Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΔΑΦΝΗΣ: Η ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ ΤΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΩΝ (ΣΤΗ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ)


Οι καταλαβόντες το Πρότυπον Τάγμα επαναστάται παρεδόθησαν, κατόπιν τηλεφωνικής συνεννοήσεως με τον υπουργόν των Στρατιωτικών.  Έθεσαν δε ως όρον, ότι θα παρεδίδοντο μόνον εις τον Κονδύλην. Ο όρος έγινε δεκτός. Τους επαναστάτας παρέλαβεν ο συνταγματάρχης Τρεπεκλής και τους ωδήγησεν εις το υπουργείον Στρατιωτικών.
Η πρώτη επαφή μεταξύ κυβερνητικών και επαναστατών έγινε μετά την 9 μ. μ, της 1ης Μαρτίου, όταν ο συνταγματάρχης Τρεπεκλής ενεφανίσθη εις την είσοδον των στρατώνων Μακρυγιάννη και εζήτησε να συνομιλήση με τον Σαράφην, εις τον οποίον συνέστησε να παραδοθή. Ο Σαράφης τον απέπεμψεν. Ολίγον αργότερον ενεφανίσθη προ της εισόδου των στρατώνων ένα τεθωρακισμένον αυτοκίνητον, του οποίου επέβαινεν ο Κουσίντας. Οι Επαναστάται το εκτύπησαν με τα βαρέα πολυβόλα και ετραυμάτισαν τους επιβαίνοντας αυτού. Το τεθωρακισμένον, κατόπιν τούτου, απεσύρθη.
Εν τω μεταξύ, η πυροβολαρχία του λοχαγού Κουρούκλη, τοποθετηθείσα εις το μνημείον του Φιλοπάππου, ήρχισε να βάλλη κατά των στρατώνων. Η πρώτη οβίς, είσελθούσα δι' ενός των παραθύρων της βορείας πλευράς, έπεσε και εξερράγη εις τον διάδρομον του κυρίου κτιρίου των στρατώνων. Εκ των θραυσμάτων της οβίδος ετραυματίσ0ησαν ο  Χατζησταυρής, ένας υπολοχαγός και διάφοροι εύζωνοι. Όλοι μάλλον ελαφρώς. Μόλις ήρχισεν ο κανονιοβολισμός, οι άνδρες του Τάγματος διετάχθησαν νά κατέλθουν εις τα υπόγεια του κτιρίου, δια να προφυλαχθούν. Εκρατήθη μόνον μία διμοιρία δια την φρούρησαν των γραφείων διοικήσεως και οι άνδρες που εχρειάζοντο δια τα πολυβόλα, τα οποία ήρχισαν να βάλλουν κατά της πυροβολαρχίας Κουρούκλη.
Ρήγμα που προκάλεσε το κυβερνητικό πυροβολικό
 στην απέναντι της Ακροπόλεως πλευρά του κτιρίου
 του Προτύπου τάγματος.
Η σημειουμένη όμως καθυστέρησις εις εξασφάλισιν αποφασιστικών αποτελεσμάτων, προεκάλει αδημονίαν εις τους συγκεντρωθέντας εις το υπουργείον Στρατιωτικών. Ο Κονδύλης πιέζεται να αποστείλη και άλλας δυνάμεις. Διατάσσει την ενίσχυσιν του  αποσπάσματος Τρεπεκλή δι' ενός τάγματος του 1ου Πεζικού Συντάγματος το οποίον κατέλαβε θέσεις επί της αριστεράς πλευράς της λεωφόρου Αμαλίας και της λεωφόρου Συγγρού, από του Ζαππείου μέχρι της γεφύρας του Ιλισσού. Το τάγμα τούτο παρέμεινεν εις στάσιν αναμονής, όπως και ο λόχος ευζώνων, τον οποίον ο Τρεπεκλής είχε τοποθετήσει εις το θέατρον Ηρώδου του Αττικού. Ενεργόν συμβολήν εσημείωσε μία ορειβατική πυροβολαρχία, η οποία, μετά το μεσονύκτιον, ετοποθετήθη εις την είσοδον του Νεκροταφείου, οπόθεν και ήρχισε να βάλλη κατά του Προτύπου. 
Οι Επαναστάται ουδόλως εκάμφθησαν από τον βομβαρδισμόν. Εκ των τηλεφωνικών όμως επικοινωνιών τας οποίας είχον διεπίστωσαν ότι ουδεμία άλλη μονάς είχε κινηθή. Περί το μεσονύκτιον έχασαν την επαφήν με τους Επαναστάτας της Σχολής Ευελπίδων, όπερ εσήμαινεν ότι ούτοι είχον εγκαταλείψει τον αγώνα ή είχον καταβληθή. Ο Σαράφης έκάλεσε τους άλλους αξιωματικούς και τους ανεκοίνωσεν ότι περαιτέρω παραμονή εις το Πρότυπον θα ήτο άνευ σκοπού. Πρώτον, διότι ο στόλος θα είχεν αποπλεύσει ή θα ήτο έτοιμος προ απόπλουν. Δεύτερον, διότι δεν εφαίνετο ότι είχε κινηθή καμία άλλη φρουρά ή ήτο διατεθειμένη να κινηθή. Τρίτον, διότι και οι επαναστάται της Σχολής των Ευελπίδων είχον διακόψει την δράσιν των. Πλην δύο, του Χατζησταυρή[1] και του Παπαμαντέλλου, οι οποίοι εδήλωσαν ότι θα προσεπάθουν να διαφύγουν, οι άλλοι συνεφώνησαν.
Όταν εκρίθη ότι είχε παρέλθει αρκετή ώρα, ώστε να διαφύγουν οι δύο, οι όποιοι και εδραπέτευσαν, ο Σαράφης ετηλεφώνησεν εις τον Κονδύλην ότι παραδίδεται.
Οι Επαναστάται της Σχολής των Ευελπίδων δεν ηνωχλήθησαν από κυβερνητικάς δυνάμεις. Τμήματα της Ιππευτικής Σχολής προσεπάθησαν να πλησιάσουν, αλλ' απεσύρθησαν, μόλις εφωτίσθησαν δια προβολέων αυτοκινήτων. Περί την 11ην μ. μ. ο I. Τσιγάντες εκάλεσε τους αξιωματικούς και τους είπεν ότι η αποστολή των είχε τελειώσει και ότι έπρεπε να φύγουν δια να μεταβούν εις Πέραμα και να επιβιβασθούν του στόλου. Πέντε μόνον εδέχθησαν να τον ακολουθήσουν , οι Κλαδάκης, Σκαναβής, Νικολαϊδης, Κωστόπουλος και Τσούμας. Οι άλλοι εδήλωσαν ότι θα παρέμενον, δια να δώσουν λόγον των πράξεων των, εάν, τελικώς, η επανάστασις αποτύχη. Ο Τσιγάντες ανεχώρησε μετά των άλλων πέντε, κατευθυνόμενος προς Πέραμα. Εις το Πυριτιδοποιείον τους εσταμάτησαν οι χωροφύλακες και τους εζήτησαν να παρουσιασθούν εις τον διοικητήν του σταθμού, ανθυπομοίραρχον Κουτσοχέραν. Ούτος τους ηρώτησε που μετέβαινον και του απήντησαν ότι εξετέλουν υπηρεσίαν. Ο ανθυπομοίραρχος δεν υπωπτεύθη τίποτε και τους άφησεν ελευθέρους .
Ούτοι, αντι να αναχωρήσουν, εζήτησαν να πιουν καφέ. Ενώ έπιναν τον καφέ, διήλθεν ο επί κεφαλής του στρατιωτικού τμήματος που μετέβαινεν εις Πέραμα, ταγματάρχης Νόμπελης, ο οποίος τους ανεγνώρισε και εζήτησεν από τον Κουτσοχέραν να τους συλλάβη, όπερ και έγινεν.
Οι απομείναντες εις την Σχολήν επαναστάται δεν ηνωχλήθησαν μέχρι της 3ης πρωινής της 2ας Μαρτίου, ότε εκλήθησαν από τον υποδιοικητήν συνταγματάρχην Στάην εις ανάκρισιν. Ούτος, αφού τους ανέκρινε, τους έθεσεν υπό περιορισμόν. Την επομένην παρεδόθησαν εις το Φρουραρχείον και εκείθεν εστάλησαν εις τας φύλακας.

Υποσημειώσεις:
[1] Με τους ναυτικούς είχαμε μείνει σύμφωνοι ν' απασχολήσουμε τη φρουρά των Αθηνών μόνον 6 ώρες για να κατορθωθεί ο ανεφοδιασμός και απόπλους του στόλου. Είχαν περάσει οκτώ ώρες, δυο παραπάνω, και θα περνούσε και άλλος χρόνος έως ότου καταστεί δυνατόν να φύγουν δυνάμεις για επιχείρηση κατά του στόλου. Συνεπώς η αποστολή του τάγματος είχε εκπληρωθεί. Σκέψη για επίθεση ή για εξακολούθηση της άμυνας αποκλείονταν, γιατί αν εξακολουθούσε ο βομβαρδισμός και ή μάχη, οι στρατιώτες θα εξεγείρονταν εναντίον μας να γλυτώσουν από ενδεχόμενον κίνδυνον. Ύστερα απ' αυτές τις σκέψεις κατέληξα στο συμπέρασμα πως έπρεπε να καταθέσουμε τα όπλα. Κάλεσα λοιπόν τους έξη αξιωματικούς και τους ανακοίνωσα τις σκέψεις μου. Ο Χατζησταυρής πρότεινε να επιχειρήσουμε έξοδο και διαφυγή. Απάντησα πως για το πράγμα αυτό χρειάζονταν άνδρες αποφασισμένοι να το εκτελέσουν και όχι άνδρες χωρίς ηθικό πού κατέφυγαν στα υπόγεια. Δεν πρέπει να κάνουμε πράγματα που θα μας γελοιοποιούσαν. Ύστερα απ' αυτό ρώτησε αν τον απάλασσα από τον λόγο της τιμής και τον άφηνα ελεύθερο να επιχειρήσει να φύγει μόνος ή με άλλους μαζί. Απάντησα πως η αποστολή μας τέλειωσε, τους συγχάρηκα όλους για τη στάση τους και δήλωσα πως από τη στιγμή εκείνη καθένας ήταν ελεύθερος να μείνει ή να φύγει. Εγώ δεν θα επιχειρούσα να δραπετεύσω, θα έμενα να παραδοθώ και αν το κίνημα αποτύγχανε στο σύνολο του θα αντιμετώπιζα τους αντιπάλους μας στο Στρατοδικείο. Οί ταγ/ ρχης Χατζησταυρής Γ. και υπολ/γός Παπαμαντέλος Οδυσσέας δήλωσαν πως θα επιχειρούσαν να δραπετεύσουν.
Πήρα το τηλέφωνο και επικοινώνησα με το συνταγμ. Φλούλη Δημ. Τον παρεκάλεσα να πει του στρατηγού να επικοινωνήσει με τον υπουργό στρατιωτικών και του διαβιβάσει αίτηση παράδοσης μου.( ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΣΑΡΑΦΗΣ  ΑΠΑΝΤΑ Τόμος Β σελ 404)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου