Κυριακή, 14 Αυγούστου 2011

ΑΡΘΟΥΡ ΚΑΙΣΤΛΕΡ: ΙΣΠΑΝΙΚΗ ΔΙΑΘΗΚΗ


ΑΡΘΟΥΡ ΚΑΙΣΤΛΕΡ
ΙΣΠΑΝΙΚΗ ΔΙΑΘΗΚΗ
ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
ΑΝΔΡΕΑ ΡΙΚΑΚΗ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΚΤΟΣ
ΣΕΛ 207

Τ' αμάξι σταμάτησε στην άκρη ενός αγρού. Κατεβή­καμε. Για τελευταία φορά, πέρασε απ' το νου μου αυτή η σκέψη: τώρα θα βγάλουν τα περίστροφα τους και θα με σκοτώσουνε μετα άκουσα το θόρυβο ενός μοτέρ, κι ένα μικρό μονοπλάνο, ανοιχτό από πάνω, φάνηκε πίσω από ένα δασάκι και κύλησε προς το μέρος μας.
Ένας μηχανικός κατέβηκε και χαιρέτησε. Ο άντρας με τα μαύρα σκαρφάλωσε στη θέση του πιλότου, ο μηχανικός με βοήθησε να καθίσω κοντά του' οι αστυνομικοί άρπαξαν από ένα φτερό κι άρ­χισαν να σπρώχνουν.
Κυλήσαμε πάνω στον αγρό ' το αεροδρόμιο απλωνόταν πί­σω απ' το δασάκι. Ένα κοπάδι ολόκληρο ατσάλινων πουλιών ανα­παυόταν στο χορτάρι, με τα φτερά ανοιχτά.
Ο καμπαλέρο τράβηξε ένα μοχλό, η γη μας εγκατάλειψε στα λοξά και μάκρυνε από κάτω μας.
Ήμαστε καθισμένοι σ' ένα αεροπλανάκι απίθανα μικρό, ένα Μπέιμπυ Ντάγκλας ανοικτό, ντελικάτο σαν παιχνίδι. Ανεβαί­ναμε όλο και πιο ψηλά, ο ορίζοντας πλάταινε, η Σεβίλλη κουβα­ριαζόταν χαμηλά πίσω μας. Ο καμπαλέρο με το μαύρο πουκάμισο σούφρωνε τα χείλια του' δεν άκουγα τίποτε, άλλα έβλεπα ότι σφύ­ριζε κάποιο σκοπό.
— Πού πάμε, Σενιόρ; ούρλιαξα.
— Σε μιαν άλλη πόλη, Σενιόρ, απάντησε ουρλιάζοντας.
Ανεβαίναμε όλο και ψηλότερα. Σαν αλυσίδα, μια οροσειρά υψωνότανε για να μας συναντήσει. Τούφες- άσπρα σύννεφα πλανιόνταν ολόγυρα μας. Ο καμπαλέρο με τα μαύρα έδειξε με το δά­χτυλο κάτω χαμηλά.
—Όλα αυτά, είναι ή Εθνικιστική Ισπανία, Σενιόρ, ούρλιαξε. Εκεί, όλοι οι άνθρωποι είναι ευτυχισμένοι.
— Τί; ούρλιαξα.
— Ευτυχισμένοι, ούρλιαξε. Ευτυχισμένοι κι ελεύθεροι.
— Τί; ούρλιαξα.
— Ελεύθεροι!
Σωπάσαμε, μονάχα το μοτέρ βούιζε. Οι άσπρες τούφες ενώ­θηκαν από κάτω μας σχηματίζοντας μια λευκή επιφάνεια' η γη δεν φαινόταν άλλο. Ο καμπαλέρο ήταν καθισμένος με τα πόδια ανοι­χτά, και το μοχλό του πηδαλίου ανάμεσα στα γόνατα, κάνοντας χει­ρονομίες.
— Στην πατρίδα σας, οι φτωχοί παλεύουν ενάντια στους πλού­σιους. Εμείς έχουμε ένα άλλο σύστημα. Δε ρωτάμε τον καθένα αν είναι πλούσιος ή φτωχός, αλλά αν είναι καλός ή κακός. Οι κα­λοί φτωχοί κι οι καλοί πλούσιοι σχηματίζουν ένα κόμμα. Οι κα­κοί φτωχοί κι οι κακοί πλούσιοι, το άλλο. Ιδού, η αλήθεια για την Ισπανία, Σενιόρ.
— Πώς τους ξεχωρίζετε; ρώτησα.
— Τί; ούρλιαξε.
— Ρωτάω πώς τους ξεχωρίζετε.
Ανεβήκαμε κι άλλο, θα πρέπει να βρισκόμαστε τώρα πάνω απ' τα βουνά. Το μοτέρ βούιζε' για λίγο δεν άκουγα το σύντροφο μου.
— Στο βάθος της καρδιάς τους, φώναξε ο καμπαλέρο με το μαύ­ρο πουκάμισο, όλοι οι Σπανιόλοι είναι με το μέρος μας. Όταν οι κόκκινοι τουφέκιζαν τους δικούς μας, η τελευταία κραυγή τους ή­ταν «viva España». Είδα να τουφεκίζουν μερικούς κόκκινους, κι εκείνοι φώναζαν την τελευταία στιγμή: «viva España». Τη στιγμή του θανάτου λέει κανείς την αλήθεια. Βλέπετε, λοιπόν, Σενιόρ, ότι έχω δίκιο.
— Κοιτάζατε; ούρλιαξα.
— Τί; ούρλιαξε.
—Αν κοιτάζατε την ώρα που τους τουφέκιζαν.
Πετούσαμε πάνω απ' την άσπρη επιφάνεια της πάχνης' δεν βλέπαμε από κάτω μας παρά αυτή τη λευκή επιφάνεια κι είχαμε την εντύπωση πως αρμενίζαμε επιτόπου.
