Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2012

CARLALBERTO GRILLENZONI :Ο ΧΑΡΤΗΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ Η ΣΥΝΤΕΧΝΙΑΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ. ΜΕΡΟΣ Α



O Χάρτης της Εργασίας είναι το σπουδαιότερον νομοθέτημα του Φασισμού από πολιτικής και οικονομικής απόψεως, επειδή καθορίζει τας σχετικάς αντιλήψεις του και τας κεντρικάς γραμμάς επί των οποίων βασίζονται αι μεταγενέστεραι νομοθετικαί διατάξεις. Ως εκ τούτου ούτος θα εξετασθή λεπτομερέστερον ,ίνα καταστούν καλύτερον αντιληπταί αι βασικαί αρχαί ολοκλήρου της σωματειακής και συντεχνιακής Ιταλικής οργανώσεως. Το χαρακτηριστικόν του Χάρτου της Εργασίας έγκειται ακριβώς εν τω γεγονότι ότι δεν περιορίζεται εις προγραμμα­τικάς διαβεβαιώσεις, εις ένα πρόλογον δηλαδή των μεταγενεστέρων νομοθετημάτων ή εις μίαν κωδικοποίησιν προϋπαρχόντων τοιούτων, άλλα καθορίζει αρχάς βασικάς αποτελούσας τα θεμέλια της συντεχνιακής οικονομίας και τοποθετούσας αυτήν εις απόλυτον αντίθεσιν προς την φιλελευθέραν οικονομίαν. Όπως ελέχθη ήδη εν τη υποσημειώσει του προηγου­μένου κεφαλαίου, δια της εκφράσεως ταύτης νοούμεν όλας τας οικονομικάς εκείνας δοξασίας αίτινες - μη συνταυτίζουσαι το άτομον προς το Κράτος αλλ' ενί­οτε τοποθετούσαι εκείνο αντιμέτωπον προς τούτο -θεωρούν το άτομον ικανόν δράσεων απολύτως ανε­ξαρτήτων των εξουσιών και των επιρροών του Κράτους. 
Δεν πρόκειται ενταύθα να εισέλθωμεν εις λεπτο­μερή κριτικήν της φιλελευθέρας οικονομίας, δια να μη υπερβώμεν τα όρια της παρούσης μελέτης. Αρκεί (49) ατελώς να υπομνήσωμεν ότι εσχάτως η δύναμις των πραγμάτων απέδειξε το πλήρες ναυάγιον πολλών θεωριών αίτινες εθεωρούντο απρόσβλητοι. Ας ρίψωμεν εν απλούν βλέμμα επί της παγκοσμίου αγοράς, δια να πεισθώμεν ότι η φιλελευθέρα οικονομία απέδειξεν ότι είναι αφηρημένη επιστήμη, της οποίας τα συμπεράσματα και οι νόμοι - συνήθως λογικώς ακρι­βέστατοι επί του χάρτου-δεν έχουν ουδεμίαν σχέσιν προς την πραγματικότητα. Αύτη περιορίζεται, κατά βάθος, εις το παίγνιον του ελευθέρου συναγωνισμού και των συγκοινωνούντων αγγείων και λέγει απλώς προς το Κράτος «μη αναμιγνύεσαι,» και προς το άτο­μον «κάμε ότι θέλης», βεβαία ότι από αυτόν τον τύ­πον θα προκύψη το ανώτατον δυνατόν όριον ατομικής ευμαρείας. Τό κυριώτερον όμως λάθος της έγκειται, εις την αφετηρίαν της, ήτοι εις το γεγονός ότι η φιλελευθέρα οικονομία προσπαθεί να καθορίση νόμους ρυθμίζοντας τα κοινωνικά φαινόμενα, αναχωρούσα, εκ της παρατηρήσεως του κατ' ιδίαν ατόμου. Όντως, το-άτομον, εξαγόμενον του κοινωνικού συνόλου είναι αναρχικόν και ανύπαρκτον από απόψεως κοινωνικής ερεύνης. Εάν υπάρχη μία επιστήμη κατ εξοχήν κοινωνική αυτή είναι ασφαλώς η πολιτική οικονομία. Πρέπει συνεπώς να μελετήση το οικονομικόν γεγονός όπως τούτο εκδηλούται πράγματι εν τη, κοινωνία, νομικώς συγκεκροτημένη εις Κράτος. Να μελετήση δηλαδή τον άνθρωπον υπό τας πραγμα­τικάς συνθήκας νομικής συμβιώσεως με τους ομοίους, του και όχι εις μίαν κατάστασιν απολύτως προ-νομικήν ή αφηρημένην (και ούτο είναι ακριβώς το (49) κύριον χαρακτηριστικόν της αοριστίας εκείνης ήτις είναι ο οικονομικός άνθρωπος (homo oeconomicus). Μόνον θεωρούσα το άτομον στενώς συνδεδεμένον προς το Κράτος, την ζωήν του και την περί Κράτους αντίληψίν του, την υφισταμένην εν δεδομένη στιγμή, η οικονομική επιστήμη δύναται να φθάση εις αποτε­λέσματα συμφωνούντα προς την πραγματικότητα. 
Διά να κατατάξη τας απείρους συνθήκας, πραγμα­τικάς και του περιβάλλοντος, εν αις δύναται να εμφανισθή το οικονομικόν φαινόμενον, η φιλελευθέρα οικονομία ακινητοποιείται επί των δύο αντιθέτων απόψεων του ελευθέρου συναγωνισμού και του μονοπωλείου εξ ων ενώ η πρώτη αποτελεί το αφηνίασμα της ελευθέρας ατομικής βουλήσεως, η δευτέρα είναι η πλήρης άρνησίς της. Αλλά εν τη πραγματικότητι αμφότεραι αύται αι απόψεις αναχωρούν κατά λογικήν αλληλουχίαν εκ της προϋποθέσεως της αποδο­χής του οικονομικού γεγονότος εκ μέρους του υπο­λοίπου της Κοινωνίας, εξαρτώνται δηλαδή εκ της θελήσεως των άλλων ατόμων: είναι συνεπώς όχι μόνον εκτός της πραγματικότητος, αλλά και αντί­θετοι προς την ατομικήν εκείνην ανεξαρτησίαν που αποτελεί ακριβώς την βάσιν της φιλελευθέρας οικο­νομίας. Και η αντίθεσις αυτή είναι αναπόδραστος καθ' όσον η ελευθερία υπό την έννοιαν της ελευθέρας θελήσεως δύναται να υπάρξη μόνον παρά τω ανθρώπω ο οποίος ζη απομονωμένος, εις κατάστασιν θηρίου. Και μόνον δύο άνθρωποι εάν ενωθώσιν, αι πράξεις των παύουν από του να είναι ανεξάρτητοι και πρέπει να διακανονισθούν συμφώνως προς τον (50) σκοπόν της τοιαύτης ενώσεως. Εάν εξετασθή καλώς η φύσις των πραγμάτων, βλέπομεν ότι ακόμη και η γενναιόφρων ουτοπία του κοινωνικού συμβολαίου , την οποίαν διαρκώς επικαλούνται ως δικαιολογίαν όλων των ελευθεριών και ελευθεριοτήτων, κα­ταντά κατά λογικήν συνέπειαν όχι αρχή ελευθερίας αλλά πράγματι περιορισμού, δεδομένου ότι ο συνεταιρισμός, παρ' όλην την ελευθερίαν, αποτελεί ακριβώς παραίτησιν από των δήθεν ατομικών ελευθεριών προς επίτευξιν του επιδιωκομένου κοινού σκοπού. 
Και η φιλελεύθερα οικονομία, εννοείται, αναγνωρίζει την ανάγκην υπάρξεως περιορισμών εις την ατομικήν ελευθερίαν και αποδέχεται μάλιστα ότι οι περιορι­σμοί αυτοί δέον ολίγον κατ' ολίγον να αυξηθούν. 
Αλλά σκεπτομένη κατ' αυτόν τον τρόπον, τοπο­θετεί την τελειότητα του κοινωνικού Κράτους εις τας απομεμακρυσμένας αρχάς της κοινωνίας, επαναφέρουσα εις την ζωήν μίαν χρυσήν εποχήν, από της οποίας ο σύγχρονος πολιτισμός μας απομακρύνεται βαθμιαίως κατόπιν αιώνων αγώνων και προόδου. Πρόκειται δηλαδή περί καταστάσεως ακατανόητου και αντιθέτου προς την ανθρωπίνην αξιοπρέπειαν, ήτις αποδεικνύει διά μίαν ακόμη φοράν τα βασικά σφάλματα του φιλελευθέρου δόγματος. 
Τοποθετημένη επί εσφαλμένων -προϋποθέσεων, η φιλελευθέρα οικονομία ήτο προορισμένη να δεχθή εκ των γεγονότων συνεχείς διαψεύσεις, αίτινες κα­τέληξαν εις την τελευταίαν κρίσιν και τας νέας οι­κονομικάς συνθήκας αι οποίαι διαδοχικώς εδημιουργήθησαν εις όλας σχεδόν τας χώρας. Διά να μη αναφέρωμεν παρά εν και μόνον παράδειγμα μεταξύ χιλίων, συνδεόμενον προς όσα ελέχθησαν εν τω προη­γουμένω κεφαλαίω, είναι πλέον ή φανερόν ότι δεν είναι μόνον ο νόμος της προσφοράς και της ζητήσεως εκείνος ο οποίος κανονίζει την αμοιβήν των εργαζομένων αλλά ,πολύ περισσότερον τούτου η πολιτική δύναμις των διαφόρων ομάδων των εργατών και των εργοδοτών αίτινες κατορθώνουν να επιβάλουν , εις εκάστην περίπτωσιν , την θέλησίν των , επί των ασθενεστέρων ομάδων. Η ύπαρξις μιας νομικής τάξεως και ενός Κράτους, οιαδήποτε και αν είναι η μορφή του, δημιουργεί ολόκληρον σύστημα αλληλοεξαρτήσεων και σχέσεων αίτινες καθιστούν αδύνατον την εξέλιξιν του οικονομικού φαινομένου υπό τας συνθήκας της ελευθερίας την οποίαν προϋποθέτει η φιλε­λευθέρα οικονομία : η αρχή της οικονομικής ελευθε­ρίας είναι συνεπώς εν τη πραγματικότητι εστερημέ­νη επιστημονικής βάσεως. Είναι εξ άλλου άδικον να επιτρέπεται εις την άλογον θέλησιν του ισχυρό­τερου να επιβάλληται καί είναι σκόπιμος και λογι­κή η παρέμβασις εις την σύγκρουσιν των οικονομικών δυνάμεων ενός αμερόληπτου δικαστού δυναμέ­νου να αποφανθή επί των διαφορών συμβιβάζον­τας απαιτήσεις των ομάδων προς εκείνας του γενι­κού συμφέροντος. Όπως ελέχθη, όταν η φιλελευθέρα οικονομία επικρίνη την παρέμβασιν του Κράτους εις την διαδρομήν των οικονομικών φαινομένων έχει απόλυτον δίκαιον, διότι πρόκειται περί Κράτους (του φιλελευθέρου Κράτους) συγκεκροτημένου και συντε­ταγμένου συμφώνως προς τας Ιδίας αυτού αρχάς και το οποίον , συγχρόνως , δεν είναι ικανόν να παρεμβαίνη εις την οικονομίαν και να την ρυθμίζη.Πρόκειται περί Κράτους το οποίον  δεν θα δυνηθή να δώση ποτέ εις την βιομηχανίαν την ώθησιν εκείνην που θα της δώση ένας βιομήχανος, και του οποίου η παρέμβασις εις την οικονομικήν ζωήν του Έθνους, δεδομένου ότι το Κράτος τούτο δεν έχει δημιουργηθή διά μίαν τοιαύτην αποστολήν, δεν δύναται παρά να είναι επιβλαβής.
Εν αντιθέσει προς το σύνολον αυτό πραγμάτων και δογμάτων, εγεννήθη εν Ιταλία το συντεχνιακόν Κράτος. Η συντεχνιακή οικονομία δεν θέτει εκποδών τον ελεύθερον συναγωνισμόν, αλλά τον θεωρεί ως την εκδήλωσιν της ιδιωτικής πρωτοβουλίας κατευ­θυνόμενης προς σκοπούς κοινού συμφέροντος : υπο­καθιστά δηλαδή εις την αντίληψιν του αφηνιασμένου συναγωνισμού την νέαν αντίληψιν συνεργασίας ορ­γανωμένης και εκτυλισσομένης εν τω Κράτει και δια το Κράτος, εντός των παρά τούτου τιθεμένων υπέρ του ανωτέρου συμφέροντος ορίων.
Ο Χάρτης της Εργασίας (Carta del Lavoro) εκωδικοποίησεν ακριβώς αυτήν την αντίληψιν της υπεροχής του Κράτους έναντι των ατόμων και της υποχρεώσεως των πολιτών να συντρέχουν εν πλήρει τάξει προς το γενικόν συμφέρον. Ολόκληρος η οργάνωσις του συντεχνιακού Κράτους διευθύνεται υπό της θελήσεως προς δημιουργίαν οργανισμού εν τω οποίω όλαι αι οικονομικαί δυνάμεις να δύνανται αρμονικώς να επιδιώξουν τα συμφέροντα των, χωρίς να είναι  δυνατόν  το   ισχυρότερον  συμφέρον μιας (53) ομάδος να παραβλάψη  τα συμφέροντα άλλων ομά­δων εχουσών μικροτέραν δύναμιν αντιστάσεως.



ΟΙ ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΙΣ ΤΟΥ ΧΑΡΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου