Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013

ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:Η ΣΙΔΗΡΑ ΚΑΙ ΧΡΥΣΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

31. O ΧΡΥΣΟΣ
Hρώτησα :
  Αλλά, θεέ μου! ποίος εφεύρε τον τραγέλαφον αυτόν, που δεν τον εκατάλαβαν ποτέ οι άνθρωποι;
Ο Δαίμων εξεκαρδίσθη από τα γέλια.
  Είναι μία φαιδρά ιστορία· ακουσέ την. Την ημέραν που ο θεός εσκέφθη να γράψη ως επικεφαλίδα εις τον μεγάλον Τόμον του Ηθικού Νόμου την λέξιν «ΤΙΜΗ», ο Διάβολος εφρένιασεν από την λύσσαν του.
  Φαίνεται ότι θα την είχεν εννοήση πολύ καλά την σημασίαν της.
  Ω ! ναι και καλύτερα μάλιστα από τον θεόν διότι δεν είνε τίποτε ερμηνευτικώτερον και εκφραστικώτερον δια μίαν «θέσιν», από την ιδίαν άρνησίν της. Άλλως τε, τούτα αποδεικνύεται και από την αμερημνησίαν του θεού ν' αφήση την Τιμήν αφρούρητον, μίαν φοράν που την εφεύρε.
Τότε ο διάβολος εχώθη από την λύσσαν του και από την εντροπήν του μέσα εις την γην και ήρχισε να την σκάπτη με τα νύχια του, είτε δια να σπάση πλέον τα νύχια του ως άχρηστα, είτε δια να φθάση εις τον ομφαλόν της γης και να την ανατινάξη εις το χάος.
»Φαίνεται όμως, πως εκεί που έξυνεν επίμονα το χώμα, τα νύχια του εσταμάτησαν επάνω εις κάτι σκληρόν, που εκί­νησε την προσοχήν του' το εξήτασε καλά και εσκέφθη :
—· »Αυτό δεν είνε μέρος από το χώμα, που έπλασε ο θε­ός τον άνθρωπον και του εκληροδότησε την Τιμήν. Όχι! εί­ναι κάτι στιλπνότερον και περισσότερον βαρύ και συμπαγές. Ας δοκιμάσωμεν».
»Παίρνει ένα κομμάτι και ανεβαίνει εις την επιφάνειαν.
»Πρώτος που συνήντησεν, ήτο ένας άνθρωπος, φημισμέ­νος δια την αρετήν του, που έβοσκεν ήσυχα τα πρόβατα του.
  »Χαίρε, πατριώτη, του λέγει.
  »Ώρα καλή, του απαντά ο χωρικός.
  »Πόσα πρόβατα έχει αυτού;
  »Καμμιά πενηνταριά.
  »Σου φθάνουν;
  »Ου! και μου περισσεύουν!
  »Έχουν άλλοι περισσότερα απ' αυτά;
  »Βέβαια· άλλος έχει εκατό, άλλος διακόσια· ένας μά­λιστα έχει και χίλια.
  »Τί λες! χίλια;... Λοιπόν αυτός πρέπει να είνε πολύ μεγάλος άνθρωπος.
   »Χμ! μεγάλος δεν είνε' μα επί τέλους..., έχει χίλια!
   »Ήθελες και συ να είχες δύο χιλιάδες;
.— «Δύο χιλιάδες; χμ! μπελάς είνε, να σου πω την αλή­θεια, μα επί τέλους... είνε δύο χιλιάδες. «Ο Διάβολος εθριάμβευε.
   »Μπελάς είνε, αλλά τον θέλεις! του λέγει, κτυπών φιλικά τον ώμόν του.
   »Ναι, βέβαια' τον θέλω' όχι τόσον πολύ δια τον οργανισμόν μου, διότι τα πενήντα πρόβατα μου φθάνουν να ζήσω, όσον δια να λένε οι άλλοι : «Για κύτταξε αυτόν! δύο χιλιάδες πρόβατα έχει!»
   »Να λοιπόν : πάρε αυτό το κομμάτι που λάμπει, κόψε το εις μικρότερα κομμάτια, και όπου δίδεις απ' αυτά, θα σου δίδουν πρόβατα...
Ο Διάβολος έγινε άφαντος.
Ο χωρικός επήρε το μέταλλον και το αντήλλαξε με τρεις χιλιάδες πρόβατα. Επειδή όμως δεν είχεν άλλο πλέον, είχε δε προσβληθή από την απληστίαν, ήρχισε να βάζη χέρι και εις  τα ποίμνια των γειτόνων του, πότε με την απάτην και πότε με την βίαν και από αυτάρκης και τίμιος και ειρηνικός άνθρωπος, μετεβλήθη εις ζωοκλέπτην!...
Ήκουσα περιέργως την ιστορίαν αυτήν και ηρώτηοα απορών :
  Kαι ποίον είνε αυτό το μέταλλον το θαυματουργόν: Το Φάσμα με έσυρεν εμπρός εις ένα κιβώτιον κλεισμένον και απήντησε :
   Χρυσός ονομάζεται και είνε κλεισμένος εδώ μέσα. Είνε ο αιώνιος φυλακισμένος. Αυτός διέπραξε, διαπράττει και θα διαπράττη ακόμη τα μεγαλύτερα εγκλήματα. Αλλ' είνε από τους εγκληματίας, που κάμνουν το κακόν, όταν ευρίσκωνται κλεισμένοι εις την φυλακήν. Εάν μίαν ημέραν εχύνετο ελεύθερος εις τον δρόμον, θα έχανε όλην του την δύναμιν, και ούτε τα παιδιά δεν θα κατεδέχοντο να τον μεταχειρισθούν δια παιγνίδι των.
  Είνε λοιπόν τόσον θαυματουργόν αυτό το μέταλλον;
  Ω! ναί' ο χρυσός είναι ο ισχυρότερος μαγνήτης, που ελκύει 'ο,τι ευρίσκεται εμπρός του. Να ήσαι βέβαιος πως αν ο Ήλιος δεν είχε το χρώμα του χρυσού, ηλιακόν σύστημα δεν θα υπήρχε· κανείς από τους πλανήτας δεν θα κατεδέχετο να τον ακολουθή και να περιστρέφεται γύρω του!...
Το Φάσμα ήνοιζε σιγά το σκέπασμα του κιβωτίου, κάτω από το οποίον εκρύπτοντο χρυσά νομίσματα, και μου είπε :
Κλέψε εκατόν φράγκα.
Επλησίασα και έκλεψα φράγκα εκατόν. ,Αλλά μόλις απεμακρύνθην, ήκουσα οπίσω μου φωνάς να κραυγάζουν :
  Ο άτιμος! ο άτιμος!
Ετρόμαξα και επέταξα κάτω το κλεμμένον ποσόν. Εγέλασεν ο Δαίμων και είπε :
  Πλησίασε τώρα και κλέψε εκατόν μυριάδες φράγκων. Επλησίασα και έκλεψα μυριάδας εκατόν.
Και ήκουσα πάλιν τας ιδίας φωνάς γύρω μου, αλλά την φοράν αυτήν εκραύγαζον όλοι μαζύ :
  Ο μεγάτιμος! ο μεγάτιμος!

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου