Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

ΙΣΑΑΚ ΜΠΑΜΠΕΛ: ΤΟ ΑΛΑΤΙ

ΑΓΑΠΗΤΕ σύντροφε εκδότη. Θέλω να σας γράψω για το κακό που μας κάνουν οι ασυνείδητες γυναίκες. Βασίζομαι σ' εσάς που τριγυρνώντας στα μέτωπα του εμφύλιου πολέμου είχατε σημειώσει πως δε θα παραλείψετε το σταθμό Φαστόβ, αυτόν που βρίσκεται κάπου μακριά, πέρα από βουνά κι΄από  λαγκάδια. Για το σταθμόν αυτό που σας λέω, μπορεί να γράψει κανείς πολλά, μα — όπως λέμε στην απλή μας γλώσσα —εγώ θα σας γράψω μόνο για τα όσα είδα με τα μάτια μου. Εδώ κι' εφτά μέρες, μιαν ήσυχη κι' αξιοσημείωτη νύχτα, το δοξασμένο τραίνο του Ιππικού μας σταμάτησε εκεί, φορτωμένο με αγωνιστές. Όλους μας μας φλόγιζε ο πόθος να βοηθήσουμε στην κοινή υπόθεση. Τραβούσαμε γραμμή για το Μπερντίτσεβ. Όμως, βλέπουμε πως το τραίνο δεν εννοεί να το κουνήσει απ' τη θέση του. Οι μαχητές μας άρχισαν ν' ανησυχούν, να κρυφομιλούν μεταξύ τους — τί σημαίνει αυτή ή καθυστέρηση;
Ο λόγος αυτής της στάσης που καθυστερούσε την κοινή υπόθεση, ήταν μεγάλος —ήταν αυτοί οι μαυραγορίτες, αυτοί οι μισητοί εχθροί, που ανάμεσα τους ήταν κι' ενας αμέτρητος αριθμός γυναικών. Όλοι αυτοί κατάφεραν να ξεγελάσουν τη σιδηροδρομική αρχή, ξεχύθηκαν στο σταθμό, πιάστηκαν άφοβα από τα χερούλια του τραίνου, αυτοί οι μισητοί εχθροί, έτρεχαν πάνω στη σιδερένια στέγη, τριγύριζαν και φώναζαν, κι' ο καθένας τους βαστούσε στα χέρια του το περιζήτητο αλάτι [1] που έφτανε ως πέντε πούτια [2] στο κάθε τσουβάλι. Μα δε βάσταξε πολύ ο θρίαμβος αυτών των παραδόπιστων. H πρωτοβουλία των μαχητών που βγήκανε απ' τα βαγόνια έδωσε ευκαιρία στη σιδηροδρομική αρχή, αφού πρώτα βρίστηκε, να πάρει λίγη ανάσα. Μόνο οι γυναίκες με τα ταγάρια τους έμειναν εκεί. Από συμπόνια, οι μαχητές βόλεψαν μερικές απ' αυτές στα βαγόνια, άλλες πάλι τις άφησαν εξω. .
Το ίδιο και στο δικό μας βαγόνι, του δεύτερου λόχου, παρουσιάστηκαν δυο κοπέλες, κι' όταν χτύπησε το κουδούνι, μας ζύγωσε και μια παχιά γυναίκα μ' ένα μωρό στα χέρια:
—Αφήστε με, καλοί μου κοζάκοι, άρχισε να λέει. Όλο τον πόλεμο βασανίζομαι στους σταθμούς με το  μωρό στα χέρια, και τώρα θέλω να ιδώ τον άντρα μου, μα ειν' αδύνατο να ταξιδέψει κανείς με το τραίνο. Μπας και δεν τ' αξίζω, καλοί μου κοζάκοι;
— Άκουσε, γυναίκα, της λέω, ό,τι πει ο λόχος, αυτό θα ειν'  η τύχη σου.
Το λοιπόν, στράφηκα στο λόχο, και τους λέω πως η παχιά γυναίκα παρακαλεί να πάει στον άντρα της, εκεί που την περιμένει, με το μικρό που στ' αλήθεια κρατάει μαζί της.
— Ποιά είναι η γνώμη σας; Να την αφήσουμε ή όχι;
— Ασ' την! φωνάζουν τα παιδιά. Ύστερ' από μας δε θά θελήσει τον άντρα της ...
—Όχι, λέω μ' αρκετή ευγένεια, σέβομαι το λόχο, μ' απορώ ακούοντας από σας τέτοιες βαρβατίλες. Θυμηθείτε τη ζωή σας, κι'  εσείς είσαστε κάποτε παιδιά με τις μανάδες σας... Και τότε θα ιδείτε πως δεν κάνει να μιλάτε έτσι...
Οι κοζάκοι, αφού μίλησαν μεταξύ τους και είπαν τι πειστικός που είν' αυτός ο Μπαλμάσεβ, άφησαν τη γυναίκα να μπει στο βαγόνι. Εκείνη μπαίνει και μας γιομίζει μ' ευχαριστίες. Κι' ο καθένας τους, χτυπημένος στο φιλότιμο απ' τα λόγια μου, τη βοηθάει. Κι' όλο της λένε κάτι τέτοια:
Κάτσε, κυρά μου, στη γωνιά, και χάιδεψε το μωρό σου σα μάνα. Κανείς δε θα σ' αγγίξει, και θα φτάσεις στον άντρα σου, όπως το θέλεις. Βασιζόμαστε σε σένα και σ' όλες τις μανάδες πως θα μας μεγαλώσετε νέα γενιά, γιατί οι μεγάλοι γέρνουν και τα βλαστάρια είναι σπάνια. Είδαμε συφορές, κυρά μου, και στην πραγματική υπηρεσία και στην ανάπαψη μας. Η πείνα μας πάτησε, το κρύο μας έκαψε... Κάτσε δω, κυρά μου, χωρίς φόβο.
Με το τρίτο κουδούνι το τραίνο ξεκίνησε. Η όμορφη νύχτα μας σκέπασε σα σκηνή. Πάνω της ήταν τ' αστραφτερά αστέρια. Κι' οι μαχητές φέρνανε στη θύμηση τους τη νύχτα και τα πράσινα άστρα του Κουμπάν, κι' ήταν η σκέψη τούτη γρήγορη σαν πουλί. Οι ρόδες χτυπούν τα-τα-ράχ, τα-τα-ραχ...
Ύστερ' από ώρα, όταν η νύχτα παραχώρησε τη θέση της στην κόκκινη αυγή, με ζύγωσαν οι κοζάκοι που μ' έβλεπαν να κάθομαι άϋπνος κι' άκεφος.
— Μπαλμάσεβ, . μου λένε, γιατί είσαι γιομάτος από τόση πλήξη και κάθεσαι άϋπνος;
—Σας προσκυνώ, συναγωνιστές, και σας ζητώ συμπάθιο, μα, επιτρέψτε μου να πω δυο λόγια σ' αυτή τη γυναίκα...
Τρέμοντας σύγκορμα, σηκώνομαι απ' τη θέση που ήμουν ξαπλωμένος, κι΄ απ' όπου ο ύπνος, είχε φύγει σαν το λύκο μπροστά σ' ένα κοπάδι αγριεμένα σκυλιά, τη ζυγώνω, παίρνω απ' τα χέρια της το παιδί, σκίζω τις φασκιές του και τα κουρέλια του, και βγάζω ένα σωστό πούτι αλάτι!
— Να ένα περίεργο, μωρό, σύντροφοι, που δε ζητάει βυζί, που δε βρέχεται πάνω του, και δεν ξυπνάει τον κόσμο με τα κλάματα του...
—Να με σχωράτε, καλοί μου κοζάκοι, μπαίνει η γυναίκα στη μέση με μεγάλη ψυχραιμία, δε σας κορόιδεψα εγώ, η κακία μου σας κορόιδεψε...
—Ο Μπαλμάσεβ θα συχωρέσει την κακία σου, αποκρίνομαι στη γυναίκα, ο Μπαλμάσεβ δε σκοτίζεται γι αυτό , γιατί παίρνει τόσα, όσα έδωσε. Όμως κυρά, κοίταξε τους κοζάκους που σ' ανυψώσανε σαν εργαζόμενη μάνα της δημοκρατίας. Κοίταξε αυτά τα δυο κορίτσια που κλαίνε τώρα γιατί τα κακομεταχειριστήκαμε αυτή τη νύχτα. Κοίταξε τις γυναίκες μας στο καρπερό Κουμπάν που λιώνουν χωρίς τους άντρες τους, κι' αυτοί, έρημοι σαν κι' αυτές, άθελα βιάζουν τα κορίτσια που περνούν στη ζωή τους... Κι' εσένα δε σ' αγγίξανε, την ανάξια, μ' όλο που θάπρεπε να τόχαν κάνει... Κοίταξε τη Ρωσία που την πλακώνει ο πόνος... Κι' εκείνη μου λέει:
— Έχασα τ' αλάτι μου και δε φοβάμαι τώρα την αλήθεια. Εσείς δε σκοτίζεστε για τη Ρωσία, εσείς πάτε να γλιτώσετε τους τσιφούτες, τον Λένιν και τον Τρότσκυ...
— Τώρα δε μιλάμε για τους τσιφούτες, βλαβερή, πολίτισσα. Οι τσιφούτες δεν έχουν σχέση μ' αυτά, Μια που έγινε λόγος, δε θα πω για τον Λένιν, όμως ο Τρότσκυ είναι ο τρελός γιος του νομάρχη του Ταμπώβ, και, μ' όλο που είναι από άλλη τάξη, πήρε το μέρος της εργατιάς. Σα νάμαστε κατάδικοι στο κάτεργο, αυτοί μας βάζουν στο λεύτερο δρόμο της ζωής, κι΄ εσύ, σιχαμερή γυναίκα, είσαι πιο εχθρός από κείνον τον άσπρο στρατηγό που με το κοφτερό σπαθί του μας φοβερίζει απ' το ακριβό του άλογο... Εκείνος φαίνεται απ' όλες τις μεριές, κι' ο εργάτης έχει την ελπίδα να τον σφάξει κάποτε, εσένα όμως, κακορίζικη γυναίκα, με τα παιδάκια σου τα παράξενα, που δε ζητάνε ψωμί... —εσύ δε φαίνεσαι,, σαν τον ψύλλο, εσύ δαγκάνεις, δαγκάνεις, δαγκάνεις...
Και παραδέχομαι ειλικρινά πως την πέταξα τούτη τη γυναίκα, την ώρα που το τραίνο έτρεχε κάτω από ένα βουναλάκι. Αυτή όμως, σαν πολύ πρόστυχη, κάθησε λίγο, τίναξε τις φούστες της και τράβηξε τον άτιμο δρόμο της. Και βλέποντας την απείραχτη, και την απερίγραπτη Ρωσία τριγύρω της, και τα χωράφια των μουζίκων χωρίς στάχια, και τα κορίτσια τα πειραγμένα, και τους συντρόφους, που πολλοί απ' αυτούς πάνε στο μέτωπο και λίγοι γυρίζουν, θέλησα να πηδήσω απ το βαγόνι και να αποτελειώσω ή τον εαυτό μου ή αυτήν. 'Όμως οι κοζάκοι με λυπήθηκαν και μου είπαν:
— Χτύπησε την με το ντουφέκι.
Ξεκρέμασ' από τον τοίχο το πιστό μου όπλο και ξέπλυνα αυτό το λεκέ απ' το  πρόσωπο της εργατικής γης και της δημοκρατίας.
Κι' εμείς, οι μαχητές του δεύτερου λόχου, ορκιζόμαστε μπροστά σας, αγαπητέ σύντροφε εκδότη, και μπροστά σας, αγαπητοί σύντροφοι που δουλεύετε στη σύνταξη, να χτυπούμε αλύπητα όλους τους προδότες που μας τραβούν στο λάκκο, και θέλουν να κάνουν το ποτάμι να τρέξει προς τα πίσω, και να στρώσουν τη Ρωσία με πτώματα και με μαραμένο χόρτο.
Για όλους τους μαχητές του δεύτερου λόχου.


ΝΙΚΗΤΑΣ ΜΠΑΛΜΑΣΕΒ στρατιώτης της Επανάστασης.


Υποσημειώσεις:
[1] Την εποχή εκείνη ήταν μεγάλη έλλειψη άπο αλάτι. και το  χρησιμοποιούσαν και σα μέσο συναλλαγής.
[2]  82 κιλά.


(Επιστροφή)


Τετάρτη 10 Απριλίου 2013

ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: 42. O ΚΟΡΑΚΑΣ

Τότε με ωδήγησε το Φάσμα εις μίαν μικράν τάφρον, εις το βάθος της οποίας υπήρχεν ένα χειρόγραφον από πάπυρον.
— Ιδού, μου είπεν, ανοίγων εμπρός μου το χειρόγραφον. Είνε η ιστορία ενός Κόρακα συζύγου. Ας την διαβάσωμεν.
Και ήρχισε να διαβάζη :
«Μίαν φοράν υπήρχεν ένας άνθρωπος, που ήθελε να μά­θη διατί ο εγκέφαλος της γυναίκας του έχει διαφορετικήν σύστασιν από τον ιδικόν του. Εσκέφθη ν' απευθυνθή εις τους πλέον σοφούς, αλλά παρητήθη γρήγορα από την ιδέαν του, παρατηρήσας ότι και οι σοφώτεροι ήσαν, καθώς και αυτός, προσκολλημένοι εις μίαν γυναίκα.
»Και είπε τότε εις τον εαυτόν του :
— »Τί τάχα να μάθω περισσότερον από μίαν σοφίαν, που ευρίσκεται εις την αυτήν θλιβεράν κατάστασιν με την ιδικήν μου αμάθειαν;
»Δεν είχε τελειώση την σκέψιν ταυ και ιδού εμπρός του «δύο κόρακες. » Εσκέφθη :
— »Εάν ερωτούσα αυτά τα πτηνά.
»Ο ένας από τους δύο κόρακες ησθάνθη καλά την σκέψιν του Ανθρώπου, και του είπε πλησιάζων άφοβα :
— »Είμαι έτοιμος να σου δώσω κάθε πληροφορία δια το ζήτημα που σε βασανίζει. Εγώ είμαι το αρσενικόν του ζεύ­γους.
— »Ας ιδούμεν λοιπόν τι ημπορεί να γνωρίζη ο Κόρακας, δια τον οργανισμόν του εγκεφάλου μιας γυναίκας.
— »Ω Άνθρωπε! απήντησεν ο Κόρακας· όλα τα θήλεα έχουν τον ίδιον οργανισμόν του εγκεφάλου μιας γυναίκας, αρχίζοντας από την κυρίαν σου και τελειώνοντας εις την ιδικήν μου. Η διαφορά της εκδηλώσεως οφείλεται εις την ποιό­τητα των πράξεων και των έξεων αλλ' η ηθική υπόστασις είναι η ιδία.
»Τότε επλησίασε κοντά εις το θηλυκόν του και επρόσθεσε :
— »Παρατήρησε μέσα εις το κρανίον της. Εγώ ηξεύρω καλά τι πράγμα είνε ο εγκέφαλος της, διότι ημείς οι κόρακες τα τρώγομεν ευτυχώς τα θηλυκά μας, όταν πεθαίνουν και γνω-ρίζομεν καλά τον οργανισμόν των.
»Ο Άνθρωπος έκυψε.
»Ποίον θέαμα! Το ήμισυ του κρανίου είχεν αφαιρεθή και ο εγκέφαλος εφάνη ανοικτός, ενώ εις το μέσον του υπήρχεν ένα κουτάλι της σαλάτας, το οποίον εις κάθε αντιληπτικήν δόνησιν του εγκεφάλου, εκινείτο διαρκώς και εσύγχιζε την αντίληψιν.
— » Σαλάτα λοιπόν ετοιμάζεται εδώ μέσα;
Πάντοτε' κάθε τι που εισάγουν εις τον εγκέφαλον αι αισθήσεις από τον εξωτερικόν κόσμον, το ανακατώνει διαρκώς το κουτάλι, μεταβάλλει τας φυσικάς αναλογίας, συνεπώς δε την λογικήν σύστασιν και το υποχρεωτικόν ηθικόν συμπέρασμα.

— »Δέν καταλαβαίνω καθόλου τί μου λέγεις, είπεν ο Άνθρωπος.»Τώρα θΑ καταλάβης. Δοκίμασε, λόγου χάριν, την ακοήν της, η οποία λειτουργεί και ολιγώτερον.Πλησίασε και ειπέ της :
«Η απιστία είνε ηδονή πρόσκαιρος· η πίστις είνε ηδονή διαρκής».
«Ο Άνθρωπος έσκυψε και επρόφερε την φράσιν αυτήν.
»Μόλις όμως επρόφερε την πρώτην λέξιν, το κουτάλι ήρχισε να κινήται με τόσην ορμήν, ώστε μετά την τελευταίαν λέξιν ολόκληρος η φράσις είχε γίνη σαλάτα.
»Κατόπιν το κουτάλι, αφού ετελείωσε την υπηρεσίαν του, εσταμάτησεν, ωσάν να εφοβείτο μήπως τακτοποίηση πάλιν κατά λάθος τας λέξεις, αι οποίαι μέσα εις το εγκέφαλον ευρίσκοντο τοποθετημένοι ως εξής :
»Η απιστία είνε ηδονή διαρκής· η πίστις είνε ηδονή πρόσκαιρος».
»Τότε ο Άνθρωπος και  ο Κόρακας... 
Ο Δαίμων, που εδιάβαζε το χειρόγραφον, εσταμάτησε και μου είπε :
Δεν φαίνεται τίποτε άλλο εις το χειρόγραφον υποπτεύομαι ότι το υπόλοιπον θα το έχη φάγη κάποιος αρσενικός ποντικός.
Κρίμα! και ήτο τόσον περίεργος ιστορία ! Συ, που είσαι Δαίμων, τί υποθέτεις πως έκαμαν ο Άνθρωπος και ο Κόρακας, υστέρα από την αποκάλυψιν αυτήν;Φαίνεται ότι και οι δύο επέστρεψαν πάλιν εις τα θηλυκά των. Ο  Άνθρωπος, που συνέγραψε το χειρόγραφον, είχε την βλακώδη απλότητα να προσθέση και την παράγραφον αυτήν. Αλλ' ο Ποντικός, εξυπνότερος απ' αυτόν και αξιοπρεπέστερος, κατέφαγε το τέλος της διηγήσεως και έτσι, τουλάχιστον απέναντι της ιστορίας, έσωσε την άξιοπρέπειαν του Ανθρώπου, του Κόρακα, την ιδικήν του και όλων των αρσενικών ζώων, που δεν ημπορούν να ζήσουν χωρίς θηλυκά, διότι ωθούνται διαρκώς από το ένστικτον της ετεροδημιουργίας και της αυτοεξοντώσεως.      (Επιστροφή)







 

Κυριακή 7 Απριλίου 2013

ΓΟΥΛΙΕΛΜΟΣ ΑΜΠΟΤ: «ΚOΡΥΤΣΑ»

Είχε τελειώσει ο εσπερινός των Εισοδίων. Ο νεωκόρος Αντρέας αμπάρωσε με τη βοήθεια του ε­πιτρόπου την είσοδο, μετά έσβυσε τα κεριά, σχεδόν όλες τις καντήλες, και βγήκε απ' τη βορεινή πόρτα, που τη διπλοκλείδωσε. Η νύχτα κατέβαινε, η σκάλα, η αυ­λή, η πύλη, εγκαταλείπονταν απ' την ι­σχυρότατη συντεχνία των ζητιάνων και τους όχι λιγότερο ισχυρούς πραματευτάδες εικονισμάτων και φυλαχτών. Ώσπου να φτάσει στο σπίτι, σκοτάδι αδια­πέραστο είχε απλωθεί στο χωριό. Αφού έφαγε, έμαθε τα καλά νέα από περαστι­κούς που είχαν ακούσει το ράδιο του κα­φενείου, αλλ' η χαρά κράτησε λίγο, γιατί πλάγιασε κι ευθύς αποκοιμήθηκε. Συνή­θως έκανε μια βόλτα ως το λιμάνι, για να δει τι γίνεται, αλλά τώρα η Τήνος, όπως ολόκληρη η Ελλάδα, βουτηγμένη στο σκοτάδι, κοιμότανε νωρίς επειδή ήτανε πόλεμος.
Ήτανε περασμένα μεσάνυχτα και ψυ­χή ζωντανή έξω δεν εσάλευε, όταν χτύ­ποι αλλεπάλληλοι στο παράθυρο, όπως του φάνηκε, τονέ ξύπνησαν. Φώναξε, «Ποιος;», αλλά δεν έλαβ' απάντηση. Έγυρ' έξω απ' το κρεβάτι και άκουσε…..Το πάφλασμα των κυμάτων στο γιαλό και στο χαλασμένο μώλο, ο αχός του πελά­γου και το αεράκι που φυσάει τέτοια ώ­ρα στο παραθαλάσσιο, ήτανε ψίθυροι, α­παλοί σα χάδια στο νησί, και δεν αρκούσανε για να ξυπνήσει ένας Αντρέας τόσο υπναράς, που συχνά χρειαζόταν τράβηγ­μα για να βγει απ' το βασίλειο του Μορφέως. Εξ άλλου, αισθανόταν υγιέστα­τος…..Μήπως ήτανε συναγερμός;…..Μα αν ήταν, ο παρατηρητής θα ξαναχτυπούσε και θα περίμενε, όπως έκανε πάντα, να τόνε δει να φεύγει τρέχοντας για να ση­μάνει τις καμπάνες, προτού ξαναπάρει τη θέση του στο παρατηρητήριο. Επιτέ­λους σηκώθηκε κι άνοιξε το παντζούρι. Στον όρμο ήταν ησυχία και ερημιά. Η υ­γρασία του έδωσε ρίγος` έσβυσε το λυ­χνάρι και κουκουλωνόταν, όταν άκουσε μια φωνή, τη φωνή της συνειδήσεως. Του είπε ότι γυρεύει υπεκφυγές και ότι, αν είναι συναγερμός, για να μη χάσει το χουζούρι του αυτός, οι χωριανοί του ί­σως κινδυνέψουν. Και δεύτερη φωνή ακούστηκε που τον φοβέριζε αν δεν έκανε αυτό που τον είχανε τάξει. Σηκώθηκε πε­ρίτρομος, φόρεσε το παλτό του, κι έτρε­ξε καταδιωκόμενος απ' το φάσμα της ευ­θύνης, που την έτρεμε, όπως οι περισσό­τεροι.
Πίσ' απ' τα ανατολικά βουνά του νη­σιού, το τελευταίο τέταρτο του φεγγα­ριού ετοιμαζόταν ν' ανατείλει και να ντύ­σει το Αιγαίο στα χρυσά. Αλλά και οι πολλοί ήλιοι, οι τόσο μακρυνοί, που η μι­κρή τους λάμψη μαρτυρεί το μέγεθος της δημιουργίας, φέγγαν αρκετά για να μπορέσει ο Αντρέας να πάει τρέχοντας, μήπως τονέ προλάβουνε τ' αεροπλάνα, στη Μεγαλόχαρη, και, με το σκοινί στα χέρια, περίμενε.
Ήτανε θαυμάσια νύχτα, χωρίς κρύο, με σύννεφα σκορπισμένα στον ουρανό, σα μαύρα χάσματα της αστροφεγγιάς, Ορατό απ' το καμπαναριό, το στερέωμα έμενε αγνό, τα πρωταρχικά του στοιχεία αλώβητα απ' τα έργα της μεγαλοφυίας, αφού τα μόνα πετάμενα που φάνηκαν κοντά στον Αντρέα, ήταν άκακα κουνού­πια. Με αίσθημα ανακούφισης, αλλά και δυσαρέσκειας για το λάθος, ο Αντρέας ξαναβρήκε το κρεβάτι του, αλλ' όχι και τον ύπνο του. Μόλις πλάγιασε, νάτηνε πάλι η αγωνία ότι κάποιος τόνε γύρευε, τον ήθελε, ότι κάπου έπρεπε να πάει, ότι κάτι σοβαρό συμβαίνει. Ξαναγύρισε στην εκκλησιά, ξεκλείδωσε τη βορεινή πορτούλα κι άρχισε επιθεώρηση του εσωτε­ρικού, μήπως είχαν πάθει τίποτα το σπίτι ή η περιουσία της Θεοτόκου. Είχε ακούσ' ιστορίες για τηλεπάθεια και κακά προαισθήματα, και κανένας δε θα του 'βγαζε τώρα απ' το νου ότι η αγωνία αυτή ήτανε μήνυμα κακού.
Στη βασιλική μέσα καίανε δυο καντή­λες, μια στο τέμπλο, η άλλη μπροστά στην εικόνα της Μεγαλόχαρης, λιγοστός φωτισμός που δε φαινόταν απ' έξω. Οι κύκλοι του φωτός αυτών των καντηλιών ήταν τόσο περιορισμένοι, που και το ε­σωτερικό της εκκλησίας έμενε στο σκο­τάδι. Ο Αντρέας έφερε με μέθοδο βόλτα όλες τις γωνιές, και ο φωτεινός κύκλος του κλεφτοφάναρου που κρατούσε δεν παρέλειψε κανένα απ' τα αναθήματα και τ' αφιερώματα που αιωρούνται απ' την οροφή και γεμίζουν, από ενάμισυ ανθρώπινο μπόι κι απάνω, τον αέρα. Ο φόβος της κλοπής λιγόστευε, αλλ' όταν τέλειω­σε το γύρο χωρίς να σημειώσει την παραμικρή ανωμαλία, η αγωνία, αντί να φύγει, έγινε πιο δυνατή.

ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: 37. Ο ΚΡΕΜΑΣΜΕΝΟΣ


Και επρόσθεσεν :
— Είδες ποτέ άνθρωπον κρεμασμένον;
— Όχι. Τί σημαίνει άνθρωπος κρεμασμένος;
— Ιδού!
Τότε είδα εμπρός μου δύο ανθρώπους, που ησχολούντο εις μίαν τερατώδη εργασίαν: ο ένας εκρεμούσε τον άλλον. Επλησίασα εις τον Δήμιον και του είπα :
— Άνθρωπε! διατί κρεμάς τον πλησίον σου; έχει και αυτός επίσης δύο πόδια, δια να υποβαστάζουν το βάρος του σώματος του· Έχει δε, όπως και συ, τον λαιμόν του ελεύθερον δια να αναπνέη. Συ, με ποίον δικαίωμα αναστρέφεις την φύσιν, και μεταφέρεις το βάρος του σώματος εις τον λαιμόν, αφίνων τα πόδια εις τον αέρα; Διατί δεν κάμνεις την δοκιμήν εις το ίδιον άτομόν σου, δια να πεισθής αν η πράξις σου είναι φυσική και δικαία;
Ο Δήμιος εστράφη και μου είπε :
— Υπάρχει νόμος που τιμωρεί τον κακόν και είνε κακός αυτός έκλεψε δια να φάγη.
Ηρώτησα τον κρεμασμένον :
— Ποιός σου είπε να μην κλέψης και διατί δεν υπήκουσες;
Ο κρεμασμένος δεν ημπόρεσε ν' απαντήση- αλλ' ο Δαίμων ήνωσε την σκέψιν του με την ιδικήν μου και ήκουσα την απάντησίν του :
Μου είπε να μην κλέψω ο νόμος, αυτός ο ίδιος νόμος που μ' έκαμε κλέπτην. Ο νόμος, πού εγράφη μόνον και μό­νον δια να περιορίση την φύσιν, που είνε πάντοτε ηθική, και να επιβάλη συνθήκας, αι οποίαι, περιορίζουσαι την φύσιν, εί­νε ως επί το πλείστον ανήθικοι.»Έτσι, ένας άνθρωπος εσκέφθη μίαν ημέραν να προφυ­λάξη το υπερβάλλον του χρυσού του, δια να ικανοποιήση πα­ραλόγους επιθυμίας· διότι, αν αι επιθυμίαι του δεν ήσαν πα­ράλογοι, δεν θα είχεν ανάγκην υπερβάλλοντος χρυσού δια να τας ικανοποιήση. Και ιδού αμέσως ο νόμος εγράφη, εθεσπίσθη και επεβλήθη.
»:Αλλά πρέπει να γνωρίζης, ω Πτηνόν, ότι ο χρυσός υ­πάρχει εις τέτοιαν ποσότητα, ώστε ν' αρκή όπως ό κάθε άν­θρωπος έχη αρκετήν δια την τροφήν του· δηλαδή ευρίσκεται εις τόσην ποσότητα, ώστε να μην είνε αναγκαίος δια κανένα. Λοιπόν εκείνο που έχει κανονισθή πολύ άσχημα, είνε η κατα­νομή του χρυσού· αφθονεί έδω και λείπει εκεί. Και τούτο διότι τα δύο χέρια του ανθρώπου είνε αρκετά να του προμη­θεύσουν ό,τι του αναγκαιοί· άρα δι' εκείνους που έχουν περισ­σότερον παρ' όσον τους χρειάζεται, πρέπει να ειργάσθησαν και άλλα χέρια, από τα οποία αφηρέθη η αναλογία της τρο­φής των.
Ηρώτησα :
— Και τί έκαμεν ο περίεργος αυτός Νομοθέτης;
—Ο Νομοθέτης δεν εσκέφθη πως να διανείμη τον χρυσόν εξ ίσου εις όλους, αλλά πως να προφυλάξη το υπερβάλ­λον διότι το επαρκές και το φυσικόν δεν έχει ανάγκην φρου­ράς' φρουρείται μόνον του. Έτσι εθέσπιοαν ένα νόμον, δια του οποίου η Υπερβολή τιμωρεί την Έλλειψιν, ο δε Κόρος καταγγέλλει την Πείναν — χωρίς να σκεφθή, ότι η υπερβολή είνε πάντοτε ελάττωμα και όταν ακόμη είνε υπερβολή προ­τερήματος.
»Και εκρέμασε το σχοινί, που μεταφέρει εις τον λαιμόν το βάρος κάθε σώματος, πού έχει τραφή και βαρύνη από μίαν άτυχη τροφήν, κλαπείσαν δύο φοράς : κλαπείσαν από τα χέ­ρια ενός κλέπτου, που την είχε κλέψη από την φύσιν, δηλα­δή από τον θεόν. Λοιπόν εδώ ο κλέπτης του θεού δεν τιμω­ρείται· τιμωρείται μόνον ο κλέπτης του ανθρώπου· και ιδού εγώ κρεμασμένος.
»Αλλ' έστω· τουλάχιστον είμαι χορτάτος και πολύ ευχα­ριστημένος, διότι δια του θανάτου μου αποδίδω και πάλιν εις την φύσιν εκείνο, πού μου είχε προορίση και της το είχε κλέ­ψη ο κατήγορος μου!...
Αυτά εσκέφθη ο κρεμασμένος και ληστευμένος Κλέπτης, σιγά σιγά δε η σκέψις του εγέμισεν από το σκότος του θανά­του, μέσα εις το οποίον δεν ημπορούσα πλέον να διακρίνω τίποτε...
Τότε είπε το Φάσμα :
Ιδού δύο άνθρωποι, χορτάτοι και οι δύο, που ο ένας φονεύει τον άλλον. Ο ένας φονεύεται, διότι ετράφη από το πλεόνασμα του πλουσίου' ο άλλος φονεύει και τρέφεται από το αίμα ενός πτωχού. Αλλοίμονον εις την Δικαιοσύνην, που δανείζεται την μάστιγα της Αδικίας, δια να κτυπήση βαρύτερον αλλ' αλλοίμονον και εις την Αδικίαν, που θα έχη το θράσος να δανείση εις την Δικαιοσύνην την μάστιγα της.Τότε ανέκραξα με τρόμον :
.— Ας φύγωμεν! ας φύγωμεν! Να κλέψη κανείς ολίγον άρτον από ένα πλούσιον, είνε έγκλημα· να κλέψη κανείς ολόκληρον την ζωήν ενός πτωχού, είνε νόμος. Ας φύγωμεν!... ας φύγωμεν!...

Σάββατο 6 Απριλίου 2013

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΣΟΛΑΚΟΓΛΟΥ :ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ - Ο ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΥΠΕΡΤΑΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ

Εάν εξετάση τις με το πρίσμα της καλής πίστεως τας άνευ προηγουμένου περιστάσεις και τας δυσχερείας των προβλημάτων, που ανέκυπτον εκ της αφορήτου τριπλής Κατοχής, θα εξάγη το συμπέρασμα ότι ήτο απαραίτητος και αναπόφευκτος ο σχηματισμός της Κυβερνήσεως, δια να δύναται να λειτουργήση αποτελεσματικώς η Κρα­τική Μηχανή και να μη εξαρθρωθή, Η τυχσν εξάρθρωσις ταύτης θα εδημιούργει αναρχίαν εξ ης θα εκαρπούντο οφέλη μόνον οι κακοποιοί.
Αι Αρχαί Κατοχής δεν είχον την ανάγκην της Κυβερνήσεως. Αύται είχον την δύνομιν να ικανοποιούν τας ανάγκας των χωρίς να ενδιαφέρωνται διά την τύχην και τα συμφέροντα του πληθυσμού της Ελλάδος. Είτε υπήρχεν Κυβέρνησις, είτε όχι, αύται εξυπηρετούντο με την βίαν , με την αρπαγήν και με την έκδοσιν Κατοχικών μάρκων. Εάν συνήντων αντίστασιν κατέστρεφον ολόκληρα χωρία και εφόνευον τους πάντας. Η αλάνθαστος κοινή γνώμη εκ των αντιλήψεων τούτων ωρμάτο διά ν' αποφαίνεται υπέρ της υπάρξεως Κυβερνήσεως και δια να τάσσηται παρά το πλευρόν της.
Άλλως τε κύριον μέλημά μας και μοναδικός σκοπός μας ήσαν η εξυπηρέτησις του Ελληνικού λαού και η προσπάθεια όπως μειωθή η έκτασις της αρπαγής και λεηλασίας των εισβολέων, Η ενασκηθείσα πολιτική μας υπηγορεύθη υπό της επιθυμίας να αποφευχθή παντί σθένει η ανάμιξις των εισβολέων εις την Διοίκησιν και την εκτελεστικήν εξουοίαν. Δια τούτο παρενετιθέμεθα διαρκώς μεταξύ Κατακτητών και Ελληνικού λαού, ίνα ανακουφίζωμεν αυτόν.
Συνεπώς η Κυβέρνησις ήτο αποτέλεσμα εθνικής ανάγκης.
Εσχάτως, οι Άγγλοι εχαρακτήρισσν την ύπαρξιν Διοικήσεως Άγγλων εις τας κατακτηθείσας υπό των Γερμανών νήσους της  Μάγχης την JERSEY και την GURNSEY ως μηχανισμόν ανάγκης απαραίτητον και αναπόφευκτον, Ό Υπουργός των Εσωτερικών της Μεγάλης Βρεταννίας κ. ΕDEN ('Ηντ) εργατικός, ομιλών την 17 Αυγούστου 1945 εις την Βουλήν των Κοινοτήτων εδικαιολόγησε τον σχηματισμόν Πολιτικής Διοικήσεως εις τας ανωτέρω νήσους και τους δημιουργούς του μηχανισμού τούτου ανάγκης δι' ου απεφεύχθη η εκ μέρους των Γερμανών ενάσκησις ελέγχου επί της Διοικήσεως και της εκτελεστικής εξουσίας, Ο αξιότιμος κ. Υπουργός εδικαιολόγησε τους Κυβερνήτας και εκεί όπου εμφανίζονται ως μη αντιταχθέντες σθεναρώς κατά του εχθρού, ειπών ότι «η διαβίωσις υπό εχθρικήν κυριαρχίαν και η έλλειψις πρακτικής πείρας δυνατόν vα παρέχη αφορμήν προς επίκρισιν. Εάν, όμως, αναλογισθή τις τας υπερκαμ­φθείσας δυσχερείας και προ παντός τo επιτευχθέν και διατηρηθέν προνόμιον της Διοικήσεως όπως αποφευχθή η ανάμιξις των Γερμανών , θα εκτιμήση το έργον των Κυβερνητών δεόντως».
O κ. ΕDEN διεπίστωσεν ότι η εκστρατεία, που διεξήχθη εναντίον των δήθεν συνεργασθέντων με τον εχθρόν νησιωτών της Μάγχης έγινε με την Ιδίαν επιχειρηματολογίαν, ην εχρησιμοποίησαν τα άκρα αριστερά κόμματα εις τας λοιπάς απελευθερωθείσας χώρας της Eυρώπης. Τέλος ενέκρινε την πρωτοβαυλίαν των τοπικών Αρχών των νήσων, ήτις απέβη αναγκαία εκ των περιστάσεων, (Όρα «Τάϊμς» Λονδίνου της 18.8,45 και «Ελληνικόν Αίμα» της 19.8.45).
Κατόπιν τούτων αποδεικνύεται η ανάγκη υπάρξεως Κυβερνήσεως, ήτις να συντελή εις το ν' αποτρέπηται η ανάμιξις των κατακτητών εις την Διοίκησιν της Κρατικής μηχανής. (Επιστροφή)

Παρασκευή 5 Απριλίου 2013

ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:Η ΣΙΔΗΡΑ ΚΑΙ ΧΡΥΣΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

31. O ΧΡΥΣΟΣ
Hρώτησα :
  Αλλά, θεέ μου! ποίος εφεύρε τον τραγέλαφον αυτόν, που δεν τον εκατάλαβαν ποτέ οι άνθρωποι;
Ο Δαίμων εξεκαρδίσθη από τα γέλια.
  Είναι μία φαιδρά ιστορία· ακουσέ την. Την ημέραν που ο θεός εσκέφθη να γράψη ως επικεφαλίδα εις τον μεγάλον Τόμον του Ηθικού Νόμου την λέξιν «ΤΙΜΗ», ο Διάβολος εφρένιασεν από την λύσσαν του.
  Φαίνεται ότι θα την είχεν εννοήση πολύ καλά την σημασίαν της.
  Ω ! ναι και καλύτερα μάλιστα από τον θεόν διότι δεν είνε τίποτε ερμηνευτικώτερον και εκφραστικώτερον δια μίαν «θέσιν», από την ιδίαν άρνησίν της. Άλλως τε, τούτα αποδεικνύεται και από την αμερημνησίαν του θεού ν' αφήση την Τιμήν αφρούρητον, μίαν φοράν που την εφεύρε.
Τότε ο διάβολος εχώθη από την λύσσαν του και από την εντροπήν του μέσα εις την γην και ήρχισε να την σκάπτη με τα νύχια του, είτε δια να σπάση πλέον τα νύχια του ως άχρηστα, είτε δια να φθάση εις τον ομφαλόν της γης και να την ανατινάξη εις το χάος.
»Φαίνεται όμως, πως εκεί που έξυνεν επίμονα το χώμα, τα νύχια του εσταμάτησαν επάνω εις κάτι σκληρόν, που εκί­νησε την προσοχήν του' το εξήτασε καλά και εσκέφθη :
—· »Αυτό δεν είνε μέρος από το χώμα, που έπλασε ο θε­ός τον άνθρωπον και του εκληροδότησε την Τιμήν. Όχι! εί­ναι κάτι στιλπνότερον και περισσότερον βαρύ και συμπαγές. Ας δοκιμάσωμεν».
»Παίρνει ένα κομμάτι και ανεβαίνει εις την επιφάνειαν.
»Πρώτος που συνήντησεν, ήτο ένας άνθρωπος, φημισμέ­νος δια την αρετήν του, που έβοσκεν ήσυχα τα πρόβατα του.
  »Χαίρε, πατριώτη, του λέγει.
  »Ώρα καλή, του απαντά ο χωρικός.
  »Πόσα πρόβατα έχει αυτού;
  »Καμμιά πενηνταριά.
  »Σου φθάνουν;
  »Ου! και μου περισσεύουν!
  »Έχουν άλλοι περισσότερα απ' αυτά;
  »Βέβαια· άλλος έχει εκατό, άλλος διακόσια· ένας μά­λιστα έχει και χίλια.
  »Τί λες! χίλια;... Λοιπόν αυτός πρέπει να είνε πολύ μεγάλος άνθρωπος.
   »Χμ! μεγάλος δεν είνε' μα επί τέλους..., έχει χίλια!
   »Ήθελες και συ να είχες δύο χιλιάδες;
.— «Δύο χιλιάδες; χμ! μπελάς είνε, να σου πω την αλή­θεια, μα επί τέλους... είνε δύο χιλιάδες. «Ο Διάβολος εθριάμβευε.
   »Μπελάς είνε, αλλά τον θέλεις! του λέγει, κτυπών φιλικά τον ώμόν του.
   »Ναι, βέβαια' τον θέλω' όχι τόσον πολύ δια τον οργανισμόν μου, διότι τα πενήντα πρόβατα μου φθάνουν να ζήσω, όσον δια να λένε οι άλλοι : «Για κύτταξε αυτόν! δύο χιλιάδες πρόβατα έχει!»
   »Να λοιπόν : πάρε αυτό το κομμάτι που λάμπει, κόψε το εις μικρότερα κομμάτια, και όπου δίδεις απ' αυτά, θα σου δίδουν πρόβατα...
Ο Διάβολος έγινε άφαντος.
Ο χωρικός επήρε το μέταλλον και το αντήλλαξε με τρεις χιλιάδες πρόβατα. Επειδή όμως δεν είχεν άλλο πλέον, είχε δε προσβληθή από την απληστίαν, ήρχισε να βάζη χέρι και εις  τα ποίμνια των γειτόνων του, πότε με την απάτην και πότε με την βίαν και από αυτάρκης και τίμιος και ειρηνικός άνθρωπος, μετεβλήθη εις ζωοκλέπτην!...
Ήκουσα περιέργως την ιστορίαν αυτήν και ηρώτηοα απορών :
  Kαι ποίον είνε αυτό το μέταλλον το θαυματουργόν: Το Φάσμα με έσυρεν εμπρός εις ένα κιβώτιον κλεισμένον και απήντησε :
   Χρυσός ονομάζεται και είνε κλεισμένος εδώ μέσα. Είνε ο αιώνιος φυλακισμένος. Αυτός διέπραξε, διαπράττει και θα διαπράττη ακόμη τα μεγαλύτερα εγκλήματα. Αλλ' είνε από τους εγκληματίας, που κάμνουν το κακόν, όταν ευρίσκωνται κλεισμένοι εις την φυλακήν. Εάν μίαν ημέραν εχύνετο ελεύθερος εις τον δρόμον, θα έχανε όλην του την δύναμιν, και ούτε τα παιδιά δεν θα κατεδέχοντο να τον μεταχειρισθούν δια παιγνίδι των.
  Είνε λοιπόν τόσον θαυματουργόν αυτό το μέταλλον;
  Ω! ναί' ο χρυσός είναι ο ισχυρότερος μαγνήτης, που ελκύει 'ο,τι ευρίσκεται εμπρός του. Να ήσαι βέβαιος πως αν ο Ήλιος δεν είχε το χρώμα του χρυσού, ηλιακόν σύστημα δεν θα υπήρχε· κανείς από τους πλανήτας δεν θα κατεδέχετο να τον ακολουθή και να περιστρέφεται γύρω του!...
Το Φάσμα ήνοιζε σιγά το σκέπασμα του κιβωτίου, κάτω από το οποίον εκρύπτοντο χρυσά νομίσματα, και μου είπε :
Κλέψε εκατόν φράγκα.
Επλησίασα και έκλεψα φράγκα εκατόν. ,Αλλά μόλις απεμακρύνθην, ήκουσα οπίσω μου φωνάς να κραυγάζουν :
  Ο άτιμος! ο άτιμος!
Ετρόμαξα και επέταξα κάτω το κλεμμένον ποσόν. Εγέλασεν ο Δαίμων και είπε :
  Πλησίασε τώρα και κλέψε εκατόν μυριάδες φράγκων. Επλησίασα και έκλεψα μυριάδας εκατόν.
Και ήκουσα πάλιν τας ιδίας φωνάς γύρω μου, αλλά την φοράν αυτήν εκραύγαζον όλοι μαζύ :
  Ο μεγάτιμος! ο μεγάτιμος!

