Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2012

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ : Ο ΓΕΝΝΑΙΟΣ ΚΑΙ ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ


Ο  ΜΠΑΛΑΦΑΡΑΣ ΣΤΙΣ ΓΡΑΜΜΕΣ


Έλληνες στρατιώτες γιορτάζουν 
τη μεγάλη νίκη του Σκρα


ΣΤΙΣ ΔΕΚΑ ΤΟ ΠΡΩΙ σήμερα μες στη ζέστη, είχαμε μιαν ανεπιθύμητην επίσκεψη. Έτσι του κατέβηκε του Μπαλαφάρα [1] να πάρει το επιτελείο του και νάρθει να επιθεωρήσει τον τομέα. Καταπόδι του ο Κοντούλης, ο ταγματάρχης του Μηχανικού, ο Πολίτης, ο δραγουμάνος του, ο γάλλος αξιωματικός του τομέα, κι ο λοχαγός μας φυσικά. Ο Μπαλαφάρας κάνει αυτές τις επίδειξες της παλικαριάς του δίχως κάσκα στο κεφάλι, με όλα τα χρυσαφικά στους ώμους και στο πηλίκιο. Όποτε τόνε χτυπήσει η λόξα παίρνει σβάρνα τα χαρακώματα, μέρα μεσημέρι, να δει « πως τα περνούν τα παιδιά του ». Η επιδειχτική περιφρόνηση αυτού του ανθρώπου προς το θάνατο είναι άλλο πράμα. Περπατά μες στο χαράκωμα με όλη την ησυχία του, μεγάλος κι αλύγιστος σαν πύργος, μ' ολάκερο το κεφάλι έξω από το προπέτασμα. Πάει κορδωμένος σαν σε παρέλαση. Δεν ξέρει κανείς τι να του θαμάξει. Την παλαβάδα ή την παλικαριά. Εννοείται πως κ' οι φουκαράδες οι αξιωματικοί που σέρνει μαζί του δεν κοτάνε να βγάλουν τσιμουδιά ενάντια σ' αυτές τις ανακεφαλιές. Τον ακολουθάνε λοιπόν και με την ψυχή στο στόμα αναγκάζουνται να περπατάνε κι αυτοί ολόρτοι και τεντωμένοι μέσα στην μπούκα του Περιστερίου.
Ο γάλλος αξιωματικός του τομέα μας γίνεται έξω φρενώ γι' αυτές τις ανισορροπίες, γιατί ξεσπούνε στην καμπούρα μας. Οι παρατηρητές απ' αντίκρυ διακρίνουν πολλές φορές το πηλίκιο του Μπαλαφάρα που αστραποβολά μες στον ήλιο με τα χρυσάφια του, τηλεφωνάνε στο πυροβολικό τους κι αρχίζει το γλέντι. Το χαράκωμα πολλές φορές γίνεται γης μαδιάμ από τις « γουρούνες ». Κι ο Μπαλαφάρας προχωρεί, σηκώνει αξιόπρεπα με τ' ανάστροφο του χεριού τις άκρες του μουστακιού του και προχωρεί.
— Δεν είναι τίποτα, λέει με την ξεσυρτή φωνή του που τονίζει όλες τις συλλαβές σα να τις επιθεωρεί. Είναι διεθνείς αβρότητες αυτές. Ο εχθρός τραβάει τιμητικές βολές προς τιμήν του Στρατηγού . . .
Αυτοί που τον συνοδεύουν είναι αναγκασμένοι να κάνουν πως γελούν μ' αυτά τ' αστεία, ο Θεός το ξέρει με τι λογής ανάκαρα. Μα πρέπει να δείξουν πως δεν πάνε παρακάτω στο κουράγιο, κι ας τους πάει πέντε κ' ένα. Το θάμα είναι πως ακόμα δεν του άγγισε τρίχα, μήτε μολύβι μήτε κανόνι. Τυχερός είναι, τ' αδιάκοπο περπάτημα είνα που τον κάνει «κινούμενο στόχο », δεν ξέρω. Αυτός μια φορά το πιστεύει πως δεν τόνε πιάνει το βόλι. Δεν λαβώθηκε ούτε στους Βαλκανικούς πολέμους που διοικούσε ένα τάγμα ευζωνάκια και τα ξέκαμε όλα σχεδόν σε μιάν επίθεση με τη λόγχη στο Μπιζάνι.
— Ο χάρος κυνηγά κείνους που τον αποφεύγουν, λέει. Είναι σαν τις ξεσκολισμένες κοκότες . . .
Αυτό λοιπόν το πανηγύρι των « τιμητικών βολών » τόχαμε και σήμερα με τον ερχομό του Μπαλαφάρα. Τον πήρανε μυρουδιά απ' αντίκρυ κι αρχίσανε βζζ-μπραγγ ! βζζ - μπραγγ ! να βαράνε το φτωχό μας χαράκωμα. Ο λοχαγός πρόλαβε, μόλις είδε τον Μπαλαφάρα, και διάταξε τους άντρες να τρυπώσουν όλοι στ' αμπριά. Μια στιγμή σκάει μια οβίδα έξω από το προκάλυμμα του χαρακώματος, στο μέρος του Στρατηγού. Μια πάξα της πήγε και χώθηκε σ' ένα γεώσακο και τίναξε χώματα πάνω στο πηλίκιο του.
Όλοι της συνοδείας του γένηκαν άσπροι σάν πανί. Ο Μπαλαφάρας σταμάτησε να μαλώσει αντίκρυ τους Βουλγάρους.
— Μα τ' είν' αυτά ! τ' είναι τώρ' αυτά ! Αυτό καταντά ασέβεια προς τους ανωτέρους !
Έβγαλε το πηλίκιο, το φύσηξε, το τίναξε με το νύχι από τον άμμο που τρύπωσε στάα χρυσά του κορδόνια κ'είπε στον υπασπιστή του ήσυχα - ήσυχα :
— Άιντε κάνε μου τη χάρη, κύριε υπασπιστά, πούσαι πιο σβέλτος και πιο νέος, να πεταχτείς μια στιγμή έξω από το χαράκωμα, να μου πάρεις κείνο το μεγάλο κομμάτι από το βλήμα, να δούμε . . . τι διαμετρήματος ήταν η λεγάμενη !
Αυτό πια ήταν που ήταν.
Οι αξιωματικοί κέρωσαν, κοιτάχτηκαν απελπισμένοι, κι ο υπασπιστής ο καημένος χαιρέτησε σαν τους Ρωμαίους μονομάχους και τοιμάστηκε να πηδήξει έξω. Για καλή του τύχη πετάχτηκε στη μέση ο γάλλος αξιωματικός. Με σεβασμό, μα και με ζωηρόν τόνο υπόδειξε στο Στρατηγό πως απαγορεύεται αυστηρά από τη Στρατιά να εκτίθεται έτσι άσκοπα η ζωή των στρατιωτικών, και πως θ' αναγκαστεί ν' αναφέρει όπου πρέπει αυτά που βλέπει εδώ σ' εμάς.
Ο Μπαλαφάρας τόνε χάιδεψε στη ράχη με τη χερούκλα του. — Καλά ντέε ! Δεν είπαμε δα, μον καμαράντ, και να χαλούμε καρδιές ! — και διάταξε τον αλλοσούσουμον από την τρομάρα του κύριο Πολίτη να μεταφράσει στο φραντσέζο αξιωματικό τα λόγια του, που τα συνόδευε με επεξηγηματικές χειρονομίες.
— Πες του, παιδί μου, πως εμείς οι Ρωμιοί, κι αυτοί εκεί αντίκρυ — οι λεβέντες — είμαστε παλιοί γνώριμοι και δεν παρεξηγιούμαστε. Δεν έχουμε συνόριση, πως ! Είναι παλιοί μακαντάσηδες, ντεζ ανσιέν κοννεσάνς, κομμάν !

Από την επίσκεψη του Μπαλαφάρα δεν είχαμε ευτυχώς κανένα θύμα. Μονάχα ένας λαβώθηκε στο μάτι από ένα λιθάρι που του σφεντόνισε η έκρηξη. Το κανονίδι βάσταξε ωστόσο όλο τ' απόγεμα. Όλη τη νύχτα ο λόχος, βλαστημώντας γενεές δεκατέσσερεις όλο το σόι του Μπαλαφάρα, ξημερώθηκε ξαναφκιάχνοντας τα χαλάσματα και καθαρίζοντας τα χώματα.

 ΕΝΑ ΚΡΥΦΟ ΚΑΡΔΙΟΧΤΥΠΙ που είχα όσο βαστούσε το κανονίδι ! Σα νύχτωσε πήγα και γω σέρνοντας το πόδι μαζί με τους άλλους στα έργα. Τράβηξα πέρα, στην άκρη του χαρακώματος. Εκεί που είναι η έβγαση των συρματοπλεγμάτων, κλεισμένη με τον αγκαθωτόν αχινό. Πήγα ψαχουλεύοντας στο μέρος που το χαράκωμα σηκώνεται όλο με γεώσακους. Εκεί. Στον τόπο που σερνόμουνα, κάθε φορά που μπορούσα, σαν κλέφτης και σαν εραστής, που άπλωνα το μπράτσο πίσω από έναν γεώσακο, έκλεινα τα μάτια και με κρυφό αναγάλλιο χάιδευα με τις ρώγες των δαχτυλιώ μου το άνθος της μυστικής παπαρούνας.
Τό χαράκωμα ήταν σέ κείνο το μέρος χάρβαλο, οι σάκοι ξεκοιλιασμένοι, σκορπισμένοι παντού. Ένας σίφουνας σα να πέρασε και τάκαμε όλα γης μαδιάμ. Μήτε σημαδάκι από την παπαρούνα μου. Ο πόλεμος τη βρήκε, την τσαλαπάτησε μ' όλη του τη χτηνωδία. Πήγα πίσω στ' αμπρί. Διάβαζα ένα ποίημα του Γιγάντη κ' έκλαιγα.
Και δεν ήξερα αν έκλαιγα για το Γιγάντη ή για το φτωχό λουλούδι που πήγε να μου φυτρώσει πάνω σ' ένα χαράκωμα, αντίκρυ στα πυροβολεία του Περιστερίου.

Όμως ο Μπαλαφάρας, εκείνος γυρίζει πάντα γεμάτος χρυσάφια, χωρίς να παθαίνει τίποτα. Ευχαριστημένος, χοντρός και άτρωτος . . .
{ΣΤΡΑΤΗ ΜΥΡΙΒΗΛΗ: Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ}
[1] Σαφέστατη αναφορά στο στρατηγό Δημήτριο Ιωάννου Διοικητή της Μεραρχίας Αρχιπελάγους


Το παράπονο του Στρατηγού Ιωάννου.

Με τον Ιωάννου συνέβη τούτο το χαριτωμένο επεισόδιο : Είχε κατέβει για δουλειές από το Μέτωπο στην Αθήνα κ' έλαβε πρόσκληση του Βασιλέως να πάγη για πρόγευμα στο παλάτι του Τατογιού. Ο Αλέξανδρος έτρωγε πολύ απλά, ποτέ περισσότερα από δυο φαγητά, και δεν έπινε κρασί παρά παγωμένη κερκυραϊκή τσιτσιμπύρα, χειμώνα-καλοκαίρι. Σερβίρισαν λοιπόν κατά την ανακτορική συνήθεια, την ημέρα του γεύματος του Ιωάννου, πρώτα πιλάφι με γαρίδες κ' έπειτα μπιφτέκια. Όταν μετά το δεύτερο πιάτο παρουσιάστηκε το παγωτό, ο στρατηγός είπε στον Βασιλέα :

— «Επιτρέπεται, Μεγαλειότατε, να ρωτήσω κάτι για το τραπέζι που μου κάνετε; Τελειώσαμε;»
— «Βέβαια. Τί άλλο θέλεις;»
— «Με συγχωρείτε, αλλά πεινώ. Εγώ στο στρατηγείο μου καλοτρώω, Μεγαλειότατε. Είμαι, δα, κοτζάμ άντρας. Είπα λοιπόν μέσα μου : αφού εγώ στην ερημιά μαγειρεύω τέσσερα φαγητά, στο παλάτι θα μου δώσουν έξι. Για να μη χορτάσω γρήγορα, πήρα λίγο από τα δύο πρώτα και, έτσι που τα κατάφερα, τώρα πεινάω. Θέλετε να γυρίσω πίσω και να πω στα παιδιά του Μετώπου ότι μου έκαμε τραπέζι ο Βασιλιάς μας κ' έφυγα πεινασμένος;»
Ο Αλέξανδρος διάταξε γελώντας να ξαναρχίση το σερβίρισμα όσο να χορτάση ο στρατηγός.


Στεργιάδης και στρατηγός Ιωάννου.
Όταν, μετά πάροδον χρόνου, η τουρκική αντίδρασις επέβαλε την επέκτασιν της ελληνικής κατοχής, πέραν των ορίων της συνθήκης των Σεβρών προς την Προύσαν, συνέβη τούτο : Η μεραρχία της οποίας ηγείτο ο στρατηγός Ιωάννου, προελαύνουσα προς την Προύσαν, συνήντησε κοπάδια από πρόβατα και αγελάδας που απετέλουν τον εφοδιασμόν των τούρκων ατάκτων. Ήτο καθαρώς πολεμική λεία και εχρησιμοποιήθησαν δια την τροφοδότησιν του προελαύνοντος στρατού. Το πράγμα έφθασε μέχρι του Ελευθερίου Βενιζέλου, ο οποίος ετηλεγράφησεν εις τον Στεργιάδην να καλέση τον Ιωάννου και να του ζητήση εξηγήσεις.
Όντως, ο Στεργιάδης εκάλεσε τον Ιωάννου, ο οποίος προσήλθεν εις το Διοικητήριον κρατών, ως πάντοτε, το μαστίγιόν του. Είπεν εις τον ιδιαίτερον γραμματέα του Στεργιάδη να τον αναγγείλη, εκρέμασε δ' εν τω μεταξύ το πηλήκιον και το μαστίγιόν του εις την κρεμάστραν. Ο ιδιαίτερος τον παρεκάλεσε να περιμένη μέχρις ότου εξέλθη ενας άλλος επισκέπτης. Δεν εχρειάσθη άλλωστε, να περιμένη επί πολύ. Είδεν έξαφνα ο στρατηγός ανοιγομένην την θύραν του γραφείου του υπάτου αρμοστού, τον ίδιον τον Στεργιάδην να εκδιώκη πυξ-λαξ ένα πολίτην και να κλείνη κατόπιν την πόρταν. Ο Ιωάννου έμεινεν εμβρόντητος. Εσηκώθη όμως αμέσως, εφόρεσε το πηλήκιόν του, επήρε δε και το μαστίγιόν εις το χέρι.
—Αφήστε τα, στρατηγέ μου, είπεν ο ιδιαίτερος, θα σας αναγγείλω αμέσως.
Ο Ιωάννου εκτύπησε δυο - τρεις φοράς το μαστίγιον εις τις μπόττες του και απήντησε :
—Όχι, θα το πάρω, μπορεί να μου χρειασθή.
Μετά δυο-τρία λεπτά ο ιδιαίτερος εξήλθεν από το γραφείον του Στεργιάδη και είπε προς τον Ιωάννου :
—Ο κ. Ύπατος Αρμοστής σας περιμένει.
Να διεβίβασεν άραγε ο ιδιαίτερος τα λόγια του Ιωάννου ; Πιθανόν διότι ουδέ νύξιν του έκαμεν ο Στεργιάδης περί του σκοπού δια τον οποίον τον εκάλεσε, αλλ' απλώς του εζήτησε πληροφορίας περί του στρατού και της καταστάσεως.

H εκδοχή του Στρατηγού Τρικούπη για τον τρόπο με τον οποίο παρέλαβε το Γ.Σώμα Στρατού από το Στρατηγό Ιωάννου.
Συμφώνως όθεν τη ληφθείση Διαταγή της Στρατιάς , μετέβην εις Προύσσαν και διηυθύνθην κατ΄ ευθείαν εις τα Γραφεία της Διοικήσεως του Γ' Σώματος Στρατού, έν­θα ευρίσκετο ο Στρατηγός Ιωάννου. Άμα τη εισόδω μου, ο Στρατηγός Ιωάννου εφάνη ως εκπλαγείς. «Καλώς τον Στρατηγό, είπε" πώς απ' εδώ;».
-Ήλθον να αναλάβω την Διοίκησιν του Σώματος Στρατού τω απήντησα.
-Μπα! έκαμεν εκείνος, ως έτι μάλλον εκπλησσόμενος- δεν έλαβον τοιαύτην Διαταγήν. (Κατόπιν έμαθον, ότι είχε λάβει ήδη την Διαταγήν).
Μετά μικράν συνομιλίαν απεχώρησα και εξελθών ετη-λεγράφησα σχετικώς εις την Στρατιάν.Την επομένην έλαβον κοινοποίησιν της προς τον Στρατηγόν Ιωάννου αποσταλείσης νεωτέρας Διαταγής της Στρατιάς, ήτις είχεν ως εξής:
«Παραδώσατε αμέσως την Διοίκησιν του Σώματος Στρα­τού εις τον Στρατηγόν Τρικούπην. Υπέχετε ευθύνην δια πάσαν βραδύτητα παραδόσεως».
Άμα τη λήψει της Διαταγής της Στρατιάς μετέβην παρά τω Στρατηγώ Ιωάννου και τον ηρώτησα εάν έλα­βε την Διαταγήν.
-Μάλιστα, μοι απήντησε, αλλά δεν θα σοι παραδώσω την Διοίκησιν.

-Πώς; τω λέγω. Δεν θα εκτέλεσης την Διαταγήν της Στρατιάς;
-Εγώ θα υπακούσω εις τον Παπούλαν, ο οποίος είναι νεώτερος μου; ήτο η απάντησίς του.
-Εν τοιαύτη περιπτώσει, υπέλαβον, εάν ήμην εις την θέσιν σας, θα ανέφερον τηλεγραφικώς εις τον Υπουργόν των Στρατιωτικών, ότι κατόπιν διορισμού ως Διοι­κητού της Στρατιάς του Στρατηγού Παπούλα, νεωτέρου μου όντος, εγώ δεν δύναμαι να παραμένω ως Διοικητής Σώματος Στρατού, και διατάξατε εις τίνα θέλετε να πα­ραδώσω την Διοίκησιν.
-Δηλαδή θέλεις να σοι παραδώσω την Διοίκησιν, μοι απήντησεν. Όχι, δεν σοι την παραδίδω, και εν ανάγκη θα έβγω εις το κλαρί. Πάντως, δεν σοι παραδίδω την Διοίκησιν.
Κατόπιν του επεισοδίου τούτου απεχώρησα του Στρα­τηγείου του Γ' Σώματος Στρατού.
Η κατάστασις ήτο δυσάρεστος. Οι αξιωματικοί είχον πληροφορηθή τα μεταξύ του Στρατηγού Ιωάννου και εμού διαμειφθέντα και ευρισκόμην εις δύσκολον θέσιν. Η χαώδης αύτη κατάστασις δεν ηδύνατο να εξακολουθήση και εσκέφθην, ότι η μόνη ενδεικνυομένη λύσις ήτο να ειδοποίηση η Στρατιά απ' ευθείας τας Μεραρχίας, ότι μοι ανετέθη η Διοίκησις του Γ' Σώματος Στρατού. Ανέφερον όθεν κρυπτογραφικώς εις την Στρατιάν περί των διαμειφθέντων εν Προύσση και προέτεινα την λύσιν ταύτην.
Την επομένην το εσπέρας, ενώ εγευμάτιζον εις το ξενοδοχείον μετά του Στρατηγού Χαραλάμπους Τσερούλη, Διοικητού Μεραρχίας, λαμβάνει αυτός και εγώ τηλεγραφικήν Διαταγήν της Στρατιάς, συντεταγμένην συμφώνως τη προτάσει μου. Μετά την ανάγνωσιν ταύτης ο Στρα­τηγός Τσερούλης μοί είπεν, ότι λυπείται δια τα συμβάν­τα και θα μεταβή προς συνάντησιν του Στρατηγού Ιωάν­νου, με παρεκάλεσε δε να αναμένω την επιστροφήν του, χωρίς να προβώ εις ουδεμίαν άλλην ενέργειαν.
Μετά ημίσειαν ώραν περίπου, επιστρέψας ο Στρατη­γός Τσερούλης μοι ανεκοίνωσεν, ότι δυστυχώς ο Ιωάν­νου ήτο ανένδοτος και ότι επέμενεν εις την άρνησίν του να μοι παραδώση την Διοίκησιν.
Κατόπιν τούτου απέστειλα Διαταγήν προς τον εν Προύσση Φρούραρχον Αντισυνταγματάρχην Πυροβολι­κού Ι. Γαρέζον, όστις ήτο προσέτι γνωστός μοι ως υπηρετήσας προ ετών εις το Σύνταγμα μου, δια της οποίας διέτασσον, όπως διαθέση εν δωμάτιον του Φρουραρχείου εις το οποίον να εγκαταστήσω το Γραφείον του Γ' Σώματος Στρατού την πρωίαν της επομένης .
Την επομένην, λίαν πρωί, μετέβην εις το Φρουραρχείον, εγκατεστάθην εις το διατεθέν μοι Γραφείον και εξέδωκα Διαταγήν προς τας Μεραρχίας, δια της οποίας εγνωστοποίουν αυταίς, ότι κατόπιν Διαταγής της Στρατιάς ανέλαβον την Διοίκησιν του Γ' Σώματος Στρα­τού και ότι εφεξής ουδεμία Διαταγή του Σώματος θα ίσχυεν εάν δεν θα έφερεν ιδιόχειρον την υπογραφήν μου.
Απηύθυνα ετέραν Διαταγήν προς το Φρουραρχείον, ίνα μη αποστείλη πλέον φρουράν εις το Κατάστημα του Γ' Σώματος Στρατού, καθόσον από σήμερον, έγραφον, η Διοίκησις του Σώματος εγκαθίσταται εις το Φρουραρ­χείον.
Κοινοποίησις της Διαταγής ταύτης εγένετο και προς τον Στρατηγόν Ιωάννου.
Κατόπιν των άνω προσήλθεν εις το Γραφείον μου ο Υπασπιστής του Στρατηγού Ιωάννου, όστις με παρεκάλεσε να μεταβώ εις το Κατάστημα του Σώματος Στρα­τού, ίνα μοι παραδώση ο Στρατηγός την Διοίκησιν. Το μόνον, όπερ επιθυμεί ο Στρατηγός, μοι προσέθεσεν, εί­ναι να διατηρήση το Γραφείον Α' επί τινας ημέρας, προς τακτοποίησιν προσωπικών του τινών ζητημάτων.
«Δυό σκούφιες σ' ένα κεφάλι δεν χωρούν», τω απήντη­σα. Ή αυτός θα είναι ή εγώ.
Τότε με παρεκάλεσε να αναμείνω επ' ολίγον την απάντησίν του.
Μετ' ολίγον επανέρχεται λέγων μοι, ότι ήλθεν, όπως με συνοδεύση εις το Γραφείον του Σώματος Στρατού, ένθα με ανέμενεν ο Στρατηγός.
Άμα εισήλθον εις το Γραφείον ο Ιωάννου ηγέρθη και μοι παρεχώρησε την θέσιν του.
Τω εξέφρασα την λύπην μου δια τα δυσάρεστα γεγο­νότα και επηκολούθησε μεταξύ μας μικρά φιλική συνομιλία. Αφού δε ικανοποίησα απάσας τας αιτήσεις του, ηγέρθη προς αναχώρησιν.

Από τη Πέργαμο στο  Κιρκ Αγάτς
Αλλ' ο κύριος όγκος του τουρκικού Στρατού δεν έχει συντριβεί ακόμη - έχει οχυρωθεί στη γραμμή Μπαλουκεσέρ - Αδραμυτίου. Είναι οι επίλεκτες μονάδες του Κεμάλ κι ο Παρασκευόπουλος ανυπομονεί να τις τσακίσει. Μήνες περίμενε τη στιγμή αυτή και δεν θέλει να τη χάσει. Διατάζει τον Ιωάννου να μη σταματήσει ούτε στιγμή.Περιττό. Μετά την κατάληψη του Αξαρίου ο Ιωάννου στρέφει όλο τον όγκο των δυνάμεων του προς Βορρά. Ολόκληρο το Σώμα Στρατού Σμύρνης βρίσκεται σε προέλαση, η ημέρα είναι αποπνικτικά ζεστή κι ο κουρνιαχτός σκιάζει τον ήλιο.Και τότε δίνεται μια διαταγή μοναδική στα στρατιωτικά χρονικά. Ο Ιωάννου φωνάζει τον επιτελάρχη του και του λέγει:
- Θα μας φάει η σκόνη, κ. συνταγματάρχα... Το στρατηγείο να τεθεί επικεφαλής των προφυλακών.
Ο Σπυρόπουλος, ένας εκλεκτός αξιωματικός, μένει κατάπληκτος. Και τολμά ν' αντιμιλήσει:
- Μα, στρατηγέ μου, πώς είναι δυνατό;... Αυτό που ζητάτε είναι πολύ επικίνδυνο.
- Αυτό που σου λέω, Σπυρόπουλε, επιμένει ο Ιωάννου.
Και σπηρουνίζοντας το άλογο του προχωρεί προς τα εμπρός, ακολουθούμενος από τους επιτελείς του και τους ξένους στρατιωτικούς παρατηρητές, που δεν αισθάνονται καθόλου καλά. Είχε μια δραματική μεγαλοπρέπεια η προέλαση εκείνη. Χιλιάδες στρατιώτες, πεζοί και καβαλάρηδες, έτρεχαν ακάθεκτοι μέσα στον κάμπο.Τα σύννεφα της σκόνης τους προστάτευαν από το φλογερό ήλιο κι η τόλμη τους από τα τουρκικά βόλια. Σαν θύελλα έπεφταν πάνω στον εχθρό. Κι οι Τούρκοι έτρεχαν να κρυφτούν και να κρεμάσουν στα καφασωτά τους λευκά σεντόνια...
Η κατάσταση είναι κρίσιμη. Το στρατηγείο έχει κυκλωθεί για καλά, η εξόντωση του είναι σχεδόν σίγουρη. Οι Τούρκοι έχουν αντιληφθεί, ότι δεν παγίδεψαν ένα τμήμα της προφυλακής μόνο, αλλά τον σωματάρχη με το επιτελείο του και εντείνουν τα πυρά τους. Η τύχη της επίθεσης κρίνεται στο πυρακτωμένο κάμπο της Χάρτας.
Οι αξιωματικοί του στρατηγείου δεν κρύβουν την ανησυχία τους. Ένας μόνο παραμένει τελείως ατάραχος - περήφανος πάνω στ' άλογό του αναζητεί με τα κυάλια τις θέσεις του εχθρού. Είναι ο Ιωάννου, που θέλει ν' απολαύσει μ' όλες τις αισθήσεις του μια πραγματική μάχη - είχε βαρεθεί τους χάρτες και τις διαταγές.Αλλά τις στιγμές εκείνης της τέλειας απόλαυσης έρχεται να τις διαταράξει ένας νεαρός ταγματάρχης, που φτάνει καλπάζοντας:
- Στρατηγέ μου, ζητώ να μου διατεθούν 20 ιππείς, λέει ενώ με κόπο συγκρατεί το ατίθασο άλογο του.
- Τι θα τους κάνεις, μωρέ Ναπολέων;
- Θέλω να καταλάβω το χωριό, εκείνο, στ' αριστερά μας...
- Θα σκοτωθείς, βρε παιδί μου...
- Πρέπει να διώξουμε τους Τούρκους, γιατί μας κτυπούν με πολυβόλα.
- Πήγαινε κι ο Θεός μαζί σου.
Κι ο ταγματάρχης Ναπολέων Ζέρβας μετατίθεται προσωρινά στο ιππικό κι ορμά με γυμνό το ξίφος. Ο Ιωάννου παρακολουθεί με θαυμασμό τη μικρογραφία εκείνη της επέλασης - τους ιππείς μας να ορμούν, κραυγάζοντας, μέσα στη κόλαση της φωτιάς.Αλλά δεν ήταν γραφτό ν' απολαύσει την μάχη, που ο ίδιος επεδίωξε. Ένας άλλος ταγματάρχης σκαρφαλώνει, έφιππος κι αυτός, στο λόφο κι αναφέρει:
- Στρατηγέ μου, ζητώ την άδεια να καταλάβω το χωριό εκείνο προς Ανατολάς.
Μιλά βιαστικά, σαν να φοβάται μήπως χάσει την ευκαιρία ν' αναμετρηθεί με τον κίνδυνο. Ο Ιωάννου ξαφνιάζεται. Κι ο πολεμικός ανταποκριτής της «Πατρίδος» της Σμύρνης, που ήταν παρών, γράφει:
Τ' αυλακωμένο άπ τις κακουχίες του πολέμου πρόσωπό του έχασε ξάφνου την σκληράδα του. Τ' αετήσιο βλέμμα του θόλωσε άπ' την συγκίνηση. Κι' οι αξιωματικοί του τον άκουσαν να ψιθυρίζει:
«Που πάτε, βρε παιδιά μου;... Άμιλλα θανάτου αρχίσατε;»
Δεν είναι ο στρατηγός, που μιλά την στιγμή εκείνη - είναι ένας πατέρας, που βλέπει με στοργή και περηφάνεια τους ήρωες, που έφτιαξε. Ανησυχεί γι' αυτούς.Αλλά δεν μπορεί ν' αρνηθή στον ταγματάρχη Λεωνίδα Σπαή την εύνοια, που έδειξε προς τον Ζέρβα. Είναι κι' οι δυό γενναίοι των γενναίων».
Οι δύο ταυτόχρονες αντεπιθέσεις, του Ζέρβα προς τ' αριστερά, του Σπαή προς τα δεξιά, αποτρέπουν τον άμεσο κίνδυνο. Οι Τούρκοι τρέπονται σε άτακτη φυγή - όσοι προφταίνουν να ξεφύγουν από τις σπάθες των ιππέων μας. Αλλ' η κατάσταση παραμένει σοβαρή - οι Τούρκοι στέλνουν ενισχύσεις. Και τότε ακούγεται ένας τρομερός θόρυβος. Στα μετόπισθεν έχουν πληροφορηθεί, ότι το στρατηγείο έπεσε σ'ενέδρα και τρέχουν, όσο μπορούν πιο γρήγορα. Το πεζικό, όμως αργεί. Κι ο ταγματάρχης Μάρκος Δράκος διατάζει τους πυροβολητές του να προχωρήσουν με ταχύτητα επέλασης - τα πυροβόλα τα έσερναν άλογα - την εποχή εκείνη. Και,ξεπερνώντας τους πεζούς, φθάνει πρώτος στο πεδίο της μάχης. Ο Σπυρόπουλος αναπνέει μ' ανακούφιση, αλλ' ο Ιωάννου γίνεται έξω φρενών:
- Πέστε σ' αυτόν τον τρελό να μη ρίξει, ορύεται. Θα μου τους διώξει τους Τούρκους... Τους θέλω ζωντανούς, μωρέ.
Αλλ' ο Δράκος κάνει πως δεν ακούει. Οι άνδρες του, πριν ακόμη ξεζέψουν τα πυροβόλα τους, αρχίζουν ομαδικά πυρά. Οι Τούρκοι συντρίβονται κι υποχωρούν,καταδιωκόμενοι από τους εξαγριωμένους ιππείς μας, που θερίζουν κεφάλια σαν στάχια. Η προέλαση συνεχίζεται με καινούργια ορμή κι ο Στρατός μας μπαίνει στο Κιρκ Αγάτς.
Οι Κεμαλικοί ήταν τόσο βέβαιοι, ότι θα εξόντωναν το στρατηγείο του Ιωάννου,ώστε έτρεξαν ν' αναγγείλουν το... χαρμόσυνο γεγονός, ενώ η μάχη συνεχίζεται ακόμη. Και θρασύδειλοι, όπως ήταν πάντοτε, εκείνοι, που δεν τολμούσαν να σηκώσουν κεφάλι, ξεχύθηκαν στους δρόμους του Κιρκ Αγάτς, τράβηξαν τα μαχαίρια τους κι άρχισαν να απειλούν θεούς και δαίμονες, ενώ οι Χριστιανοί έτρεχαν να διπλομανταλωθούν και να θρηνήσουν τη συμφορά. Κι όταν οι στρατιώτες μας μπήκαν στο χωριό, το βρήκαν τελείως έρημο. Οι Τούρκοι είχαν φύγει αλλ' οι Χριστιανοί παρέμεναν κρυμμένοι, πιστεύοντας ότι, τα ποδοβολητά, που ακούγονταν στο καλντερίμι, ήταν Τσέτες.
Έξαφνα, μια καμπάνα κτύπησε κι ο ήχος της ακούστηκε σαν χαρούμενο λαχτάρισμα -μια φωνή βροντερή αντήχησε: «Ήρθαν οι Έλληνες, μωρέ χωριανοί...» Για πότε το έρημο χωριό μεταβλήθηκε σε χαρούμενο πανηγύρι; Για πότε οι τρομοκρατημένοι Χριστιανοί ξεχύθηκαν στους δρόμους; Οι παπάδες έτρεξαν να φορέσουν τ' αμφιά τους και βγήκαν ψάλλοντας «Τη Υπερμάχω». Οι γυναίκες άρπαξαν την Παναγία απ' τα εικονοστάσια και βγήκαν να προϋπαντήσουν τον Στρατό μας. Μια καινούργια πατρίδα είχε ξεπεταχθεί ξαφνικά μέσα στα βάθη της Ανατολής, μπρος στους κατάπληκτους Τσολιάδες μας, που δεν μπορούσαν να πιστέψουν στα μάτια τους - αυτός ήταν ο «αποικιακός πόλεμος», όπως βρέθηκαν χείλη ελληνικά να χαρακτηρίσουν τη μικρασιατική εκστρατεία.


Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΥΠΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟ ΜΑΝΔΥΑ- 
Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ







Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2012

ΣΤΡΑΤΗ ΜΥΡΙΒΗΛΗ: Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ



Ο  ΜΠΑΛΑΦΑΡΑΣ ΣΤΙΣ ΓΡΑΜΜΕΣ



ΣΤΙΣ ΔΕΚΑ ΤΟ ΠΡΩΙ σήμερα μες στη ζέστη, είχαμε μιαν ανεπιθύμητην επίσκεψη. Έτσι του κατέβηκε του Μπαλαφάρα [1] να πάρει το επιτελείο του και νάρθει να επιθεωρήσει τον τομέα. Καταπόδι του ο Κοντούλης, ο ταγματάρχης του Μηχανικού, ο Πολίτης, ο δραγουμάνος του, ο γάλλος αξιωματικός του τομέα, κι ο λοχαγός μας φυσικά. Ο Μπαλαφάρας κάνει αυτές τις επίδειξες της παλικαριάς του δίχως κάσκα στο κεφάλι, με όλα τα χρυσαφικά στους ώμους και στο πηλίκιο. Όποτε τόνε χτυπήσει η λόξα παίρνει σβάρνα τα χαρακώματα, μέρα μεσημέρι, να δει « πως τα περνούν τα παιδιά του ». Η επιδειχτική περιφρόνηση αυτού του ανθρώπου προς το θάνατο είναι άλλο πράμα. Περπατά μες στο χαράκωμα με όλη την ησυχία του, μεγάλος κι αλύγιστος σαν πύργος, μ' ολάκερο το κεφάλι έξω από το προπέτασμα. Πάει κορδωμένος σαν σε παρέλαση. Δεν ξέρει κανείς τι να του θαμάξει. Την παλαβάδα ή την παλικαριά. Εννοείται πως κ' οι φουκαράδες οι αξιωματικοί που σέρνει μαζί του δεν κοτάνε να βγάλουν τσιμουδιά ενάντια σ' αυτές τις ανακεφαλιές. Τον ακολουθάνε λοιπόν και με την ψυχή στο στόμα αναγκάζουνται να περπατάνε κι αυτοί ολόρτοι και τεντωμένοι μέσα στην μπούκα του Περιστερίου.
Ο γάλλος αξιωματικός του τομέα μας γίνεται έξω φρενώ γι' αυτές τις ανισορροπίες, γιατί ξεσπούνε στην καμπούρα μας. Οι παρατηρητές απ' αντίκρυ διακρίνουν πολλές φορές το πηλίκιο του Μπαλαφάρα που αστραποβολά μες στον ήλιο με τα χρυσάφια του, τηλεφωνάνε στο πυροβολικό τους κι αρχίζει το γλέντι. Το χαράκωμα πολλές φορές γίνεται γης μαδιάμ από τις « γουρούνες ». Κι ο Μπαλαφάρας προχωρεί, σηκώνει αξιόπρεπα με τ' ανάστροφο του χεριού τις άκρες του μουστακιού του και προχωρεί.
— Δεν είναι τίποτα, λέει με την ξεσυρτή φωνή του που τονίζει όλες τις συλλαβές σα να τις επιθεωρεί. Είναι διεθνείς αβρότητες αυτές. Ο εχθρός τραβάει τιμητικές βολές προς τιμήν του Στρατηγού . . .
Αυτοί που τον συνοδεύουν είναι αναγκασμένοι να κάνουν πως γελούν μ' αυτά τ' αστεία, ο Θεός το ξέρει με τι λογής ανάκαρα. Μα πρέπει να δείξουν πως δεν πάνε παρακάτω στο κουράγιο, κι ας τους πάει πέντε κ' ένα. Το θάμα είναι πως ακόμα δεν του άγγισε τρίχα, μήτε μολύβι μήτε κανόνι. Τυχερός είναι, τ' αδιάκοπο περπάτημα είνα που τον κάνει «κινούμενο στόχο », δεν ξέρω. Αυτός μια φορά το πιστεύει πως δεν τόνε πιάνει το βόλι. Δεν λαβώθηκε ούτε στους Βαλκανικούς πολέμους που διοικούσε ένα τάγμα ευζωνάκια και τα ξέκαμε όλα σχεδόν σε μιάν επίθεση με τη λόγχη στο Μπιζάνι.
— Ο χάρος κυνηγά κείνους που τον αποφεύγουν, λέει. Είναι σαν τις ξεσκολισμένες κοκότες . . .
Αυτό λοιπόν το πανηγύρι των « τιμητικών βολών » τόχαμε και σήμερα με τον ερχομό του Μπαλαφάρα. Τον πήρανε μυρουδιά απ' αντίκρυ κι αρχίσανε βζζ-μπραγγ ! βζζ - μπραγγ ! να βαράνε το φτωχό μας χαράκωμα. Ο λοχαγός πρόλαβε, μόλις είδε τον Μπαλαφάρα, και διάταξε τους άντρες να τρυπώσουν όλοι στ' αμπριά. Μια στιγμή σκάει μια οβίδα έξω από το προκάλυμμα του χαρακώματος, στο μέρος του Στρατηγού. Μια πάξα της πήγε και χώθηκε σ' ένα γεώσακο και τίναξε χώματα πάνω στο πηλίκιο του.
Όλοι της συνοδείας του γένηκαν άσπροι σάν πανί. Ο Μπαλαφάρας σταμάτησε να μαλώσει αντίκρυ τους Βουλγάρους.
— Μα τ' είν' αυτά ! τ' είναι τώρ' αυτά ! Αυτό καταντά ασέβεια προς τους ανωτέρους !
Έβγαλε το πηλίκιο, το φύσηξε, το τίναξε με το νύχι από τον άμμο που τρύπωσε στάα χρυσά του κορδόνια κ'είπε στον υπασπιστή του ήσυχα - ήσυχα :
— Άιντε κάνε μου τη χάρη, κύριε υπασπιστά, πούσαι πιο σβέλτος και πιο νέος, να πεταχτείς μια στιγμή έξω από το χαράκωμα, να μου πάρεις κείνο το μεγάλο κομμάτι από το βλήμα, να δούμε . . . τι διαμετρήματος ήταν η λεγάμενη !
Αυτό πια ήταν που ήταν.
Οι αξιωματικοί κέρωσαν, κοιτάχτηκαν απελπισμένοι, κι ο υπασπιστής ο καημένος χαιρέτησε σαν τους Ρωμαίους μονομάχους και τοιμάστηκε να πηδήξει έξω. Για καλή του τύχη πετάχτηκε στη μέση ο γάλλος αξιωματικός. Με σεβασμό, μα και με ζωηρόν τόνο υπόδειξε στο Στρατηγό πως απαγορεύεται αυστηρά από τη Στρατιά να εκτίθεται έτσι άσκοπα η ζωή των στρατιωτικών, και πως θ' αναγκαστεί ν' αναφέρει όπου πρέπει αυτά που βλέπει εδώ σ' εμάς.
Ο Μπαλαφάρας τόνε χάιδεψε στη ράχη με τη χερούκλα του. — Καλά ντέε ! Δεν είπαμε δα, μον καμαράντ, και να χαλούμε καρδιές ! — και διάταξε τον αλλοσούσουμον από την τρομάρα του κύριο Πολίτη να μεταφράσει στο φραντσέζο αξιωματικό τα λόγια του, που τα συνόδευε με επεξηγηματικές χειρονομίες.
— Πες του, παιδί μου, πως εμείς οι Ρωμιοί, κι αυτοί εκεί αντίκρυ — οι λεβέντες — είμαστε παλιοί γνώριμοι και δεν παρεξηγιούμαστε. Δεν έχουμε συνόριση, πως ! Είναι παλιοί μακαντάσηδες, ντεζ ανσιέν κοννεσάνς, κομμάν !
Από την επίσκεψη του Μπαλαφάρα δεν είχαμε ευτυχώς κανένα θύμα. Μονάχα ένας λαβώθηκε στο μάτι από ένα λιθάρι που του σφεντόνισε η έκρηξη. Το κανονίδι βάσταξε ωστόσο όλο τ' απόγεμα. Όλη τη νύχτα ο λόχος, βλαστημώντας γενεές δεκατέσσερεις όλο το σόι του Μπαλαφάρα, ξημερώθηκε ξαναφκιάχνοντας τα χαλάσματα και καθαρίζοντας τα χώματα.



Έλληνες στρατιώτες γιορτάζουν
τη μεγάλη νίκη του Σκρα
ΕΝΑ ΚΡΥΦΟ ΚΑΡΔΙΟΧΤΥΠΙ που είχα όσο βαστούσε το κανονίδι ! Σα νύχτωσε πήγα και γω σέρνοντας το πόδι μαζί με τους άλλους στα έργα. Τράβηξα πέρα, στην άκρη του χαρακώματος. Εκεί που είναι η έβγαση των συρματοπλεγμάτων, κλεισμένη με τον αγκαθωτόν αχινό. Πήγα ψαχουλεύοντας στο μέρος που το χαράκωμα σηκώνεται όλο με γεώσακους. Εκεί. Στον τόπο που σερνόμουνα, κάθε φορά που μπορούσα, σαν κλέφτης και σαν εραστής, που άπλωνα το μπράτσο πίσω από έναν γεώσακο, έκλεινα τα μάτια και με κρυφό αναγάλλιο χάιδευα με τις ρώγες των δαχτυλιώ μου το άνθος της μυστικής παπαρούνας.
Τό χαράκωμα ήταν σέ κείνο το μέρος χάρβαλο, οι σάκοι ξεκοιλιασμένοι, σκορπισμένοι παντού. Ένας σίφουνας σα να πέρασε και τάκαμε όλα γης μαδιάμ. Μήτε σημαδάκι από την παπαρούνα μου. Ο πόλεμος τη βρήκε, την τσαλαπάτησε μ' όλη του τη χτηνωδία. Πήγα πίσω στ' αμπρί. Διάβαζα ένα ποίημα του Γιγάντη κ' έκλαιγα.
Και δεν ήξερα αν έκλαιγα για το Γιγάντη ή για το φτωχό λουλούδι που πήγε να μου φυτρώσει πάνω σ' ένα χαράκωμα, αντίκρυ στα πυροβολεία του Περιστερίου.

Όμως ο Μπαλαφάρας, εκείνος γυρίζει πάντα γεμάτος χρυσάφια, χωρίς να παθαίνει τίποτα. Ευχαριστημένος, χοντρός και άτρωτος . . .
[1] Σαφέστατη αναφορά στο στρατηγό Δημήτριο Ιωάννου Διοικητή της Μεραρχίας Αρχιπελάγους.










ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ (1861-1927)

Γεννήθηκε στις 23/10/1861 στη  Λιβαδειά. Αποφοίτησε  από τη Σχολή των Ευελπίδων στις 25 Ιουλίου 1864 σαν ανθυπολοχαγός του Μηχανικού  . Με το βαθμό του λοχαγού έλαβε μέρος στην εκστρατεία υπό τον συνταγματάρχη Βάσσον για την απελευθέρωση της Κρήτης (1896)
Διετέλεσε επιτελάρχης του   Στρατού Ηπείρου (1912) υπό τον Αντιστράτηγο Σαπουντζάκη. Στη μάχη για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων έλαβε μέρος σαν διοικητής αποσπάσματος αποτελούμενο από τέσσερα τάγματα ευζώνων. Διορίστηκε διοικητής της  9 Μεραρχίας  και παρέμεινε επικεφαλής μέχρι το Κίνημα της Εθνικής Άμυνας .Προσχώρησε στους επαναστάτες και η Προσωρινή Κυβέρνηση του ανέθεσε τη συγκρότηση της Μεραρχίας Αρχιπελάγους, στη Μυτιλήνη.(Σεπτ.16-Απριλ. 17)
Το Μάιο του 1917 επικεφαλής της Μεραρχίας Αρχιπελάγους πολέμησε   στο τομέα του Μοναστηρίου ,πήρε μέρος στην εαρινή επίθεση της 1ης Ομάδας Μεραρχιών και κατέλαβε  την εξέχουσα του Σκρα Ντι Λέγκεν (17/30 Μαΐου)  .Τη στιγμή της ανακωχής με τη Βουλγαρία  κατείχε ήδη  τη γραμμή Βλαδιμήροβο -Μάκοβο. Με το τέλος του πολέμου διοίκησε για ένα μικρό διάστημα το Α Σώμα Στρατού  και τη Στρατιά της  Ηπείρου
Τον Μάρτιο 1920 παρέλαβε   τη Διοίκηση του Σώματος Στρατού Σμύρνης και πήρε  μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις που ξεκίνησαν   στις 9 Ιουνίου.
Μετά τις πολιτικές εκλογές του 1920 στις οποίες ηττήθηκε η Βενιζελική παράταξη  και ήταν απλά θέμα χρόνου η επιστροφή του Βασιλιά Κωνσταντίνου από την εξορία , ο Ιωάννου εγκατέλειψε τη διοίκηση της Μονάδας του και έφυγε για τη Κωνσταντινούπολη , που αποτελούσε τότε  τόπο συγκέντρωσης των δυσαρεστημένων, από το εκλογικό αποτέλεσμα, Ελλήνων αξιωματικών .
Ήταν παρ΄όλα αυτά ένας γενναίος και έντιμος στρατιώτης σταθερός στις ιδέες του . Χαρακτηριστικές πτυχές του χαρακτήρα και της προσωπικότητάς του γενικότερα καταγράφονται με μάλλον θετική διάθεση από τον Στρατή Μυριβήλη  στο :"H Ζωή εν Τάφω"
Πέθανε πάμπτωχος στα 1926 αφήνοντας πίσω του μια αδελφή, της οποίας η άθλια οικονομική κατάσταση έγινε αντικείμενο συζήτησης στη Βουλή των Ελλήνων.  

Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2012

M. BARDECHE : Ο ΕΣΘΟΝΙΚΟΣ ΦΑΣΙΣΜΟΣ


1. Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ  ΕΣΘΟΝΙΑ
Όπως στη Λετονία, η βάση που γέννησε  έναν αυτόνομο φασισμό αποτελείτο από πρώην αντιμπολσεβίκους πολεμιστές. Πραγματικά στα 1919, οι Εσθονοί  είχαν πολεμήσει σκληρά εναντίον των κομμουνιστικών στρατευμάτων που προσπαθούσαν να καταλάβουν τη Χώρα τους.
Κάτω από τη διοίκηση του στρατηγού Laidoner , τα ελεύθερα σώματα που  οργανώθηκαν βιαστικά , είχαν απωθήσει τους Ρώσους  και είχαν σώσει την ανεξαρτησία που πρόσφατα είχαν κατακτήσει. Δυνάμεις Εσθονών είχαν στη συνέχεια υποστηρίξει τους Λετονούς στον αγώνα τους ενάντια στους Γερμανολευκορώσους  του φον Γκολτς υποστηριζόμενοι αυτή τη φορά ,από ένα φινλανδικό σώμα εθελοντών , τους οποίους  από φυλετική άποψη θεωρούσαν   αδέλφια τους.
Μετά την απόκτηση της ανεξαρτησίας τους , εγκάρδιοι δεσμοί ένωναν  το Ελσίνσκι με το Ταλίν (Πρωτεύουσα της Εσθονίας)ενώ κατέστη ενεργή μια αμυντική στρατιωτική συμμαχία με τη Λετονία . Με εξαίρεση αυτή τη τελευταία χώρα, το γερμανικό στοιχείο  δεν ήταν πολυάριθμο και με επιρροή  στην Εσθονία και εδώ ο αριθμός των Εβραίων ήταν αμελητέος.
Το αγροτικό πρόβλημα  δεν φαινόταν ανησυχητικό  και η οικονομική κατάσταση της χώρας  ήταν σχετικά ανθηρή. Ο προσανατολισμός της πολιτικής και εμπορικής της ζωής ήταν στραμμένη ξεκάθαρα προς τις σκανδιναβικές χώρες και τη Μεγάλη Βρετανία.
Όλα αυτά λοιπόν,  με ομαλές συνθήκες   όφειλαν να οδηγήσουν σε μια αρκετά ταχεία προσαρμογή στους κανόνες της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας  αν δεν λαμβάνονταν  υπόψη  τα προβλήματα που έθετε η απειλητική γειτονία  της Σοβιετικής Ένωσης.
Ανέκαθεν  υπήρχε ο φόβος ότι επιβουλευόταν την ελευθερία της Εσθονίας με σκοπό να αποκτήσει  ξανά μια ευρεία πρόσβαση  στη Βαλτική, κάτι που αποτελούσε σταθερή επιδίωξη της ρωσικής πολιτικής όλων των καθεστώτων.
Εξ αιτίας αυτής της απειλής , και για να αντιμετωπισθεί  ένας επικίνδυνος ελιγμός της εσωτερικής αντίδρασης , παλαιοί πολεμιστές του 1919  και νεαροί εθνικιστές είχαν παραμείνει συσπειρωμένοι  στο "Σύνδεσμο μαχητών   των Ελευθέρων Σωμάτων (WABSE) που εμψύχωνε ο εθνικός ήρωας , στρατηγός Laidoner. Μια αιματηρή εξέγερση των  μπολσεβίκων στο Ταλίν, απέδειξε ότι εκείνος ο κίνδυνος  κάθε άλλο.παρά ανύπαρκτος ήταν.
Κάτω από αυτή τη Διοίκηση , ο  WABSE υπήρξε αρχικά  ένα κίνημα πρωταρχικά  εθνικιστικό και συντηρητικό με μια όψη ξεκάθαρα παραστρατιωτική.
Οι οπαδοί του σχημάτιζαν  ένα είδος πολιτοφυλακής , έτοιμη να ενισχύσει το στρατό σε περίπτωση ρωσικής εισβολής ή κομμουνιστικού πραξικοπήματος, δίχως να ανακατεύονται υπερβολικά στα πολιτικά προβλήματα. Ενώ ο WABSE θα παραμείνει μια ομάδα σχετικά μετριοπαθής , ένας ορισμένος αριθμός των βαθμοφόρων του , πολύ πιο εξτρεμιστές, οργάνωνε ένα σχηματισμό ξεκάθαρα Φασιστικό: το "Εθνικό μέτωπο εργασίας."
Το Εθνικό Μέτωπο είχε τεθεί κάτω από τη Διοίκηση ενός γνωστού στρατιωτικού  πρώην υπαρχηγού του Laidoner στη διάρκεια  του πολέμου της ανεξαρτησίας, του στρατηγού Larka. Ο αρχηγός της Νεολαίας του Μετώπου ήταν  ο φοιτητής Αrtur Sirk,  ιδεολόγος  και οργανωτής του κινήματος, που έφερε σε πέρας μια άρτιας εργασίας διείσδυσης ταραχοποιών στοιχείων  μεσα στο WABSE.


Jüri Uluots(1890-1945)
Την ώρα που το Μέτωπο επιχειρούσε μια σκληρή μάχη ενάντια στο Πρόεδρο Päts και πάνω από όλα ενάντια στους αντιπροέδρους Κarl Selter και Jüri Ulüots, τους οποίους κατηγορούσε για υπερβολικό ενδοτισμό απέναντι στη Μόσχα, τα στελέχη του εξασφάλιζαν διευθυντικές θέσεις στα πλαίσια του WABSE.
Τελικά με την εκτόπιση του Laidoner, o στρατηγός Larka , κατέστη ο μοναδικός αρχηγός της ισχυρής παραστρατιωτικής οργάνωσης. Ο Artur Sirk την προίκισε με μια ιδεολογία φασιστικού τύπου που απέβλεπε σε ένα Συντεχνιακό Κράτος , σε μια συμμαχία τόσο με το λετονικό Σταυρό του Κεραυνού όσο και με τη Φινλαδία καθώς επίσης και σε μια πολιτική προσέγγισης με τη Γερμανία (αρχή κάνοντας από το 1933)
Ο Sirk και o Larka έτρεφε την ελπίδα ότι το καινούριο 3ο Ράιχ θα αναλάμβανε πολύ σύντομα μια σταυροφορία εναντίον του Μπολσεβικισμού και επιθυμούσαν σ΄αυτή, να συμμετάσχει ενεργά και η Εσθονία. Αντίθετα οι Laidoner και Päts που θα έκαναν οτιδήποτε για να αποφύγουν τον κίνδυνο σύγκρουσης , δεν μπορούσαν να κάνουν άλλο, πέρα από το να αντιμετωπίσουν αμετάκλητα εχθρικά, τα σχέδια του WABSE.
Το WABSE πραγματοποιούσε στο εσωτερικό , μια σκληρή μάχη ενάντια στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα το οποίο κατηγορούσε ότι ήταν υπερβολικά ανεκτικό στις κομμουνιστικές επιρροές και επίσης για το γεγονός, ότι είχε δημιουργήσει ένα Αντιφασιστικό Μέτωπο που στρεφόταν εναντίον του.
Οι βίαιες συγκρούσεις ανάμεσα σε φασίστες ακτιβιστές και στρατευμένους σοσιαλιστές δεν άργησαν να ανησυχήσουν τον Päts που παρ΄όλα αυτά είδε στις συγκρούσεις αυτές, ένα εξαιρετικό μέσον να υλοποιήσει τα όνειρά του για προσωπική εξουσία. Αφού διόρισε το Laidoner αρχηγό του Γενικού Επιτελείου του Στρατού , ο Päts στις 12 Μαρτίου 1934 , με τη συμπαράστασή του , έκανε πραξικόπημα , εξαγγέλλοντας τη διάλυση της Κυβέρνησης και των πολιτικών Κομμάτων ,συμπεριλαμβανομένου και του WABSE
Ο Στρατηγός Larka αρνούμενος να να δεχθεί τη διάλυση του WABSE προετοίμασε αμέσως ένα άλλο πραξικόπημα αυτή τη φορά ενάντια στο καθεστώς Päts παρά το γεγονός ότι αυτό το τελευταίο είχε πολλαπλασιάσει τις αντικομμουνιστικές δηλώσεις και είχε εξαγγείλει τη δημιουργία ενός αυταρχικού Κράτους.
Τον Δεκέμβριο του 1935 , οι στρατευμένοι του WABSE επετέθησαν σε δημόσια κτήρια του Ταλίν , και προσπάθησαν να καταλάβουν το προεδρικό μέγαρο και τη Ραδιοφωνία.
Η επιχείρηση είχε προετοιμαστεί με τρόπο αρκετά πρόχειρο και η αδυναμία αυτή συνέβαλε αποφασιστικά στο να καταστήσει περισσότερο δύσκολη την αποστολή των εξεγερμένων.
Όμως η προσωπική φρουρά του Päts απωθεί τις πρώτες επιθέσεις επιτρέποντας στο Laidoner να κινητοποιήσει τις μονάδες στρατού και της αστυνομίας που παρέμεναν πιστές. Μετά από κάποιες συμπλοκές , οι σχηματισμοί του στρατηγού Larka κυκλωμένες και με κίνδυνο να καταστραφούν , υποχρεώνονται να παραδοθούν και να συνθηκολογήσουν.Το αποτυχημένο πραξικόπημα είχε προκαλέσει ελάχιστα θύματα..
Στο κόμμα ασκήθηκε τότε μια σκληρή καταπίεση , ενώ αρκετοί από τους αρχηγούς του αναχώρησαν για τη Γερμανία και την Φινλανδία.
Στα 1936 ο Päts ψηφίζει ένα καινούριο Σύνταγμα και επανεκλέγεται θριαμβευτικά συνεχίζοντας μια εξωτερική πολιτική λίγο ή πολύ καιροσκοπική.
Στο εσωτερικό της Εσθονίας , το WABSE διαλυμένο και υπό διωγμό από την αποτελεσματικότατη αστυνομία του Päts, αρνιόταν παρ' όλα αυτά να καταθέσει τα όπλα. Στις τάξεις του Στρατού σχηματίζονταν δραστήριοι σχηματισμοί φασιστικών πυρήνων που προετοίμαζαν τη πτώση του Päts . Αξιωματικοί όπως ο συνταγματάρχης Victor Koern , ο αντισυνταγματάρχης Alfons Rebane και ο ταγματάρχη Hans Hirvelaan , προσχωρούσαν στις Φασιστικές στρατιωτικές εστίες αποφασισμένοι να πάρουν τη ρεβάνς για το αποτυχημένο πραξικόπημα του 1935.
Άλλες ομάδες κάτω από τη διεύθυνση του Hjalmar Mäes προσπάθησαν με μεγαλύτερη η μικρότερη επιτυχία να εμφυτεύσουν ταραχοποιά στοιχεία σε πολιτικούς και Κυβερνητικούς τομείς της χώρας και ειδικά στις δυνάμεις της αστυνομίας του καθεστώτος.
 
ΙΙ Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ Ε.Σ.Σ.Δ

Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΟΥΚΡΑΝΙΑ - 3


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ 
Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ


Στην άλλη πλευρά , η Μπολσεβίκικη Κυβέρνηση έχει απόλυτη συναίσθηση των κινδύνων που την απειλούν. Περιτριγυρισμένη από εχθρούς. η Επανάσταση εξακολουθεί να κινδυνεύει θανάσιμα [1]



Στις αρχές του 1919 στο ανατολικό τμήμα της χώρας βρισκόταν ο στρατός του Κόλτσακ που κατείχε την γραμμή του μετώπου Πέρμι-Όρσκ. Ο στρατός των λευκών κοζάκων στα Ουράλια στρατοπέδευε κοντά στην πόλη Ουραλσκ και κατείχε το Γκούριεφ . Οι λευκές στρατιές του Ντενίκιν βρίσκονταν σε πλήρη ετοιμότητα στον ποταμό Τέρεκ , είχαν καταλάβει το Νόβοτσερκασκ , το Ροστώφ του Ντον, την Γιούζοφκα και άλλα σημεία του Ντονμπάς. Τα στρατεύματα της Αντάντ και της αντεπαναστατικής κυβέρνησης της Ουκρανίας (το λεγόμενο Διευθυντήριο) παίρνοντας την Ουκρανία οχυρώθηκε στην γραμμή Χερσώνας –Νικολάεφ-Ζιτομίρ-Κόροστεν. Οι λευκοί Λεττονοί βρίσκονταν στη γραμμή Σάβλι-Μιτάβα , τα στρατεύματα του Γιουντένιτς και οι λευκοί Εσθονοί στη γραμμή Βόλμαρ-Νάρβα, σκοπεύοντας να επιφέρουν το χτύπημά τους στην Πετρούπολη. Οι λευκοί Φιλλανδοί , οι επεμβατιστές, οι λευκοφρουροί , κατέχοντας τις βόρειες περιοχές της χώρας , ετοιμαζόντουσαν να χτυπήσουν την Πετρούπολη, τη Βόλογντα και την Κότλας. Οι επεμβατιστές κυριαρχούσαν επίσης στις πόλεις Κρασνοβότσκ, Μπατούμ, Νοβοροσίσκ , Σεβαστούπολη και Οδησσό .[2]


Τα μέχρι τώρα αποτελέσματα των δυνάμεων της επέμβασης στη πορεία των πολεμικών επιχειρήσεων είναι δυσανάλογα των μέσων που διατίθενται. Η διαφοροποίηση των μυστικών σκοπών και επιδιώξεων των συνασπισμένων εχθρών,   αποσυντονίζει το γενικότερο σχεδιασμό και αυτό επιτρέπει στην επανάσταση « ανάσες» που την κρατούν στην ζωή. Χωρίς ένα ισχυρό πολιτικό-στρατιωτικό Κέντρο οι δυνάμεις της επέμβασης περιφέρουν τις υποχρεώσεις τους ο ένας στους ώμους του άλλου και τελικά διαμαρτύρονται γιατί  κανείς δεν κάνει τίποτα. Στα παλιά προβλήματα δεν αργούν να προστεθούν καινούργια. Oι Πολωνοί, πιστοί χωροφύλακες των Γάλλων που θα κατηφόριζαν στο πλευρό των αντιμπολσεβικικών δυνάμεων προς τη Μαύρη θάλασσα ανακαλύπτουν ότι οι Λευκοί αντεπαναστάτες , είναι περισσότερο επικίνδυνοι από τους Κόκκινους μπολσεβίκους και αποφεύγουν με διάφορα προσχήματα μια ουσιαστική συνεργασία. Η ιδέα της «Międzymorze Federation» [3] εγκαταλείπεται σε αναζήτηση πολιτικων περισσότερο ρεαλιστικών. ..................
Για τους Μπολσεβίκους η ανάκτηση της Ουκρανίας , της μεγάλης αυτής σιταποθήκης έχει κεφαλαιώδη σημασία και για τον σκοπό αυτό τρεις στρατιές, του Κιέβου,του  Χαρκόβου και της Βινίτσης επιχειρούν να πνίξουν στο αίμα τους αυτονομιστές Ουκρανούς πριν στραφούν προς τις δυνάμεις της  Επέμβασης  που όπως δείχνουν τα πράγματα  πατούν γερά το πόδι στις βόρειες ακτές της Μαύρης θάλασσας.....
 Σε μια αδυσώπητη μάχη με τον χρόνο ο Τρότσκι, ο Καρνώ της μπολσεβίκικης Επανάστασης[4] αναζητά το τρόπο που θα του επιτρέψει  να συντρίψει τους εχθρούς που επιχειρούν τον κυκλώσουν    καθ ένα χωριστά, πριν προλάβουν να ενωθούν σε κοινό μέτωπο εναντίον του. Έχοντας στη διάθεση του υπερτριπλάσιες δυνάμεις από εκείνες του εχθρού , ειδικά στο Νότο, κάτι τέτοιο φαίνεται απόλυτα εφικτό. Δεν είναι μόνο η υπεροχή σε έμψυχο υλικό. Το γνωστό σαν θωρακισμένο τραίνο του Τρότσκι περισσότερο από στρατιωτική είναι μια πολιτική μηχανή, ένα αποτελεσματικό κέντρο που παράγει πέρα από επιτελικά σχέδια , προπαγάνδα στην αποτελεσματικότερη μορφή της........ Οι μπολσεβίκοι έχουν κατανοήσει την τεράστια δύναμη που κρύβουν μέσα τους οι σύγχρονες τεχνικές για τον έλεγχο και καθοδήγηση των μαζών [5] και από την πρώτη στιγμή επιχειρούν να εκμεταλλευτούν κάθε δυνατότητα.




Είναι αποδεδειγμένο ότι το πιο προσιτό και αποτελεσματικό ιδεολογικό-διαφωτιστικό μέσο επηρεασμού είναι η ζωντανή επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων. Με γνώμονα τη διαπίστωση αυτή , οι μπολσεβίκοι αξιοποίησαν στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τη ζωντανή επαφή με τους ξένους στρατιώτες και ναύτες σε καφενεία και εστιατόρια, στους δρόμους, κλπ. Επίσης διαφωτιστικό υλικό διαδιδόταν σε συναρτήσεις με ξένους στρατιώτες και ναύτες σε διάφορα σπίτια. Αλλά και οι ίδιοι οι Γάλλοι στρατιώτες και ναύτες διέδιδαν μπολσεβίκικο διαφωτιστικό υλικό. Μάλιστα, ένας Γάλλος φαντάρος άφησε πάνω στο γραφείο του συνταγματάρχη του την εφημερίδα Le Communiste.[6] 

Μουράλοφ (αριστερά) με το Τρότσκι στα 1923
Από μόνη της  η ιδεολογική κατήχηση δεν είναι αρκετή .Χρειάζεται να  εμπεδωθεί σε όλα τα επίπεδα η στρατιωτική πειθαρχία.  Ο Τρότσκι, δεν παραγνωρίζει τον αποτελεσματικό ρόλο του περιστρόφου στα χέρια του αποφασισμένου πολιτικού επίτροπου.



Δεν μπορούμε να ελπίζουμε στη διατήρηση της πειθαρχίας αν δεν υπάρχουν περίστροφα. Συνιστώ στους Συντρόφους Μουράλοφ και Πόζερν να κατασχέσουν τα περίστροφα όσων δεν υπηρετούν στο Μέτωπο. 

Είναι η πιο δύσκολη στιγμή της επανάστασης . Είναι η εποχή που η καινούργια αλήθεια αποτελεί μονόδρομο και βγαίνει αποκλειστικά και μόνο μέσα από τις κάννες των όπλων. Είναι η εποχή που το δίκαιο του προλεταριάτου ταυτίζεται διαφεντεύεται και υπερασπίζεται μόνο μέσα από τον επαναστατικό άγραφο νόμο. ....................... 


Αναμνηστική φωτογραφία
λίγο πριν από την εκτέλεση
μπολσεβίκων στρατιωτών
Με κυρίαρχο στόχο την επικράτηση, λευκοί και κόκκινοι ανταγωνίζονται ο ένας τον άλλο στις φρικαλεότητες [7] και από τις 26 Απριλίου 1918 οι μπολσεβίκοι πρώτοι, προσθέτουν ένα ακόμη μέσο πίεσης: την αρχή της συλλογικής ευθύνης.
Δοκιμαστικά εφαρμόζεται σε ακραίες περιπτώσεις φόνων ληστειών και πράξεων απειθαρχίας . Οι υποστηρικτές του μέτρου και στα δύο στρατόπεδα  είναι πάρα πολλοί .Επιπλέον οι  εκτελέσεις των αντιπάλων παίρνουν χαρακτήρα "φιέστας" και η παρουσία σ υυτές  ένστολων και μη θεατών κρίνεται υποχρεωτική.

 Υποσημειώσεις 3ου Κεφαλαίου.
[1]  Πέρα από την πολεμική απειλή εξ ίσου επικίνδυνη είναι η πολιτική εκ μέρους μάλιστα των παλαιών συντρόφων. Στη Βέρνη της Ελβετίας οι Ευρωπαίοι σοσιαλιστές σύντροφοι,παρακολουθούν με ανησυχία όλα όσα διαδραματίζονται μέσα στην Ρωσία. Οι πολιτικές ζυμώσεις που πραγματοποιούνται στη Μόσχα προδικάζουν απρόβλεπτες πολιτικές εξελίξεις και αυτοί σε μια προσπάθεια να μειώσουν τις ιδεολογικές συνέπειες από την γέννηση μιας αναπόφευκτης 3ης Διεθνούς βιάζονται να νεκραναστήσουν την 2η εκείνη ακριβώς που«νικημένη από τον οπορτουνισμό» είχε μετατρέψει το Μαρξιστικό κέλευσμα «Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε» στο καθόλου κολακευτικό «Προλετάριοι όλων των χωρών σκοτωθείτε.» Η σοσιαλιστική ορθοδοξία γίνεται το μήλο της έριδος και από την μία και από την άλλη πλευρά και βαθαίνει το ιδεολογικό χάσμα ανάμεσα στους παλιούς συντρόφους σε τέτοιο βαθμό που ο Βρετανός Εργατικός MacDonald, θα διαπιστώσει όχι άδικα.«Η Δεύτερη Διεθνής είναι το μοναδικό μέσο αμύνης εναντίον του Μπολσεβικισμού πριν προσφύγει κανείς στη δύναμη των όπλων.». Παρά τις προσπάθειες η πραγματοποίηση της νεκρανάστασης της Δεύτερης Διεθνούς(3 Φεβρουαρίου) δεν θα τροχοπεδήσει τις εργασίες για την ανακήρυξη της 3ης που θα ξεκινήσουν στη Μόσχα στις 2 Μαρτίου. Η ίδρυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς αποφασίζεται δύο ημέρες αργότερα. Ο Gregory Zinoviev , ο συνταξιδιώτης του Λένιν στο σφραγισμένο τρένο του 1917 είναι ο πρώτος της πρόεδρος. Οι πρώτες πολιτικές θέσεις του Διεθνούς αυτού οργάνου αποκρυσταλλώνονται σε τρεις βασικούς άξονες.1) Αναπόφευκτη αντικατάσταση του Καπιταλιστικού συστήματος με το Κομμουνιστικό κοινωνικό σύστημα 2) Ανάγκη στροφής της προλεταριακής επαναστατικής δράσης για την ανατροπή των αστικών Κυβερνήσεων. 3) Καταστροφή του αστικού Κράτους και αντικατάστασή του από ένα προλεταριακό κράτος σοβιετικού τύπου ικανό να εξασφαλίσει την μεταβίβαση στην Κομμουνιστική κοινωνία.
[2] Ζούκωφ Αναμνήσεις και στοχασμοί Τόμος Α σελ 64
[3] Περισσότερο από ένα Εθνικό κράτος ο Józef Piłsudski ονειρεύεται και δεν το κρύβει μιά «Międzymorze Federation» ,μια ομοσπονδία κρατών ανάμεσα σε δύο θάλασσες, που πέρα από τη Πολωνία θα περιλαμβάνειτόσο τη Λιθουανία όσο την Λευκορωσία και την Ουκρανία. Στα πλαίσια αυτής της δυναμικής οι Πολωνοί συνεχίζουν πιο έντονες τις προσπάθειές τους προς κάθε κατεύθυνσηανιχνεύοντας τις μικρότερες αντιδράσεις. . Μεένοπλες ομάδες και μετρομοκρατικές πρακτικέςπολεμούν για την έξοδό τους στη Βαλτική και την προσάρτηση της ήδη σε ένα μεγάλο βαθμό κατεχόμενης Σιλεσίας . Διατηρώντας από τα μέσα Ιανουαρίουκάτω από τον έλεγχό τουςτην επαρχία του Πόζεν τώραδεν διστάζουν σε κάθε ευκαιρία να συγκρουστούν με τα υπολείμματα μονάδων του γερμανικού στρατού. και τις δυνάμεις των συνοριοφυλάκων (Grenzschutz) οι οποίες επιχειρούν να τους κλείσουν τον δρόμο. Οι Πολωνοί ονειρεύονται περίπατο αλλά η αντίσταση που συναντούν τους υποχρεώνει να πληρώνουν ακριβό τίμημα σε αίμα για κάθε μέτρο γης που καταλαμβάνουν. Πρόθυμοι να διευκολύνουν τον πολωνικό επεκτατισμό πάνω στα γερμανικά εδάφη οι νικητές, στις16 Φεβρουαρίουαξιώνουν από τηΚυβέρνηση Philipp Scheidemann να αναγνωρίσει τα πολωνικά στρατεύματα σαν μέρος του συμμαχικού στρατού. Στο περίφημο μνημόνιό του της 25 Μαρτίου 1919 ο Λόυδ Τζώρτζ καταγγέλλει τον κίνδυνο. «Η πρόταση της Πολωνικής Επιτροπής να υποτάξει 2.100.000 Γερμανούς σε ένα λαό που που κατά τη διάρκεια της ιστορίας του δεν απέδειξε ποτέ την ικανότητά του να αυτοκυβερνηθεί ,θα οδηγήσει κατά την άποψή μου, αργά ή γρήγορα σε πόλεμο πάνω στην Ευρώπη.» Η ανακωχή που επιβάλλεται στις25 Μαΐου 1919 κάνει το έργο των Πολωνών πολύ πιο εύκολο και βαθαίνει το μίσος ανάμεσα στους δύο λαούς.
[4] Στα 1796 ο Καρνώ οργάνωσε τον στρατό της Γαλλικής Δημοκρατίας. Ανάμεσα στις δύο αυτές επαναστάσεις, τη Γαλλική και τη Ρωσική οι θεαματικές αναλογίες δεν λείπουν αλλά αυτό δεν εμποδίζει την αστική βιβλιογραφία να υμνεί τη πρώτη και να καταδικάζει τη δεύτερη .
[5] Η προπαγάνδα από την πλευρά των λευκών ήταν στα σπάργανα και παρέμεινε τέτοια σε όλη τη διάρκεια του Εμφυλίου. Σχεδόν όλα τα φιλμ προπαγάνδας περιελάμβαναν σκηνές από στρατιωτικές επιθεωρήσεις και διαφημίζονταν οι παλιές ωραίες εποχές της προπολεμικής Ρωσίας που κανείς δεν επιθυμούσε την επιστροφή.Τα διδακτικού ενδιαφέροντος στιγμιότυπα περιελάμβαναν κάποιο βαθμοφόρο να καταδικάζει σε θάνατο μπολσεβίκους με τον φακό να καταγράφει αδιάλειπτα τη στιγμές της αγωνίας τους είτε στην κρεμάλα είτε στο εκτελεστικό απόσπασμα.Αντίθετα τα φιλμ των μπολσεβίκων απέβλεπαν στο να κερδίσουν τις συμπάθειες των θεατών έστω και με πρωτόγονα ευρήματα .Ένα από αυτά παρουσίαζε την ιστορία του ανώνυμου ρώσου ακτήμονα που τον αποσπούν με την βία από το σπίτι του και την οικογένειά του για να πάει στον πόλεμο και να χύσει το αίμα του για χάρη των καπιταλιστών . Ανάμεσα στα επεισόδια που περιέγραφαν τα παθήματά του εμφανιζόταν ένα χέρι που ανέμιζε ένα κνούτο σε λευκό φόντο και στο τέλος πάλι σε λευκό φόντο εμφανιζόταν μια μικρή κόκκινη κουκίδα που σιγά-σιγά μεγάλωνε και γέμιζε την οθόνη. Στο κέντρο εμφανιζόταν η πεντάλφα και η επιγραφή. Δώστε τα χρήματά σας, δώστε τη ζωή σας για ιερά ιδανικά της Σοβιετικής Δημοκρατίας. H.N.H Williamson: Farewell to the Don, J Day. New York 1971.
[6] Αυγιτίδης Προαναφερόμενο έργο σελ 238
[7] O Ivan Stenbock-Fermor που βρέθηκε να πολεμά στο πλευρό των αντεπαμναστατών στις ΄"Αναμνήσεις " του περιγράφει παραστατικά χαρακτηριστικά εγκλήματα εκδίκησης και αντεκδίκησης των αντιμαχομένων .Σε ένα χωριό των Κοζάκων τα γυναικόπαιδα γίνονται εύκολια λεία για τους απείθαρχους φυγάδες στρατιώτες που κατακλύζουν τα μετόπισθεν . Η δύναμη του ισχυρότερου που ενισχύεται από τη κατανάλωση οινοπνεύματος αμβλύνει τις συνειδήσεις και οι βιασμοί που ακολουθούν αποκορυφώνουν τη φρίκη. Φαίνεται όμως ότι η είδηση εξαπλώθηκε ταχύτατα στα γύρω χωριά και μέσα στην ίδια νύχτα Κοζάκοι επέδραμαν αιφνιδιαστικά εναντίον των εισβολέων ,τους οποίους έπιασαν κυριολεκτικά στον ύπνο. Δεν στάθηκε ιδιαίτερα δύσκολο να τους αφοπλίσουν και στη συνέχεια να τους δέσουν στη σειρά με τις πλάτες πάνω σε φράχτες. Οι γυναίκες κλήθηκαν να αναγνωρίσουν τους βιαστές τους και να αυτοδικήσουν αποκόβοντας οι ίδιες τα γεννητικά τους όργανα με αιχμηρά μαχαίρια. Οι πιο τυχεροί από τους στρατιώτες λιποθύμησαν και έτσι δεν είδαν πως τα πεινασμένα σκυλιά καταβρόχθιζαν με βουλιμία τα ακρωτηριασμένα μέλη, Ένα ακόμα ακραίο περιστατικό ωμής βίας έχει να κάνει με τη σύλληψη αντεπαναστατών από τη πλευρά των μπολσεβίκων . Αφού τους βασάνισαν τους υποχρέωσαν να σκάψουν τρύπες στο χώμα και στη συνέχεια τους έθαψαν σε όρθια στάση αφήνοντας έξω μόνο το κεφάλι. Στη συνέχεια οδήγησαν στο χώρο μια αγέλη από πεινασμένα γουρούνια. (Ivan Stenbock-Fermor MEMOIRS OF LIFE IN OLD RUSSIA,WORLD WAR I, REVOLUTION, AND IN MIGRATION Completed in Palo Alto, California,1976

Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2012

BERDECHE MAURICE: I FASCISMI SCONOSCIUTI .


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ:
I Fascismi sconosciuti
Οι άγνωστοι Φασισμοί (7)
Codreanu e la Guardia di Ferro
Ο Κοντρεάνου και η Σιδηρά Φρουρά (15)              
Le Croci Frecciate in Ungheria
Τα σταυρωτά βέλη στην Ουγγαρία (57)                      

I Fascismi baltici:
Οι Φασισμοί της Βαλτικής: 
Il Fascismo lettone : « La Croce del Tuono »
Ο λετονικός Φασισμός : «O σταυρός του Κεραυνού» (75)

Il Fascismo lituano: «I Lupi d'Acciaio » .
O λιθουανικός Φασισμός :«Οι σιδερένιοι λύκοι » (97 ) 
Il Fascismo finlandese: il Movimento di Lapua
Ο φινλανδικός Φασισμός:To κίνημα του Lapua (109) 

Un Fascismo nordico: Il destino di Quisling  
Ένας βόρειος Φασισμός: η  μοίρα του Quisling (121)

I piccoli Fascismi europei

Οι μικροί ευρωπαϊκοί Φασισμοί (141) 
Esiste un Fascismo arabo?
Υπάρχει αραβικός Φασισμός (179)
Documenti:
 Il Fascismo internazionale e la crociata contro il Bolscevismo                                                     
Ο διεθνής Φασισμός  και η σταυροφορία εναντίον του Μπολσεβικισμού.(187) 

Bibliografìa essenziale
Βασική Βιβλιογραφία (205)


Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΣΟΛΑΚΟΓΛΟΥ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ- ΕΝΕΡΓΕΙΑΙ ΜΑΣ ΑΠΟ 6ης ΑΠΡΙΛΙΟΥ Α' ΕΠΙΤΕΥΞΙΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΜΕ ΤΟΥΣ ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΥΟΥΣ

Την ττρωίαν της 6ης Αττριλίου 1941 (Κυριακή) το T.Σ.Δ.Μ επληροφορήθη εκ ραδιοφωνικής, το ττρώτον, εκπομπής και ακολούθως τηλεφωνικής με το Γενικόν Στρατηγείον εκπομπής την εκδήλωσιν της επιθέσεως της Γερμανίας εναντίον της Ελλάδος και της Γιουγκοσλαυίας.
Ως πρώτον μέλημα εθεώρησα την επιδίωξιν επιτεύξεως συνδέσμου και επικοινωνίας μετά των ομόρων Γ ι ο υγ κ ο σ λ α υ ϊ κ ώ ν Στρατιωτικών Αρχών προς ενημέρωσιν και συνεργασίαν. Την ττροσπάθειαν μας ταύτην ανεκοινώσαμεν εις το Γενικόν Στρατηγείον, όπερ συμφωνήσαν, παρεκάλεσε να το τηρώμεν ενήμερον επί των απόψεων και των πληροφοριών της γειτονικής Μεγάλης Μονάδος των Σέρβων.
Επετύχομεν τον σύνδεσμον από των ττρωινών ωρών μετά του Γιουγκοσλαυϊκού φυλακίου της Μονής του οσίου Ναούμ διοικούμενον τταρ΄ αξιωματικού, υποσχεθέντος να διαβιβάση ιεραρχικώς την ττρότασιν και επιθυμίαν μας περί επικοινωνίας και συνδέσμου, Εκ παραλήλου επεδιώξαμεν τον δια Φλωρίνης σύνδεσμον με τον Στρατιωτικόν Διοικητήν Μοναστηρίου, ον και επετύχομεν, αλλά ούτος ηννόει να επι­τύχη σύνδεσμον με την γειτονικήν Μεραρχίαν και την Στρατιάν ως μη γνωρίζων τους Σταθμούς Διοικήσεως τούτων.
Πάντως επροθυμοποιήθη να μεριμνήση αλλά δεν το κοτώρθωσεν.
Ηναγκάσθημεν όθεν να αποστείλωμεν περί την μεσημβρίαν της 6ης Απριλίου τον επιτελή μας επίλαρχον Βλάχον εις Μοναστήριον ίνα εκείθεν μεριμνήση ούτος δια τον απρόσκοπτον σύνδεσμον.
Την 1,30 ώραν της 7 Απριλίου επετεύχθη σύνδεσμος τηλεφωνι­κός της Σερβικής Στρατιάς, που είχε ως έδραν το Τέτκοβον (Καλκαντελέν) μετά του Αντιστράτηγου Παναγάκου, εδρεύοντος εις Φλώριναν , και μετά ημίσειαν ώραν επετεύχθη τηλεφωνική συνδιάλεξις του Αρ­χηγού του Επιτελείου της Σερβικής Στρατιάς κ. Αβακούμοβιτς μετά του Επιτελάρχου μου κ. Χρυσοχόου.
Ο Σέρβος στρατηγός ανεκοίνου ότι την 4.30 ώραν (καθ' ημάς 5.30 ώρα) θα εξεδηλουτο Γιουγκοσλαυϊκή επίθεσις εις τον Τομέα της Στρούγκας με αντικειμενικόν σκοπον την κατάληψιν του αυχένος Θαν. Υπέβαλεν την ευχήν και την παράκλησιν όπως επιτεθώμεν και ημεις εν τη κατευθύνσει Τσερβενάκια — Θαν δια να επιτευχθή η εκμηδένισις του εχθρού και ταυτοχρόνως να εκδηλωθή  η συμμαχική αλληλεγγύη . Εν τέλει ώστε προσωπικήν συνάντησιν των δύο Επιτελαρχών εις Θαν προς ρύθμισιν  της περαιτέρω δράσεως προς απόρριψιν του εχθρού εις την θάλασσαν.
Δεν θα ασχοληθώ με την απόλυτον αισιοδοξίαν του στρατηγού Αβακούμοβιτς οφειλομένην εις την πλήρη υποτίμησιν του εχθρού, ου­δέ θα σχολιάσω ότι ηγνόει ούτος την ανυπσρξίαν της Μεραρχίας Μο­ναστηρίου, ως θα ίδωμεν.
Θα εξάρω όμως την εύστοχον απάντησιν του Επιτελάρχου μου έχουσαν oύτω: «Καίτοι η μετάβασις εκ της αμυντικής διατάξεως εις επιθετικάς επιχειρήσεις απαιτεί πίστωσιν χρόνου, εν τοσούτω λό­γω της εξαιρετικής καταστάσεως και της υπάρξεως προμελετημένων σχεδίων επιθέσεως προς Τσερβενάκια και περαιτέρω προς την άνω  κοιλάδα του Σκούμπη, θα καταστή δυνατή η εξαπόλυσις της αιτου­μένης επιθέσεως μέχρι της μεσημβρίας σήμερον, της μιας Μεραρχίας μας και μέχρι των πρωινών ωρών της αύριον της ετέρας Με­ραρχίας μας. Η αναλαμβανομένη επίθεσις θα ενεργηθή κατ' ισχυρώς οργανωμένης εις μέγα βάθος Τοποθεσίας, προστατευομένης υπό διαδοχικών σειρών συρματοπλεγμάτων. Εν πάση περιπτώσει η προσπά­θεια των γιουγκοσλαβικών δυνάμεων θα έλαψρύνη τον αγώνα μας».
Τοιαύτη υπήρξε η συνεννόησις και αφού ενέκρινα τα υποσχεθέντα, εξεδόθησον διαταγαί σχετικώς, αφού προηγουμένως ειδοποιήθησαν οι Μέραρχοι και ο Διοικητής Πυροβολικού της Στρατιάς περί της επιχειρήσεως τηλεφωνικώς.
Συγχρόνως εγένετο η δέουσα σύστασις Όπως επιδειχθή εις τους νέους Συμμάχους η πλήρης αλληλεγγύη και η ζητουμένη αμέριστος συνδρομή μας.