιλίας και συνεργασίας, σε όλους τους τομείς.
Να επεκτείνουν και να πολυμερίσουν την οικονομική και τεχνολογική συνεργασία σε όλους τους τομείς κοινού ενδιαφέροντος.
Να διευρύνουν και εμβαθύνουν μια αμοιβαίως επωφελή συνεργασία στους τομείς τής επιστήμης, της κουλτούρας, των τεχνών, του αθλητισμού και του τουρισμού, για να γίνουν αμοιβαία καλύτερα γνωστές οι υλικές και πνευματικές αξίες του ρουμάνικου και ελληνικού λαού, σε αντιστοιχία με το πνεύμα κατανοήσεως και παραδοσιακής φιλίας που υπάρχει μεταξύ των δύο λαών.
Να εντείνουν την συνεργασία στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, ενθαρρύνοντας την ανταλλαγή απόψεων και τις διαβουλεύσεις, τις σχετικές με την ανάπτυξη των διμερών σχέσεων και με διεθνή θέματα κοινού ενδιαφέροντος.
Ill
Διακηρύσσουν την κοινή θέληση τους:
Να αναπτύξουν σχέσεις φιλίας και συνεργασίας με όλα τα κράτη, έχοντας ως βάση τις αρχές που έχουν ήδη εξαγγελθεί.
Να συνεργασθούν μεταξύ τους και με τα άλλα κράτη για την διατήρηση και εδραίωση της ειρήνης και την οικοδόμηση της ασφαλείας στα Βαλκάνια, στην Ευρώπη και στην υφήλιο, για την ενδυνάμωση, του ρόλου του ΟHE, για την τήρηση και εφαρμογή των αρχών του διεθνούς Δικαίου, για την προαγωγή της οικονομικής και κοινωνικής προόδου όλων των λαών.
Να συμβάλουν στην επίτευξη των σκοπών τής Ευρωπαϊκής Διασκέψεως Ασφαλείας και Συνεργασίας, με βάση τις αρχές που έχουν ήδη εξαγγελθεί προηγούμενα.
Να εργασθούν για την ανάπτυξη σχέσεων καλής γειτονίας μεταξύ των Βαλκανικών κρατών, για την μετατροπή της Βαλκανικής σε περιοχή της ειρήνης, της φιλίας και της συνεργασίας.
Να συμβάλουν στην λήψη μέτρων για τον τερματισμό του ανταγωνισμού εξοπλισμών, για την πραγματοποίηση του πυρηνικού και γενικού αφοπλισμού, ώστε να παγιωθεί η ειρήνη και η διεθνής ασφάλεια.
Να εργασθούν για την ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου και της οικονομικής συνεργασίας μεταξύ κρατών και γιο την εγκαθίδρυση μιας νέας διεθνούς οικονομικής τάξεως, που θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα όλων των κρατών.
Να συνεργασθούν με τις χώρες που πρόσφατα απέκτησαν την ανεξαρτησία τους για την προαγωγή της κοινής προόδου και ευημερίας.
IV

Απευθύνουν έκκληση σε όλα τα κράτη να προσχωρήσουν στις αρχές που εξαγγέλλονται στην παρούσα επίσημη Διακήρυξη.
V
Για την εφαρμογή των όσων διαλαμβάνονται στην παρούσα Διακήρυξη, η Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Ρουμανίας και η Ελληνική Δημοκρατία διαδηλώνουν την κοινή θέληση τους να διευρύνουν και εμβαθύνουν τις μεταξύ των διαβουλεύσεις σε όλα τα επίπεδα, με την διπλωματική οδό, με περιοδικές επισκέψεις και συναντήσεις των εκπροσώπων τους.
Συντάχθηκε στο Βουκουρέστι στις 27 Μαΐου 1975, σε 2 πρωτότυπα, το καθένα στη ρουμανική και ελληνική γλώσσα, έχοντας και τα δύο κείμενα την ίδια αξία.


Για την Σοσιαλιστική Δημοκρατία 
              της Ρουμανίας 
ΝΙΚΟΛΑΪ ΤΣΑΟΥΣΕΣΚΟΥ
           Πρόεδρος
 ΤΖΕΟΡΤΖΕ ΜΑΚΟΒΕΣΚΟΥ 
  Υπουργός Εξωτερικών                                               

Για την Ελληνική Δημοκρατία
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ                                                                                                        
       Πρωθυπουργός 
 ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΠΙΤΣΙΟΣ 
  Υπουργός Εξωτερικών
(«Κοινή Επίσημη Διακήρυξη της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας τής Ρουμανίας και τής "Ελληνικής Δημοκρατίας».— Εφημ. «Scinteia" 27 Μαΐου 1975).





Τετάρτη 20 Απριλίου 2011

ΧΑΡΑΛ. Γ ΝΙΚΟΛΑΟΥ:ΣΥΜΦΩΝΟΝ ΦΙΛΙΑΣ ΚΑΙ ΣΥΝΔΙΑΛΛΑΓΗΣ ΡΩΜΗΣ (23 Σεπτ 1928)

....................................................................................................................................................................ι
στ.
Τις βασικές αρχές των δύο Κυβερνήσεων, όπως διετυπώθησαν από τους ηγέτες των δύο Χωρών εις την πρώτη εμπιστευτική συνομιλία τους, εκθέτει ο Ελ. Βενιζέλος σε ειδικό ιδιόγραφο Μνημόνιο :
ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ
ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ
ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ
ΚΑΙ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ
ΑΘΗΝΑΙ 1980
"Της υπογραφής του Συμφώνου, προηγήθη ιδιαιτέρα συνομιλία μεταξύ του Μουσσολίνι και εμού. Κατ' αυτήν εξέθηκα τα της εξωτερικής ημών πολιτικής, τεινούσης αποκλειστικώς εις την παγίωσιν της ειρήνης και την ανάπτυξιν φιλικών σχέσεων προς όλους ημών τους γείτονας. Ετόνισα ιδιαιτέρως ότι την πολιτικήν ταύτην εννοούμεν να στηρίξωμεν επί στενής φιλίας και συνεργασίας προς τας τρεις Ευρωπαϊκάς Δυνάμεις-Αγγλίαν, Γαλλίαν καί Ιταλίαν-και ότι, εν τη κατευθύνσει ταύτη η φιλία της Ελλάδος προς την Ιταλίαν τίθεται υφ' ημών εις το αυτό επίπεδον, εις το οποίον είναι και αι ημέτεραι σχέσεις προς τας δύο άλλας φίλας Δυνάμεις, την Αγγλίαν και την Γαλλίαν. Τέλος, εξήγησα εις τον Μουσσολίνι ότι επίσης ουσιώδη σκοπόν της ημετέρας πολιτι­κής αποτελεί και η μετά της Σερβίας προσέγγισις, την οποίαν εθεωρούμεν ως σπουδαιοτάτην εγγύησιν της τάξεως εις τα Βαλκάνια, ότι θα καταβάλωμεν συνεπώς πάσαν προς την κατεύθυνσιν αυτήν προσπάθειαν, εν πνεύματι ευθύτητος και ειλικρινείας, παρέχοντες όσας ευκολίας οφείλομεν εκ των γειτονικών και συμβατικών υποχρεώσεων, χωρίς όμως το παράπαν να χαλαρωθή εκ τούτων η περιφρούρησις των κυριαρχικών ημών δικαιωμάτων και ζωτικών συμφερόντων. Ο Μουσσολίνι, απαντών μοι είπεν ότι συμμερίζεται πλήρως τας σκέψεις ταύτας, αι οποίαι καθ' όλα εναρμονίζονται προς τας αρχάς, υφ' ων εμπνέεται η Ιταλική πολιτική. Καθορίζων δι'  ολίγων την πολιτικήν ταύτην υπεγράμμισε τας απολύτως φιλειρηνικάς τάσεις αυτής και εξήγησε ότι υπό της μερίμνης της παγιώσεως της ειρήνης και μόνον ταύτης ενεπνέετο η μέχρι τούδε εξω­τερική πολιτική δράσις του. Απεδόθησαν, είπεν, υπό διαφόρων ενδια­φερομένων κύκλων εις την Ιταλικήν πολιτικήν τάσεις αντίθετοι προς το διέπον σήμερον την υφήλιον φιλειρηνικόν πνεύμα και ειδικώτερον απεδόθησαν εις ημάς ωρισμέναι βλέψεις επί της Τουρκικής Μικρασίας. Είναι περιττόν να αποδείξω ότι πρόκειται απλώς περί σκόπιμων συ­κοφαντιών...... Διά τούτο προσέθηκεν ο Μουσσολίνι, παρά την σφοδράν επιθυμίαν την οποίαν είχον να επιβραδύνω την σύναψιν του Ιταλο-  τουρκικού Συμφώνου όπως διευκολυνθή, εί δυνατόν, η επίλυσις των Ελ­ληνοτουρκικών ζητημάτων, ηναγκάσθην να προβώ εις την σύναψιν αυτού ακριβώς, ίνα άρω κάθε βάσιν εις τας ειρημένας σπερματολογίας και πεισθή η κοινή γνώμη ότι εις παν άλλο αποβλέπομεν παρά εις την οποιαδήποτε διατάραξιν της ησυχίας εις το τμήμα τούτο της Ευρώπης.
Τοιαύτας έχοντες κατευθύνσεις δεν δυνάμεθα παρά να επικροτήσωμεν πλήρως εις τας τάσεις της Ελληνικής Εξωτερικής πολιτικής, εκείνας τας οποίας εξέθεσα προ ολίγου. Πάσα προσπάθεια της Ελλάδος όπως συσφίξη τας σχέσεις αυτής προς τους γείτονας επί βάσεων φιλίας και εμπιστοσύνης, δεν είναι δυνατόν παρά ευμενώς να απηχήσει παρ' ημίν. Ειδικώτερον, όσον αφορά τας σχέσεις υμών προς την Σερβίαν επιθυμούμεν και ημείς ειλικρινώς όπως επιτευχθή η άρσις πάσης αφορμής προστριβών μεταξύ των δύο χωρών και επέλθη φιλική μεταξύ αυτών προσέγγισις.  Ενδιαφερόμεθα όμως επίσης όπως η προσέγγισις αύτη επι­τευχθή άνευ θυσίας τινός εκ μέρους της Ελλάδος εις τα κυριαρχικά αυτής δικαιώματα ή άλλα ουσιώδη συμφέροντα, οφείλω δε να προσθέ­σω ότι η επιθυμία αύτη δεν έχει μόνον τον χαρακτήρα φιλικού προς την Ελλάδα ενδιαφέροντος, αλλ' απορρέει επίσης εκ των αρχών, αι οποίαι διέπουν την Ιταλικήν πολιτικήν. Είναι τω όντι εύκολον να κατανοηθή ότι οιαδήποτε επέκτασις της Γιουγκοσλαυΐας προς τo Αιγαίον και  δη επί μειώσει του Ελληνικού παράγοντος είναι ασύμφορος δι' ημάς. Με την επιφύλαξιν ταύτην ας χαιρετίσωμεν ως ευοίωνον γεγονός, δια την ειρήνην της Ανατολικής Ευρώπης , την ανασύνδεσιν της Ελληνο-Σερβικής φιλίας…….."
3. Κ. Σβολοπούλου, σελ. 57-58,

ΓΡ.ΔΑΦΝΗ: ΤΟ ΣΥΜΦΩΝΟΝ ΜΕ ΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑΝ


Το Βελιγράδιον, το οποίον πεισμόνως ηρνείτο να επαναλάβη τας διαπραγματεύσεις δια την ρύθμισιν της ελληνογιουγκοσλαβικής διαφοράς, της αναφυείσης λόγω της ακυρώσεως των συμφωνιών Παγκάλου, υπεχώρησεν ευθύς ως επληροφορήθη την ελληνοϊταλικήν προσέγγισιν. Ήτο το πρώτον θετικόν επίτευγμα της νέας πολιτικής την οποίαν εχάρασσεν ο  Ελ. Βενιζέλος.
Την 23ην Σεπτεμβρίου 1928 υπεγράφετο εις Ρώμην, υπό των Ελ. Βενιζέλου και Μπενίτο Μουσσολίνι το Ελληνοϊταλικόν σύμφωνον «φιλίας, συνδιαλλαγής και δικαστικού διακανονισμού». Το φασιστικόν καθεστώς επεφύλαξεν εξαιρετικήν υποδοχήν εις τόν Έλληνα πρωθυπουργόν, εις τον οποίον απενεμήθη και το ανώτατον Ιταλικόν παράσημον. Αι συνομιλίαι των δύο πολιτικών ανδρών επεξετάθησαν εφ' όλων των διεθνών θεμάτων.
Αι διατάξεις του συμφώνου, παρά την βεβαίωσιν του Βενι­ζέλου προς τον Μιχαλακόπουλον, περιείχον όχι αιχμήν, αλλά αιχμάς, και  δι' αυτόν τον λόγον οι ανώτεροι υπάλληλοι του ελ­ληνικού υπουργείου των Εξωτερικών είχον διατυπώσει πολλάς επιφυλάξεις κατά την διατύπωσίν των. Πράγματι, το άρθρον 3 . προέβλεπε «την αμοιβαίαν παροχήν πολιτικής καί διπλωματικής υποστηρίξεως, εν περιπτώσει καθ' ην τα συμφέροντα και η ασφά­λεια ενός των υψηλών συμβαλλομένων μερών ήθελον απειληθή συνεπεία βιαίων εισβολών προερχομένων έξωθεν». Η σημασία της διατάξεως αυτής ήτο ότι τα δύο κράτη θα επραγματοποίουν κοινόν διπλωματικόν μέτωπον εις περίπτωσιν επιθέσεως τρίτου τινός, αδιαφόρως εάν ο τρίτος ούτος ήτο βαλκανικόν ή εξωβαλκανικόν κράτος. Κυρίως, διά της διατάξεως αυτής η Ελλάς ανε­λάμβανε την υποχρέωσιν να απαγορεύση την διέλευσιν πολεμι­κού υλικού δια του εδάφους της, προοριζομένου δια την Γιου­γκοσλαβίαν εις περίπτωσιν πολέμου της χώρας ταύτης με την Ιταλίαν.
Ο Βενιζέλος συνειδητώς έδιδεν έκτασιν εις  την προσέγγι­σιν με την Ιταλίαν. Όταν, ευθύς αμέσως, μετέβη εις Παρισίους, εδηλώθη προς την γαλλικήν κυβέρνησιν ότι η Ελλάς ευρίσκετο εις αδυναμίαν, μετά την υπογραφήν του ελληνοϊταλικού συμφώ­νου, να προβή εις την σύναψιν μιας συμμαχίας μετά της Γιου­γκοσλαβίας ήτις, καθ' οιονδήποτε τρόπον εμφανιζόμενη, θα ηρμηνεύετο πάντως, και δικαίως, ως στρεφόμενη κατά της Ιταλίας. Εις συνομιλίας δε, τας οποίας είχε με τον υπουργόν των Εξωτε­ρικών της Γιουγκοσλαβίας Μαρίγκοβιτς, ευρισκόμενον και αυτόν εις Παρισίους, του επανέλαβε την ιδίαν άποψιν. Όταν δε ο Μα­ρίγκοβιτς του εζήτησεν απλώς να εξασφαλισθή το δικαίωμα διε­λεύσεως πολεμικού υλικού εκ Θεσσαλονίκης, ο Βενιζέλος του απήντησεν ότι το ζήτημα τούτο προεβλέπετο υπό του καταστατι­κού χάρτου της Κ.Τ.Ε. Εάν η Γιουγκοσλαβία εχαρακτηρίζετο ως επιτιθεμένη, η Ελλάς θα ήτο υποχρεωμένη να απαγο­ρεύση την μεταφοράν δια του εδάφους της πολεμικού υλικού. Εάν, αντιθέτως, η Γιουγκοσλαβία θα ήτο η υφισταμένη την επίθεσιν, τότε, βάσει του καταστατικού χάρτου της Κ.Τ.Ε., η Ελλάς θα ήτο υποχρεωμένη να διευκολύνη την μεταφοράν πολεμικού υλικού.
Ο  Γιουγκοσλάβος υπουργός των Εξωτερικών του εζήτησε τότε, όπως το δικαίωμα της μεταφοράς πολεμικού υλικού δια του λιμένος της Θεσσαλονίκης εξασφαλισθή δια την περίπτωσιν που το Συμβούλιον της Κ.Τ.Ε. δεν θα προέβαινεν εις χαρακτηρισμόν της μιας ή της άλλης Δυνάμεως ως επιτιθεμένης και θα άφηνεν ελευθερίαν δράσεως εις τα μέλη του Οργανισμού της Γενεύης. Και ο Βενιζέλος του απήντησεν ότι «τοιαύτη διάταξις θά αντέ­βαινεν εις το πνεύμα και το γράμμα του συμφώνου το οποίον προ ολίγου υπέγραψε μετά της Ιταλίας. Η ανάληψις τοιαύτης υπο­χρεώσεως, ήτις θα ήτο δυνατή προ τριών ακόμη μηνών, καθίστα­το σήμερον αδύνατος, μετά την υπογραφήν του ελληνοϊταλικού συμφώνου». ·
Η στροφή που επραγματοποιήθη εις την ελληνικήν εξωτερικήν πολιτικήν δια του Ελληνοϊταλικού συμφώνου ήτο τεραστίας σημασίας. Αργότερον, κατά την υπογραφήν του Βαλκανικού Συμ­φώνου, θα καταδειχθή εις όλην της την έκτασιν η σημασία της στροφής ταύτης και θα παρουσιασθούν πλέον σαφείς οι προσανα­τολισμοί, τους οποίους ο Βενιζέλος ήθελε νά δώση εις την ελληνικήν εξωτερικήν πολιτικην.
Ο Ελ. Βενιζέλος, δια του Ελληνοϊταλικού Συμφώνου, εχάρασσε πολιτικήν χειραφετήσεως από την κηδεμονίαν των Παρισίων και του Λονδίνου. Η νέα γραμμή επεβλήθη εξ αντικειμένου. Ο τότε πρωθυπουργός συνέλαβε το νόημα της διεθνούς καταστάσεως, ως αύτη είχε διαμορφωθή από της λήξεως του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Αι Ηνωμέναι Πολιτείαι είχον αποσυρθή, μετά την εκλογικήν ήτταν των Δημοκρατικών, το 1920, εις τον απομονωτισμόν  των από τον οποίον εξήλθον δια να υπογράψουν το θεωρητικής αξίας σύμφωνον των Παρισίων της 27ης Αυγούστου 1928, το αποκληθέν Σύμφωνον Μπριάν - Κέλογκ, δια του οποίου αι υπογράψασαι Δυνάμεις παρητούντο της προσφυγής εις τον πόλεμον δια τον διακανονισμόν διεθνών διαφορών και ασκήσεως εθνικής πολι­τικής. Το σύμφωνον τούτο, πλην των Ηνωμένων Πολιτειών και της Γαλλίας, υπέγραψαν η Γερμανία, η Μ. Βρετανία, η Ιταλία, η Ιαπωνία και η Τσεχοσλαβακία. Απετέλει ένα είδος συμπλη­ρώσεως του συμφώνου του Λοκάρνο, αλλ' εστερείτο οιασδήποτε πρακτικής αξίας. Ουδέποτε, σχεδόν, έγινεν επίκλησις των διατά­ξεων του Συμφώνου Μπριάν - Κέλογκ.
Η Ρωσία, μετά την επικράτησιν της κομμουνιστικής επανα­στάσεως, είχε παύσει να παίζη τον ρόλον μεγάλης Δυνάμεως. Επεδείκνυε διπλωματικήν δραστηριότητα, αλλ' ήτο τοιαύτη η δυσπιστία πρός αυτήν των αστικών Δυνάμεων και τόσον μεγάλη η εσωτερική αδυναμία του καθεστώτος, ώστε δεν ήσκει αποφασιστικήν επιρροήν επί της εξελίξεως των διεθνών πραγμάτων. Κυρίως απέβλεπε να προσελκύση τα Κράτη που είχον ηττηθή κα­τά τον πρώτον παγκόσμιον πόλεμον. Εστράφη και προς την Γερμανίαν και την Τουρκίαν. Υπέγραψε συμφωνίας με τας δύο αυτάς Δυνάμεις, αλλ αι συμφωνίαι αύται δεν κατέστησαν δυνατήν την δημιουργίαν ρωσογερμανοτουρκικού συνασπισμού. Η Γερμανία πρώτη και η Τουρκία ακολούθως απεμακρύνθησαν από την Σοβιετικήν  Ένωσιν.
Η Γερμανία, χωρίς στρατιωτικάς δυνάμεις, αναρρωνύουσα από τρομεράν οικονομικήν κρίσιν, υφισταμένη το βάρος των επα­νορθώσεων, περιώριζε τας επιδιώξεις της εις την αποτίναξιν των όρων της συνθήκης των Βερσαλλιών. Αι γερμανικαί  κυβερνήσεις εστερούντο της δυνατότητος να αναπτύξουν πρωτοβουλίαν εις θέ­ματα άλλα από εκείνα που έθιγον αμέσως την ύπαρξιν της γερ­μανικής δημοκρατίας.
Η Μεγάλη Βρεταννία ηκολούθει πολιτικήν αποτροπής οιασ­δήποτε διεθνούς περιπλοκής. Οι εξωτερικοί της προσανατολισμοί (55) εστηρίζοντο επί της γραμμής που είχε χαράξει ο Λόρδος Κώρζον το 1921 : «Να διατηρήσωμεν τα κεκτημένα, αποκτηθέντα ενίοτε παρά την θέλησίν μας, να μη απαιτήσωμεν τίποτε άλλο, να συμφιλιώνωμεν και όχι να προκαλούμεν,να  προσφέρωμεν ειρήνην και να αποκρούωμεν τας κατακτήσεις». Η γραμμή αυτή την ωδήγησεν εις πλήρη αφοπλισμόν. Δεν ήσαν αι εργατικαί κυβερνή­σεις του 1924 και του 1929 που αφώπλισαν την Μεγάλην Βρεταννίαν. Όλαι αι  μετά τον πρώτον παγκόσμιον πόλεμον βρεταννικαί κυβερνήσεις, πιεζόμεναι από την Κοινήν Γνώμην, υιοθέτη­σαν την πολιτικήν του αφοπλισμού. Τον χειμώνα του 1922, το αγγλικόν ναυτικόν δεν έδωσεν αδείας εις τα πληρώματα δια τα Χριστούγεννα, διότι είχε τόσον μειωθή η εις άνδρας δύναμις του, ώστε και ο τελευταίος ναύτης ήτο απαραίτητος. Υπό τοιούτους όρους δεν είναι περίεργον ότι η Μεγάλη Βρεταννία επεδοκίμασε την συμφωνίαν της 27ης Νοεμβρίου 1927 μεταξύ Ιταλίας και Αλβανίας, δια της οποίας η Αλβανία μετεβλήθη εις ιταλικόν προτεκτοράτον, πραγματοποιηθείσης, έτσι, της ιταλικής διεισδύ­σεως εις τα Βαλκάνια και μεταβληθείσης της Αδριατικής εις ιταλικήν λίμνην. Επίσης δεν είναι περίεργον πως επέτρεψε την οριστικήν εγκατάστασιν της Ιταλίας εις Δωδεκάνησον (συμφωνία Μακδόναλδ — Μουσσολίνι), πως ανεγνώρισε δικαίωμα επιρροής της Ιταλίας επί της Αβησσυνίας (Δεκέμβριος 1925). Ακόμη ολιγώτερον περίεργος ήτο, έτσι, η δήλωσις του Μουσσολίνι, της 5ης Ιουνίου 1928, ότι «η ιταλοβρεταννική φιλία είναι βαθεία».
Η Γαλλία, η μόνη υπολογίσιμος στρατιωτικώς Δύναμις την εποχήν εκείνην, κατείχετο από τον φόβον της γερμανικής ανταποδόσεως. Ολόκληρος η εξωτερική της πολιτική εστηρίζετο επί της αρχής της δημιουργίας ενός συστήματος συμμαχιών που  θα της εξησφάλιζε την υπεροχήν έναντι της Γερμανίας. Η Μικρά Αντάντ, ο συνασπισμός, δηλαδή, Γιουγκοσλαβίας, Ρουμανίας, Τσε­χοσλοβακίας, η γαλλοπολωνική συμμαχία, η συνεργασία με το Βέλγιον εστηρίζοντο επί της αρχής αυτής. Το γαλλικόν ενδιαφέρον, εις άλλα μέρη της Ευρώπης, εξεδηλούτο επί τω σκοπώ ενισχύ­σεως του συστήματος τούτου συμμαχιών.
Η Ιταλία, μετά την εγκαθίδρυσιν του φασισμού, ήτο η μόνη μεγάλη ευρωπαϊκή Δύναμις που εκινείτο δια την προσέλκυσιν όλων εκείνων των κρατών που ευρίσκοντο εκτός της γαλλικής επιρροής ή που υφίσταντο γαλλικήν πίεσιν, δια την χάραξιν πο­λιτικής αντιθέτου προς τα συμφέροντα των, όπως ήτο η περίπτωσις  της Ελλάδος, την οποίαν η Γαλλία επίεζε δια να αποδεχθή τους γιουγκοσλαβικούς όρους. Ο Μουσσολίνι είχεν αντιληφθή ότι η γαλλική πολιτική είχε δημιουργήσει ψυχολογικήν έντασιν μεταξύ Παρισίων και των πρωτευουσών πολλών μικρών κρατών.
Και εζήτησε να έπωφεληθή, προσεταιριζόμενος τα κράτη ταύτα. Ο Βενιζέλος, πεισθείς ότι η Ελλάς δεν ημπορούσε να περιμένη διπλωματικήν υποστήριξιν ούτε από την Γαλλίαν, ούτε από την Μεγάλην Βρεταννίαν, την ανεζήτησεν εις την Ρώμην. Ως αντάλ­λαγμα προσέφερε την ελληνικήν ουδετερότητα εις περίπτωσιν  συρράξεως της Ιταλίας με οιανδήποτε Μεγάλην Δύναμιν και με την Γιουγκοσλαβίαν. Πράγματι, η διάταξις του άρθρου 3, καίτοι ωμίλει «περί αμοιβαίας παροχής πολιτικής καί διπλωματικής υποστηρίξεως» εις περίπτωσιν που η ασφάλεια του ενός των συμ­βαλλομένων μερών θα ετίθετο εν κινδύνω, εν τούτοις είχε την έννοιαν ότι περαιτέρω συνεργασία, φθάνουσα τα όρια της αμοιβαίας ενόπλου βοηθείας, θα απετέλει αντικείμενον συνεννοήσεων διεξα­γομένων εντός του πλαισίου των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που ανεγνώριζεν εις τα μέλη ο καταστατικός χάρτης της Κ.Τ.Ε., καθ' όσον το σύμφωνον ευρίσκετο εντός του πλαισίου των επιτρε­πομένων υπό του Οργανισμού της Γενεύης διμερών ή πολυμε­ρών συμφώνων.
Η προσέγγισις με την Ιταλίαν είχεν ως άμεσον αποτέλε­σμα την μεταβολήν της γιουγκοσλαβικής στάσεως απέναντι μας. Ο Γιουγκοσλάβος υπουργός των Εξωτερικών Μαρίγκοβιτς, ομι­λών προς τον συνοδεύοντα τον Βενιζέλον δημοσιογράφον Ν. Ζαρίφην, τα τέλη Σεπτεμβρίου 1928, εις Παρισίους, του είπεν: «Εμείς τας συμφωνίας εκείνας (τας παγκαλικάς) τας εσχίσαμεν. Δεν μας είναι μόνον άχρηστοι, αλλά και μας ατιμάζουν ως εκβιαστάς και εκμεταλλευτάς μιας ελληνικής ανάγκης. Αλλά και τί να κάμωμεν το δικαίωμα της ακτοπλοϊας εις τας ελληνικάς θαλάσσας, όταν τα πλοία μας δεν επαρκούν ούτε δια την ιδικήν μας ακτοπλοϊαν εις την Δαλματίαν ; Και τί μας ωφελεί το προνόμιον να εισέρχωνται εις το ελληνικόν έδαφος αι αμαξοστοιχίαι μας σημαιοστόλιστοι και με ιδικόν μας προσωπικόν όταν μας αρκή να φθάσουν εγκαίρως εις την ζώνην μας τα εμπορεύματα δι' ελ­ληνικών τραίνων; Τί να τα κάμωμεν τα εργοστάσια εις την 'ζώ-νην, όταν είναι δυνατόν να τα έχωμεν εις το έδαφος μας ; Αλλά και προς τί εις βάρος μιας φίλης χώρας να ενοικιάσωμεν την ζώ­νην μας και εις άλλα κράτη, όταν την ζώνην δεν την θέλομεν ως επιχείρησιν αλλά μόνον προς εξυπηρέτησιν του διαμετακομιστι­κού μας εμπορίου, ήτις επιτυγχάνεται ικανοποιητικώς με το σημερινόν καθεστώς ;»
Ο Μαρίγκοβιτς, όταν προέβαινεν εις τας δηλώσεις αυτάς, ευρίσκετο προ μιας σκληράς πραγματικότητος. Ο Ελ. Βενιζέ­λος δεν εξήρτα πλέον την ασφάλειαν των βορείων συνόρων της Ελλάδος από την Γιουγκοσλαβίαν. Είχεν αναζητήσει και ανεύρει εις την Ρώμην ό,τι είχεν αρνηθή μέχρι  της  στιγμής εκείνης το Βελιγράδιον. Εφεξής αι σχέσεις Ελλάδος και Γιουγκοσλαβίας δεν ήτο δυνατόν να είναι συμμαχικαί. Ο Ελ. Βενιζέλος προσέφερεν εις τους Γιουγκοσλάβους σύμφωνον αναλόγου περιεχομέ­νου με το ελληνοϊταλικόν. Δεν τους ήτο αρκετόν, διότι δεν τους εξησφάλιζε τον ανεφοδιασμόν  των μέσω Θεσσαλονίκης εις περί­πτωσιν ρήξεως των με τους Ιταλούς.
Ο Ελ. Βενιζέλος, όταν ανέλαβε την κυβέρνησιν της χώρας, , διεπίστωσεν ότι η Ελλάς ευρίσκετο εις κατάστασιν πλήρους διε­θνούς απομονώσεως. Με την Γιουγκοσλαβίαν, η οποία ήτο τότε η μεγαλυτέρα στρατιωτική δύναμις των Βαλκανίων, αι σχέσεις μας, μετά την ακύρωσιν των παγκαλικών συμφωνιών, παρέμενον εκκρε­μείς. Η Βουλγαρία διέκειτο, ως συνήθως, δυσμενώς απέναντι της Ελλάδος, τα δε μεταξύ των δύο χωρών ζητήματα δεν εφαίνετο ότι ήτο εύκολον να ρυθμισθούν. Αι συνεννοήσεις με την Τουρκίαν, δια την διευθέτησιν των οικονομικών ζητημάτων που είχον προ­κύψει από την ανταλλαγήν των πληθυσμών, δεν απέληγον εις ου­δέν αποτέλεσμα. Και με αυτήν την Αλβανίαν, παρά την υπό της κυβερνήσεως Παγκάλου εξαίρεσιν εκ της ανταλλαγής των πληθυ­σμών 16.000 Μουσουλμάνων αλβανικής καταγωγής της Τσαμουριάς, αι σχέσεις μας δεν ευρίσκοντο εις ευχάριστον σημείον. Θα ημπορούσε να λεχθή ότι με τας τέσσαρας γείτονας μας χώρας αι σχέσεις μας ευρίσκοντο εις κατάστασιν σοβούσης οξύτητος.
Αλλά και αι σχέσεις μας με τας Μεγάλας Δυνάμεις δεν ευρίσκοντο εις αξιοζήλευτον σημείον. Η Μεγάλη Βρεταννία δεν ενδιεφέρετο δια τα Βαλκάνια παρά μόνον εις κάθε περίπτωσιν που η παρέμβασίς της θα  απέτρεπε διεθνή περιπλοκήν. Την χώραν (51) μας, μετά την διευθέτησιν του ζητήματος της Μοσσούλης, δεν την έβλεπεν ως υπολογίσιμον παράγοντα. Περιωρίζετο εις συστάσεις δια την προώθησιν της ελληνοτουρκικής προσεγγίσεως και δια την τακτοποίησιν της διαφοράς μας με την Γιουγκοσλαβίαν. Η Γαλλία, σύμμαχος της Γιουγκοσλαβίας, μας επίεζε να δεχθώμεν τας γιουγκοσλαβικάς αξιώσεις. Μόνον η Ιταλία, αποβλέπουσα εις απομόνωσιν της Γιουγκοσλαβίας και εις επέκτασιν της επιρροής της εις τα Βαλκάνια, εκινείτο δια την δημιουργίαν ευνοϊκού ελληνοϊταλικού κλίματος. Εις Ρώμην είχον μεταβή, ως προσκεκλη­μένοι της ιταλικής κυβερνήσεως, ο υπουργός των Εξωτερικών της Επαναστάσεως Απ. Αλεξανδρής και  ο υπουργός των Εξω­τερικών του Παγκάλου Λουκάς Κανακάρης Ρούφος. Τα δύο ταύ­τα ταξίδια ουδέν απέδωσαν.
Τον Ιούνιον του 1927, κατόπιν προσκλήσεως του Μουσσολίνι, επεσκέφθησαν την Ρώμην οι Καφαντάρης και  Μιχαλακόπουλος. Ο  Ιταλός δικτάτωρ επεφύλαξεν εξαίρετον υποδοχήν εις τους δύο Έλληνας υπουργούς και διεδήλωσε την επιθυμίαν του διά μίαν στενοτέραν ελληνοϊταλικήν προσέγγισιν. Μετά εννέα μήνας, την 4ην Απριλίου 1928, ο  Μιχαλακόπουλος, υπουργός των Εξωτερι­κών και εις την τρίτην κυβέρνησιν συνεργασίας,  συνηντάτο ανε­πισήμως εις Μιλάνον με τον Μουσσολίνι. Της συναντήσεως ταύ­της είχε προηγηθή συνάντησις του Τούρκου υπουργού των Εξω­τερικών Τεβφήκ Ρουσδή με τον Μουσσολίνι εις την ιδίαν πόλιν. . Η συνάντησις του Τούρκου υπουργού  με τον Ιταλόν δικτάτορα είχεν ως επακόλουθον την υπογραφήν ιταλοτουρκικού  συμφώνου φιλίας, συμφώνου που κατέστησε την Τουρκίαν πλέον απαιτητικήν απέναντι της Ελλάδος. Αντιθέτως, από την συνάντησιν Μιχαλακοπούλου — Μουσσολίνι  δεν προέκυψε τίποτε   θετικόν. Η φασιστική Ιταλία απέβλεπεν εις την δημιουργίαν ενός Έλληνο· Ιταλό - Τουρκικού συνασπισμού, αλλ' ο Μιχαλακόπουλος δεν έ­βλεπεν ευχαρίστως την τοιαύτην διπλωματικήν στροφήν τής Ελ­λάδος, όχι μόνον διά βαλκανικούς λόγους,  αλλά και δι' εξωβαλκανικούς. Δεν ήθελε να δημιουργηθή η εντύπωσις ότι η Ελλάς προχωρεί εις την χάραξιν  νέας εξωτερικής πολιτικής,  υπό την σκέπην της φασιστικής Ιταλίας.
Ο  Ελ. Βενιζέλος, ευθύς ως εσχημάτισε κυβέρνησιν, έταξεν ως κύριον αντικειμενικόν σκοπόν της εξωτερικής του πολιτικής την προσέγγισιν με την Ιταλίαν και  την Τουρκίαν. Πως έβλεπε την προσέγγισιν με  την Ιταλίαν ο Κρης πολιτικός αποκαλύπτει επιστολή, την οποίαν έστειλε προς την σύζυγόν του, την 27ην Αυγούστου 1928, και διά της οποίας της ανήγγελλε την μετάβασίν του εις Ρώμην, προς υπογραφήν ελληνοϊταλικού συμφώνου φιλίας. Της έγραφεν: «Εις το Παρίσι δεν θα είναι πολύ ευχαριστημένοι, αλλά έλαβα όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε η φιλία. με την Ιταλίαν να μην έχη καμίαν αιχμήν εναντίον κανενός άλλου. Και ιδιαιτέρως ούτε κατά της Αγγλίας, ούτε κατά της  Γαλλίας, ούτε κατά της Γιουγκοσλαβίας. Εν πάση περιπτώσει θα κάμω την πολιτικήν που συμφέρει την Ελλάδα και όχι την πολιτικην που αρέσει εις τους άλλους».
Εξ άλλου, εις επιστολήν που απέστειλε, την 15ην Σεπτεμ­βρίου 1928, εις τον Ανδρ. Μιχαλακόπουλον, του έγραφεν : «Ως ήτο φυσικόν, μόλις αι διαπραγματεύσεις δια την υπογραφήν του συμφώνου έλαβον ωρισμένην μορφήν, έσπευσα να ειδοποιήσω περί αυτών και τους Παρισίους και το Λονδίνον και το Βελιγράδιον και να τους βεβαιώσω ότι η υπογραφή δεν έχει καμίαν απολύ­τως αιχμήν κατ' ουδενός και επομένως ούτε κατά της Γιουγκο­σλαβίας, με την οποίαν είμεθα ευτυχείς, ρυθμιζομένων των ζητη­μάτων της ελευθέρας ζώνης, να υπογράψωμεν όμοιον σύμφωνον. Προσέθεσα δε ότι μετά την Ρώμην θα μεταβώ εις Παρισίους οπόθεν θα επιστρέψω δια Βελιγραδίου, όπου θα μείνω επί 36 ώρας. Εις απάντησιν μας εδηλώθη εκ Βελιγραδίου, ότι θα είναι ευτυ­χείς να επαναλάβουν τας διαπραγματεύσεις δια την οριστικήν ρύθμισιν του ζητήματος της σερβικής ζώνης».