Δευτέρα, 11 Απριλίου 2011

ΓΚΡΙΓΚΟΡΙ ΜΠΑΚΛΑΝΟΦ : ΑΙΩΝΙΑ ΔΕΚΑΕΝΝΙΑ ΧΡΟΝΩΝ



                                                                                                                                          Μακάριος ο που περπάτησε σ' αυτή τη γη
                                                                                                                                          μες στις στιγμές της τις μοιραίες!
                                                                                                                                          Φ. Τιούτσεφ
Διαβήκαμε ετούτη τη ζωή απλά,
με τις πεταλωμένες μας τις μπότες.
                                         Σ. Ορλόφ



Οι ζωντανοί στέκονταν στην άκρη του σκαμμένου χαρακώ­ματος. Κι εκείνος καθόταν κάτω στο βάθος. Απάνω του δεν είχε μείνει τίποτα απ' αυτά που ξεχωρίζουν στη ζωή τους ανθρώπους τον έναν απ' τον άλλο. Κι ήταν αδύνατο να ξεκαθαρίσει τι ήταν: Δικός μας στρατιώτης; Γερμανός; Μόνο τα δόντια του ήταν νέα και γερά. 
Κάτι κουδούνισε κάτω απ' το φτυάρι. Και ξέχωσαν, ξεραμένον απ' τον άμμο, πράσινον απ' τη σκουριά έναν τοκά με αστέρι. Τον πέρασαν προσεχτικά από χέρι σε χέρι και κατάληξαν: Δικός μας! Και, όπως φαίνεται, αξιωματικός. 
Άρχισε να βρέχει. Το νερό κανάλιζε και μούσκευε τις πλάτες και τους ώμους από τα στρατιωτικά χιτώνια που είχαν φορέσει οι ηθοποιοί πριν αρχίσει το γύρισμα, για να δείχνουν παλιά. Οι μάχες σ' αυτό το μέρος είχαν γίνει πριν τριάντα και πάνω χρόνια, όταν πολλοί απ' αυτούς τους ανθρώπους δεν είχαν ακόμα γεννηθεί. Κι όλα αυτά τα χρόνια εκείνος καθόταν έτσι στο χαράκωμα. Και τα λιωμένα χιόνια και οι βροχές στράγγιζαν απάνω του μέσα στη γη, στο βάθος, απ' όπου τα ρουφούσαν οι ρίζες των δέντρων, οι ρίζες των χορταριών. Κι ύστερα ξαναγίνονταν σύννεφα κι έπλεαν πάλι στον ουρανό. Τώρα η βροχή τον ξέπλενε. Από τις σκοτεινές κόγχες κυλούσαν στάλες αφήνοντας πίσω τους ίχνη από μαυρόχωμα. Από τις γυμνωμένες κλειδώσεις και τα βρεγμένα πλευρά έτρεχε νερό που ξέπλενε τον άμμο και το χώμα. Ακριβώς από κει, όπου κάποτε ανάσαιναν τα πλεμόνια και χτυπούσε η καρδιά. Ξεπλυμένα απ' τη βροχή, άστραφταν με ζωντανή λάμψη τα νέα του δόντια. 
— Σκεπαστέ τον με το αντίσκηνο, είπε ο σκηνοθέτης. Είχε έρθει εδώ με μια ομάδα κινηματογραφιστών, για να γυρίσουν μια ταινία για τον περασμένο πόλεμο. Και σκάβαν χαρακώματα εκεί όπου βρίσκονταν τα παλιά και που από καιρό είχαν μολώσει και χορταριάσει. 
Οι εργάτες, κρατώντας απ' τις γωνιές το αντίσκηνο το τέντωσαν. Η βροχή χτυπούσε απάνω του από ψηλά κι έμοιαζε να χει δυναμώσει. Ήταν βροχή καλοκαιριάτικη, με ήλιο. Από τη γη ανέβαινε αχνός. Μετά από μια τέτια βροχή, το κάθε τι που ζει αρχίζει να μεγαλώνει πιο γρήγορα. 
Τη νύχτα, σ' όλο το βάθος τ' ουρανού, έφεγγαν ζωηρά τ' άστρα. Εκείνος, όπως τότε, τριάντα κι απάνω χρόνια πριν, καθόταν στο διαβρωμένο χαράκωμα και τ' αυγουστιάτικα άστρα ξεκολλούσαν από πάνω του και πέφταν, αφήνοντας στον ουρανό το φωτεινό αχνάρι τους. Και το πρωί πίσω απ' την πλάτη του βγήκε ο ήλιος. Βγήκε πίσω από τις πόλεις που τότε δεν υπήρχαν, πίσω από τις στέπες, που τότε ήταν δάση, βγήκε όπως πάντα, ζεσταίνοντας τους ζωντανούς. 


Στο Κουπιάνσκ στρίγκλιζαν οι ατμομηχανές που έτρεχαν απάνω στις γραμμές. Ο ήλιος πάνω απ' τον τούβλινο πύργο του υδραγωγείου, που τον είχανε γδάρει οι οβίδες, έφεγγε μέσα από καπνούς και σκόνη. Το μέτωπο είχε ξεμακρύνει τόσο πολύ απ' αυτά τα μέρη, που ούτε ακούγονταν πια οι βροντές του. Μόνο τα βομβαρδιστικά μας πετούσαν κατά τη δύση κάνοντας τη γη να τρέμει από το βουητό τους. 
Και τιναζόταν, χωρίς ν' ακούγεται, ο ατμός απ' τη σειρήνα των ατμομηχανών και κυλούσαν χωρίς ν' ακούγονται οι συρμοί πάνω στις γραμμές τους. Κι ύστερα, όσο και ν' αφουγκραζόταν ο Τρετιακόφ, ως εκεί δεν έφτανε πια ούτε ο κρότος απ' το βομβαρδισμό. 
Οι μέρες, που ταξίδευε απ' τη σχολή ως το σπίτι, κι ύστερα απ το σπίτι ίσαμε δω, μέσ' απ' όλη τη χώρα, έσμιγαν όπως σμίγουν οι ατσαλένιες κλωστές των γραμμών που τρέχουν ασταμάτητα καταπάνω μας. Και να τος τώρα, με απλωμένη τη χλαίνη με τις επωμίδες του ανθυπολοχαγού απάνω στο βρώμικο απ' τη σκουριά χαλίκι, κάθεται απάνω στη ράγια σ' ένα αδιέξοδο, της γραμμής και κολατσίζει ξεροφάι. Ο ήλιος έλαμπε φθινοπω­ρινός. Ο αέρας ανέμιζε τα μαλλιά του που είχαν αρχίσει να μεγαλώνουν. Από τότε, απ' το Δεκέμβρη του '41, που το κατσαρό του τσουλούφι είχε κυλήσει μαζί μ' άλλα τσουλούφια σγουρά, σκούρα, κατάμαυρα σαν την πίσσα, κόκκινα, ξανθά σαν το λινάρι, μαλακά ή σκληρά και σαρώθηκε με τη σκούπα στο πάτωμα σ' ένα κουβάρι, από τότε δεν είχε ξαναφουντώσει ούτε μια φορά. Μόνο στη μικρή φωτογραφία της ταυτότητας που τη φύλαγε τώρα η μάνα, εκείνο το μαλλί είχε διασωθεί σ' όλη την προπολεμική του ομορφιά. 
Σκλήριζαν, καθώς τράκαραν οι σιδερένιοι προφυλαχτήρες των βαγονιών. Παντού απλωνόταν μια πνιγερή μυρουδιά καμέ­νου κάρβουνου. Ο ατμός σφύριζε. Οι άνθρωποι ορμούσαν ξαφνικά πηδώντας τις ράγιες. Φαίνεται πως σ' όλο το σταθμό μόνο αυτός δε βιαζόταν. Σήμερα δυο φορές είχε πιάσει σειρά στο κέντρο επισιτισμού. Τη μια είχε πια φτάσει στη θυρίδα κι έδειχνε το πιστοποιητικό του, μα αποδείχτηκε πως πρέπει και κάτι να πληρώσει. Αυτός όμως στον πόλεμο ξέμαθε ολότελα ν' αγοράζει. Κι ούτε λεφτά είχε απάνω του. Καθόλου! Στο μέτωπο ό, τι σου ανήκει στο δίνουν έτσι. Είτε το βρίσκεις πεταμένο την ώρα της επίθεσης ή της υποχώρησης. Πάρε, όσο μπορείς να σηκώσεις! Μα σε τέτιες στιγμές για το φαντάρο ακόμα και η δικιά του εξάρτυση είναι ασήκωτη. Και μετά, στην πολύκαιρη άμυνα κι ακόμα πιο πολύ στη σχολή, όπου τους ταΐζανε με μερίδα των μετόπισθεν, κάμποσες φορές του ερχόταν στη μνήμη, το πώς περνούσαν δίπλα από ένα κατεστραμμένο εργοστάσιο γαλακτοκομικών και βουτούσαν τις καραβάνες τους στο συμπυκνωμένο γάλα που σερνόταν κλωστές-κλωστές πίσω τους σαν το μέλι. Μόνο που τότε βάδιζαν μέσα στην κάψα με ψημένα, μαύρα απ'τη σκόνη χείλια και στο ξεραμένο λαρύγγι τους κυλούσε κείνο το γλυκό γάλα. Ξαναθυμόταν τα κοπάδια που τα σαλαγούσαν και κείνα μούγκριζαν και που τ' άρμεγαν επι­τόπου εκεί, μέσα στη σκόνη του δρόμου... 
Ο Τρετιακόφ πήγε πίσω απ' τη δεξαμενή κι έβγαλε απ' το γυλιό την πετσέτα με τα τετραγωνάκια και τη σφραγίδα, που του 'χαν δόσει στη σχολή. Ούτε να την ξεδιπλώσει δεν πρόλαβε κι έπεσαν απάνω του μεμιάς κάμποσοι άντρες. Όλοι τους ήταν στρατεύσιμης ηλικίας που κοίταζαν να ξεφύγουν τον πόλεμο. Όλοι τους ήταν νευρικοί, βιαστικοί. Τραβούσαν την πετσέτα απ' τα χέρια του κι όλο κοίταζαν ένα γύρω έτοιμοι να εξαφανι­στούν. Τους την έδοσε με σιχαμάρα, χωρίς να παζαρέψει -μι­σοτιμής. Κι έπιασε για δεύτερη φορά θέση στην ουρά. Η σειρά, όλο ανθυπολοχαγοί, λοχαγοί, υπολοχαγοί κινούνταν αργά προς τη θυρίδα. Μερικοί ήταν ντυμένοι με καινούργια, ατσαλάκωτα ρούχα. Οι άλλοι, που γύριζαν απ' τα νοσοκομεία φορούσαν κάτι μπαμπακερά «παλιάς χρήσης», φορεμένα από άλλον πιο μπρο­στά. Εκείνος που το 'χε πρωτοπορεί απ' την αποθήκη, όταν μύριζε ακόμα πετρέλαιο, μπορεί τώρα να 'ταν χωμένος στη γη. Μα η στολή, πλυμένη και καρικωμένη εκεί που την είχε τρυπήσει η σφαίρα ή το θραύσμα, έκανε τη δεύτερη θητεία της στην υπηρεσία. 
Όλη αυτή η μακριά σειρά στο δρόμο για το μέτωπο περνούσε μπροστά απ' τη θυρίδα του επισιτισμού. Κι ο καθένας φτάνοντας εδώ έσκυβε το κεφάλι. Ο ένας σκουντουφλιασμένος, οι άλλοι με κάποιο ανεξήγητο ερευνητικό χαμόγελο. 
— Ο επόμενος! — ακουγόταν από μέσα. 
Ο Τρετιακόφ υποχωρώντας σε κάποια ακαθόριστη περιέρ­γεια, κοίταξε στο παραθυράκι που ήταν κομμένο χαμηλά. Ανάμεσα στους σάκους, τ' ανοιγμένα κουτιά της χαρτοσακού­λας, μέσα σ' όλη αυτή την αφθονία πηγαινοέρχονταν πάνω στις σανίδες που λύγιζαν δυο ζευγάρια μπότες από σεβρό. Γυάλιζε το σκονισμένο δέρμα που έσφιγγε εφαρμοστά τις γάμπες. Οι σόλες ήταν λεπτές δερμάτινες. Με τέτιες μπότες ήταν καλά, όχι να τσαλαβουτάς στη λάσπη, μα να βαδίζεις πάνω σε καθαρές σανιδούλες. Τα επιδέξια χέρια, του στρατιώτη των μετόπισθεν (οι χρυσαφιές τρίχες απάνω τους ήταν πουδραρισμένες από αλεύρι) άρπαξαν απ' τα δάχτυλα το δελτίο διατροφής και τ "αράδιασαν στη θυρίδα όλα μονοκοπανιάς: το τενεκεδένιο κουτί της κονσέρβας του ψαριού, ζάχαρη, ψωμί, λαρδί και μισό πάκο λαφρύ καπνό! 
— Ο επόμενος. 
Ο επόμενος βιαζόταν. Γι' αυτό άπλωσε πάνω απ' το κεφάλι του Τρετιακόφ το δελτίο του. Ύστερα ο Τρετιακόφ βρήκε ένα μέρος πιο ήσυχο από κόσμο, έλυσε το γυλιό και καθίζοντας απάνω στη ράγια, όπως κάθονται μπροστά στο τραπέζι, έτρωγε το ξεροφάι του και κοίταζε από μακριά τη φασαρία του σταθμού. Ειρήνη και ησυχία υπήρχε μέσα στην ψυχή του, λες και όλα όσα βρίσκονταν μπροστά του — και η μέρα τούτη η φλογάτη με την καπνιά, κι οι ατμομηχανές που στριγκλίζουν στις γραμμές κι ο ήλιος απάνω απ' τη δεξαμενή — όλα του 'χαν δοθεί σα δώρο για να τα βλέπει έτσι, για τελευταία φορά. 
Τριζοβολώντας απάνω στο σκόρπιο χαλίκι, πέρασε πίσω του μια γυναίκα και στάθηκε λίγο πιο πέρα. 
— Κερνάς ένα τσιγάρο, ανθυπολοχαγέ; 
Το 'πε προκλητικά, μα τα μάτια της γυάλιζαν πεινασμένα. Ο πεινασμένος πιο εύκολα γυρεύει να πιει ή να καπνίσει. 
— Κάτσε, της είπε απλά. Και κορόιδεψε τον εαυτό του κρυφά, από μέσα του. Ίσα-ίσα τη στιγμή που ετοιμαζόταν να δέσει το γυλιό. Δεν έκοψε άλλο κομμάτι ψωμί επίτηδες, για να του φτάσει μέχρι το μέτωπο. Σωστός είναι ο νόμος του μετώπου: τρώγε, όχι ώσπου να χορτάσεις, μα όσο υπάρχει φαΐ..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου