Κυριακή, 6 Οκτωβρίου 2013

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ: ΔΙΑΤΊ ΕΚΑΜΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΝ ΤΗΣ 6ης ΜΑΡΤIΟY 1933 ΙΙI

(Προηγούμενο)


Χρειάζονται μέτρα εξαιρετικά, τα οποία θα επεκταθούν εις όλας τας εκφάνσεις της ζωής. Αλλά δια τα μέτρα αυτά θα χρειασθούν άνδρες εξοικεκομένοι προς τους κινδύνους και απηλλαγμένοι από το ελάττωμα του φόβου των ευθυνών, αλλά προ παντός χρειάζεται ο ιθύνων νους ως κοινόν στήριγμα.
Από τας σκέψεις λοιπόν αυτάς ορμώμενος, από την επίγνωσιν των υποχρεώσεών μου προς την Δημοκρατίαν, ης τυγχάνω εις των κυριοτέ­ρων ιδρυτών της, και από την πεποίθησιν του ότι η χώρα θα περιέπιπτεν εις χάος αναρχίας και αποσυνθέσεως, εάν υπό τας σημερινάς συνθήκας παρεδίδετο η κυβέρνησις εις χείρας της αντιδημοκρατικής παρατάξεως, προέβην εις το πραξικόπημα της 6ης Μαρτίου.
Εντός ολίγων λεπτών το εσκέφθην, το απεφάσισα και το εξετέλεσα άνευ προηγουμένης προπαρασκευής ή συνεννοήσεως, διότι ως γνωστόν από ουδένα ούτε και από την αντίπαλον παράταξιν επιστεύετο ότι το αποτέλεσμα των εκλογών θα απέβαινε υπέρ της αντιπολιτεύσεως[11].
Και μολονότι ολόκληρος σχεδόν ο φιλικός πολιτικός κόσμος εξεδηλώθη δυσμενώς προς την προσπάθειάν μου εκείνην υπό διαφόρου νοοτρο­πίας κατεχόμενος, εν τούτοις έχων με το μέρος μου την μεγίστην μερίδα του δημοκρατικού Στρατού και εξ ολοκλήρου σχεδόν την δημοκρατικήν λαϊκήν μάζαν εγενόμην κύριος της καταστάσεως.
Αλλά διατί τότε εδέχθην περί το εσπέρας της 6ης Μαρτίου να παραδώσω  οικειοθελώς την ην κατέχον εξουσίαν; Ιδού διατί.
Ο κύριος Βενιζέλος επιμόνως με παρεκάλει από της πρωίας να μη επιμένω εις την απόφασίν μου της κατοχής της εξουσίας, επιβεβαιώνων με κατηγορηματικώς ότι αι αντιλήψεις μου περί των αδιαλλάκτων και εκνόμων προθέσεων του αντιπάλου κόσμου δεν ανταποκρίνονται προς την πραγματικότητα, ότι αυτός ήλθεν εις συμφωνίας ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας με τον αρχηγόν της νικήτριας παρατάξεως και ότι απόδειξις των αγαθών προθέσεων της είνε το ότι εδέχθη να μεσολαβήση επί χρονικόν διάστημα μία κυβέρνησις αντιστρατήγων υπό τον κ. Όθωναίον [12].


Παρεσύρθην εις την λύσιν ταύτην, διότι επίστευσα, ότι ο κ. Βενιζέλος εξησφάλισεν διά των διαπραγματεύσεων αυτών την τάξιν και την ήρεμον μετά τινας εβδομάδας παράδοσιν της εξουσίας εκ μέρους των αντιστρατήγων προς την εκ των εκλογών σχηματισθησομένην κυβέρνησιν και ότι οι αντιστράτηγοι αναλαβόντες την υποχρέωσιν ταύτην θα ετήρουν τον λόγον των και τας προς εμέ προσωπικώς δοθείσας υποσχέσεις περί εξασφαλίσεως της τάξεως και παραδόσεως της αρχής μετά μήνα και τέλος δεν εφανταζόμην ότι ένας αρχηγός κόμματος (Λαϊκού) θα παρεβίαζεν λόγον δοθέντα προς τον πρόεδρον της προκατόχου κυβερνήσεως ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Όλα αυτά με έπεισαν να συγκατατεθώ εις μίαν λύσιν όχι διότι την επεδοκίμαζα, αλλά διότι εφρόνουν ότι δια της μεσολαβήσεως της κυβερ­νήσεως των αντιστρατήγων παρήχετο αρκετόν χρονικόν διάστημα, αφ ενός μεν δια να κατασιγάσουν τα εξημμένα πνεύματα των πολιτικών παρατάξεων, αφ' ετέρου δε να δοθή ευκαιρία προς ψύχραιμον εξέτασιν της νέας καταστάσεως την οποίαν εδημιούργησεν το αποτέλεσμα των εκλογών.
Ήλπιζα ούτω ότι πιθανόν να ηπατώμην ως προς τας ανησυχίας μου και ότι θα υπήρχε τρόπος διευθετήσεως των πραγμάτων, ώστε την διαδοχήν της κυβερνήσεως να μη επακολουθήσουν αντεκδικήσεις, κατα­διώξεις, ανατροπαί. Περισσότερον παρεσύρθην εις την ελπίδα αυτήν από την ενδιάμεσον ύπαρξιν μιας κυβερνήσεως αντιστρατήγων. Ενόμισα ότι θα υπήρχεν εις αυτούς ο κοινός νους να αντιληφθούν, την σπουδαιότητα του ρόλου των κατά το βραχύτατον αυτό διάστημα που θα είχον την κυβέρνησιν εις τας χείρας των. Τους εδόθη η ευκαιρία να δράσουν με όλα τα νόμιμα μέσα υπέρ της ομαλής εξελίξεως των πραγμάτων, τιμώντες και τους εαυτούς των και τον Στρατόν και προσφέροντες υψίστας υπηρε­σίας εις την χώραν. Αλλά δυστυχώς ουδείς εξ αυτών είχε τον κοινόν νουν να αντιληφθή την σπουδαιότητα του έργου το οποίον είχαν κληθή να επιτελέσουν.
Και αντί να ασχοληθούν, ως είχον καθήκον, με την εξασφάλισιν της τάξεως και να τηρήσουν τον λόγον των ως προς το ακαταδίωκτον των συμμετασχόντων εις το κίνημα αξιωματικών, πανικοβληθέντες από της πρώτης στιγμής εφάνησαν ανάξιοι όχι μόνον να μη εκτελέσουν ειλημμένας υποσχέσεις, αλλ' εταπείνωσαν εαυτούς και το στρατιωτικόν των γόητρον παρουσιασθέντες ενώπιον της κοινής δημοκρατικής γνώμης όχι ως Στρατηγοί και Υπουργοί, αλλ' ως κλαυθμηρίζοντες μείρακες προσπαθούντες δια παντός τρόπου να φανούν ευχάριστοι και εξυπηρετικοί εις τον μετ' ολίγον κυβερνήτην αρχηγόν του Λαϊκού κόμματος. Εις δε εξ αυτών μάλιστα δεν ησχύνθη να ομιλήση προς το πλήθος των διαδηλωτών και εκ του εξώστου από τον οποίον ωμίλησεν ο αρχηγός του Λαϊκού κόμματος και να αποκαλέση χυδαίον και εθνοκτόνον το κίνη­μα της 6ης Μαρτίου, ενώ ο ίδιος την προηγουμένην ημέραν εξεφράζετο κολακευτικώτατα δια τον αρχηγόν της επαναστάσεως εκείνης.
Και αντεκατέστησαν οι αντιστράτηγοι αυτοί από της πρώτης στιγμής τον Φρούραρχον, τους Διοικητάς των Συνταγμάτων και τους Αρχη­γούς των δύο Ασφαλειών και ανεστάτωσαν τους ετοίμους και καταλλή­λους αυτούς οργανισμούς διά των οποίων και μόνον θα εκράτουν την τάξιν.
Και παραπαίοντες επέτρεψαν ως κυβέρνησις — απερίγραπτος δια­γωγή — να ανοιχθή ανάκρισις κατά της επαναστάσεως της 6ης Μαρ­τίου, ως ει να μη ήσαν οι ίδιοι που παρέλαβον από τας χείρας ημών την εξουσίαν της επικρατησάσης και συνεπώς δημιουργησάσης δίκαιον επαναστασεως. Και ελησμόνησαν ότι η εξουσία παρεδίδετο εις αυτούς κατό­πιν διαπραγματεύσεων, εγκαταλείψαντες αστόργως, δια να διατηρήσουν τας θέσεις των, συναδέλφους και συμμαθητάς των εναντίον των οποίων επέτρεψαν καταδίωξιν και προφυλάκισιν.
Οι ίδιοι αντιστράτηγοι ηνέχθησαν ώστε ο Αρχηγός της Γενικής Ασφαλείας να μεταβληθή εις σατράπην και δια συμμορίας τραμπούκων να διαρρήξη την οικίαν μου, από την οποίαν αφήρεσε παρά πάντα νόμον πολύτιμον εμπιστευτικόν αρχείον και εσύλησε χρήματα και διάφορα αντικείμενα.
Και επέτρεψαν ως μη ώφειλον εις την δικαιοσύνην να επιληφθή των ανακρίσεων δια τα γεγονότα της 6ης Μαρτίου, αλλά δεν ενδιαφέρθησαν καθόλου να επιστήσουν την προσοχήν της δικαιοσύνης δια την αυθαίρετον πράξιν του Αρχηγού της Γενικής Ασφαλείας τουθ' όπερ επι­βαρύνει εξ ίσου και την δικαιοσύνην η οποία είχε εκ πρωτοβουλίας καθή­κον να ενεργήση και όχι να επιτρέψη δημοσίευσιν απορρήτων επιστολών μου. Ακόμη δεν ημπόρεσα να εξηγήσω δια ποίον λόγον οι αντιστράτηγοι εδέχθησαν να παραλάβουν την εξουσίαν από την επανάστασιν αφού δεν ετήρησαν καμμίαν ειλημμένην υπόσχεσιν ούτε κατέβαλον καμμίαν προσπάθειαν όπως καταστήσουν ομαλοτέραν την διαδοχήν της κυβερνήσεως.
Οικτρότερον φαινόμενον ανικανότητος, αβουλίας, δουλοπρεπείας, αφιλοτιμίας και ασυνεπείας δεν ήτο δυνατόν να παρουσιασθή από ανωτά­τους Στρατιωτικούς. Το γεγονός αυτό τους κατέρριψε ανεπανορθώτως εις την συνείδησιν ολοκλήρου και του πολιτικού και του στρατιωτικού κό­σμου. Και μόνον άνθρωποι εστερημένοι αισθήσεων θα εξηκολούθουν να παραμένουν ακόμη εις την υπηρεσίαν.
Ούτω εξ υπαιτιότητος των αντιστρατήγων αυτών από της πρώτης  στιγμής αφέθη ελεύθερον να εκσπάση το παλαιόν μεταξύ των δύο παρατάξεων μίσος με τας γνωστάς ολεθρίας συνεπείας δια την χώραν τας οποίας εσκόπει το κίνημα της 6ης Μαρτίου να προλάβη.
Αλλά υπάρχουν πολλοί και μάλιστα σοβαροί άνθρωποι επιπολαίως σκεπτόμενοι να εξάγουν ως συμπέρασμα ότι η οξύτης αύτη των δυο παρατάξεων εγεννήθη ένεκα του πραξικοπήματος της 6ης Μαρτίου. Είνε λάθος και δεν επιτρέπεται να πιστεύεται από λογικούς ανθρώπους ζών­τας εις τον τόπον αυτόν, παρακολουθούντας τα γεγονότα των τελευ­ταίων ετών και ερευνώντας από περιωπής την κατάστασιν. Ουδέποτε η οξύτης εξέλιπε και αν ποτέ εφαίνετο ότι ημβλύνθη, τούτο ήτο φαινομενικόν , οφειλόμενον άλλοτε εις την απογοήτευσιν της ηττημένης παρατάξεως εστερημένης και αρχηγών με ψυχικήν δύναμιν και κύρος, άλλοτε από τας υπερβολικάς θωπείας της νικητρίας παρατάξεως, αι οποίαι επί της τελευταίας κυβερνήσεως Βενιζέλου έλαβον χαρακτήρα παθολογικής καταστάσεως ώστε να θεωρηθούν ως αδυναμία της κυβερνώσης παρατά­ξεως, πράγμα που ανεζωπύρωνε εις τα βάθη της ψυχής των βασιλοφρονων τας ελπίδας των και υπέθαλπε άσβεστην την αδιαλλαξίαν και άλ­λοτε εις προσποίησιν, δια να είνε περισσότερον ελεύθεροι εις την επιτυχίαν των απωτέρων σκοπών των, οι οποίοι δεν έπαυσαν ποτέ να έχουν ως αντικείμενον την συντριβήν του αντιπάλου δημοκρατικού κόσμου μέχρι τελείας αποσυνθέσεως, την ανατροπήν του δημοκρατικού πολιτεύματος και την εγκαθίδρυσιν της βασιλείας - τυραννίδος.
Και είνε άκρως λυπηρόν ότι ό πολιτικός δημοκρατικός κόσμος κατε­λήφθη από ένα λήθαργον εντελώς αδικαιολόγητον, διότι και μέχρι του Οκτωβρίου του 1932 η αντίπαλος παράταξις ηρνείτο να αναγνωρίση την Δημοκρατίαν. Αλλ' είχον και την αφέλειαν να πιστεύσουν ότι μετά την εξαφνικήν δήλωσιν του αρχηγού του Λαϊκού κόμματος, ότι αναγνω­ρίζει την Δημοκρατίαν, εξέλιπε πας λόγος κινδύνου δια την Δημοκρα­τίαν και την αφήκαν ούτω εκτεθειμένην εις χείρας βασιλοφρόνων [13].
Αλήθεια οποία δόσις αφελείας και ευπιστίας έπρεπε να υπάρχη εις τους δημοκρατικούς ηγέτας ώστε να πιστεύσουν ότι από της μιάς στιγ­μής εις την άλλην, ότι ήτο δυνατόν να μεταβληθούν φρονήματα μιας παρατάξεως, αν όχι συνυφασμένης με την εκπεσούσαν δυναστείαν, τρεφούσης όμως άσπονδον μίσος κατ' εκείνων οι οποίοι υπήρξαν οι πρωτεργάται της εγκαθιδρύσεως του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Και επείσθησαν τόσον ώστε έβλεπον όλως αβασανίστως και χωρίς καμμίαν ανησυχίαν το ενδεχόμενον της μεταβιβάσεως της δημοκρατικής κυβερνήσεως εις χείρας του Λαϊκού κόμματος.

 
Υποσημειώσεις:
[11] Περί την 2αν πρωϊνήν της 6ης Μαρτίου, ο Ελ. Βενιζέλος απεσύρθη διά να κοιμηθή. Μόλις όμως ευρέθη εις τον κοιτώνα του, ήκουσε να εισέρχωνται εις το παραπλεύρως γραφείον ο υιός του Σοφοκλής και ο Β. Σκουλάς. Μετά εν τέταρτον δε της ώρας, ενεφανίσθη προ αυτού ο στρατηγός Πλαστήρας.
«Χάνουμε τας Αθήνας, είπεν εις τον Βενιζέλον. Οι Λαϊκοί θα έχουν την απόλυτον πλειοψηφίαν. Τί θα γίνη; θα παραδώσετε την εξουσίαν;»
«Φυσικά», του απήντησεν ο Βενιζέλος, εκδηλώνων συγχρό­νως την έκπληξίν του δια την ερώτησιν.
«Θάχουμε τα ίδια της 1ης Νοεμβρίου τότε, παρετήρησεν ο Πλαστήρας, θα γίνουν ταραχές, συλλήψεις βενιζελικών, δολοφο­νίες και Κύριος οίδε τί άλλο ! Γι' αυτό εγώ σκέπτομαι να πάω στους συνοικισμούς, να εξεγείρω τους πρόσφυγας και να τους φέρω εις την πόλιν για να ζητήσουν την εγκαθίδρυσιν δικτατο­ρίας, θα κάμουμε ό,τι και στην Ιταλία, που χάρις στον Φασι­σμό προοδεύει».
Ο Βενιζέλος του απήντησεν ότι δεν ήτο μεν ενθουσιασμένος με το κοινοβουλευτικόν καθεστώς, αλλ' ότι τα ελαττώματα των άλλων λύσεων, ήσαν τόσον μεγάλα, ώστε ουδ' επί στιγμήν εδέχετο αλλαγήν του πολιτεύματος. Η Ιταλία, προσέθεσεν, επήγαινε καλά, διότι εκεί υπήρχε δικτάτωρ, ενώ εις την Ελλάδα δεν υπήρχε δικτάτωρ. Εγώ, συνέχισεν ο Βενιζέλος, δεν νομίζω, αγαπητέ φίλε στρατηγέ Πλαστήρα, ότι είσαι ικανός να κάμης τον δικτάτορα ως ο Μουσσολίνι. Όχι, μόνον δεν είσαι ικανός, αλλά δεν έχεις και την πλειάδα, τας εκατοντάδας των εκλεκτών συνεργατών του Μουσσολίνι. Μετά δύο έως τρεις μήνας θα καταπέσης οικτρώς, διότι κανένα από τα μεγάλα προβλήματα που έχεις να αντιμετώπισης, δεν θά κατορθώσης νά λύσης. Και χαριτολογών κατέληξεν ο Βενιζέλος : «Αν πείσης τον Μουσσολίνι να αφήση την Ιταλίαν και να έλθη εδώ, τότε, ίσως, συμφωνήσω να γίνη δικτατορία». Η συνομιλία διήρκεσε περί τα 20 - 25 λεπτά.((ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΔΑΦΝΗ:Η ΕΛΛΑΣ ΜΕΤΑΞΥ ΔΥΟ ΠΟΛΕΜΩΝ 1923-1940 Τόμος Β Σελ.183-84)

[12]. Η «κυβέρνηση αντιστρατήγων», με πρόεδρο τον Αλ. Οθωναίο  ορκίστηκε στις 7.45 μ.μ. της 6 Μαρτίου. Έλαβαν μέρος οι αντιστράτηγοι Ευθ. Τσιμικάλης, Θ. Μανέτας, Κ. Μανέτας, Αλ. Μαζαράκης, ο υποναύαρχος I. Δεμέστιχας και ο πλοίαρχος Περ. Δημούλης.
Για το κίνημα της 6 Μαρτίου βλ. Γρ. Δαφνή, Η Ελλάς μεταξύ των δύο πολέμων, 1923-1940, τόμος 2, σ. 180-206 και Θάνου Βερέμη, «Ανέκδοτα κείμενα γύρω από το κίνημα της 6 Μαρτίου 1933». Περιοδικό Μνήμων, τόμος 5, Αθήνα 1975, σ. 81-100.
Πρβ. Βενιζέλος, σ. 184-192.
[13]  Τη σχετική δήλωση του Π. Τσαλδάρη της 3 Οκτωβρίου 1932 ακολούθησε διάγγελμα του προέδρου της Δημοκρατίας Αλ. Ζαΐμη. Δύο μέρες αργότερα διαλύθηκε ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος. Βλ. Γρ. Δαφνή, ο.π., σ. 154-157, και πρβ. Βενιζέλος, α. Π8-183.ΚΙΝΗΜΑ 6ης ΜΑΡΤΙΟΓ 1933


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου