Κυριακή 10 Μαρτίου 2019

ΛΟΧΑΓΕ ΡΙΧΤΧΟΦΕΝ ΣΩΣΕ ΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ :ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 8ον

ΕΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ
Έστρεψα προς τον διοικητήν μου. Ήμην εις άκρον συγκεκινημένος.
—Ώστε είμεθα λοιπόν συνάδελ­φοι, κύριε διοικητά ;
— Πολύ γρήγορα εύχομαι δια το καλόν της Γερμανίας, να σας έχω προϊστάμενόν μου, ταγματάρχα Ριχ­τχόφεν.
Οι παριστάμενοι αξιωματικοί με συνεχάρησαν επί τη προαγωγή μου.
Τους ηυχαρίστησα και προσέθεσα :
— Όταν επετούσα συνέλαβα ένα ραδιογράφημα εκ Παρισίων. Το περιεχόμενον του με ανησυχεί.
— Δηλαδή τί έλεγαν οι φίλοι μας οι Γάλλοι ;
—΄Οτι θα ενηργήτο σήμερον επίθεσις με βεβαιότητα ανατροπής των θέσεών μας.
—Εγένετο η επίθεσις και  έπαθαν αυτοί ό,τι προητοίμαζον δι' ημάς. Κατελάβομεν δύο οχυρά του Ντούωμόν. Αυτό όμως μας εστοίχισεν αρκετάς απωλείας.
Μου ήλθεν αστραπιαίως μία σκέψις και την εξεδήλωσα αμέσως. 
Απετάθην προς τους συναδέλφους μου.
— Κύριοι, πρέπει να  εκδικηθώμεν τους συνάδελφους μας. Ο  Χάϊντερ έσπευσε να απαντήση περιχαρής. 
·—Εις τας διαταγάς σας, αρχηγέ μας.
— Θα πετάξωμεν έως το Παρίσι. 
Η πρότασίς μου έγινε δεκτή με ζητωκραυγάς υπέρ της Γερμανίας.Προσέθεσα:
Το μόνον δυσάρεστον είνε ότι μόνον τα 9 βομβαρδιστικά θα έλ­θουν μαζί μου,  διότι αυτά μόνον έχουν ακτίνα πτητικής δράσεως έως το  Παρίσι. Χωρίς να χρονοτριβώμεν ετοιμασθήτε. 
Υπελόγισα την απόστασιν και διέ­ταξα προμήθειαν βενζίνης ανάλογον. Εάν συνηντώμεν εχθρικά θα κατεβάλλομεν προσπάθειαν να μη συγκρουσθώμεν μαζί των δια να κερδίσωμεν βενζίνην. Έδωκα τας τελευταίας οδηγίας και
ετοιμάσθημεν προς απογείωσιν. Θα  ανηρχόμεθα εις ύψος τριών χιλιάδων με­τρων.
Απεγειώθημεν. Σημειώ ώραν 1. 30' μετά μεσημβρίαν. Ιστορική ώ­ρα δι' εμέ.
Μόνος εξ όλων εγώ επεβάρυνα το αεροπλάνον μου με τρεις βόμβας εμπρηστικάς και πολλάς χειροβομβίδας. Δεν ηθέλησα να έχω παρατηρητήν ακριβώς δια να κερδίσω εις πολεμικόν υλικόν το βάρος του.
Πετώμεν  κατ' ευθείαν προς το Παρίσι. Ώρα 2 μ,μ, πλησιάζομεν προς τας γερμανικάς γραμμάς. Ώρα 2.10' είμεθα επάνω από τας γερμανικάς γραμμάς. Πετώμεν εν ανα­πτύξει μάχης. Ολίγον ακόμη και θα ευρισκόμεθα άνωθεν από τας  γαλλικάς γραμμάς. Δίδω το σύνθη­μα της υπερβάσεως των 4 χιλ. μέ­τρων. Ώρα 2.35' έχομεν φθάσει ε­πάνω από τας γαλλικάς γραμμάς. Βαλλόμεθα λυσσωδώς από τα αντι­αεροπορικά. Από στιγμής εις στιγ­μήν αναμένομεν ανύψωσιν των εχ­θρικών. Θα  αναγκασθώ να τους αν­τιμετωπίσω. Ευτυχώς  δεν ανυψώθησαν. Πετώμεν
βορειοδυτικά με κατεύθυνσιν προς το Παρίσι. Ουδέν εχθρικόν εμφανίζεται εις τον  ορί­ζοντα.
Ώρα 3.10'. Φαίνεται ότι το σχέδιόν μου θα επιτύχη απ' άκρου εις άκρον.
Ουδεμία ανησυχία πλέον υ­πάρχει. Αίφνης εις το αριστερόν της αναπτύξεως  βλέπω τρία εχθρικά πε­τώντα και έτοιμα να μας προσβάλ­λουν εκ των νώτων.
Αποσπώμαι από την μοίραν και χειρίζω πηδήλιον αριστερά. Με α­κολουθεί ο Χάϊντερ.
Έγινεν η σκιά μου. Ζητούν να με ακολουθήσουν και οι άλλοι, Κατορθώνω να τους ειδοποιήσω με τον πομπόν του ασυρμάτου. Πρέπει να σημειώσω εδώ ότι όλα τα
βομβαρδιστικά   έχουν συσκευήν ασυρμάτου. Δίδω διαταγήν:
— Εξακολουθήσατε εκτέλεσιν δια­ταγών. Μη με ακολουθήτε.
Μόνον ο Χάιντερ δεν υπακούει. Εΐνε ο αιώνιος παραβάτης με μέ­χρι θανάτου φίλος  μουΠλησιάζω προς τα εχθρικά. Ανυψούμαι. Δίδω στόχον. Είνε η μέ­θοδος μου.
 Με θεωρούν άπειρον αεροπόρον. Με ακολουθούν και επιτίθενται. Η παγίς επέτυχε.
Πλανάρω αποτόμως κάτω με μηχανήν προς το έδαφος. Πίπτω ως βολίς και κατό­πιν φουλ προς τα άνω. Τους έχω εμπρός μου. Βάλλω θεριστικώς. Δεν είνε δυνατόν να
 διαφύγουν. Ο Χάιν­τερ γλεντά με την περιπέτειαν των τριών εχθρικών.
Η επίθεσίς μου είνε κεραυνοβόλος. Αι κινήσεις των είνε σπασμωδικαί. Ομολογώ ότι τους λυπούμαι. Τα πολυβόλα μου είνε σκληρά. Αι κάνναι των εκσφενδονίζουν τον  θά­νατον. Πίπτει το έν. Τα άλλα τρέ­πονται εις φυγήν. Άσκοπος η καταδίωξις.
Άλλο είνε το πρόγραμμά μου. Φουλάρω την μηχανήν και ανυψούμαι όσον το δυνατόν  περισσότε­ρον.
Ώρα 3 και 45'. Έχω καταφθά­σει τους άλλους. Με ακολουθεί ο Χάιντερ. Τίθεμαι επί κεφαλής των. Οι άθλιοι θέλουν να παίξουν και σχηματίζουν τιμητικόν ημικύκλιον.
 Κάποιος με ερωτά με τον ασύρματον :       
Τί έγινε με τους φίλους τους Γάλλους ;
— Με έτρεψαν εις φυγήν !!!
— Τους δυστυχείς! Τους ερρίξατε και τους τρεις ;
—΄Οχι. Μόνον τον ένα. Οι άλλοι απηξίωσαν να με αντιμετωπίσουν και επροτίμησαν  να επανέλθουν εις τας βάσεις των. Τώρα προχωράτε προς τον σκοπόν μας.
 Ακολουθείτέ με εις το ύψος που λαμβάνω. Ό­ταν φθάσωμεν  θα διασκορπισθήτε υπέρ  την πόλιν. Επισημάνατε με τους χάρτας σας καθορισθέντα ση­μεία επιθέσεως.
Ώρα 4 και 20'. Εν όψει το Παρίσι.Μετ' ολίγον θα ευρισκόμεθα υπέρ την γαλλικήν πρωτεύουσαν. Πλησιάζομεν. Αυξάνω ύψος. Φθάνομεν. Τo Παρίσι απλώνεται κάτωθέν μας σαν πιάτο. Έχω τον χάρτην εμπρός μου. Διακρίνω καλά. Πύρ­γος Άιφελ, Ηλύσια και Όπερα. Οι σύντροφοι μου εκτελούν κατά γράμμα τας διαταγάς μου. Σκορ­πίζουν.
Δίδω το σύνθημα της μειώσεως του ύψους. Με μιμούνται τα λοιπά αεροσκάφη. Το υψόμετρον δεικνύει 1200 μέτρα. Εντός βολής όπλου δηλαδή. Είμαι επάνω από τα Ηλύσια. Εξαπολύω την πρώτην βόμβαν και φεύγω ωσάν βολίς, υψούμενος αποτόμως. Δεν δύναμαι να ίδω το απο­τέλεσμα.
Επιστρέφω νοτιοανατολικά. Συμ­βουλεύομαι τον χάρτην μου. Είμαι επάνω από το Μουσείον. Εξαπολύω την δευτέραν βόμβαν και έως ότου φθάσω εις την νοτιοανατολικήν πλευράν της γαλλικής πρωτευούσης ρίπτω και τρίτην.
Οι άλλοι περιφέρονται ακόμη ε­πάνω από το Παρίσι. Έχουν αφή­σει ήδη τα... επισκεπτήρια των και αναμένουν το σύνθημα της αναχω­ρήσεως.
Δεν έχομεν καιρόν   να χάνωμεν. Ειδοποιώ με τον ασύρματον συν­θηματικώς.
— Συγχαρητήρια. Επιτύχομεν α­πολύτως. Πηδάλιον προς την Γερμανίαν.
Με ακολουθούν. Υπολογίζω ότι η αποστολή μου επέτυχε πλήρως. Ο πανικός εις το Παρίσι ασφαλώς θα ήτο καταπληκτικός.
Ή μηχανή μου με τον ρυθμικόν της ρόγχον με ειδοποιεί ότι έχει α­ναπτύξει όλας τας στροφάς της. Μετά δύο ώρας θα είμεθα εις την βάσιν μας, εκτός απρόοπτου.
Δυστυχώς, το απρόοπτον ενεφανίσθη. Δεξιά μας στολίσκος εχθρι­κών. Αυτήν την φοράν η θέσις μας είναι δύσκολος.
Δίδω σύνθημα αναπτύξεως εις μάχην. Εις ενέργειαν τα πολυβόλα. Ελπίζω εις αιφνιδιασμόν. Εις αυτάς τας ώρας χρειάζονται πρωτοβουλίαι. Ελπίζω εις την ορμητικό­τητα του Χάιντερ και εις την ψυχραιμίαν των άλλων. Ενεργώ πρώτος τηv προσβολήν. Φαίνεται ότι δεν υπελόγισαν καλά ποίον έχουν απέναντι των και αντεπετέθησαν κατά μέτωπον. Τώ­ρα πιστεύω ότι ήμην τυχερός. Δεν ήθελα άλλο από αυτό το σφάλμα των. Μου δίδουν στόχον όλοι και βάλλουν εναντίον μου. Αντεπιτίθεμαι.
Βάλλω και βάλλομαι. Αισθάνομαι ένα ελαφρόν νυγμόν εις τον αριστερόν βραχίονα. Ύποπτεύω ότι έτραυματίσθην διότι ήδη η θύρα αναβάσεως έχει διατρηθή υπό σφαίρας. Αναδεύω την χείρα μου. Ευτυχώς δεν είνε τίποτε. Μόνον η αιμορραγία με  φοβίζει. Αποσπώ την ασφαλιστικήν ζώνην του αλεξιπτώτου και σφίγγω το μέρος όπου υποθέτω ότι έχει βληθή.
Δεν είνε καιρός να ασχοληθώ με το τραύμα αφού κινδυνεύω να καταρριφθώ. Με έχουν κυκλώσει σχεδόν και βάλλουν όλοι εναντίον μου. Με σώζουν μόνον τα ακούσια πλανσαρίσματα που επιτυγχάνω χάρις εις την αρίστην μηχανήν του αεροπλάνου μου.