 

 

Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:Η ΣΙΔΗΡΑ ΚΑΙ ΧΡΥΣΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

30. Η ΤΙΜΗ
Έμεινα συγχυσμένος από το θέαμα εκείνο, και ητοιμάσθην να φύγω.
Αλλ' ο Δαίμων μ' εκάρφωσεν εις την θέσιν μου.
— Απ' εδώ αρχίζει η πραγματική πάλη, και αυτό είνε το πρώτον σημείον του Δρόμου μου. Κύτταξε εκεί καλά : βλέπεις ένα άγαλμα, που ευρίσκεται επάνω εις την κορυφήν του οβελίσκου;
— Όχι, δεν διακρίνω τίποτε. Βλέπω τον οβελίσκον, αλλά το βλέμμα μου δεν φθάνει έως την κορυφήν.
— Δίκαιον έχεις. Εκεί επάνω ευρίσκεται τοποθετημένη η τιμή των ανθρώπων.
— Η Τιμή των ανθρώπων; ηρώτησα έκπληκτος. Και ευρίσκεται και αυτή εδώ, εις τον Δρόμον του Κακού, εις τον οποίον επιστατείς συ; Αλλά διατί είνε τόσον ψηλά;
— Κάθε ηθικόν βιβλίον, που παρουσιάζεται με νέας θεω­ρίας περί Τιμής, αποτελεί και μίαν προσθήκην και συμβολήν εις το ύψος της. Ο στυλοβάτης αυτός έχει καταντήση παράδοξος : υψώνεται σιγά σιγά από την βάσιν.
Ο Ηθικολόγος και ο Ιδεολόγος αγωνίζονται πως να δημιουργήσουν θαυμασίως λαξευμένους ογκολίθους δια την βά­σιν του οβελίσκου αυτού. Και το είδωλον ανεβαίνει. Ο Διπλωμάτης προσθέτει ογκολίθους λείους, αλλ' επικινδύνως ο­λισθηρούς. Και το είδωλον ανεβαίνει. Ο Πολεμιστής προσθέ­τει λίθους τραχείς και αλαξεύταυς, που ημπορούν να καταξεσχίσουν τας σάρκας σου. Και το είδωλον ανεβαίνει. Ο Κλη­ρικός προσθέτει είδος ογκολίθων, που είνε από μέσα κούφιοι και έχουν μόνον στιλπνήν επιφάνειαν. Και το είδωλον ανε­βαίνει, ανεβαίνει και τώρα έχει περάση επάνω και από τα σύννεφα!

«Έτσι, ο κάθε διαβάτης, που περνά, παρατηρεί υψηλά, καταλαμβάνεται από ίλιγγον και λέγει εις την συνείδησίν του :
— Λοιπόν εκεί επάνω ευρίσκεται η Τιμή; Ω! πολύ υψηλά! Ας τοποθετήσω και εγώ ένα λίθον εις την βάσιν της και ας εξακολουθήσω τον δρόμον μου».
Κύτταξε πως γίνεται η ανύψωσις. Αυτήν την στιγμήν αυξάνουν το ύψος του οβελίσκου μία Υπανδρευμένη, μία Χή­ρα, μία Παρθένος, ένας Έμπορος και ένας Άρχων.
Καταπληκτικόν, ω Διδάσκαλε! όσον επροστίθεντο θεωρίαι, τόσον και ο στυλοβάτης υψώνετο, ώστε η Τιμή ήρχισε να φαί­νεται μικροτέρα και από την μυίγαν!
Και τότε όλοι εκείνοι που είχον προσθέση την θεωρίαν των, εξηκολούθησαν ήσυχα και πάλιν την πορείαν των εις τον Αιώνιον Δρόμον της Ζωής...
Ιδού τι ονομάζουν οι άνθρωποι τιμήν. Και όμως όλοι ωμιλούσαν δι' αυτήν και έλεγον :
Τούτο είνε «Τιμή»· τούτο είνε «Υπόληψις».
Ηρώτησα τον Δαίμονα τί εσήμαινον αύται αι δύο λέξεις και μου απήντησε :
— «Τιμή» είνε μία έννοια, που δεν καταλήγει πάντοτε εις την υπόληψιν. «Υπόληψις» είνε μία συνθήκη, που δεν προέρχεται πάντοτε από την Τιμήν. Λοιπόν βάδιζε σύμφωνα με την συνείδησίν σου και μη εμπιστεύεσαι εις τας ουτοπίας και εις τας λέξεις.
— Αλλά τότε, πώς θα ημπορούσε να εξηγήση κανείς εις τους ανθρώπους αυτούς τί είναι Τιμή;
Η εξήγησις είνε άχρηστος· όσοι έχουν ανάγκην της διδασκαλίας αυτής, δεν θα την εννοήσουν και όσοι θα την εννοήσουν, δεν έχουν ανάγκην απ' αυτήν...
— Ώστε δεν το φθάνει κανείς αυτό το είδωλον;
— Μάλιστα' υπάρχουν άνθρωποι που το φθάνουν, αλλά προς τούτο χρησιμεύουν ως σκαλοπάτια των το Πνεύμα και η Ψυχή, κατά τας εξής αναλογίας :
Μεγάλον Πνεύμα και μεγάλη Ψυχή, ανεβαίνουν μέχρι της Τιμής δια να την φθάσουν.
Μεγάλον Πνεύμα και μικρά Ψυχή, ανεβαίνουν μέχρι της Τιμής δια να την γκρεμίσουν.
Μικρόν Πνεύμα και μεγάλη Ψυχή, κατεβάζουν την Τι­μήν διά να την φθάσουν.
Μικρόν Πνεύμα και μικρά Ψυχή, κατεβάζουν την Τιμήν δια να την καταπατήσουν.

(Eπιστροφή)

ΚΟΥΛΑ ΞΗΡΑΔΑΚΗ: ΦΙΛΕΛΛΗΝΙΔΕΣ II

(Προηγούμενο)

Όλες αυτές οι εκκλήσεις προς τις φιλελληνίδες έκαναν μεγάλη αίσθη­ση στο εξωτερικό κι είχαν βαθειά απήχηση στο κοινό που απευθύνονταν. Άρ­χισε τότε ένας φιλελληνικός συναγερμός που ποτέ άλλοτε δεν γνώρισε       ο  ελεύθερος κόσμος. Τα φιλελληνικά κομιτάτα που μέσα σ' αυτά έπαιζαν σημαντικό ρόλο οι γυναίκες, άρχισαν να οργανώνουν εορτές και συγκεντρώσεις με σκοπό να διαφωτίσουν τον κόσμο πάνω στο ελληνικό ζήτημα. Διοργάνωναν ομιλίες όπου συνηγορούσαν για την Ελλάδα οι φλογερώτεροι φιλέλληνες και φιλελληνίδες. Έγραφαν στις εφημερίδες τους άρθρα πύρινα, υμνούσαν τον η­ρωισμό των Ελλήνων ή διεκτραγωδούσαν την δεινή τους κατάσταση. Έκαναν εράνους πλατείς, μάζευαν χρήματα, τρόφιμα, ρούχα και τάστελλαν στην Ελ­λάδα. Μέλη των κομιτάτων έτρεχαν στα μακρυνά σκλαβοπάζαρα της Μ. Ασί­ας και της Αφρικής για να εξαγοράσουν Ελληνίδες κι Ελληνόπουλα που εί­χαν κατά την αιχμαλωσία τους πουληθεί απ' τους Τούρκους σαν σκλάβοι. Υιοθετούσαν ορφανά Ελληνόπουλα. Και σ' όλες αυτές τις εκδηλώσεις, όπως είπαμε, πρώτες και καλύτερες οι γυναίκες φιλέλληνες. Αλλ'  ας αφήσουμε και σ' αυτό το σημείο να μιλήσουν τα κείμενα που είναι πιο εύγλωττα:

Άννα Εϋναρ το γένος Λυλέν
συζυγος του γνωστού τραπεζίτη
«Εις το Εδιμβούργον μητρόπολιν της Σκωτίας εσυγκροτήθη προ ο­λίγου φιλανθρωπική εταιρία από πολλάς επισήμους γυναίκας, της οποίας ο σκοπός είναι να δώσει ανατροφήν εις ελληνικά κοράσια» («Φίλος του Νόμου» της 11-5-1825) . Εδώ πρόκειται για τα ελληνόπουλα που περιμάζεψαν οι φι­λέλληνες υστέρα απ' τις καταστροφές της Χίου, των Ψαρών κλπ. και τα έ­θεσαν υπό την προστασίαν των φιλελληνικών κομιτάτων. Κι ο Θεοτόκης (σελ. 81) λέει ότι μια κυρία του φιλελληνικού κομιτάτου της Δρέσδης, η κόμισσα Σέμπουργ - Ρόζμπουργ υιοθέτησε τον Ιούλιο του 1827 την Αργεντίνα Πρωίου ετών 11 από την Χίο.

«...Εις την Γαλλίαν και την Αγγλίαν, τα σημαντικώτερα υποκείμενα δεν παύουν κάμνοντα καθημερινάς και γενναίας συνεισφοράς τας οποίας από οί­κου εις οίκον. από μαγαζιού εις μαγαζίον. από αυτάς τας εκκλησίας και τα θέατρα με θεόπνευστον προθυμίαν συνάζουσιν αι ευγενέστεραι αυτών γυναίκες» («Φίλος του Νόμου» αριθ. 229 της 26-7-1826) .

Στο Παρίσι το Φιλελληνικό Κομιτάτο άνοιξε κατάλογο εισφορών. Όποιος ήθελε να εγγραφεί  στον έρανο έπρεπε να καταβάλλει 50 φρ. Οι κυρίες του Κομιτάτου με επικεφαλής την κυρία Ντελκόμπρ που ήταν απ' τις πιο δραστήριες φιλελληνίδες (Κόκκινος Τ. 10 σελ. 436) πρωτοστατούν. «Και ποιός μπο­ρούσε να αρνηθή σε μια κυρία;» παρατηρεί ο Βικέλας (σελ. 21) . Η παρισι­νή εφημερίδα «Ντε Ντεμπά» της 28-2-1825 περιέχει τον πρώτο κατάλογο εισ­φορών. Σ' αυτόν φιγουράρουν ονόματα φιλελληνίδων: 

Η δούκισσα Κλαιρμάντε Τοννέρα πλέον των υποχρεωτικών
60 φράγκα
η κ. Αφρίδ Νοαίλλη                           
100 φράγκα
η κόμισσα Ράμφορδ
100 φράγκα
η κ. Αισαμέλλη                                  
 50 φράγκα
η κ. Ν. Βούρζη                                  
 25 φράγκα
η κ. Αμελίνη                                      
 50 φράγκα 

 («Φίλος του Νόμου» αρ. 121 της 29-5-1825) .

 Εκ Παρισίων 25 Απριλίου 1826 .
«Αι συνιστώσαι την υπέρ Ελλήνων εταιρείαν Κυρίαι, αφ' ου κατέβαλον τους καρπούς των πόνων των εις βοήθειαν και ελάφρωσιν των δεινών των ηρωικώς υπερασπιζόντων την θρησκείαν και ελευθερίαν επροκάλεσαν και άλλας κυρίας, όσας είχον την επιθυμίαν να συνεισφέρωσι, να πέμψωσι τας προσφο­ράς των εις τον κύριον Τερνώ, πρόεδρον της υπέρ Ελλήνων εταιρείας. Μία κυρία κάτοικος των Παρισίων, έπεμψεν εις την εταιρείαν τ' ακόλουθα, δια να πωληθώσι προς όφελος των Ελλήνων: εν περιδέραιον (χαρχάλι) , εν διάδημα, δύο σκωλαρήκια, και έναν σταυρό στολισμένα με μαργαριτάρια'  εν κτένι, εν περιδέραιον, εν ζευγάρι βραχιολίων, ένα σταυρόν και σκωλαρίκια στολισμένα με κοράλιον' μιά αλυσίδα της Βενετίας και εν δακτυλίδιον χρυσά» («Γενική Εφημερίς» της 16-6-1826) .

 Εκ Παρισίων 30 Απριλίου 1826.
«Καθ' εκάστην αυξάνει εις τους κατοίκους της μητροπόλεως ταύτης η αίσθησις και η συμπάθεια υπέρ των Ελλήνων. Την παρελθούσαν εβδομάδα ίδομεν την δούκισσαν του Δαλβέργ και την μ α ρ κ έ ζ α ν του Μαρμιέ να υπάγωσι μόναι των από μαγαζιού εις μαγαζίον, από θύρας εις θύραν εις το πολυανθρωπότερον και εμπορικώτερον μέρος της πόλε­ως, τον δρόμον του Σαίντ - Ονορέ να ζητώσι και να συνάζωσι δώρα δια τους πληγωμένους Έλληνας και βοήθειαν δια τους ήρωας του Μεσολογγίου" να δέ­χονται με την αυτήν ευγνωμοσύνην και το δηνάριον της χήρας και την ευεργεσίαν του πλουσίου», («Γεν. Εφημ.» 31-5-1826) .
(Πάνω σ' αυτό ο Αλμπέρ Μπάμπω αναφέρει ένα ανέκδοτο: 'Οταν έκα­ναν έρανο η δούκισσα του Νταλμπέρ και η μαρκησία του Μαρμιέ πήγαν να ζητήσουν λεπτά από έναν αξιωματικό. Εκείνος, που είχε χάσει όλα του τα χρήματα το προηγούμενο βράδυ στα χαρτιά, έτρεξε κι έβαλε το ρολόϊ του ενέ­χυρο και τα 60 φράγκα που πήρε τα έδωσε στον έρανο) .
Από Γερμανίας: 
«Εταιρείαι υπέρ Ελλήνων συστήνονται εις όλας τας πόλεις της παλαιάς και νέας Προυσίας».«Εις την Κολωνίαν εσυστήθη μία εταιρεία γυναικών επί σκοπώ του να συνάξη προσφοράς υπέρ των Ελλήνων. Η κόμισσα της Λουππίας προεδρεύει της εταιρίας. Η ζητεία την οποίαν έκαμεν η κόμισσα της Βρύλης και Παππενχίμης έφερε τριακόσια εβδομήκοντα πέντε τάλληρα».

Αναγιγνώσκομεν εις τον «Αστέρα» από 17 Μαΐου 1826:
Αι περισσότε­ραι κυρία, περιφέρονται εις ζητείαν από οίκου εις οίκον («Γεν. Έφημερίς» της 16-6-1326)

Από «Αστέρα» της 28 Μαΐου:
 «Η εις Γερμανία γινομένη υπέρ των Ελλήνων εκουσία συνεισφορά εξακο­λουθεί μετά πολλού ζήλου. Η πριγκίπισσα της Προυσσίας Λουδοβίκα και ο σύζυγος της πρίγκιψ; Ράτζβιλ είναι πρώτοι καταγεγραμμένοι δια μεγάλην τινά ποσότητα» («Γενική Εφημερίς» της 28-6-1826) .

Εκ Πρωσσίας:
«Η πριγκίπισσα σύζυγος του Βασιλέως, έδωσε 10 φλουριά φρειδερίκια3 ήτοι 210 φρ.» (Φραντζής σελ. 59) .
Το φιλελληνικό κομιτάτο του Παρισιού εκυκλοφόρησε το 1826 ένα φυλ­λάδιο με τον τίτλο:
«Documents relatifs à l'état présent de la Grèce publies, d'après les communications du comité philhellenique de Paris. Paris 1826.
Στο φυλλάδιο αυτό βλέπουμε όλη την κίνηση του κομιτάτου.
O κόμης η κόμισσα Ζεράρ και οι γιοι τους 200 φράγκα.
Κατάλογος συνδρομητών 1827 (σελ. 66) :

η κυρία Μπουρζό
10  φράγκα
η κυρία  Ντ.
5  φράγκα
η κυρία  Λεσάζ
15  φράγκα
η κυρία  Λεβασέ
10  φράγκα
η κυρία   Μπάρμπ - Λεβαρά
3  φράγκα
η πριγκίπισσα της Ορλεάνης  
3.000  φράγκα
η κυρία   Ρενιάρ
20  φράγκα
Έρανος των κυριών του Παρισιού:
(σελ. 67)
η κυρία Μπλάνς Νταβιγιέ
120  φράγκα
η δεσποινίς Μπερτράν
10  φράγκα
συνέχεια του εράνου της κ. της Δαλματίας
55  φράγκα
νέος έρανος της δουκίσσης του Μπρογκλί
346 φράγκα 
η κόμισσα του Μοσιόν
200 φράγκα
η κυρία Φιρμέν Ντιντό
65  φράγκα
η κυρία Ταστύ
36  φράγκα
η κυρία  Βιεκαστέλ
388 φράγκα 
η κυρία  ντε ΛαστερΙ
250 φράγκα
η κυρία  ντε Μοντέγκρ
363 φράγκα 
η  βαρώνη Λεντύκ
334 φράγκα 
η κυρία  Ρεκαμιέ
225 φράγκα
η κυρία  Ντυπατύ
257 φράγκα
η κυρία  Λιλό
45 φράγκα
η κυρία  ντε Πυσσύ
190 φράγκα
οι κυρίες  Πασκετόν και Μπουρσιέ
325 φράγκα
η κυρία Λακάζ η νεώτερη
6  φράγκα
μία κυρία ανωνύμως έστειλε μέσω της κ. ντε Γκριμαλντί 
10 φράγκα
η κ. Ντερόσμ
200 φράγκα
η κ. Σαρλ Ντυπατί
50  φράγκα
δεσποινίς Μπάρμπ Λεβαρά
1 φράγκο
η κ. Γκ. της οποίας ο σύζυγος είναι αξιωματικός του πυροβολι­κού στην Ελλάδα
300 φράγκα






Κατάλογο εισφορών άνοιξε και ο Εϋνάρ στην Γενεύη όπου του έστελ­ναν χρήματα απ' όλον τον κόσμο. Στην αλληλογραφία Εϋνάρ — Καποδί­στρια (σελ. 46) διαβάζουμε ότι μέχρι της 1.11.1827 είχαν στείλει απ' την πλευρά των γυναικών:

Οι κυρίες της Φραγκφούρτης
 2.600   φράγκα
Η πόλη Μπουρζ και οι κοπέλλες της Ντιζόν
    879   φράγκα
Το κομιτάτο της Βασιλείας περιλαμβανομένου και του ερά­νου των κοριτσιών
14.069   φράγκα
Μια Γαλλίδα έστειλε ανωνύμως .                                          
14.000   φράγκα

 Από άλλο κατάλογο εισφορών που αναφέρει ο Αμ. Φραντζής (Δ. 60, 61, 59)  διαβάζομε:
Κατάστρωσις των συναχθεισών ποσοτήτων Από της συστάσεως του εν Παρισίοις κομιτάτου 1825 — 1827 :
Εκ διαφόρων κυριών
136.258 φράγκα.
Εκ του προϊόντος της συλλογής της Δελφίνης Γάγης
3.400  φράγκα

Στις 18.4.1826 δόθηκε στο Παρίσι στη σάλα Τιβολί ένα κονσέρτο υπέρ της Φιλελληνικής Εταιρίας. Ο ενθουσιασμός ήταν κάτι το απίστευτο. Οι μουσικοί είχαν στολίσει τα όργανα με ασπρογάλαζες μεταξωτές κορδέλλες. Μαέστρος ήταν ο Ροσσίνι. Το εκλεκτό κοινό που έρχονταν, το υποδέχονταν οι φιλέλληνες του κομιτάτου με επίσημο ένδυμα και με περιβραχιόνιο άσπρο -μπλε. Οι κυρίες φορούσαν βραδυνές τουαλέτες και έφεραν στο πέτο κονκάρδα με τα ελληνικά χρώματα. Την άλλη μέρα η κοσμική στήλη έγραφε: Πα­ρευρέθηκαν οι φιλελληνίδες δούκισσα ντε Νταλμπέρ, η δούκισσα του Μπρογκλί, η μαρκέζα Καστελάν. Πουλήθηκαν 1.200 εισιτήρια των 20 και 10 φρ. = 22.000. Επί πλέον δόθηκαν 8.000 φρ. ως δώρο. Εκείνο το βράδυ στην μεγάλη αυτή συγκέντρωση των φιλελλήνων παρευρίσκονταν ο γιος του Κανάρη κι ο γιος του Τσαμαδού. Το πρόγραμμα του κονσέρτου έκλεισε με ελληνικά τραγούδια, πράγμα που πολύ συνηθίζονταν τότε (Λάσκαρη, σελ. 34). Μετά το κονσέρτο επακολούθησε ένας πλατύς έρανος όπου βγήκαν «εις ζητείαν αι επισημότερα: κυρίαι, οπως η μαρκέζα τής Δαλματίας, αί δούκισσαι Δε Κάζη και Δαλβέργου, η μαρκέζα Μαρμιέ, και αι κυρίαι Μπαρτόλντυ, Λουι Τερνώ, Οράς ΣαΙ, Οραν Βερνέ, Πελεσέστ, Τεοντόρ Νταβιγγιέ κ. ά. («Γενική Εφημερίς» της 19.6.1826) . 
Γαλλική λιθογραφία που αναπαριστά  μια  φανταστική μάχη στη διάρκεια της οποίας  οι Έλληνες  κατατροπώνουν τους Τούρκους κατακτητές.

Στο Μπέργκεν (Οπ - Σαιμ της Ολλανδίας) η Εταιρία «Union» έ­δωσε στις 26 Απριλίου 1826 συναυλία υπέρ των Ελλήνων. «Η συρροή, γράφει ο Δ. Δρόσος [8], ήτο εκτάκτως μεγάλη. Πολλαί κυρίαι συνέπραξαν δια να γίνη η συναυλία μεγαλοπρεστέρα. Αι εισπράξεις ανήλθον εις 2.223 φρ.

Ο  Γάλλος φιλέλληνας Μ. Ροζελλί εξέδωκε το 1827 στο Παρίσι ένα δίτομο βιβλίο με τον τίτλο «Ιskoleo ού la Grece au 18 siecle», το βιβλίο αυτό το αφιερώνει στις φιλελληνίδες: «Dedie aux dames qui on secouru les Grecs». Στον πρόλογο του ο Ροζελλί μεταξύ των άλλων γράφει:

«Πολλοί νομίζουν ότι το 1821 οι Έλληνες ξεσηκώθηκαν σε μια στι­γμή κι έσπασαν τα δεσμά τους. Αλλά η ανεξαρτησία δεν είναι καρπός της τύχης ή της φαντασίας. Το όνομα του ελευθέρου ανθρώπου δεν αποκτάται σε μια μέρα μάχης και τα όπλα δεν μπορούν να επαρκέσουν για την αναγέν­νηση ενός λαού. Ήταν ανάγκη να βοηθήσουν οι διανοούμενοι να εμπνεύ­σουν το θάρρος, να εξουδετερώσουν το μίσος και να προπαρασκευάσουν αυτή την δοξασμένη αναγέννηση της οποίας τα αποτελέσματα ακόμα και στο μέλλον θα προσελκύουν την προσοχή.
Αυτό το βιβλίο είναι αφιερωμένο στις κυρίες εκείνες που εβοήθησαν τους Έλληνες. Κατά την διάρκειαν των ατελείωτων κυβερνητικών συνεδριά­σεων και των εσκεμμένων χρονοτριβών της βρεταννικής διπλωματίας, οι Έλληνες αιμόφυρτοι ικέτευαν τους χριστιανούς της Ευρώπης «Ελάτε» τους φώναζαν. «Ελάτε σήμερα, αύριο θα είναι αργά». Τους θλιβερούς αυτούς τόνους τους άκουσαν εκείνες που ήσαν προικισμένες με πνεύμα, χάρη και τόλμη και έκαναν έκκληση στην γαλλική ευσπλαχνία... Ποιά ψυχή μπόρεσε να τους αντισταθεί. Αυτές αι γυναίκες συγκινούσαν και τον πιο τσιγκούνη έμπορο και το βαλάντιο του άνοιγε συνήθως λιγώτερο για το άτυχο έθνος και περισσότερο για το ωραίο χέρι που δεχόταν την προσφορά. Κάτω απ' την επίδραση αυτήν των γυναικών κι ένας μουσουλμάνος έδωσε τον οβολό του για τους Έλληνες. Ίσως  πίστευε βλέποντας αυτές τις θνητές, ότι τα ουρί του παραδείσου κατέβηκαν για μια στιγμή απ' τον ουρανό και ήρθαν απ' τον Αλλάχ να του δώσουν σωτηρία... Δεν θα πλέξουμε το εγκώμιο αυ­τών των ωραίων  γυναικών που έκαναν τον έρανο, μόνο θα αναφέρουμε τα ονόματά τους:
 Δούκισσα ντε Μπρογκλί, Οράς Σαι, μαρκησία ντε Νταλματί, Μονακό, Ζώρζ Λα Φαγιέτ, δούκισσα ντε Νταλμπέρ, δούκισσα ντε Καζ, κοντέσσα Ρενιώ Σαίν - Ντ' Ανζελύ, μαρκησία ντε Μαρμιέρ, ντε Καρβαλό, δούκισσα ντε Πρασλέν, ντε Μπέλ - Ίσλ, Ντελεσέρ, Γκωτιέ.
(Η Δούκισσα ντε Μπρογκλί ήταν κόρη της διάσημης συγγραφέως κ. Στάελ «Εφημερίς των Κυριών» της 5.7.1898) .
Δεν ξέρουμε πως να μιλήσουμε εδώ, συνεχίζει ο Ροζελλί, για δύο πρό­σωπα τα οποία θελήσαμε πρώτα να αναφέρουμε. Περιβεβλημένη από την τριπλή λάμψη της κοινωνικής θέσεως της, της αρετής και της ομορφιάς, μητέρα δύο κοριτσιών η δούκισσα ντε Μπασσανό που πέθανε ξαφνικά και που ήταν το καμάρι της οικογενείας της και η ανεξάντλητη πηγή παρηγο­ριάς των δυστυχισμένων. Σ' αυτήν την απώλεια ήρθε να προστεθή και μιά άλλη, της κυρίας Λουί Τερνώ, η οποία πέθανε στο άνθος της νεότητός της. Η κ. Τερνώ χάθηκε εντελώς ξαφνικά κι ούτε η βοήθεια της επιστήμης, ούτε οι θρήνοι των γονέων της μπόρεσαν να την σώσουν απ' το δρεπάνι του χά­ρου. Το νεκρικό σάβανο έκρυψε το ωραίο της μέτωπο. Η κ. Τερνώ κοιμήθη­κε τον αιώνιο ύπνο, άφησε τον καρπό των πράξεων της και τα δάκρυα των φίλων της εγγύηση του περάσματος της. Η δούκισσα ντε Μπασσανό και η κ. Τερνώ εισέπραξαν την αμοιβή τους (δηλ. η φιλελληνική τους δραστηριό­τητα απέδωσε τους καρπούς που εκείνες πρόσμεναν)   και συνεχίζει ο  Ροζελλί:

Δεν μπορούμε ακόμα να ξεχάσουμε τις κυρίες: κοντέσσα Μερλέν, Ο­ράς Βερνέ, Ζοζέφ Περριέ, μαρκησία ντε Καστελάν, κοντέσσα ντε Τρασύ Τεοντόρ Νταβιγιόν, ντε Λα Μπουρντονέ, ντε Μασσά, Νορβέν ντε Μοντμπριζόν. Σίγουρα αυτές οι γυναίκες θα δουν να επιβραβεύονται οι προσπάθειες τους. Η Ελλάδα θα ελευθερωθεί. Κι αυτή η υπέροχη χώρα ξαναγεννημένη απ' την τέφρα της έπειτα από τόσους αιώνες, θα ξαναγίνει όπως άλλοτε η προστάτις των μουσών και των χαρίτων».
Υποσημειώσεις: 

[8]«Ο Φιλελληνισμός των Κάτω Χωρών» στο «Ημερολόγιον Μεγάλης Ελλάδος» 1928, σελ. 124.