Ο καμπαλέρο εξακολουθούσε να χειρονομεί, η μηχανή δού­λευε μονάχη της. Δεν είχαμε τίποτε να κάνουμε' ήμαστε απλού­στατα καθισμένοι εκεί, σε μιαν ιπτάμενη σανίδα που πλανιόταν πά­νω απ' τα σύννεφα κι εμείς κοιτούσαμε κάτω.
—Όταν βρίσκεσαι δω πάνω, φώναξε ο άντρας με τα μαύρα, σκέφτεσαι πολύ πάνω στη ζωή και το θάνατο. Οι κόκκινοι είναι, όλοι τους δειλοί, δεν ξέρουν ούτε πως να πεθαίνουν. Μπορείτε να φανταστείτε το συναίσθημα να είσαι νεκρός;
— Πριν γεννηθούμε, ήμαστε όλοι νεκροί, ούρλιαξα.
— Τί; ούρλιαξε.
— Είπα: πριν γεννηθούμε ήμαστε όλοι νεκροί.
— Πράγματι, ούρλιαξε, τότε, όμως, γιατί φοβόμαστε το θάνατο;
— Δε φοβήθηκα ποτέ το θάνατο, μονάχα τη στιγμή που θα πεθάνω, ούρλιαξα.
— Με μένα, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, ούρλιαξε ο άντρας με το μαύρο πουκάμισο.
Στην άσπρη επιφάνεια από κάτω μας φάνηκαν κάτι ανοίγ­ματα. Ένα ρεύμα αέρα μας χτύπησε, το μονοπλάνο άρχισε να χο­ροπηδάει σαν πουλάρι. Τα χέρια του καμπαλέρο ήταν απασχολημέ­να, σώπασε.
Ένιωθα πως είχα πάλι πυρετό. Αν ο καμπαλέρο έκανε τώρα ένα λάθος, η γη θα ορμούσε πάνω μας και θα μας τσάκιζε, θα ή­ταν ένα όμορφο τέλος, σκέφτηκα, ένα τέλος σχεδόν μυθολογικό. Ο θάνατος δεν φοβίζει, αυτό που τρομάζει είναι το να πεθάνεις' έτσι δεν γίνεται με όλους τους ανθρώπους; Ο καμπαλέρο όμως βεβαιώ­νει ότι, με κείνον, συμβαίνει το αντίθετο.
Ο καμπαλέρο είναι πολύ επιδέξιος με το πηδάλιο' το δίχως άλλο είναι το ίδιο επιδέξιος και στο βομβάρδισμα. Και ο Κάρλος είναι αξιωματικός και δεν φοβάται τη στιγμή που θα πεθάνει. Μπροστά στην ιδέα του θανάτου όμως, τα πόδια του πάθαιναν αγ­κύλωση, κι ήταν αδύναμος σαν παιδάκι που δεν ξέρει ακόμα να περπατήσει.
Ο Κάρλος κι ο καμπαλέρο γνωρίζουν καλά πως να πεθαί­νουν' είναι αξιωματικοί και το να πεθαίνουν είναι το επάγγελμα τους. Τους γύμνασαν και τους εκπαίδευσαν γι' αυτό, ξέρουν απ' έξω κι ανακατωτά πως πρέπει να πεθαίνουν με χάρη.
Ο μικρός Νικόλας δεν πέθανε, σίγουρα, με χάρη. Ήταν πο­λίτης. Οι εθνοφρουροί της αυλής, κι εκείνοι, ήταν πολίτες. Δεν εί­χαν προγυμναστεί στο να πεθαίνουν. Το να πεθαίνουν τούς φόβιζε. Κει πάνω στα σύννεφα ο καμπαλέρο έκανε ελιγμούς κι έρριχνε με χάρη βόμβες στα κεφάλια τους' έπεφταν μπρούμητα, έκρυβαν το πρόσωπο τους μες τη λάσπη, κι έτρεμαν απ' το φόβο τους. Συχνά, όταν το μυδράλιο άρχιζε να γαυγίζει, έκαναν το πιο φυσικό πράγμα, το 'βαζαν- στα πόδια' τη στιγμή που τους τουφέκιζαν, φώνα­ζαν βοήθεια και ζητούσαν τη μητέρα τους. Αγαπούσαν το ποδό­σφαιρο, μασούλιζαν ωμά μαρούλια κι ονειρευόντουσαν να μάθουν ανάγνωση όταν θα τέλειωνε ο πόλεμος. Όνειρο τους ήταν να κα­τοικούν μονάχα τρεις σε κάθε δωμάτιο, και ν' αγοράσουν ένα κυ­ριακάτικο κοστούμι κι ένα ρολόϊ γιατί, όταν ο πόλεμος θα τέλειω­νε, η ζωή θα 'ρχιζε επιτέλους και γι' αυτούς. Πίστευαν ότι πρέπει να ζει κανείς, κι ότι πρέπει ακόμα και να πολεμάς για να ζήσεις, ακόμα και να πεθαίνεις για να ζήσουν οι άλλοι. Πίστευαν σ' όλα αυτά, κι όπως το πίστευαν μ' όλο τους το είναι, όπως η ύπαρξή τους η ίδια εξαρτιόταν απ' αυτή την πίστη, δεν φοβόντουσαν το θάνατο. Φοβόντουσαν όμως πολύ τη στιγμή του θανάτου. Γιατί ήταν πολίτες, στρατιώτες του λαού, στρατιώτες της ζωής κι όχι του θανάτου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου