Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

Κ.Μ.ΣΥΜΟΝΩΦ:Η ΕΠΟΠΟΙΪΑ ΤΟΥ ΣΤΑΛΙΝΓΚΡΑΝΤ


Καθισμένη έξω από μιαν αποθηκούλα και στηρίζοντας το εξαντλημένο κορμί της στο χωματένιο τοίχο, η γυναικούλα, που μόλις είχε γλυτώσει από την κόλαση του Στάλινγκραντ, εξιστορούσε με φωνή ραγισμένη από την κούραση και τις ταλαιπωρίες, αυτά που είδαν τα μάτια της μέσα στις φλόγες της μεγάλης πόλης.
Η ατμόσφαιρα ήταν πνιγηρή από την ξηρασία και τη σκόνη. Ένα ελαφρό αεράκι έκανε να σηκώνονται κίτρινα σύννεφα σκόνης κάτω από τις πατούσες. Τα πόδια της γυναίκας ήταν γυμνά, πρησμένα και καθώς μιλούσε μάζευε με το χέρι της ζεστή σκόνη, την έβαζε κάτω απ' τις φλογισμένες φτέρνες της και την πατούσε, σα νάθελε να πνίξει έτσι τον πόνο της. 
Ο λοχαγός Σαμπούρωφ, καθώς την άκουγε, χαμήλωσε τα μάτια του πάνω στις βαριές μπότες τον κι' άθελα του έκανε μισό βήμα προς τα πίσω. Ήταν μεγαλόσωμος και παρ' όλο που είχε φαρδιές πλάτες, φαινόταν ψηλός. Με το πελώριο και λίγο κυρτό σώμα του, με το απλό και σοβαρό πρόσωπο του, θύμιζε πάρα πολύ τον Γκόρκη σε νεαρή ηλικία. 
Στεκόταν κι' άκουγε τη γυναίκα σιωπηλός, κοιτάζοντας πάνω από το κεφάλι της προς τα κει, όπου, κοντά στα τελευταία σπιτάκια και στην άκρη της στέπας, ξεφόρτωνε ένα στρατιωτικό τραίνο. 
Μακριά, στο βάθος της στέπας, έλαμπε κάτω απ' τον ήλιο μια λευκή λουρίδα της αλμυρής λίμνης. Το θέαμα άφηνε την εντύπωση πώς εκεί τέλειωνε ο κόσμος, πως εκεί ήταν η άκρη του κόσμου. Την εποχή αυτή, Σεπτέμβρης του 1943, σε τούτο δω το μέρος βρισκόταν ο τελευταίος και πιο κοντινός προς το Στάλινγκραντ σιδηροδρομικός σταθμός. Για να προχωρήσεις πιο πέρα ως την όχθη του Βόλγα, έπρεπε να πας με τα πόδια. 
Η κωμόπολη λεγότανε Έλτον. Είχε πάρει τονομά της από την αλμυρή λίμνη, που βρισκόταν εκεί κοντά. Κάποτε, μικρός, ο Σαμπούρωφ, θυμόταν, πως είχε συναντήσει στη σχολική γεωγραφία τα ονόματα «Έλτον» και «Μπασκουντσάκ». Και να τώρα, που το 'φερε η τύχη να γνωρίσει από κοντά το «Έλτον» : χαμηλά σπιτάκια, σκόνη κι' απόμερος σιδηροδρομικός σταθμός. 
Η γυναίκα εξακολουθούσε να εξιστορεί τις συμφορές. Αν και δεν ήταν ή πρώτη φορά που άκουγε ο Σαμπούρωφ γυναίκες να λένε τον πόνο τους, όμως εκείνη τη στιγμή ένιωσε ένα σφίξιμο στην καρδιά. Πριν φτάσει στο Έλτον μαζί με τους στρατιώτες του, είχε υποχωρήσει από πολλές πόλεις. Απ (10) το Χάρκοβο στο Μπαλουέκ, απ' το Μπαλουέκ στο Ρώσσος, απ' το Ρώσσος στο Μποκατσάρ. Παντού, απ' όπου περνούσε, οι γυναικούλες έκλαιγαν κι' αυτός τις άκουγε όπως τώρα, μ' ένα αίσθημα ντροπής και κούρασης μαζί. Εδώ όμως, στο Έλτον, δεν ήταν όπως αλλού. Εδώ είναι ή άκρη του κόσμου, η γυμνή στέπα του Βόλγα. Και στα παράπονα των γυναικών δεν υπήρχε μονάχα παράπονο μα και απελπισία. Δεν έμενε πια περιθώριο για υποχώρηση. Σε πολλά βέρστια πάνω στη στέπα δε βρίσκονταν ούτε πόλεις, ούτε ποτάμια. Δεν υπήρχε τίποτα. 
— Πού μας έφεραν! ψιθύρισε άθελα του ό Σαμπούρωφ. 
Μέσα σ' αυτές τις τρεις λέξεις εκδηλώθηκε όλη η απεριόριστη λύπη που τον είχε κυριεύσει τα τελευταία εικοσιτετράωρα, καθώς κοίταζε μέσα από το παραθυράκι του φορτηγού βαγονιού, την απέραντη στέπα. Βαριά στεναχώρια πλάκωσε την ψυχή του. Έφερε στο μυαλό του την τεράστια απόσταση που τον χώριζε από τα σύνορα κι' έπεσε σε σκέψη. Δεν τον απασχολούσε η πορεία προς το μέτωπο, αλλά σκεφτόταν την ώρα που θα ξαναγύριζε πίσω κυνηγώντας τον εχθρό. Και υπήρχε στις βαριές του σκέψεις εκείνο το ιδιαίτερο πείσμα που χαρακτηρίζει το ρώσο, που δεν επέτρεψε ούτε σ' αυτόν ούτε στους συντρόφους του να πιστέψουν και μια φορά σ' όλη τη διάρκεια του πολέμου πως είναι δυνατόν να μη ξαναγυρίσουν. 
Η σημερινή κατάσταση δε μπορούσε να διαρκέσει πιο πολύ. Ένιωσε ξαφνικά πως εδώ στο Έλτον είναι το τελευταίο σύνορο, που πέρα απ' αυτό δεν υπάρχει πια άλλη υποχώρηση. 
Κοίταξε τούς στρατιώτες που κατέβαιναν βιαστικά από τα βαγόνια και του ήρθε η επιθυμία να τους πάρει τώρα αμέσως και να τρέξει στο Βόλγα. Να τον περάσει, να φτάσει στο Στάλινγκραντ και κει να νιώσει το αίσθημα πως πια δε θα υποχωρήσει, αλλά θα συνδέσει την τύχη του με την τύχη της πόλης. 
Και αν οι γερμανοί πάρουν την πόλη, τότε ο θάνατος του θα είναι αναπόφευκτος ενώ, αν δεν τους αφήσει να την καταλάβουν, τότε ίσως να ζήσει.Η γυναίκα όλο και διηγόταν για το Στάλινγκραντ. Αράδιαζε τον έναν ύστερα από τον άλλο τους δρόμους που κάηκαν και καταστράφηκαν. Οι άγνωστες στον Σαμπούρωφ ονομασίες είχαν ιδιαίτερο νόημα γι΄αυτή.Η γυναίκα ήξερε που και πότε είχαν χτιστεί τα καμένα τώρα σπίτια ,πού και πότε είχαν φυτέψει τα δέντρα, που, καμένα τώρα, χρησιμοποιούνταν στα οδοφράγματα.Τα ανάφερε όλ' αυτά σα να μιλούσε , όχι για τη μεγάλη πόλη, μα για το σπίτι της , για δικά της, ατομικά πράγματα , που της ήσαν τόσο γνώριμα κι' αγαπητά, ώστε τώρα να μη μπορεί να συγκρατήσει τα δάκρυά της.Και όμως , για το δικό της σπίτι δεν είπε τίποτα απολύτως.Πολύ σπάνια, κατά τη διάρκεια του πολέμου , είχε συναντήσει ο Σαμπούρωφ ανθρώπους που να λυπούνται για τις καταστροφές του ατομικού τους νοικοκυριού. Κι' όσο τραβούσε ο πόλεμος σε μάκρος τόσο πιο συχνά και με μεγαλύτερο πείσμα τούτοι δω οι άνθρωποι δεν έφερναν στο μυαλό τους παρά μονάχα τις πόλεις που άφηναν πίσω.Σκούπισε με το μαντήλι τα δάκρυα από τα μάτια της η γυναικούλα κι' αφού αγκάλιασε με το βλέμμα όλους αυτούς που την άκουγαν , είπε σοβαρά:
-Πόσα χρήματα, πόσοι κόποι!
-Τί κόποι; ρώτησε κάποιος , που δεν είχε μπει αμέσως στο νόημα. ...............
Το ένα τρίτο του τάγματος αποτελούνταν από τέτοιους στρατιώτες.Οι υπόλοιποι θα έμπαιναν για πρώτη φορά στη μάχη.
Σε κάποιο βαγόνι στεκόταν ένας ηλικιωμένος στρατιώτης και φύλαγε το υλικό, που δεν είχε φορτωθεί ακόμα πάνω στα κάρρα. Το παράστημα του φρουρού καθώς και τα μεγάλα κοκκινωπά μουστάκια του, που εξείχαν σα δύο λόγχες, τράβηξαν από μακριά την προσοχή του Σαμπούρωφ. Όταν έφτασε κοντά του, ο φαντάρος με σβελτοσύνη στάθηκε προσοχή και στήλωσε τα μάτια του στο πρόσωπο του λοχαγού.
Στη στάση του, στον τρόπο που φορούσε την εξάρτησή του και κρατούσε το όπλο, έβλεπε κανένας τή συνήθεια κείνη που αποχτάται μονάχα με τα πολλά χρόνια υπηρεσίας στο στρατό. Ο Σαμπούρωφ αν κι' ήξερε όλους σχεδόν τους στρατιώτες που ήταν μαζί του στο Βορονέζ, ως τον ανασχηματισμό της μεραρχίας, ωστόσο δε μπορούσε να θυμηθεί αυτόν τον κόκκινο στρατιώτη. - Πώς λέγεσαι; τον ρώτησε.
-Κανιούκωφ, πρόφερε ό φαντάρος, τονίζοντας μιά μιά τις συλλαβές κι' εξακολουθώντας να έχει καρφωμένο το βλέμμα του στο πρόσωπο του λοχαγού.
-Έχεις πάρει μέρος σε καμιά μάχη; 
- Σ' αρκετές.
- Πού ;
- Στο Περεμίσλ.
- Δηλαδή υποχωρήσατε απ' το Περεμίσλ.
- Καθόλου. Επιτεθήκαμε.Ο Σαμπούρωφ τον κοίταξε μ' έκπληξη.
- Πότε ; Τον περασμένο χρόνο ;
- Όχι. Πριν από δεκάξη χρόνια.
- Α...Έτσι. 
Ο Σαμπούρωφ παρατήρησε καλύτερα τον Κανιούκωφ. Το πρόσωπο του ήταν σοβαρό, σχεδόν περήφανο.
- Σ' αυτόν τον πόλεμο έχεις καιρό που υπηρετείς στο στράτευμα; τον ξαναρώτησε.
- Όχι. Ένα μήνα μονάχα.Έρριξε μια ματιά ακόμη στο δυνατό πρόσωπο του κόκκινου στρατιώτη με ικανοποίηση και προχώρησε παρακάτω. Στο τελευταίο βαγόνι συνάντησε τον αρχηγό του επιτελείου του, τον υπολοχαγό Μασλέννικωφ, που επέβλεπε στο ξεφόρτωμα. Ο Μασλέννικωφ του ανάφερε πως μέσα σε πέντε λεπτά θα έχει τελειώσει το ξεφόρτωμα. Και κοιτάζοντας το τετράγωνο ρολόι του χεριού του, πρόσθεσε:
-Επιτρέπεται, σύντροφε λοχαγέ, να παραβάλλω την ώρα μου με τη δική σας;Ο Σαμπούρωφ έβγαλε σιωπηλός ένα ρολόϊ της τσέπης. Ο Μασλέννικωφ πήγαινε πίσω πέντε λεπτά. Έκανε όμως ένα μορφασμό δυσπιστίας κοιτάζοντας το παλιό ασήμαντο ρολόϊ του Σαμπούρωφ, που είχε σπασμένο το τζάμι.Ο λοχαγός χαμογέλασε.
- Δεν πάτε πολύ πίσω. Κι' ύστερα μην ξεχνάτε πως το ρολόϊ το έχω απ' τον πατέρα μου κι' ακόμα πως στον πόλεμο την πιο ακριβή ώρα την έχει πάντοτε ο ανώτερος.
Ο Μασλέννικωφ έρριξε άλλη μια ματιά στα δυο ρολόγια, (14) διόρθωσε τo δικό του και μια πού δεν είχε άλλο λόγο να στέκεται εκεί, ζήτησε την άδεια να φύγει.Η επίβλεψη του τάγματος κατά τη διαδρομή μέσα στο τραίνο και η παρακολούθηση του ξεφορτώματος ήταν οι πρώτες αποστολές που είχαν ανατεθεί στον Μασλέννικωφ καθώς πλησίαζε στο μέτωπο. Εδώ, στο Έλτον, μύριζε πια μέτωπο.Η σκέψη πως σε λίγο θα μπει στη μάχη, συγκινούσε το νεαρό υπολοχαγό. Θεωρούσε τον εαυτό του μειωμένο, επειδή ως αυτή τη στιγμή δεν είχε πάρει μέρος σε καμιά μάχη. Γι' αυτό και σήμερα ήταν όλος χαρά. "Εκτελούσε τις εντολές του Σαμπούρωφ με ακρίβεια και προσοχή.— Μάλιστα, μάλιστα, πηγαίνετε, είπε ο Σαμπούρωφ έπειτα από μικρή σιωπή.Ένιωθε βαθιά λύπη στη σκέψη, πως το ροδοκόκκινο, ζωηρό και παιδικό πρόσωπο του Μασλέννικωφ θα καταντήσει αγνώριστο έπειτα από μια βδομάδα, όταν η βρωμερή, η πνιγηρή κι' αλύπητη ζωή των χαρακωμάτων θα δεχτεί στη φοβερή αγκαλιά της το παλληκάρι αυτό. Μια μικρή ατμομηχανή, έσερνε πάνω στην εφεδρική γραμμή, αγκομαχώντας, τον δεύτερο μακρύ στρατιωτικό συρμό. Βιαστικός, όπως πάντα, πήδηξε, πριν ακόμα σταματήσει το τραίνο, από βαγόνι πρώτης θέσης, ο διοικητής του συντάγματος, αντισυνταγματάρχης Μπαμπτσένκο. Στραμπούληξε όμως το πόδι του. Βλαστήμησε και χωρίς να σηκώσει τα μάτια του ρώτησε κατσουφιασμένος τον Σαμπούρωφ, πού έτρεξε να τον υποδεχτεί: 
- Πώς πάει το ξεφόρτωμα;
- Τελείωσε.Ό Μπαμπτσένκο έρριξε το βλέμμα ερευνητικά γύρω του.Πραγματικά, το ξεφόρτωμα είχε τελειώσει. Αλλά το σκυθρωπό ύφος και ο αυστηρός τόνος την φωνής, που θεωρούσε απαραίτητο να τα χρησιμοποιεί όταν μιλούσε με τους κατωτέρους του, απαιτούσαν αυτή τη στιγμή, για τη διατήρηση του κύρους του, να κάνει μια κάποια παρατήρηση.
- Και τί κάνετε τώρα; ρώτησε απότομα.Περιμένω τις διαταγές σας. Καλύτερα θα κάνατε να δίνατε συσσίτιο στους άνδρες, παρά να τους έχετε να περιμένουν.Αν πρόκειται να ξεκινήσουμε τώρα αμέσως, έχω αποφασίσει να κάνω διανομή τροφής στους άνδρες στην πρώτη ωριαία στάση. Αν όμως διανυχτερεύσουμε εδώ, τότε θα παρασκευάσω μέσα σε μια ώρα συσσίτιο στο καζάνι, απάντησε ατάραχα ο Σαμπούρωφ και χωρίς βιασύνη. Μίλησε με μιαν ήρεμη (15) λογική, που όμως δεν άρεσε καθόλου στον αιώνια βιαστικό Μπαμπτσένκο.Κάτι μουρμούρισε.
- Μήπως διατάζετε να γίνει τώρα αμέσως η διανομή ; ρώτησε ο Σαμπούρωφ.
-Όχι! Να τους κάνετε στην ωριαία στάση. Ξεκινείστε, χωρίς να περιμένετε τ' άλλο τάγμα. Διατάξτε να ετοιμαστούν οι άνδρες, για την εκκίνηση.Ο Σαμπούρωφ κάλεσε τον Μασλέννικωφ και του έδωσε τις σχετικές οδηγίες.Η φούρκα του Μπαμπτσένκο εκδηλώθηκε μ' ένα μουρμουρητό.Τον δυσαρεστούσε η στάση του Σαμπούρωφ. Είχε συνηθίσει να κάνει όλες τις δουλειές μοναχός του. Και γι' αυτό πάντοτε ήταν απασχολημένος ως το λαιμό. Πάντοτε βιαζόταν και ποτέ δεν πρόφταινε. Είναι γνωστό πώς ο διοικητής του τάγματος δεν είναι υποχρεωμένος να ετοιμάσει ο ίδιος το τάγμα για πορεία. Το γεγονός όμως πως ο Σαμπούρωφ έδωσε εντολές σ' άλλον, ενώ δ ίδιος στεκόταν ήσυχος δίπλα σ' αυτόν, τον διοικητή του τάγματος, εκνεύριζε τον Μπαμπτσένκο.Ήθελε να βλέπει τούς κατωτέρους του νά τσακίζονται μπροστά του. Ποτέ όμως ως τα σήμερα δεν κατόρθωσε να κάνει τον ήρεμο Σαμπούρωφ να κινηθεί σπασμωδικά. Νευριασμένος τώρα, στριφογυρίζοντας δεξιά κι' αριστερά, κοίταζε τη φάλαγγα πού ετοιμαζόταν. Ο Σαμπούρωφ στεκόταν δίπλα του.Ήξερε πώς αυτό δεν άρεσε στον αντισυνταγματάρχη, μα δεν έδινε σημασία. Είχε συνηθίσει πια να τον βλέπει έτσι φουρκισμένο.Πέρασε ένα λεπτό δίχως ν' ανταλλάξουνε καμιά λέξη. Ξαφνικά δ Μπαμπτσένκο, χωρίς πάλι να στραφεί προς τον Σαμπούρωφ, αλλά σε διαφορετικό τόνο, είπε :
- Κοίταξε αυτούς τους φουκαράδες. Είναι παλιάνθρωποι οι γερμανοί.Απέναντι, προχωρούσε μια θλιβερή φάλαγγα από πρόσφυγες του Στάλινγκραντ. Ήταν μια αξιοθρήνητη φάλαγγα κουρελιασμένων, αποκαμωμένων, φασκιωμένων με επιδέσμους, πού είχαν γίνει γκρίζοι από τη σκόνη. Μια φάλαγγα ανθρώπων πού έσερναν τα πόδια τους με την ψυχή στο στόμα.Άθελα τους και οι δυο άνδρες έστρεψαν τα μάτια προς την κατεύθυνση πού επρόκειτο ν' ακολουθήσει το σύνταγμα.Προς τα κει απλωνόταν ή γυμνή στέπα. Δεν φαινόταν παρά μονάχα σκόνη. Μια σκόνη πού ανέβαινε ψηλά ως τούς λόφους κι' έμοιαζε σα μακρύνω σύννεφο καπνού.
-Τόπος συγκέντρωσης το Ριμπάτς. Θα κάνετε σύντονη πορεία. Και θα μου στείλετε συνδέσμους, είπε ο Μπαμπτσένκο (16) παίρνοντας πάλι το σκυθρωπό του ύφος. Και γυρνώντας έφυγε κατά το βαγόνι.Ο Σαμπούρωφ πλησίασε το τάγμα του. Οι λόχοι ήταν έτοιμοι γι' αναχώρηση. Οι άνδρες σιγοκουβέντιαζαν στίς γραμμές τους. Περνώντας απ' τον δεύτερο λόχο είδε πάλι' τον κοκκινοτρίχη Κανιούκωφ, πού τη στιγμή εκείνη διηγιότανε κάτι στους γύρω του με ύφος ζωηρό και χειρονομίες. 
-Γιατί είναι καλύτερα να περπατάς παρά να κοιμάσαι ; έλεγε. Είναι προτιμότερο να βαδίζεις απ' την ανατολή προς τη δύση. Το πρωί που κάνει ζέστη έχεις τον ήλιο στην πλάτη σου και το απόγεμμα που κάνει ψύχρα τον έχεις στο πρόσωπο σου. Όλα με υπολογισμό πρέπει να γίνουνται.-Και οι σφαίρες με υπολογισμό σκίζουν τον αέρα; ρώτησε κάποιος στ' αστεία.Ο Σαμπούρωφ προσπέρασε τον Κανιούκωφ κι' έφτασε την κεφαλή της φάλαγγας.
- Τάγμα ! Εμπρός !
Οι άνδρες ξεκίνησαν. Ο διοικητής βάδιζε επικεφαλής της φάλαγγας. Μακριά, στο βάθος της στέπας, οι στρόβιλοι της σκόνης φαίνονταν πάλι σαν καπνός. Ποιος ξέρει, μπορεί πραγματικά και να καιγόταν η στέπα. 
Πριν από είκοσι μέρες, ένα αυγουστιάτικο πρωινό, φάνηκαν πάνω απ' την πόλη βομβαρδιστικά των αεροπορικών σχηματισμών του Ριχτόφεν. Πόσα ήταν και πόσες μπόμπες ξαπόλησαν, είναι δύσκολο να πει κανένας. Περνούσαν κατά κύματα, άφηναν το φορτίο τους και ξαναγύριζαν πάλι. Όλη την ημέρα πάνω από τη μαρτυρική πόλη βρίσκονταν συνεχώς δυο χιλιάδες αεροπλάνα.Το Στάλινγκραντ καιγότανε. Οι φλόγες κράτησαν δυο μέρες και δύο νύχτες. Παρ' όλο που η μάχη γινόταν εξήντα χιλιόμετρα μακριά από την πόλη, στις διαβάσεις του Ντον, όμως, απ' τη μέρα που φούντωσε η πυρκαγιά, απ' την ίδια μέρα και ώρα άρχισε η μάχη του Στάλινγκραντ.Γιατί, οι Γερμανοί που προχωρούσαν προς την πόλη κι' εμείς που βρισκόμασταν μέσα και πίσω απ' αυτή, βλέπαμε τις ουρανομήκεις ανταύγειες του Στάλινγκραντ, που είχε παραδοθεί στις φλόγες, κι' όλες οι σκέψεις κι' όλα τα σχέδια και των δύο αντιμαχόμενων παρατάξεων είχαν στραφεί, σα να τα τραβούσε κάποιος δυνατός μαγνήτης, προς το φλεγόμενο Στάλινγκραντ.Την τρίτη μέρα, όταν η πυρκαγιά άρχισε να υποχωρεί, μια βαρεία μυρουδιά απλώθηκε σ' όλο το Στάλινγκραντ. Η ιδιαίτερη εκείνη δυσοσμία που αναδίνουν τα καμένα ερείπια.Μια δυσοσμία που δεν εγκατάλειψε από τότε το Στάλινγκραντ σ' όλους τους μήνες της πολιορκίας του.Απ' τα καμένα σίδηρα, τα καψαλισμένα δέντρα και τα ξαναψημένα τούβλα αναδίνονταν μια αποφορά πού σε ζάλιζε, μια βρώμα βαρεία και δηλητηριασμένη. Η καπνιά κι' η στάχτη που είχαν σκορπιστεί πάνω στους δρόμους, μόλις φυσούσε κανένα ελαφρό αεράκι απ' το Βόλγα, σηκώνονταν και γέμιζαν τον αέρα, έτσι που νόμιζες πως ξανά πάλι η πόλη βρίσκεται μέσα στους καπνούς της πυρκαγιάς.Οι Γερμανοί δε σταμάτησαν να βομβαρδίζουν το Στάλινγκραντ.Πότε δω και πότε κει, άναβαν καινούργιες πυρκαγιές.Όμως αυτές οι σποραδικές πυρκαγιές δεν ήταν επικίνδυνες όπως στην αρχή. Δεν διαρκούσανε τώρα πια μέρες. Η φωτιά, αφού έκαιγε μερικά όρθια ακόμα σπίτια, έφτανε γρήγορα σε δρόμους καμένους από πριν κι' επειδή δεν εύρισκαν τροφή, έσβηνε.(18)

THEODOR PLIEVIER :ΣΤΑΛΙΝΓΚΡΑΝΤ


ΕΚΕΙ ΗΤΑΝΕ ΚΙ Ο ΓΚΝΟΤΚΕ. 


MΕΤΑΦΡΑΣΗ:
ΝΙΚΟΣ ΧΡ ΜΕΛΙΣΣΑΡΗΣ
 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΛΚΥΩΝ  1983
 Σελ


 Ήτανε μια μουντή μέρα του Νοέμβρη, κι ό Γκνότκε κρα­τούσε ένα φτυάρι. Οχτώ μέτρα μάκρος, δύο φάρδος κι ενάμισυ βάθος είχε ο τάφος που μόλις είχαν σκάψει: ο Γκνότ­κε, ο Άσλανγκ, ο Χούμπε, ο Ντίνγκερ κι ο Γκιμπφ. Ο λοχίας Γκνότκε, ο επιλοχίας Άσλανγκ, οι υποδεκανείς Χούμπε και Ντίνγκερ, καθώς κι ο φαντάρος Γκιμπφ, σε τίποτα δεν ξεχώρι­ζαν αναμεταξύ τους. Δεν είχαν ούτε γαλόνια, ούτε διακριτικά στις επωμίδες και τόσο τα χέρια και τα πρόσωπα, όσο κι οι στολές τους, ήταν όλα βουτηγμένα μες στη βρώμα. Είχαν σκάψει και την τελευταία φτυαριά. Ο Χούμπε κι ο Ντίνγκερ σήκωσαν ένα φορείο, ο Γκνότκε κι ο Γκίμπφ ένα άλλο. Τα φτυάρια τα είχαν καρφώσει στο σωρό των χωμάτων, και τώρα, με τα φορεία στα χέρια, έτρεξαν πέρα κι εξαφανί­στηκαν μέσα στην καταχνιά. Βρισκόντουσαν στον τομέα ανα­τολικά της Κλέτσκαγια και στην καμπή του Ντον, ανάμεσα Κλέτσκαγια και Βερτιάτσι, στην περιοχή της 376 Μεραρχίας Πεζικού. Σε δύο μέρες πορεία προς τ' ανατολικά, βρισκόταν ο Βόλγας και το Στάλινγκραντ. Εδώ ήταν το βόρειο πλευρό της μεραρχίας, και εκτεινόταν κατά μήκος της καμπής του Ντον. Πίσω τους, πάνωθε και κάτωθέ τους, απλωνόταν το μέτωπο. ΣΥΝΕΧΕΙΑ )

MΕΤΑΦΡΑΣΗ:
ΝΙΚΟΣ ΧΡ ΜΕΛΙΣΣΑΡΗΣ 
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΛΚΥΩΝ ΟΕ 1983 Σελ
....Ο συνταγματάρχης Στάινλε , διέσχισε το μπροστινό τμήμα του υπογείου διαδρόμου. Πέρασε την αίθουσα διαβιβάσεων με τα τηλέφωνα και τους ασυρμάτους ,πέρασε το δωμάτιο του Αξιωματικού Πληροφοριών , του Αρχίατρου της Στρατιάς και του στρατηγού Ρόσκε, και έφτασε μπροστά στο παραπέτασμα που χώριζε τον εσωτερικό κύκλο διοικήσεως από το κύριο τμήμα του υπόγειου. Ξαφνικά μια πόρτα άνοιξε και μέσα στους θορύβους του πολυάσχολου πλήθους βρέθηκε μπροστά του ο μόνος άνθρωπος που ήθελε να αποφύγει- ο επιτελάρχης του Στρατηγείου της 6ης Στρατιάς. 
-Πού θέλετε να πάτε;ρώτησε επιτακτικά ο επιτελάρχης. 
-Είναι πολύ μεγάλη ανάγκη να δω τον Αρχιστράτηγο, Στρατηγέ μου. 
-Γιατί πολύ μεγάλη ανάγκη; Δεν μπορείτε να τον δείτε! Ούτε να το συζητάτε καθόλου.
Ο Στρατάρχης είναι απασχολημένος με πολύ επείγοντα ζητήματα. Είναι πολύ απασχολημένος και δεν πρέπει να ενοχληθεί με κανέναν τρόπο. -Στρατηγέ μου επείγοντα ζητήματα που έχουν σχέση με τη Στρατιά με έφεραν κι εμένα εδώ για να τον δω. -Σου απαγορεύω να μπεις!Το παραπέτασμα άνοιξε και βγήκε ένας λοχαγός. Με συγχωρείτε Στρατηγέ μου, που σας διακόπτω, αλλά είναι πολύ επείγον. Γύρισε προς τον επιτελάρχη και έκαναν μαζί ένα βήμα παράμερα. 
-Σας αναφέρω στρατηγέ μου ότι το σώμα αρμάτων παραδίδεται. 
-Μετά τη συζήτηση που είχα με τον Ντάμε και τον λόγο που μου έδωσε; Αδύνατον
-Η αναφορά δεν έρχεται από τον Ντάμε, αλλά από τον στρατηγό διοικητή τους. 
Ο διοικητής του σώματος αρμάτων ξαναγύρισε στην έδρα του, Herr General.Ο επιτελάρχης απόμεινε πίσω , να υψώνεται σα δέντρο, με ακόμα πιο αστραφτερή και λαμπερή από συνήθως ματιά του. Έδινε διαταγές,σύντομες και αλάθητες' και οι αξιωματικοί παραλάμβαναν τις διαταγές του και τις προωθούσαν παραπέρα. -Προς τον Α1 ,Τo Β1, Τo Γ1: Κάψτε όλα τα χαρτιά. Προς τον Α2 και το Β2: Kάψτε τις καταστάσεις και τα βιβλία. Προς τον A3: Κάψτε όλα τα στοιχεία και τα έγγραφα. Προς τους Α4,Β4,Γ4,Δ4,Ε4: Κάψτε, κάψτε, κάψτε ! Ο διοικητής Διαβιβάσεων της Στρατιάς έλαβε και εκείνος τη διαταγή: -Κατάστρεψε τις συσκευές ασυρμάτων .Κατάστρεψε τους κώδικες. Η διαταγή ήταν αρκετά ξεκάθαρη, αλλά ο διοικητής Διαβιβάσεων δεν κατάλαβε αμέσως. Περίμενε κάτι διαφορετικό. Περίμενε τη διαταγή να πολεμήσουν, περίμενε το σάλο της μάχης σώμα προς σώμα μέσα στα υπόγεια δωμάτια, και στο τέλος τις νάρκες που θα τίναζαν στον αέρα ολόκληρο το χτίριο και μαζί και τον ίδιο και τους ασυρμάτους του, καταστρέφοντας έτσι για τα καλά το σύμπαν εκεί μέσα, Βγήκε από το δωμάτιό του για να επιβεβαιώσει την ακρίβεια της διαταγής που έλαβε . Απ' έξω βρήκε υπασπιστές αξιωματικούς, αξιωματικούς εφοδιασμού, αξιωματικούς γιατρούς και κτηνιάτρους, βαθμοφόρους ,γραφιάδες που όλοι τους είχαν λάβει την ίδια διαταγή. Εκεί ήταν επίσης ο συνταγματάρχης Κάρας που έλεγε σ' όλους όσους εύρισκε μπροστά του: -Μη σκοτίζεστε για τα υλικά σας. Κάψτε τα όλα! Δεν έχουν πια καμία αξία για μας! Στον διοικητή Διαβιβάσεων είπε: -Καλά την κατάλαβες την διαταγή. Κάνε σμπαράλια το μαγαζί σου..... Ο διοικητής Διαβιβάσεων ξαναγύρισε στο δωμάτιό του και συγκέντρωσε γύρω του τους άντρες. Πριν αρχίσει το έργο της καταστροφής, πήρε στον ασύρματο τη βόρεια ομάδα και τους έδωσε τον κώδικα. Έτσι αυτή η απομονωμένη ομάδα ήταν τώρα σε θέση να επικοινωνεί με την απ' έξω ομάδα στρατιών και κατευθείαν με το Βερολίνο. Έπειτα τα χαρτιά κάηκαν, οι ασύρματοι και η γεννήτρια BOSCH τσακίστηκαν. Ξανά μερικά φώτα έσβησαν και καινούργιες λάμπες θυέλλης παρουσιάστηκαν. Η φασαρία στην άκρη του υπόγειου, το κροτάλισμα των θραυσμάτων, οι δυνατές εκρήξεις πάνω στο υπόγειο, όλα σταμάτησαν.

EVE CURIE:JOURNEY AMONG WARRIORS

                                           IX  The War Came Close to Moscow.
OUR CAR LEFT KUYBYSHEV at seven next morning, January 12th, in order to get to the airport. The young chauffeur, nineteen years old,(155) did not know the way any too well: a few miles from the town, we I'ui lost in a busy factory district. We passed many new houses, all alike , built in monotonous rows. They were dwelling places for the workers, each of them large enough to shelter three or four families. Hundreds of men and women were walking, all in the same direction, on the snow-covered roads, to take their shift in the plants. Those who came from more distant houses were being carried in large, old busses to the place of their work. 
I soon discovered that the most useful tool for automobile drivers m Russia was the spade. Several times the car skidded on the frozen rind and stopped only when it got stuck in the soft snow. The driver got out with his-spade and began digging around the wheels in order to clear the way. Then he tried to start the car again, while Lieutenant Muston and myself pushed the machine from behind with all our might. 
We thought our troubles were over when we got onto a straighter in.id, in a heavy traffic of military trucks—but they weren't. The shiver made a sudden yaw to avoid running over a dog. The car skidded again, turned completely, and dashed into the snow. This tunc we dug and pushed for about half an hour before the car moved at all. When we got to the airport at last, the two motors of our plane were being heated before departure. It was the coldest day 1 hid had in Russia so far: the frost was biting my face and stiffening my hands while I carried my bag toward the Russian-built Douglas. Very soon, we took off and found ourselves flying low over an im¬mense white plain. 
1 his was a military machine, not a passenger plane like the one that hid brought me from Iran. Everything in the transport aircraft had been fitted for war. There was not an ounce of weight wasted. We MI on a light, metal bench, our backs to the windows. Our luggage WHS gathered together in the remaining empty space. Right in the Huddle of the plane there was a square platform of rough wood, the leight of two steps of a staircase. On this improvised pedestal stood ii gunner. A glass turret allowed him to see the sky above us and to aim his revolving machine gun at eventual aggressors. During our four-hour trip, the gunner, who wore giant fur-lined boots climbing high above his knees, stood all the time in this awkward position and never stopped watching for invisible enemies.
The glass turret and the machine gun had obviously been added bcently to the plane. This had meant carving a large hole in the top til the fuselage, and the net result was a frightful frost and a frightf (156) noise inside the aircraft. As we flew smoothly over the forests and monotonous fields buried in the snow, each of us started an individual struggle against the growing cold. There were fifteen of us, mostly Russian officers. The only women were my companion and myself, and I was the only foreigner. After a while two of the men-civilians—started walking back and forth in the empty space of the plane, to get warmer, just as if they had been in a street, without the pilot seeming to mind. Meanwhile a lot of wrapping up and tapping of feet and hands was going on among us. I had first tried to con¬ceal how deadly cold I was, but then I made this important discovery: the Russians were cold too, just as cold as I, a simple Westerner. I stopped being self-conscious and just let myself shiver without shame.
The metal seat was cold. The window, dimmed by the frost, was cold. Our teeth became cold whenever we spoke, and our frozen breath looked like white steam. In front of me sat an officer, rather old, wearing a brown leather coat. His face was gradually becoming pale green, and I could see his jaws actually shaking, his body shiver¬ing all over. Another officer had curled upon the bench, hoping that to sleep might help. Liuba Mieston's round face was hardly visible between her fur-lined cap and the collar of her military sheepskin coat —a wonderful garment, of white fleece inside and white skin outside, that made her look like an enormous Christmas toy, a bulky Teddy bear. Every one of these frozen people found a little energy left to laugh at me and at my strange costume: corduroy slacks, any amount of woolen socks and sweaters, sheep-lined boots, the whipcord-and-civet-cat coat, the fur-lined hood and, over all that, the yellow Persian pustine, whose sheep lining had even stopped smelling, so cold it was.
An icy sunshine welcomed us on the Moscow airfield, where I could see several military aircraft—transports, bombers, and fighters —all of Russian make. While we were carrying our bags to a car across the snow, a Red Cross plane, coming from the front, landed only a few yards away from us. An ambulance drove up to it immediately. It was one of those aircraft in which there is just room for two lying men. Suddenly, the war was there, right close to me. The suffering inflicted on the men by the winter and the sanguinary fight¬ing became extraordinarily real.
We drove through the city. The avenues were unusually wide and the sidewalks Ather narrow. The contrary, somehow, would have been better: niany more people were walking than riding, and a dark, busy crowd edged the half-empty streets, where there was only a scarce traffic of automobiles and streetcars. Liuba Mieston, overjoyed,(157) was looking excitedly at everything. Moscow was her home, and she had not been back there since the tragic days in the fall, when her Information Bureau had been hastily evacuated to Kuybyshev. This trip with me was giving her a chance to come back to her beloved town. She was sighing with happiness and muttering:
"I am going to see my flat again. I wonder if it has been bombed. And, who knows—with a little luck, I may come across my husband: his regiment is at the front not very far from here. Oh, and I will go to the station. . . . Do you know that, at the outbreak of the war, all my civilian clothes got lost: I packed them in a suitcase, left the suitcase for a day at the station's package room, and in the general turmoil the suitcase vanished. That was awful, for clothes here cannot be replaced. I have only my unifocal left—and my husband always says to me: 'Liuba, I don't like you in uniform, I like you in a dress.' "
We got to the Moskva Hotel, which had the solemn gloom of a necropolis. It was an enormous, modern building of about twelve floors, with hundreds and hundreds of rooms. There was an attempt to cut down drastically the consumption of electricity and coal: the lobbies were dark and icy cold, and the rooms only moderately heated. However, the Moskva, as compared to the Grand Hotel in Kuybyshev, represented a prodigious luxury: a hot bath was prob-ably in sight.
The place was crowded, and the only accommodation we could get was a double room, with a bathroom and a very useless drawing room containing a piano that age had rendered mute. It cost eighty rubles a day—sixteen dollars at the official rate of exchange. The em¬ployee at the reception desk, who gave the impression that he worked in a cave, because of his dim desk light and the coat in which he was shivering, promised us that the next day each of us would have a room—at a more reasonable price.
While I took a bath, Lieutenant Mieston did some telephoning, and while she took a bath I tried to get some food downstairs, in the chilly dining room where every table was occupied, mostly by of¬ficers. I managed to find an empty seat at a table; I also managed to explain to the waiter that I wanted to eat the same things that the officers at the next table were eating—small cutlets of hashed meat—but that was as far as I got. I waited and waited, and no food ever came. I figured out that, rather than be cold and hungry in the dining room full of drafts, I would much rather be warm and hungry in my room, and I went up again. I was rescued sometime .................

CARLO ROSSELLI:

Πολιτική ομιλία του Carlo Rosselli που μεταδόθηκε από το ραδιοφωνικό σταθμό της Βαρκελώνης στις 13 Νοεμβρίου 1936

1.Σύντροφοι,αδέλφια, Ιταλοί, ακούστε.
Από το ραδιοφωνικό σταθμό της Barcellona σας ομιλεί ένας Ιταλός εθελοντής για να σας μεταφέρει το χαιρετισμό χιλιάδων εξόριστων Ιταλών αντιφασιστών που πολεμούν στις τάξεις της επαναστατικής Στρατιάς.
Μία Ιταλική φάλαγγα εδώ και τρεις μήνες μάχεται στο μέτωπο της Αραγονίας. Έντεκα νεκροί , είκοσι τραυματίες σύμφωνα με την εκτίμηση των Ισπανών συντρόφων : να η απόδειξη της θυσίας της.
Μια δεύτερη Ιταλική φάλαγγα που σχηματίστηκε τις τελευταίες ημέρες ,υπερασπίζεται ηρωικά τη Μαδρίτη. Σε όλα τμήματα βρίσκονται Ιταλοί εθελοντές , άνδρες που έχοντας χάσει την ελευθερία στην ίδια τους τη χώρα , αρχίζουν να την επανακτούν στην Ισπανία με το τουφέκι στο χέρι.
Καθημερινά καταφθάνουν Ιταλοί εθελοντές: από τη Γαλλία, από το Βέλγιο ,από την Ελβετία, από τις μακρινές Αμερικές.
Παντού υπάρχουν ιταλικές κοινότητες ,δημιουργούνται επιτροπές για τη Προλεταριακή Ισπανία. Ακόμα και από τη καταπιεσμένη Ιταλία έρχονται εθελοντές.
Στις γραμμές μας μετράμε κατά δεκάδες τους συντρόφους που με τίμημα χίλιους κινδύνους πέρασαν παράνομα τα σύνορα. Στο πλευρό των βετεράνων του αντιφασισμού αγωνίζονται οι Νεολαίοι που παράτησαν το πανεπιστήμιο , το εργοστάσιο ακόμα και το στρατόπεδο. Λιποτάκτησαν από το πόλεμο των αστών για να συμμετέχουν στον επαναστατικό πόλεμο.
2.Ιταλοί ,ακούστε. Σας μιλά ένας Ιταλός εθελοντής από το ραδιοφωνικό σταθμό της Barcellona. Πριν από έναν αιώνα ,η σκλάβα Ιταλία , σιωπούσε και υπέφερε κάτω από το πέλμα της Αυστρίας , των Boυρβώνων , των Σαβόια , των παπάδων.
Κάθε προσπάθεια για απελευθέρωση συνθλιβόταν δίχως έλεος. Όσοι δεν βρίσκονταν στη φυλακή υποχρεώνονταν να πάρουν το δρόμο της εξορίας. Αλλά και εκεί στην εξορία δεν εγκατέλειπαν τον αγώνα .. Ο Santarosa στην Ελλάδα, ο Garibaldi στην Αμερική, ο Mazzini στην Αγγλία, ο Pisacane στη Γαλλία , και μαζί τους τόσοι άλλοι , που μη μπορώντας να αγωνιστούν μέσα στη χώρα τους , αγωνιζόντουσαν για την ελευθερία των άλλων λαών , αποδεικνύοντας στο κόσμο ότι οι Ιταλοί ήσαν άξιοι για να ζουν ελεύθεροι. Από τις θυσίες αυτές, από αυτά τα παραδείγματα βγήκε καθαγιασμένο το Ιταλικό ζήτημα. Οι Ιταλοί απόκτησαν και πάλι εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους.
3.Σήμερα μια καινούρια τυραννία πολύ πιο θηριώδη και ταπεινωτική από τη παλιά μας καταπιέζει. Δεν είναι πια ο ξένος αυτός που κυριαρχεί. Είμαστε εμείς που επιτρέψαμε σε μια μειοψηφία στασιαστών να μας πατήσει στο λαιμό , που χρησιμοποιώντας όλες τις προνομιούχες ομάδες , κρατά σε ομηρία την εργατική τάξη και τη σκέψη των Ιταλών.
Κάθε προσπάθεια ενάντια στη συμπαγή δικτατορική στρατιά φαίνεται να είναι δίχως ελπίδα. Εμείς όμως δεν χάνουμε τη πίστη. Γνωρίζουμε ότι οι δικτατορίες έρχονται και παρέρχονται οι λαοί όμως παραμένουν. Η Ισπανία μας προσφέρει την καλύτερη απόδειξη. Κανείς δεν μιλά πλέον για τον de Rivera. Κανείς δεν πρόκειται να μιλήσει αύριο για τον Μουσσολίνι . Και όπως τότε στο Risorgimento, την πιο σκοτεινή εποχή, όταν σχεδόν κανείς δεν τολμούσε ούτε ακόμα και να ελπίζει, ερχόντουσαν από το εξωτερικό το παράδειγμα και η προτροπή , έτσι σήμερα είμαστε πεπεισμένοι ότι από αυτή τη μέτρια αλλά ανδροπρεπή προσπάθεια των Ιταλών Εθελοντών ,θα δημιουργηθεί αύριο μια ισχυρή θέληση για εξέγερση.
Με αυτή τη κρυφή ελπίδα τρέξαμε στην Ισπανία. Σήμερα εδώ, αύριο στην Ιταλία.
4.Αδέλφια, σύντροφοι Ιταλοί , ακούστε. Σας μιλά ένας εθελοντής από το ραδιοφωνικό σταθμό της Barcellona Μη δίνετε βάση στις ψεύτικες ειδήσεις του φασιστικού τύπου , που περιγράφει τους ισπανούς επαναστάτες σαν ορδές αιμοσταγών παραφρόνων τις παραμονές μάλιστα της ήττας τους. Η επανάσταση στην Ισπανία είναι νικηφόρα. Εισδύει κάθε ημέρα και βαθύτερα στη ζωή του λαού ανανεώνοντας θεσμούς , διορθώνοντας αδικίες αιώνων Η Μαδρίτη δεν έπεσε ούτε πρόκειται να πέσει. Όταν φαινόταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης , μια θαυμάσια εξέγερση του λαού αναχαίτιζε την εισβολή και άρχιζε την αντεπίθεση. Το σύνθημα της επαναστατικής πολιτοφυλακής που μέχρι τώρα ήταν "No pasaran" μετονομάστηκε σε " Pasaremos",δηλαδή εμείς ,οι επαναστάτες και όχι οι φασιστές θα περάσουμε. Η Catalogna, η Valencia, όλες οι μεσογειακές ακτες , το Bilbao και άλλες εκατό πόλεις , η πλέον πλούσια ζώνη , πιο εξελιγμένη και πιο βιομηχανοποιημένη της Ισπανίας βρίσκεται σταθερά στα χέρια των επαναστατικών δυνάμεων .
5.Μια νέα Τάξη γεννήθηκε , που είναι βασισμένη στην ελευθερία και τη κοινωνική δικαιοσύνη. Στις φάμπρικες δε διοικεί πια το αφεντικό , αλλά οι ίδιοι οι εργαζόμενοι , μέσα από εργατικά συμβούλια και συνδικάτα.
Στους αγρούς δεν υπάρχει πλέον ο μεροκαματιάρης που ήταν υποχρεωμένος να κάνει μια εξαντλητική εργασία για το συμφέρον άλλων. Ο αγρότης είναι αφεντικό της γης που καλλιεργεί κάτω από τον έλεγχο των Δημαρχείων ,Στα γραφεία , οι υπάλληλοι , οι τεχνικοί δεν υπακούουν πλέον σε μια ιεραρχία από παιδιά του μπαμπά , αλλά σε μια καινούρια ιεραρχία βασισμένη στις ικανότητες και την ελεύθερη επιλογή. Υπακούουν ή καλύτερα συνεργάζονται , γιατί στην επαναστατική Ισπανία και πάνω από όλα στη Catalogna libertaria οι πιο τολμηρές κοινωνικές κατακτήσεις γίνονται με σεβασμό στη προσωπικότητα του ατόμου και την αυτονομία των ανθρωπίνων ομάδων.
Κομμουνισμός ναι αλλά libertario. Κοινωνικοποίηση των μεγάλων βιομηχανιών και του χοντρεμπορίου αλλά όχι κρατικολατρεία :η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και της ανταλλαγής νοείται σαν μέσο που θα απελευθερώσει τον άνθρωπο από όλες τις σκλαβιές.
6.Η τρέχουσα εμπειρία στην Ισπανία. έχει για όλους καταπληκτικό ενδιαφέρον .Εδώ δεν πρόκειται για δικτατορία,για στρατοκρατούμενη οικονομία, δεν απορρίπτονται οι πνευματικές αξίες της Δύσης , αλλά συναδελφώνονται οι πιο προωθημένοι κοινωνικοί μετασχηματισμοί με την ελευθερία. ............... ...... ... ..... ........ .. ........................................
7.Αδέλφια , σύντροφοι Ιταλοί ,ακούστε. Ένας εθελοντής σας μιλά από το ραδιοφωνικό σταθμό της Barcellona για να σας μεταφέρει τους χαιρετισμούς των Ιταλών εθελοντών .Στην άλλη όχθη της Μεσογείου ένας καινούριος κόσμος γεννιέται. Είναι ο αντιφασιστικός ξεσηκωμός που ξεκινά στη Δύση. Από την Ισπανία θα απλωθεί στην Ευρώπη. Πριν από όλα θα φτάσει στην Ιταλία που βρίσκεται τόσο κοντά στην Ισπανία λόγω γλώσσας, παραδόσεων ,κλίματος , ηθών και τυράννων . Θα φθάσει γιατί η ιστορία δεν σταματά , η πρόοδος εξελίσσεται ,οι δικτατορίες είναι παρενθέσεις στη ζωή των λαών , ..................................................
9.Να μη πιστέψετε επίσης στο φασιστικό τύπο που περιγράφει τη Καταλονία , που στη πλειοψηφία της είναι αναρχοσυνδικαλιστική , σαν να είναι στο έλεος του τρόμου και των ταραχών .Ο Καταλανικός αναρχισμός είναι ένας δημιουργικός σοσιαλισμός ευαίσθητος σε προβλήματα ελευθερίας και πνευματικής καλλιέργειας. ...................... ........ Όλες τις ημέρες, αεροπλάνα που πρόσφερε ο Ιταλικός τα οποία πιλοτάρουν μισθοφόροι που ατιμάζουν τη χώρα μας ,ρίχνουν βόμβες εναντίον ανυπεράσπιστων πόλεων κομματιάζοντας γυναίκες και παιδιά . Όλες τις ημέρες ιταλικά βλήματα, φτιαγμένα από ιταλικά χέρια, μεταφερμένα με ιταλικά πλοία , και ριγμένα από ιταλικά κανόνια πέφτουν στα χαρακώματα των εργατών . Η καλύτερη απόδειξη μας δίνεται από από τη Barcellona, όπου, παρ ολες τις δυσκολίες του πολέμου , η ζωή συνεχίζεται κανονικά και οι δημόσιες υπηρεσίες λειτουργουν όπως ή καλύτερα ακόμα από πριν.Ο Franco θα είχε αποτύχει από καιρό , αν δεν υπήρχε η μαζική φασιστική βοήθεια. Τι ντροπή για τους Ιταλούς να γνωρίζουν ότι η δική τους κυβέρνηση , η κυβέρνηση ενός λαού που ένα καιρό ήταν η προφυλακή των αγώνων για την ελευθερία , προσπαθεί να δολοφονήσει τις ελευθερίες του Ισπανικού λαού.
Η προλεταριακή Ιταλία οφείλει να ξυπνήσει. Η ντροπή να σταματήσει. Από τα εργοστάσια και τα ιταλικά λιμάνια δεν πρέπει να φεύγουν δολοφονικά όπλα. .Όπου δεν είναι δυνατό το απ ευθείας μποϋκοτάζ πρέπει να μεθοδευθεί το μυστικό σαμποτάζ. Ο Ιταλικός λαός δεν πρέπει να γίνει ο χωροφύλακας της Ευρώπης. Αδέλφια, σύντροφοι Ιταλοί , ένας ιταλός εθελοντής σας μιλά από το ραδιοφωνικό σταθμό της Barcellona, στο όνομα των χιλιάδων Ιταλών πολεμιστών.
..............................................................................
Εδώ δίνονται μάχες , άνθρωποι σκοτώνονται αλλά την ίδια στιγμή καταγράφονται νίκες για την ελευθερία και τη χειραφέτηση όλων των λαών.
Ιταλοί βοηθήστε την Ισπανική Επανάσταση . Εμποδίστε το φασισμό να υποστηρίξει τους στασιαστές και φασίστες στρατηγούς. Συγκεντρώστε χρήματα Ακόμη και αν λόγω αλλεπάλληλων διώξεων η λόγω αξεπέραστων δυσκολιών δεν μπορείτε να πολεμήσετε αποφασιστικά τη δικτατορία στο τόπο σας , τρέξτε να ενισχύσετε τις φάλαγγες των Ιταλών Εθελοντών στην Ισπανία. Όσο πιο γρήγορα νικήσει η προλεταριακή Ισπανία , τόσο πιο γρήγορα θα ανατείλει για τον ιταλικό λαό ο καιρός της εξέγερσης.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ: ΕΚΤΑΚΤΟΣ ΣΟΒΑΡΟΤΗΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΣ

Το άρθρο του Συν/ρχου Κονδύλη δημοσιεύθηκε στο υπ. αριθ. 1025 της 11-12-21 φύλλο της εφημερίδος «Πρωία» της Κωνσταντινουπόλεως.


Η δολοφονική απόπειρα εναντίον του μεγαλιτέρου Έλληνος της εποχής μας μετά τον Ελευθέριον Βενιζέλον, η φυλάκισις τριών εκ των γενναιότερων και εντιμότερων του εθνικού μεγαλείου συντελεστών, των Στρατηγών κ.κ. Οθωναίου, Μανέτα και Τσιμικάλη, και η αρξαμένη ήδη γενική και απηνής καταδίωξις παντός εξέχοντος πατριωτικού στοιχείου δεν αφίνουν καμμίαν αμφιβολίαν, ότι εισήλθομεν εις την κρίσιμον φάσιν του μακρού αγώνος, του διεξαγόμενου αδιαλείπτως από του Φεβρουαρίου του 1915 μέχρι σήμερον, μεταξύ του ελληνικού πατριωτισμού αφ' ενός και της προδοτικής βασιλοφροσύνης αφ' ετέρου, μεταξύ της ηθικής αφ' ενός και της ανηθικότητος αφ' ετέρου. Η άτιμος συμμορία, της οποίας προΐσταται ο ασυνειδητότερος των ανθρώπων, ο ανάλγητος Βασιλεύς των Αθηνών, εν τη πεποιθήσει πλέον, ότι δεν είναι δυνατόν να στηριχθή επί πολύ ακόμη με τας τρομεράς συμφοράς, τας οποίας επεσώρευσεν επί του έθνους, διακηρύσσει πλέον απροκαλύπτως ότι θα επιζητήσει δια πάσης αδίκου διώξεως την τρομοκράτησιν της λαϊκής ψυχής προς κατάπνιξιν πάσης απόπειρας ανατροπής του ανήθικου καθεστώτος των Αθηνών, πριν αύτη εκδηλωθή.Όταν εχάθη η Β. Ήπειρος, όταν εχύθη αφειδώς το ελληνικόν αίμα εις το Εσκή Σεχίρ και τον Σαγγάριον, όταν χάνεται η Μ. Ασία και η Θράκη, όταν η δραχμή πρόκειται να συνάντηση το ρούβλιον μόλις αποκαλυφθούν αι λαθροχειρικαί αφαιρέσεις των καταθέσεων εκ της Εθνικής Τραπέζης, όταν πάσα προστασία τιμής, ζωής και περιουσίας, είναι ανύπαρκτοι εις το ευδαιμονέστατον αυτό βασίλειον, η Κωνσταντινική σπείρα γνωρίζει ότι εν μόνον μέσον θα δυνηθή να προλάβη την λαϊκήν λαίλαπα, η τρομοκράτησις δια της δολοφονίας, του βασανιστηρίου, της φυλακίσεως.Αλλ' εν τη απαίσια ταύτη συγκρούσει, τη μοιραία καταλήξει της Νοεμβριανής παραφροσύνης του παρελθόντος έτους, ο Ελληνικός Λαός, το Ελληνικόν έθνος σύσσωμον, τι θα πράξη;Θα κύψη αδιαμαρτυρήτως και δουλοπρεπέστατα τον αυχένα του εις την τυραννίαν του ασυνειδήτου Κωνσταντίνου;Αλλά τότε ποίαι θα είναι αι συνέπειαι της ανανδρίας ταύτης, της αναλγησίας ταύτης, της εθνικής ταύτης ατιμίας;Αι συνέπειαι της αδράνειας του έθνους εις τας παρούσας περιστάσεις είναι πασιφανείς εκ των προτέρων.Τα απελευθερωθέντα Ελληνικά εδάφη θα περιέλθωσιν εις εκείνους, οι οποίοι είχον την δύναμιν να εκδιώξουν Βασιλείς, πολύ καλλίτερους και πολύ πατριωκωτέρους του Κωνσταντίνου.Η ιδιωτική οικονομία θα καταστραφή δια της εκμηδενίσεως του Ελληνικού συναλλάγματος, το ελληνικόν εμπόριον θα αποθάνη, η γενική δυστυχία, η πείνα και ο αλληλοσπαραγμός θα λυμαίνωνται την ευτυχή Ελλάδα του Ε. Βενιζέλου, την οποίαν όλος ο κόσμος εζήλευε.Επί των ερειπίων δε τούτων ο απαίσιος Βασιλεύς με την φρουράν των φαλαγγιτών του θα επικάθηνται κόρακες κρώζοντες και κατατρώγοντες τας σάρκας του δύσμοιρου έθνους. Αυτό θα είναι το θέαμα του έθνους μετά εν έτος κατ' ωχράν περιγραφήν, εάν ο Κωνσταντίνος και οι συμμορίται του δεν συντριβώσι το ταχύτερον.
ΕΛΛΗΝΕΣ!!
Συνέλθητε, Σκεφθήτε, Ανανήψατε!
     ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΙ!!
Λεν επιτρέπεται πλέον πλάνη, δεν επιτρέπεται σύγχυσις της Πατρίδος με το πρόσωπον του ατιμότερου των Βασιλέων εξ όσων είδε ποτέ ο κόσμος.
Είσθε η μόνη ωργανωμένη τάξις του έθνους, η μόνη κάπως υγειώς διανοούμενη, και συνεπώς φέρετε την μεγαλυτέραν ευθύνην δια τας επισωρευομένας εθνικάς συμφοράς, δια την συντελουμένην πλήρη και ανεπανόρθωτον εξουθένωσιν του έθνους.
Αγωνίζεσθε ήδη επί δωδεκαετίαν ολόκληρον, κατεβάλετε και καταβάλλετε μόχθους άρρητους και χύνετε το τίμιον αίμα σας δια να κάμετε Ελλάδα μεγάλην. θα επιτρέψητε κατόπιν όλων των θυσιών σας, εις ένα βασιλέα άθλιον, και ένα Δούσμανη ασυνείδητον και ένα Κωνσταντινόπουλον παράφρονα και ένα Γούναρη ηλίθιον καταστρέψωσι το παν;
Μετά τόσους αγώνας θα αφεθήτε σεις οι τόσον υπερήφανοι και τόσον γενναίοι, να συρθήτε προς την τύχην των Ρώσων αξιωματικών;
Πώς είναι δυνατόν η Ελλάς να έχη θέσιν μεταξύ των πεπολιτισμένων εθνών του κόσμου και να ζήση, εφ' όσον επί του θρόνου της κάθεται ο ατιμότερος των δολοφόνων του Κόσμου, ο δια του Τσερέπη και δια του Κυριακή αποπειραθείς να δολοφονήση τον Ε. Βενιζέλον, και δια άλλων τώρα επαισχύντων οργάνων του, τον ακακώτερον των ανθρώπων, τον ηρωικόν και τίμιον νικητήν της «"Ελλης» και της «Λήμνου».
ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΙ, ΕΛΛΗΝΕΣ!
Υπάρχει ακόμη καιρός να σώσωμεν την κατάστασιν , ευτυχώς ακόμη δεν απωλέσθη το παν. Εξεγερθήτε συσσωματωμένοι όλοι ως εις άνθρωπος, συντρίψατε την κακοήθη σπείραν και σώσατε την πατρίδα σας, σώσατε το μέλλον σας, τον εαυτόν σας, τας οικογενείας σας.
Αλλά προ παντός βιασθήτε. Η αποτρόπαιος σπείρα ήρχισε τας δολοφονίας και είναι φόβος μήπως εάν βραδύνητε να εξεγερθήτε δεν εύρητε τίποτε να σώσητε.
                                                      Συνταγματάρχης Κονδύλης







DOLORES IBRARRURI:

Discurso de Dolores Ibarruri pronunciado en el mitin del 20 de febrero de 1938, en el Teatro Olympia de Barcelona, organizado por el Comité Nacional del Frente Popular. Folleto A.H.M.B.


 Camaradas y amigos de Barcelona:
Jamás, ni en los días de relativa calma ni en los ásperos y sombríos de la guerra, me he sentido extranjera en Cataluña. Siempre he venido a vos otros con las mismas ilusiones, con los mismos afanes y con el mismo ca riño con que se llega a los viejos lares familiares; y siempre, también, encon tré en vosotros calor de hermanos, afecto y solidaridad de camaradas. No me eran extraños vuestros problemas; vuestras inquietudes eran mis propias inquietudes. Ciudadana de España, pero hija de Euzkadi, a la que quiero libre y feliz, sentía los anhelos del pueblo catalán, que reivindicaba con justicia sus derechos al reconocimiento pleno de su personalidad, como na cionalidad dentro del concierto progresivo de los pueblos de España.
Y allí, en todas partes donde había que defender los derechos de Cata luña, yo supe hacerlo, y no solamente de una manera personal, sino siguien do la política del Partido Comunista, que en todo momento ha defendido con firmeza los intereses, los derechos y las libertades de todos los pueblos.
hoy, que Barcelona comparte con el Madrid heroico el honor y el orgullo de la capitalidad de España, es para mí una gran satisfacción hablar ante vosotros, que es hablar a Cataluña, que es hablar a España.

No hace muchos días conmemorábamos todos el aniversario de la pri mera República española. Las lecciones magníficas que se desprenden de aquel hecho histórico han sido un poco olvidadas o no se han tenido en cuenta. Nosotros, que aprendemos en las experiencias de todos los hechos históricos, que apoyamos nuestras acciones en los ejemplos que nos dan cada día los hechos que se suceden, para evitar la repetición de errores, te nemos que averiguar las causas de por qué suceden ciertos acontecimientos, para no volver a incurrir en los errores que contribuyen a detener la marcha progresiva de los pueblos.
La primera República, que representaba los anhelos generosos de un (213) pueblo que quería marchar por las vías del progreso, fracasó por la des unión de los grupos republicanos; fracasó por el sentimentalismo de sus hombres dirigentes; fracasó fundamentalmente porque no supo apoyarse en el pueblo, porque no supo recoger los anhelos de la clase obrera, los anhe los de los trabajadores. (Aplausos.)
Después de una sucesión de años, en España vuelve a implantarse la República. Y vuelve a implantarse la República, si no de la misma forma semidemocrática de la primera, de una manera profundamente democrática; y la alegría de volver a tener en nuestras manos la República hizo olvidar un poco las causas que contribuyeron a la derrota de la primera República. Se olvidó, también, en los primeros meses o en las primeras etapas de la segunda República, que al enemigo no solamente hay que derrotarlo, sino que hay que aplastarlo. (Grandes aplausos.) Y en España se dejaron subsis tentes todas las raíces feudales que entorpecían el desarrollo democrático de la República. El duque de Medinaceli y toda la casta aristocrática con tinuaban explotando a los campesinos extremeños, andaluces y castellanos. Cambó y March, y todos los piratas del Mediterráneo, continuaban expío-lando y vejando a los trabajadores.
Y era natural que las debilidades, que la tolerancia que se tenía para con los enemigos de la democracia y del pueblo, envalentonasen a los que se creían fuertes porque la República era tolerante con ellos y que no se resignaban a perder ni el más mínimo de sus privilegios. Pero no solamente se tenían debilidades para con los enemigos de la República y de la demo cracia, sino que se volvía a incurrir en los mismos errores que contribuyeron al hundimiento de la primera República.
Se volvieron a dividir las fuerzas, que debieron mantenerse unidas para conservar la República, para defender la democracia. Y frente a las fuer zas democráticas que se separaron, frente a las diferencias de los distintos grupos que tenían la obligación de no dejarse arrastrar por las provocacio nes de los elementos de derechas, éstas formaban un grupo compacto de pudo darles el triunfo en las elecciones de 1933.
Pero había un pueblo. Un pueblo que había aprendido de las experien cias de otros países lo que significaba el fascismo, y que no quería él tam poco ser uncido al yugo infamante de la esclavitud fascista. Y fue en Astu rias, la Asturias heroica, donde se manifestó de una manera más eficaz, de (214) una manera más contundente, aquel espíritu de los trabajadores españoles, que estaban dispuestos a no dejarse arrebatar la República, que estaban dis puestos a defender las conquistas de la clase trabajadora.
El movimiento de Asturias fue aplastado; y fue aplastado también por la falta de unión, por la falta de ligazón con los demás pueblos de España. Fueron derrotados los revolucionarios asturianos porque, al gesto magnífico de Asturias y Cataluña, no respondieron los demás pueblos españoles.
Pero aquellas experiencias que los hombres dirigentes no sabían tener en cuenta, las supieron mantener los trabajadores. Y en los días que si guieron a la dura represión del movimiento revolucionario de octubre, cuan do todos callaban, cuando la represión pesaba como una losa de plomo so bre la conciencia de los españoles, el Partido Comunista levantó su voz protestataria.
El Partido Comunista planteó ante las masas populares y democráticas de España la necesidad de rehacer aquella unión que permitió la implan tación de la República; pero de rehacerla sobre una base más amplia, apo yándose en todas las masas populares de nuestro pueblo, en la pequeña bur guesía liberal y democrática, en las masas trabajadoras, en los obreros y en los campesinos, en todos aquellos, en fin, que sintiesen el odio al fascismo.
El Partido Comunista lanzó la consigna de Frente Popular.
Para nadie son un secreto los obstáculos que en los primeros momentos se oponían a la creación de este Frente por parte de los elementos de iz quierda, que no comprendían esta necesidad; y eran los elementos de dere cha, los más atentos al peligro inmenso que significaba para sus privilegios la formación de aquel bloque democrático, quienes insinuaban constante mente y de manera hábil, a los obreros y campesinos y a los elementos re publicanos, la necesidad de que no se constituyese el Frente Popular.
A pesar de todo, la consigna fue prendiendo en el alma del pueblo, y el triunfo esplendoroso de las elecciones del 16 de febrero decía cuan justa era aquella consigna que el Partido lanzaba en los momentos de peligro.
El triunfo del Frente Popular significó, no ya la salida de la cárcel de los hombres que, como el presidente Companys, habían sabido ir a presidio por defender la libertad de Cataluña... (prolongados aplausos), significó, no solamente la incorporación de los millares y millares de obreros revolucio narios que esperaban en las cárceles la acción liberadora de las masas, sino que significaba la reconquista de la República para la democracia. (Ovación.) El triunfo del Frente Popular significa que para España comenzaba una nueva era, en la que las masas trabajadoras españolas habían encontrado la forma justa para marchar por caminos de progreso y de libertad.
Esto lo comprendio tambien Ja reaction. Y, deseosa de impedir que España marchase por este camino, provoco el alzamiento del 18 de julio...

jCompafieros de Catalufia! Si las fuerzas democraticas de nuestro pais se hubiesen encontrado en las mismas condiciones que se encontraban el 19 de noviembre de 1933; es decir, si las fuerzas democraticas de Espafia se hubiesen encontrado divididas como estaban entonces, a estas horas no estariamos nosotros aqui, ni Catalufia mantendria su personalidad, y sobre Espafia y Catalufia ondearia el haz de flechas y la cruz esvastica, en la que se habrian crucificado todas las libertades democraticas de nuestro pueblo. {Formidable ovacion.)
Y si nosotros tenemos ya la experiencia de lo que significa la creation y el mantenimiento del Frente Popular; si nosotros hemos podido compro-var, a traves de dieciocho ο diecinueve meses de guerra, la fuerza y la capacidad de resistencia que dio al pueblo su unidad, seria suicida que el Frente Popular se llegase a resquebrajar.

Los compafieros que me han precedido en esta tribuna hablaban de la necesidad de fortalecer el Frente Popular. En esta linea tenemos que pro-ducirnos todos. Es necesario el fortalecimiento del Frente Popular, no so-lamente con palabras, sino con hechos, porque nosotros tenemos que ganar la guerra y el Frente Popular es la base de la victoria.
Es necesario el fortalecimiento del Frente Popular, porque solamente en la medida que lo fortalezcamos, lograremos el triunfo; hay que hacerlo estrechando aun mas nuestras filas e incorporando a el ese enorme sector de fuerzas espafiolas que se llama Confederation Nacional del Trabajo. (Aplausos.) Es posible que algunos hombres que no quieren aprender to-davia en la experiencia magnifica que nos da el hecho aleccionador de la unidad de todo el pueblo, piensen que para conseguir la ayuda de ciertos paises, que no se han mostrado muy amigos nuestros frente a los brutales ataques del fascismo international, a pesar de llamarse democratas (aplau sos), seria necesario que solamente fuerzas republicanas pudiesen regir los destinos de España.
Nosotros tenemos que recordar a estos hombres ο a quien creyese que esto era posible, que esto es sencillamente un principio de capitulation ante el enemigo. Que el proletariado, cuando lucha por defender la democracia, no lucha solamente por defender sus intereses y sus derechos, sino por de-(217) fender los intereses y los derechos de sus aliados. El proletariado es noble y es leal a sus compromisos, y aquellos que no quieran comprender esto, aquellos que se basan en la diferencia de intereses que pueda haber entre la pequeña burguesía y el proletariado, olvidando lo que hay de común en tre ellos y nosotros, que es la defensa de la democracia, que es la defensa de las libertades populares, quiero recordarles las palabras de Saint-Just, uno de los dirigentes de la Revolución francesa, ante las diferencias que había entre los jacobinos, que eran el alma de la gran Revolución: "Nues tro interés manda no dividirnos, cualesquiera que sean las diferencias de opinión. Nuestros tiranos no admiten esas diferencias entre nosotros. O ven ceremos todos o desapareceremos todos." Eso es lo mismo que nosotros decimos a aquellos hombres que todavía tienen tibiezas, que no han apren dido, en los errores cometidos en el pasado, a rectificar conductas y actitu des. En los pueblos en que el fascismo ha triunfado, para asesinar no ha distinguido ni a republicanos ni a obreros. La lección no puede ser olvidada.
Nosotros vamos con los hombres de la pequeña burguesía republicana hasta el fin; nosotros queremos demostrar a esas democracias, acobardadas ante los desplantes del fascismo, que España y Cataluña, unidas firmemen te, sintiendo profundamente la libertad, vamos a defender la República de mocrática española, vamos a salvar los principios democráticos de la Revo lución francesa que ellos no supieron defender. (Gran ovación.)
Camaradas de Cataluña: Es necesario que de la misma manera que en las trincheras se unen los hombres de todas las tendencias, de todas las ideologías, que juntos son barridos por la metralla del enemigo, nosotros pensemos también en estrechar más firmemente nuestras filas.
Y si hubiera un insensato que pretendiera levantar el edificio de sus am biciones o de sus egoísmos por encima de nuestros muertos, por encima de las lágrimas de nuestras mujeres, del dolor de nuestros huérfanos, del sacrificio de nuestro pueblo, los soldados que en el frente nos defienden con heroísmo, con el mismo heroísmo que lo han hecho hasta ahora, volverían porque ello sería justo— las armas contra aquellos que intentasen dividir las fuerzas de España, pensando que el que divide las fuerzas de España, el que sea capaz de dividir el Frente Popular, es un traidor, y contra él se levantaría la protesta unánime de todo el pueblo antifascista que quiere ganar la guerra. (Clamorosa ovación.)
Los quebrantos deben servir para ¡aventar el espíritu.
Camaradas de Cataluña: Decía el camarada Vidiella que hemos de tener todavía días muy duros. Es verdad. Hay que estar preparados para ello. La conquista de Teruel, demostración evidente de la capacidad, de la pre paración y de la organización magnífica de nuestro Ejército, demostró de lo que son capaces nuestros hombres; pero vosotros no podéis olvidar que, mientras a nosotros se nos niega toda clase de auxilios, mientras a nosotros los gobiernos de los países que se llaman democráticos nos cierran todas las fronteras en nombre de un pretendido Comité de "no intervención", los facciosos continúan recibiendo toda clase de material bélico. Centenares y centenares de aviones baten las posiciones que nuestros compañeros de fienden en Teruel. Es muy posible que recibamos algún golpe duro. Pero es necesario estar preparados, porque, cuando se está preparado para re cibir malas noticias, cuando el pueblo sabe lo difícil que es luchar contra un enemigo tan fuerte y poderoso, los quebrantos no le causan desmorali zación, sino que sirven para levantar más el espíritu, pensando en la nece sidad de redoblar sus esfuerzos. "Es necesario decía Vidiella— trabajar día y noche." Yo repito que es necesario poner todo lo que nosotros sea mos capaces de poner para impulsar la industria de guerra, para suplir con el esfuerzo de nuestros hombres la ayuda que de una manera miserable se nos niega.
Camaradas de Cataluña: Si a través de la unidad de nuestro pueblo he mos podido llegar hasta aquí, es necesario reforzar, consolidar el Frente Popular por encima de todo. Hoy no hay más que esta política: la política del Frente Popular como garantía de ganar la guerra. Ayer el Frente Po pular sirvió para dar la primera batalla al fascismo. Mañana el Frente Popular servirá para levantar sobre las ruinas de la vieja España los fun damentos de una España grande y libre, donde Cataluña, Euzkadi, Galicia y todos los pueblos vivan unidos, hermanados en el amor a la democracia y a la libertad.
Trabajadores, hombres demócratas de Cataluña: ¡En pie todos, a reforzar el Frente Popular como garantía de victoria! (Entusiastas aplausos y vivas al Partido Comunista.)