Πρέπει να διαφύγω από τον κλοιόν. Λούπιγκ, κάτω πηδάλια δεξιά. Ζήτημα δευτερολέπτων είνε η σωτηρία μου. Αν διαφύγω την περιδύνησιν, σώζομαι ασφαλώς. ..Το επέτυχα.Και τώρα αντεπίθεσις.
Λυσσώ. Επτά έχουν συγκεντρωθή και βάλλουν εναντίον μου. Ανανδρία. Εάν είνε εγωιστικόν αυτό που θα είπω δεν πταίω εγώ, αλλ’ οι αντί­παλοι μου. Επτά εναντίον ενός;..Αι λοιπόν, και οι επτά θα μου το πληρώσουν.
Πηδάλια προς τα κάτω. Το πολυβόλον μου ήρχισε το ρυθμικόν τραγούδι του. Έχω ήδη το πρώτον θύμα .Ένα από τα εχθρικά έχει βληθή εις την μηχανήν του και πίπτει σαν βολίς.
Αρχή συγχύσεως. Νέα επίθεσις. Ανασυντάσσονται.
Αυτήν την φοράν δεν προλαμβάνουν να συγκεντρώσουν πυρά εναντίον μου.
Επιπίπτω εναντίον των με λύσσαν.
Εδώ αφήνω την σκιάν μου!! τον Χάιντερ, να ομιλήση. Παραθέτω την έκθεσίν του:
«Όταν είδομεν τον Ριχτχόφεν περισφιγμένον από τον κλοιόν των εχθρικών εσχηματίσαμεν την βεβαίαν αντίληψιν ότι δεν είνε δυνατόν να διασωθή. Αυτό τουλάχιστον λέγει η πο­λεμική τακτική της αεροπορίας. Και όμως μετ' ολίγον επαναβλέπομεν τον Ριχτχόφεν επιτιθέμενον μετά λύσσης. Τους πλησιάζει. Κινδυνεύουν να συγ­κρουσθούν τα σκάφη εις τον αέρα. Καταρρίπτει το έν. Και εφορμά κα­τά των άλλων. Αληθής τιτανομαχία. Ημείς είνε αδύνατον να τον βοηθήσωμεν διότι παλαίομεν προς τους άλ­λους. Έν από τα ιδικά μας καταρ­ρίπτεται φλεγόμενον. Μετ' ολίγα λε­πτά το ακολουθεί δεύτερον. Η θέσις μας είνε δύσκολος.
Ο Ριχτχόφεν συγγράφει εν τω μεταξύ την μεγαλειτέραν εποποιίαν του. Ισοφαρίζει την απώλειαν των δύο ιδικών μας καταρρίπτων και δεύτερον.
Τον βλέπομεν να ανυψούται αποτόμως. Ευτυχώς δι' αυτόν. Φαίνεται ότι αντελήφθη τον κίνδυνον εγκαίρως και τον απέφυγε δια της ανυψώσεως. Στρέφει πηδάλια δεξιά και πετά με ελαφράν κλίσιν προς τα κάτω. Ή­δη έχει όλα τα εχθρικά εύκολον στό­χον. Είνε μυστήριον πως κατώρθωσε να μετατοπίση τον οκρίβαντα του πολυβόλου ώστε να επιτύχη βολήν πλαγίαν. Και όμως το επέτυχε.
Τρίτον Γαλλικόν καταπίπτει. Αρ­χίζει ο πανικός. Οι Γάλλοι εγκατα­λείπουν την μάχην και τρέπονται δυτικώς. Είμεθα ήδη ελεύθεροι. Ο Ριχτχόφεν τίθεται και πάλιν επί κεφα­λής. Μετά πτήσιν ημισείας ώρας προσγειούμεθα κατά δύο ολιγώτεροι εις την βάσιν.
Ο Ριχτχόφεν είνε πελιδνός όταν αναφέρει εις τον διοικητήν την απώ­λειαν των δύο αεροπλάνων κατά την γιγαντομαχίαν. Όλοι το αποδίδομεν εις την συγκίνησιν και την κόπωσιν όταν εις μίαν στιγμήν τον βλέ­πομεν να σωριάζεται κάτω σχεδόν λιπόθυμος. Είχε τραυματισθή εις την αριστεράν χείρα. Επολέμησε τραυματίας και ενίκησε. Είνε ο θεός μας εις την αεροπορίαν.

Χάϊντερ»

Καθ’ όλην την διάρκειαν της αερομαχίας δεν είχον καιρόν να σκεφθώ το τραύμα μου. Ήρχισαν δριμύτα­τοι πόvoι όσον παρήρχετο η ώρα. Εις μίαν στιγμήν όταν οι Γάλλοι υπεχώρησαν αντελήφθην ότι παρ' όλον το ψύχος που υπήρχεν, είχε ρεύ­σει αρκετόν αίμα. Το ψύχος επέ­τεινε τους πόνους. Παρ' ολίγον να λιποθυμήσω. Μετά βίας συγκρατώ το πηδάλιον εις τα χέρια μου. Επί τέ­λους φθάνομεν εις την βάσιν. Παρ' ολίγον να κάμω απότομον προσγείωσιν και να συντριβώ. Ευτυχώς ευρήκα ολίγας δυνάμεις ακόμη δια να προσγειωθώ κανονικώς. Αν εξηκολούθει η πτήσις ακόμη χίλια μέτρα ασφαλώς θα έπιπτα αδόξως.
Ανέφερα εις τον Διοικητήν εν συνόψει τα της αερομαχίας και έπεσα λιπόθυμος. Από την στιγμήν εκείνην δεν γνωρίζω τι εμεσολάβησεν, ώστε να ευρεθώ εις ένα μαλακώτατον κρεβάτι ενός νοσοκομείου. Με είχαν με­ταφέρει αεροπορικώς αφού μου επέ­δεσαν το τραύμα μου προχείρως εις την βάσιν, εις το Βερολίνον. Την μετακόμισίν μου ανέλαβεν ο Χάιντερ ο αιώνιος φίλος μου. Όταν συνήλ­θα αντίκρυσα επάνω μου πέντε ια­τρούς πολλάς νοσοκόμους και τον Χάιντερ. Ομολογώ ότι η στάσις του φίλου μου αυτού με κατασυνεκίνησε. Με ενηγκαλίσθη και με εφίλησε ενώ συγχρόνως μου επεδείκνυε Γερμανικάς εφημερίδας με τεραστίας φωτο­γραφίας μου. Εις εκ τών ιατρών με ηρώτησε:
—Πώς αισθάνεσθε τώρα, ταγματάρχα μου;
—Καλύτερα γιατρέ μου.
—Ελπίζω ότι σε λίγες μέρες θα είσθε καλά.
—Ώστε δεν είνε τίποτε σοβαρόν;
—Κάθε άλλο. Ευτυχώς η σφαίρα εσεβάσθη το οστούν του βραχίονός σας. Μόνον που εχάσατε πολύ αίμα.
Οι άλλοι συνάδελφοι των έχασαν όλον των το αίμα. Δι' εμέ προέχει να γίνω ταχέως καλά.
—Μην αμφιβάλλετε γι' αυτό. Ο θεός της Γερμανίας σας έσωσεν αυ­τήν την φοράν.
Εν τω μεταξύ μία ωραιοτάτη νο­σοκόμος με επλησίασε και μειδιώσα με ηρώτησε με εξαιρετικόν ενδιαφέ­ρον αν πονώ.
—Τώρα που σας βλέπω αδελφή δεν πονώ καθόλου.
Τότε λοιπόν είμαι ο παρήγορος άγγελος; Χα ! χα ! χα !
—Μη γελάτε αδελφή.. Το πιστεύω αυτό που σας λέγω.
Ο ιατρός έσπευσε να συστήση την νοσοκόμον.
— Σας συνιστώ την φροϋλάιν Κλούκ προϊσταμένην και...
—Κόρη του αρχιστρατήγου;
—Μάλιστα κ. ταγματάρχα και εί­μαι ευτυχής που γνωρίζω τον ήρωα της Γερμανίας.
—Ευχαριστώ αδελφή προϊσταμένη δια τους κολακευτικούς λόγους σας αλλά η τιμή δεν ανήκει παρά εις τους συναδέλφους μου που επολέμησαν ωσάν λέοντες.
—Και όμως εις τας εφημερίδας, γράφουν οι ίδιοι οι συνάδελφοι σας ότι σεις τους εσώσατε.
—Θα σας παρακαλέσω να μου δώ­σετε αυτήν την εφημερίδα που γρά­φει αυτάς τας ανοησίας.
—Θα σας τις φέρω αμέσως.
Μετ' ολίγον μου προσεκόμισε τας εφημερίδας.
Με πηχυαίους τίτλους ανέγραφον τα της αερομαχίας. Και εδώ ο Χάιντερ έδωκε πολυστήλους συνεντεύξεις εις όλους τους δημοσιογράφους.
Αι λεπτομέρειαι βοηθούσης της φαντασίας των δημοσιογράφων είχον καταλάβει χώρον δύο σελίδων, τας οποίας εκόσμουν μεγάλαι εικόνες ι­δικαί μου και του αεροπλάνου μου. Επίσης εδημοσιεύοντο είκόνες της μητρός μου, την οποίαν απεκάλουν «μητέρα του ήρωος των ηρώων».
Η προϊσταμένη με παρηκολούθει ενώ ανεγίνωσκα τας εφημερίδας, όταν δε έστρεψα να την ιδώ εμειδία. Διεμαρτυρήθην εντόνως δια την πρωτοβουλίαν αυτήν του Χάιντερ και παρεκάλεσα να τον ειδοποιήσουν ότι τον θέλω. Η προϊσταμένη εφώναξε μίαν νοσοκόμον και έδωκε την παραγγελίαν. Μετά τούτο απευθυνομένη προς εμέ μου είπε:
— Σας θαυμάζει όλη η Γερμανία κ. Ριχτχόφεν δια τους άθλους σας.
—Με κολακεύετε δεσποινίς. Δεν πράττω παρά το καθήκον μου .
—Εάν όλοι εξετέλουν το καθήκον των όπως σεις, ο πόλεμος θα ετελείωνε πολύ γρηγορώτερα. .
—Όλοι κάμνουν το καθήκον των. Εις την συγκεκριμένη δε περίπτωσιν της προσβολής των Παρισίων οφεί­λω να σας είπω ότι όλοι έκαμαν το καθήκον των και μάλιστα με αυτοθυσίαν.
—Φαντάζομαι ότι η φίλη ,σας θα είνε υπερήφανη πολύ για σας.
Είπε την τελευταίαν φράσιν της με ένα αρκετά χαρακτηριστικόν μορφασμόν.
—Δεν ημπορεί να είνε υπερήφανη η φίλη μου για μένα δεσποινίς.
—Για ποιο λόγο; Είσθε μαλωμέ­νοι;
— Όχι.
—Τότε ποιος είνε ο λόγος που ημ­πορεί να είνε αδιάφορος για σας;
—Απλούστατα διότι δεν υπάρχει η φίλη που λέτε.
—Αδύνατον. Φαντάζομαι μάλιστα ότι από στιγμής εις στιγμήν θα έλθη εδώ να σας επισκεφθή.
Εκείνην την στιγμήν εισήρχετο εις το δωμάτιον ο Χάιντερ.
Εύρον την ευκαιρίαν να αστειευθώ.
Ιδού η φίλη μου με την οποίαν δεν τα έχω καλά.
Εγέλασε θορυβωδώς. Επετίμησα τον Χάιντερ ζωηρότατα δια την πρωτοβουλίαν που είχε να δώση αυτάς τας συνεντεύξεις. Ο Χάινιερ έστεκεν εμπρός μου σαν μαθητής δη­μοτικού σχολείου, δεν απαντούσε καθολοκληρίαν.
—Γιατί δεν απαντάς κ. ανθυπολο­χαγέ ;
—Διότι κύριε ταγματάρχα έάν σας απαντήσω θα σας απαντήσω ότι αυ­τά είνε ολιγώτερα της πραγματικότητος.
—Να ασχολήσαι μόνον με τα στρατιωτικά σου καθήκοντα και να μη α­ναμιγνύεσαι εις την παροχήν πληρο­φοριών εις τους δημοσιογράφους.
Δεν απήντησε και απεχώρησεν α­μέσως από το δωμάτιον. Εμείναμε μόνοι με την φροϋλάϊν Κλούκ. Ετόλμησα να την ερωτήσω το όνομά της.
—Το μικρό σας όνομα αδελφή προϊσταμένη ;
—Εριέττα, ετών 23, οικιακά! Σας Ικανοποιεί αύτό;|
—Απολύτως.
—Αν θέλετε ημπορείτε να με φωνάζετε με το μικρό μου όνομα. Ε­γώ θα σας αποκαλώ με το επίθετόν οας διότι το ευρίσκω πολεμικώτερο.
—Με πειράζετε δεσποινίς Εριέττα.
— Σας διαβεβαιώ όχι. Προτιμώ το επίθετο σας.
Με εκύτταξε περισσότερο εντατικά και μου είπε:
—Υποθέτω ότι έχετε πυρετό διότι είσθε χλωμός.
Και αμέσως έπιασε τον σφυγμόν μου ενώ με εκύτταζε στα μάτια. Ύ­στερα από λίγα λεπτά έκαμε την... διάγνωσίν της.
—Έχετε πυρετό πολύ.
—Όχι δα! Δεν καταλαβαίνω καμμια κούρασι.
—Τότε ασφαλώς, έχω εγώ κ. Ριχ­τχόφεν.
Έσκυψε καΙ με εφίλησε. Τα χείλη της εκόλησαν εις τα δικά μου. Με φιλούσε με παραφοράν. Τα ματόκλαδά της ανοιγόκλειναν κατά τρό­πον αρκετά χαρακτηριστικόν.
Αντιμετώπισα πολλούς εχθρούς, αλλ' αυτόν τον εχθρόν μου ήτο αδύ­νατον να τον αντιμετωπίσω. Υπετάχθην. Όταν απεσπάσθη από τας αγκάλας μου με εκύτταξε κάπως συνεσταλμένη. Δια να την βγάλω από το αδιέξοδο της έπιασα τα χέρια και την έσυρα προς το κρεββάτι. Ανηγέρθην ολίγον και την εφίλησα με την ιδίαν παραφοράν που με ενηγκαλίσθη αυτή. Επί ολίγα λεπτά παρεμένομεν και οι δύο άφωνοι.
Πρώτος έλυσα εγώ την σιωπήν.
—Έχουμε τίποτε να πούμε Ερι­έττα ;
—Συ νομίζεις ότι έχουμε να πούμε τίποτε;
—Μου φαίνεται ότι είπαμε όσα εί­χαμε να πούμε.
—Δηλαδή με διώχνεις;
—Είσαι κουτή. Ίσα ίσα τώρα που σε χρειάζομαι να σε έχω πάντα κον­τά μου.
—Ώστε ;
—Ώστε συμβαίνει αυτό που φαν­τάζεται κουτή Ερριέττα.
—Είμαι Η πιο υπερήφανη γυναίκα του κόσμου, θα είμαι δική σου πάντα.
—Ζήτημα είνε αν θα είμαι και εγώ για πάντα δικός σου.
—Γιατί αυτή η σκληρότης;
—Διότι είνε πιθανόν όταν εξέλθω από το νοσοκομείον και πετάξω να με θελήση κάποιος άλλος.
—Κανείς δεν ημπορεί να σε απο­σπάση από μένα.
—Υπάρχει άλλος που δεν ημπορείς να τον αντιμετώπισης.
—Είμαι η κόρη του αρχιστρατήγου και ημπορώ να κάμω τα πάντα.
—Και μόνον να εξουδετέρωσης τον θάνατον δεν ημπορείς.
Έσκυψε το κεφαλάκι της κατη­φής. Δύο δάκρυα εκύλησαν εις τας παρειάς της.
Την καθησύχασα και της υπεσχέθην ότι θα φροντίσω να διαφύγω από τα δίκτυα του...θανά­του και εν ανάγκη θα τον νικήσω κι' αυτόν.
Από της ημέρας εκείνης η Εριέτ­τα κατέστη ο παρήγορος άγγελος μου. Εξενυκτούοε δίπλα εις το κρεββάτι μου και το ενδιαφέρον της για μένα εκοινολογήθη εις ολόκληρον το νοσοκομείον μέχρι σημείου ώστε και οι διευθύνοντες αυτό
ιατροί να με πειράζουν δια την καταπληκτικήν εύνοιαν της τύχης.

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2019

Α.Δ : ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΛΛΟΥ ΔΙΑ ΤΗΝ ΑΥΞΗΣΙΝ ΤΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ- ΠΩΣ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΕΙ Η ΙΤΑΛΙΑ ΤΗΝ ΜΗΤΡΟΤΗΤΑ

(Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΕΘΝΟΣ στις 19 Αυγούστου 1933)

Εις όλα τα ευρωπαϊκά κράτη είχε παρατηρηθή κατά τα μεταπολεμικά έτη μία τεραστία ελάττωσις των γεννήσεων. Μεγάλα κράτη, όπως η Γαλλία και η Γερμανία, των οποίων ο πληθυσμός άλλοτε ηύξανε κατ’ έτος κατά εκατοντάδας χιλιάδων , κατήντησαν να σημειώνουν παθητικόν, πράγμα το οποίον εδημιούργει ανυπολογίστους κινδύνους δια το μέλλον των . Το κακόν βέβαια είχε την βάσιν του εις τας καταστρεπτικάς συνεπείας του ευρωπαϊκού πολέμου, του οποίου τα εκατομμύρια θυμάτων ήσαν νέοι , σύζυγοι ή μέλλοντες σύζυγοι. Ανεξαρτήτως όμως αυτού , είναι πλέον κοινόν μυστικόν ότι αι γυναίκες των πόλεων δεν θέλουν παιδιά τα οποία θεωρούνται εμπόδιον εις την κοσμικήν ζωήν των. Εις το Παρίσι , το Λονδίνον και το Βερολίνον αι γυναίκες των μέσων τάξεων έχουν ένα, δύο ,το πολύ τρία παιδιά, αι δε γυναίκες των ανωτέρων τάξεων ένα ή κανένα [1]. 

Δια να προλάβουν τον κίνδυνον αυτόν της ελαττώσεως του πληθυσμού των, όλα τα κράτη σπεύδουν να λάβουν σύντονα μέτρα. Εις την Γαλλίαν τα πράγματα είναι ολίγον δυσκολότερα, διότι με τον κυριαρχούντα άκρατον κοινοβουλευτισμόν είναι δύσκολο να ληφθούν «σκληρά» μέτρα βαρείας φορολογίας αγάμων ή ατέκνων, αυστηράς καταδίκης των αποφευγόντων τας γεννήσεις και των χρησιμοποιουμένων εις τούτο ιατρών κλπ. 

‘Αλλως τε, οσονδήποτε και αν ήσαν δρακόντια τα μέτρα, είναι ζήτημα αν θα επηρέαζαν τις Παριζιάνες, οι οποίες δεν εννοούν πλέον με κανένα τρόπον να «θυσιάσουν την ζωήν των στα παιδιά», όπως συνήθως λέγουν. Ελήφθησαν λοιπόν απλώς μέτρα κοινωνικής προνοίας , οικονομικής ενισχύσεως ή ελαττώσεως φόρων των πολυτέκνων , ιδρύσεως αφθόνων εντελώς δωρεάν μαιευτηρίων, νοσοκομειακής και ιατρικής περιθάλψεως των μητέρων και των μικρών παιδιών κλπ.

ΕΘΝΟΣ 19 Οκτωβρίου 1933
Εις την Γερμανίαν η εγκαθίδρυσις της δικτατορίας των εθνικοσοσιαλιστών [2] επιτρέπει να ληφθούν σοβαρότερα μέτρα, ο δε Χίτλερ ανήγγειλεν ότι θέτει εις εφαρμογήν ολόκληρον «πρόγραμμα ευγονίας», με το οποίον ελπίζει να στρέψη τας Γερμανίδας εις τον ρόλον και τον προορισμόν των μητέρων [3].

Αλλά ως αληθινόν δι όλα τα κράτη του κόσμου πρότυπον κολοσιαίας πράγματι και μεθοδικής εργασίας υπέρ της μητρότητος δύναται να χρησιμεύση η Ιταλία. Ο Μουσσολίνι καθώρισεν εις ένα τελευταίον λόγον του [4] τον ρόλον της Ιταλίδος:

“H δεν περιμένει ποτέ δια της ψήφου να ασκήση επίδρασιν επί των πεπρωμένων της ανθρωπίνης κοινωνίας. Σύζυγος στρατιώτου, μητέρα στρατιώτου, επομένως έν είδος στρατιώτου και η ιδία , δεν θα χάση απολύτως τίποτε από τας γυναικείας αξίας της εάν ακολουθήση τον δρόμον που της εχάραξεν η φύσις :να είναι η ευφυής σύντροφος του ανδρός και να φέρη εις τον κόσμον παιδιά , όσον το δυνατόν περισσότερα παιδιά.» 

Κατ’ αυτόν τον τρόπον ήρχισεν η «μάχη του πληθυσμού»|, της οποίας το πρόγραμμα δύναται να συνοψισθή εις μίαν φράσιν του Ντούτσε:

 "Massimo di natalità, minimo di mortalità”(το ανώτατον όριον γεννήσεων, το κατώτατον θανάτων) . [5]

Δια να αυξήσουν οι γεννήσεις έπρεπε κυρίως να ενθαρρυνθούν οι γάμοι, να εξασφαλισθή η διάρκειά των. 

Ελήφθησαν αμέσως νομοθετικά μέτρα καταργούντα διάφορα εμπόδια των γάμων , όπως π.χ , το κατώτατον όριον προικός δια την σύζυγον αξιωματικού, ελευθέρα άσκησις και υπό εγγάμων επαγγελμάτων, τα οποία ήσαν ως τώρα περιωρισμένα εις αγάμους κλπ. 

Εξ άλλου από συμφώνου μετά της Καθολικής εκκλησίας, αντί να διευκολυνθούν όπως αλλαχού, ετέθησαν μεγαλύτερα εμπόδια εις την έκδοσιν διαζυγίων [6]. Η αγαμία κατεδικάσθη ηθικώς και πρακτικώς. Δυνάμει του νόμου του 1926 οι άγαμοι πληρώνουν φόρον από 25 ετών, αυξανόμενον μέχρι των 40 ετών και κατόπιν κατερχόμενον μέχρι των 60 ετών [6]. Τα εισπραττόμενα χρήματα διατίθενται αποκλειστικώς υπέρ των έργων προστασίας βρεφών. Ήδη μελετάται χάριν του ιδίου ταμείου και είς ειδικός φόρος επί των εγγάμων τέκνων. Κάθε υπάλληλος , κρατικός ή ιδιωτικός, έχων επτά παιδιά και οποιοσδήποτε άλλος πολίτης έχων 10 παιδιά, είναι απηλλαγμένος παντός ανεξαιρέτως φόρου μέχρι εισοδήματος 100.000 λιρεττών (900.000 περίπου δραχμών). Εις τον αριθμόν των παιδιών περιλαμβάνονται και τα αναγνωρισθέντα εκ μη νομίμου γάμου. Ειδικοί νόμοι τιμωρούν με βαρυτάτας ποινάς φυλακίσεων και προστίμων όσους καταφεύγουν εις διάφορα μέσα προς αποφυγήν αποκτήσεως τέκνων . Οι ιατροί , αι μαίαι και εν γένει τα άτομα , εις τα οποία προσφεύγουν χάριν του σκοπού αυτού , καταδικάζονται εις καταναγκαστικά έργα. Έγινεν όμως ευθύς εξ αρχής αντιληπτόν , ότι η προπαγάνδα των γεννήσεων δεν θα ηδύνατο να καρποφορήση, αν δεν ελαμβάνοντο συχρόνως μέτρα προς προστασίαν των παιδιών και υποστήριξιν των μητέρων. Το έργον αυτό ανέλαβεν ο από επταετίας ιδρυθείς τεράστιος κοινωνικός οργανισμός «Εθνικόν ίδρυμα μητρότητος» με κέντρα εις τας μεγάλας πόλεις Ρώμην, Νεάπολιν, Μιλάνον κλπ. Και παραρτήματα μέχρι του τελευταίου χωρίου της Ιταλίας. 

Μόλις μία γυναίκα αισθανθή ότι ευρίσκεται εις κατάστασιν εγκυμοσύνης παρουσιάζεται εις το πλησιέστερον ιατρείον του ιδρύματος. Δεν θα της ζητηθή κανέν δελτίον ταυτότητος ή άλλαι πληροφορίαι οικογενειακής ζωής. Από του τρίτου μηνός της εγκυμοσύνης και καθ’ όλον το διάστημα της θηλάσεως λαμβάνει από το «συσσίτιον μητρότητος» της συνοικίας της ένα γεύμα δωρεάν την ημέραν (σούπα, κρέας, χόρτα, φρούτο και ένα ποτήρι κρασί).Εις το ιατρείον πηγαίνει  ελεύθερα , μια ή δυo φορές την εβδομάδα δια να παρακολουθούν την κατάστασίν της ειδικοί ιατροί. Συμφώνως προς τον νόμον, κάθε εργαζομένη γυναίκα λαμβάνει δύο μηνών άδειαν (ένα προς ένα μετά την γέννησιν) με πλήρεις αποδοχάς και επί πλέον αποζημίωσιν 160 λιρεττών. Η επιχείρησις εις την οποίαν εργάζεται είναι υποχρεωμένη να μη της επιτρέπη βαναύσους και υπερβολικά κουραστικάς εργασίας αφ’ ης στιγμής δηλωθή η εγκυμοσύνη. Η επίτοκος μένει εντελώς δωρεάν εις το Δημόσιον Μαιευτήριον 15-20 ημέρας.
Όταν ξαναρχίση την εργασίαν της, εμπιστεύεται κάθε πρωί το παιδί της εις την ειδικήν υπηρεσίαν του ιδρύματος η οποία το περιποιείται και το τρέφει κατά τας ώρας της εργασίας της μητρός. Το ίδρυμα εξακολουθεί τας φροντίδας του επί του παιδιού μέχρι ηλικίας 6 ετών, οπότε ανήκει εις τον οργανισμόν της εθνικής διαπαιδαγωγήσεως της Φασιστικής Νεολαίας, τους «Μπαλίλα», ο οποίος επαγρυπνεί δια την σωματικήν και την ηθικήν ανάπτυξιν της νέας γενεάς. Συγχρόνως, χάρις εις τας πολυπληθείς και παντού εγκατεσπαρμένας υπηρεσίας του ιδρύματος, διδάσκονται αι μητέρες, εις τα σπίτια των, εις τα εργοστάσια που εργάζονται , εις τον κινηματογράφον , παντού, πως να τρέφουν και να αναπτύσσουν καλά τα παιδιά των, χωρίς φόβους μεταδοτικών ασθενειών ή άλλων ατυχημάτων.
Χάρις εις τα δρακόντια αυτά και άλλα παρόμοια μέτρα η θνησιμότης των παιδιών , η οποία κατά το 1925 έφθανεν εις την Ιταλίαν τας 48.000, κατήλθε κατά το παρελθόν έτος εις 37.000 η δε θνησιμότης των νηπίων , η οποία ανήρχετο εις 217.000 , περιωρίσθη εις 176.000. Περιωρίσθη επίσης σημαντικώς ο αριθμός των θανάτων γυναικών κατά τον τοκετόν. Ούτω το περίσσευμα πληθυσμού από 400.000 προ πενταετίας , ανήλθεν εις 519.000. Ευρισκόμεθα δε ακόμη εις την αρχήν των μέτρων και υπολογίζεται , ότι, κατ’ έτος θα καρποφορούν ακόμη περισσότερον , ώστε ίσως μίαν ημέραν φθάση η Ιταλία να έχη κατ’ έτος περίσσευμα πληθυσμού εκ θανάτων και γεννήσεων ενός εκατομμυρίου.
Γεννάται βεβαίως το ερώτημα τι θα γίνη αν όλα τα Κράτη εφαρμόσουν το ίδιο σύστημα, αι γυναίκες πεισθούν να «παράγουν» αδειαλείπτως και όλα ξεφουρνίζουν εκατοντάδας χιλιάδων ή εκατομμύρια νέου πληθυσμού κατ’ έτος. Όλα θα ασφυκτιούν και δι’ όλα θα γεννηθή το πρόβλημα εξαπλώσεως εκτός των συνόρων των,εξ ου και αι συγκρούσεις θα είναι αναπόφευκτοι.
Μήπως θα φθάσωμεν πάλιν εις τον συλλογισμόν του Πλάτωνος , ότι οι πόλεμοι κάπου-κάπου είναι απαραίτητοι δια να μη αυξάνη υπερβολικά ο πληθυσμός; Πάντως, εάν εν τω μεταξύ δεν έχει πραγματοποιηθή το όνειρον της "Πανευρώπης» ώστε να μη υπάρχον τελωνεία και περιορισμοί εξαπλώσεως εκτός συνόρων, εντός 20-30 ετών θα προκύψει κατ΄αρχήν δια την Πολωνίαν και την Ιταλίαν, κατόπιν δια την Γερμανίαν, έν φοβερόν πρόβλημα «υπερπληθωρισμού» ανθρωπίνου υλικού , πράγμα το οποίον δεν είναι καθόλου καθησυχαστικόν δια τους γείτονάς των.








Υποσημειώσεις :

[1]Με στοιχεία του 2016 η Ελλάδα, σε σχέση με τα γειτονικά της κράτη, κατέχει το χαμηλότερο δείκτη γεννήσεων ανά γυναίκα.
Ελλάδα                                                    1,33
Δημοκρατία Βορείως της Μακεδονίας          1,53
Βουλγαρία                                                1,53
Αλβανία                                                    1,71
Τουρκία                                                     2,05 

[2]

[3]Σε άρθρο του που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΕΘΝΟΣ με τίτλο ΠΩΣ Ο ΧΙΤΛΕΡ ΘΑ ΚΑΘΑΡΙΣΗ ΤΗΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΡΑΤΣΑ ΚΑΙ ΘΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΦΕΡΗ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΞΙΑΝ ΤΩΝ «ΜΕΓΑΛΩΝ ΠΡΟΓΟΝΩΝ» ο καθηγητής Απ.Β.Δασκαλάκης επισημαίνει ανάμεσα στα άλλα: 


…οι χιτλερικοί ενώ εις το ζήτημα της «ευγονίας» μιμούνται λιγάκι τους Σπαρτιατας, εις τον «φυλετισμόν» παίρνουν ως πρότυπον περίπου το πολίτευμα των αρχαίων Αθηνών με το σύστημα των «μετοίκων», όπως ελέγοντο οι εξ άλλων ελληνικών πόλεων ή και μη Έλληνες εγκατεστημένοι εις τας Αθήνας, οι οποίοι απελάμβανον της προστασίας των νόμων και πολλών αστικών δικαιωμάτων , αλλά εστερούντο κάθε πολιτικού δικαιώματος. Κατά μίμησιν λοιπόν των Αρχαίων Αθηνών, ιδίως από της εποχής του Περικλέους, ο οποίος εψήφισε τον σχετικόν νόμον, και το χιτλερικόν καθεστώς θα απαγορεύση εις τους Γερμανούς και τας Γερμανίδας να παντρεύονται , με ξένους ή μάλλον επειδή αυτό δεν είναι πρακτικώς δυνατόν, θα ρίπτη τα παιδιά των εις την κατάστασιν των «μετοίκων»…..(4 Ιουλίου 1933)

[4]
[5] Moreover, the Duce wanted social policy on the cheap; in the 1930s especially, thiw resulted im improvised programs,geared to the moment, the political payoffs for which were easily  calculable.Hence he favored demographic prizes,awarded in cash or goods,notwithstanding the timidly voiced opposition of persevering bureaucrats and family policy advocates.”The rhythm of demographic decadence haw accelerated dramatically,”he wired hiw prefects on January 25,1933, after reviewing the latest census data.Denouncing once again “liberal agnosticism,” he put in a plug for ONMI and announced a new watchword”maximum of birhs-minimum of deaths” (“massimo di natalità-minimo di mortalità”) He also cited three examples for emulation:Novara’s fascist Federale for granting a prize of 1,000 lire to each of the first fifty blackshirts married that year;( Victoria de Grazia: How Fascism Ruled Women Italy .1922-1945 σελ 92)
[6]


Σχετική βιβλιογραφία:
de Grazia Victoria: How Fascism Ruled Women Italy .1922-1945
Loré Filippo :La Tutela Della Donna Nella Legislazione Del Ventennio Fascista
Missiroli Mario :Cosa deve l'  Italia a Mussolini.
Γάμος και οικογένεια εις την σημερινήν Γερμανίαν (Εφημερίδα "Ο ΤΥΠΟΣ" 17 Αυγούστου 1935)







Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2019

EINAI BOYΛH AYTH ΕΠΙ ΤΕΛΟΥΣ;

Μα είναι Βουλή αυτή η δική μας; Να εργασθή δεν θέλει. Να νομοθετήση δεν θέλει. Να φρονιμέψη δεν θέλει. Τί θέλει λοιπόν; Έλεγχον, έλεγχον, έλεγχον. Δηλαδή αεροκοπάνισμα. Δηλαδή αρχομανίαν. Δηλαδή τρικλοποδιάν διαρκή. Διατί έφυγεν ο Στεφάνου και ήλθεν ο Λομβάρδος! Διατί έφυγεν ο Γούναρης και ήλθεν ο Καλογερόπουλος; Διατί να αφίσης , κυρά κυβέρνησις , τα νομοσχέδια της φορολογίας όπου είναι το σπουδαιότερο μέρος του προγράμματός σου! Μα αφού είναι έργα μου δύναμαι να τα κάμω ό,τι θέλω ,να τα αντικαταστήσω , να τα καταστρέψω. Όχι δεν μπορείς , δεν πρέπει διότι ούτω πως μας αφαιρείς και ελπίδας να σε ρίξουμε; 
Αυτά γίνονται εις την Βουλήν , καθ’ ον χρόνον ο Ελληνικός λαός συζητεί την πολιτκήν και κυβερνητικήν χρεοκοπία του και δεν ηξεύρει κατά τίνος να ξεθυμάνη ως αιτίου της καταστροφής του.

Και η Βουλή απαντά: Μιάου ! Μιάου! Δηλαδή: Εδώ είμαι Κύριοι ! Η Βουλή που από 40-50 χρόνων αυτό το τραγούδι ηξεύρω και αυτό ψέλνω. Που δεν μου έμεινε καιρός ποτέ να σκεφθώ και εργασθώ δια τον τόπον, διότι πρέπει πρώτα να φάω εγώ. Και όταν ο ένας τρώη και χορταίνη, οι άλλοι πεινούν και έτσι το ζήτημα δεν τελειώνει ποτέ.
Αυτή είναι η Ελληνική Βουλή. 
Στρατόπεδο αιωνίως διηρημένο εις δύο φουσάτα που τρώγονται δια την αρχή και τρώγουν εν τω μεταξύ τον τόπον.
Διατί ο λαός να συμπαθήση εις το ένα ή εις το άλλο φουσάτο, αφού είναι ένα και το ίδιο πράγμα και μόνον τα ονόματα διαφέρουν;
Oμιλούν εκεί περί Συντάγματος και περί ελευθερίας και θεσμών όχι δια τον τόπον, αλλά δια το κόμμα . Περί διοικήσεως , ναυτικών και φόρων δια το κόμμα! Πού τα είδε αυτά ο τόπος δια τον εαυτόν του; 
Τι είδε από αυτά ο δυστυχισμένος Έλλην του Εσωτερικού και εκείνος του Εξωτερικού που τον ενθυμούνται μόνον δια να φανή πως έχει και τέτοια πολιτική τάχα το κράτος αυτό; Που; Εις τα αιώνια ελλείμματα , εις τας παντοτεινάς πτωχεύσεις , εις την γδύμνιαν και την ερήμωσιν του τόπου; 
Ο Θεοτόκης υπήρξε νικητής, διότι αντιπολίτευσις δεν υπάρχει. Αυτή που λέγεται τέτοια είναι συνέχεια του κυβερνητικού στρατοπέδου. Πράγματα οικογενειακά είναι όσα λέγονται εκεί, όσα γίνονται ως δήθεν ως αντιπολίτευσις και έλεγχος. Την πνοήν την λαϊκήν δεν την εκφράζει η Ελληνική Βουλή .Εκφράζει μόνον τον κομματικόν νουν. Την κομματικήν μικροπολιτικήν .Τα λαϊκά ζητήματα δεν θα θέτει ούτε η κυβέρνησις , ούτε η αντιπολίτευσις.Ούτε τα εθνικά, ούτε τα κυβερνητικά , ούτε τα οικονομικά.
Τα περιτριγυρίζουν μόνον, δια να τα σκεπάσουν , δια να τα νοθεύσουν δια να τα παραμορφώσουν.Το οικονομικό ζήτημα της χώρας δεν είναι εκείνο που συζητείται. Πριν των φόρων, και των δανείων , και των προσφύγων , και των εξωτερικών , και των εκτάκτων , και των ψευτοναυτικών και των ψευτομαλωμάτων η Ελλάς θέλει να μάθη:
Πού πηγαίνουν τα 130 εκατομμύρια ; Διατί δεν φθάνουν ;Πού πάνε;Χρειάζονται δια τον τόπον αυτά που πετιώνται ή όχι;
Αυτό είναι το οικονομικόν ζήτημα. Αλλά δεν είναι οικονομικόν. Δεν είναι ζήτημα φορολογικόν. Είναι ζήτημα πολιτικόν!Κυβερνητικόν! ζήτημα που πρέπει να ξεσκεπασθή πρώτα η ατιμία των κομμάτων , η σπατάλη της μικροπολιτικής , η φαυλότης της κυβερνητικής ιδέας των ορδών που μαλώνουν δια την Αρχήν. 
Και δι αυτό δεν τίθεται το ζήτημα εις την θέσιν του. Ψεύματα οι αντιπολιτευόμενοι. Διότι δεν τους συμφέρει η αλήθεια .Αλλ’ ο λαός δεν θέλει πλέον ψεύματα και αφού η Βουλή δεν το λύει, θα το λύση αυτός ο λαός έξω της Βουλής. (Εφημερίδα ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ, Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 1909)

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2019

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ: ΔΟΝ ΖΟΥΑΝ (απόσπασμα)

 «Νοέμβριος δεκαεπτά.— Επήγα στη Βουλή,
αλλά της συζητήσεως δεν ήκουσα το θέμα,
κι από τας δύο πτέρυγας ωγκάνιζαν πολλοί
με σχήματα παράδοξα κι αστραποβόλον βλέμμα.

Και μια γριά παράξενη αντίκρυσα εκεί
με χρόνους ως εξήκοντα και κάτασπρα τσουλούφια
κατέφαγε τα νιάτα της εις την πολιτική
και για κουβέντα έδινε την καθεμιά της σκούφια.

Τα πάντα εθυσίασε προθύμως στην πατρίδα,
γι αυτήν και μόνον ήθελε να της συχνομιλής,
και όταν ο πατριωτισμός της έστριβε τη βίδα,
πετούσε την ομπρέλλα της στη σάλα της Βουλής.
Και τώρα πάλι έσκουζεν η σεβαστή κυρία,
μετά μανίας σύρουσα την άτακτόν της κόμην,
ο δε κυρίαρχος λαός από τα θεωρεία
εξέφραζε με μυκηθμόν την υψηλήν του γνώμην.

Ο πρόεδρος με πάταγον εκτύπα το κουδούνι,
 μα πιο πολύ εστρίγγλιζαν εις κάθε κτύπημα του...
 φτου! να χαθής. αμακατζή, σαποκοιλιά, γουρούνι,
 και ο καθένας έδινε στον άλλον τόνομά του.
 Κι ενώ τοιαύτας έλεγαν αβρότητας πολλάς
κι οι βουλευταί και ο λαός εγίνοντο σαλάτα,
έβγαζε τα παπούτσια του ψηλός φουστανελλάς
κι έτριβε τα ποδάρια του τα μοσχομυρωδάτα.

«Ηρώτησα περί αυτού ψυχρώς κι αδιαφόρως
και με χαράν μου έμαθα πως ήτο βουληφόρος,
μεγάλην δε μου έλεγαν πως έδειχνε ροπήν
στον βίον τον ποιμενικόν και την ζωοκλοπήν,
και οι συμπατριώται του εκ φόβου μη εκείνος,
καμμιά ημέρα έξαφνα δεν τους αφήση κτήνος,
γαϊδούρι, χήνα, πρόβατο, χωράφι και καλύβι,
τον έστειλαν εις την Βουλήν τα πόδια του να τρίβη.
Αλλά δεν ελησμόνησε τας έξεις του εκείνας,
καίτοι προς άλλο στάδιον επίζηλον τραπείς,
κι ως λέγουν εδιώριζε και από τας Αθήνας
πολλούς ειδικωτέρους του στα της ζωοκλοπής.

«Ανέβη ο Πρωθυπουργός εις της Βουλής το βήμα
κι εσίγησεν ο θόρυβος κι ο βόμβος παραχρήμα.
Αλλά ενώ δεν ήκουε κανείς για τί ωμίλει
και μες στο στόμα χάσκοντες τον έβλεπαν οι φίλοι,
ένα πετροχελίδονο πετά εις την Βουλήν,
που κάποιο μέρος για φωλιά νομίζω πως εζήτει,
κι ιδού! του ρητορεύοντος περνά την κεφαλήν
και από περιφρόνησιν τον κουτσουλά στη μύτη.

»Τότε δή τότε σύγχυσις, κατακλυσμός και σάλος,
η μεν αντιπολίτευσις χειροκροτεί εξάλλως,
η δε μερίς η τρώγουσα αμέσως εξεμάνη,
διότι το κουτσούλισμα ως προσβολή εφάνη.
Κι ενώ αυτά συνέβαιναν δια το χελιδόνι,
ο συμπολιτευόμενος φουστανελλάς θυμώνει
και μ' ένα παλιοκούμπουρο τράβα μια κουμπουριά
και το πετροχελίδονο επλήγωσε βαρειά.


»Κι εκείνο πέφτει κατά γης και ψυχοσπαρταρά
κι ευθύς -η συμπολίτευσις αρχίζει τα ουρά'
το κέντρον το αριστερόν με σαρκασμούς πειράζει,
δια τον νέον θρίαμβον του κόμματος γελά,
και με χαράν ανέκφραστον μια φωνή εκφράζει
νίκης συγχαρητήρια εις τον φουστανελλά…….


Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2019

ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΕΤΑΞΑΣ: ΕΙΠΑΝ ΚΑΙ ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙ ΑΥΤΟΝ

ΕΘΝΙΚΟΣ ΗΡΩΣ
Ραδιοφωνική ομιλία του υφυπουργού Τύπου κ Θ. Νικολούδη με αφορμή το θάνατο του Κυβερνήτη Μεταξά. (30 Ιανουαρίου 1941)

Ο Μέγας Εθνικός ήρως της νεωτέρας Ελλάδος απέθανε.
Ο θάνατός του αποτελεί σκληρόν κτύπημα της μοίρας και ουδείς προσπαθεί να εύρη εξήγησιν των βουλών, κατά τας οποίας ο Ιωάννης Μεταξάς έπρεπε να αποθάνη καθ' ην ώραν ακριβώς το τεράστιον ιστορικόν έργον του ήγγιζε την τελείωσίν του και η Ελλάς στεφομένη ήδη από δόξα τον εχρειάζετο δια να βαδίση προς τας υγιεστέρας και υψηλοτέρας ολοκληρώσεις του μακραίωνος βίου της . Ο Ιωάννης Μεταξάς απέθανε διότι είναι ανεξερεύνητοι αι βουλαί του Υψίστου.

Πάντως δεν είναι μεταξύ ημών . Εχάθη η μεγάλη του μορφή. Μας απομένει όμως το φως της διανοίας του,το οποίον θα φωτίζη διαρκώς τους μεγάλους δρόμους , που αυτός ήνοιξε εις την ζωήν του Έθνους και τους οποίους θα ακολουθήσωμεν πάντοτε οι φίλοι του, οι συνεργάται του, οι συνεχισταί του. Διότι ουδέποτε το έργον Έλληνος πολιτικού είχε τόσην πληρότητα , τόσην ασφάλειαν, τόσην ακρίβειαν, ουδέποτε επανάστασις έσχεν ως η επανάστασις του Ιωάννου Μεταξά από της πρώτης στιγμής ως αποτέλεσμα αντί της αναστατώσεως την τάξιν, αντι του εγκλήματος την δικαιοσύνην , αντί της νοσηράς ρευστότητος την υγιά ευρυθμίαν, αντι των πειραματισμών την εσκεμμένην εφαρμογήν μελετημένων αποφάσεων , αντί των λόγων την ουσίαν αντί της τρεχούσης πολιτικής τον βαθύν πατριωτικόν σκοπόν , αντί των προσώπων το Έθνος. Αναμφισβητήτως ο Ιωάννης Μεταξάς υπήρξεν η πληρεστέρα πολιτική μορφή της Ελληνικής ιστορίας κσι ανσμφισβητήτως επί των ημερών του τόσον ο εθνικός όσο και ο ηθικός βίος των Ελλήνων ήγγισε τα υψηλότερα του σημεία.
Και τι δεν κατόρθωσεν ο δαιμόνιος , αλλά τόσον σεμνός , τόσον πράος αυτός πολιτικός!
Ακόμη και να κάμνη πιστευτόν , όταν ήτο ανάγκη, ότι αυτός ο αγαθός ως παιδί , και δίκαιος ως Πατριάρχης ήτο σκληρός και τυραννικός άρχων....
Αλλά και αν το έργον του δεν είχε την πολυσύνθετον μορφήν την οποίαν είχε , και εάν το έργον αυτό δεν εξεκίνα από τα βασικά μεγάλα ζητήματα, και δεν κατέληγε πάντοτε και εις τας μικροτέρας λεπτομερείας, ενός τεραστίου εθνικού, πολιτειακού,πολιτικού και κοινωνικού προγράμματος, δύο και μόνον αποτελέσματα της επαναστάσεως του θα ήσαν αρκετά δια να τον καθιερώσουν οριστικώς εις την κρίσιν της ιστοριας ως μεγάλη πολιτικήν μορφήν. Το ένα αποτέλεσμα είναι , ότι παρέλαβεν την Ελλάδα διχασμένην και δυστυχή, ως συμβαίνει ατυχώς συχνά εις την ιστορίαν μας, και την παραδίδει σήμερον ηνωμένην και ευτυχή, το άλλο , το επίσης μέγα και δυσχερές αποτέλεσμα, ότι κατώρθωσε πρώτος και μόνος αυτός να λύση το πρόβλημα της αντιθέσεως των κοινωνικών τάξεων!
Πράγματι ο Ιωάννης Μεταξάς είναι ο πρώτος πολιτικός εις την παγκόσμιον ιστορίαν όστις ηδραίωσε ένα αστικόν, μοναρχικόν καθεστώς , επάνω εις την αγάπην των εργατικών και αγροτικών μαζών.
Τας λαικάς ημώς μάζας ο Ιωάννης Μεταξάς , ευηργέτησε και προήγαγε, όσον ουδείς άλλος, κατορθώσας ούτω να διατηρήση και προαγάγη το αστικόν Ελληνικόν καθεστώς δίδων εις τούτο σοσιαλιστικόν περιεχόμενον. Διατί και πώς; Διότι ο Ιωάννης Μεταξάς μεταξύ των άλλων ήτο και ένας βαθύς κοινωνικός φιλόσοφος . Και εάν εις την θεωρίαν προσθέσετε τον μεγάλον πρακτικόν του νουν έχετε την εξήγησιν.
Ιδού, ότι ήλθεν η ώρα να αποκαλυφθή, ότι ο αριστοκράτης την καταγωγήν , ο στρατιωτικός, ο μοναρχικός Ιωάννης Μεταξάς ήτο σοσιαλιστής. Ω! οποία συμπεράσματα , οποίας σκέψεις, οποίον δίδαγμα δεν μας προσφέρει η φύσις, ο νους, η πολιτική του Ιωάννου Μεταξά και επί του θέματος τούτου.
Ιδού, λοιπόν, δύο πελώρια προγραμματικά αποτελέσματα, τα οποία τον καθιερώνουν, ως μεγάλην πολιτικήν μορφήν και του εξασφαλίζουν αοίδιον την εθνικήν ευγνωμοσύνην. Αλλά το έργον του, το ηθικόν, ο άθλος της νέας εθνικής μας αφυπνίσεως, το τεράστιον σάλπισμα της πίστεως, εις το οποίον έσπευσαν πυκναί κατά πρώτον αι λεγεώνες της νεολαίας μας και κατόπιν βραδέως, αλλ' ασφαλώς όλαι αι τάξεις μας , όλαι αι ηλικίαι , όλαι αι ψυχαί, όλα τα αναστήματα μέχρι της ημέρας , κατά την οποίαν ο Μέγας Αρχηγός ενός μικρού Κρατους επέταξεν εις τα μούτρα μιάς κραταιάς αυτοκρατορίας το "Μολών Λαβέ" του , αυτός ο πράγματι υπεράνθρωπος άθλος του είναι εκείνος , ο οποίος τον ήνωσε βαθειά και οριστικά με την ελληνικήν ψυχήν και τον κατέστησε πραγματικόν εθνικόν ήρωα. Αλλά και πέραν τούτου η ηθική έννοια της απαντήσεώς του κατά την νύκτα της 28ης Οκτωβρίου υπερβάλλει ακόμη και την εθνικήν και αυτή είναι , η οποία γενομένη εις την στιγμήν , κατά την οποίαν έγινε, κατέστησε παγκόσμιον την φυσιογνωμίαν του Ιωάννου Μεταξά και ύψωσε την Ελλάδα και πάλιν μετά αιώνας και ως πρότυπον και ως σύμβολον μεταξύ των Εθνών. 
Τώρα ο Ιωάννης Μεταξάς απέθανε. Το έργον του και η μορφή του θα μελετώνται επί μακρόν. Υπήρξε σκληρά απόφασις της μοίρας , η απώλειά του, καθ' ην στιγμήν ο δημιουργός και εμπνευστής αυτός του Ελληνικού στρατού και πατήρ αληθινός του Ελληνικού λαού καθωδήγει τον πόλεμον και κατηύθυνε το εθνικόν σκάφος δια μέσου των σκοπέλων της διεθνούς θυέλλης.
Αν έζη ακόμη δύο ή τρία έτη, όπως επίστευε και όπως μας εξεμυστηρεύετο συχνά, θα ετερμάτιζε το έργον του και θα το παρέδιδεν ακέραιον. Μίαν εβδομάδα προ του τελεσιγράφου και ενώ επάλαιεν έτι διπλοματικώς προς την Ιταλίαν, επεσκέφθη τον ομιλούντα εις τας 8 το πρωί.
"-Ήλθα να σου πω κάτι. Να το κρατήσης μυστικό. Δεν ετοιμάζω μόνον τον στρατόν για τον πόλεμον. Θέλω όλα να πηγαίνουν παράλληλα, διότι δεν έχω πολύν καιρόν. Λοιπόν αυτό, που σε τυραννεί από 2 ετών το απεφάσισα και το προετοίμασα."
-"Ποιό κ.Πρόεδρε;"
-"Το νέον πολίτευμα! Έχω βρη την βάσιν. Θα ιδής. Θα είναι ένας ευλύγιστος, λογικός μηχανσμός. Αλλά πρέπει να το συντάξουμε, χωρίς φασαρίες και συζητήσεις και κατόπιν θα το πάω στον Βασιλέα . Λοιπόν, γι αυτό ήλθα. Θα σου δώσω τον σκελετόν και θα σε παρακαλέσω να με βοηθήσης, να ασχοληθής με την σύνταξιν του και κατόπιν βλέπουμε μαζί".
-"Κύριε Πρόεδρε, όπως πάντα εις τας διαταγάς σας!"
Και κατεβήκαμε στας Αθήνας από την Κηφισιά. 
Μετ΄ολίγας ημέρας εξέσπασεν η κρίσις, το τελεσίγραφον της 28ης Οκτωβρίου, ο πόλεμος , η νίκη, ο θάνατος και η αποθέωσίς του.Το νέον πολίτευμα θα περιμένη την ώραν του...
Χθες το απόγευμα, κάτω από έναν μολυβένιον ουρανό, την ώραν, που η σορός του Ιωάννου Μεταξά εφέρετο βραδέως προς την Μητρόπολιν, εξέσπα ο λαϊκός θρήνος εις τους δρόμους των Αθηνών .Ουδέποτε"Τύραννος" εθρηνήθη βαθύτερα από έναν ολόκληρον λαόν.
Εν τω μεταξύ συνεχίζεται η ζωή του Έθνους , και προ παντός την στιγμήν αυτήν ο πόλεμος.Γνωρίζομεν ποίαν οδύνην θα προκαλέση εις την ψυχήν του Ελληνικού στρατού, ο αδόκητος θάνατος του πρώτου Έλληνος στρατιώτου. Αλλά ακριβώς, επειδή ο πρώτος Έλλην στρατιώτης έπεσεν επί των επάλξεων η μάχη, υπό την ηγεσίαν του Βασιλέως, προς τον οποίον σήμερον στρέφεται μεγαλυτέρα παρά ποτέ η εμπιστοσύνη του Έθνους, συνεχίζεται και θα συνεχισθή αδιάπτωτος, πεισματώδης, λυσσαλέα μέχρι της νίκης.
Εμπρός εις τον ανοικτόν τάφον του Μεγάλου Έλληνος, του Μεγάλου Αρχηγού , του Μεγάλου Φίλου, δίδομεν την διαβεβαίωσιν , ότι δεν θα προδώσωμεν τας ιδέας του...
Αδελφοί, με την ιδέαν -Ιωάννης Μεταξάς και πάλιν θα νικήσωμεν!
                                                                                                                                      (Επιστροφή)

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2019

ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΕΤΑΞΑΣ: ΕΙΠΑΝ ΚΑΙ ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙ ΑΥΤΟΝ


ΠΡΟ TOΥ NEKPOΥ

Κύριο άρθρο του Γεωργίου Α. Βλάχου που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ στις 30/1/1941.

To Σάββατον το πρωί, προ δώδεκα ήμε­ρων, εις το Στρατηγείον, ησθάνθη ένα ελαφρόν πόνον εις τον λαιμόν. O ιατρός του, στρατιωτικός, του έδωσε ένα πρόχειρον φάρμακον το oποίον τον ανεκούφισε. Κάποιος εν τω μεταξύ παρενέβη:
— Δεν πηγαίνετε καλλίτερα σπίτι σας, κ. Πρόεδρε;
— Δυστυχώς, έχω δουλειά...
Και, πράγματι, είχε δουλειά. Εμπρός του ένα πλήθος τηλεγραφημάτων, έγ­γραφων, επιστολών. Γύρω του Υπουρ­γοί, στρατιωτικοί, επιτελείς, υπάλληλοι, γραμματείς. Εις τον προθάλαμον, άλλοι. Άλλοι εις τους διαδρόμους. Παντού, γύρω από τον ένα άνθρωπον, το Κράτος με το πλήθος των ζητημάτων του, ο πόλε­μος με το μέγεθος των στιγμών του, η ζωή ολοκλήρου του Έθνους, με τον φόρτον των προβλημάτων του. Έτσι, άρ­ρωστος, χωρίς να εννοή ότι επλησίαζαν βιαστικαί αι τελευταίαι ώραι της επι­γείου ζωής του, έμεινεν εκεί εργαζόμε­νος έως τας τρεις. Και από τότε δεν ε­πανήλθε. Μία εβδομάς ηκολούθησε με­ταξύ ασθενείας και αναρρώσεως, και έ­ξαφνα η κατάστασις εδεινώθη. Η εστία της νόσου μετέδωσε εις τον οργανισμόν τοξίνας και δηλητήρια, μία παλαιά πλη­γή ήρχισε να αιμορραγή, τα ερυθρά αιμοφαίρια παρουσιάσθησαν αραιά, ο σφυγ­μός ταχύς, ο πυρετός υψωμένος. Μία ημέρα ακόμη, έπειτα άλλη, κατά τας ο­ποίας η αισιοδοξία διεδέχετο την απόγνωσιν, και τας ελπίδας η αγωνία, μία φωτεινή διακοπή ενός τραγικού ρόγχου:
— Αι ελπίδες μου εις τους Έλληνας...
Και τέλος η χθες πρωί: Ο ήσυχος, ο αιώνιος ύπνος. Ένα εικόνισμα, ολίγα φύλλα δάφνης από το μικρόν περιβόλι του εξοχικού του σπιτιού ετοποθετήθησαν επάνω εις τα εσταυρωμένα χέρια τα οποία έως προ τινων ημερών ανήσυχα, ασφαλή, στιβαρά, διηύθυναν την Ελλά­δα, και με αυτά, με της Παναγίας το βλέμμα και την δάφνην της ελληνικής γης, έφυγε δια την αθανασίαν ο Ιωάννης Μεταξάς.
Τώρα, πώς να σταθώμεν εμπρός εις τον Νεκρόν του και πώς να τον κλαύσωμεν; Από πού ν' αρχίσωμεν των αρετών του την απαρίθμησιν και πού να σταματήσωμεν εις των επαίνων το πλήθος; Νους οξύς, σκέψις βαθεία, αγάπη προς την Πατρίδα ασύλληπτος, γενναιότης ψυχής, τόλμη, απλότης, ευγένεια... — Και τί έλειπε, τί δεν είχε ο θαυμαστός αυτός άνθρωπος τον οποίον επέπρωτο ν' αποκτήση η Ελλάς οδηγόν εις την δύσιν του βίου του; Δημιουργός, Εμπνευστής, Στρατιώτης, Διδάσκαλος, πρώτος επι­τελής μεταξύ των επιτελών, μεταξύ των εργατών πρώτος εργάτης, αγρότης εις τους αγρούς, νέος εν τω μέσω των νέων, φρουρός εις τα σύνορα και Σωτήρ — ναι, Σωτήρ της τιμής της Πατρίδος μας το ιστορικόν εκείνο πρωί, το οποίον νομίζει κανείς ότι με το τεράστιον μέγεθος των ωρών του ηνάλωσε της λαμπράς του ζωής το υπόλοιπον. Πώς να σταθώμεν εμπρός εις τον Νεκρόν του και πώς να τον κλαύσωμεν; Αυτήν την στιγμήν αισθανόμεθα ότι, αι νεκραί του χείρες λύονται από την ψυχράν των αδράνειαν, ότι κινούνται πάλιν τα χείλη:
— ΕΜΠΡΟΣ, ΕΜΠΡΟΣ, ΜΗ ΣΤΕΚΕΣΘΕ! ΕΧΩ ΔΟΥΛΕΙΑ...
Απ' επάνω εκεί, από τους αγνώστους κόσμους όπου ζη ανήσυχος η ψυχή του, σκύβει κάτω προς την Ελλάδα του, πα­ρακολουθεί, εποπτεύει, προσέχει, ευλο­γεί, έχει ακόμη δουλειά, ο αλησμόνητος Κυβερνήτης.
ΜΑΖΙ ΤΟΥ ΛΟΙΠΟΝ! ΟΠΩΣ ΧΘΕΣ.
Μαζί του ολόκληρος η άλλοτε ερίζουσα και διχογνωμούσα και συμπλεκομένη Ελλάς, όπως από την πρώτην στιγμήν του πολέμου. Με ό,τι μας εδίδαξε, με ό,τι δρόμους μας ήνοιξε, με ό,τι όπλα μας έδωσε, με ό,τι σημαίας ύψωσε εις τους εξώστας μας, τας οποίας κρατεί τώρα το πένθος του μεσίστιους, με ό,τι μας αφήκε ως ένδοξον και μεγάλην κληρονομίαν, ΜΕ Ο,ΤΙ ΖΩΝ ΣΥΝΕΣΤΗΣΕ ΚΑΙ Ο,ΤΙ ΕΠΙΣΤΕΥΣΕ ΘΝΗΣΚΩΝ:
— Αι ελπίδες μου, εις τους Έλληνας"
Διότι, ναι, είχε δίκαιον να ελπίζη. ΑΣ ΜΗ ΕΟΡΤΑΖΟΥΝ ΚΑΙ ΑΣ ΜΗ ΑΓΑΛΛΩΝΤΑΙ ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ. Έλειψεν ο Μεταξάς;... Εκατομμύρια Μεταξάδων γεννώνται τώ­ρα μέσα εις τας ψυχάς των Ελλήνων και θα έχουν τον σπόρον της αρετής και της δυνάμεως και του θάρρους του.
ΠΑΡΑ ΤΟ ΠΛΕΥΡΟΝ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗ­ΝΩΝ, ΥΠΟ ΤΟ ΣΚΗΠΤΡΟΝ ΤΟΥ, ΠΙΣΤΟΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΚΟΝ ΜΑΣ, ΓΕΝΝΑΙΟΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΙΝ ΜΑΣ, ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΞΙΟΝ, ΤΟΝ ΑΨΟΓΟΝ, ΤΟΝ Ε­ΞΕΧΟΝΤΑ ΑΝΔΡΑ, ΤΟΝ ΟΠΟΙΟΝ ΕΤΑΞΕ ΠΡΩΤΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΟΝ, θα βαδίσωμεν με το στέρνον ευθύ, το μέτωπον υψηλά, τα χέρια χαλύβδινα, προς την Νίκην. Εις τας πόλεις, αι οποίαι αντικρύζουν την βάναυσον των βαρβάρων επι­βουλήν, εις τα βουνά που αντιλαλούν των τηλεβόλων οι κρότοι, εις τους ουρανούς όπου μάχονται με τα πτερά της Δόξης οι Έλληνες, εις τας θαλάσσας που φωτίζουν με τους δαυλούς του Κανάρη οι ναυτικοί, ας ακουσθή μία κραυγή πελωρία, μία τρομακτική προσταγή: Εμπρός!... Οι Έλληνες, και οι μεγάλοι Έλληνες, απο­θνήσκουν. ΑΛΛΑ Η ΕΛΛΑΣ ΔΕΝ Θ' ΑΠΟΘΑΝΗ ΠΟΤΕ. Εμπρός, προς την Δόξαν, την Τιμήν και την Νίκην!
Δεν έχει ούτω;... Δεν είσαι, κ. Πρόε­δρε, σύμφωνος; Δεν επιβάλλεις συ το ε­νώπιον του σεπτού σου φέρετρου σταμάτημα να είναι βραχύ; Δεν θέλεις συ να κάμη ευλαβής τον σταυρόν του, να κλίνη το γόνυ ο Στρατός των Ελλήνων σου και ν' ανασηκωθή αμέσως, με τα όπλα, την πυρίτιδα και την λόγχην, τιμωρός, διώκτης, εκδικητής; ΛΟΙΠΟΝ, ΕΤΣΙ ΘΑ ΓΙΝΗ. Έζησες και μας έστειλες ένα πρωί να νικήσωμεν. Απέθανες, και κά­ποιο βράδυ θα έλθη κοντά σου η Παναγία της Τήνου, θα θωπεύση της ψυχής σου την αγωνίαν, θα διαστείλη τα χείλη σου εις μειδίαμα και θα σου αναγγείλη ότι η θέλησίς σου εξεπληρώθη, ότι η επιταγή σου εξετελέσθη, ΠΩΣ ΕΝΙΚΗΣΑΜΕΝ!

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2018

ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΕΤΑΞΑΣ: ΕΙΠΑΝ ΚΑΙ ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙ ΑΥΤΟΝ


TO ΕΓΚΛΗΜΑ 
(Κύριο άρθρο της εφημερίδας ΣΚΡΙΠ με ημερομηνία 7/11/25)


Ο κ. Ιωάννης Μεταξάς , ο εχθρός του Λαού, ο υβριστής αυτού, εστράφη χθες άνευ επιφυλάξεως, άνευ δισταγμού , άνευ επιφυλάξεως εναντίον των ιερών τάφων των πολιτικών ηγετών τους οποίους αυτός υπενόμευσε, των οποίων την τραγωδίαν αυτός παρεσκεύασε , των οποίων την καταδίκην αυτός πρώτος υπέδειξεν.
Αυτός, ο μεταβαίνων εις τα μνημόσυνα προς δημοκοπίαν, αυτός καθύβρισε χθες την μνήμην αυτών , απειλών κατ' αυτών , αποκαλύψεις , διαψεύδων βεβαιώσεις του Νικολάου Στράτου , αυτός κατ' εξοχήν αναξιόπιστος δι' όσων είπε πάντοτε δια ν΄αναιρεί κατόπιν. Δεν εδίστασε να στραφή κατά των τάφων , κατά των ιερωτέρων συμβόλων του Λαού , δια να κατηγορήση , να υβρίση , να προπηλακίση, δια να σύρη εκτός του τάφου του τον Νικόλαον Στράτον και να κατηγορήση αυτόν ως ψευσθέντα, τον Νικόλαον Στράτον τον υπέροχον ήρωα της αυτοθυσίας.
Γνωρίζει και άλλα, είπεν, γνωρίζει πολλά, ηπείλησεν . Δύναται να γνωρίζη όσα θέλει ο κ. Μεταξάς, δύναται ν΄αποκαλύψη όσα νομίζει. Αλλ' ο κ. Μεταξάς δεν θα γίνη πιστευτός. Ο άνθρωπος ο οποίος ύβρισε τον Λαόν δεν δύναται να απαιτή παρά του Λαού όπως ακούση αυτόν, όπως δικαιολογήση αυτόν. Συνέλαβεν ο Λαός τον κ.Μεταξάν υπομομεύοντα τους πολιτικούς εκείνους , απειλούντα αυτούς δι' αγχόνης , έπειτα ανακηρυσσόμενον αρχηγόν, έπειτα συμφωνούντα μετά του αντιπάλου. Γνωρίζει ο Λαός τα εγκλήματα αυτού, γνωρίζει ότι ο κ.Μεταξάς δεν δύναται πλέον να εμφανισθή ούτε ως πολιτικός ούτε ως κατήγορος. Προς ποίον , λοιπόν, απευθύνεται ο κ.Μεταξάς ; Ενώπιον ποίων υβρίζει τους τάφους;
Ενώπιον του Λαού;

O κ. Ιωάννης Μεταξάς ώρυξε τους τάφους δια να επικρατήση. Πίπτων καθυβρίζει εκείνους τους οποίους έρριψεν εις τους τάφους. Δια των τάφων ανήλθε και πίπτων κατ' αυτών στρέφεται. Τί να είπωμεν προς αυτόν; Πώς να χαρακτηρισθή η πράξις του αύτη; Καταγγέλλομεν προς τον Λαόν και το νέον τούτο έγκλημα του κ.Μεταξά, έγκλημα όμοιον του οποίου ούτε η πολιτική ούτε ο ανθρωπισμός έχουν αναγράψη. Καθύβρισε τους τάφους όπως ηπείλει τους πολιτικούς όταν εκρατούντο. Τόσον είναι το μίσος του , τόση η δειλία του , τόση η πολιτική του φιλοδοξία: να μειώση και μετά τον φρικτόν θάνατόν των εκείνους τους οποίους εν τη ζωή υπενόμευε δια ν' αναδειχθή αυτός.Το νέον έγκλημα του κ. Μεταξά δεν διαγράφει αυτόν από τον πολιτικόν κόσμον μόνον αλλά και από εκείνους οι οποίοι πιστεύουν εις την ύπαρξιν της συνειδήσεως. Δεν δύνανται να ομιλούν περί αυτού ούτε πολιτικοί ούτε ειλικρινείς άνθρωποι σεβόμενοι εαυτούς.Στερούνται πλέον οριστικώς του δικαιώματος οι πολιτικοί να νομίσουν ότι δύνανται υπό μίαν οιανδήποτε προϋπόθεσιν , υπό οιονδήποτε πρόσχημα να συνεννοηθούν μετ' αυτού. 
Δεν έχουν το δικαίωμα τούτο, διότι αφήρεσεν αυτό ο λαός. Είναι εχθρός του και συκοφάντης νεκρών.
Ήδη δεν υπάρχει πλέον ο κ.Μεταξάς ή ως υπόδικος μόνον, αποκηρυσσόμενος και από τους φίλους του, λακτιζόμενος υπό του Λαού. 
Οι πολιτικοί του αντιβενιζελισμού έχουν την υποχρέωσιν να βαδίσουν προς την συγκρότησιν ενιαίου μετώπου, αγνοούντες εκείνον, αυτοί , εν πνεύματι ειλικρινείας. 
Ο Αντιβενιζελικός Λαός απαιτεί τούτο. Δεν δύνανται να υπάρχουν επιφυλάξεις ούτε σκέψεις άλλαι ωθούσαι προς την ματαίωσιν της προσπαθείας.Είναι ανάγκη η ένωσις να επέλθη, ταχεία, άμεσος, ειλικρινής ως εύχεται ο Λαός, δια την σωτηρίαν του αγώνος υπέρ της αποκαταστάσεως Δικαιωμάτων και των Ελευθεριών. Άνευ του κ. Μεταξά πλέον, η Ένωσις πρέπει να επέλθη ισχυρα, ειλικρινής εις τους σκοπούς, ακατάβλητος εις δύναμιν. 
Τούτο επιτάσσει ο Λαός και τούτο είναι το καθήκον των πολιτικών του αντιβενιζελισμού.                                                                                                                                                            (Επιστροφή)

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2018

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ: ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ


Τα βαρυά αγωγιάτικα άλογα
Με τα ξύλινα σαμάρια.
Με σκοινιά και χαλινάρια,
με κουδούνια στο λαιμό.

Θα μας φέρουν καβαλάρηδες
Σε πανάρχαιο  μοναστήρι,
Πέρα από ψηλό γεφύρι
Πάνω από βαθύ γκρεμό.

Θα διαβούμε καβαλάρηδες
Την καμαρωτή του πόρτα.
Θα πεζέψωμε στα χόρτα
και στις στάλες της δροσιάς.

Και θαρθή  σκυφτός καλόγερος
Με τρεμουλιαστό το χέρι
Σκουριασμένα να μας φέρη
Τα κλειδιά της εκκλησίας.

Θαμπωμένοι  από το λιόβολο.
Ζαλισμένοι από το δρόμο,
Μ'  έναν  κάποιο κρυφό  τρόμο
Μπαίνοντας ψηλαφητά.

Χίλια μάτια Αγίων θα νιώσωμε
Να  μας βλέπουν δακρυσμένα.
Δέκα αιώνες κοιμισμένα,
Πρώτη μέρα ξυπνητά.

Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2018

CORNELIU ZELEA CODREANU: ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΤΟΥ Cernăuţi

Στα άλλα πανεπιστήμια επικρατούσε ηρεμία. Στο Cernăuţi από την άνοιξη του 1921 είχαν ήδη ξεκινήσει εκδηλώσεις γύρω από το ζήτημα του εκρουμανισμού του θεάτρου. Ένας σκληρός αγώνας , που διαρκούσε αρκετές ημέρες, έληξε με τη νίκη των φοιτητών. Την άνοιξη του 1922 οργάνωσα με την Ένωση των Φοιτητών της Νομικής μια επίσκεψη των φοιτητών του Ιασίου στο Cernăuţi .
Τύχαμε καλής υποδοχής από τους καθηγητές και από τους φοιτητές , Στη διάρκεια των 3 ημερών παραμονής μας -είμασταν περισσότεροι από 100 -δεν κάναμε τίποτα άλλο από το να επαινούμε, στους συμφοιτητές μας του Cernăuţi , τη καινούρια πίστη που θέριευε μέσα στη ψυχή μας.
Δεν ήταν κάτι δύσκολο.Το Cernăuţi όπως και το Ιάσιο -και ακόμα περισσότερο από αυτό - υπέφερε με τους δρόμους του άδειους, με το εμπόριο ανύπαρκτο, με τις εκκλησίες εγκαταλειμμένες, με τη γη και τους Ρουμάνους στο έλεος της εβραϊκής εισβολής. Σύντομα αναπτύχθηκε ανάμεσά μας ένας ισχυρός πνευματικός δεσμός βασισμένος στην επιθυμία και το κοινό ιδανικό να δούμε επιτέλους το γένος να αφυπνίζεται αποκτώντας συνείδηση της αξιοπρέπειας της δύναμής και των δικαιωμάτων του να διαφεντεύει τη τύχη και τη γη του (pe soarta şi pe ţara) . 
Το δέσιμο αυτό ενισχύθηκε στη συνέχεια με την επίσκεψη που μας ανταπέδωσαν εκείνοι του Cernăuţi , ένα μήνα αργότερα. Πρωτογνώρισα τότε το Tudose Popescu, αυτή τη αγνή μορφή του νεαρού μαχητή που στη συνέχεια εξελίχτηκε σε ένα από τους αρχηγούς του φοιτητικού κινήματος και που σήμερα αναπαύεται σε κάποιο κοιμητήριο ξεχασμένος στη σκιά ενός σταυρού(1).


ΔΙΔΩ ΣΩΤΗΡΙΟΥ :ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ

ΚΙ ΗΡΘΕ Η ΑΝΟΙΞΗ του 1919. Ανήμερα την πρωτομαγιά ο πατέρας μας πήγε εκδρομή με αμάξι στη μπυραρία «Αϊντίν», μέσα σ' ένα δάσος, που πάνω στα δέντρα του η εμπορική εφευρετικότητα των ιδιοκτητών είχε φτιάξει πατάρια όμοια με στρογγυλούς άμβωνες. Εκεί πάνω ανέβαιναν για τα «πικ - νικ» τους οι εύθυμοι Σμυρνιοί κι άδειαζαν βαρελάκια ολόκληρα μπύρα.
Ήμουν κρεμασμένη η μισή έξω απ' τη σκάλα ενός τέτοιου παταριού και κουνώντας το ένα πόδι μου στον αέρα κοίταζα μια τη φύση, που είχε στρώσει πλούσια τα πράσινα και τα πορφυρένια ταπέτα της και μια την παρέα του πατέρα μου, που βρισκόταν στο ζενίθ του κεφιού.
Ένα αμάξι φάνηκε απ' το φιδωτό, σκονισμένο δρόμο ν' ανηφορίζει με καλπασμό. Κι είδα τον κύριο Στέλιο, το γραμματικό μας, να πηδάει έξαλλος, και χωρίς τις συνηθισμένες αβρές χαιρετούρες του, να ορμάει προς το μέρος που ήταν ο πατέρας μου και να του λέει κάτι στ' αυτί.
Πριν καν τελειώσει το μακρύ μυστικό του, ο πατέρας αναπήδησε κόκκινος σαν αστακός.
—Είναι εξακριβωμένο; τον ρώτησε.
—Μα ναι, βέβαια, σας λέω ότι...
Ο πατέρας έπαθε τότε ένα είδος τρέλας. Πέταξε το ποτήρι του στον αέρα κι άρχισε να σταυροκοπιέται, να κλαίει και να μονολογεί.
—Έρχονται, έρχονται... Δόξα σοι ο Θεός! Τέλειωσαν τα ψέματα...
Γύρισαν όλοι ξαφνιασμένοι και περίεργοι.
—Ποιοί έρχονται, Βασιλάκη, και κανείς έτσι; Μέθυσες;
—Οι Έλληνες! Οι Έλληνες φτάνουν! Ως το πρωί ο ελληνικός στόλος θα βρίσκεται στο λιμάνι της Σμύρνης.
—Οι Έλληνες; έκαναν όλοι μαζί, σα να μην το χωρούσε αμέσως το μυαλό τους. Οι Έλληνες; Ποιοί; Οι Έλληνες! Ά οι... οι Έλληνες!
Και τότε έπαθαν κι αυτοί ομαδικά την ίδια κρίση με τον πατέρα μου. Κι άρχισαν να κλαίνε και να 
γελούν και ν' αγκαλιάζονται και να ευχαριστούνε το Θεό και να κάνουν τάματα. Και στριφογύριζαν άσκοπα στον ίδιο χώρο, μ' επιφωνήματα κι αλαλαγμούς χαράς. Κι άλλοι μάζευαν τα πράματά τους βιαστικά και τα ξαναπαρατούσαν και τα ξαναμάζευαν κι άλλοι φώναζαν τα παιδιά τους για να φύγουν.
Δε θυμούμαι πόσο βάσταξε η σκηνή εκείνη, μα μόλις κόπασαν οι πρώτοι ενθουσιασμοί ο κύριος Τηλέμαχος ο «κουγιουμτζής», άναψε το τσιμπούκι του σκεφτικός κι άρχισε να λέει:
—Για καλό και για κακό πρέπει ν' αδειάσουμε τα μαγαζιά μας απ' τα πολύτιμα είδη. Να φτιάξουν οι γυναίκες μας ζώνες εσωτερικές για λίρες και πολύτιμες πέτρες... Βέβαια, δεν ξέρει κανείς ποτέ τι γίνεται. Οι ανώμαλες εποχές δεν είναι παίξε -γέλασε...
Τέτοιες ζώνες από κάμποτο, που μέσα αράδιαζαν τις λίρες σα φυσεκλίκια, τις θυμόμουνα να τις φοράει συχνά η μητέρα στα ταξίδια της. Τώρα άρχισαν όλοι να διατυπώνουν κι από μια γνώμη για τα προληπτικά μέτρα που θάπρεπε να πάρουν. Μόνο ο πατέρας μου δεν ήθελε ν' ασχοληθεί με σκέψεις πραχτικές που κατέβαζαν τον ενθουσιασμό και μείωναν την πίστη στην παντοδυναμία της λευτεριάς. 
Η μόνη ερώτηση που ανέβηκε στα χείλη του αυθόρμητα ήταν:
—Μαίρη, τις σημαίες τις ετοίμασες όλες;
—Όλες, Βασιλάκη, κι είναι και μεταξωτές.
Τα μάτια της μητέρας έπαιζαν, σα να γύριζε σελίδα. Έμεινε λίγο σκεφτική και στο τέλος με κάποια δισταχτικότητα είπε:
—Πάμε να φύγουμε, Βασιλάκη. Απόμερα είναι... Τέτοιες ώρες δεν ξέρει κανείς ποτέ...
Ο πατέρας πέρασε το χέρι του προστατευτικά στο μπράτσο της και της είπε με σιγουριά:
—Δεν έχει πια φόβους και τρομάρες. Τελείωσε η σκλαβιά, μην ανησυχείς.
Μόλις κατρακυλήσαμε κάτω από κείνο το περίεργο πατάρι, ο πατέρας πέταξε στα γκαρσόνια μια χούφτα λεφτά.
—Πάρτε, πάρτε, δε μου χρειάζονται πια οι τούρκικες λίρες. Είμαστε λεύτεροι παλικάρια, λεύτεροι!