Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2012

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ: ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΑΝΤΙΛΟΓΟΙ

 ΤΟ ΑΙΜΑ 


Ο μαθητής. —Το αίμα χύθηκε ποτάμι...`
Ο κ. άσοφος. — Διψούσε η Γη. Η Γη η μητέρα, για να δώση τους πλούσιους καρπούς, που τρέφουν τα πλάσματα της, διψάει το νερό του Ουρανού. Για να δώση τους ωραιότερους και σπάνιους καρπούς, που τρέφουν τη μεγάλη κ΄αιώνια ψυχή της ανθρωπότητος, διψάει την κόκκινη βροχή του αίματος. Έτσι κάθε τόσο βουρκώνουν και συννεφιάζουν οι ουρανοί για να χύσουν απάνω, της τη θεία δροσιά.
Ο μαθητής. —Όμως τραγική είναι η πορ­φυρή νεροποντή του αίματος.
Ο κ. άσοφος. —Τραγική μα ωραία. Γιατί απ' αυτήν φυτρώνουν τα σπάνια λουλούδια της Ελευθερίας, στό μεγάλο περιβόλι της ζωής, που θα δώσουν αργότερα τους εύχυμους καρ­πούς του πολιτισμού. Αυτός είναι ο σκληρός νόμος.
Ο μαθητής.—Όμως το αίμα των αθώων, τo δυστυχισμένο αίμα...
Ο κ. άσοφος.—Το αίμα των γέρων, των παρθένων, των παιδιών... Αλλοίμονο!
Ο μαθητής.—Τό αίμα που χύνει, όχι το σπαθί του πολεμιστή, μα τα δόντια του θηρίου.
Ο κ. άσοφος.— Τα δόντια του θηρίου, αλή­θεια, και τα νύχια του. Όμως δεν πάει άδικα χαμένο κι'αυτό, στη μεγάλη θυσία. Πίστευσέ με ! Θυμάσαι τι λέει η παληά παράδοσι; Το αδικοχυμένο αίμα, το αίμα του αθώου, όσο βαθειά και να το ρουφήξη η γη, για χρόνια και καιρούς- βογγάει, γυρεύοντας εκδίκησι. Και δεν σωπαίνουν τ' άγρια βογγητά του, που γεμίζουνε με φρίκη τις νύχτες, παρά όταν φτάση η ώρα της εκδικήσεως. Κι' η εκδίκησις, αυτή τη φορά, φτάνει γρήγορα, έφτασε τη βλέπεις! Γιατί πολύ ήτανε το αίμα που χύ­θηκε, ποτάμι πότισε τη μαύρη γη...
Έπειτα δεν νομίζεις, πως κάποια Ειμαρ­μένη, άγρια πάντα μα υψηλή, διακοσμεί την υπερούσια τραγωδία, που περνάει μπροστά μας, με κάποιες σκληρές, μα πνευματικώτατες ωμορφιές ;
Ο μαθητής. — Θα μπορούσε τάχα να πη κανείς ωμορφιές, μιλώντας για τόση φρίκη;
Ο κ. άσοφος.—Και στα βάθη της πιο μαύ­ρης φρίκης, μπορεί να βρη κανείς το ρόδινο ηθικό κοχύλι της ωμορφιάς. Για σκέψου μια στιγμή ! Γέροι, γυναίκες, παιδιά, τα πλάσματα τα άμαχα, τα αθώα, τα συρμένα σα ναυάγια όξω απ' τη φουρτουνιασμένη θάλασσα της ζωής, τ' αφτερούγιαστα πουλιά, που δε γνωρίσανε ακόμη τον παλμό της φτερούγας τους, κ' έπειτα η μάννα, που είναι η ειρηνική πηγή της ζωής, κ' έπειτα η γυναίκα, η ευλογία του σπιτιού, όλες οι ψυχές, που η Μοίρα ή ο Νόμος της ζωής ή η ανάγκη, τις έταξε όξω από τους αγώνας και τις φουρτούνες, ιέρισσες της Αιώνιας Ειρήνης, όλα τα πλάσματα αυτά έγιναν ένα μπροστά στο βωμό της Πατρίδος και σμίξανε το αίμα τους με το αίμα των πολεμι­στών, για να ποτίσουν τις δοξασμένες ρίζες του δέντρου της Ελευθερίας. Δεν σε συγκινεί το μεγάλο θέαμα;
Ο μαθητής.— Περίσσια με συγκινεί. Μα η αδικία μου σφίγγει την καρδιά...
Ο κ. άσοφος. —Η αδικία πέφτει, έπεσε, στο κεφάλι του αδικητού. Η ωμορφιά μένει. Ο γέρος, ο απελπισμένος να χύση πια τις λί­γες σταλαγματιές του αίματος του για την Πα­τρίδα και που, παράμερα συρμένος, αποθυμούσε τα ηρωικά του νειάτα, στη μεγάλη στιγμή, έγινε ήρωας κι' αυτός και κατεβαίνει ανέλπιστα στον Άδη, με τ' άσπρα του μαλλιά στεφανωμέν' από δάφνη. Η γυναίκα, το παιδί, το βυζασταρούδι στα στήθεια της μάννας του, ήρωες όλοι. Κοιμούνται ξωμάχοι απάνω στη μαύρη γη, για να ξυπνήσουν ήρωες μέσα στο φως των Ηλυσίων...
Ο μαθητής.— Και το δέντρο της Ελευθε­ρίας ψηλώνει, θηριεύει, φουντώνει γεμάτο «σκιές και μόσκους» στον αέρα.
Ο κ. άσοφος. Ποτισμένο από το αίμα όλης της φυλής, «αίμα ηρώων και μαρτύρων! »

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου