Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Ε. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ: ΜΠIΖΑΝI





. . . Βράδυ ήτανε; πρωί ήτανε; νύχτα; μεσημέρι; τίποτα δεν ξέραμε ·  καμμιά διάκρισι δεν κάναμε, δεν νοιώθαμε· αιώνια συννεφιά πλάκωνε την ψυχή μας ·  αιώνιο ξεροβόρι πάγωνε τη σάρκα μας, έσ6υνε τη μιλιά μας. 
Συμμαζεμένοι πίσω από το βράχο μας, εγώ κι' ο σύντροφός μου - ένα παιδί αδύνατο κι αναιμικό, που σε κάθε μούγκρισμα του βορηά χωνότανε πειό βαθειά μέσα στο μανδύα του κι άφην' ένα βόγγο πόνου απ' το ξεπάγιασμα στηλώναμε τα μάτια μας προς το μεγάλο το θηρίο που μας έρριχνε το θάνατο, προς το ανθρωποφάγο το βουνό, βλέπαμε τη φλόγα, ακούγαμε τον κρότο, σκύβαμε, έσβυνε για μια στιγμή η ζωή μέσα στο αίμα μας, περιμένοντας το χάρο, και σαν έπαυε ο κρότος, και σκορπίζανε μακρυά μας τα συντρίμματα του βράχου που τα τσάκιζε αστόχαστα η τούρκικη οβίδα, πέρναμε πάλι μιαν ανάσα, ξαναζούσαμε, ξανακουνιώταν το κορμί μας που ετουρτούριζε τώρα πειό πολύ, ωσάν ο χάρος που είχε περάσει από πάνου μας, να πρόσθετε το κρύο φύσημα του στην παγωνιά του αέρα,του φονηά. 
—Τη γλυτώσαμε πάλι, Γηώργο, λέω του συντρόφου μου . Από κάτου απ' το πηλήκιο που είχε χωμένο ως τ' αυτιά, τα δυο βαθουλωμένα μάτια του μ' εκύτταξαν μ' αγωνία, και με φωνή σβυσμένη. λιποθυμισμένη από το κρύο, μου λέει τρεμουλιαστά, μεσ' απ' το βρεμένο κουρέλι, που ήταν ο σηκωμένος γιακάς του μανδύα του: — Τέτοια ζωή !· . . Κι ο αέρας του πήρε τη μιλιά. 
Είχε νυχτώσει πειά· άλλη μια νύχτα έπεφτε, με την άγρια μαυρίλα της, με το φονικό φαρμάκι της, απάνου στα ξυλιασμένα μας κορμιά. Και μαζί με το σκοτάδι, κρυφά, σιωπηλά, σα δόλιος εχθρός, άρχιζε πάλι το χιονόνερο που ως το πρωί θα είχε γίνει χιόνι και θα είχε ξεπαγιάσει τα ξεροσταλιασμένα πόδια μας. 
Σε λίγο η μαυρίλα εσκότισε τα μάπια μας· δεν έβλεπε πειά ο ένας τον άλλο. Ο σύντροφός μου εσύρθηκε κοντά μου, κι ανά­μεσα στα φυσήματα του βορηά άκουγα τον τούρτουρα που έβγαιν' από μέσα του, κι ένοιωθα το τρεμούλιασμα του απάνου στο πλευρό μου. 
— Κουράγιο, Γηώργο ! του είπα· μην ξεροσταλιάζης· κούνα τα χέρια σου, χτύπα τα πόδια σου, να ζεσταθής. 
Μα εγώ ο ίδιος που τον παρηγορούσα, ετουρτούριζα και δεν εσειόμουν απ' τη θέσι μου. Ακούμπησα κι' εγώ απάνω του, δίχως να το θέλω. Θαρρείς πως είχαμ' ενώσει της αδύνατες δυνάμεις μας για να αντισταθούμε στον πεθαμό.
Εκείνος δε μου μιλούσε ·μόνο εβόγγαγε' ούτε κουνιώταν από τον τόπο του. Κάπου - κάπου ξετρύπωνε το χέρι του από μεσ' απ' το μανίκι, και δίχως ν' αφήση το ντουφέκι που έσφιγγε από κάτου απ' τη μασχάλη του, ψαχούλευε για ναύρη το δικό μου». 
— Παγώνω .... σβύνω · · . . μουρμούριζε απάνου στον ώμο μου τρεμουλιαστά. 
— Κουράγιο ! τούλεγα· και έπιανα το χέρι του για να το ζεστάνω, να το τρίψω' μα τα δάχτυλα μου ήταν κοκκαλιασμένα  ·  δεν τάνοιωθα. 
Το χιόνι όσο πήγαινε και πλήθαινε. Στο σκοτάδι, άρχιζε ν' ασπρίζη ο τόπος, γύρω. Ο αγέρας είχε πέσει, κι' ήτανε τόση η σιγαλιά, εκεί απάνου, που ακόμα κι' η οβίδες που σκάγανε από καιρό σε καιρό, πέφτανε μουγγά, σαν να ήτανε τυλιγμένες σε βαμπάκι. 
Η σιγαλιά του χάρου του χειμώνα. ! Του χάρου του κρυφού, του δόλιου, που φτερουγίζει στον παγωμένο αγέρα, και πέφτει απαλά στης αδύνατες ζωές, και της σβύνει μ' ένα σιγανό φύσημα της πουπουλένιας του φτερούγας, δίχως κανένας ήχος σπαθιού, ή τουφεκιού ή βόγγου ν' ακουστή στη σκοτεινιά που απλώνει το μεγάλο πένθος, το πένθος του χειμώνα.
Όσο περνούσε η νύχτα, κι' όσο η παγωνιά δυνάμωνε, τόσο ένοιωθα κι εγώ να σβύνη μέσα μου λίγο-λίγο η ζέστη της ζωής.
Νόμιζα πως ήμουν ξαπλωμένος σ' ένα μαλακό στρωσίδι και λίγο-λίγο πέθαινα. Μα ήταν ένας θάνατος γλυκός που εμεθούσε και ξεπλάνευε. Ένοιωθα πως εκείν' ήταν η τελευταία νύχτα μου και όμως ποθούσα να μείνω έτσι παντοτεινά στην αγκαλιά της. Δεν καταλάβαινα πειά ούτε τα ποδιά μου, που ήταν σωριασμένα απάνου στα χιονισμένα βράχια, ούτε τα χέρια μου που ήτανε δεμένα το ένα με το άλλο σα σε ύστερνη παράκλησι, ούτε το όπλο μου ήξερα που είχε πέσει, κάπου σκεπασμένο απ' το χιόνι. Δε θυμάμαι ούτε τι έκανα, ούτε τι ένοιωθα, ούτε τι έβλεπα, Θαρρώ πως είχαν κλείσει και τα μάτια μου και είχα ναρκωθή. Ο κρύος χάρος με είχε αγκαλιάσει δίχως άλλο σε λίγη ώρα ακόμα θάσβυνα για πάντα. 
Ένα πόδι έσπρωξε το κουφάρι μου ·  μια φωνή σάλεψε τη νάρκωσί μου κι άνοιξα τα μάτια μου. Ξημέρωσε μια κάτασπρη αυγή. Από πάνου μου ένας δεκανέας είχε σταθή και μ' εσκουντούσε να κουνηθώ. Μου είχε σώσει τη ζωή. 
Ύστερα πήγε και στον άλλο και τούδωκε κι' εκείνου μια ελαφρή κλωτσιά. Ο σύντροφος μου δεν εσάλεψε. Ο δεκανέας του φώναξε. Δεν ξύπνησε. Έσκυψε και τον εκουνησε από το κεφάλι. Το κεφάλι γύρισε ανάσκελα κι' έμεινε, με δυό μάτια μισοανοιγμένα, μ' ένα πρόσωπο μελανιασμένο, παγωμένο, πεθαμμένο. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου