Σάββατο 26 Μαΐου 2012


Το «σύνδρομο των τρελών παραγωγών»                                                                                                                             
Tου Αποστολου Δοξιαδη
Τα κόμματα διαμαρτυρίας, που εντυπωσίασαν στις εκλογές της 6ης Μαΐου, πήραν αυτές τις μέρες μια γεύση του προβλήματος που αντιμετωπίζουν οι ήρωες στο τέλος της κωμωδίας του Μελ Μπρουκς «Δυο τρελοί παραγωγοί». Για όσους δεν θυμούνται την υπόθεση: ένας ξοφλημένος παραγωγός του Μπρόντγουεϊ ζει πολυτελώς πουλώντας έρωτα σε ζάπλουτες γριούλες, που βάζει να αγοράσουν ποσοστά στις άθλιες παραγωγές του. Ο λογιστής του κάποτε διαπιστώνει ότι, λόγω ανευθυνότητας και αδιαφορίας, ο παραγωγός πουλούσε στις χρηματοδότριες ποσοστά που αθροίζονταν πάνω από 100: σε μια παραγωγή μάλιστα είχε πουλήσει συνολικά το 350% των κερδών! Καθώς όμως όλες απέτυχαν παταγωδώς, άρα ήταν ζημιογόνες, δεν χρειάστηκε ποτέ να πληρώσει. Εδώ, συνειδητοποιεί ο λογιστής, κρύβεται η ευκαιρία για μια μεγάλη απάτη: θα μαζέψουν ένα αστρονομικό ποσό από τις γηραιές χρηματοδότριες, πουλώντας υπερχιλιαπλάσια ποσοστά των κερδών σε μια νέα παραγωγή. Για να πετύχει το κόλπο, χρειάζεται μόνο ένα πράγμα: να είναι εντελώς σίγουρο ότι θα αποτύχει παταγωδώς εμπορικά, άρα θα αποκλεισθεί το ενδεχόμενο κερδών.

Παρασκευή 25 Μαΐου 2012

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ: ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΕΙΣ ΟΥΚΡΑΝΙΑΝ



Η εις την Νότιον Ρωσίαν κατά τας αρχάς του έτους 1919 επιχειρηθείσα εκστρατεία δεν ενδιέφερε βεβαίως αμέσως την Ελλάδα. Δια τούτο η συμμετοχή εις την εκστρατείαν ταύτην Ελληνικών στρατευ­μάτων μετά των συμμαχικών στρατευμάτων απετέλεσε ένα ισχυρότατον επιχείρημα της εσωτερικής αντιδράσεως κατά της Κυβερνήσεως Βενιζέλου. Είναι ουχ' ήττον βέβαιον ότι η συνεργασία της Ελλάδος εις εκείνην την συμμαχικήν επιχείρησιν και η, πλην ελαχίστων εξαιρέ­σεων, θαυμάσια διαγωγή των εις την μακρυνήν εκείνην χώραν αποσταλεισών Ελληνικών μονάδων, εξυπηρέτησε τα Ελληνικά συμφέ­ροντα μεγάλως και επέτρεψε εις την τόσον οψίμως εξελθούσαν της ουδετερότητος χώραν μας να διεκδικήση εις τα Συνέδρια της Ειρήνης τα μεγάλα ανταλλάγματα, άτινα επέτυχε τότε.
Ο κύριος αντικειμενικός σκοπός της συμμαχικής εκστρατείας ήτο να περιορίση την επέκτασιν της Μπολσεβικικής κυριαρχίας προς την Βεσσαραβίαν. Δευτερεύων η βολιδοσκόπησις της καταστάσεως δι' ενδεχομένην ευρυτέραν ενέργειαν προς υποστήριξιν των αντικομμουνιστών Ρώσων δια την ανατροπήν της δικτατορίας του προλεταριάτου και την επανόρθωσιν του αστικού Κράτους εν Ρωσία.
Η Γενική Διεύθυνσις των επιχειρήσεων ανετέθη εις τον Γάλλον Στρατηγόν Βerthelot , υπό τας διαταγάς του οποίου επρόκειτο να τεθούν 12 εν όλω Μεραρχίαι, ήτοι 3 Γαλλικαί, 6 Ρουμανικαί και 3  Ελ­ληνικαί.

Αι δυνάμεις αυταλι δεν διετέθησαν εν τω συνόλω ποτέ. Διετέθη­σαν μόνον: 12 τάγματα Γαλλικά, λίαν ηλαττωμένης δυνάμεως μετά την γενομένην αποστράτευσιν του Γαλλικού Στράτου, 1 Σύνταγμα Κυνη­γών της 11ης Ρουμανικής Μεραρχίας, ένα Σώμα 2.000 εθελοντών Ρώσων, εξ ων οι 1900 αξιωματικοί μετριωτάτης πολεμικής αξίας, 2 Τάγματα, 2 ίλαι και 2 πυροβολαρχίαι Πολωνικαί, τέλος 2 Μεραρχίαι του Α' Σώματος του Ελληνικού Στρατού, η II και η XIII, εξ ων αρκετά (151) τμήματα, ιδία λόχοι πολυβόλων, δεν έφθασαν εξ Ελλάδος παρά μετά την εξ Οδησσού αποχώρησιν ότε ουδεμία τούτων ανάγκη υπήρχε.
Εν τούτοις ο κύριος αντικειμενικός σκοπός δύναται τις να ισχυρισθή ότι επετεύχθη. Η Μπολσεβικική επέκτασις περιωρίσθη, η Ρουμα­νική Βεσσαραβία εσώθη και το αποτέλεσμα τούτο οφείλεται αναμφι­βόλως εις την αξίαν των Ελληνικών στρατευμάτων, τα οποία κατά την στιγμήν εκείνην της γενικής κοπώσεως ακαμάτως και μετά αξιοθαυμά­στου αυταπαρνήσεως ηγωνίσθησαν επί χώρας ξένης, ουδαμώς σχετι­ζομένης προς τα δονούντα την Ελληνικήν ψυχήν εθνικά ιδεώδη, και το χειρότερον εντελώς διαφόρου από της απόψεως των κλιματολογικών συνηθειών των.

                                                                                                              * * *
Η Ελληνική δράσις κατά τας επιχειρήσεις εν Νοτίω Ρωσία εξειλίχθη εις τρία σημεία:
1. Εις την Χερσώνα - Νικολάϊεφ.
2. Κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής  Βερεζόφκας-Οδησσού.
3. Εις την Κριμαίαν.
Η Χερσών και το Νικολάϊεφ είχον καταληφθή κατά τας αρχάς Μαρτίου 1919 υπό δυνάμεων κατά το πλείστον Ελληνικών: 2ον Τάγ­μα 34ου Πεζικού Συντάγματος (Ταγματάρχης Βλάχος) εις Χερσώνα. Δύο τάγματα του 7ου Πεζικού Συντάγματος (Αντισυνταγματάρχης Καμμένος) εις Νικολάϊεφ.
ΟΙ Μπολσεβίκοι (Αταμάνος Γρηγόριεφ) προσέβαλον την Χερ­σώνα την 3ην Μαρτίου. Η μάχη διήρκεσε μέχρι της 9ης ιδίου μηνός ήτοι επί 6 ημέρας. Το Τάγμα Βλάχου αβοήθητον και προσβαλλόμενον υπό πολλαπλασίων εχθρικών δυνάμεων αντέταξεν ερρωμένην αντίστασιν, προκαλέσασαν τον ειλικρινή θαυμασμόν των Συμμάχων μας.
Αφού έσχε 12 αξιωματικούς και 245 οπλίτας εκτός μάχης υπε­χώρησε την 9ην Μαρτίου κατόπιν διαταγών του Γαλλικού Στρατηγείου και υπό την προστασίαν του 1ου Συντάγματος Πεζικού μεταφερθέντος εκεί επειγόντως και ατμοπλοϊκώς εξ Οδησσού.
Μετά την τοιαύτην τύχην της κατοχής της Χερσώνος εγκατελείφθη και το Νικολάϊεφ υπό του 7ου πεζικού Συντάγματος ευτυχώς άνευ άλλων θυσιών.
Είς Βερεζόφκαν (επί της σιδηροδρομικής γραμμής Οδησσού -Κιέβου ) είχε ταχθή το απόσπασμα του Γάλλου Συνταγματάρχου Geay με την εντολήν της καλύψεως της Οδησσού, έδρας του Γαλλι­κού Στρατηγείου του Στρατηγού D' Αnselme.
Τo απόσπασμα απετελέσθη από το Γαλλικόν Σύνταγμα 1ον των (152Ζουάβων, μίαν πυροβολαρχίαν των 75. Ένα ουλαμόν των 65, 2 ίλας Ρώσων εθελοντών, ένα ουλαμόν Γαλλικού Ιττπικού, 8 τανκς και τινα Ελληνικά τμήματα.

Την 18ην Μαρτίου οι Μπολσεβίκοι ενήργησαν αιφνιδιαστικήν επίθεσιν κατά του αποσττάσματος  Geay . Τα τμήματα δεν αντέταξαν την προσδοκωμένην αντίστασιν. Ολόκληρον το απόσπασμα ευρέθη εν ατάκτω υποχωρήσει εγκαταλείψαν ολόκληρον το πυροβολικόν του, τα τανκς, τα πολυβόλα και ακόμη τα μεταγωγικά του. 
Προς αναχαίτισιν της εχθρικής προελάσεως, μετά την διάλυσιν του αποσπάσματος Βερεζόφκας, απεστάλη το απόσπασμα του Συνταγ­ματάρχου Κ. Μανετά αποτελεσθέν κατ' αρχάς από το 3ον Σύνταγμα Πεζικού ( μείον τρεις λόχοι πολυβόλων και ο 11ος λόχος του ) και την 2αν μοίραν πυροβολικού (Ταγματάρχης Μαμούρης ), ενισχυθέν δε κατόπιν δια του 5ου Συντάγματος Ευζώνων (αντισυνταγματάρχης Πλαστήρας ) και τινων μικρών τμημάτων Γαλλικών και του Ρωσικού εθελοντικού Στρατού. 

Το απόσπασμα Μανέτα καταλαβόν την πρωΐαν της 22ας Μαρ­τίου τας περί τον σιδηροδρομικόν σταθμόν Σέρκας θέσεις διεξήγαγεν επί 12 ημέρας αγώνα δυσχερή, αλλά νικηφόρον εναντίον δυνάμεων του εχθρού πολλαπλασίων. Δεχθέν επανειλημμένας και λυσσαλέας επιθέσεις του εχθρού, υπερφαλαγγισθέν πολλάκις, παραμείναν μόνον μετά την διαρροήν προς την Οδησσόν και της τελευταίας συμμαχικής δυνάμεως — μιας ταξιαρχίας των Ρώσων εθελοντών κρατούσης ανατολικώτερον το μέτωπον της Καπιτάγκας — κατώρθωσε δι' ηρωϊκών αντε­πιθέσεων να τρέψη πάντοτε τον εχθρόν εις φυγήν και να παραμείνη κύριον τής καταστάσεως. 
Αλλ' αν η εθνική υπερηφάνεια εκράτει ακατάβλητον το ηθικόν της μικράς εκείνης στρατιωτικής δυνάμεως και εξησφάλιζε το αήττητον αυτής, η φοβερά κόπωσις και το δριμύ ψύχος — εμάχοντο συνεχώς σχεδόν υπό χιόνα — κατεξήντλει τας σωματικάς δυνάμεις των πολεμι­στών. Το απόσπασμα διέτρεξε τον κίνδυνον, μολονότι αήττητον, να πέση αναίσθητον από την εξάντλησιν. Κατά το διάστημα της ημέρας αντιμετώπιζεν αδιαλλείπτους σχεδόν τας επιμόνους επιθέσεις πολλα­πλασίου εχθρού εμφανιζομένου προ του μετώπου, εις τα πλευρά έστιν ότε, και εισδύοντος εις τα νώτα. Την νύκτα δεν ηδύνατο να έχη ανάπαυσιν διότι και εν προφυλακαίς μάχης κατ' ανάγκην ευρίσκετο και το δριμύ ψύχος εδίωκε κάθε διάθεσιν ύπνου. 
Ήδη από της 29ης Μαρτίου, ληφθείσης αποφάσεως παρά των συμμάχων προς εκκένωσιν της Οδησσού και εγκατάλειψιν της εκστρατείας, εδόθη διαταγή βραδείας υποχωρήσεως του αποσπάσμα­τος προς το ωχυρωμένον στρατόπεδον της ρηθείσης πόλεως. 
Η υποχώρησις εξετελέσθη ουχί απλώς μετά τάξεως, άλλ' ως

(153) αποχώρησις από του πεδίου της μάχης νικητών πάντοτε, κυρίων της καταστάσεως και επιστρεφόντων οσάκις ο εχθρός έξεδήλου καταδιω­κτικάς διαθέσεις, δια να τον τρέψουν εις φυγήν και του υπενθυμίσουν ότι δεν ενίκησεν αυτός, αλλ' αι περιστάσεις εξαναγκάζουν τους υπερη­φάνους εκείνους στρατιώτας να αποχωρούν με την θέλησίν των.
Κατά τοιούτον τρόπον εξετέλεσε τον προορισμόν του το από­σπασμα Μανέτα, όπερ μετά την εξασφάλισιν της πλήρους εκκενώσεως της Οδησσού, διήλθεν έξωθι της εργατοκρατουμένης πλέον πόλεως και βραδέως απεσύρθη προς την Βεσσαραβίαν.
Εκεί συγκεντρώθησαν και τα λοιπά Ελληνικά στρατεύματα της II Μεραρχίας, άτινα ευρίσκοντο εντός της Οδησσού.

    * * *
Ισαξία προς την δράσιν του αποσπάσματος Μανέτα υπήρξεν η πολεμική ενέργεια του 2ου Συντάγματος της XIII Μεραρχίας ( Συνταγ­ματάρχης Ν. Γρηγοριάδης). Το Σύνταγμα τούτο αποβιβασθέν εις Κριμαίαν περί τα μέσα Μαρτίου διεξήγαγε σφοδρούς αγώνας εις τον Ισθμόν του Περεκόπ, εις Συμφερούπολιν και εις Σεβαστούπολιν, παραμείναν πάντοτε κύριον της καταστάσεως. Δεν εγκατέλειψε την Κριμαίαν παρά μόνον μετά την σύναψιν της ανακωχής την 15ην Απρι­λίου. Μετεφέρθη εκ Σεβαστουπόλεως εις Κωστάντζαν, εκείθεν εις Ελευθεράς και εκείθεν πάλιν εις Μικράν Ασίαν.
Αι λοιπαί Ελληνικαί μονάδες, II Μεραρχία και απόσπασμα Συν­ταγματάρχου Μανέτα, παρέμειναν εις Βεσσαραβίαν λαβούσαι τομέα εις τα Ρουμανικά σύνορα του Δνείστερ μέχρι της 10ης Ιουνίου, οπότε μετεφέρθησαν εις την Μικράν Ασίαν.
Αι απώλειαι του αποσπάσματος Μανέτα κατά τας μάχας της Νοτίου Ρωσίας ανήλθον εις αξιωματικούς νεκρούς 2, τραυματίας 13, οπλίτας νεκρούς 56, τραυματίας 309 και 11 οπλίτας εξαφανισθέντας.
Αι Ελληνικαί απώλειαι εις Βερεζόφκαν είναι αξιωματικοί νεκροί 1, τραυματίαι 5, έξαφανισθέντες 3 και οπλίται νεκροί 26, τραυματίαι 39 και εξαφανισθέντες 78.
Εάν εις τας απωλείας αυτάς προσθέσωμεν τας απωλείας του τάγ­ματος Βλάχου ( Χερσώνος ) και τας απωλείας του Συντάγματος Γρηγοριάδου ( Κριμαίας) θα ίδωμεν ότι η μακρυνή και τόσον επικριθείσα εκστρατεία της Ουκρανίας, ως απεκλήθη, δεν εστοίχισεν εις τον Ελληνικόν Στρατόν περισσότερον των 900 απωλειών εις νεκρούς, τραυμα­τίας και εξαφανισθέντας. Αι εις νεκρούς απώλειαι δεν υπερέβησαν τους 300. 
Ήτο όμως αναγκαία η συμμετοχή του Ελληνικού Στράτου εις την εκστρατείαν δια την ενίσχυσιν της θέσεως της Ελλάδος εις το Συνέδριον της Ειρήνης.

Δευτέρα 21 Μαΐου 2012

WILHELM KEITEL : THE LAST DAYS UNDER ADOLF HITLER 1


As one of the few people to have survived the events of April 1945, both within and without the Reich Chancellery, I would like to relate some of my recollections, beginning with those of 20th April- Hitler's last birthday. Berlin and the city's eastern suburbs were already under sporadic long-range gunfire from small-calibre Russian artillery. A few enemy bombers and spotter planes had been wheeling over the eastern end of the city, particularly at and shortly after dusk, but they kept a respectful distance between themselves and our anti-aircraft batteries on the flak towers, which in addition to acting as anti-aircraft defences were engaging the Russian long-range batteries with accurate gunfire and repeatedly silencing them. Fighting had already reached the outermost suburbs of east Berlin, as General Busse's Ninth Army had been routed near Frankfurt-on-Oder and Küstrin, and our defence of the Oder had collapsed.
The chief of the High Command [i.e., Keitel himself] and his chief of operations staff [Jodl] and their immediate lieutenants were still working in the command post which had been built in Dahlem's Föhrenweg by War Minister von Blomberg back in 1936, while the OKW operations staff, which had relinquished its nearby quarters at the Air Zone Command building in Kronprinzallee, had moved [with the Army General Staff] to the War Office.s bunker at Wunsdorf (in Zossen). It was there too that Jodl and I had our emergency billets, I myself being billeted at Number 16 Föhrenweg, the former home of the champion boxer Schmeling.(230)
Toward midday of 20th April, the British and American air forces executed their last massive air raid on the centre of Berlin, the governmental quarter. Together with my wife, Grand-Admiral Dönitz and his wife, and our adjutants, we watched this violent and horrible spectacle from a small mound in the garden of the Grand-Admiral's service quarters. He had returned to Berlin the night before from Coral, his operational headquarters near Eberswalde, as it was now threatened by the Russians. advance.
During this final heavy bombardment in perfect and sunny weather, the already badly-afflicted Reich Chancellery building escaped further damage. Our own fighter squadrons did nothing to beat off the attack on Berlin, and the anti-aircraft defences were powerless against an enemy attacking from such a height. The raid lasted almost two hours, the bombers parading overhead in tight formation as though it were a peacetime air display, dropping the bombs in perfect unison.
A war conference had been laid on from four o.clock onward that afternoon in the Führer's bunker at the Reich Chancellery. As Jodl and I entered the bunker, we saw the Führer accompanied by Goebbels and Himmler going up to the Reich Chancellery's day-rooms. I rejected an adjutant.s suggestion that I should tag along with them, as I had not yet had the opportunity of greeting the Führer. I learned that a number of boys of the Hitler Youth had been paraded upstairs in the Reich Chancellery to receive decorations for gallantry, including several Iron Crosses, for their superb work in ARP and anti-aircraft units during the enemy air raids.
After the Führer had returned to the bunker, Göring, Dönitz, Keitel and Jodl were individually summoned to his small sitting room next to the conference chamber to congratulate him on the occasion of his birthday. All the other people taking part in the conference were greeted by the Führer with just a handshake as he entered the chamber, and no further attention was paid to its being his birthday.
When I found myself alone face-to-face with the Führer, I found myself unable to congratulate him: I said (231) something to the effect that both his merciful escape from assassination on 20th July and his continued survival until today, his birthday, to maintain in his hands the supreme command at this grave moment when the very existence of the Reich he had created was threatened as never before, inspired in us the confidence that he would draw what seemed the inevitable conclusion now: I said that I believed he should begin surrender negotiations before the Reich capital itself became a battlefield.
I was about to continue in this vein when he stopped me with the words: Keitel, I know what I want. I am going to go down fighting, either in or outside Berlin.. To me that sounded like an empty slogan, and he could see I was trying to dissuade him from the idea. He held out his hand to me, and said, .Thank you . call in Jodl, will you. We will speak later about it.. I was dismissed from his room. What he discussed with Jodl I never learned.
The war conference took its usual course in the oppressive confines of the bunker chamber. The War Office's General Krebs described the situation on the Eastern Front, and Jodl the remaining theatres. In the meantime, Göring and I withdrew to the private rooms and discussed his intention to evacuate his operational headquarters to Berchtesgaden, as Karinhall was already in grave danger and Kurfürst, the air force operations staff.s headquarters, was already being cut off from time to time from the signals networks. Göring was planning to go by car, in which case it was high time for him to leave, as between Halle and Leipzig there was only one main road south known to be clear of enemy spearheads. I advised Göring to go, and he asked me if I would suggest to Hitler that the air force operational headquarters be transferred to Berchtesgaden.
Despite the critical situation . in the Italian theatre .the war conference passed calmly and without the otherwise frequent unbalanced outbursts. The Führer made a number of clear and objective decisions; his excitability was well in rein. When I put forward the proposal that Göring should be despatched to the south before the communications were severed altogether, he agreed and went (232) so far as to suggest this himself to Göring.
My motive in doing this centred admittedly on my own absolutely firm belief at that time that the Führer and the OKW operations staff would . as had been provided for in
our orders - also be transferring their supreme command to Berchtesgaden, even if not until the situation in the fighting around Berlin was consolidated; if necessary they would have to flee by air and at night. The aircraft for this were already standing by, and everybody not absolutely vital to the Führer.s headquarters in Berlin had already been sent off to Berchtesgaden by special trains and convoys of lorries.
The same went for the OKW and the War Office, which had both been split up and resolved into a joint Northern Command Staff (for Dönitz) and a Southern one, at Berchtesgaden. Dönitz was to assume command of all branches of the armed forces in northern Germany as soon as central and southern Germany were cut off from the north by the linking-up of the American and Russian troops to the south of Berlin. Hitler himself had signed the orders for this, as he himself planned to take over in the south while remaining in radio communication with Dönitz.
On our return to Dahlem on 20th April, I informed Jodl of my decision to fly out to Berchtesgaden everybody with whose services we could possibly dispense. My own special train had already moved there two days earlier. With my adjutant Szymonski in command, my private aircraft made a perfect daylight take-off in the hands of Air-Staff Engineer Funk [Keitel.s pilot] and a full crew, taking General Winter, Dr. Lehmann, Frau Jodl and my wife to Prague, where a service car was waiting to take them on to Berchtesgaden. The plane was back at Berlin-Tempelhof and at my disposal again that evening. All this was done to ease the pressure and prepare the way for the imminent migration of the Führer.s headquarters to Berchtesgaden . a move which at that time was beyond any question.
On 21st April, General Schörner, commander of the largest and strongest army group on the Eastern Front [Army Group Centre], operating from down in the Carpathians to (233) almost as far as just south of Frankfurt-on-Oder, arrived to make a personal report on the situation to the Führer. They met in complete privacy and, as Jodl and I entered the Führer .s bunker that afternoon, Schörner was just taking leave of him. It was obvious that the Führer had been greatly encouraged by their talk, for he uttered a few optimistic remarks which Schörner echoed and then invited us to congratulate Germany.s latest .field-marshal.. As the war conference progressed, it became very obvious that Schörner had imbued the Führer with an exaggerated confidence in his own front and leadership, and that Hitler was now clutching at this like a drowning man at a straw, despite the fact that in the final synthesis it was only a limited section of the front that was putting up any show of resistance. Things were becoming hopeless in the west and in Italy, the Russians were at the gates of Berlin. . . . The Führer.s mood brightened still further as, unexpectedly for us, General Wenck, commanding the newly-formed Twelfth Army, put in an appearance during the conference to brief Hitler on the position of his divisions, and on his operational intentions and the timetable for his surprise attack on the American formations operating in the Harz region and advancing on the Elbe. As General Wenck has survived and is in American captivity, I will leave it to him to describe what were his aims, intentions and prospects at some date in the future. I myself have no charts or papers to refer to. The Führer particularly valued Wenck as the energetic but cautious staff officer for which he had come to know him. He had been the closest colleague of the chief of General Staff, Guderian, and his right-hand man and permanent representative, and he had been hand-picked by the Führer for the command of the newly-raised Twelfth Army.
This latter would, it was hoped, bring about a change in the position between the mountains of central Germany and the Elbe by mopping up the enemy forces . believed to be only weak . in the Magdeburg-Lüneberg-Brunswick area and joining up with the armoured group which had crossed the Elbe south of Lauenburg and was fighting in the vicinity of Uelzen.(234)
In view of the improvised nature of his formation, the complexity of the situation, which was tying down our forces on every hand, and the numerical weakness of the army in question, I was unable to comprehend either the Führer.s optimism or that of General Wenck. I am convinced that Wenck did not honestly hope to gain more than a local success, and certainly not a strategic victory. But in this case, too, the Führer.s manifest self-deception was only increased by the generals in whom he had trusted, and this in turn inspired hopes in him which were to prove fateful to us. Only people who . like me . have seen and heard the hundreds of cases where even senior commanders did not dare to stand up to the Führer at times like this and tell him what they thought and what they considered feasible, have any right to reject the accusation of .feebleness.among the Führer.s closest advisers.
As Jodl and I drove back together in my car that evening after the war conference, as was our custom, we both expressed our amazement that the Führer had seemed so optimistic, or at least had been able to talk so confidently.
Schörner and Wenck must have infused him with this new spirit. Could it really be that he did not see how hopeless our position was? No, he must have seen it, but he refused to admit it could be true.
At our usual time on the afternoon of 22nd April, we went to the war conference. I saw at once that leaden clouds lay heavily over the atmosphere; the Führer.s face was yellowish-grey and he was of stony countenance. He was extremely nervous, his mind kept wandering, and twice he left the conference chamber for his private room next door.
In our absence the situation on the Eastern Front and the acute worsening of the position around Berlin had been outlined at midday by General Krebs, who had taken General Wenck.s place as representative of Guderian, chief of the General Staff, who had been sent on permanent leave some weeks before.
Not only was there street-fighting in the eastern suburbs of Berlin now, but as a result of the rout of the Ninth Army (235) to the south the Russians had already reached the Jüterbog area, and the army.s largest and most important central unitions dump was thus in grave and immediate danger; we had to be prepared to write it off. There was also increasing enemy pressure on the northern outskirts of Berlin, although on both flanks of Eberswalde Colonel-General Heinrici.s Oder front still stood fast. Jodl and I learned of this worsening of our position in the battle of Berlin only at the Reich Chancellery. The commandant of Berlin had received personal orders from the Führer that midday for the safeguarding of the city center and the government quarter.
Jodl kept the war conference as short as possible. Army Group West [i.e., the formations under the C-in-C West, Field-Marshal Kesselring] had in southern Germany already been pushed back into the Harz from Thüringia, there was fighting in Weimar, Gotha, Schweinfurt, and so on. In northern Germany they had been pushed back to the Elbe and the region south of Hamburg.
At the end of the conference, I asked for an interview with the Führer accompanied only by Jodl. A decision could not be postponed any longer: before Berlin became a battleground of house-to-house street-fighting, we had either to offer to surrender or to escape by flying out to Berchtesgaden at night to commence surrender negotiations
from there. I had the conference chamber cleared and found myself alone with Hitler, just as Jodl had been summoned to the telephone. As so often in my life, Hitler cut me short after my very first few words and broke in to say: .I know already what you.re going to tell me: .The decision has got to be made now!. I have already made a decision: I will never leave Berlin again; I will defend the city with my dying breath. Either I direct the battle for the Reich capital . if Wenck can keep the Americans off my back and throw them back over the Elbe - or I will go down with my troops in Berlin, fighting for the symbol of the Reich!.
I told him bluntly that that was madness, and that in the present situation I was obliged to demand that he fly that very night to Berchtesgaden to ensure the continuity of command over the Reich and the armed forces - something (236)  that could not be guaranteed in Berlin, where communications might be severed at any moment.
The Führer explained: There is nothing to stop you flying to Berchtesgaden at once. In fact I order you to do so. But I myself am going to stay in Berlin. I have already announced that to the German people and the Reich capital on the radio an hour ago. I am not in the position to retract.
At that moment, Jodl came in. In his presence, I explained
that I had no intention whatsoever of flying to Berchtesgaden without him
Hitler that was quite out of the question. It was not just a matter of the defence or loss of Berlin but of the command of all the armed forces on every front, which could not be guaranteed from the Reich Chancellery if the situation in the capital worsened further.
Jodl fervently agreed, and explained that if their signals communications with the south were to break down altogether 
and the big cable had already been cut in the Thüringian Forest then there would be no further possibility of directing the operations of the army groups of Schörner [Centre], Rendulic [South], the Balkans [northwest Croatia], Italy [Southwest (C), under Colonel General von Vietinghoff-Scheel] or West [Field-Marshal Kesselring];radio communication alone would not suffice. The splitcommand organisation would have to be put into effect at once and the Führer would have to fly, as planned, to Berchtesgaden to remain in command. 
The Führer called in Bormann and repeated to the three of us the order to fly to Berchtesgaden that night, where I was to take command, with Göring as his personal representative.All three of us announced that we refused to do so. I said: In seven years I have never refused to execute an order from you, but this is one order I shall never carry out. You cannot and should not leave the armed forces in the lurch, still less at a time like this. He replied: I am stopping here, and that is that. I have deliberately announced this without your knowledge so as to commit myself. If there has to be any negotiating with the enemy as there has now then Göring is better at that than I am. Either I (237) fight and win the battle of Berlin - or I am killed in Berlin. That is my final and irrevocable decision." 
I saw it was useless to continue this argument with Hit­ler in his present mood, and I announced I would drive at once from the Reich Chancellery to the front to see General Wenck, cancel all the orders covering his operations, and direct him to march on Berlin and join up with the Ninth Army units fighting to the south of the city. I would report to him, the Fiihrer, at noon the next day on the new position and on Wenck's movements, and then we should be able to look ahead from there. The Fiihrer at once agreed to my proposal. Obviously, it brought him a degree of deliverance from the frankly horrifying position in which he had put both himself and us. 
On his orders I was provided with ample victuals. As I partook of a bowl of pea soup before my departure, I went over the other measures to be taken with Jodl. He suggested to me that the supreme command should be safeguarded against the event that the Fiihrer really did adhere to his plan as outlined to us in the emotional scene shortly before. We both at once agreed that in that case it would be impos­sible to command from the Fiihrer's Reich Chancellery bunker, but on the other hand we would not go to Berchtesgaden and thereby give up both the Fiihrer and contact with him; but we would under no circumstances remain at the Reich Chancellery or even in Berlin our­selves, as we would thereby lose all contact with the vari­ous fronts. 
On this basis, I authorised Jodl to make the necessary dispositions for the combined OKW and War Office com­mand staff foreseen for Berchtesgaden to transfer all the remaining units still in Wunsdorf under the command of Lieutenant-General Winter (deputy-chief, OKW operations staff) immediately to Berchtesgaden, to safeguard the oper­ational command in the south, while the northern command staff should that same evening be assembled at Krampnitz barracks, near Potsdam, to which locality we two would also transfer with our immediate lieutenants. Overall com­mand should remain for the time being with the Fiihrer,(238) keeping in contact with the Reich Chancellery at all times and with the daily war conferences continuing as before.
This left the way still open for the solution we had originally planned, for we were both firmly resolved to dissuade the Führer, come what may, from his mania for succumbing in Berlin. Jodl undertook to apprise General Wenck, possibly by radio, of my advent and of the order I intended to issue to him; then we separated.
I drove straight from the Reich Chancellery, accompanied by my staff officer Major Schlottmann, and with my ever-cheerful driver Mönch at the wheel. We wandered all around Nauen and Brandenburg with the greatest difficulty as they had recently been ploughed up by an air raid and only a desert of ruins remained. The street leading directly south to Wenck
s headquarters had been hopelessly blocked.
I finally found Wenck shortly before midnight at a lonely forester
s house. Our finding the place at all was pure chance: I first met a despatch-rider who guided me to General Koehlers headquarters, and General Koehler provided me with a driver who knew the forest lanes leading to Twelfth Army headquarters. In a tête-à-tête with General Wenck, I outlined the situation that had developed during the previous afternoon in the Reich Chancellery, and made it clear to him that my last hope of fetching the Führer out of Berlin rested solely on the success of his breaking through to the capital and linking up with the Ninth Army. I was thinking in terms of nothing less than abducting the Führer if necessary by force from the Reich Chancellery if we were unable to bring him to his senses something I hardly dared to hope after his calamitous performance during the previous afternoon.
Everything depended, I told him, on the success of our operation, whatever the cost. Wenck called in his chief of staff. With a map, I sketched in the situation around Berlin as best I knew it from the previous day. Then I left the men alone and set about my supper in the hall of the forester
s house, while Wenck dictated the new order to his army I had asked him for, to take back to the Führer. About an hour later I drove off (239) again with the army order in my pocket, having offered to hand Wencks order to General Koehler on the way back, and to brief him personally and visit his divisional commanders during the night as well. I wanted to bring my own personal influence to bear on all these troop commanders and bring home to them both the rough significance of the task lying ahead of them and the assurance that, if things went wrong, it would augur ill for Germany. Wenck was and remained the only one to know my innermost thoughts and of my intention to abduct the Führer from Berlin before the capitals fate was sealed.
At dawn, after a tiresome search, I reached the command post of the division closest to the front. It had already issued orders to attack in line with the changed situation and our intentions. I found the divisional commander some way back in a village, while there were sounds of battle some way off in the distance. I demanded that he accompany me immediately to his most advanced regiment, so he could exert some personal influence on his troops and because I wanted to speak to the regiment
s commanding officer myself.It was a division that had recently been raised in the capital from units and unit leaders of the Reich Labour Service. Naturally, it was not a battle-hardened troop, but its officers and men were fired by a magnificent spirit. But their commanding officers, obviously energetic and warhardened soldiers, belonged more than normally at the head of their troops and not at rearward command posts, for only their personal example could compensate for the lack of training and self-confidence of their subordinate officers. After I had brought home the importance of their task to the attacking officers, both by my own presence and by a  speech to them, I called in briefly on General Holstes headquarters on the way back to Krampnitz. He was responsible for safeguarding the line of the river Elbe against a crossing by the Americans from the west. I discussed the position in detail with Holste an old regimental comrade from the 6th Artillery Regiment, whose enthusiasm and vitality I could vouch for and stressed to him the importance (240) of his rôle, which was the prerequisite for the success of the Twelfth Armys operations (to which formation I forthwith subordinated him). Holste was absolutely convinced by the burden of reports from the troops and enemy intelligence that the Americans were making no preparations to attack eastward over the Elbe.
Toward eleven o'clock that morning [23rd April, 1945], I checked back into Krampnitz dead tired, of course and after consulting with Jodl called at the Reich Chancellery to report to the Führer. As we were ordered to report to him at two oclock, I was able to get in a good hours sleep  first.  In contrast to the previous afternoon, I found the Führer very calm, and this kindled new hopes in me of bringing him to reason and persuading him to forget his unfortunate plan. After General Krebs had described the position on the Eastern Front, where things had not noticeably worsened, and Jodl on the other fronts, I confidentially reported to him with only Jodl and Krebs in attendance on my visit to the front. First, I handed to him the Twelfth Army order issued by Wenck. The Führer scrutinised it carefully and retained it.
Although he passed no comment on it, I had the impression
he was completely satisfied. I outlined in detail the outcome of my talks with the troop commanders and gave him my own impression gained on the spot. In the meantime, news had arrived of the progress of the attack being mounted by General Koehler
s Army Corps toward Potsdam to their northeast. The Führer enquired whether contact had already been established between them and the Ninth Army, which I was unable to answer. Nor did General Krebs have any reports to that effect from the Ninth Army, whose radio traffic was being monitored by the  Reich Chancellerys signals office. Krebs was again ordered to direct the Ninth Army to establish contact with the Twelfth Army and mop up the enemy forces between them.
Finally, I again requested a private interview. The Führer said he wanted Jodl and Krebs to be present too.  
Στο τέλος , ζήτησα για μια ακόμη φορά να του μιλήσω ιδιαιτέρως. Ο  Führer είπε ότι επιθυμία του ήταν να παρευρίσκονται σ΄αυτή τη συνομιλία  ο Jodl και ο Krebs (241) .
(Συνέχεια)

Κυριακή 20 Μαΐου 2012

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ : ΜΙΣΟ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΟ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΕ ΚΙΝΔΥΝΟ


 « Δάσκαλε μου και νεοφώτιστε μαθητή μου, χαίρε !

» Πολλή δουλειά εδώ και δύσκολη, δόξα σοι o «θεός». Μαντρίζω την .επικίντυνη λέξη μέσα στα εισαγωγικά (όπως ένα θεριό μέσα στα κάγκελα), για να μη θυμώσεις ευτύς ανοίγοντας το γράμμα. Δύσκολη λοιπόν δουλειά εδώ, δόξα σοι ο «θεός» ! Μισό εκατομμύριο Έλληνες κιντυνεύουν στη Νότια Ρουσία και στον Αντικαύκασο. Πολλοί από αυτούς μιλούν μονάχα τούρκικα ή ρούσικα, η καρδιά τους όμως μιλάει με φανατισμό ρωμαίικα. Είναι αίμα δικό μας' φτάνει να τους δεις — τα μάτια τους πως λάμπουν αρπαχτικά, τα χείλια τους πως χαμογελούν παμπόνηρα και φιλήδονα, και πως κατάφεραν να γίνουν αφεντάδες και να 'χουν στη δούλεψη τους μουζίκους — για vα καταλάβεις πως είναι βέροι απόγονοι του αγαπημένου σου Οδυσσέα\ θα τους αγαπήσεις τότε και δε θα τους αφήσεις να χαθούν. 
» Γιατί κιντυνεύουν να χαθούν. Έχασαν ό,τι είχαν και δεν είχαν, πεινούν' από τη μια μεριά τους κυνηγούν οι μπολσεβίκοι, από την άλλη οι Κούρδοι. Στριμώχτηκαν από παντού σε μερικές πολιτείες της Γεωργίας κι Αρμενίας, πρόσφυγες' δεν υπάρχουν τρόφιμα, ρούχα, φάρμακα, μαζεύουνται στα λιμάνια, αγναντεύουν με αγωνία αν ερχουνται ελληνικά βαπόρια να τους πάρουν, να γυρίσουν στη μάνα τους, την Ελλάδα. Ένα κομμάτι της ράτσας μας, δάσκαλε μου, δηλαδή ένα κομμάτι απα την ψυχή μας, κυριεύτηκε από πανικό.
»Αν τους αφήσουμε στην τύχη τους, θα χαθούν. Χρειάζεται πολλή αγάπη, πολύ μυαλό, ενθουσιασμός κι οργάνωση — οι δυό αυτές αρετές που τόσο αγαπάς όταν είναι ενωμένες — για να μπορέσουμε να τους σώσουμε και να τους μεταφυτέψουμε στα λεύτερα χώματα μας, εκεί που περισσότερο συφέρει στη ράτσα μας — ψηλά στα σύνορα της Μακεδονίας, πέρα στα σύνορα της Θράκης. Είναι ανάγκη. Έτσι μονάχα θα σωθούν εκατοντάδες χιλιάδες ελληνικές ψυχές, και θα σωθούμε κι εμείς μαζί τους. Γιατί, από τη στιγμή που έφτασα εδώ, χάραξα, ακολουθώντας τη διδασκαλία σου, έναν κύκλο, κι αυτόν τον ονόμασα : χρέος μου. Κι είπα : αν αλάκερο τον κύκλο αυτόν τον σώσω, σώθηκα" αν δεν τον σώσω, χάθηκα. Και μέσα στον κύκλον αυτόν είναι οι 500.000 ετούτοι Έλληνες.
» Τρέχω χώρες και χωριά, συγκεντρώνω τους Έλληνες, κάνω υπομνήματα, τηλεγραφώ, μάχουμαι να πείσω τους επίσημους να στείλουν βαπόρια, τρόφιμα, ρούχα, φάρμακα και να φέρουν όλες ετούτες τις ψυχές στην Ελλάδα. Αν το ν' αγωνίζουμαι με τόσο πείσμα είναι ευτυχία, είμαι ευτυχής. Δεν ξέρω αν, όπως λες, έκοψα την ευτυχία μου στα μέτρα του μπογιού μου' μακάρι, γιατί τότε το μπόι μου θα 'ταν μεγάλο. Προτιμώ όμως να παρατραβήξω το μπόι μου Ισια με αυτό που θεωρώ ευτυχία μου, δηλαδή ίσια με τα πιο ακρινά σύνορα της Ελλάδας. Μα ας μην κάνω θεωρίες' του λόγου σου είσαι ξαπλωμένος στο κρητικό ακρογιάλι σου, ακούς τη θάλασσα και το σαντούρι, έχεις καιρό, εγώ δεν έχω. Η ενέργεια με τρώει, και χαίρουμαι' η πράξη, η πράξη, άλλη λύτρωση δεν υπάρχει. Στην αρχή ήταν η πράξη — και στο τέλος.
» Τώρα η σκέψη μου είναι πολύ απλή, μονοκόμματη: Λέω: ετούτοι οι Πόντιοι κι οι Καυκάσιοι, οι χωριάτες του Καρς κι οι έμποροι κι εμποράκοι της Τιφλίδας, του Βατούμ, του Νοβορωσίσκ, του Ροστόβ, της Οντέσας, της Κριμαίας, είναι δικοί μας, αίμα μας, έχουν κι αυτοί σαν κι εμάς μέσα τους πρωτεύουσα την Πόλη. Έχουμε όλοι τον ίδιο αρχηγό ' εσύ τον λες Οδυσσέα, άλλοι Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, όχι αυτόν που σκοτώθηκε, παρά τον άλλο, τον μαρμαρωμένο του παραμυθιού. Εγώ, με την άδεια σου, τον αρχηγό αυτόν της ράτσας μας τον λέω Ακρίτα. Η λέξη αυτή μου αρέσει πιο πολύ, είναι πιο αυστηρή και πολεμόχαρη, γιατί ευτύς ως την ακούσεις τινάζεται μέσα σου πάνοπλος ο αιώνιος Έλληνας, που μάχεται ακατάπαυτα στις άκρες, στα σύνορα. Στα κάθε σύνορα — εθνικά, πνεματικά, ψυχικά. Κι αν πεις και Διγενής, ακόμα πιό βαθιά στοράς τη ράτσα μας, την εξαίσια σύνθεση Ανατολής και Δύσης.
»Βρίσκουμαι τώρα στο Κάρς, όπου πήγα να μαζέψω απ' όλα τα χωριά γύρα τους Έλληνες' την ίδια μέρα που έφτασα, οι Κούρδοι είχαν πιάσει απέξω από το Καρς έναν παπά μας κι ένα δάσκαλο και τους πετάλωσαν σα μουλάρια. Τρομαγμένοι όλοι μαζώχτηκαν στο σπίτι όπου έστησα τα λημέρια μου' ακούμε όλο και πιο κοντά τα κανόνια των Κούρδων που ζυγώνουν. Όλοι έχουν καρφωμένα τα μάτια τους απάνω μου, σα να 'χω εγώ τη δύναμη να τους σώσω.
»Ήταν να φύγω αύριο για την Τιφλίδα, μα τώρα, μπροστά στον κίντυνο, ντρέπουμαι να φύγω. Μένω λοιπόν. Δε λέω πΩς δε φοβούμαι' φοβούμαι, μα ντρέπουμαι. Το ίδιο δε θα 'κανε κι ο «Πολεμιστής» του Ρέμπραντ ; θα 'μενε' μένω λοιπόν κι εγώ. Αν μπουν οι Κούρδοι, είναι φυσικό και δίκιο εμένα να πρωτοπεταλώσουν. Τέτοιο μουλαρίσιο τέλος του μαθητή σου, δάσκαλε μου, σίγουρα δεν το περίμενες.
»Ύστερα από πολλή ρωμαίικη λογομαχία, πήραμε την απόφαση να συναχτούν απόψε οι Έλληνες όλοι, με τα μουλάρια τους, με τ' άλογα, με τα βόδια τους, με τα πρόβατα, με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, και ξημερώματα, όλοι μαζί, θα κινήσουμε κατά βορρά- και θα πηγαίνω μπροστά, μπροσταρόκριος. 
» Πατριαρχική μετανάστεψη λαού, μέσα από οροσειρές και πεδιάδες με θρυλικά ονόματα. Κι εγώ θα 'μαι ένα είδος Μωυσή — Ψευτομωυσή — που θα οδηγώ τον εκλεχτό λαό προς τη Γη της Απαγγελίας, όπως τη λες την Ελλάδα. Έπρεπε βέβαια, για να 'μαι στο ύψος της Μωσαϊκής αποστολής μου και να μη σε ντροπιάζω, να πετάξω τις κομψές μου γκέτες, που τόσο τις κοροϊδεύεις, και να τυλιχτώ τουσλούκια από προβιές' και να 'χω μακριά, τρικυμισμένα, γεμάτα λίγδα γένια και, το σπουδαιότερο, δυό κέρατα. Μα δυστυχώς δε θα σου κάμω το χατίρι' πια εύκολα μπορείς να με κάμεις ν' αλλάξω ψυχή παρά ντύσιμο' φορώ γκέτες, είμαι ξουρισμένος σα γουλί κι είμαι ανύπαντρος.
»'Αγαπημένε δάσκαλε, ελπίζω να λάβεις το γράμμα μου ετούτο, που ίσως να 'ναι και το στερνό μου. Κανένας δεν ξέρει. Δεν έχω εμπιστοσύνη στις μυστικές δυνάμες που προστατεύουν τάχα τούς ανθρώπους. Πιστεύω στις τυφλές δυνάμες που χτυπούν δεξά, ζερβά, χωρίς κακία, χωρίς σκοπό, και σκοτώνουν όποιον λάχει κοντά τους. Αν φύγω από τη γης (λέω «φύγω» για να μην πω τη λέξη την κυριολεχτική και τρομάξεις, τρομάξω κι εγώ), αν φύγω λοιπόν από τη γης, τότε έχε γεια, αγαπημένε δάσκαλε ! Ντρέπουμαι να το πω, μα πρέπει, συμ πάθησε με: κι εγώ σε αγάπησα πολύ.»..... (Από το βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά) 

Σάββατο 19 Μαΐου 2012

ΧΟΣΕ ΑΝΤΟΝΙΟ ΠΡΙΜΟ ΝΤΕ ΡΙΒΕΡΑ: ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΙΣΠΑΝΟΥΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΥΣ (1936)



Ι. Πριν από την εισβολή των βαρβάρων

Ισπανοί στρατιώτες και αξιωματικοί
της ξηράς, του Ναυτικού και της Αεροπορίας.

Πιθανότατα να υπάρχη μεταξύ σας αυτός που υποστηρίζει πως οι στρατιωτικοί δεν πρέπει να ενδιαφέρονται για την Πολιτική. Κάτι τέτοιο θα είχε βάσι μόνον στη περίπτωση που η πολιτική αποτελούσε αποκλειστικό προνόμιο των κομμάτων.
Σ' αυτήν την περίπτωσι το στρατιωτικό σπαθί δεν θα μπορούσε ποτέ να αναμιχθή στις διαμάχες τους που σε τελευταία ανάλυσι μόνον μέτριες μπορούν να χαρακτηρισθούν.
Όμως σήμερα δεν βρισκόμαστε μπροστά σ' έναν εσωτερικό αγώνα. Κινδυνεύει η ίδια η ύπαρξις της Ισπανίας τόσο ως ενότητα όσο και ως οντότητα. Δίχως υπερβολή ο κίνδυνος που αντιμετωπίζομε σήμερα, μόνο με τον κίνδυνο μιας ξένης εισβολής μπορεί να παρομοιασθή. Δεν πρόκειται για ρητορικό σχήμα: η ξένη προέλευσις του επαναστατικού κινήματος που πολιορκεί την Ισπανία, φανερώνεται ξεκάθαρα από τις διαταγές, τις κραυγές, τις προθέσεις, τις ιδέες. 
Οι διαταγές έρχονται από μακριά, από την Μόσχα[1]. Παρατηρήσατε την τελειότητα συνδυασμού τους στις άλλες χώρες. Παρατηρήσατε το γεγονός πως στη Γαλλία έπειτα από Ρωσικές διαταγές εσχηματίσθη ένα Λαϊκό μέτωπο πανομοιότυπο με το Ισπανικό. Σημειώσατε πως εδώ παρετηρήθη μια ανακωχή μέχρι την ακριβή ημερομηνία των γαλλικών εκλογών και όταν πλέον δεν ήσαν εις θέσι να επηρεάσουν τους Γάλλους ψηφοφόρους οι εμπρησμοί και οι δολοφονίες ξανάρχισαν.
Τις κραυγές, τις έχετε ακούσει στους δρόμους. Δεν αρκούνται μόνον στο «ζήτω η Ρωσία» ή στο «Ρωσία ναι' Ισπανία όχι», αλλά φωνάζουν εκείνο το τρομερό και απαίσιο: «Θάνατος στην Ισπανία» (Μέχρι τώρα κανείς δεν ετιμωρήθη επειδή φώναζε: «θάνατος στην Ισπανία». Αντιθέ­τως υπάρχουν εκατοντάδες που εφυλακίσθησαν επειδή φώναζαν: «Ζήτω η Ισπανία» ή «Υπεράνω όλων η Ισπανία».) 
Αν αυτή η πικρή αλήθεια δεν ήταν γνωστή σε όλους σας, θα είχαμε ενδοιασμούς να την αναφέρωμε από φόβο μην μας περάσετε για ψεύτες. 
Οι προθέσεις της επαναστάσεως είναι ξεκάθαρες. Ο Σοσιαλιστικός σύνδεσμος της Μαδρίτης, στο επίσημο πρόγραμμα που συνέταξε, προπαγανδίζει στις επαρχίες και στις αποικίες ένα άνευ προηγουμένου δικαίωμα αυτοδιαθέσεως, που τις παρακινεί να εκδηλωθούν υπέρ της ανεξαρτησίας. 
Η ουσία του επαναστατικού κινήματος είναι απόλυτα αντιισπανική. Στρέφεται εναντίον της πατρίδος. (Το σοσιαλιστικό όργανο CLARIDAD, ειρωνευόταν τον Ινταλέθιο Πριέτο επειδή είχε εκφωνήσει ενα πατριω­τικό λόγο.) 
Με την προτροπή των νεαρών εργατριών στην συλλογική πορνεία κατά την διάρκεια εκείνων των υπαιθρίων γιορτών όπου εφαρμόζεται κάθε τύπος ακολασίας, η γυναικεία αξιοπρέπεια ταπεινώνεται, η οικογένεια, που στην Ρωσία έχει αντικατασταθή από τις ελεύθερες σχέσεις, τα κοινά συσσίτια, την ευκολία του διαζυγίου και της εκτρώσεως-υπονομεύεται και οι γυναίκες πείθονται να απαρνηθούν την τιμή εκείνη που ανέκαθεν είχε κατευθύνει την Ισπανική συμπεριφορά ακόμη και στις κατώτερες τάξεις, (μήπως δεν ακούσατε στις μέρες μας πολλές Ισπανίδες να κραυγάζουν: «Παιδιά ναι' συζύγους όχι»;) 
Σήμερα η βρισιά κυριαρχεί στην Ισπανία. Ο κόσμος σκοτώνεται άνανδρα με την μέθοδο των 100 εναντίον ενός. Η αλήθεια αλλοιώ­νεται ακόμη και στα κέντρα των εξουσιών. Μέσα από αισχρούς λιβέλους αναπτύσσονται συνωμοσίες, τα στόματα των συκοφαντημένων κλείνονται για να μην αμυνθούν, η συνωμοσία και η συκοφαντία θριαμβεύουν[2] Αυτή άραγε είναι η καινούργια Ισπανία; Αυτός είναι ο Ισπανικός λαός; 
Τί πρέπει να υποθέσωμε; Πως ζούμε μέσα σ' έναν εφιάλτη ή πως ο παλιός Ισπανικός λαός (γαλήνιος, ατρόμητος, γενναιόδωρος) έχει αντικατασταθή με μια φρενιτική, εκφυλισμένη και δηλητηριασμένη από τις προκηρύξεις της κομμουνιστικής προπαγάνδας άμορφη μάζα; 
Παρόμοιες ώρες ο λαός μας είχε γνωρίσει μόνον στις χειρότερες στιγμές τού 19ου αιώνος, αλλά και εκείνες ακόμη δεν διέθεταν την σημερινή έντασι. 
Οι εμπρηστές των εκκλησιών (που την ώρα αυτή βρίσκονται επί το έργον) δικαιολογούν τα εγκλήματα τους με την ιστοριούλα πως οι καλόγριες μοιράζουν στα παιδιά των εργατών δηλητηριασμένες καραμέλες. Σε ποιά σελίδα τρόμου σε ποιά Ισπανία, ζωγραφισμένη δίχως συνοχή με αίμα και μαύρη καπνιά, πρέπει να ανατρέξωμε για να βρούμε παρόμοια; 

II Ό Στρατός προστάτης των αιωνίων άξιων.
Ασφαλώς αν ετίθετο θέμα κυριαρχίας του ενός ή του άλλου κόμματος, ο Στρατός θα έκανε το χρέος του παραμένοντας μέσα στα στρατόπεδα.
Όμως σήμερα βρισκόμαστε στις παραμονές μιας ημερομηνίας που η Ισπανία-σκεφθήτε το καλά Ισπανοί στρατιωτικοί- μπορεί να πάψη να υπάρχη.
Με λόγια απλά: αν εξ αίτιας της αφοσιώσεως σας στον κανονισμό παραμείνετε ουδέτεροι στον αγώνα πού σε αυτές τις ώρες αρχίζει, μπορεί ξαφνικά να βρεθήτε μέσα σε μια νύχτα μπροστά στο τετελεσμέ­νο γεγονός μιας Ισπανίας-πού εσείς υπηρετείτε- διαλυμένης. Αυτό είναι το όριο της ουδετερότητας σας' ή διατήρησις των αιωνίων άξιων, των βασικών εκείνων αξιών, που θα μπορέσουν να επιβιώσουν από τις κομματικές συγκρούσεις.
Όταν κινδυνεύουν οι αιώνιες αυτές αξίες δεν έχετε άλλο δικαίωμα να παραμένετε ουδέτεροι[3]. Πλησιάζει η ώρα που τα όπλα σας πρέπει να επέμβουν για να σώσουν τις πρωταρχικές αξίες, δίχως τις οποίες η πειθαρχία καταντά μια άχρηστη υποκρισία.
Πάντα έτσι γίνεται ' την τελευταία λέξι την έχουν τα όπλα. Ο Σπένγκλερ είχε πει πως την τελευταία στιγμή πάντα βρέθηκε μια ομάδα στρατιωτικών για να σώσει τον πολιτισμό.
Στην πρόσφατη ιστορία του ρωσικού στρατού, η πικρότερη σελίδα εγράφη την μέρα που οι αξιωματικοί φορώντας μια κόκκινη ταινία επαρουσιάσθησαν μπροστά στις επαναστατικές εξουσίες. Λίγο αργότερα κάθε αξιωματικός είδε να παρεμβάλλεται ανάμεσα σ' αυτόν και στους άνδρες του ένας κομμουνιστής πολιτικός κομισάριος και έπειτα από λίγο καιρό πολλοί αξιωματικοί ετυφεκίσθησαν.
Εξ' αιτίας της συνθηκολογήσεως των στρατιωτικών της Μόσχας ή Ρωσία έπαψε να άνήκη στόν Ευρωπαϊκό πολιτισμό.
Θέλετε πραγματικά να πάθη το ίδιο και η Ισπανία;

III. Μια μεγάλη εθνική προσπάθεια.
Θα είχατε κάθε δικαίωμα να παριστάνετε τους κουφούς αν σας ζητούσαν να εγκαθιδρύσετε με τις δυνάμεις σας μια καινούργια αντιδρασ­τική πολιτική. Ελπίζουμε να μην υπάρχουν άλλοι παράφρονες που φιλοδοξούν να εκμεταλλευθούν την καινούργια (και τελευταία) ιστορική ευκαιρία για να ευνοήσουν βρώμικα συμφέροντα. Ακόμα και αν υπήρχαν, θα έπεφτε πάνω στα κεφάλια τους τόσο η δική σας όσο και η δική μας οργή. 
Δεν είναι πλέον δυνατό να γίνεται έκκλησι στην υπέρτατη τιμή του Στρατού, ούτε να επισημαίνεται η τραγική ώρα που απαιτεί τον παραμερισμό του Κανονισμού άν τελικά όλα αυτά καταλήξουν στην ενίσχυσι της ήδη παραφορτωμένης με πολλές εξουσίες , οικονομικής οργανώσεως. 
Η σημαία του Εθνικισμού δεν ανεμίζει για να στηρίξη το εμπόριο της πείνας. 
Εκατομμύρια Ισπανών συγκεντρώνονται πίσω της και είναι δύσκολο να κλείσετε τα μάτια σ' αυτή την πραγματικότητα. 
Γι' αυτό θα χρειασθή επειγόντως να αρχίσωμε το έργο για την μεγάλη εθνική ανοικοδόμησι. 
Όλοι πρέπει να πάρουν μέρος στην απόλαυσι των αγαθών που η Ισπανία παράγει ή μπορεί να παράγη. Αυτό θα απαιτήση θυσίες από την καθημερινή Ισπανική ζωή. Αλλά εσείς-σφυρηλατημένοι στην θρησκεία του χρέους και της θυσίας- και εμείς- που ηθελημένα έχομε επιβάλλει στην ζωή μας μια ασκητική και στρατιωτική συμπεριφορά- θα δείξωμε σε όλους τον τρόπο να δεχώμεθα τις θυσίες με χαρά. Με την χαρά αυτού που γνωρίζει ότι με την θυσία μερικών υλιστικών απολαύσεων μπορεί να σώση τις αιώνιες αξίες που ωδήγησαν την Ισπανία να εκτελέση την αποστολή της και να επιβληθή στον μισό κόσμο.


IV Η ώρα έχει σημάνει
Εύχομαι αυτές οι λέξεις μου να μπορούν να εκφράσουν όλη την βαρύτητα της ώρας αυτής! Ίσως να μην υπάρχη χώρα,-με εξαίρεσι την Ρωσία-που να έχη αντιμετωπίσει χειρότερη κατάσταση στην σύγχρονη εποχή. Στα άλλα έθνη τα χέρια των προδοτών δεν έχουν αναλάβει ακόμη τα ηνία του κράτους. Στην Ισπανία όμως είναι γεγονός. Οι σημερινοί υπεύθυνοι του Λαϊκού Μετώπου, υπάκουοι σ' ένα σχέδιο που έχει έλθει άπ' έξω, εξαλείφουν συστηματικά μέσα από την Ισπανική ζωή όλα όσα θα μπορούσαν να αντισταθούν στην εισβολή των Βαρβάρων.
 Εσείς -Ισπανοί στρατιώτες του Στρατού, του Ναυτικού, της Αερο­πορίας, της Πολιτοφυλακής, των Σωμάτων Ασφαλείας καί των Ασάλτος--γνωρίζετε πολύ καλά πως δεν θα σκύψετε το κεφάλι στην τελική πράξι της προδοσίας.
Εμείς, που φυλακισθήκαμε και βασανισθήκαμε κατα χιλιάδες δίχως δίκη, που είδαμε την κατάχρησι της πολιτικής εξουσίας να μπαίνη μέσα στα σπίτια μας, να ψάχνη τα χαρτιά μας, να γεμίζη αγωνία τις οικογένειες μας, το γνωρίζουμε πολύ καλά.
Δεν καταδιωκόμεθα γι' αυτά που συμβαίνουν στον καθημερινό μας αγώνα: μας καταδιώκουν-όπως άλλωστε συμβαίνει και σε σας-γιατί είναι γνωστό πως είμαστε αποφασισμένοι να αναχαιτίσωμε τις κόκκινες ορδές που θέλουν να καταστρέψουν την Ισπανία.
Τήν ώρα που οι φαυλόβιοι κορτάκηδες των Σοσιαλιστικών οργανώοεων με τα κόκκινα πουκάμισα προσπαθούν να μιμηθούν τις στρατιωτι­κές παρελάσεις, τα δικά μας γαλάζια πουκάμισα στολισμένα με τα βέλη και τον ζυγό, κατάσχονται από τους χαφιέδες του Καζάρες (CASARES) και τους Ποντίους Πιλάτους του. Μας καταδιώκουν, γιατί είμαστε-όπως εσείς-εχθροί του σχεδίου εκείνου που κατά διαταγήν της Μόσχας σκοπεύει να χωρίση την Ισπανία σε πολλές ανεξάρτητες Σοβιετικές Δημοκρατίες.
Αυτή η κοινή τύχη που μας ενώνει στην κακοτυχία πρέπει να μας ενώνη και στο μεγάλο εγχείρημα.
Δίχως τις δικές σας δυνάμεις  Ισπανοί στρατιώτες-θα είναι τρομερά δύσκολο να θριαμβεύσωμε σ' αυτόν τον αγώνα.
Αν η δική σας δύναμις είναι αβέβαιη, τότε δίχως αμφιβολία θα νικήση ο εχθρός.
Αναλογισθείτε καλά την τρομερή σας ευθύνη: από σας εξαρτάται αν η Ισπανία θα εξακολουθήση να ζη.
Σκεφθήτε αν πρέπει να απομακρυνθήτε από τους πουλημένους ή δειλούς αρχηγούς σας.
Ο εχθρός προσεκτικά, εκμεταλλευόμενος την αναποφασιστικότητα σας κάθε μέρα κάνει και μερικά βήματα. Προσέξτε μήπως την αποφα­σιστική στιγμή βρεθήτε ήδη ανίσχυροι στα δόλια δίκτυα που πλέκονται γύρω σας.
Γκρεμίστε   από   τώρα   τα συμπλέγματα.
Σχηματίστε από τώρα μιά ισχυρότατη ένωσι δίχως να περιμένετε τους αναποφάσιστους. Ορκισθείτε στην στρατιωτική σας τιμή ότι δεν θ' αφήσετε δίχως απάντησι το σημάδι του πολέμου που πλησιάζει.
Όταν τα παιδιά σας θα κληρονομήσουν την στολή που τώρα φορείτε, θα κληρονομήσουν μαζί της: ή την ντροπή να πρέπη νά πουν «Όταν ο πατέρας μου φορούσε αυτή τη στολή η  Ισπανία έπαψε να υπάρχη» ή την υπερηφάνεια να θυμούνται: «Η Ισπανία δεν κατεστράφη διότι ο πατέρας μου και οι συνάδελφοι του την έσωσαν την αποφασιστική στιγμή».
Αν ενεργήσετε με τον τρόπο αυτό, όπως λέγει ο αρχαίος όρκος «Ο Θεός ας σας επιβράβευση' και άν όχι ο Θεός ας σας κρίνη».
Ζήτω η   Ισπανία
4 Μαίου 1936
Χοσέ Άντόνιο Πρίμο ντε Ριβέρα


[1] Όπως είναι γνωστό, η Ίδρυσις του Λαϊκού Μετώπου στην Ιβηρική χερσόνησο, αποφασίζεται από την Κόμιντερν τον Ιούλιο του 1935 κατά την διάρκεια του 7ου Παγκοσμίου συνεδρίου της Σοβιετικής Διεθνούς. (Μεταφραστής)
[2] Από το βήμα της Βουλής, ο Δεξιός Βουλευτής Κάλβο Σοτέλο, είχε καταγγείλει ότι από τις 16 Φεβρουαρίου 1936 έως τις 2 Απριλίου, δηλαδή σε διάστημα πολύ μικρότερο των δύο μηνών, είχαν σημειωθή: 199 περιπτώσεις λεηλασιών. (ανάμεσα σ' αυτές 36 αφορούσαν εκκλησίες και 58 δημόσια κτίρια) και  178 περιπτώσεις εμπρησμών (από τις οποίες οι 108 αφορούσαν εκκλησίες). Καταγράφησαν  85 επιθέσεις μέ 74 νεκρούς καί 345 τραυματίες. 


Κυριακή 13 Μαΐου 2012

ΤΑ 300 ΒΟΔΙΑ ΤΟΥ ΡΑΣ ΤΑΦΑΡΙ -ΜΑΚΟΝΕΝ

Εισαγωγικό σημείωμα 

Τον Αύγουστο του 1924 έκανε την εμφάνισή του στην Αθήνα , για επίσημη επίσκεψη ο Αντιβασιλέας της Αβησσυνίας Ρας Τάφαρι Μακάνεν[1].(Όταν μιλάμε για Αβυσσηνία, τη σημερινή Αιθιοπία αναφερόμαστε σε μια υποανάπτυκτη και φτωχή χώρα, χώρα τόσο φτωχή που κανένα Ευρωπαϊκό Έθνος , με εξαίρεση τη Φασιστική Ιταλία δεν είχε διανοηθεί να της στερήσει την ελευθερία και να τη μετατρέψει σε αποικία του.) 
Η Ελληνική Κυβέρνηση δέχτηκε με τιμές τον υψηλό επισκέπτη και με τη πρώτη ευκαιρία οι πολιτικοί μας προσπάθησαν να τον πείσουν ότι το Ελληνικό  Κράτος βρισκόταν  σε χειρότερη μοίρα  από το δικό του. Προς επίρρωσιν των λεγομένων τους τον περιέφεραν και σε κάτι καταυλισμούς προσφύγων, φυλακές ψυχών  του ξεριζωμένου μικρασιατικού ελληνισμού, και τελικά του απέσπασαν μια υπόσχεση για βοήθεια. Ο ευαίσθητος Αντιβασιλέας επειδή ακριβώς δεν διέθετε χρήματα προσφέρθηκε να βοηθήσει σε είδος. Για χάρη των Ελλήνων  ο Ρας Τάφαρι Μακάνεν  πήρε πρωτοβουλία   να στερήσει από τη Πατρίδα του 300 βόδια -αρωτριώντας βόας μάλιστα- και να τα στείλει στην Ελλάδα με τη βεβαιότητα ότι θα ανακούφιζαν κάπως τα βάσανα και τη δυστυχία ενός Ευρωπαϊκού Έθνους.....Πράξη αξιέπαινη και χριστιανική .Ασφαλώς.  Η Ελληνική Κυβέρνηση έξω από τις συνήθειές της κινήθηκε δραστήρια. Οι συνήθεις "εργολάβοι" ανέλαβαν να οργανώσουν την αποστολή μεταφοράς της Αβησσυνιακής βοήθειας  , δόθηκαν οι σχετικές μάχες απέναντι σε όλους εκείνους τους ανταγωνιστές  που ήθελαν να "πάρουν τη δουλειά "ρίχνοντας  το κόστος τρεις φορές πιο κάτω από το προβλεπόμενο και ένα ατμόπλοιο αναχώρησε αμέσως για την Αβησσυνία  μέσω Σουέζ. Τα όσα θλιβερά ακολούθησαν, η Ιστορία τα διέσωσε μέσα από τα επίσημα πρακτικά της Βουλής με ημερομηνία 13η Μαΐου 1925. Για το πρωτοφανές αυτό σκάνδαλο, δεν υπήρξαν ένοχοι ,ούτε αποδόθηκαν ποτέ ευθύνες. Και φυσικά ξεχάστηκε όπως δεκάδες άλλα.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΤΗΣ 13ης ΜΑΙΟΥ 1925
Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Είναι γελοίον ύστερα από τόσον καιρόν να έρχωνται παλαιαί επερωτήσεις, αλλά το λάθος δεν είναι ιδικόν μου. Η επερώτησις υπεβλήθη εγκαίρως. Η υπόθεσις των βοδιών του Ράς - Τάφαρι αποτελεί εν μικρόν σκάνδαλον εκ των πολλών. Εστοίχισεν η μετακόμισις των βοών 2.000 λίρας, ενώ προσεφέρετο Γαλλική Εταιρία να μετακομίση τα βόδια αυτά προς δύο λίρας το ένα, δηλαδή αντί 800 λιρών, εξωδεύσαμεν 2.000. Ως εξής έγινεν η περίφημος αυτή, αποστολή. Εστάλη εν ατμόπλοιον διανύον δύο μίλλια καθ' ώραν. Το ατμόπλοιον αυτό εσκάλωσεν εις το Σουέζ, διότι δεν είχε τα διόδια. Εξευτελισμός της Ελλάδος. Τηλεγραφικώς τότε δια του Πρεσβευτού της Ελλάδος εν Παρισίοις παρεκαλείτο η Εταιρία [2] όπως απαλλαγή η Ελλάς των διοδίων, διότι επρόκειτο δια τους πρόσφυγας.Επί δέκα ημέρας υπέστη η Ελληνική σημαία τον εξευτελισμόν εις το Σουέζ να περιμένη την απάντησιν. Επί τέλους δεν απηλλάγη και εστάλησαν 1200 λίραι δια διόδια.Κατόπιν ο πλους διήρκεσε 30 ημέρας, ενώ γνωρίζετε ότι το όλον ταξίδιον έως τον λιμένα του Τζιμπουτί [3] είναι οκτώ το πολύ ημερών.Αντί λοιπόν 8 ημέρας, έκαμε το ατμόπλοιον 30 ημέρας. Έκαψε κάρβουνα κατά προσέγγισιν 500 τόννους, επλήρωσε λιμενικά εις το Τζιμπουτί 160 λίρας, επλήρωσεν εις τα πληρώματα μεγαλυτέρους μισθούς κλπ. Το όλον 2.000 λίρας Ενώ όλους αυτούς τους εξευτελισμούς και τα έξοδα ηδυνάμεθα να τα αποφύγωμεν, αν εδεχόμεθα την προσφοράν της Γαλλικής Εταιρίας, η οποία με 800 λίρας ηδύνατο, να φέρη τα βόδια. Τώρα ποίος είναι ο υπεύθυνος; 
ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Κανείς.
Γ.ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Δέν κάμω την επερώτησιν δια την επερώτησιν αυτήν καθ' εαυτήν, άλλ' όπως εκ του όνυχος κρίνωμεν τον λέοντα και εκ του βοός την όλην βοϊδικήν κατάστασιν. Η Κυβέρνησις αντί να εξετάση άλλα ζητήματα, ηθέλησε να κάμη εκστρατείαν εις την Αβησσυνίαν. Αν τουλάχιστον εστέλλετο κανέν επίσημον υποκείμενον να χαιρετίση τον Ρας - Τάφαρι και να ευχαριστήση αυτόν δια την επίσκεψίν του εις τους πρόπαδας της Ακροπόλεως, θα το εδεχόμην. Αλλ' εστάλη εις κτηνίατρος, ο οποίος εμερίμνησεν επί ημέρας δια να κατεβάσουν τα βόδια απο τα υψώματα της Αβυσσηνίας. Εν τω μεταξύ τα βόδια εσκοτώνοντο και εγένετο μία κωμωδία εις βάρος του Ελληνικού Κράτους. Εν τέλει τα βόδια, τα οποία μετεφέρθησαν εδώ δια να δοθώσιν εις τους πρόσφυγας, επωλήθησαν προς σφαγήν, διότι δεν ηδύναντο να χρησιμεύσουν εις τους πρόσφυγας. Τι έγινεν έπειτα δεν ηξεύρω. Ηθέλησα να μάθω τι εξεκαθάρισεν αυτή η υπόθεσις και τι έλλειμμα αφήκεν...
Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δεν εζητήσατε αυτό ατυχώς. Έπρεπε να υποβάλητε μίαν ερώτησιν και να ζητήσητε να κατατεθή λογαριασμός.
Κ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ηδύναντο να κατατεθώσιν αυταί αι πληροφορίαι.
Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Ακούσατε τι λέγω; Επερωτώ τους κ.κ. Υπουργούς των Εξωτερικών και της Προνοίας να πληροφορήσουν την Συνέλευσιν πόσα εστοίχισεν η μεταφορά των βοών, πόσα εισεπράχθησαν εκ της πωλήσεως αυτών και διατί η Κυβέρνησις δεν επροτίμησε την ιδιωτικήν μεταφοράν.
Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Όταν ζητείτε πληροφορίας, δεν δύνασθε να επερωτάτε. Δύνασθε να ζητήσητε πληροφορίας. Η αίτησις αύτη περί των πληροφοριών πέμπεται εις τα γραφεία των οικείων Υπουργείων, τα γραφεία παρέχουσι τας πληροφορίας προς τον Υπουργόν, ο οποίος ανακοινοί ταύτας δια τον ερωτώντα πληρεξούσιον. Μετά ταύτα, αν δεν είναι ευχαριστημένος ο ερωτών πληρεξούσιος, υποβάλλει τακτικήν επερώτησιν. 
Επειδή όμως υμείς προέβητε εις επερώτησιν, διότι φείδεσθε των δημοσίων χρημάτων, έχω να σας είπω τα εξής : Η Κυβέρνησις ευρέθη, προ αποδοχής της δωρεάς ταύτης, απησχολήθημεν περί αυτής εν Υπουργικώ Συμβουλίω και από την εισήγησιν την οποίαν μας έκαμεν ο τότε Υπουργός επί της Προνοίας κ. Ορφανίδης, είδομεν ότι τα έξοδα ήσαν τόσα, ώστε δεν θα απέμενε σχεδόν ενεργητικόν εξ όλης αυτής της υποθέσεως. Αλλά πάντως, εφ' όσον πρόκειται περί ευγενούς προσφοράς φίλου ηγεμόνος, την οποίαν είχεν ήδη αποδεχθή το Κράτος, βεβαίως δεν θα ήτο ευπρεπές ημείς κατόπιν να την αποκρούσωμεν, δηλούντες, ότι δεν θέλαμεν την προσφοράν λόγω των εξόδων της μεταφοράς. Τούτο θα ήτο εν είδος επαιτείας, όπως ο δωρητής αναλάβη τα έξοδα της μεταφοράς. 
Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Εζητήσατε από καμμίαν Εταιρίαν προσφοράν δια τον ναύλον; 
Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εγώ σας λέγω, τι ενθυμούμαι από εισήγησιν του τότε αρμοδίου Υπουργού επί της Προνοίας. Με ερωτάτε, αν εζητήσαμεν προσφοράς. Σας απαντώ ότι δεν είχομεν καιρόν να ζητήσωμεν τοιαύτας. Εκρίθη σκόπιμον και εγένετο εισήγησις εις το Υπουργικόν Συμβούλιον από τον αρμόδιον Υπουργόν, ότι το σχετικώς ολιγώτερον δαπανηρόν ήτο να στείλωμεν ημείς ιδικόν μας ατμόπλοιον, διότι εν τω μεταξύ είχε ληφθή και τηλεγράφημα εις το Υπουργείον Προνοίας ότι τα βόδια ανεχώμησαν από τα υψώματα της Αβησσυνίας καΙ επρόκειτο να κατέλθουν εις την παραλίαν. 
Δυστυχώς δε εν τω μεταξύ δεν υπήρχε τόπος ώστε να δύνανται ασφαλώς να διανυκτερεύωσιν και διημερεύωσιν. Εστείλαμεν λοιπόν τό πλοίον, το οποίον κατά τας τότε γενομένας ερεύνας θα εκόστιζεν όσον το δυνατόν ολιγώτερον. 
Επροσπαθήσαμεν ώστε αι δαπάναι να είναι όσον το δυνατόν ολιγώτεραι. Λάβατε δε και τούτο υπ' όψιν ότι συνήθως τα βραδύπλοια ατμόπλοια καταναλίσκουν ολιγώτερον άνθρακα απ' ό,τι καταναλίσκουσι τα ταχύπλοα. 
Όταν ήλθον οι βόες, είδομεν ότι δεν ήταν κατάλληλοι δια τους πρόσφυγας, διότι δεν ήτο δυνατόν να εγκληματισθώσιν. Απεφασίσθη να πωληθώσι δια πλειστηριασμού, ώστε να απολαύσωσι την ανωτάτην δυνατήν τιμήν και να διατεθή το ποσόν υπέρ των προσφύγων. 
Τούτο και εγένετο. Δηλαδή επροσπαθήσαμεν, όσον ήτο δυνατόν, και κατά την μεταφοράν αυτών και κατά τον πλειστηριασμόν να κάμωμεν πάσαν δυνατήν οικοναμίαν. 
Γ.ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Εγώ δεν ήλεγξα την Κυβέρνησιν διότι απεδέχθη την δωρεάν, αλλά διότι χωρίς να εξετάση και εύρη το ευθηνότερον μέσον έστειλεν εν ατμόπλοιον το οποίον εστοίχισεν 2.000 λίρας και δεν τω εδόθησαν τα διόδια, ώστε παρέμεινεν επί δέκα ημέρας εις το Σουέζ, ενώ ηδύναντο να μεταφερθούν προς δύο μόνον λίρας κατά κεφαλήν. Πρόκειται λοιπόν περί απερισκεψίας, ήτις τόσον πολύ εστοίχισεν εις το Δημόσιον. Η απάντησίς σας δεν είναι ικανοποιητική. Άρα και η δωρεά του Ρας - Τάφαρι υπήρξε δώρον άδωρον. 
ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Εν πάση περιπτώσει το προϊόν το εκ της πωλήσεως των βοών αυτών εκάλυψε την δαπάνην και αφήκε και εν περίσσευμα. 
Α.ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εις την απορίαν του κ. πληρεξουσίου Αθηνών — Πειραιώς, δύνομαι να είπω, ότι ήλθον τηλεγραφήματα ότι τα βόδια ανεχώρησαν και κατήρχοντο προς την παραλίαν και ως εκ τούτου εθεωρήσαμεν ότι έπρεπε αντί να προκαλέσωμεν προσφοράς μειοδοσίας, να στείλωμεν ως τάχιστα ατμόπλοιον. Τώρα μάλιστα ενθυμούμαι ότι μας υπεδείχθη τότε ότι, επειδή επρόκειτο περί σκοπού όχι κερδοσκοπικού, πιθανόν η διώρυξ του Σουέζ να μη θελήση να λάβη τα διόδια. 
Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Όχι. 
Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. (Υπουργός της Εθνικής Οικονομίας). Είπεν ο αγορεύων ότι δεν εζητήθησαν τιμαί από τας ατμοπλοϊκάς Εταιρίας δια την μεταφοράν των βοών από το Σουέζ. Αυτό δεν είναι ακριβές. Εζητήσαμεν τιμάς και από την διεύθυνσιν Μεταφορών, αλλά τα ναύλα τα οποία εζήτουν οι κύριοι αυτοί ήσαν υπερβολικά. Τότε ηναγκάσθημεν να στείλωμεν το ατμόπλοιον εκείνο, δια το οποίον δεν είναι ακριβές ότι διήνυε μόνον 2 μίλια. 
Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Δύο μήνας ταξίδι έκαμε το όλον. Τώρα αυτά βεβαίως είναι μικρά πράγματα, αλλά μεγαλύτερα γίνονται. Αλλ' είναι και αυτά χαρακτηριστικά της όλης καταστάσεως. 
Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, 10 λίρας μας είχον ζητήσει δι' έκάστην κεφαλήν προς μεταφοράν.
Γ.ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Κύριε, επί της Εθνικής Οικονομίας Υπουργέ, θα μοι επιτρέψητε να το αμφισβητήσω τούτο. Τα ατμόπλοια όλα, τα οποία μεταφέρουν ζώα από την Κύπρον, λαμβάνουν 15 σελλίνια. Η Γαλλική Εταιρία σας εζήτησε 40 σελλίνια. 
Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. Οι βόες ήσαν καθ' οδόν τότε. 
Γ.ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Δεν ήσαν καθ' οδόν. Έμενε το ατμόπλοιον εις το Τζιμπουτί 10 ημέρας και ανέμενε να κατέλθουν τα βόδια από τα βουνά. 
Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Μεταξύ Κύπρου και Τζιμπουτί υπάρχει μεγάλη διαφορά αποστάσεως; 
Γ. ΦΡΑΓΚΟΥΔΗΣ. Δι' αυτό η διαφορά 15 — 40 σελλινίων;


Υποσημειώσεις:
[1] Ο μελλοντικός Αυτοκράτορας Χαϊλέ Σελασιέ.

[2] Η εταιρία εκμεταλλεύσεως της διώρυγος του Σουέζ.

[3] Η Αβησσυνία δεν είχε τότε διέξοδον εις την Ερυθράν θάλασσαν. Το Τζιμπουτί είναι λιμήν της Γαλλικής Σομαλίας. Εις αυτό όμως καταλήγει σιδηροδρομική γραμμή από την πρωτεύουσαν της Αβησυνίας Αδίς — Αμττέμττα.