Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2012

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΣΟΠΑΝΗ: ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ ΑΛΚΑΖΑΡ


Κτισμένο τη ρωμαϊκή εποχή στην κορυφή του γρανιτένιου λόφου που δεσπόζει του Τολέδο, της μεσαιωνικής πρωτεύουσας της Ισπανίας, το Αλκαζάρ, ένα βαρύ φρούριο με τέσσερις πύργους, χρησιμοποιήθηκε κατά τη μακραίωνη στρατιωτική ιστορία του πολλές φορές για αμυντικούς σκοπούς, όπως μαρτυρεί και το όνομα του (οι Ισπανοί ονόμαζαν "Αλκαζάρ" τα φρούρια τους), και είχε κατά τη διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας του πολλαπλές χρήσεις. Χρησιμοποιήθηκε για φρούριο τόσο από τους Ρωμαίους στρατηγούς και μετέπειτα από τους Άραβες χαλίφες της Κόρδοβας (711-1085), όσο και από τους Ισπανούς βασιλείς, που του έδωσαν τη σημερινή τετραγωνική μορφή του με τους τέσσερις πύργους στις γωνίες. Λόγω της πολύ ισχυρής κατασκευής του άντεξε στις επιθέσεις των εκάστοτε εχθρών και πολιορκητών που θέλησαν να το εκπορθήσουν, όσο και σε εκείνες του πανδαμάτορος χρόνου. Το 1847 στέγασε τη Στρατιωτική Ακαδημία Πεζικού της Ισπανίας. Η μοίρα όμως του επεφύλασσε άλλη μια περιπέτεια, η οποία έμελλε να είναι το "κύκνειο άσμα" του και αυτή που θα έγραφε το όνομα του στην Ιστορία με χρυσά γράμματα αφού με την τελευταία του ιδιότητα έμελλε να προσθέσει νέες σελίδες στην Ιστορία όταν, τον Ιούλιο του 1936, όπως ήδη αναφέραμε, μια χούφτα αξιωματικοί και άλλοι τόσοι μαθητές αποφάσισαν να υπερασπισθούν πίσω από τα βαριά του τείχη την τιμή των όπλων τους αψηφώντας τον θάνατο.

 Διοικητής της Στρατιωτικής Ακαδημίας, όταν εξερράγη το Αλθαμιέντο των αξιωματικών, ήταν ο 58χρονος συνταγματάρχης πεζικού δον Χοσέ Ραφαέλ Μοσκαρδό υ Ιτουάρτε, ο οποίος μόλις πληροφορήθηκε τα νέα της επανάστασης από την Αφρική, χωρίς να διστάσει, ανακοίνωσε, στις 18 Ιουλίου 1936, ότι η επαρχία του Τολέδο συντασσόταν με αυτή. Στην πραγματικότητα η επαρχία του Τολέδο είχε περάσει αμέσως στα χέρια των Κυβερνητικών και η εξουσία του συνταγματάρχη Μοσκαρδό περιοριζόταν ουσιαστικά στα πολύ στενά όρια των τειχών του παλιού φρουρίου. Ο υφυπουργός Ενόπλων Δυνάμεων της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου βλέποντας τις κινήσεις του και προσποιούμενος ότι δεν γνώριζε τη θέση του, τον διέταξε τηλεφωνικώς να στείλει αμέσως στη Μαδρίτη όλα τα αποθέματα πυρομαχικών που είχε στο φρούριο. Έλαβε όμως αρνητική απάντηση.
Στο μεταξύ, ένα πλήθος 500 γυναικών και 50 παιδιών από το Τολέδο, τρομοκρατημένο από την έκρηξη του πολέμου και τις βαρβαρότητες των Κυβερνητικών, πρόλαβε να ζητήσει καταφύγιο και προστασία πίσω από τα τείχη του φρουρίου πριν οι πύλες του κλείσουν. Μεταξύ των αμάχων οι οποίοι έσπευσαν εκεί ήταν και αρκετές καλόγριες από τις γύρω Μονές, ενώ κανένας από τους δεκάδες ιερωμένους του Τολέδο δεν θέλησε να το υπερασπιστεί και να μοιραστεί την τύχη του Αλκαζάρ αλλά προτίμησαν όλοι τους την ανώδυνη ουδετερότητα του παρατηρητή. Το λάθος ή την αδυναμία τους αυτή την πλήρωσαν πολύ ακριβά, αφού αποτέλεσαν εύκολο στόχο για τους κυβερνητικούς με αποτέλεσμα, στο τέλος της πολιορκίας, τουλάχιστον 107 κληρικοί να έχουν εκτελεστεί από τους Κυβερνητικούς. Ένα παρόμοιο λάθος έκανε και ο συνταγματάρχης Μοσκαρδό, ο οποίος ήταν αποφασισμένος να φθάσει μέχρι την έσχατη θυσία. Παρατηρώντας με θλίψη τον κόσμο να συρρέει στο φρούριο, απεφάσισε ο ίδιος να στείλει την οικογένεια του να μείνει στην πόλη του Τολέδο, ελπίζοντας ότι οι αντίπαλοι του θα σέβονταν τη γυναίκα και τους δύο ανήλικους γιους του ή ότι έστω οι λίγοι εξτρεμιστές Αριστεροί που είχε πάρει ως ομήρους στο φρούριο θα αποτελούσαν ανασταλτικό παράγοντα για εγκληματικές πράξεις εκ μέρους των ομοϊδεατών τους. Έμελλε όμως να πληρώσει πολύ ακριβά αυτή του την απόφαση, όπως θα δούμε στη συνέχεια.
Η δύναμη υπεράσπισης του Αλκαζάρ αποτελείτο από 400 αξιωματικούς, 261 μαθητές, μικρό αριθμό στρατιωτών, 625 αστυνομικούς, 100 περίπου Φαλαγγίτες του Τολέδο που έσπευσαν να υπερασπισθούν το φρούριο, καθώς και δύο στρατιωτικούς γιατρούς. Ο οπλισμός τους περιελάμβανε 13 πολυβόλα, σχεδόν διαλυμένα από τη συνεχή λύση-αρμολόγηση που υφίσταντο επί χρόνια από τους μαθητές της σχολής, ισάριθμα οπλοπολυβόλα τα οποία έφεραν οι αστυνομικοί μαζί τους, δύο μικρά πυροβόλα των 75 χιλιοστών (mm) με λίγα πυρομαχικά, τέσσερις όλμους των 50 χιλιοστών (mm), λίγες χειροβομβίδες, 500 τυφέκια και ένα εκατομμύριο φυσίγγια που μεταφέρθηκαν την τελευταία στιγμή, κατόπιν διαταγής του συνταγματάρχη Μοσκαρδό, με φορτηγά από εργοστάσια του Τολέδο. Ένα μικρό πυροβόλο είχε τοποθετηθεί στη βιβλιοθήκη, της οποίας τα μεγάλα παράθυρα είχαν κλειστεί με δεκάδες δερματόδετους τόμους. Επίσης πολύ λίγες ήταν οι προμήθειες σε τρόφιμα και νερό. Την κατάσταση έσωσαν τα 100 περίπου άλογα και οι ημίονοι που βρίσκονταν στο φρούριο και κατά τη διάρκεια της πολιορκίας αποτέλεσαν ζωντανό απόθεμα κρέατος για τους πολιορκούμενους. Συνολικά, οι ένοπλοι άνδρες ήταν 1.250 όταν άρχισε η πολιορκία από τον Κυβερνητικό στρατηγό Ρικέλμε. Εκείνος, αφού πραγματοποίησε μια ανεπιτυχή προσπάθεια στις 19 Ιουλίου να πείσει τον συνταγματάρχη Μοσκαρδό να παραδοθεί, εγκατέστησε φρουρές στο δημαρχείο, στη μητρόπολη, στο νοσοκομείο, στην πλατεία Θοκοδοβέρ και σε άλλα στρατηγικά σημεία της πόλης. Αφού έταξε δύο πλήρεις πυροβολαρχίες απέναντι από το φρούριο, ετοιμαζόταν να βάλει εναντίον του. Μια σειρά κτιρίων, η Στρατιωτική Διοίκηση, η Σχολή Ιππικού και οι στρατώνες, αποτελούσαν την πρώτη γραμμή άμυνας που δέχθηκε τα πυρά του Ρικέλμε. Στις 21 Ιουλίου εμφανίσθηκε ένα Κυβερνητικό αεροπλάνο που έριξε μια προκήρυξη με την οποία καλούσε τη φρουρά του Αλκαζάρ να παραδοθεί και λίγο αργότερα ένας σχηματισμός τριών αεροπλάνων, ως μέσο πίεσης, βομβάρδισε για πρώτη φορά το φρούριο προκαλώντας σοβαρές καταστροφές.
Στις 22 Ιουλίου το μεσαιωνικό φρούριο δέχθηκε έναν ανελέητο βομβαρδισμό από οκτώ πυροβόλα (πέντε των 105 mm και τρία των 155 mm) του Ρικέλμε, καθώς και από τα κυβερνητικά αεροπλάνα. Την ίδια ημέρα έκλεισαν οριστικά οι πύλες του φρουρίου και αυτό κηρύχθηκε σε κατάσταση πολιορκίας.
Στις 23 Ιουλίου οι πολιορκητές νόμισαν πως βρήκαν την "αχίλλειο πτέρνα" του 60χρονου συνταγματάρχη, όταν ανακάλυψαν ότι η οικογένεια του βρισκόταν εκτός φρουρίου και μάλιστα μέσα στο ίδιο το Τολέδο. Τη συνέλαβαν αμέσως και ο αναρχικός δικηγόρος Κανδίδο Καβέλιο ανέλαβε να "πείσει" τον Μοσκαρδό να παραδοθεί. Αφού του τηλεφώνησε και του είπε πως κρατά την οικογένεια του (για να πεισθεί και να συγκινηθεί μάλιστα του έδωσε τον 17χρονο γιο του Λουΐ, να του μιλήσει), τον απείλησε πως αν σε δέκα λεπτά δεν άνοιγε τις πύλες του φρουρίου ο γιος του θα εκτελείτο. Εκείνη τη στιγμή ο συνταγματάρχης, που το παρουσιαστικό του μόνο ήρωα δεν θύμιζε και ο οποίος σε φυσιολογικές συνθήκες θα τελείωνε ήρεμα τη σταδιοδρομία του και θα περνούσε στη λήθη όπως χιλιάδες άλλοι, έλαβε μια απόφαση που εξέπληξε τους πάντες και έγραψε το όνομα του στις Δέλτους της Ιστορίας με χρυσά γράμματα, ως παράδειγμα ηρωισμού και υπέρτατης θυσίας στον βωμό του καθήκοντος. "Δεν χρειάζομαι τα δέκα λεπτά σας, το .Αλκαζάρ δεν θα συνθηκολογήσει ποτέ!", απάντησε στους εκβιαστές του με όλη την τραγικότητα που μπορούν να έχουν αυτοί οι λόγοι, αφού γνώριζε ακριβώς τι θα επακολουθούσε. "Να προσευχηθείς στον Θεό για την ψυχή σου, να φωνάξεις "Ζήτω η Ισπανία!" και να πεθάνεις σαν γενναίος άνδρας" ήταν τα τελευταία λόγια του πατέρα προς τον γιο. Το μεγαλείο της στιγμής και το υπέρτατο της θυσίας δεν συγκίνησαν τους Κυβερνητικούς, που καταλήγοντας σε αυτό το οποίο οι αρχαίοι Έλληνες αποκαλούσαν "ύβριν" , έσπευσαν να εκτελέσουν τον 17χρονο άμαχο.
Στις 24 Ιουλίου οι υπερασπιστές του φρουρίου, αιφνιδιάζοντας τον εχθρό και διασπώντας τις γραμμές του, πραγματοποίησαν μια έφοδο στα καταστήματα του Τολέδο που βρίσκονταν κοντά στο Αλκαζάρ και μετέφεραν στο κάστρο όσα τρόφιμα βρήκαν.
Καθόλη τη διάρκεια της πολιορκίας το Αλκαζάρ βομβαρδιζόταν καθημερινώς, στην αρχή με οβίδες των 105 mm και κατόπιν με των 155 mm. Στις 25 Ιουλίου δύο νέα πυροβόλα των 155 mm άρχισαν να βάλλουν εναντίον των τειχών του. Σε αυτά αργότερα προστέθηκαν οκτώ νέα (πέντε των 155 mm και τρία των 75 mm). Αμέτρητες βόμβες των 500 kg ρίχθηκαν πάνω στα γερασμένα τείχη του φρουρίου γκρεμίζοντας τον βορειοανατολικό πύργο και καταστρέφοντας τη Σχολή Ιππικού. Μια νύκτα οι πολιορκητές προσπάθησαν να το κάψουν περιβρέχοντάς το με μια πυροσβεστική αντλία με βενζίνη. Το έσωσε την τελευταία στιγμή η γενναιότητα των υπερασπιστών του, που κατάφεραν σε μια απελπισμένη έξοδο να απομακρύνουν την αντλία και να τη στρέψουν εναντίον των πολιορκητών. Ο συνταγματάρχης Μοσκαρδό προκειμένου να αντιμετωπίσει τέτοιου είδους επιθέσεις σχημάτισε δύο τάγματα: το "τάγμα θανάτου" με την αποστολή να επιχειρεί εξόδους προκειμένου να απομακρύνει τους επιτιθέμενους ή να προμηθεύει με τρόφιμα και πολεμοφόδια τους υπερασπιστές του φρουρίου, και το "τάγμα του Σεμπλόν", με την αποστολή να ανοίγει σήραγγες και να ανατινάζει τα εκρηκτικά που τοποθετούσαν οι πολιορκητές.
Από την αρχή οι Κυβερνητικοί έκοψαν την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος προκειμένου να δυσκολέψουν τη διαβίωση των υπερασπιστών του φρουρίου, οι οποίοι άρχισαν να φωτίζουν τα υπόγεια, όπου είχαν καταφύγει, καίγοντας το λίπος των ζώων που έσφαζαν για να τραφούν, ενώ παράλληλα πραγματοποίησαν πολλές αυτοσχέδιες εφευρέσεις προκειμένου να υποκαταστήσουν την ηλεκτρική ενέργεια. Ένας ηλεκτρικός μύλος που λειτουργούσε με κινητήρα αυτοκινήτου προκειμένου να αλέθουν το σιτάρι, ήταν η πιο χαρακτηριστική εφεύρεση αυτού του είδους. Όταν τελείωνε το λίπος που χρησιμοποιούσαν για φωτισμό οι πολιορκούμενοι, οι Κυβερνητικοί είχαν τη φαεινή ιδέα να φωτίζουν όλη τη νύκτα το φρούριο με προβολείς για να μη τολμήσουν οι υπερασπιστές του να μεταβούν κρυφά στην πόλη προκειμένου να προμηθευτούν τρόφιμα. Οχυρωμένοι στα γύρω σπίτια πυροβολούσαν προς τους τοίχους του φρουρίου στη θέα και της παραμικρής κίνησης την οποία το φως των προβολέων καθιστούσε ορατή.
Η κατάσταση μέσα στο Αλκαζάρ είχε γίνει αφόρητη λόγω της έλλειψης τροφίμων. Οι μερίδες μειώθηκαν σε 180 γραμμάρια ψωμί, ένα μικρό κομμάτι αλογίσιο κρέας και ένα τέταρτο του λίτρου νερό την ημέρα. Η δυσεντερία θέριζε τους πολιορκημένους και ελλόχευαν οι επιδημίες, η εμφάνιση των οποίων αποτρεπόταν μόνο από τα αυστηρά μέτρα υγιεινής που είχαν λάβει οι δύο ηρωικοί γιατροί του φρουρίου. Μια μεγάλη δεξαμενή νερού καταστράφηκε από βόμβα αεροπλάνου στις 27 Ιουλίου, μειώνοντας σοβαρά τα αποθέματα του φρουρίου. Οι νεκροί, που πολλαπλασιάζονταν, λόγω έλλειψης χώματος δεν καλύπτονταν όσο έπρεπε με αποτέλεσμα μια έντονη δυσοσμία να καλύπτει το φρούριο. Τα φάρμακα και τα αναισθητικά εξαιτίας των πολλών τραυματισμών και των ακρωτηριασμών είχαν εξαντληθεί. Εκατό περίπου χειρουργικές επεμβάσεις πραγματοποιήθηκαν καθόλη τη διάρκεια της πολιορκίας σχεδόν χωρίς αναισθητικό. Υποψιαζόμενοι τις τραγικές συνθήκες στις οποίες είχαν περιέλθει οι πολιορκούμενοι, οι Κυβερνητικοί άρχισαν εναντίον τους ψυχολογικό πόλεμο.
Έτσι, τις ώρες που δεν τους πυροβολούσαν ή δεν τους βομβάρδιζαν, τους καλούσαν με τα μεγάφωνα να λιποτακτήσουν, περιγράφοντας τους τα ζουμερά μπιφτέκια και τη δροσερή μπύρα τα οποία τούς περίμεναν έξω από τα τείχη. Στην ουσία δεν εξαπατούσαν κανέναν. Όλοι οι υπερασπιστές του φρουρίου γνώριζαν ότι σε περίπτωση που παραδίδονταν η μοίρα τους ήταν προδιαγεγραμμένη και ότι τους περίμενε διαπόμπευση και εκτέλεση, πολλές φορές με μαρτυρικό τρόπο. Οι συνεχείς εκτελέσεις πολιτών του Τολέδο κατά τη διάρκεια της πολιορκίας και η πυρπόληση εκκλησιών και κατοικιών αντιφρονούντων επιβεβαίωναν καθημερινά τους φόβους τους και τους ωθούσαν να αμύνονται με περισσότερο πείσμα, ακόμα και όταν οι Κυβερνητικοί μετέφεραν τις οικογένειες κάποιων πολιορκούμενων και απειλούσαν ότι θα τις εκτελούσαν αν δεν παραδίδονταν. Με αυτές τις ενέργειες των κυβερνητικών, που συμπεριφέρονταν σαν μην ήταν ομοεθνείς τους οι πολιορκούμενοι, η κατάσταση είχε φθάσει στα άκρα. Οι γυναίκες που είχαν καταφύγει στο Αλκαζάρ ζητούσαν από τον συνταγματάρχη Μοσκαρδό να τους δώσει όπλα ώστε να πολεμήσουν και εκείνες. Ωστόσο το αίτημα απορριπτόταν από τον διοικητή για λόγους ιπποτισμού.
Μαρτύριο αποτελούσε για τους υπερασπιστές του Αλκαζάρ, λόγω της πλήρους απομόνωσης τους από τον έξω κόσμο, και η έλλειψη ειδήσεων για την πορεία του πολέμου και της εξέγερσης των αξιωματικών. Μόνο μια γραμμή τους συνέδεε απευθείας με το τηλέφωνο του κομμουνιστή διοικητή του Τολέδο, ταγματάρχη Μπαρθέλο, η οποία επίσης χρησιμοποιείτο για να τους πιέζουν να παραδοθούν. Ωστόσο στις 15 Αυγούστου με ένα ραδιόφωνο που κατάφεραν να θέσουν σε λειτουργία (με μπαταρίες από τα εργαστήρια Φυσικής της Σχολής), συντονίσθηκαν με τον σταθμό της Μαδρίτης ο οποίος ελεγχόταν από τους Κυβερνητικούς. Μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα κατά το οποίο είχαν μείνει χωρίς ειδήσεις περί της έκβασης του πολέμου, οι υπερασπιστές του Αλκαζάρ απογοητεύθηκαν πληροφορούμενοι από τον σταθμό της Μαδρίτης ότι "οι στασιαστές ηττώνται κατά κράτος". Είχαν απελπισθεί έως ότου άκουσαν τον εκφωνητή να αναγγέλλει την πτώση του Αλκαζάρ και να δίνει πλήρη περιγραφή του τρόπου παράδοσης των υπερασπιστών του! Αυτή η "είδηση" ήταν ένα ανέλπιστο δώρο: επιβεβαίωνε πλήρως τις υποψίες τους ότι οι Κυβερνητικοί μετέδιδαν μόνο ψέμματα για λόγους προπαγάνδας. Άρχισαν λοιπόν να ελπίζουν και πάλι. Δύο ημέρες αργότερα κατάφεραν να συντονισθούν με τον σταθμό της Λισσαβώνας, από όπου ενημερώθηκαν για την πραγματική πορεία του πολέμου, γεγονός που τούς έδωσε περισσότερο θάρρος. Ως επικύρωση των όσων άκουγαν από τη Λισσαβώνα έφθασε στις 22 Αυγούστου ένα μήνυμα από τον στρατηγό Φράνκο, που ρίχθηκε από ένα αεροπλάνο των Εθνικιστών το οποίο πέταξε πάνω από το Αλκαζάρ. Ο αρχηγός των Εθνικιστικών δυνάμεων τούς συνέχαιρε με αυτό για τον ηρωισμό τους και τούς ενημέρωνε ότι οι δυνάμεις του είχαν καταλάβει την πόλη Ταλαβέρα δε Ρεϊνα και προωθούντο προς το Τολέδο με σκοπό να λύσουν την πολιορκία και να τους απελευθερώσουν.
Ήταν η πρώτη ημέρα, μετά τη σφαγή του ανήλικου γιου του από τους Αριστερούς, που ο συνταγματάρχης Μοσκαρδό χαμογέλασε. Η εμφάνιση του αεροσκάφους των Εθνικιστών έγινε άλλες δύο φορές κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, στις 27 Αυγούστου και στις 6 Σεπτεμβρίου. Τότε δεν τους έριξε μόνο μηνύματα από τον στρατηγό Φράνκο αλλά και τρόφιμα και φάρμακα. Στο μεταξύ και ο συνταγματάρχης Μοσκαρδό προσπάθησε να στείλει ένα μήνυμα στον στρατηγό Αιμίλιο Μόλα στο Μπούργκος, όπου βρισκόταν το κέντρο των Εθνικιστών, με το οποίο τον ειδοποιούσε ότι το φρούριο αντιστέκεται. Την επικίνδυνη αποστολή ανέλαβε να φέρει σε πέρας ο λοχαγός Άλμπα Νόβας ντυμένος ως εργάτης, φέροντας και ένα πλαστογραφημένο σημείωμα του Κομμουνιστικού κόμματος στην τσέπη του. Όμως, μόλις 40 χιλιόμετρα πριν από το αρχηγείο του στρατηγού Μόλα, στο Μπουρουχόν, ο λοχαγός αναγνωρίσθηκε από έναν πρώην στρατιώτη του με αποτέλεσμα να συλληφθεί και να εκτελεστεί από τους Κυβερνητικούς...............



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου