Το Βελιγράδιον, το οποίον πεισμόνως ηρνείτο να επαναλάβη τας διαπραγματεύσεις δια την ρύθμισιν της ελληνογιουγκοσλαβικής διαφοράς, της αναφυείσης λόγω της ακυρώσεως των συμφωνιών Παγκάλου, υπεχώρησεν ευθύς ως επληροφορήθη την ελληνοϊταλικήν προσέγγισιν. Ήτο το πρώτον θετικόν επίτευγμα της νέας πολιτικής την οποίαν εχάρασσεν ο Ελ. Βενιζέλος.
Την 23ην Σεπτεμβρίου 1928 υπεγράφετο εις Ρώμην, υπό των Ελ. Βενιζέλου και Μπενίτο Μουσσολίνι το Ελληνοϊταλικόν σύμφωνον «φιλίας, συνδιαλλαγής και δικαστικού διακανονισμού». Το φασιστικόν καθεστώς επεφύλαξεν εξαιρετικήν υποδοχήν εις τόν Έλληνα πρωθυπουργόν, εις τον οποίον απενεμήθη και το ανώτατον Ιταλικόν παράσημον. Αι συνομιλίαι των δύο πολιτικών ανδρών επεξετάθησαν εφ' όλων των διεθνών θεμάτων.
Αι διατάξεις του συμφώνου, παρά την βεβαίωσιν του Βενιζέλου προς τον Μιχαλακόπουλον, περιείχον όχι αιχμήν, αλλά αιχμάς, και δι' αυτόν τον λόγον οι ανώτεροι υπάλληλοι του ελληνικού υπουργείου των Εξωτερικών είχον διατυπώσει πολλάς επιφυλάξεις κατά την διατύπωσίν των. Πράγματι, το άρθρον 3 . προέβλεπε «την αμοιβαίαν παροχήν πολιτικής καί διπλωματικής υποστηρίξεως, εν περιπτώσει καθ' ην τα συμφέροντα και η ασφάλεια ενός των υψηλών συμβαλλομένων μερών ήθελον απειληθή συνεπεία βιαίων εισβολών προερχομένων έξωθεν». Η σημασία της διατάξεως αυτής ήτο ότι τα δύο κράτη θα επραγματοποίουν κοινόν διπλωματικόν μέτωπον εις περίπτωσιν επιθέσεως τρίτου τινός, αδιαφόρως εάν ο τρίτος ούτος ήτο βαλκανικόν ή εξωβαλκανικόν κράτος. Κυρίως, διά της διατάξεως αυτής η Ελλάς ανελάμβανε την υποχρέωσιν να απαγορεύση την διέλευσιν πολεμικού υλικού δια του εδάφους της, προοριζομένου δια την Γιουγκοσλαβίαν εις περίπτωσιν πολέμου της χώρας ταύτης με την Ιταλίαν.
Ο Βενιζέλος συνειδητώς έδιδεν έκτασιν εις την προσέγγισιν με την Ιταλίαν. Όταν, ευθύς αμέσως, μετέβη εις Παρισίους, εδηλώθη προς την γαλλικήν κυβέρνησιν ότι η Ελλάς ευρίσκετο εις αδυναμίαν, μετά την υπογραφήν του ελληνοϊταλικού συμφώνου, να προβή εις την σύναψιν μιας συμμαχίας μετά της Γιουγκοσλαβίας ήτις, καθ' οιονδήποτε τρόπον εμφανιζόμενη, θα ηρμηνεύετο πάντως, και δικαίως, ως στρεφόμενη κατά της Ιταλίας. Εις συνομιλίας δε, τας οποίας είχε με τον υπουργόν των Εξωτερικών της Γιουγκοσλαβίας Μαρίγκοβιτς, ευρισκόμενον και αυτόν εις Παρισίους, του επανέλαβε την ιδίαν άποψιν. Όταν δε ο Μαρίγκοβιτς του εζήτησεν απλώς να εξασφαλισθή το δικαίωμα διελεύσεως πολεμικού υλικού εκ Θεσσαλονίκης, ο Βενιζέλος του απήντησεν ότι το ζήτημα τούτο προεβλέπετο υπό του καταστατικού χάρτου της Κ.Τ.Ε. Εάν η Γιουγκοσλαβία εχαρακτηρίζετο ως επιτιθεμένη, η Ελλάς θα ήτο υποχρεωμένη να απαγορεύση την μεταφοράν δια του εδάφους της πολεμικού υλικού. Εάν, αντιθέτως, η Γιουγκοσλαβία θα ήτο η υφισταμένη την επίθεσιν, τότε, βάσει του καταστατικού χάρτου της Κ.Τ.Ε., η Ελλάς θα ήτο υποχρεωμένη να διευκολύνη την μεταφοράν πολεμικού υλικού.
Ο Γιουγκοσλάβος υπουργός των Εξωτερικών του εζήτησε τότε, όπως το δικαίωμα της μεταφοράς πολεμικού υλικού δια του λιμένος της Θεσσαλονίκης εξασφαλισθή δια την περίπτωσιν που το Συμβούλιον της Κ.Τ.Ε. δεν θα προέβαινεν εις χαρακτηρισμόν της μιας ή της άλλης Δυνάμεως ως επιτιθεμένης και θα άφηνεν ελευθερίαν δράσεως εις τα μέλη του Οργανισμού της Γενεύης. Και ο Βενιζέλος του απήντησεν ότι «τοιαύτη διάταξις θά αντέβαινεν εις το πνεύμα και το γράμμα του συμφώνου το οποίον προ ολίγου υπέγραψε μετά της Ιταλίας. Η ανάληψις τοιαύτης υποχρεώσεως, ήτις θα ήτο δυνατή προ τριών ακόμη μηνών, καθίστατο σήμερον αδύνατος, μετά την υπογραφήν του ελληνοϊταλικού συμφώνου». ·
Η στροφή που επραγματοποιήθη εις την ελληνικήν εξωτερικήν πολιτικήν δια του Ελληνοϊταλικού συμφώνου ήτο τεραστίας σημασίας. Αργότερον, κατά την υπογραφήν του Βαλκανικού Συμφώνου, θα καταδειχθή εις όλην της την έκτασιν η σημασία της στροφής ταύτης και θα παρουσιασθούν πλέον σαφείς οι προσανατολισμοί, τους οποίους ο Βενιζέλος ήθελε νά δώση εις την ελληνικήν εξωτερικήν πολιτικην.
Ο Ελ. Βενιζέλος, δια του Ελληνοϊταλικού Συμφώνου, εχάρασσε πολιτικήν χειραφετήσεως από την κηδεμονίαν των Παρισίων και του Λονδίνου. Η νέα γραμμή επεβλήθη εξ αντικειμένου. Ο τότε πρωθυπουργός συνέλαβε το νόημα της διεθνούς καταστάσεως, ως αύτη είχε διαμορφωθή από της λήξεως του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Αι Ηνωμέναι Πολιτείαι είχον αποσυρθή, μετά την εκλογικήν ήτταν των Δημοκρατικών, το 1920, εις τον απομονωτισμόν των από τον οποίον εξήλθον δια να υπογράψουν το θεωρητικής αξίας σύμφωνον των Παρισίων της 27ης Αυγούστου 1928, το αποκληθέν Σύμφωνον Μπριάν - Κέλογκ, δια του οποίου αι υπογράψασαι Δυνάμεις παρητούντο της προσφυγής εις τον πόλεμον δια τον διακανονισμόν διεθνών διαφορών και ασκήσεως εθνικής πολιτικής. Το σύμφωνον τούτο, πλην των Ηνωμένων Πολιτειών και της Γαλλίας, υπέγραψαν η Γερμανία, η Μ. Βρετανία, η Ιταλία, η Ιαπωνία και η Τσεχοσλαβακία. Απετέλει ένα είδος συμπληρώσεως του συμφώνου του Λοκάρνο, αλλ' εστερείτο οιασδήποτε πρακτικής αξίας. Ουδέποτε, σχεδόν, έγινεν επίκλησις των διατάξεων του Συμφώνου Μπριάν - Κέλογκ.
Η Ρωσία, μετά την επικράτησιν της κομμουνιστικής επαναστάσεως, είχε παύσει να παίζη τον ρόλον μεγάλης Δυνάμεως. Επεδείκνυε διπλωματικήν δραστηριότητα, αλλ' ήτο τοιαύτη η δυσπιστία πρός αυτήν των αστικών Δυνάμεων και τόσον μεγάλη η εσωτερική αδυναμία του καθεστώτος, ώστε δεν ήσκει αποφασιστικήν επιρροήν επί της εξελίξεως των διεθνών πραγμάτων. Κυρίως απέβλεπε να προσελκύση τα Κράτη που είχον ηττηθή κατά τον πρώτον παγκόσμιον πόλεμον. Εστράφη και προς την Γερμανίαν και την Τουρκίαν. Υπέγραψε συμφωνίας με τας δύο αυτάς Δυνάμεις, αλλ αι συμφωνίαι αύται δεν κατέστησαν δυνατήν την δημιουργίαν ρωσογερμανοτουρκικού συνασπισμού. Η Γερμανία πρώτη και η Τουρκία ακολούθως απεμακρύνθησαν από την Σοβιετικήν Ένωσιν.
Η Γερμανία, χωρίς στρατιωτικάς δυνάμεις, αναρρωνύουσα από τρομεράν οικονομικήν κρίσιν, υφισταμένη το βάρος των επανορθώσεων, περιώριζε τας επιδιώξεις της εις την αποτίναξιν των όρων της συνθήκης των Βερσαλλιών. Αι γερμανικαί κυβερνήσεις εστερούντο της δυνατότητος να αναπτύξουν πρωτοβουλίαν εις θέματα άλλα από εκείνα που έθιγον αμέσως την ύπαρξιν της γερμανικής δημοκρατίας.
Η Μεγάλη Βρεταννία ηκολούθει πολιτικήν αποτροπής οιασδήποτε διεθνούς περιπλοκής. Οι εξωτερικοί της προσανατολισμοί (55) εστηρίζοντο επί της γραμμής που είχε χαράξει ο Λόρδος Κώρζον το 1921 : «Να διατηρήσωμεν τα κεκτημένα, αποκτηθέντα ενίοτε παρά την θέλησίν μας, να μη απαιτήσωμεν τίποτε άλλο, να συμφιλιώνωμεν και όχι να προκαλούμεν,να προσφέρωμεν ειρήνην και να αποκρούωμεν τας κατακτήσεις». Η γραμμή αυτή την ωδήγησεν εις πλήρη αφοπλισμόν. Δεν ήσαν αι εργατικαί κυβερνήσεις του 1924 και του 1929 που αφώπλισαν την Μεγάλην Βρεταννίαν. Όλαι αι μετά τον πρώτον παγκόσμιον πόλεμον βρεταννικαί κυβερνήσεις, πιεζόμεναι από την Κοινήν Γνώμην, υιοθέτησαν την πολιτικήν του αφοπλισμού. Τον χειμώνα του 1922, το αγγλικόν ναυτικόν δεν έδωσεν αδείας εις τα πληρώματα δια τα Χριστούγεννα, διότι είχε τόσον μειωθή η εις άνδρας δύναμις του, ώστε και ο τελευταίος ναύτης ήτο απαραίτητος. Υπό τοιούτους όρους δεν είναι περίεργον ότι η Μεγάλη Βρεταννία επεδοκίμασε την συμφωνίαν της 27ης Νοεμβρίου 1927 μεταξύ Ιταλίας και Αλβανίας, δια της οποίας η Αλβανία μετεβλήθη εις ιταλικόν προτεκτοράτον, πραγματοποιηθείσης, έτσι, της ιταλικής διεισδύσεως εις τα Βαλκάνια και μεταβληθείσης της Αδριατικής εις ιταλικήν λίμνην. Επίσης δεν είναι περίεργον πως επέτρεψε την οριστικήν εγκατάστασιν της Ιταλίας εις Δωδεκάνησον (συμφωνία Μακδόναλδ — Μουσσολίνι), πως ανεγνώρισε δικαίωμα επιρροής της Ιταλίας επί της Αβησσυνίας (Δεκέμβριος 1925). Ακόμη ολιγώτερον περίεργος ήτο, έτσι, η δήλωσις του Μουσσολίνι, της 5ης Ιουνίου 1928, ότι «η ιταλοβρεταννική φιλία είναι βαθεία».
Η Γαλλία, η μόνη υπολογίσιμος στρατιωτικώς Δύναμις την εποχήν εκείνην, κατείχετο από τον φόβον της γερμανικής ανταποδόσεως. Ολόκληρος η εξωτερική της πολιτική εστηρίζετο επί της αρχής της δημιουργίας ενός συστήματος συμμαχιών που θα της εξησφάλιζε την υπεροχήν έναντι της Γερμανίας. Η Μικρά Αντάντ, ο συνασπισμός, δηλαδή, Γιουγκοσλαβίας, Ρουμανίας, Τσεχοσλοβακίας, η γαλλοπολωνική συμμαχία, η συνεργασία με το Βέλγιον εστηρίζοντο επί της αρχής αυτής. Το γαλλικόν ενδιαφέρον, εις άλλα μέρη της Ευρώπης, εξεδηλούτο επί τω σκοπώ ενισχύσεως του συστήματος τούτου συμμαχιών.
Η Ιταλία, μετά την εγκαθίδρυσιν του φασισμού, ήτο η μόνη μεγάλη ευρωπαϊκή Δύναμις που εκινείτο δια την προσέλκυσιν όλων εκείνων των κρατών που ευρίσκοντο εκτός της γαλλικής επιρροής ή που υφίσταντο γαλλικήν πίεσιν, δια την χάραξιν πολιτικής αντιθέτου προς τα συμφέροντα των, όπως ήτο η περίπτωσις της Ελλάδος, την οποίαν η Γαλλία επίεζε δια να αποδεχθή τους γιουγκοσλαβικούς όρους. Ο Μουσσολίνι είχεν αντιληφθή ότι η γαλλική πολιτική είχε δημιουργήσει ψυχολογικήν έντασιν μεταξύ Παρισίων και των πρωτευουσών πολλών μικρών κρατών.
Και εζήτησε να έπωφεληθή, προσεταιριζόμενος τα κράτη ταύτα. Ο Βενιζέλος, πεισθείς ότι η Ελλάς δεν ημπορούσε να περιμένη διπλωματικήν υποστήριξιν ούτε από την Γαλλίαν, ούτε από την Μεγάλην Βρεταννίαν, την ανεζήτησεν εις την Ρώμην. Ως αντάλλαγμα προσέφερε την ελληνικήν ουδετερότητα εις περίπτωσιν συρράξεως της Ιταλίας με οιανδήποτε Μεγάλην Δύναμιν και με την Γιουγκοσλαβίαν. Πράγματι, η διάταξις του άρθρου 3, καίτοι ωμίλει «περί αμοιβαίας παροχής πολιτικής καί διπλωματικής υποστηρίξεως» εις περίπτωσιν που η ασφάλεια του ενός των συμβαλλομένων μερών θα ετίθετο εν κινδύνω, εν τούτοις είχε την έννοιαν ότι περαιτέρω συνεργασία, φθάνουσα τα όρια της αμοιβαίας ενόπλου βοηθείας, θα απετέλει αντικείμενον συνεννοήσεων διεξαγομένων εντός του πλαισίου των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που ανεγνώριζεν εις τα μέλη ο καταστατικός χάρτης της Κ.Τ.Ε., καθ' όσον το σύμφωνον ευρίσκετο εντός του πλαισίου των επιτρεπομένων υπό του Οργανισμού της Γενεύης διμερών ή πολυμερών συμφώνων.
Η προσέγγισις με την Ιταλίαν είχεν ως άμεσον αποτέλεσμα την μεταβολήν της γιουγκοσλαβικής στάσεως απέναντι μας. Ο Γιουγκοσλάβος υπουργός των Εξωτερικών Μαρίγκοβιτς, ομιλών προς τον συνοδεύοντα τον Βενιζέλον δημοσιογράφον Ν. Ζαρίφην, τα τέλη Σεπτεμβρίου 1928, εις Παρισίους, του είπεν: «Εμείς τας συμφωνίας εκείνας (τας παγκαλικάς) τας εσχίσαμεν. Δεν μας είναι μόνον άχρηστοι, αλλά και μας ατιμάζουν ως εκβιαστάς και εκμεταλλευτάς μιας ελληνικής ανάγκης. Αλλά και τί να κάμωμεν το δικαίωμα της ακτοπλοϊας εις τας ελληνικάς θαλάσσας, όταν τα πλοία μας δεν επαρκούν ούτε δια την ιδικήν μας ακτοπλοϊαν εις την Δαλματίαν ; Και τί μας ωφελεί το προνόμιον να εισέρχωνται εις το ελληνικόν έδαφος αι αμαξοστοιχίαι μας σημαιοστόλιστοι και με ιδικόν μας προσωπικόν όταν μας αρκή να φθάσουν εγκαίρως εις την ζώνην μας τα εμπορεύματα δι' ελληνικών τραίνων; Τί να τα κάμωμεν τα εργοστάσια εις την 'ζώ-νην, όταν είναι δυνατόν να τα έχωμεν εις το έδαφος μας ; Αλλά και προς τί εις βάρος μιας φίλης χώρας να ενοικιάσωμεν την ζώνην μας και εις άλλα κράτη, όταν την ζώνην δεν την θέλομεν ως επιχείρησιν αλλά μόνον προς εξυπηρέτησιν του διαμετακομιστικού μας εμπορίου, ήτις επιτυγχάνεται ικανοποιητικώς με το σημερινόν καθεστώς ;»
Ο Μαρίγκοβιτς, όταν προέβαινεν εις τας δηλώσεις αυτάς, ευρίσκετο προ μιας σκληράς πραγματικότητος. Ο Ελ. Βενιζέλος δεν εξήρτα πλέον την ασφάλειαν των βορείων συνόρων της Ελλάδος από την Γιουγκοσλαβίαν. Είχεν αναζητήσει και ανεύρει εις την Ρώμην ό,τι είχεν αρνηθή μέχρι της στιγμής εκείνης το Βελιγράδιον. Εφεξής αι σχέσεις Ελλάδος και Γιουγκοσλαβίας δεν ήτο δυνατόν να είναι συμμαχικαί. Ο Ελ. Βενιζέλος προσέφερεν εις τους Γιουγκοσλάβους σύμφωνον αναλόγου περιεχομένου με το ελληνοϊταλικόν. Δεν τους ήτο αρκετόν, διότι δεν τους εξησφάλιζε τον ανεφοδιασμόν των μέσω Θεσσαλονίκης εις περίπτωσιν ρήξεως των με τους Ιταλούς.
Ο Ελ. Βενιζέλος, όταν ανέλαβε την κυβέρνησιν της χώρας, , διεπίστωσεν ότι η Ελλάς ευρίσκετο εις κατάστασιν πλήρους διεθνούς απομονώσεως. Με την Γιουγκοσλαβίαν, η οποία ήτο τότε η μεγαλυτέρα στρατιωτική δύναμις των Βαλκανίων, αι σχέσεις μας, μετά την ακύρωσιν των παγκαλικών συμφωνιών, παρέμενον εκκρεμείς. Η Βουλγαρία διέκειτο, ως συνήθως, δυσμενώς απέναντι της Ελλάδος, τα δε μεταξύ των δύο χωρών ζητήματα δεν εφαίνετο ότι ήτο εύκολον να ρυθμισθούν. Αι συνεννοήσεις με την Τουρκίαν, δια την διευθέτησιν των οικονομικών ζητημάτων που είχον προκύψει από την ανταλλαγήν των πληθυσμών, δεν απέληγον εις ουδέν αποτέλεσμα. Και με αυτήν την Αλβανίαν, παρά την υπό της κυβερνήσεως Παγκάλου εξαίρεσιν εκ της ανταλλαγής των πληθυσμών 16.000 Μουσουλμάνων αλβανικής καταγωγής της Τσαμουριάς, αι σχέσεις μας δεν ευρίσκοντο εις ευχάριστον σημείον. Θα ημπορούσε να λεχθή ότι με τας τέσσαρας γείτονας μας χώρας αι σχέσεις μας ευρίσκοντο εις κατάστασιν σοβούσης οξύτητος.
Αλλά και αι σχέσεις μας με τας Μεγάλας Δυνάμεις δεν ευρίσκοντο εις αξιοζήλευτον σημείον. Η Μεγάλη Βρεταννία δεν ενδιεφέρετο δια τα Βαλκάνια παρά μόνον εις κάθε περίπτωσιν που η παρέμβασίς της θα απέτρεπε διεθνή περιπλοκήν. Την χώραν (51) μας, μετά την διευθέτησιν του ζητήματος της Μοσσούλης, δεν την έβλεπεν ως υπολογίσιμον παράγοντα. Περιωρίζετο εις συστάσεις δια την προώθησιν της ελληνοτουρκικής προσεγγίσεως και δια την τακτοποίησιν της διαφοράς μας με την Γιουγκοσλαβίαν. Η Γαλλία, σύμμαχος της Γιουγκοσλαβίας, μας επίεζε να δεχθώμεν τας γιουγκοσλαβικάς αξιώσεις. Μόνον η Ιταλία, αποβλέπουσα εις απομόνωσιν της Γιουγκοσλαβίας και εις επέκτασιν της επιρροής της εις τα Βαλκάνια, εκινείτο δια την δημιουργίαν ευνοϊκού ελληνοϊταλικού κλίματος. Εις Ρώμην είχον μεταβή, ως προσκεκλημένοι της ιταλικής κυβερνήσεως, ο υπουργός των Εξωτερικών της Επαναστάσεως Απ. Αλεξανδρής και ο υπουργός των Εξωτερικών του Παγκάλου Λουκάς Κανακάρης Ρούφος. Τα δύο ταύτα ταξίδια ουδέν απέδωσαν.
Τον Ιούνιον του 1927, κατόπιν προσκλήσεως του Μουσσολίνι, επεσκέφθησαν την Ρώμην οι Καφαντάρης και Μιχαλακόπουλος. Ο Ιταλός δικτάτωρ επεφύλαξεν εξαίρετον υποδοχήν εις τους δύο Έλληνας υπουργούς και διεδήλωσε την επιθυμίαν του διά μίαν στενοτέραν ελληνοϊταλικήν προσέγγισιν. Μετά εννέα μήνας, την 4ην Απριλίου 1928, ο Μιχαλακόπουλος, υπουργός των Εξωτερικών και εις την τρίτην κυβέρνησιν συνεργασίας, συνηντάτο ανεπισήμως εις Μιλάνον με τον Μουσσολίνι. Της συναντήσεως ταύτης είχε προηγηθή συνάντησις του Τούρκου υπουργού των Εξωτερικών Τεβφήκ Ρουσδή με τον Μουσσολίνι εις την ιδίαν πόλιν. . Η συνάντησις του Τούρκου υπουργού με τον Ιταλόν δικτάτορα είχεν ως επακόλουθον την υπογραφήν ιταλοτουρκικού συμφώνου φιλίας, συμφώνου που κατέστησε την Τουρκίαν πλέον απαιτητικήν απέναντι της Ελλάδος. Αντιθέτως, από την συνάντησιν Μιχαλακοπούλου — Μουσσολίνι δεν προέκυψε τίποτε θετικόν. Η φασιστική Ιταλία απέβλεπεν εις την δημιουργίαν ενός Έλληνο· Ιταλό - Τουρκικού συνασπισμού, αλλ' ο Μιχαλακόπουλος δεν έβλεπεν ευχαρίστως την τοιαύτην διπλωματικήν στροφήν τής Ελλάδος, όχι μόνον διά βαλκανικούς λόγους, αλλά και δι' εξωβαλκανικούς. Δεν ήθελε να δημιουργηθή η εντύπωσις ότι η Ελλάς προχωρεί εις την χάραξιν νέας εξωτερικής πολιτικής, υπό την σκέπην της φασιστικής Ιταλίας.
Ο Ελ. Βενιζέλος, ευθύς ως εσχημάτισε κυβέρνησιν, έταξεν ως κύριον αντικειμενικόν σκοπόν της εξωτερικής του πολιτικής την προσέγγισιν με την Ιταλίαν και την Τουρκίαν. Πως έβλεπε την προσέγγισιν με την Ιταλίαν ο Κρης πολιτικός αποκαλύπτει επιστολή, την οποίαν έστειλε προς την σύζυγόν του, την 27ην Αυγούστου 1928, και διά της οποίας της ανήγγελλε την μετάβασίν του εις Ρώμην, προς υπογραφήν ελληνοϊταλικού συμφώνου φιλίας. Της έγραφεν: «Εις το Παρίσι δεν θα είναι πολύ ευχαριστημένοι, αλλά έλαβα όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε η φιλία. με την Ιταλίαν να μην έχη καμίαν αιχμήν εναντίον κανενός άλλου. Και ιδιαιτέρως ούτε κατά της Αγγλίας, ούτε κατά της Γαλλίας, ούτε κατά της Γιουγκοσλαβίας. Εν πάση περιπτώσει θα κάμω την πολιτικήν που συμφέρει την Ελλάδα και όχι την πολιτικην που αρέσει εις τους άλλους».
Εξ άλλου, εις επιστολήν που απέστειλε, την 15ην Σεπτεμβρίου 1928, εις τον Ανδρ. Μιχαλακόπουλον, του έγραφεν : «Ως ήτο φυσικόν, μόλις αι διαπραγματεύσεις δια την υπογραφήν του συμφώνου έλαβον ωρισμένην μορφήν, έσπευσα να ειδοποιήσω περί αυτών και τους Παρισίους και το Λονδίνον και το Βελιγράδιον και να τους βεβαιώσω ότι η υπογραφή δεν έχει καμίαν απολύτως αιχμήν κατ' ουδενός και επομένως ούτε κατά της Γιουγκοσλαβίας, με την οποίαν είμεθα ευτυχείς, ρυθμιζομένων των ζητημάτων της ελευθέρας ζώνης, να υπογράψωμεν όμοιον σύμφωνον. Προσέθεσα δε ότι μετά την Ρώμην θα μεταβώ εις Παρισίους οπόθεν θα επιστρέψω δια Βελιγραδίου, όπου θα μείνω επί 36 ώρας. Εις απάντησιν μας εδηλώθη εκ Βελιγραδίου, ότι θα είναι ευτυχείς να επαναλάβουν τας διαπραγματεύσεις δια την οριστικήν ρύθμισιν του ζητήματος της σερβικής ζώνης».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου