Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2011

Η ΔΙΑΣΑΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑΣ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Α. Ηγεμονία της Ευρώπης 

Στις αρχές του εικοστού αιώνος η Ευρώπη εξα­κολουθούσε να επισκιάζη τον κόσμο. Δυο γεγονότα μπορούν να θεωρηθούν ως συμβολικά της θέσεως που κατείχε: η κατάληψη του Πεκίνου (1900) από τις συνδυασμένες δυνάμεις των ευρωπαϊκών εθνών, ύστερα από την αντιξενική εξέγερση των Μπόξερς και το «ντουρμπάρ» (επίσημη δεξίωση) του Δελχί (1903), που δόθηκε για τον εορτασμό της στέψεως του βασιλιά Εδουάρδου Ζ' της Μεγάλης Βρετα­νίας. Το πρώτο αποτελούσε απόδειξη της απόλυτης αδυναμίας του αρχαιότερου και πολυπληθέστερου κράτους της Ασίας, ενός κατ' όνομα ανεξαρτήτου έθνους, απέναντι στις αποικιοκρατικές δυνάμεις της Ευρώπης. Το δεύτερο ήταν μια διακήρυξη πί­στεως στην μονιμότητα της Βρετανικής ισχύος στην Ασία. Η Κίνα και η Ινδία, που οι δυο τους περιελάμβαναν περισσότερο από το ένα τρίτο του πληθυσμού της γης, είχαν γονατίσει μπροστά στην δύναμη της Ευρώπης, και μαζί τους και οι λαοί των Γαλλικών κτήσεων στην Ινδοκίνα και των Ολλανδικών στο Ινδονησιακό Αρχιπέλαγος και οι υπήκοοι του Ρώσου τσάρου στην κεντρική και την βόρεια Ασία. 
Στο διάστημα είκοσι ετών (1879-99), οι ευρωπαϊκές δυνάμεις είχαν μοιράσει μεταξύ τους ολόκληρη σχεδόν την αφρικανική ήπειρο. Οι απέραντες εκτάσεις του Βελγικού Κογκό έγιναν ατομική ιδιοκτησία του βασιλιά Λεοπόλδου των Βέλγων. Η κεντρική, η δυτική και η ανατολική Αφρική μοιράσθηκαν μεταξύ της Μεγάλης Βρετανίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας και της Πορτογαλίας. Επεκτείνοντας την εξουσία της από την Αλγερία, η Γαλλία ίδρυσε μιαν αυτοκρατορία της Σαχάρας και κατέστησε την Τυνησία προτεκτοράτο της. Η Ιταλία, τέλος, κατέλαβε την Σομαλία, ενώ ή Ισπανία διεκδικούσε περιοχές στα βορειοδυτικά. Μόνο η ιστορική αυτοκρατορία της Αιθιοπίας και η μικρή δημοκρατία της Λιβερίας, που συντη­ρούσαν οι Αμερικανοί, έμεναν έξω από την σφαίρα της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας. Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις είχαν συμφωνήσει επάνω στο γενικό σχέδιο διανομής κατά την διάσκεψη του Βερολίνου το 1885 και είχαν αποδείξει, καταπνίγοντας κάθε αντίσταση που συναντούσαν, ότι οι πόλεμοι κατά των αποι­κιακών λαών κατέληγαν σε νίκη των αποικιοκρα­τικών δυνάμεων, με μικρή δαπάνη σε άνδρες και όπλα. 
Δεν υπήρχε εκείνον τον καιρό καμιά ανησυχία, ούτε καν αμυδρή ιδέα, πως θα μπορούσε σύντομα να έλθη καιρός που τα ευρωπαϊκά έθνη θα έπρεπε να αποχωρήσουν από την Ασία και πολύ λιγότερο πως θα μπορούσαν μια μέρα να υποχρεωθούν να παραχωρήσουν ανεξαρτησία σε έθνη της Αφρικής. Ο λόρδος Μόρλεϋ, ένας από τους πιο φιλελεύθερους πολιτικούς της εποχής του, δήλωσε ως υπουργός των Ινδιών, το 1908, ότι δεν μπορούσε να προβλέψη την ημέρα που η Ινδία θα γινόταν ελεύθερη και αυτόνομη. Το ίδιο το Ινδικό Εθνικό Κογκρέσσο άλλωστε δεν είχε ζητήσει παρά «αυτοδιοίκηση κατά τα αποικιακά πρότυπα». Ο Κάιζερ Γουλιέλμος Β' έδινε ένα δείγμα της επάρσεως των δυνάμεων που διατηρούσαν ημικυριαρχικά δικαιώματα σε σφαί­ρες επιρροής, στα ευφορώτερα και αξιολογώτερα μέρη της Κίνας, όταν κομπορρημονούσε δηλώ­νοντας (1897) ότι «ο Γερμανός Μιχαήλ έχει ακουμ­πήσει την ασπίδα του, στολισμένος με τον αυ­τοκρατορικό αετό, σταθερά στο έδαφος και όποιος ζητήση την προστασία του, θα την έχη πάντοτε».[1]
Η ευρωπαϊκή ηγεμονία δεν στηριζόταν προ­φανώς μόνο στην ισχύ των όπλων, αλλά και στην υπεροχή της ευρωπαϊκής κοινωνίας, σύμφωνα με όλα τα κριτήρια που σε μια βιομηχανική εποχή μετρούσαν την πρόοδο [2]. Στην Ευρώπη θα εύρισκε κανείς τα εργοστάσια και τα ορυχεία, τους σιδη­ροδρόμους και τα ατμόπλοια, τις μηχανές και την αξιοποιημένη ενέργεια, που αποτελούσαν τους τένοντες μιας βιομηχανικής κοινωνίας. Η κατά κεφαλήν κατανάλωση του κάρβουνου, της κυριό­τερης πηγής ενεργείας, ήταν στην Μεγάλη Βρετα­νία εκατονταπλάσια απ' ότι ήταν στην Κίνα. Από την έποψη εμψύχου υλικού, οι λαοί της δυτικής Ευρώπης ήσαν, στην μεγάλη τους πλειονότητα, εγγράμματοι, ενώ λιγότεροι από το 10 % των αποι­κιακών πληθυσμών ήξεραν ανάγνωση- και η μέση διάρκεια ζωής τους ήταν διπλάσια από ότι στο μεγαλύτερο μέρος της Ασίας και της Αφρικής. Η ανισότης παραγωγικού δυναμικού και βιοτικού επιπέδου φαινόταν να τονίζη την υπεροχή του ευρω­παϊκού πολιτισμού και να παρέχη βάση για μια διαρκή επικυριαρχία. Εκτός αυτού, οι Ευρωπαίοι, έχοντας πεποίθηση για την ανωτερότητα της χρι­στιανικής τους θρησκείας, επεδείκνυαν έναν ιερα­ποστολικό ζήλο, που οι οπαδοί άλλων θρησκειών δεν είχαν ή δεν μπορούσαν να εκδηλώσουν. 
Μόνο η ιαπωνική αυτοκρατορία έμενε έξω από την σφαίρα της ευρωπαϊκής εξουσίας, γιατί οι άλλες ελεύθερες ασιατικές χώρες χρωστούσαν την επισφαλή ανεξαρτησία τους στον ρόλο τους σαν παρεμβαλλόμενης ζώνης: το Σιάμ μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας και Γαλλίας, το Αφγανιστάν και η Περσία μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας και Ρωσίας. Από τότε που η παραδοσιακή της απομόνωση είχε διακοπή, το 1853, η Ιαπωνία επεδίωξε να κάνη κτήμα της την ευρωπαϊκή τεχνική και να την χρη­σιμοποιήση για να σωθή από την μοίρα που είχε πλήξει την υπόλοιπη Ασία. Από το 1868, είχε ακολουθήσει μια ρωμαλέα πολιτική βιομηχανικής και στρατιωτικής αναπτύξεως κατά τα δυτικά πρό­τυπα και είχε συνδυάσει το επιθετικό και δυναμικό πνεύμα της Δύσεως με την δική της ισχυρή συγκεν­τρωτική οργάνωση, διαποτισμένη με φεουδαλικές παραδόσεις. Η νίκη της κατά της Κίνας, το 1895, της είχε επιτρέψει να μιμηθή την Δύση, φιλοδο­ξώντας να γίνη κι αυτή δικαιωματικά αποικιοκρα­τική δύναμη. 
Το πρώτο σημαντικό ρήγμα στην ευρωπαϊκή παντοδυναμία σημειώθηκε τότε ακριβώς, που η Ευρώπη φαινόταν να βρίσκεται στο απόγαιο της δυνάμεως της. Το 1902, η Μεγάλη Βρετανία συνήψε συνθήκη συμμαχίας με την Ιαπωνία. Το γεγονός ήταν βασικής σημασίας από κάθε έποψη. Ήταν η πρώτη συμμαχία υπό ίσους όρους μεταξύ μιας μεγάλης ευρωπαϊκής δυνάμεως και ενός ασιατικού κράτους. Η συμμαχία στρεφόταν απροκάλυπτα εναντίον ενός άλλου ευρωπαϊκού κράτους, της Ρωσίας. Βάσει των όρων της, η Μεγάλη Βρετανία ήταν διατεθειμένη να εμπιστευθή στην Ιαπωνία την υποστήριξη των ζωτικών συμφερόντων της στην περιοχή της Σινικής θαλάσσης. Μόνο χάρη σ' αυτή την συμμαχία κατέστη δυνατός ο ρωσοϊαπωνικός πόλεμος. 
Η ιαπωνική νίκη κατά της Ρωσίας, το 1905, μπορεί κάλλιστα να θεωρηθή σαν το γεγονός που προκάλεσε το ξέσπασμα του ασιατικού εθνικισμού. Κάποια σκιρτήματα είχαν παρατηρηθή παλιότερα, όπως τότε που τα ασιατικά έθνη δέχθηκαν με ενθου­σιασμό την είδηση ότι ο ιταλικός στρατός είχε υποστή σοβαρή ήττα από τους Αιθίοπες στην Άδουα (1896). Αλλά η Ιταλία δεν ήταν πολύ γνωστή δύναμη στην Ασία και, μόλο που η αιθιοπική νίκη έδειχνε για πρώτη φορά ότι τα ευρωπαϊκά κράτη δεν ήσαν αήττητα, δεν είχε πάντως τον ίδιο επα­ναστατικό αντίκτυπο που είχε η ιαπωνική νίκη κατά του ρωσικού κολοσσού. Επί πλέον, οι Ιάπωνες είχαν νικήσει, όχι μόνο στην ξηρά, αλλά και στην θάλασσα. Από τον καιρό που ο Χαϊρεντίν Βαρβαρόσσας διοικούσε τον τουρκικό στόλο, κατά τον 16ον αιώνα, καμιά ασιατική χώρα δεν είχε κερδίσει ναυτική νίκη εναντίον ευρωπαϊκού έθνους. Και ήταν γεγονός ότι η ναυτική ισχύς ήταν εκείνη που επέ­τρεψε στα ευρωπαϊκά κράτη να εξουσιάζουν την Ασία. Η νίκη, λοιπόν, του ναυάρχου Τόγκο ερμη­νεύθηκε από τους περισσότερους παρατηρητές των ασιατικών υποθέσεων σαν ιστορική καμπή, όπως και ήταν πράγματι. Σε μικρό χρονικό διάστημα, η είδηση της μεγάλης νίκης είχε φθάσει μέχρι και τα πιο μακρινά χωριά τής Αφρικής, με πρωτόγονα μέσα επικοινωνίας.
Μπορεί να πη κανείς ότι η αφύπνιση της Ασίας αρχίζει από τότε. Στην Ινδία, προ παντός, ο αντί­κτυπος ήταν ευρύτατος. Το εθνικιστικό κίνημα, που ως τότε δεν ζητούσε παρά περιορισμένες με­ταρρυθμίσεις, αποδεκτές για μερικούς από τους πιο φωτισμένους Βρετανούς κρατικούς λειτουργούς, κατέστη δύναμη επαναστατική. Ένα κόμμα των άκρων, που ζητούσε πλήρη "ανεξαρτησία και χρη­σιμοποιούσε σαν μεθόδους του την τρομοκρατία, την βία και το οικονομικό μπουκοτάζ, πήρε την πρωτοβουλία από τα χέρια των συντηρητικών στοι­χείων. Στην Κίνα, τα εθνικιστικά κόμματα, υπό την ηγεσία του Σουν Γιατ-σεν, άρχισαν να σχεδιάζουν επανάσταση. 
Αλλού ήταν διάχυτο το συναίσθημα ότι είχε έλθει πια ο καιρός της προετοιμασίας για ανεξαρτησία. Ο πυρήνας ενός κινήματος ανεξαρτησίας σχηματίσθηκε στο Βιετνάμ το 1909. Ένας Βιρμανός ιερέας, επιστρέφοντας οπό μιαν επίσκεψη στην Ιαπωνία το 1914, εκήρυξε την ανάγκη ενός εθνικιστικού κινήματος για την αναγέννηση και απε­λευθέρωση της Βιρμανίας. Στην Ινδονησία, μια μικρή ομάδα διανοουμένων με δυτική μόρφωση, προσπάθησε να αναζωογονήση την παλιά εθνική συνείδηση του λαού, χωρίς να ζητήση την βοήθεια της ολλανδικής κυβερνήσεως. Όλα αυτά, όμως, δεν θα κατέληγαν ίσως παρά σε μερικές μεταρρυθμίσεις, αν ο πόλεμος του 1914-18 δεν κλόνιζε την δομή της ευρωπαϊκής ισχύος. 

Η ισχύς αυτή είχε αρχίσει ήδη να διασαλεύεται από την άνοδο των Ηνωμένων Πολιτειών ως παγ­κοσμίας δυνάμεως. Το 1900, η αντιπολίτευση των Ηνωμένων Πολιτειών, που επέμενε σε μια πολιτι­κή «ανοικτών θυρών», για να κρατήσουν ελεύθερη την είσοδο τους στην κινέζικη αγορά, είχε συν­τελέσει στην αποτροπή ενός έμπρακτου διαμελι­σμού της Κίνας. Το 1905, ο πρόεδρος των Η­νωμένων Πολιτειών μεσολάβησε για τον τερματι­σμό του ρωσοϊαπωνικού πολέμου, πρότεινε όρους διακανονισμού που περιόριζαν τις αξιώσεις του νικητή (απορρίπτοντας την καταβολή αποζημίωσεως στην Ιαπωνία και αποδίδοντας την Μαντζου­ρία στην Κίνα) και έφερε σε επαφή τους εμπολέ­μους για να υπογράψουν την Συνθήκη του Πόρτσμουθ, σ' ένα λιμάνι των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι Αμερικανοί κεφαλαιούχοι άρχιζαν να συναγωνίζωνται τους Βρετανούς στην Λατινική Αμερική και το νέο έθνος είχε δείξει την τάση του να επικαλήται με αυξανόμενη πεποίθηση το ιστορικό του Δόγμα Μονρώ, προκειμένου να εμποδίση την επέμβαση οποιασδήποτε μη αμερικανικής δυνάμε­ως στις ηπείρους της Βόρειας και Νότιας Αμερικής. 
Ο αμερικανικός λαός, όμως, δεν έδειχνε διάθεση να πάρη μέρος στον παγκόσμιο αγώνα για ηγεμονία έξω από την ήπειρο, που την κατοχή της είχε διακη­ρύξει ανέκαθεν σαν αυτονόητη αποστολή του. Όταν οι Φιλιππίνες και το Πόρτο Ρίκο έπεσαν στα χέρια των Αμερικανών, το 1898, σαν συνέπεια της εφαρ­μογής της ιστορικής πολιτικής τους του δυτικού ημισφαιρίου και της συνδρομής τους στον αγώνα που διεξήγαγε για την ανεξαρτησία της η τελευταία ισπανική κτήση στον Νέο Κόσμο, μερικοί ηγέτες θεώρησαν- ευπρόσδεκτο τον νέο ρόλο των Ηνωμέ­νων Πολιτειών ως αποικιοκρατικής δυνάμεως, ενώ άλλοι τον δέχθηκαν σαν αναπόφευκτο. Πολλοί Αμερικανοί, όμως, απορροφημένοι καθώς ήσαν, στο έργο της εποικίσεως μιας ηπείρου και αποκομ­μένοι από την Ευρώπη και την Ασία με αχανείς  ωκεανούς, όπου περιπολούσε ο βρετανικός στόλος, διατήρησαν την πατροπαράδοτη επιθυμία τους να αποφύγουν δεσμευτικές συμμαχίες. Αυτοί, ή οι προγονοί τους, είχαν έλθει στην νέα ήπειρο για να ξεφύγουν από τις συνθήκες της παλιάς ηπείρου: τους οικονομικούς της φραγμούς, τους πολιτικούς ή θρησκευτικούς περιορισμούς, την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία ή τον άμεσο διωγμό. Γι' αυ­τούς η Αμερική σήμαινε ευκαιρίες, όχι δύναμη. Ήσαν απορροφημένοι στην αναζήτηση μιας ζωής ελευθερίας και ευημερίας που φαινόταν προσιτή, τουλάχιστο για τα παιδιά τους, και δεν ήθελαν καμιάν ανάμειξη στις υποθέσεις της Ευρώπης, που είχαν αφήσει οριστικά πίσω τους. 

Πραγματικά, υπήρχαν ήδη ενδείξεις ότι η βιο­μηχανική ανάπτυξη των Ηνωμένων Πολιτειών ξεπερνούσε την ευρωπαϊκή σε πληρότητα, παρα­γωγικότητα και έκταση. Στις παραμονές του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, η «κατά κεφαλήν» κατανά­λωση κάρβουνου στις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν κατά 20ο)ο μεγαλύτερη από της πιο εκβιομηχανισμένης ευ­ρωπαϊκής χώρας, της Μεγάλης Βρεταννίας. Συγχρό­νως, οι Ηνωμένες Πολιτείες παρήγαν ήδη τα 50ο)ο των μηχανημάτων του κόσμου. Η παραγωγική ικανό­της των Ηνωμένων Πολιτειών έμελλε να κρίνη την έκβαση, όταν ο ευρωπαϊκός πόλεμος έφθασε σε αδιέξοδο, το 1917. 


[1]William L. Langer, Η διπλωματία του Ιμπεριαλισμού,1890-1902(Τhe  Diplomacy of Imperialism 1890-1902), Νέα Υόρκη, Knopf, 1935, τόμ. Β', σελ. 459.
[2]Το 1899, ο Βρετανός ποιητής Ράντγιαρντ Κίπλινγκ έγραψε τους περίφημους στίχους του: "Kι αν παύατε να είσθε το βάρος των λευκών, πάλι θα σας λείπη το θάρρος να σκύβετε λιγότερο." Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι 58 χρόνια μετά το αφρικανικό κράτος της Γκάνα θα έπαιρνε την έδρα του δίπλα σε 80 άλλα έθνη του κόσμου. 

Κ.ΟΥΑΪΡ- Κ.Μ.ΠΑΝΙΚΚΑΡ- Ι.ΡΟΜΕΪΝ
Ο ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΑΙΩΝ (ΟΡΟΣΗΜΟ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ)
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ 1966

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου