Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2012

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΣΟΠΑΝΗ: ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ ΑΛΚΑΖΑΡ


Κτισμένο τη ρωμαϊκή εποχή στην κορυφή του γρανιτένιου λόφου που δεσπόζει του Τολέδο, της μεσαιωνικής πρωτεύουσας της Ισπανίας, το Αλκαζάρ, ένα βαρύ φρούριο με τέσσερις πύργους, χρησιμοποιήθηκε κατά τη μακραίωνη στρατιωτική ιστορία του πολλές φορές για αμυντικούς σκοπούς, όπως μαρτυρεί και το όνομα του (οι Ισπανοί ονόμαζαν "Αλκαζάρ" τα φρούρια τους), και είχε κατά τη διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας του πολλαπλές χρήσεις. Χρησιμοποιήθηκε για φρούριο τόσο από τους Ρωμαίους στρατηγούς και μετέπειτα από τους Άραβες χαλίφες της Κόρδοβας (711-1085), όσο και από τους Ισπανούς βασιλείς, που του έδωσαν τη σημερινή τετραγωνική μορφή του με τους τέσσερις πύργους στις γωνίες. Λόγω της πολύ ισχυρής κατασκευής του άντεξε στις επιθέσεις των εκάστοτε εχθρών και πολιορκητών που θέλησαν να το εκπορθήσουν, όσο και σε εκείνες του πανδαμάτορος χρόνου. Το 1847 στέγασε τη Στρατιωτική Ακαδημία Πεζικού της Ισπανίας. Η μοίρα όμως του επεφύλασσε άλλη μια περιπέτεια, η οποία έμελλε να είναι το "κύκνειο άσμα" του και αυτή που θα έγραφε το όνομα του στην Ιστορία με χρυσά γράμματα αφού με την τελευταία του ιδιότητα έμελλε να προσθέσει νέες σελίδες στην Ιστορία όταν, τον Ιούλιο του 1936, όπως ήδη αναφέραμε, μια χούφτα αξιωματικοί και άλλοι τόσοι μαθητές αποφάσισαν να υπερασπισθούν πίσω από τα βαριά του τείχη την τιμή των όπλων τους αψηφώντας τον θάνατο.

 Διοικητής της Στρατιωτικής Ακαδημίας, όταν εξερράγη το Αλθαμιέντο των αξιωματικών, ήταν ο 58χρονος συνταγματάρχης πεζικού δον Χοσέ Ραφαέλ Μοσκαρδό υ Ιτουάρτε, ο οποίος μόλις πληροφορήθηκε τα νέα της επανάστασης από την Αφρική, χωρίς να διστάσει, ανακοίνωσε, στις 18 Ιουλίου 1936, ότι η επαρχία του Τολέδο συντασσόταν με αυτή. Στην πραγματικότητα η επαρχία του Τολέδο είχε περάσει αμέσως στα χέρια των Κυβερνητικών και η εξουσία του συνταγματάρχη Μοσκαρδό περιοριζόταν ουσιαστικά στα πολύ στενά όρια των τειχών του παλιού φρουρίου. Ο υφυπουργός Ενόπλων Δυνάμεων της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου βλέποντας τις κινήσεις του και προσποιούμενος ότι δεν γνώριζε τη θέση του, τον διέταξε τηλεφωνικώς να στείλει αμέσως στη Μαδρίτη όλα τα αποθέματα πυρομαχικών που είχε στο φρούριο. Έλαβε όμως αρνητική απάντηση.
Στο μεταξύ, ένα πλήθος 500 γυναικών και 50 παιδιών από το Τολέδο, τρομοκρατημένο από την έκρηξη του πολέμου και τις βαρβαρότητες των Κυβερνητικών, πρόλαβε να ζητήσει καταφύγιο και προστασία πίσω από τα τείχη του φρουρίου πριν οι πύλες του κλείσουν. Μεταξύ των αμάχων οι οποίοι έσπευσαν εκεί ήταν και αρκετές καλόγριες από τις γύρω Μονές, ενώ κανένας από τους δεκάδες ιερωμένους του Τολέδο δεν θέλησε να το υπερασπιστεί και να μοιραστεί την τύχη του Αλκαζάρ αλλά προτίμησαν όλοι τους την ανώδυνη ουδετερότητα του παρατηρητή. Το λάθος ή την αδυναμία τους αυτή την πλήρωσαν πολύ ακριβά, αφού αποτέλεσαν εύκολο στόχο για τους κυβερνητικούς με αποτέλεσμα, στο τέλος της πολιορκίας, τουλάχιστον 107 κληρικοί να έχουν εκτελεστεί από τους Κυβερνητικούς. Ένα παρόμοιο λάθος έκανε και ο συνταγματάρχης Μοσκαρδό, ο οποίος ήταν αποφασισμένος να φθάσει μέχρι την έσχατη θυσία. Παρατηρώντας με θλίψη τον κόσμο να συρρέει στο φρούριο, απεφάσισε ο ίδιος να στείλει την οικογένεια του να μείνει στην πόλη του Τολέδο, ελπίζοντας ότι οι αντίπαλοι του θα σέβονταν τη γυναίκα και τους δύο ανήλικους γιους του ή ότι έστω οι λίγοι εξτρεμιστές Αριστεροί που είχε πάρει ως ομήρους στο φρούριο θα αποτελούσαν ανασταλτικό παράγοντα για εγκληματικές πράξεις εκ μέρους των ομοϊδεατών τους. Έμελλε όμως να πληρώσει πολύ ακριβά αυτή του την απόφαση, όπως θα δούμε στη συνέχεια.
Η δύναμη υπεράσπισης του Αλκαζάρ αποτελείτο από 400 αξιωματικούς, 261 μαθητές, μικρό αριθμό στρατιωτών, 625 αστυνομικούς, 100 περίπου Φαλαγγίτες του Τολέδο που έσπευσαν να υπερασπισθούν το φρούριο, καθώς και δύο στρατιωτικούς γιατρούς. Ο οπλισμός τους περιελάμβανε 13 πολυβόλα, σχεδόν διαλυμένα από τη συνεχή λύση-αρμολόγηση που υφίσταντο επί χρόνια από τους μαθητές της σχολής, ισάριθμα οπλοπολυβόλα τα οποία έφεραν οι αστυνομικοί μαζί τους, δύο μικρά πυροβόλα των 75 χιλιοστών (mm) με λίγα πυρομαχικά, τέσσερις όλμους των 50 χιλιοστών (mm), λίγες χειροβομβίδες, 500 τυφέκια και ένα εκατομμύριο φυσίγγια που μεταφέρθηκαν την τελευταία στιγμή, κατόπιν διαταγής του συνταγματάρχη Μοσκαρδό, με φορτηγά από εργοστάσια του Τολέδο. Ένα μικρό πυροβόλο είχε τοποθετηθεί στη βιβλιοθήκη, της οποίας τα μεγάλα παράθυρα είχαν κλειστεί με δεκάδες δερματόδετους τόμους. Επίσης πολύ λίγες ήταν οι προμήθειες σε τρόφιμα και νερό. Την κατάσταση έσωσαν τα 100 περίπου άλογα και οι ημίονοι που βρίσκονταν στο φρούριο και κατά τη διάρκεια της πολιορκίας αποτέλεσαν ζωντανό απόθεμα κρέατος για τους πολιορκούμενους. Συνολικά, οι ένοπλοι άνδρες ήταν 1.250 όταν άρχισε η πολιορκία από τον Κυβερνητικό στρατηγό Ρικέλμε. Εκείνος, αφού πραγματοποίησε μια ανεπιτυχή προσπάθεια στις 19 Ιουλίου να πείσει τον συνταγματάρχη Μοσκαρδό να παραδοθεί, εγκατέστησε φρουρές στο δημαρχείο, στη μητρόπολη, στο νοσοκομείο, στην πλατεία Θοκοδοβέρ και σε άλλα στρατηγικά σημεία της πόλης. Αφού έταξε δύο πλήρεις πυροβολαρχίες απέναντι από το φρούριο, ετοιμαζόταν να βάλει εναντίον του. Μια σειρά κτιρίων, η Στρατιωτική Διοίκηση, η Σχολή Ιππικού και οι στρατώνες, αποτελούσαν την πρώτη γραμμή άμυνας που δέχθηκε τα πυρά του Ρικέλμε. Στις 21 Ιουλίου εμφανίσθηκε ένα Κυβερνητικό αεροπλάνο που έριξε μια προκήρυξη με την οποία καλούσε τη φρουρά του Αλκαζάρ να παραδοθεί και λίγο αργότερα ένας σχηματισμός τριών αεροπλάνων, ως μέσο πίεσης, βομβάρδισε για πρώτη φορά το φρούριο προκαλώντας σοβαρές καταστροφές.
Στις 22 Ιουλίου το μεσαιωνικό φρούριο δέχθηκε έναν ανελέητο βομβαρδισμό από οκτώ πυροβόλα (πέντε των 105 mm και τρία των 155 mm) του Ρικέλμε, καθώς και από τα κυβερνητικά αεροπλάνα. Την ίδια ημέρα έκλεισαν οριστικά οι πύλες του φρουρίου και αυτό κηρύχθηκε σε κατάσταση πολιορκίας.
Στις 23 Ιουλίου οι πολιορκητές νόμισαν πως βρήκαν την "αχίλλειο πτέρνα" του 60χρονου συνταγματάρχη, όταν ανακάλυψαν ότι η οικογένεια του βρισκόταν εκτός φρουρίου και μάλιστα μέσα στο ίδιο το Τολέδο. Τη συνέλαβαν αμέσως και ο αναρχικός δικηγόρος Κανδίδο Καβέλιο ανέλαβε να "πείσει" τον Μοσκαρδό να παραδοθεί. Αφού του τηλεφώνησε και του είπε πως κρατά την οικογένεια του (για να πεισθεί και να συγκινηθεί μάλιστα του έδωσε τον 17χρονο γιο του Λουΐ, να του μιλήσει), τον απείλησε πως αν σε δέκα λεπτά δεν άνοιγε τις πύλες του φρουρίου ο γιος του θα εκτελείτο. Εκείνη τη στιγμή ο συνταγματάρχης, που το παρουσιαστικό του μόνο ήρωα δεν θύμιζε και ο οποίος σε φυσιολογικές συνθήκες θα τελείωνε ήρεμα τη σταδιοδρομία του και θα περνούσε στη λήθη όπως χιλιάδες άλλοι, έλαβε μια απόφαση που εξέπληξε τους πάντες και έγραψε το όνομα του στις Δέλτους της Ιστορίας με χρυσά γράμματα, ως παράδειγμα ηρωισμού και υπέρτατης θυσίας στον βωμό του καθήκοντος. "Δεν χρειάζομαι τα δέκα λεπτά σας, το .Αλκαζάρ δεν θα συνθηκολογήσει ποτέ!", απάντησε στους εκβιαστές του με όλη την τραγικότητα που μπορούν να έχουν αυτοί οι λόγοι, αφού γνώριζε ακριβώς τι θα επακολουθούσε. "Να προσευχηθείς στον Θεό για την ψυχή σου, να φωνάξεις "Ζήτω η Ισπανία!" και να πεθάνεις σαν γενναίος άνδρας" ήταν τα τελευταία λόγια του πατέρα προς τον γιο. Το μεγαλείο της στιγμής και το υπέρτατο της θυσίας δεν συγκίνησαν τους Κυβερνητικούς, που καταλήγοντας σε αυτό το οποίο οι αρχαίοι Έλληνες αποκαλούσαν "ύβριν" , έσπευσαν να εκτελέσουν τον 17χρονο άμαχο.
Στις 24 Ιουλίου οι υπερασπιστές του φρουρίου, αιφνιδιάζοντας τον εχθρό και διασπώντας τις γραμμές του, πραγματοποίησαν μια έφοδο στα καταστήματα του Τολέδο που βρίσκονταν κοντά στο Αλκαζάρ και μετέφεραν στο κάστρο όσα τρόφιμα βρήκαν.
Καθόλη τη διάρκεια της πολιορκίας το Αλκαζάρ βομβαρδιζόταν καθημερινώς, στην αρχή με οβίδες των 105 mm και κατόπιν με των 155 mm. Στις 25 Ιουλίου δύο νέα πυροβόλα των 155 mm άρχισαν να βάλλουν εναντίον των τειχών του. Σε αυτά αργότερα προστέθηκαν οκτώ νέα (πέντε των 155 mm και τρία των 75 mm). Αμέτρητες βόμβες των 500 kg ρίχθηκαν πάνω στα γερασμένα τείχη του φρουρίου γκρεμίζοντας τον βορειοανατολικό πύργο και καταστρέφοντας τη Σχολή Ιππικού. Μια νύκτα οι πολιορκητές προσπάθησαν να το κάψουν περιβρέχοντάς το με μια πυροσβεστική αντλία με βενζίνη. Το έσωσε την τελευταία στιγμή η γενναιότητα των υπερασπιστών του, που κατάφεραν σε μια απελπισμένη έξοδο να απομακρύνουν την αντλία και να τη στρέψουν εναντίον των πολιορκητών. Ο συνταγματάρχης Μοσκαρδό προκειμένου να αντιμετωπίσει τέτοιου είδους επιθέσεις σχημάτισε δύο τάγματα: το "τάγμα θανάτου" με την αποστολή να επιχειρεί εξόδους προκειμένου να απομακρύνει τους επιτιθέμενους ή να προμηθεύει με τρόφιμα και πολεμοφόδια τους υπερασπιστές του φρουρίου, και το "τάγμα του Σεμπλόν", με την αποστολή να ανοίγει σήραγγες και να ανατινάζει τα εκρηκτικά που τοποθετούσαν οι πολιορκητές.
Από την αρχή οι Κυβερνητικοί έκοψαν την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος προκειμένου να δυσκολέψουν τη διαβίωση των υπερασπιστών του φρουρίου, οι οποίοι άρχισαν να φωτίζουν τα υπόγεια, όπου είχαν καταφύγει, καίγοντας το λίπος των ζώων που έσφαζαν για να τραφούν, ενώ παράλληλα πραγματοποίησαν πολλές αυτοσχέδιες εφευρέσεις προκειμένου να υποκαταστήσουν την ηλεκτρική ενέργεια. Ένας ηλεκτρικός μύλος που λειτουργούσε με κινητήρα αυτοκινήτου προκειμένου να αλέθουν το σιτάρι, ήταν η πιο χαρακτηριστική εφεύρεση αυτού του είδους. Όταν τελείωνε το λίπος που χρησιμοποιούσαν για φωτισμό οι πολιορκούμενοι, οι Κυβερνητικοί είχαν τη φαεινή ιδέα να φωτίζουν όλη τη νύκτα το φρούριο με προβολείς για να μη τολμήσουν οι υπερασπιστές του να μεταβούν κρυφά στην πόλη προκειμένου να προμηθευτούν τρόφιμα. Οχυρωμένοι στα γύρω σπίτια πυροβολούσαν προς τους τοίχους του φρουρίου στη θέα και της παραμικρής κίνησης την οποία το φως των προβολέων καθιστούσε ορατή.
Η κατάσταση μέσα στο Αλκαζάρ είχε γίνει αφόρητη λόγω της έλλειψης τροφίμων. Οι μερίδες μειώθηκαν σε 180 γραμμάρια ψωμί, ένα μικρό κομμάτι αλογίσιο κρέας και ένα τέταρτο του λίτρου νερό την ημέρα. Η δυσεντερία θέριζε τους πολιορκημένους και ελλόχευαν οι επιδημίες, η εμφάνιση των οποίων αποτρεπόταν μόνο από τα αυστηρά μέτρα υγιεινής που είχαν λάβει οι δύο ηρωικοί γιατροί του φρουρίου. Μια μεγάλη δεξαμενή νερού καταστράφηκε από βόμβα αεροπλάνου στις 27 Ιουλίου, μειώνοντας σοβαρά τα αποθέματα του φρουρίου. Οι νεκροί, που πολλαπλασιάζονταν, λόγω έλλειψης χώματος δεν καλύπτονταν όσο έπρεπε με αποτέλεσμα μια έντονη δυσοσμία να καλύπτει το φρούριο. Τα φάρμακα και τα αναισθητικά εξαιτίας των πολλών τραυματισμών και των ακρωτηριασμών είχαν εξαντληθεί. Εκατό περίπου χειρουργικές επεμβάσεις πραγματοποιήθηκαν καθόλη τη διάρκεια της πολιορκίας σχεδόν χωρίς αναισθητικό. Υποψιαζόμενοι τις τραγικές συνθήκες στις οποίες είχαν περιέλθει οι πολιορκούμενοι, οι Κυβερνητικοί άρχισαν εναντίον τους ψυχολογικό πόλεμο.
Έτσι, τις ώρες που δεν τους πυροβολούσαν ή δεν τους βομβάρδιζαν, τους καλούσαν με τα μεγάφωνα να λιποτακτήσουν, περιγράφοντας τους τα ζουμερά μπιφτέκια και τη δροσερή μπύρα τα οποία τούς περίμεναν έξω από τα τείχη. Στην ουσία δεν εξαπατούσαν κανέναν. Όλοι οι υπερασπιστές του φρουρίου γνώριζαν ότι σε περίπτωση που παραδίδονταν η μοίρα τους ήταν προδιαγεγραμμένη και ότι τους περίμενε διαπόμπευση και εκτέλεση, πολλές φορές με μαρτυρικό τρόπο. Οι συνεχείς εκτελέσεις πολιτών του Τολέδο κατά τη διάρκεια της πολιορκίας και η πυρπόληση εκκλησιών και κατοικιών αντιφρονούντων επιβεβαίωναν καθημερινά τους φόβους τους και τους ωθούσαν να αμύνονται με περισσότερο πείσμα, ακόμα και όταν οι Κυβερνητικοί μετέφεραν τις οικογένειες κάποιων πολιορκούμενων και απειλούσαν ότι θα τις εκτελούσαν αν δεν παραδίδονταν. Με αυτές τις ενέργειες των κυβερνητικών, που συμπεριφέρονταν σαν μην ήταν ομοεθνείς τους οι πολιορκούμενοι, η κατάσταση είχε φθάσει στα άκρα. Οι γυναίκες που είχαν καταφύγει στο Αλκαζάρ ζητούσαν από τον συνταγματάρχη Μοσκαρδό να τους δώσει όπλα ώστε να πολεμήσουν και εκείνες. Ωστόσο το αίτημα απορριπτόταν από τον διοικητή για λόγους ιπποτισμού.
Μαρτύριο αποτελούσε για τους υπερασπιστές του Αλκαζάρ, λόγω της πλήρους απομόνωσης τους από τον έξω κόσμο, και η έλλειψη ειδήσεων για την πορεία του πολέμου και της εξέγερσης των αξιωματικών. Μόνο μια γραμμή τους συνέδεε απευθείας με το τηλέφωνο του κομμουνιστή διοικητή του Τολέδο, ταγματάρχη Μπαρθέλο, η οποία επίσης χρησιμοποιείτο για να τους πιέζουν να παραδοθούν. Ωστόσο στις 15 Αυγούστου με ένα ραδιόφωνο που κατάφεραν να θέσουν σε λειτουργία (με μπαταρίες από τα εργαστήρια Φυσικής της Σχολής), συντονίσθηκαν με τον σταθμό της Μαδρίτης ο οποίος ελεγχόταν από τους Κυβερνητικούς. Μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα κατά το οποίο είχαν μείνει χωρίς ειδήσεις περί της έκβασης του πολέμου, οι υπερασπιστές του Αλκαζάρ απογοητεύθηκαν πληροφορούμενοι από τον σταθμό της Μαδρίτης ότι "οι στασιαστές ηττώνται κατά κράτος". Είχαν απελπισθεί έως ότου άκουσαν τον εκφωνητή να αναγγέλλει την πτώση του Αλκαζάρ και να δίνει πλήρη περιγραφή του τρόπου παράδοσης των υπερασπιστών του! Αυτή η "είδηση" ήταν ένα ανέλπιστο δώρο: επιβεβαίωνε πλήρως τις υποψίες τους ότι οι Κυβερνητικοί μετέδιδαν μόνο ψέμματα για λόγους προπαγάνδας. Άρχισαν λοιπόν να ελπίζουν και πάλι. Δύο ημέρες αργότερα κατάφεραν να συντονισθούν με τον σταθμό της Λισσαβώνας, από όπου ενημερώθηκαν για την πραγματική πορεία του πολέμου, γεγονός που τούς έδωσε περισσότερο θάρρος. Ως επικύρωση των όσων άκουγαν από τη Λισσαβώνα έφθασε στις 22 Αυγούστου ένα μήνυμα από τον στρατηγό Φράνκο, που ρίχθηκε από ένα αεροπλάνο των Εθνικιστών το οποίο πέταξε πάνω από το Αλκαζάρ. Ο αρχηγός των Εθνικιστικών δυνάμεων τούς συνέχαιρε με αυτό για τον ηρωισμό τους και τούς ενημέρωνε ότι οι δυνάμεις του είχαν καταλάβει την πόλη Ταλαβέρα δε Ρεϊνα και προωθούντο προς το Τολέδο με σκοπό να λύσουν την πολιορκία και να τους απελευθερώσουν.
Ήταν η πρώτη ημέρα, μετά τη σφαγή του ανήλικου γιου του από τους Αριστερούς, που ο συνταγματάρχης Μοσκαρδό χαμογέλασε. Η εμφάνιση του αεροσκάφους των Εθνικιστών έγινε άλλες δύο φορές κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, στις 27 Αυγούστου και στις 6 Σεπτεμβρίου. Τότε δεν τους έριξε μόνο μηνύματα από τον στρατηγό Φράνκο αλλά και τρόφιμα και φάρμακα. Στο μεταξύ και ο συνταγματάρχης Μοσκαρδό προσπάθησε να στείλει ένα μήνυμα στον στρατηγό Αιμίλιο Μόλα στο Μπούργκος, όπου βρισκόταν το κέντρο των Εθνικιστών, με το οποίο τον ειδοποιούσε ότι το φρούριο αντιστέκεται. Την επικίνδυνη αποστολή ανέλαβε να φέρει σε πέρας ο λοχαγός Άλμπα Νόβας ντυμένος ως εργάτης, φέροντας και ένα πλαστογραφημένο σημείωμα του Κομμουνιστικού κόμματος στην τσέπη του. Όμως, μόλις 40 χιλιόμετρα πριν από το αρχηγείο του στρατηγού Μόλα, στο Μπουρουχόν, ο λοχαγός αναγνωρίσθηκε από έναν πρώην στρατιώτη του με αποτέλεσμα να συλληφθεί και να εκτελεστεί από τους Κυβερνητικούς...............



ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ BARBAROSSA

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΝΟΡΒΗΓΙΑΣ

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ
Η ΕΙΣΒΟΛΗ

........ (87) στρατιωτικός διοικητής της πόλεως, ο Συνταγματάρχης Σούντλο.
BERNARD ASH
Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΝΟΡΒΗΓΙΑΣ
1940
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΚΡΙΝΟΣ
ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΟΛΕΜΙΚΩΝ
ΕΚΔΟΣΕΩΝ
Σελ.450



Στις τρεις το πρωί οι Γερμανοί βρίσκονταν έξω από το σταθμό πλοηγήσεως στο Τρανόϋ, όπου το επόμενο πρωινό επρόκειτο να σταματήσει για νέα σχετικά με αυτούς ο βρετανός Γουώρμπαρτον - Λη. Μια ώρα αργότερα βρίσκονταν έξω από το νησί Μπαρόϋ και προχωρούσαν κυκλικά μέσα στο Όφοτφιορδ, το οποίο αποτελεί πρόσβαση προς το Νάρβικ. Εκεί δυο περιπολικά τους επισήμαναν και έδωσαν το σύνθημα του συναγερμού. Σταμάτησαν έξω από το Ράμνες και αποβίβασαν μικρόν αριθμό στρατευμάτων να ασχοληθούν με κάποια φρούρια που υπετίθετο ότι βρίσκονταν εκεί, τα φρούρια όμως αυτά δεν υπήρχαν παρά μόνο στο μυαλό του κακοπληροφορημένου ταγματάρχου Κουίσλιγκ. Το δεύτερο αυτό τμήμα στρατευμάτων που τα γερμανικά πλοία αποβίβασαν βαθύτερα στο φιορδ, στο Χέργιανγκσφιόρδ, είχε κι' αυτό το ανάλογο μερίδιο οπό τη συνολική σκανδαλώδη τύχη τής όλης επιχειρήσεως: η αποστολή του ήταν να καταλάβει τη νορβηγική αποθήκη πεζικού στο Έλβεργκααρντσμόεν, στην όποια ήσαν αποθηκευμένα τα εφόδια και τα εφεδρικά πυρομαχικά και όπλα για τέσσερα ολόκληρα τάγματα καθώς επίσης και όλο το υλικό γεφυροσκευών και μηχανικού του Στρατηγού Φλάϊσερ και πολύ άλλο σημαντικό υλικό. Η αποθήκη αυτή ήταν αφύλακτη, εκτός από μια συμβολική φρουρά, και το τάγμα το οποίο έσπευδε να την καλύψει ξανά, καθηλώθηκε οπό την ίδια χιονοθύελλα η οποία ματαίωσε και την άφιξη των ενισχύσεων για το Νάρβικ. Οι Γερμανοί κατέλαβαν την αποθήκη χωρίς έναν πυροβολισμό. Έτσι, στις πέντε η ώρα, τα αντιτορπιλικά άνοιγαν το δρόμο τους μέσα οπό το συνωστισμό των πλοίων στο ίδιο το λιμάνι του Νάρβικ.
Αυτή την ώρα στο λιμάνι βρίσκονταν το μόνα πολεμικά πλοία κάπως μεγάλου εκτοπίσματος που διέθετε η Νορβηγία, το Έϊντσβολντ, τεσσάρων χιλιάδων τόννων και το αδελφό του πλοίο Νόργκε. Ταίριαζαν πιο πολύ να βρίσκονται σε ένα ναυτικό μουσείο παρά στον πόλεμο, γιατί και τα δυο είχαν ναυπηγηθεί το 1900, αλλά διέθεταν πυροβόλα των 8.2 και των 5.9 ιντσών—τά πυροβόλα του πρώτου τουλάχιστο ήσαν πολύ πιο μεγάλα από οποιοιδήποτε(88) πυροβόλο έφεραν ακόμα και τα πιο μοντέρνα γερμανικά αντιτορπιλικά. Γενικά, και τα δυο νορβηγικά πλοία είχαν κάθε διάθεση να χρησιμοποιήσουν τα πυροβόλα τους, καθώς βρίσκονταν κιόλας σε συναγερμό οπό το σήμα που είχε δοθεί από τα περιπολικά. Έτσι το Έϊντσβολντ, έβαλε μια προειδοποιητική βολή εμπρός στην πρώρα του επικεφαλής πλοίου του γερμανικού στολίσκου, το οποίο τότε σταμάτησε, κατέβασε μια λέμβο και έστειλε έναν αξιωματικό δήθεν για συνομιλίες με τους Νορβηγούς. Ο αξιωματικός αυτός δεν κατάφερε να κερδίσει τίποτα οπό τούς Νορβηγούς, ούτε πήγε με ελπίδα να κερδίσει. Καθώς εγκατέλειψε το Έϊντσβολντ, και ενώ οι Νορβηγοί εξακολουθούσαν, ανθρωπιστικά φερόμενοι, να μη βάλλουν, αυτός έδωσε σύνθημα στους δικούς του ότι είναι εν τάξει, και πάνω σ' αυτό το γερμανικό Χάϊντ Καμπ εξαπέλυσε μια ομοβροντία τορπιλών στο γέρικο θωρηκτό από μια απόσταση μόλις εκατό γυάρδες και κυριολεκτικά το νορβηγικό πλοίο έγινε κομμάτια. Η τρομακτική έκρηξη ξύπνησε όλη την πόλη αλλά ήταν ήδη πολύ αργά. Το Νόργκε κατόρθωσε να πραγματοποιήσει δεκαεφτά βολές εναντίον των Γερμανών πριν κι αυτό με τη σειρά του τιναχτεί κομμάτια στον αέρα από τις γερμανικές τορπίλες την ώρα που ακόμα οι ανάστατοι κάτοικοι της πόλεως έτριβαν τα μάτια τους από τον ύπνο, τα γερμανικά στρατεύματα είχαν αποβιβασθεί και ο προδότης Σούντλο είχε διατάξει τους άντρες του να καταθέσουν τα όπλα τους. Το πιο παράτολμο εγχείρημα σε ολόκληρο το γερμανικό παιγνίδι είχε τελειώσει με επιτυχία.
Κατά ανάλογο τρόπο, σε όλες τις κύριες πόλεις της Νορβηγίας, ο λαός ξύπνησε για να βρει ήδη εμπρός του τους Γερμανούς κατακτητάς. Ανάμεσα στους πολύ λίγους που είχαν κατορθώσει να παρακολουθήσουν τα γεγονότα της νύχτας εκείνης με όποιο πρόσφορο μέσο βρισκόταν στη διάθεση τους, ήσαν και το μέλη τού νορβηγικού Υπουργικού Συμβουλίου, τα οποία είχαν συνέλθει αργά σε σύσκεψη, για να εξετάσουν το θέμα της παραβιάσεως οπό μέρους της Μ. Βρετανίας της ουδετερότητας τής χώρας των με την επιχείρηση Wilfred, και είχαν παραμείνει συνεδριάζοντας καθώς το νέα ότι οι Γερμανοί κατέφθαναν άρχισαν να μεταδίδονται από(89) τη μια μετά την άλλη κατεύθυνση. Στις τέσσερες η ώρα και μισή , το πρωί , ο γερμανός Πρεσβευτής, ο Δρ Μπράουερ, παρουσιάστηκε ? στό νορβηγό Υπουργό Εξωτερικών μέ ένα μακροσκελές και προσεκτικά διατυπωμένο έγγραφο, το οποίο άρχιζε με τον ισχυρισμό ότι τό Γερμανικό Ράίχ είχε αναλάβει την προστασία της Νορβηγίας εναντίον των Βρετανών και των Γάλλων. Το Γερμανικό Ράιχ, δήλωνε το έγγραφο του Πρεσβευτού, ήλπιζε ότι ο νορβηγικός λαός θα αποδεχόταν τη γερμανική δράση με κατανόηση και ότι δε θα προέβαλε κανενός είδους αντίσταση: η αντίσταση θα συντριβόταν με όλα τα μέσα. Υπήρχαν διατυπώσεις για «τις πιο τρομακτικές όψεις του πολέμου»—ως προς τη φύση των οποίων η ψυχαγωγία με το φιλμ του Δρος Μπράουερ, λίγες ημέρες πριν, δεν άφηνε καμιά αμφιβολία. Και ακολουθούσαν δεκατρία σημεία με απαιτήσεις στις οποίες υπήρχε η προσδοκία ότι η νορβηγική Κυβέρνηση θα συναινούσε. Στις απαιτήσεις αυτές περιλαμβανόταν και η έκδοση μιας προκηρύξεως που θα άπογόρευε κάθε αντίσταση, πού θά διέτασσε την παράδοση στους Γερμανούς άθικτων όλων των στρατιωτικών εγκαταστάσεων, όλων των μέσων επικοινωνίας και των υπηρεσιών για τις πλοηγήσεις, που θα όριζε την υπαγωγή του Τύπου και του Ραδιοφώνου στη γερμανική λογοκρισία και τη λήψη μέτρων για την υπαγωγή των ενόπλων δυνάμεων στον έλεγχο των Γερμανών. Ο Υπουργός των Εξωτερικών έφερε το ντοκουμέντο αυτό στο Υπουργικό Συμβούλιο, το οποίο το απέρριψε χωρίς δισταγμό και ο βασιλιάς Χάκων ενέκρινε την απόφαση αυτή με την ίδια σταθερότητα. Η Νορβηγία βρισκόταν σε πόλεμο με τη Γερμανία.
Με τί όμως επρόκειτο να πολεμήσουν οι Νορβηγοί; Ακόμη και η μεραρχία του στρατηγού Φλάϊσερ στο βορρά είχε βρεθεί ανέτοιμη: οι άλλες μεραρχίες δεν ήσαν ούτε καν κινητοποιημένες και μολονότι η διαταγή κινητοποιήσεως είχε δοθεί πλέον, θα χρειάζονταν δύο ημέρες πριν τα στρατεύματα αρχίσουν να εφοδιάζονται από τις αποθήκες. Πολύ όμως πριν περάσουν οι δυό αυτές ημερες, οι αποθήκες και όλα τα υλικά τους, μαζί με τα δυό εργοστάσια πυρομαχικών και μικρών όπλων, θα είχαν πέσει στα χέρια των Γερμανών—όπως θα συνέβαινε και με όλα τα μέσα επικοινωνίας (90)στην ορεινή αυτή και δυσπρόσιτη χώρα. Το Βρετανικό Υπουργικό Συμβούλιο θα συνερχόταν λίγες ώρες αργότερα και θα προσέφερε άμεση συμπαράσταση στη Νορβηγία χωρίς να περιμένει να του ζητηθεί. Τα στρατεύματα όμως ακριβώς τα όποια είχαν προετοιμασθεί να προσφέρουν τη συμπαράσταση αυτή είδαμε ότι ή βρίσκονταν στήν ξηρά στο Ντάνφερμλαϊν ή λικνίζονταν στα αγκυροβολημένα στον Κλάϊντ οπλιταγωγά χωρίς πλοία συνοδείας στη διάθεση τους εκτός από βάρκες. Με μια επιτυχημένη διαίσθηση για τις πραγματικές δυνατότητες της καταστάσεως, διαίσθηση που δε μπορούσε να περιμένει κανείς από μια κυβέρνηση η οποία δεν περίμενε ούτε στο ελάχιστο να βρεθεί εν ριπή οφθαλμού περιπλεγμένη σε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο, η Νορβηγική Κυβέρνηση πήρε τώρα μια σειρά αποφάσεις οι οποίες απέβλεπαν στη διατήρηση του κυβερνητικού ελέγχου στη χώρα παρά την τρομακτική κατάσταση που εδημιουργείτο. Απεφάσισε να εκκενώσει το Κοινοβούλιο από το προσωπικό των κυβερνητικών υπηρεσιών, από τα αρχεία και τον εξοπλισμό που- της ήταν απαραίτητος. Απεφάσισε τη μετάβαση του Βασιλιά καθώς και τη μεταφορά των αποθεμάτων της χώρας σε χρυσό, στο Χάμαρ, εβδομήντα μίλια προς το βάθος της κοιλάδος στο στόμιο της οποίας βρίσκεται το Όσλο, και κήρυξε την πρωτεύουσα ανοχύρωτη πόλη. Κατά τις 7 και μισή το πρωί όλοι είχαν ξεκινήσει οδικώς και σιδηροδρομικώς και το ενεργούμενο των Ναζί, ο προδότης Κουίσλιγκ ανέλαβε τον έλεγχο στην πρωτεύουσα. Αμέσως ανεκήρυξε τον εαυτό του πρωθυπουργό και διόρισε ένα Υπουργικό Συμβούλιο—πολλά από τα μέλη του οποίου αρνήθηκαν να αποδεχτούν το διορισμό τους. Της Νορβηγίας της έλειπαν πολλά πράγματα: μια αποτελεσματική Πέμπτη Φάλαγγα ήταν ένα από αυτά.

Μέχρι εδώ είναι δυνατόν να διαγραφούν με ακρίβεια τα γεγονότα της νύχτας στις 8 προς 9 Απριλίου στη Νορβηγία. Υπάρχει όμως και ένα σημείο που δεν μπορεί να διευκρινισθεί. Πολλοί Νορβηγοί πίστευαν και πιστεύουν ακόμα και μέχρι σήμερα, ότι υπήρξαν και γερμανικά στρατεύματα τα οποία εισέβαλαν τη νύχτα αυτή στη χώρα τους περνώντας τα σουηδικά σύνορα, ιδιαίτερα στη νότια Νορβηγία. Προσπαθώντας κανείς να επισημάνει τα γεγονότα (91) τα οποία δικαιολογούν μια τέτοια πεποίθηση, πέφτει πάνω σε φαντάσματα. Σε έναν διηγήθηκαν για σουηδούς μεθοριακούς φρουρούς οι οποίοι διέκοψαν την υπηρεσία τους έως ότου ένοπλες σκιές γλυστρήσουν προφυλακτικά πέρα από τα σύνορα, αλλά ποιός πράγματι είδε κάτι τέτοιο να συμβαίνει, πού, ποιά ώρα καί ούτω καθεξής; Πάντοτε σε παραπέμπουν σε κάποιον άλλον για το περιστατικό, για το χρόνο και τη θέση και οι λεπτομέρειες μένουν αόριστες. Πρόκειται μήπως απλά γιά ένα ακόμα προϊόν της εχθρικής επιφυλακτικότητας η οποία επιζεί ακόμα ανάμεσα στους Νορβηγούς καί στους Σουηδούς, από την εποχή του χωρισμού της Νορβηγίας από τη Σουηδία, στα πρώτα χρόνια του αιώνα μας, ένα προϊόν φόβου το οποίο σερνόταν πάντοτε στις σχέσεις των δυο χωρών, ότι η Σουηδία θα επιζητούσε να αναλάβει ξανά τον έλεγχο της Νορβηγίας; Εφαρμόζεται τάχα εδώ η αρχή ότι υπάρχει πάντα κάποια πραγματική βάση και στις πιο απίθανες διαδόσεις; Δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία —το παραδέχονται και οι Σουηδοί οι ίδιοι αυτό — ότι γερμανικές ενισχύσεις και εφόδια πέρασαν τα σουηδικά σύνορα, ιδιαίτερα στο βόρειο μέτωπο, στις επόμενες φάσεις της εκστρατείας: ενισχύσεις, για παράδειγμα, πέρασαν με το πρόσχημα ότι αποτελούσαν προσωπικό του Ερυθρού Σταυρού, παρ' όλο που οι ενισχύσεις αυτές πολύ λίγο έμοιαζαν για προσωπικό του Ερυθρού Σταυρού. Πυρομαχικά περιέχονταν σε κιβώτια που έγραφαν επάνω «Ψάρια», τα ψάρια όμως αυτά ήσαν περιέργως βαρειά. Άλλοι Γερμανοί επίσης πέρασαν μέσω Σουηδίας, ήσαν όμως ασθενείς ή αδειούχοι και χωρίς τα όπλα τους. Όλα αυτά είναι πράγματα που τα παραδέχονται οι Σουηδοί και μπορεί κανείς κάτι να πει σχετικά μ' αυτά πάνω στον ισχυρισμό ότι συνέβαιναν ή γιατί οι Σουηδοί δεν είχαν τη δύναμη και τα μέσα να τα εμποδίσουν ή γιατί δεν είχαν το δικαίωμα να τα εμποδίσουν από τις διεθνείς συμβάσεις. Οι ίδιοι οι δικοί μας πιλότοι των καταδιωκτικών μας που πολέμησαν γύρω στο Νάρβικ, είχαν πεισθεί ότι εάν κατεδίωκαν ένα ναζιστικό αεροπλάνο πάνω από τη μεθόριο, ο ναζιστής έφευγε ελεύθερος προς τη Σουηδία ενώ ο βρετανός συναντούσε και τα δυό μαζί: και το αντιαεροπορικό πυρ και τις επίσημες διαμαρτυρίες. Πόσα όμως από τα στοιχεία αυτά είναι προϊόντα της (92) εξάψεως τής φαντασίας στη φωτιά της μάχης και πόσα προήλθαν από τις διαδόσεις ότι τάχα είχαν λάβει χώρα; Επρόκειτο για σύντομη φάση. Η ανάπτυξη των εχθρικών δυνάμεων ακόμα και από την ώρα αυτή, προχωρούσε ραγδαία, αεροπορικώς προς τις πόλεις της κεντρικής και της νότιας Νορβηγίας, καθώς και από τη θάλασσα μέσα από το στενό θαλάσσιο πέρασμα στο Σκάγερρακ. Αυτή ήταν η στιγμή κατά την οποία οι Συμμαχικές δυνάμεις θα μπορούσαν να έχουν καταφέρει το πλήγμα τους για την υπεράσπιση της Νορβηγίας' παρ' όλα αυτά ήσαν ανίκανες να χτυπήσουν.
Οι Σουηδοί εμφανίζονται ότι δεν έδειξαν ενεργό εχθρότητα εναντίον των Νορβηγών. Επέτρεπαν στους νορβηγούς πολίτες νά πηγαίνουν και να έρχονται, αμερόληπτα έθεταν υπό κράτηση πρόσωπα με στολή και των δυό στρατοπέδων τα οποία περνούσαν τα σύνορα. Στη βόρεια Νορβηγία προς το τέλος, όταν οι Γερμανοί είχαν σχεδόν ηττηθεί, μερικά πρόσωπα περίμεναν βάσιμα ότι η Σουηδία θα εκήρυσσε τον πόλεμο εναντίον της Γερμανίας. Δεν υπήρξε ποτέ ισχυρισμός από γερμανικής πλευράς ή οποιαδήποτε σχετική εκμυστήρευση, ότι οι Σουηδοί συμπαραστάθηκαν στους Γερμανούς. Η αλήθεια δε θα γνωστοποιηθεί ποτέ, οι διαδόσεις όμως επιμένουν και η κατηγορία σέρνεται γιατί, είτε ήρθαν μέσω Σουηδίας οι Γερμανοί είτε όχι, βρίσκονταν χωρίς αμφιβολία στο Όσλο, στο Μπέργκεν, στο Τροντχάϊμ, και σε όλα τα σημεία που διάλεξαν για τις αποβιβάσεις τους, και οι Νορβηγοί ξύπνησαν για να τους βρουν ξαφνικά μπροστά στα μάτια τους.




Η πρώτη αντίδραση των Νορβηγών ήταν μιά οδυνηρή κατάπληξη και μια περίεργη νάρκωση, μια αίσθηση παραλύσεως— πράγμα που με τη σειρά του βοήθησε κι' αυτό τους Γερμανούς να απλωθούν καί νά σταθεροποιηθούν στην κρίσιμη αυτή φάση κατά την οποία μόλις είχαν βγει στην ξηρά και η θέση τους εξαρτιόταν ακόμα από την εντύπωση δυνάμεως που θα προκαλούσαν παρά από τη δύναμη την ίδια. Η αντίδραση υπήρξε ακριβώς η ίδια από το Νάρβικ στο βορρά έως το Όσλο στο νότο. Ένας ανταποκριτής του Νταίηλυ Τέλεκγραφ βρισκόταν στο Όσλο αυτή την εποχή. Περιέγραψε αργότερα πως, στις 8 παρά τέταρτο το πρωί, ενώ ακόμα ο πληθυσμός ζούσε σε αμφιβολία, σε σύγχιση και σε άγνοια για το τί ακριβώς είχε συμβεί, πέντε γερμανικά βομβαρδιστικά έφτασαν σα βροντή χαμηλά πάνω από τις στέγες των σπιτιών — πως επί δυο συνέχεια ώρες κατόπιν τα Γερμανικά αεροπλάνα έφταναν κατά μικρά σμήνη, μόνο κατά μικρά σμήνη, προσποιούνταν και έφευγαν, μη ρίχνοντας βόμβες αλλά ενσπείροντας συνέχεια τον τρόμο ότι σε κάθε στιγμή θα μπορούσαν να ρίξουν: και την ώρα που οι προσποιήσεις αυτές λάβαιναν χώρα, (93) αερομεταφερόμενα στρατεύματα δεν έχαναν φυσικά την ευκαιρία να αποβιβάζονται στο αεροδρόμιο της πόλεως για να καταλάβουν το στόχο τον οποίον είχαν αποτύχει μέχρι στιγμής να τον κυριεύσουν με τα άλλα τους τμήματα, εκείνα που παρά τη θέληση τους είχαν αποβιβαστεί από τα πλοία, μακρυά, προς τα περάσματα του φιόρδ.
«Χιλιάδες από τους κατοίκους τοΰ Όσλο, έμεναν να παρακολουθούν χάσκοντας και τρομαγμένοι τους Γερμανούς» έγραψε ο ανταποκριτής, «αλλά πανικός δεν υπήρχε. Κανένας μας δεν φανταζόταν ποτέ ότι γερμανικά πολεμικά πλοία βρίσκονταν στον εσώτερο λιμένα και ότι το Όσλο ήταν ήδη καταδικασμένο... Η ίδια παραφροσύνη από ακατανόητα γεγονότα εξακολούθησε όλη την ήμερα... Δεκάδες χιλιάδες άτομα κυκλοφορούσαν χαζεύοντας στους δρόμους και στα πεζοδρόμια, περιμένοντας σε ολοκληρωτική αμηχανία. Όλοι αναρωτιόμασταν πού είναι οι Άγγλοι, αλλά και επίσης πού ήσαν οι Γερμανοί;».

Και μόνο κατά τα μισά του απομεσήμερου εμφανίστηκαν οι Γερμανοί—πρώτα από όλα δυό καμιόνια φορτωμένα στρατό, καίι λίγο πιό πίσω μια φάλαγγα πεζοί με επικεφαλής τον ίδιο το Στρατηγό Φάλκενχορστ. Ήταν μιά μικρή .φάλαγγα, λίγα λεπτά της χρειάστηκαν για να περάσει. Οι άντρες βάδιζαν κατά τμήματα, με βλοσυρή έκφραση και υπέροχο συγχρονισμό. Μια πόλη με ένα τέταρτο του εκατομμυρίου κατοίκους που συνωθούνταν να παρακολουθούν τη μικροσκοπική φάλαγγα να περνάει, παραλυμένη πάντοτε, κυριεύτηκε από τη μικρή αυτή δύναμη. Φρουροί τοποθετήθηκαν αμέσως στα κυβερνητικά γραφεία και στα άλλα βασικά κτίρια. Μιά ομάδα γερμανοί στρατιώτες φάνηκαν σε ένα από τα παράθυρα του Κοινοβουλίου και άρχισαν να τραγουδούν ρωμαλέα ενώ ένας από όλους έπαιζε ακορντεόν. Οι παράτες και οι αντιπαράτες εξακολουθούσαν. Επρόκειτο για τον πιο "φανταστικό στρατό που κυρίευσε ποτέ μια πόλη στόο σύγχρονο πόλεμο, γιατί ήταν ένας θεατρικός στρατός, ένας στρατός όπερα κωμίκ—κάτι ισχυρό και ατελείωτο αλλά το οποίο εκ του εμφανούς το συγκροτούσαν τα ίδια μικρά τμήματα ηθοποιών που περνούσαν παρελαύνοντας συντεταγμένα πέρα και δώθε ή που τα έβλεπε κανείς μέσα από μια (94) πόρτα ή ένα παράθυρο. Δεν υπήρχε καθόλου νόημα σε όλα αυτά και στην περίοδο τούτη οι Γερμανοί περνούσαν βλοσυροί, χρησιμοποιώντας κάθε .στρατήγημα και κάθε ψυχολογικό τέχνασμα για να εντυπωσιάσουν το λαό της παραβιασμένης χώρας ότι τάχα βρισκόταν στην αρπάγη ενός μεγάλου στρατού—ενώ στην πραγματικότητα, μέχρις ότου ενισχύσουν τις δυνάμεις τους, διέτρεχαν τον κίνδυνο σχεδόν να εκμηδενισθούν οπό τους Νορβηγούς, μόνο με τη δύναμη του πλήθους χωρίς καλά - καλά να χρειάζονται όπλα γι' αυτό
Μια από τις πρώτες ενέργειες του Κουίσλιγκ, όταν ανέλαβε την εξουσία στο Όσλο, ήταν να αναστείλει τη διαταγή κινητοποιήσεως. Η νόμιμη Νορβηγική Κυβέρνηση δεν είχε μέσα να καταγγείλει την αναστολή, διότι στο Χάμαρ όπου είχε καταφύγει δεν υπήρχαν ευκολίες μεταδόσεως των διαταγών σε εθνική κλίμακα και οι Γερμανοί είχαν θέσει υπό τον έλεγχο τους το τηλεφωνικό σύστημα. Είχε συμβεί όμως το εξής: με μια ομιλία του από το ραδιόφωνο, ακριβώς πριν η κυβέρνηση αναχωρήσει, ο Υπουργός των Εξωτερικών, ο Δρ Κόχτ, είχε αναφέρει ότι η κινητοποίηση είχε διαταχθεί. Οι στρατεύσιμοι λοιπόν σε όλη τη Νορβηγία θεώρησαν τη διαταγή αυτή ότι τους υποχρέωνε να παρουσιαστούν. Στις πιο πολλές περιπτώσεις αυτό ήταν αδύνατο γιατί ένας από τους πρώτους αντικειμενικούς σκοπούς των Γερμανών σε κάθε περιοχή όπου αποβιβάζονταν ήταν να καταλάβουν τις αποθήκες υλικού επιστρατεύσεως και διότι το συγκοινωνιακό σύστημα της χώρας κατακερματίστηκε και για ένα σωρό άλλους λόγους. Παρ΄όλα αυτά, καθώς η κατάπληξη της ημέρας άρχισε να παρέρχεται—και αυτό γινόταν περισσότερο ή λιγώτερο καθώς και οι (95) παράτες όπερα - κωμίκ του ίδιου του γερμανικού στρατού τελείωναν-πήραν απόφαση να πολεμήσουν όπου μπορούσαν και με όποιον μπορούσε να ενωθεί μαζί τους. Μερικοί από αυτούς είχαν εκπαιδευθεί κατά τρόπο απαρχαιωμένο μερικοί μάλιστα ελάχιστα είχαν εκπαιδευθεί. Συμβαίνει όμως στη Νορβηγία ή σκοποβολή να είναι ένα εθνικό άθλημα. Συμβαίνει ακόμα, οι πιο πολλοί Νορβηγοί ενεργού ηλικίας να είναι ικανοί χιονοδρόμοι—πράγμα που δεν είναι αφύσικο σε μια χώρα η οποία το περισσότερο μέρος του χρόνου είναι σκεπασμένη από χιόνια. Εάν λοιπόν δε θα τους ήταν δυνατό να πολεμήσουν σαν ένας στρατός, θα μπορούσαν να πολεμήσουν σαν αντάρτες στα βουνά και στις κοιλάδες, όσον καιρό θα μπορούσαν να βρουν Νορβηγούς συντρόφους να πολεμήσουν στο πλευρό τους. Και πράγματι, σε εντελώς σύντομο χρονικό διάστημα, το νότιο τουλάχιστο τμήμα της χώρας, ζωντάνεψε ολόκληρο από άντρες που έσπευδαν — γέμισε θα ήταν εσφαλμένη λέξη να χρησιμοποιήσουμε γιατί η Νορβηγία είναι μια μεγάλη χώρα με μικρό πληθυσμό.
Σε μικρές ομάδες, άνά δυό ή τρεις, μερικές φορές μάλιστα και ένας - ένας στήν αρχή, άνθρωποι απο παντού άφιναν τα σπίτια τους, τις οικογένειες τους, το κάθε δικό τους και ξεκινούσαν να βρουν κάποιο είδος εστίας αντιστάσεως γύρω από την οποία θα μπορούσαν να συσσωματωθούν. Οι μικρές ομάδες θα οργανώνονταν σε μεγαλύτερες ομάδες και έτσι, μολονότι όσα συνέβαιναν δεν είχαν καμμιά σχέση με το σχηματισμό στα χαρτιά του Νορβηγικού Στρατού στον οποίο θα έπρεπε να καταταγούν—ένας στρατός της περιστάσεως δημιουργήθηκε. Ένας στρατός ο οποίος επρόκειτο να ανδρωθεί εναντίον κάθε λογικής για να αποδυθεί σε απέλπιδες μάχες καθυστερήσεως του εχθρού έως ότου κατορθωνόταν να καταφθάσουν ενισχύσεις.

Στο ίδιο χρονικό διάστημα αεροπλάνα, έστω και απ' αυτά που διέθετε η Νορβηγία — ακατάλληλα τα περισσότερα τους για να χρησιμοποιηθούν σαν καταδιωκτικά ή σαν βομβαρδιστικά—ανυψώθηκαν και ενεργούσαν με κάθε τρόπο που μπορούσε να επινοηθεί για να προκαλούν σύγχιση και ενοχλήσεις στα Γιούνκερς και στα Μέσσερσμιτ. Από μερικά από αυτά οι αεροπόροι εξακόντιζαν με τα χέρια τους τις λίγες βόμβες που διέθεταν, άλλα απλώς βουτούσαν(96) και προσποιούνταν ότι πολυβολούσαν τις χερσαίες δυνάμεις. Γρήγορα έμειναν χωρίς καύσιμα και μερικά από αυτά χωρίς οποιοδήποτε είδος βενζίνης. Μερικά αντιμετώπισαν το αδύνατο και έφυγαν για τη Σκωτία—διασώζοντας έτσι τουλάχιστο τους πιλότους των για να εξακολουθήσουν να πολεμούν σαν ελεύθεροι άντρες, διότι τα αεροπλάνα τα ίδια, όλα χωρίς εξαίρεση, αμέσως χαρακτηρίστηκαν σα μη κατάλληλα για χρήση.
Όσο για το Νορβηγικό Ναυτικό, είχε μείνει λίγο και απ' αυτό μετά από τις απελπισμένες συγκρούσεις στα φιορδ.
Αδίστακτα αποφάσισε πιο ήταν το καθήκον του, όπως αδίστακτα είχε συγκρουστεί από την πρώτη στιγμή με τον εχθρό, και δεν έδωσε καμιά σημασία σε οποιαδήποτε από τις διαταγές του Κουίσλιγκ. Όλα τα σκάφη που είχαν απομείνει, σήκωσαν άγκυρες για τα λιμάνια της Μ. Βρετανίας ή για οπουδήποτε θα ήταν δυνατόν να συναντήσουν το βρετανικό στόλο. Το αντιτορπιλλικό Σλάϊπνερ, το οποίο το έχουμε ήδη συναντήσει να πραγματοποιεί το πρώτο του πλήγμα κατά του εχθρού, ανοίχτηκε στη θάλασσα σέρνοντας μαζί του ένα μεγάλο μεταφορικό πλοίο των Γερμανών του οποίου ο κυβερνήτης μάταια διαμαρτυρόταν ότι δεν μετέφερε στρατό ή στρατιωτικά εφόδια οποιουδήποτε είδους. Στα μισά όμως του δρόμου το γερμανικό κατόρθωσε να το σκάσει από τον ανεπιθύμητο σύντροφο του. Το Σλάϊπνερ έγινε δεκτό με έναν τρομερά πανηγυρικό τρόπο όταν έφτασε στο Σήτλαντς στη Μ. Βρετανία και ξανά όταν κατέπλευσε το Σκάπα Φλόου. Ανέλαβε ξανά υπηρεσία στις τάξεις του βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού έξω από τις νορβηγικές ακτές μόλις μαν εβδομάδα αργότερα και ο πρώτος του υποπλοίαρχος χρησιμοποιήθηκε σαν αξιωματικός σύνδεσμος με τις ναυτικές δυνάμεις εκεί. Άλλοι ακολούθησαν το ίδιο παράδειγμα και έτσι τα νορβηγικά πλοία, στα οποία περιλαμβάνονταν και νέα πλοία αγορασμένα με χρήματα από τα αποθέματα χρυσού της χώρας, τα οποία φυγαδεύτηκαν κάτω από τη μύτη των Γερμανών, ή με τα κέρδη του νορβηγικού εμπορικού στόλου, έλαβαν με όλες τους τις δυνάμεις μέρος στον πόλεμο κατά θάλασσα στα επόμενα χρόνια.
Αναμφίβολα όμως το μεγαλύτερο δώρο της Νορβηγίας στον ελεύθερο κόσμο ήταν ο εμπορικός της στόλος .
Η χώρα αυτή είχε (97) τον τρίτο εμπορικό στόλο του κόσμου. Διέθετε διακόσια εβδομήντα δύο σύγχρονα πετρελαιοφόρα μόνο. Και τα πετρελαιοφόρα αυτόν τον καιρό άξιζαν όσο ήταν και το βάρος τους σε χρυσάφι, ενώ ταυτόχρονα ήταν τα πιο επικίνδυνα καράβια για να υπηρετεί κανείς σ' αυτά. Συνολικά είκοσι πέντε χιλιάδες ναυτικοί και χίλια πλοία προσχώρησαν να πολεμήσουν στον απελπισμένο αγώνα στον Ατλαντικό και σ' ολόκληρον τον κόσμο — πλοία των οποίων τα πάτρια λιμάνια βρίσκονταν στο εξής σε μια παράξενη χώρα, ναυτικοί οι οποίοι συχνά δεν γνώριζαν εάν οι οικογένειες τους ζούσαν ή πέθαναν, εάν είχαν με τι να ζήσουν, εάν ήσαν ελεύθερες ή κλεισμένες σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Η εργασία τους ήταν περίλαμπρη και η συνεισφορά τους στη Συμμαχική Νίκη αναντικατάστατη, παρ' όλο πού τώρα σπάνια τη θυμούμαστε τη συνεισφορά αυτή ή μιλούμε γι΄ αυτή.

Έτσι, στο πέρασμα μιας ημέρας η οποία άρχισε με μια παραλυτική κατάπληξη και αδράνεια, η Νορβηγία βρήκε τον εαυτό της. Η Μ. Βρετανία δεν είχε βρει ακόμα το δικό της εαυτό και δεν θα τον εύρισκε μέχρις ότου θα δεχόταν κι αυτή παρόμοιο κλονισμό οπό τις δικές της καταστροφικές ήττες στη δύση. Όταν τα νέα για την εισβολή στη Δανία και στη Νορβηγία ξέσπασαν απότομα στο ραδιόφωνο και στις εφημερίδες, το πρωί στις 9 Απριλίου, όλοι περίμεναν με βεβαιότητα ότι το ισχυρότερο Ναυτικό του κόσμου, ο Στρατός ο οποίος στη διάρκεια ολοκλήρων γενεών πολέμησε νικηφόρα παντού στην υδρόγειο και μια Αεροπορία η οποία ήταν οπό τεχνική άποψη ανώτερη προς οτιδήποτε διέθεταν οι Γερμανοί, θα εξορμούσαν μαζί προς τη Νορβηγία σε εκδίκηση και θα πετούσαν τους αλαζονικούς Γερμανούς στη θάλασσα. Χιλιάδες δημοσιεύματα στις εφημερίδες διατράνωναν το θρύλο ότι η Γερμανική Αεροπορία ήταν ήδη απαρχαιωμένη, διακήρυσσαν την πεποίθηση ότι η επίθεση αεροπλάνων εναντίον πολεμικών πλοίων δεν ήταν αποτελεσματική, κάτι περισσότερο μάλιστα: ότι ήταν εν μέρει αυταπάτη και εν μέρει ευσεβής πόθος. Στο κάτω - κάτω, μήπως, μόλις λίγες μέρες πριν, ο ίδιος ο πρωθυπουργός δεν είχε δηλώσει ότι ο Χίτλερ είχε χάσει το «λεωφορείο»; Ακόμα και με όσα είδαμε να συμβαίνουν στη Νορβηγία, η έκταση των ευσεβών πόθων,(98) που κρέμονταν πάνω από τη Μ. Βρετανία σαν ένα σύννεφο αυταπάτης και πλάνης ήταν απίστευτη·—-απολύτως το ίδιο πνεύμα βασίλευε και στην κυβέρνηση των ηλικιωμένων ανθρώπων και στις πολεμικές επιτροπές. Σε τέτοιο σημείο, ώστε, ακόμα και κατά τη διάρκεια της ημέρας που ακολούθησε την εισβολή, ο Μίστερ Τσάμπερλαιν μπόρεσε με το άτονο ύφος του να δηλώσει στη Βουλή των Κοινοτήτων ότι οι ειδήσεις κατά τις οποίες οι Γερμανοί είχαν αποβιβασθεί στο Νάρβικ ήσαν έκτος συζητήσεως, ότι υπήρχε ένα σημείο στο βορειότερο άκρο της Νορβηγίας ονομαζόμενο Λάρβικ και ότι κατά πάσαν πιθανότητα στο σημείο αυτό θα πρέπει να είχαν αποβιβασθεί. Δεν υπάρχει όμως ούτε ίχνος από οποιαδήποτε οπό τις εκθέσεις που να μνημονεύει πουθενά το Λάρβικ.
Το Υπουργικό Συμβούλιο (στο οποίο μεταβιβάστηκε οπό τις περιστάσεις η ευθύνη για τις επιχειρήσεις στη Σκανδιναυική Χερσόνησο από το Ανώτατο Διασυμμαχικό Πολεμικό Συμβούλιο και το οποίο συνεπώς δε μπορούσε πλέον να παραπέμψει τις ευθύνες του άλλου) ούτε λίγο ούτε πολύ, είχε υποσχεθεί πλήρη και άμεση βοήθεια στο νορβηγικό λαό: έπρεπε τώρα να κρατήσει την υπόσχεση του. Πώς θα το κατόρθωνε; Κάθε πλοίο που θα μπορούσε να διαθέσει το Ναυτικό βρισκόταν ήδη σε διατεταγμένη υπηρεσία και οι μονάδες του στόλου βρίσκονταν την ώρα αυτή σε μάχη με τον εχθρό ή έτοιμες να εμπλακούν. Η Αεροπορία θα προσπαθούσε να φτάσει τους στόχους της ατή Νορβηγία' όπως όμως έχουμε προγούμενα παρατηρήσει, ο καιρός ήταν κακός, μερικοί στόχοι βρίσκονταν στο έσχατο όριο για τα αεροσκάφη που διαθέταμε τότε, μερικοί μάλιστα και εντελώς έξω από την ακτίνα δράσεως των αεροπλάνων μας. Εκτος από αυτά, η Αεροπορία, όπως και οι άλλες στρατιωτικές δυνάμεις, θα δεσμευόταν σ' αυτή τη φάση με αυστηρές διαταγές να βομβαρδίζει μόνον όταν στρατιωτικοί στόχοι θα ήταν δυνατόν να απομονωθούν και να διαπιστωθούν καθαρά. Όσο για το Στρατό, ο οποίος θα έπρεπε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα να αποβιβασθεί στη Νορβηγία, έχουμε ήδη αρκετή γνώση για τις δυνάμεις που υπήρχαν διαθέσιμες στο στρατόπεδο στο Ντανφερμλάϊν και στα οπλιταγωγά στον Κλάϊντ και σε ποια κατάσταση βρίσκονταν μερικές από αυτές. Έπρεπε τώρα, οι δυνάμεις αυτές, χωρίς καμιά (99) καθυστέρηση να απελευθερωθούν από την καταναγκαστική τους καραντίνα να τεθούν για μια ακόμη φορά σε κίνηση , με προορισμό τώρα να πολεμήσουν αντί απλά να αποβιβασθούν ή μόνο να καταλάβουν τα επίκαιρα σημεία και να αναλάβουν καθήκοντα φρουρών.


ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

ALEXIS CARREL: Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ MAZY ΑΤΟΜΟ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΥΠΑΡΞΗ — ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΝΟΜΙΝΑΛΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΑ ΔΥΟ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ
H σημερινή κοινωνία αγνοεί το άτομο. Βλέπει, μονάχα τις ανθρώπινες υπάρξεις, πιστεύει πραγματικά πως υπάρχουνε έννοιες καθολικές και μας φέρνεται σα νάμαστε έννοιες αφηρημένες. Η σύγκριση αυτή στην έννοια του άτομου και της ανθρώπινης ύπαρξης έφερε την κοινωνία σε μια απ' τις πιο μεγάλες της πλάνες : να θέλει να φτιάξει όλους τους ανθρώπους ομοίους πάνω στο ίδιο καλούπι.
Ίσως αν ήτανε όλοι απ' αρχής όμοιοι, θα ήτανε δυνατό να μεγαλώσουνε, να ζήσουνε και να δουλέψουνε μέσα σε κοπάδια σαν τα ζώα. Ο καθένας όμως έχει την προσωπικότητα του και δεν μπορεί να τον βλέπει κανείς σαν ένα αφηρημένο σύμβολο. Όπως ξέρουμε, χρόνια τώρα, όλοι οι μεγάλοι άντρες μεγάλωσαν στη μοναξιά κι' αρνήθηκαν να μπούνε σε σχολειό. Η αλήθεια όμως είναι πως το σχολειό είναι απαραίτητο για τις τεχνικές σπουδές κι' ακόμα πολύ χρήσιμο για να ικανοποιεί την ανάγκη που νοιώθει το παιδί να βρίσκεται κοντά σε ομοίους. Πρέπει, όμως, η αγωγή να πέρνει μια πολύ προσεγμένη κατεύθυνση και τέτοια κατεύθυνση δεν μπορούνε να τη δώσουνε παρά μονάχα οι γονιοί, γιατί αυτοί, και περισσότερο η μητέρα, είδανε απ' την πρώτη τους εμφάνιση τις ψυχολογικές και πνευματικές ιδιορρυθμίες των παιδιών, που μπορούνε να οδηγήσουνε την αγωγή του σ' ένα σωστό δρόμο. Η σημερινή κοινωνία έκανε το μεγάλο αυτό λάθος, να βάλει στη θέση της οικογένειας το σχολειό, απ' την πιο μικρή ηλικία του παιδιού. Κι' αυτό γιατί οι γυναίκες προδώσανε τον προορισμό τους, εγκαταλείψανε τα παιδιά τους στα νηπιαγωγεία για ν' ασχοληθούνε με την καριέρα τους, με τις κοσμικές φιλοδοξίες τους, τις σεξουαλικές ηδονές τους, τις λογοτεχνικές και καλλιτεχνικές φαντασιοπληξίες τους ή ακόμα απλούστατα για να παίξουνε το bridge τους, να πάνε στο cinema τους και να περάσουνε τον καιρό τους όσο γίνεται πιο άσκοπα. Έτσι κατάφεραν και ξεχαρβάλωσαν την οικογένεια μέσα στην οποία το παιδί μεγάλωνε και μάθαινε ένα σωρό πράματα απ' τους μεγάλους. Τα σκυλιά που μεγαλώνουνε μαζύ μ' άλλα ζώα της ίδιας ηλικίας, ποτέ δεν παίρνουνε την ανάπτυξη που θα περνάνε αν τρέχανε λεύτερα μαζύ με τους γονιούς τους.
Το ίδιο γίνεται και με τα παιδιά πού χάνονται μεσ' το πλήθος των άλλων παιδιών χωρίς νάχουνε την επίδραση απ' το μυαλό των μεγαλυτέρων. Το παιδί μιμείται με τη μεγαλύτερη ευκολία τις φυσιολογικές, συναισθηματικές και πνευματικές ενέργειες που βλέπει γύρω του. Από παιδιά όμως της ηλικίας του τί μπορεί να πάρει ; Όταν είναι αναγκασμένο να ζει σα μια μονάδα μεσ' το σχολειό, μεγαλώνει με το χειρότερο τρόπο. Για να μεγαλώσει και να προοδέψει το άτομο, πρέπει να ζήσει μεσ' τη μοναξιά και μαζύ την φροντισμένη προσοχή της μικρής οικογενειακής ομάδας.
Η κοινωνία αγνοώντας το άτομο αφήνει και μεγαλώνουνε μέσα της όλοι αυτοί οι ατροφικοί άνθρωποι. Ο άνθρωπος δε δέχεται έτσι με το αζημίωτο, τον τρόπο αυτό της ύπαρξης, την ομοιόμορφη κι' ανόητη δουλειά που είναι υποχρεωμένοι να κάνουνε οι εργάτες των εργοστασίων, οι υπάλληλοι των γραφείων κι' όσοι γενικά δουλεύουνε για μια μαζική παραγωγή. Μέσα στην απεραντωσύνη της σημερινής πόλης, ο άνθρωπος νοιώθει πως είναι χαμένος και ατέλειωτα μοναχός. Τί άλλο είναι παρά μια αφηρημένη έννοια, ένα ζωντανό μεσ' το κοπάδι ; Δεν έχει πια ούτε το συναίσθημα της ευθύνης, ούτε της αξιοπρέπειας. Μέσα στο πλήθος όλη τη δύναμη την έχουνε οι πλούσιοι, οι πολιτικοί κ' οι κλέφτες. Οι άλλοι όλοι είναι μια ανώνυμη σκόνη που ποδοπατιέται καθημερινά απ' το κάθε πόδι. Αντίθετα, μπορεί το άτομο και κρατάει ακέρια την προσωπικότητά του, όταν βρεθεί σε μια μικρή ομάδα όπου είναι γνωστό, σ' ένα μικρό χωριό ή σε μια μικρή πόλη, όπου η σπουδαιότητα του είναι σχετικά μεγάλη, και όπου έχει την ελπίδα να γίνει μια μέρα ένας σημαντικός πολίτης. Η θεωρητική παραγνώριση της ατομικότητας έκανε να εξαφανισθεί πραγματικά κάθε ατομικότητα.
Άλλη μια πλάνη που έφερε η σύγχιση αυτή στις έννοιες της ανθρώπινης ύπαρξης και του ατόμου είναι η πίστη στη δημοκρατική ισότητα. Σήμερα, όμως, η πείρα δίδαξε τους λαούς να μην πιστεύουνε σ' ένα τέτοιο δόγμα. Γι' αυτό νομίζουμε πως είναι και περιττό να μιλήσουμε για το πόσο σφαλερή είναι η θεωρία αυτή της δημοκρατικής ισότητας. Είναι όμως περίεργο πως μπόρεσε και στάθηκε τόσον καιρό μια τόσο πλανερή θεωρία. Πώς αλήθεια η ανθρωπότητα ξεγελάστηκε τόσον καιρό ; Η δημοκρατική ισότητα αγνοεί την πραγματική κατασκευή τού κορμιού και συνείδησης. Το άτομο είναι κάτι το συγκεκριμένο και δεν του ταιριάζει μια τέτοια θεωρία. Σίγουρα, όλες οι ανθρώπινες υπάρξεις είναι ίσες μεταξύ τους, όχι όμως και τ' άτομα. Τί μεγάλη πλάνη να ζητάνε όλοι τα ίδια δικαιώματα ! Ποτέ ο άνθρωπος με το ξεπεσμένο μυαλό και η μεγαλοφυία δεν μπορούνε να σταθούνε όμοια μπροστά στο νόμο. Ο ηλίθιος, ο κουτός, ο ανάξιος προσοχής, ο χαμένος, δεν έχει δικαίωμα να πάρει μιαν ανώτερη μόρφωση. Είναι φοβερά ανόητο να του δίνουμε το ίδιο δικαίωμα ψήφου, που έχει κι' ο τέλεια αναπτυγμένος άνθρωπος. Τα δυο φύλα δεν είναι ίσα. Αν παραγνωρίσουμε όλες αυτές τις ανισότητες μεγάλος κίνδυνος μας περιμένει. Οι δημοκρατικές ιδέες βοηθήσανε πολύ στο ξέφτισμα του πολιτισμού μας γιατί εμποδίσανε ν' αναπτυχθούνε μεσ' την κοινωνία οι εκλεκτοί. Ας το καταλάβουμε, λοιπόν καλά πως πρέπει να σεβαστούμε τις ατομικές ανισότητες. Μέσ' την κοινωνία υπάρχουνε άλλες λειτουργίες που ανήκουνε στους μεγάλους, άλλες στους μικρούς, άλλες στους μέτριους κι' άλλες στους κατώτερους. Ας μη φανταζόμαστε ότι θα φτιάξουμε πλάσματα ανώτερα όταν θάχουμε γι' αυτούς τις ίδιες αρχές που έχουμε και για τους μέτριους.
Το ιδανικό της δημοκρατίας έβαλε όλους τους ανθρώπους μέσα στο ίδιο καλούπι, κ' έτσι έδωσε το δικαίωμα σ' όλους τους παρακατιανούς ν' ανεβούνε ψηλά. Παντού και πάντα αυτοί πήρανε πιο μεγάλη θέση απ' τους αληθινά δυνατούς. 'Ολοι τους βοήθησαν, τους προστάτεψαν κι' άπειρες φορές τους θαύμασαν. Το κοινό έμαθε να δίνει τη συμπάθεια του στους άρρωστους, τούς εγκληματίες και τους τρελλούς.
Το παραμύθι αυτό της ισότητας, η αγάπη του σύμβολου, η περιφρόνηση για ό,τι είναι συγκεκριμένο, φταίνε το πιο πολύ για τον κατήφορο πού πήρε το άτομο. Επειδή, φυσικά, δεν ήτανε δυνατό ν' ανεβούνε εύκολα οι παρακατιανοί, το μόνο μέσο για να εξασφαλιστεί η περίφημη, αυτή ισότητα ανάμεσα στους ανθρώπους ήτανε να τους κατεβάσουμε όλους στο πιο χαμηλό επίπεδο. Έτσι, λοιπόν, εξαφανίστηκε ανάμεσα απ' τους ανθρώπους κάθε δύναμη προσωπικότητας.
Όχι μονάχα μπερδέψαμε τις έννοιες της ανθρώπινης ύπαρξης και του ατόμου αλλά και δώσαμε στην πρώτη στοιχεία πού δεν της ανήκανε ενώ της πήραμε άλλα δικά της. Νομίσαμε πως ο άνθρωπος ανήκει στον μηχανικό κόσμο. Τη σκέψη, τον ηθικό πόνο, τη θυσία, την ομορφιά και την ηρεμία, τα σβύσαμε όλα με μια μονοκοντυλιά. Είδαμε τον άνθρωπο σαν μια χημική ουσία, μια μηχανή, μια βιδούλα της μηχανής. Τον ακρωτηριάσαμε απ' όλες τις ηθικές,αισθητικές και θρησκευτικές ενέργειες του. Του στερήσαμε ακόμα και πολλές απ' τις φυσιολογικές του ενέργειες.
Ρωτήσαμε ποτέ μας πώς θα μπορέσουνε οι ιστοί κ' η συνείδηση να συνειθίσουνε σε μια αλλοιώτικη τροφή κ' έναν διαφορετικό τρόπο ζωής ; Αγνοήσαμε το βασικό ρόλο που παίζουνε οι προσαρμοστικές λειτουργίες και τα σοβαρά αποτελέσματα που βγαίνουνε αν αυτές μείνουνε σ' αδράνεια. Η μεγάλη λοιπόν αδυναμία που έχουμε σήμερα υπάρχει, γιατί παραγνωρίσαμε την ατομικότητα κι' αγνοήσαμε την πραγματική κατασκευή της ανθρώπινης ύπαρξης.

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

Ο ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΣΤΟ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ


Μετά την καταστολή του κινή­ματος του Βασιλιά Κωνσταντίνου, ο Γ. Παπαδό­πουλος, με την ιδιότητα του Πρωθυπουργού της χώρας , κάλεσε τους Έλληνες και τους ξένους δημοσιογράφους με σκοπό να τους ενημερώσει για τα γεγονότα της προηγουμένης ημέρας και στη συνέχεια να απαντήσει στις ερωτήσεις τους. Η συνάντηση αυτή πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα του Κοινοβουλίου στις 14 Δεκεμβρίου 1967.



ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΓΕΩΡ: Εν πρώτοις , θα αναφερθώ εις μίαν σύντομον ενημέρωσιν επί της εξελίξεως των τελευταίων γεγονότων, ίνα υπευθύνως όλοι ενημερωθήτε και με βάσιν αυτήν, έχομεν εν συνεχεία την δυνατότητα να καλύψωμεν και συγκεκριμένας εκ μέρους ωρισμένων εξ υμών ερωτήσεις.
Δυστυχώς από χθες το πρωί, περί την 11 ην ώραν, όλως αιφνιδίως και όλως έκτος πάσης δυνατής προβλέψεως, λόγω της παραλόγου ενεργείας, ευρέθημεν προ μιας κρίσεως. Η κρίσις εξεδηλώθη με την εξής εξέλιξιν:
Περί  την 11ην ώραν δι' ενός εγγράφου - επιστολής προσωπικής της Α. Μ. ενημερούται το πρώτον ο αρχηγός των κατά ξηράν ενόπλων δυνάμεων, ότι ο Βασιλεύς αναλαμβάνει προσωπικώς την διακυβέρνησιν της χώρας, δεύτερον, ότι αναλαμβάνει προσωπικώς την ηγεσίαν των Ενόπλων Δυνάμεων και, τρίτον, ότι προβαίνει εις ωρισμένας αλλαγάς επί της ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων. Από την στιγμήν αυτήν ενημερούται η Κυβέρνησις περί της εκδηλώσεως της κρίσεως. Συγκεντρούται εις το Στρατηγείον, θέτει υπό τον έλεγχον την επαφήν με τας ενόπλους δυνάμεις, και αναζητεί τον απουσιάζοντα πρωθυπουργόν, περί του οποίου είχε μόνον την πληροφορίαν, ότι την 9.30 εκλήθη εις τα Ανάκτορα και αναζητεί επαφήν και με τον Μεγαλειότατον. Δεν ανευρίσκεται ούτε ο ένας ούτε ο άλλος. Αργότερον εκ μιας εκδηλώσεως δια των επικοινωνιών του 28ου Αρχηγείου Τακτικής Αεροπορίας από την Λάρισαν και την εκπομπήν από έναν μέχρι τότε νεκρόν ραδιοφωνικόν σταθμόν, ενός διαγγέλματος μη ακουσμένου, άγεται εις το συμπέρασμα η Εθνική Κυβέρνησις, ότι πιθανόν ο Βασιλεύς εκινήθη εις την Λάρισαν.
Εξηκολούθησεν η αποκατάστασις επαφής με τας ενόπλους δυνάμεις. Διεβεβαιώθη, ότι αι ένοπλοι δυνάμεις υπακούουν εις την Εθνικήν Κυβέρνησίν των και επειδή αργότερον το απόγευμα απωλέσθη η επαφή και με την φρουράν Καβάλας, προστίθεται και δευτέρα υποψία περί ενδεχομένης κινήσεως του Βασιλέως εις την περιοχήν της Καβάλας.
Αργότερον προς το εσπέρας, αναφέρεται από την περιοχήν Κομοτηνής, ότι η Διοίκησις του Γ' Σ.Σ. με τον επιτελάρχην της και η Διοίκησις της τεθωρακισμένης Μεραρχίας αποπειραθείσαι να αρνηθούν υπακοήν εις την νόμιμον Κυβέρνησίν, ετέθησαν υπό απομόνωσιν υπό των αξιωματικών των Στρατηγείων των. Εκείθεν πλέον με μίαν εξέλιξιν μέχρι την 3ην ώραν πρωινήν εμφανίζονται εις τας επικοινωνίας και η Λάρισα και η Καβάλα, αι οποίαι αναφέρουν υπακοήν εις την Εθνική Κυβέρνησιν και πληροφορούμεθα, ότι την 3.15' δύο αεροσκάφη Ντακότα απεγειώθησαν προς άγνωστον κατεύθυνσιν από το αεροδρόμιον της Καβάλας. Εκ των ανακοινώσεων των ξένων Πρακτορείων αρχικώς και επισήμως ήδη δι' ενός σήματος της Πρεσβείας της Ρώμης, επληροφορήθη η Κυβέρνησις, ότι ο Βασιλεύς και η Βασιλική Οικογένεια μετά του τέως Πρωθυπουργού προσεγειώθησαν εις την Ρώμην. Αυτή ιστορικώς είναι η εξέλιξις των γεγονότων.
Η κυβέρνησις ευρεθείσα προ μιας τοιαύτης καταστάσεως προσδιοριζομένης εκ της αποχής ασκήσεως των καθηκόντων υπό του Βασιλέως και εκ της απουσίας και αποχής εκ της ασκήσεως των καθηκόντων υπό του Προέδρου της Κυβερνήσεως, αντιμετώπισε την κατάστασιν με την εξής συνταγματικήν διαδικασίαν.
Η Επαναστατική Επιτροπή ανέθεσε την άσκησιν των καθηκόντων του Αντιβασιλέως εις τον αντιστράτηγον κ. Ζωϊτάκην. Ωρκίσθη ο κ. Ζωϊτάκης ως Αντιβασιλεύς ενώπιον του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου. Ο Αντιβασιλεύς έκανε την τιμήν να αναθέση εις εμέ τον σχηματισμόν της νέας Κυβερνήσεως και εν συνεχεία με την κανονικήν διαδικασίαν εγένετο η ορκωμοσία Πρωθυπουργού και Κυβερνήσεως υπό του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου.
Εις αυτό το σημείον ολοκληρούται η ιστορία. Ο μέγας Θεός της Ελλάδος και η αποφασιστικότης της Επαναστάσεως εχάρισαν διά μίαν ακόμη φοράν την ευτυχίαν εις τον τόπον αυτόν να αντιμετωπίση την κρίσιν αναιμάκτως. Και τελειώνοντας την έκθεσίν μου ενώπιον σας επί των γεγονότων θα απαντήσω εις ωρισμένας ερωτήσεις, υπό τον όρον ότι θα καθορίζω εγώ την σειράν, έκαστος δε ερωτών θα θέτη μόνον μίαν ερώτησιν. Δεν θα επεκτείνεται η απάντησις εις διάλογον και με την συγγνώμην σας, τουλάχιστον δι' αυτήν την στιγμήν, πολύ σύντομα θα καθορίσω τους δύο τελευταίους, οι οποίοι θα υποβάλουν τας δύο τελευταίας ερωτήσεις και ευχαριστώντας σας τότε διά την υπομονήν, αλλά και διά την χάριν που θα μου κάμετε, θα σας αποχαιρετήσω ευχόμενος καλήν συνάντησιν επ' ευκαιρία κάποιας άλλης στιγμής.

ΕΡΩΤΗΣΙΣ: Κύριε Πρόεδρε, η ερώτησις έχει δύο σκέλη. Πρώτον, ποία είναι η θέσις του Βασιλέως τώρα και αν θα χρειασθή αναγνώρισις της Κυβερνήσεως από τις ξένες Κυβερνήσεις.

ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ: Η θέσις του Βασιλέως είναι ότι οικειοθελώς απεφάσισε να απόσχη της ασκήσεως των καθηκόντων του. Με μίαν διαδικασίαν προβλεπομένην από το Σύνταγμα, και ιστορικώς κατα το παρελθόν επαναληφθείσαν ανεπληρώθη εις την άσκησιν των καθηκόντων του υπό Αντιβασιλέως, αποκατεστάθη το σχήμα εν τω Συντάγματι , και εντεύθεν η διεξαγωγή της Συνταγματικής τάξεως.
Ως προς το δεύτερον μέρος του ερωτήματος σας, πολύ θα με υποχρεώσετε να απευθύνετε την ερώτησιν εις, τας Κυβερνήσεις αι οποίαι πρόκειται να αποφασίσουν επί του πώς, με ποίαν διαδικασίαν και αν πρέπει να σκεφθούν αν θα αναγνωρίσουν ή όχι την Κυβέρνησιν.

ΕΡΩΤΗΣΙ Σ: Τώρα είναι Μοναρχία ή Δημοκρατία;
ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ: Η απάντησις είναι ότι η καθεστηκυία τάξις δεν διαφέρει καθ' οιονδήποτε τρόπον από την προηγουμένην, εφαρμόζεται το Σύνταγμα της Βασίλευομένης Δημοκρατίας με την διαφοράν ότι τα καθήκοντα του Ανωτάτου Άρχοντος ασκεί ο Αντιβασιλεύς και με την διαφοράν ότι λόγω της εκτάκτου καταστάσεως ως συνέβη από της 21nς Απριλίου, ευρίσκονται εν υπνώσει ωρισμένα άρθρα του Συντάγματος.

ΕΡΩΤΗΣΙΣ: Υπήρξε καθόλου αιματοχυσία κατά την χθεσινήν ημέραν;
ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ: Καμμια ευτυχώς.

ΕΡΩΤΗΣΙΣ: Υπάρχουν πάρα πολλοί αξιωματικοί συλληφθέντες;
ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ: Η Κυβέρνησις, εν τη επιθυμία της να εξασφάλιση όπωσδήποτε την αναίμακτον αντιμετώπισιν της καταστάσεως και τους ελαχίστους αξιωματικούς, οι οποίοι παρεπλανήθησαν και επί μικρόν χρονικόν διάστημα ενεφανίσθησαν μη υπακούοντες εις την νόμιμον Κυβέρνησιν, τους ημνήστευσεν Ελάχιστοι εκ των πρωτεργατών, πιθανόν να αντιμετωπίσουν διοικητικάς κυρώσεις.

ΕΡΩΤΗΣΙΣ: Κύριε Πρόεδρε ωμιλήσατε περί αμνηστίας, μήπως η αμνηστία θα περιλάβη και ένα ευρύτερον κύκλον ατόμων, τα οποία ευρίσκονται υπό κράτησιν από της 21ης Απριλίου και πέραν;
ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ: Επί του παρόντος η έκφρασις αμνηστία αναφέρεται εις την κατάστασιν την σημερινήν. Αναφέρεται εις άτομα τα οποία διέπραξαν ποινικόν αδίκημα. Και κατ' αυτό αμνηστεύονται. Τα άλλα άτομα περί των οποίων η ερώτησις είναι άτομα διατηρούμενα υπό μίαν κατάστασιν διοικητικού περιορισμού και δεν απαιτείται αμνηστία. Απλώς όταν η Κυβέρνησις κρίνει ότι ο καιρός το επιτρέπει θα τους επιτρέψη την ελευθέραν τελείως ζωήν.
ΕΡΩΤΗΣΙΣ: Είναι αληθές το διαδιδόμενον οτι η Βασιλομήτωρ Φρειδερίκη είναι ακόμη εις Αθήνας;
ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ: Επισήμως εκείνο που γνωρίζομεν είναι ότι ο Βασιλεύς, η Βασίλισσα, η Βασιλομήτωρ και τα τέκνα των απεβιβάσθησαν εις την Ρώμην. Ουδέν πλέον συγκεκριμένου γνωρίζω. Πιστεύω ότι και η Βασιλομήτωρ έχει ακολουθήσει τον Βασιλέα

ΕΡΩΤΗΣΙΣ: Κύριε Πρόεδρε διατί νομίζετε ότι ο βασιλεύς έκαμε αυτήν την κίνησιν τώρα και διατί πιστεύετε ότι διελύθη τόσον ταχέως;
ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ: Αν υπάρχη στον κόσμον αυτόν δυνατότης να ερμηνευθή ο παραλογισμός διά της λογικής θα είχα απάντησιν. Η κατάστασις είναι αδιανόητος. Την παραμονήν εις ακρόασιν του υπουργού του Συντονισμού κ. Μακαρέζου το πνεύμα και η κατάστασις που επεκράτει κατά την διάρκειαν της μακράς ακροάσεως ήτo κάτι το οποίον θα ημπορούσε να χαρακτηρισθή περισσότερον από φιλικόν. Πιθανόν και αυτό να εχρειάζετο διά να τονισθή έτι πλέον ο παραλογισμός.

ΕΡΩΤΗΣΙΣ: Κύριε Πρόεδρε, επρόκειτο εντός των ημερών η Συνταγμα¬τική Επιτροπή να παραδώση εις την Κυβέρνησιν το σχέδιον του νέου Συντάγματος. Μήπως, κατόπιν των γεγονότων αυτών θα υπάρξουν σχετικώς περαιτέρω συζητήσεις κσι ενέργειαι;
ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ: Πολύ καλή η ερώτησις. Μου δίδει την ευκαιρίαν να γνωρίσω εις υμάς και δι' υμών εις την κοινήν γνώμην ότι αι προγραμματικαί δηλώσεις και της Κυβερνήσεως της οποίας έχω την τιμήν να προεδρεύω είναι αι ίδιαι προγραμματικαί δηλώσεις της Επαναστάσεως της 21ης Απριλίου, ανεξαρτήτως της αλλαγής του σχήματος. Η εξουσία είναι η Επανάστασις, οι σκοποί της Επαναστάσεως είναι καθωρισμένοι και, επομένως δεν ημπορεί να θεωρηθή ότι υπάρχει διαφορετική τοποθέτησις σήμερον από χθες. Βεβαίως, δεν αναφέρομαι εις χρόνον ημερών, διότι, ασφαλώς και η παρεμβληθείσα κατάστασις και τα πρόσθετα προβλήματα, ενδεχομένως, να διαφοροποιήσουν ελάχιστα τον χρόνον.

ΕΡΩΤΗΣΙΣ: Κύριε Πρόεδρε, η Κυβέρνησίς σας κρίνεται δυσμενώς από τον Ανατολικόν και τον Δυτικόν Τύπον, πώς εξηγείτε τούτο;
ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ: Πάντοτε όταν καλήται κανείς να εξηγήση κάτι ως θέσιν τρίτου, εφ' όσον το αποπειραθή, αποπειράται να κάμη ένα λάθος. Αλάθητος δεν υποστηρίζω ότι είμαι. Πιστεύω όμως ότι δεν θα πρέπει να προχωρώ ηθελημένα εις χώρον που ημπορεί να κάμω λάθος.
Όσον αφορά τας δυτικάς χώρας, εάν προέρχεσθε από δυτικήν χώραν και αποτελείτε σύνδεσμον κάποιου οργάνου ενημερώσεως της κοινής γνώμης και συγκαταλέγεστε εις αυτούς που αντιτίθενται εις την Κυβέρνησιν, θα μου κάμετε μιαν χάριν εις ένα σημείωμα σας να μου δικαιολογήσετε την θέσιν σας. Εγώ προσωπικώς δεν αποτολμώ να κάμω κρίσιν διά λογαριασμόν σας.

ΕΡΩΤΗΣΙΣ: Εγνωρίζατε. προ της 11ης πρωινής χθες, τί επρόκειτο να κάμη ο Βασιλεύς;
ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ: Ασφαλώς όχι. Το είπον αυτό. Και εάν τα εγνώριζα, ομολογώ ότι και οι άλλοι και προσωπικώς εγώ, θα αποπειρώμεθα, έστω και την υστάτην στιγμήν, να τον διαφωτίσωμεν και να μη τον αφήσωμεν να παραπλανηθή.


Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2012

ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΓΡ.ΜΠΟΝΑΝΟΥ: 24 ΙOYΛΙΟΥ 1974 - O ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ


H ώρα ήτο 3η πρωϊνή. Ο Κωνταντίνος Καραμανλής, εισήλθε στο γραφείον του Γκιζίκη, σοβαρός, ψύχραιμος και ευθυτενής. Ανέπνευσα. Ένα μεγάλο βάρος έφυγε από τους ώμους μου. Είχα επιτύχει, να οδηγήσω την κατάστασιν στην κατεύθυνσιν που είχα χαράξει. Αλλ' η λύσις Καραμανλή, ήτο ακόμη ανωτέρα των προσδοκιών μου. Και αυτό, μου έδιδε ένα αίσθημα βαθύτατης ικανοποιήσεως και υπερηφάνειας. Αι Ένοπλοι Δυνάμεις, προσέφεραν στην Ελλάδα πολιτικήν κυβέρνησιν.
Ο Καραμανλής μας εχαιρέτησεν ένα έκαστον δια χειραψίας, όπως και τους παρευρισκομένους εκεί πρεσβευτάς των Η Π Α και της Δ. Γερμανίας, oι οποίοι και απεχώρησαν αμέσως. Και εκαθίσαμεν όλοι στην τράπεζαν των συσκέψεων. Τώρα ο Κανελλόπουλος μετετοπίσθη κατά μίαν θέσιν και αμέσως δεξιά μου εκάθισεν ο Καραμανλής.
Πρώτος ωμίλησεν ο Γκιζίκης. Ανεφέρθη και πάλιν στην πρωτοβουλίαν των Ενόπλων Δυνάμεων δια την αλλαγήν και την πολιτικοποίησιν της καταστάσεως, περιέγραψε τους λόγους που ωδήγησαν στην επέμβασιν των Ενόπλων Δυνάμεων και ενημέρωσε δι' ολίγων τους παρισταμένους, επί της κρατούσης καταστάσεως, από στρατιωτικής πλευράς. Κατέληξε λέγων ότι η κατάστασις είναι κρίσιμος και ότι αι Ένοπλοι Δυνάμεις επέλεξαν τον Καραμανλήν διά να του μεταβιβάσουν την εξουσίαν και να του ζητήσουν να σχηματίση εντός της ημέρας κυβέρνησιν.
Δεύτερος ωμίλησα εγώ. Υπεγράμμισα την κρισιμότητα των στιγμών που διέρχεται η χώρα και ετόνισα ότι εκ της συσκέψεως αυτής πρέπει να προκύψη Κυβέρνησις Εθνικής Ενότητος, η οποία να ορκισθή αμέσως και να αρχίση να εργάζεται χωρίς απώλειαν χρόνου, ώστε να εξέλθη η χώρα εκ της κρίσεως.
Εν συνεχεία ωμίλησαν δι' ολίγων oι άλλοι πολιτικοί και ο Ζολώτας, τονίσαντες και αυτοί ότι η ανάγκη σχηματισμού κυβερνήσεως είναι επιτακτική.
Ακολούθως, ο λόγος εδόθη στον Καραμανλήν. Εστράφη προς εμέ και είπε:
— Αργήσατε!
Κατόπιν παρεδέχθη ότι η κατάστασις είναι κρίσιμος, αλλ' είπεν ότι έχει ανάγκην πιστώσεως χρόνου διά να ενημερωθή πλήρως, να μελετήση την κατάστασιν και κατόπιν να αποφασίση διά τον σχηματισμόν της κυβερνήσεως. Είπεν ακόμη ότι ο ίδιος έχει γράψει μίαν προσωπικήν πολιτικήν ιστορίαν σημαντικήν και ότι ουδεμίαν προσωπικήν φιλοδοξίαν έχει. Αλλά δέχεται και ανταποκρίνεται στην πρόσκλησιν των Ενόπλων Δυνάμεων, λόγω της κρισιμότητος της καταστάσεως, ίνα προσφέρη και πάλιν τας υπηρεσίας του στο Έθνος. Και κατέληξεν ότι διά να επιτεχθή τούτο, απαιτείται προσεκτική μελέτη, ορθός χειρισμός και προ παντός, υποστήριξις του από όλας τας πολιτικάς δυνάμεις της χώρας και Ιδιαιτέρως βεβαίως, από τας Ενόπλους Δυνάμεις.
Παρενέβην και τον διεβεβαίωσα ότι η υποστήριξις της προσπάθειας από τας Ενόπλους Δυνάμεις θα είναι πλήρης και αποφασιστική.
Ακολούθως έλαβαν πάλιν τόν λόγον oι πολιτικοί. Ωρισμένοι, όπως oι Κανελλόπουλος, Μαρκεζίνης, Γαρουφαλιάς, Νόβας και Αβέρωφ, επέμειναν στην ανάγκην αμέσου σχηματισμού κυβερνήσεως, ενώ άλλοι, όπως oι Μαύρος και Στεφανόπουλος, ετάχθησαν υπέρ της απόψεως Καραμανλή. Ότι δηλαδή απαιτείται χρόνος διά να σχηματισθή κυβέρνησις. Τέλος ο Ζολώτας είπεν ότι η οικονομική κατάστασις της χώρας και αι δυσβάστακτοι επιβαρύνσεις της εκ της επιστρατεύσεως, επιβάλλουν τον άμεσον σχηματισμόν κυβερνήσεως.
Τότε ηγέρθη εκ της θέσεως του ο Γαλατσάνος, ο οποίος εις έντονον ύφος είπεν ότι είναι επιτακτική εθνική ανάγκη να ορκισθή αμέσως η νέα κυβέρνησις. Όταν ετελείωσε την φράσιν του ο Γαλατσάνος, εστράφην προς τον παραπλεύρως μου καθήμενον Καρμανλήν και του είπα:
— Κύριε Πρόεδρε μην επιμένετε. Σχηματίσατε αμέσως κυβέρνησιν. Προχωρήστε . Είναι υψίστη εθνική ανάγκη και όλοι είμεθα στο πλευρόν σας.
Επηκολούθησεν ένας σύντομος διάλογος του Καραμανλή με τους άλλους πολιτικούς και τελικώς επελέγη μία μέση λύσις: Ο Καραμανλής, αποδεχόμενος την εντολήν των Ενόπλων Δυνάμεων διά τον σχηματισμόν κυβερνήσεως, θα ωρκίζετο αμέσως ως Πρωθυπουργός, αφιέμενος όμως ελεύθερος διά την επιλογήν των συνεργατών του εντός αυτής ή και της επομένης ημέρας.
Ευθύς ως ελήφθη η απόφασις και ενώ ανεμένετο ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Σεραφείμ, ο οποίος θα ώρκιζε τον Καραμανλήν εστράφην προς αυτόν και του είπα, εις επήκοον όλων:
— Κύριε Πρωθυπουργέ, θέλω να γνωρίζετε ότι επί ένα χρονικόν διάστημα δεν πρέπει να θιγούν αι Ένοπλοι Δυνάμεις. Άλλωστε υπό τας παρούσας συνθήκας θα είναι και επικίνδυνον.
Οι υπόλοιποι πολιτικοί, παραδέχθησαν την ορθότητα της απόψεως μου. Ο Καραμανλής τότε μου είπε:
— Τον Παπανδρέου φοβάσθε; Να μην τον φοβάσθε, αυτόν θα τον αναλάβω εγώ!
Εγώ όμως δεν ωμίλουν περί του Παπανδρέου. Ούτε εφοβούμην κάποιο. Με ενδιέφερε να μη θιγούν αι Ένοπλοι Δυνάμεις, από οιονδήποτε. Με ενδιέφερε να προστατεύσω τους αξιωματικούς, από τας αυθαιρεσίας οιουδήποτε. Και δεν ήτο ο Παπανδρέου που ηδύνατο να βλάψη τας Ενόπλους Δυνάμεις, ο όποιος άλλωστε δεν ήτο καν στην Ελλάδα, αλλά όσοι θα μετείχαν της νέας κυβερνήσεως. Οι παρόντες είχαν απορρίψει τους όρους των Ενόπλων Δυνάμεων, όπως μου είχεν είπει ο Γκιζίκης. Περί ποίου Παπανδρέου λοιπόν ωμίλει ο Καραμανλής; Αυτόν ίσως να τον εφοβούντο oι πολιτικοί, δεν το γνωρίζω. Αλλ' oι αξιωματικοί οπωσδήποτε δεν τον εφοβούντο.
Ολίγα λεπτά προ της 4ης πρωινής της 24ης Ιουλίου 1974, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας Στρατηγού Γκιζίκη εκτελούντος εντολήν της ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων και τίνων άλλων, ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ ώρκισε τον Καραμανλήν, ως τον πρώτον μεταπολιτευτικόν Πρωθυπουργόν, της Ελλάδος.
Ευθύς κατόπιν, τον συνεχάρημεν όλοι και ηυχήθημεν επιτυχίαν στο έργον που αναλαμβάνει.

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2012

Ο ΚΟΜΝΗΝΟΣ ΠΥΡΟΜΑΓΛΟΥ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΟΝ ΑΡΗ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗ

«Ενωρίς την επομένη το πρωί, εζήτησα να συναντηθώ με τον Άρη Βελουχιώτη. Παρά τις βασικές διαφορές που μας χώριζαν, ήταν ο μόνος μεταξύ των παλαιών ηγετών του ΕΛΑΣ με τον οποίο, από τον Γοργοπόταμο, είχα διατηρήσει κάποια "φιλική οικειότητα", θα έλεγα "ωμήν οικειότητα". Ο μαρξισμός δεν είχε γίνει δόγμα στενό γι' αυτόν. Τον βοηθούσε απεναντίας να βλέπη καθαρώτερα τα πράγματα. Είχε διατηρήσει μέσα του μιαν ευαισθησία και μια πρωτόγονη διαίσθησι, πράγμα που πολλές φορές τον είχε βοηθήσει να βλέπη την πραγματικότητα γυμνή και ανεξιδανίκευτη. Από την άλλη πλευρά εύρισκα ότι επαφή με τους άλλους ηγέτες, ιδιαίτερα με τους Τζήμα καί Ρούσσο —με τον Σιάντο καί τους άλλους που τον συνώδευαν δεν επεδίωξα καμμιά επαφή— ήταν άκαρπη. Οι παρατηρήσεις των και οι κρίσεις των εξεφράζοντο κατά μονότονο και μηχανικό τρόπο. Έμοιαζαν με τους θεατές του έργου, του οποίου την υπόθεση ξέρουν εκ των προτέρων, χωρίς να τους συγκινή.
»Όταν συναντηθήκαμε με τον Βελουχιώτη, στην πλατεία της Νεράιδας, προχωρήσαμε λίγο έξω από το χωριό και καθίσαμε στη ρίζα ενός πεύκου. Γυρίζοντας προς αυτόν του είπα:
— Φαντάζομαι, Άρη, ότι θα ξέρης κιόλας τα αποτελέσματα της επισκέψεως μας στο Κάιρο.
— Ναι, απάντησε, τα ξέρω.
— Και πώς τα βρίσκεις;
— Δεν ξέρω, γι' αυτό θέλεις να μου μιλήσης;
— Δεν έχω πολλά πράγματα να σου πω, Άρη, έξω από ένα μόνο, ότι η κατάστασις για όλους εδώ επάνω είναι πολύ κρίσιμη. Είναι πια φανερό, ότι θα προσπαθήσουν να μας διαλύσουν όλους, κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο -όχι μόνο το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, αλλά όλες τις οργανώσεις.
»Εκφράζοντας τη γνώμη αυτή στον Άρη, δεν το προέβαλα σαν σχήμα λόγου. Στο Κάιρο είχα μαζέψει πολλές μισοκουβέντες Βρεττανών και Ελλήνων ακόμα, που είχαν στενή επαφή με διάφορες αγγλικές υπηρεσίες και τη Βρεττανική Πρεσβεία. Είχα το φόβο ότι η αγγλική πολιτική, εφ' όσον είχε ταχθή υπέρ της επιστροφής του Βασιλέως, θα έκαμνε το παν να διασπάση την Αντίστασι, για να την φέρη στη γραμμή της, ή και να προκαλέση τη διάλυσί της, με οποιοδήποτε μέσον. Και ο Άρης και εγώ αποφεύγαμε να κοιτάξουμε ο ένας τον άλλον. Ο καθένας έβλεπε μπροστά του. Ο Άρης μάζευε τα λιανόκλαδα που ήσαν γύρω και νευρικά τα έσπαζεν όλα μαζί. Εγώ, με το ραβδί μου, διέγραφα κύκλους γύρω από τα πόδια μου. Βαθειά σιωπή, σαν ο καθένας μας να είχε απομονωθή με τις σκέψεις του. Ξαφνικά ο Βελουχιώτης σήκωσεν απότομα το κεφάλι του, γύρισε προς εμένα, με άρπαξεν από τις πλάτες για να με στρέψη προς αυτόν και με σουφρωμένο μέτωπο και γενειάδα τρεμάμενη εκραύγασε:
—Έλα μίλα. Τί στο διάβολο θέλεις να μου πης; Έλα, μίλα και σταμάτησε να ανακατώνης τα χώματα σαν μικρό παιδί. Μίλα! Πήρε μια βαθειά αναπνοή και, κατεβάζοντας τη φωνή του, πού μόλις να ακούεται, συνέχισε...
— Ξέρω τί θέλεις να μου πης, έλα λέγε...
— Τί λες, Άρη, θα πετσοκοφτούμε αναμεταξύ μας; Θα πέσουμε στην παγίδα που μας στήνουν το Κάιρο και οι Εγγλέζοι;
— Δεν ξέρω, δεν πρέπει, θα ήταν καθαρή τρέλλα.
— Ναι, αλλά τί θα κάμετε σεις, το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ; Είσθε οι πιο δυνατοί. Από σας εξαρτάται να μη βγάλουμε τα μάτια μας μόνοι μας. Έχω την εντύπωσι ότι ο Τζήμας και ο Ρούσσος επέστρεψαν έξω φρενών. Τί θα κάμετε τώρα;
— Αλήθεια, Κομνηνέ, δεν ξέρω τί θα γίνη, απάντησεν ο 'Αρης, με βαρειά φωνή. Δεν εξαρτάται μόνον από μένα.
— Τότε από ποιόν εξαρτάται, αν δεν εξαρτάται από σένα; ρώτησα με κάποιο τόνο διαμαρτυρίας και δυσπιστίας.
Με κύτταξε κατάματα, με μάτια θολά —θάλεγε κανείς πως τα μάτια του Βελουχιώτη ήταν έτοιμα να κλάψουν— και σιγά και αποφασιστικά μου είπε:
—Άκουσε συναγωνιστή Κομνηνέ, μη μου κάνεις ερωτήσεις παραπειστικές και μπερδεμένες. Αγαπώ αυτόν τον τόπο περισσότερο από τη ζωή μου. Έχεις την εντύπωσι ότι δεν καταλαβαίνω πως η κατάστασι, όπως ήρθαν τα πράγματα, είναι πολύ κρίσιμη; Μη μου το κοπανάς διαρκώς. Με αναστατώνει και με αρρωσταίνει.
— Και τότε; είπα...
—Άκουσε, άκουσε, μη βιάζεσαι.
Και με μια μικρή διακοπή και φωνή σπασμένη ο Βελουχιώτης συνέχισε.
— Είδα τον Ζέρβα, μείναμε μαζί μια εβδομάδα. Δεν πήγα στα Τζουμέρκα να δω τον Ζέρβα ούτε για το Μέτσοβο, ούτε για τους Φιλιάτες, ούτε και για κάτι μικροανόητες παρεξηγήσεις. Δεν ζούμε στον καιρό της φεουδαρχίας για να θέλουμε να μοιράσουμε την Ελλάδα μεταξύ μας. Πήγα να δω τι έχει ο άνθρωπος μέσα του ' και θα πρέπει να σου πω, σταράτα, πως δεν μου άρεσε η στάσις του, γενικά. Απέφυγε συστηματικά να συζητήση μαζί μου το ζήτημα του βασιλιά και πάνω στο μεταπολεμικό καθεστώς, στην Ελλάδα. Βέβαια, μην κουνάς το κεφάλι σου, περίμενε. Βέβαια, δεν περιμένω από τον Ζέρβα να είναι ούτε και να σκέφτεται σαν κομμουνιστής. Καθόλου. Αλλά, περιμένω να είναι στην πραγματικότητα ένας ειλικρινής δημοκράτης και ας είναι και αντικομμουνιστής. Δεν βλέπεις, συ τουλάχιστον, το παιχνίδι πού παίζει ή μου κάνεις και συ ακόμα στη δύσκολη αυτή στιγμή τον κουτό; Δεν σου πάει.
—'Οχι, 'Αρη, απάντησα κάπως ξαφνιασμένος. Και αν το έβλεπα και αν το υποπτευόμουνα θα με άφηνε αδιάφορο. Αυτό είναι δυνατό να εξουδετερωθή. Μ' αυτήν την πεποίθησι, σ' αυτή την κρίσιμη στιγμή —γιατί όπως και συ το αναγνωρίζεις είναι κρίσιμη— προσβλέπω ακόμη περισσότερο στους αντάρτες του ΕΔΕΣ και θα μείνω μαζί τους μέχρι τέλους. Θέλω να ζήσω ή να πεθάνω μαζί τους. Γιατί, πρέπει να το καταλάβης, Άρη, πιστεύουν ό,τι πιστεύω κι εγώ και η πίστις μας στην Ελλάδα μπαίνει, όπως και σε σένα, πάνω από κάθε υπολογισμό. Αισθάνομαι ότι έχω ένα ιερό καθήκον, να τους διαφυλάξω από κάθε περιττή θυσία, αν μπορεί και όποτε μπορεί να αποφευχθή κι αν εξαρτάται από μένα να την απομακρύνω ολότελα. Αν θέλης να δούμε πιο βαθειά το πράγμα, δεν νομίζεις ότι, αν αρχίσουμε να σκοτωνόμαστε μεταξύ μας, είναι μια άλλου είδους προδοσία; Πρέπει να χύσουμε το αίμα των νέων της Ελλάδος, χωρίς κανένα λόγο; Θα είναι, όπως κάποτε είπες, η δύναμίς μας σε ειρηνική περίοδο, όπως τώρα στον πόλεμο είναι πάλι η δύναμίς μας. Σήμερα υπερασπίζονται τις ελευθερίες του Ελληνικού λαού, αύριο θα δώσουν κάποια ουσία στη ζωή και στην ελευθερία...
— Ναι, Ναι! Έχεις πολύ δίκαιο, προσέθεσε ο Βελουχιώτης σκεφτικός. Με ρωτάς τί θα κάνουμε, μείς οι Ελασίτες, οι Εαμίτες. Ε, λοιπόν θα σου πω. Μπορώ οπωσδήποτε να σου υποσχεθώ ένα πράγμα. Κάθε παρεξήγησις, κάθε καχυποψία, μπορεί να διαλυθή αναμεταξύ μας, υπό έναν όρο...
— Ποιος είναι αυτός ό όρος; ρώτησα.
— Υπό τον όρον ότι ό Ζέρβας θα δηλώση δημόσια, από το μπαλκόνι του πιο μικρού χωριού, ότι είναι εναντίον της επιστροφής του βασιλιά, χωρίς δημοψήφισμα .Αυτό είναι όλο .Εάν το κάμη αυτό, τότε δεν μας χωρίζει τίποτε και θα σας αφήσουμε ήσυχους.
— Πολύ καλά, απάντησα με καταφανή ανακούφισι, η οποία έκανε τον Άρη να χαμογελάση ευχάριστα. Αυτό μπορώ να σου το υποσχεθώ εκατό στα εκατό. Σε μια εβδομάδα θα έχης νέα μου και σου υπόσχομαι ότι τα νέα μου θα είναι ευχάριστα. Πού θέλεις να σε συναντήσουμε;
—-Στα Τζουμέρκα και, κυττάζοντάς με κατάματα —σαν να ήθελε να μου θυμίση τη Ρουβέλιστα (Δεκέμβριος 1942)— πρόσθεσε: Και θάρθω πάλι μόνος...
Ενόμισα πως ήταν στιγμή να του ζητήσω κάτι.
— Τώρα, είναι η σειρά μου, Άρη, να σου ζητήσω κάτι. Σε παρακαλώ να σταματήσουν οι ενοχλήσεις και οι προκλήσεις του ΕΛΑΣ εναντίον των ομάδων του ΕΔΕΣ, στη Θεσσαλία...
Με ξανακύτταξε βαθειά, σαν να ήθελε να ξαναρχίση η συζήτησι και είπε:
— Πολύ καλά, θα γίνη.
»Στην πλατεία της Νεράιδας, έξω από το σπίτι του Πλαστήρα, χωρίσαμε. Απομακρύνθηκα με την πεποίθησι ότι ο Βελουχιώτης μου μίλησε ειλικρινά και η επιτυχία μου ήταν πλήρης».