Σάββατο 23 Μαρτίου 2013

O ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΕΠΙΧΕΙΡΕΙ ΝΑ ΑΝΑΔΕΙΞΕΙ ΤΟ ΦΥΛΕΤΙΚΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΤΩΝ ΑΙΜΑΤΗΡΩΝ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΝ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΑΝ ΤΗΝ ΕΚΠΟΡΘΗΣΗ ΤΗΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΣΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ "ΟΠΛΟΦΟΡΟ ΛΑΟ "


Εις την πόλιν εξηκολούθησεν η σφαγή μέχρι της νυκτός. Αλλ' η μανία της εκδικήσεως των νικητών και η αγριότης των δεν έξέσπασαν παρά κατά του πολλού πληθυσμού. Οι επίσημοι έμειναν άθικτοι. Ευθύς μετά την έξοδον των Αλβανών είχαν εισέλθη εις την πόλιν ο Πετρόμπεης, ο Αναγνώστης Δηληγιάννης, ο Π. Κρεββατάς και πολλοί γερουσιασταί και κατηυθύνθησαν εις το σεράγι δια να προστατεύσουν τα χαρέμια των πασσάδων, χρήσιμα προς ανταλλαγήν αιχμαλώτων, και να φροντίσουν να φρουρηθή το κτίριον, όπου ευρίσκοντο οι θησαυροί.
Εκεί έτυχε να είνε συγκεντρωμένοι όλοι σχεδόν οι επίσημοι Τούρκοι, λόγω της συσκέψεως που εγίνετο κατά την ώραν που ενηργήθη η έφοδος και άλλοι που είχαν προστρέξει κατά την τελευταίαν στιγμήν με την ελπίδα ότι εκεί θα ήσαν ασφαλέστεροι. Αλλά κατά την νύκτα εξερράγη πυρκαϊά εις το σεράγι, κατ' άλλους οφειλομένη εις Έλληνας στρατιώτας είτε προς καταστροφήν του κέντρου εκείνου της τυραννίας, είτε προς ευκαιρίαν διαρπαγής, και κατ' άλλους γενομένη από Τούρκους δια να μη πέσουν εις τα χέρια των Ελλήνων οι ευρισκόμενοι εντός αυτού εις χρήμα και εις πολύτιμα αντικείμενα θησαυροί. Τίποτε δεν διεσώθη από όσα ευρίσκοντο εκεί. Τα χαρέμια μετεφέρθησαν αμέσως εις το μόλις κτισθέν μεγάλο σπίτι του Μουσταφά μπέη, το ευρισκόμενον πλησίον της πύλης του Ναυπλίου και όπου κατά πρώτον υψώθη κατά την έφοδον η ελληνική σημαία. Το σπίτι εφυλάσσετο από Μανιάτας και ο Πετρόμπεης ανέλαβε υπ' ευθύνην του την ασφάλειαν των χαρεμιών των επισήμων.


Δεν επήλθε κάποια ησυχία παρά αργά μετά το μεσονύκτιον. Η πόλις είχε κοιμηθή, αλλά τον ύπνον του θανάτου. Μέγα μέρος του πληθυσμού είχε σφαγή και μαζί με τους Τούρκους κατέκειντο νεκροί και τριακόσιοι Έλληνες στρατιώται, θύματα της πρώτης κατά την έφοδον αμύνης των Τούρκων.
Η μανία της επιθέσεως εναντίον των ανθισταμένων ακόμη, ή ακριβέστερα εναντίον των Τούρκων που είχαν απομείνει ζωντανοί, επανήλθε με την ανατολήν της επομένης και εξηκολούθησεν επί δύο ημέρας. Και κατά πρώτον οι νικηταί ερρίφθησαν εναντίον των ολίγων σπιτιών, όπου απέμεναν ακόμη κλεισμένοι Τούρκοι στρατιώται. Δύο σπίτια, όπου ευρίσκοντο οθωμανοί από το Τράστα και το Λάστα της Γορτυνίας προερχόμενοι από εξισλαμισθείσας ελληνικάς οικογενείας,παρεδόθησαν εις τους αδελφούς Δηληγιανναίους. Το σπίτι όπου είχε κλεισθή ο διαβόητος Αλή Τσεκούρας, με αρκετούς στρατιώτας και με πολλά γυναικόπαιδα, επυρπολήθη. Κανείς δεν εσώθη από αυτούς.. Εις άλλο σπίτι είχαν κλεισθή αρκετοί δερβίσαι και εκείθεν επυροβολούσαν τους Έλληνας τους κυκλοφορούντας εις τους δρόμους. Παρεδόθη και αυτό εις τας φλόγας και όσοι επεχείρησαν να εξέλθουν, κατεκόπησαν από τα σπαθιά των νικητών. Τραγική υπήρξε και η τύχη πλήθους γυναικών και παιδιών που επρόφθασαν κατά τας πρώτας ώρας της εφόδου να κατευθυνθούν προς τας πύλας, με την ελπίδα ότι θα διεσώζοντο. Προήρχοντο εξ εκείνων που είχαν έλθει από άλλα μέρη κατά τα πρώτα γεγονότα της επαναστάσεως και ετράπησαν προς τας πύλας που ωδηγούσαν προς τους δρόμους των επαρχιών των. Προς τον Άγιον Βλάσην επήγαν γυναικόπαιδα του Φαναρίου και της Καρυταίνης, και προς την πύλην του Μιστρά τα γυναικόπαιδα των Μπαρδουνιωτών και γενικώς της Λακεδαίμονος. Αλλά μόλις έφθασαν εις τας πύλας εσταμάτησαν. Είδαν ότι ήτο αδύνατον να προχωρήσουν.Εκεί διενυκτέρευσαν και εζητούσαν με θρηνώδη φωνήν ψωμί και ενδύματα, διότι εκρύωναν κατά την ψυχράν φθινοπωρινήν νύκτα. Είχαν φύγει από τα σπίτια των όπως ευρέθησαν και ήσαν μισόγυμνοι, ή είχαν γυμνωθή εις τον δρόμον από τα ακολουθούντα τους Έλληνας στρατιώτας μαινόμενα πλήθη.
Αι κραυγαί και οι θρήνοί των εξηκολούθησαν και κατά την επομένην και επροκάλεσαν την συγκέντρωσιν πολλών περιέργων. Αι δυστυχισμέναι γυναίκες εφώναζαν ή να τους δώσουν ψωμί ή να τας σκοτώσουν. Μερικαί είχαν τύχην. Τας παρέλαβαν Έλληνες και τας έστειλαν εις τα χωριά των δια να ζήσουν την ζωήν των σκλάβων. Αλλά το πολύ πλήθος έμεινεν εκεί υποφέρον από το ψύχος και την πείναν. Αι εκλήσεις των όμως προς τα φιλάνθρωπα αισθήματα εκείνων που είχαν συγκεντρωθή γύρω των δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα. Και όσοι συνεκινούντο και ήθελαν να τας βοηθήσουν δεν ημπορούσαν να κάμουν τίποτε Αι επισιτιστικαί υπηρεσίαι είχαν χαλαρωθή λόγω της απορροφήσεως όλων από την άλωσιν και δεν ήτο δυνατόν να ληφθή φροντίς δια χιλιάδας οθωμανίδων, που δια τους περισσοτέρους αποτελούσαν όντα προγεγραμμένα. Άλλοι επρότειναν να τας μεταφέρουν εις τα χωριά , αλλ' οι περισσότεροι απέρριψαν αυτήν την πρότασιν και λόγω του κινδύνου της μεταδόσεως των επιδημικών νόσων που εθέριζαν έως τότε τον πληθυσμόν της Τριπολιτσάς και προς αποφυγήν μοιραίων επιμιξιών, που θα επροκαλούντο μεταξύ Ελλήνων και Οθωμανίδων— όλαι ήσαν νέαι και ωραίαι— και εκ του φυλετικού μίσους. Αφέθησαν λοιπόν εκεί εις την τύχην των επί πολλάς ώρας ακόμη. Απηλλάγησαν αργότερα από τα βάσανα των, αλλά κατά τρόπον τραγικόν. Μεταξύ του ενόπλου πλήθους, που ευρίσκετο περί τας γυναίκας εις τον ΄Αγιον Βλάσην, ηκούσθη έξαφνα αγρία κραυγή : — Μεριάστε. Τί τις φυλάτε ; Ξεμπερδεύτε τες.

Ήτο Έλλην στρατιώτης, που είχε προ ολίγου ιδή νεκρόν κάποιον συγγενή του, ίσως άδελφόν του, και ενώ επερνούσε από εκεί εξεμάνη μόλις τας αντίκρυσε, και ώρμησεν εναντίον των διψών εκδίκησιν.Ο στρατιώτης  αυτός επυροβόλησεν επί του αθώου εκείνου γυναικείου πλήθους αμέσως επηκολούθησαν αθρόοι πυροβολισμοί. Εντός ολίγων στιγμών όλαι αι γυναίκες κατέκειντο νεκραί ή θανασίμως τραυματισμέναι. Και αφού έγινεν η αρχή, έτρεξαν όλοι εκείνοι οι ένοπλοι και προς την πύλην του Μιστρά και προς την πύλην του Ναυπλίου, όπου επανελήφθη η αγρία τραγωδία του Αγίου Βλάση. Αυτή η ομαδική αιματοχυσία εξηγρίωσε περισσότερον τους δράστας της. 'Ορμησαν πλέον όλοι προς όλας τας  διευθύνσεις τουφεκίζοντες και σφάζοντες και ανερευνώντες εκ νέου εις τα  σπίτια προς ανεύρεσιν κρυμμένων Τούρκων. Και ταυτοχρόνως επετίθεντο κατά των Εβραίων της πόλεως με την ιδίαν μανίαν. Είχαν ενθυμηθή την εναντίον των Ελλήνων δράσιν των Εβραίων της Κωνσταντινουπόλεως, της Σμύρνης και του Αϊβαλί. Εκεί επληρώνοντο τα εγκλήματα γενεών παρελθουσών, αιώνων και του τραγικού παρόντος και εξωφλούντο οι λογαριασμοί φυλών. Αλλά με πόσην αγριότητα. Κάθε ανθρώπινον αίσθημα είχε κοιμηθή εις τα στήθη των νικητών. Καμμία κραυγή προς οίκτον δεν εύρισκεν ακοήν. Όλοι έτρεχαν σαν δαιμονισμένοι ζητούντες ολοένα και νέα θύματα. Τα αναρίθμητα αδέσποτα σκυλιά της πόλεως, εξαγριωμένα και αυτά από την πείναν τόσων ημερών και από την αναστάτωσιν, ακολουθούσαν τους μαινομένους στρατιώτας και ερρίπτοντο εναντίον εκείνων, που έπεφταν από τους πυροβολισμούς των, και τους κατεξέσχιζαν και τους απέκαναν.


Παντού ηκούοντο αναφωνήσεις του αγρίου θριάμβου και της εκδικήσεως των νικητών, εκκλήσεις μάταιαι προς οίκτον των γυναικοπαίδων που ευρίσκοντο ακόμη εις την ζωήν, αι σπαρακτικαί κραυγαί των κτυπωμένων και οι ρόγχοι των εκπνεόντων. Οι δρόμοι, αι πλατείαι, αι αυλαί των σπιτιών είχαν καλυφθή από πτώματα, των οποίων το αίμα αποστραγγιζόμενον έρρεεν εις τα ρείθρα τα προωρισμένα δια το νερό.
Δια να σταματήση η αιματοχυσία, οι αρχηγοί εξέδωσαν προκήρυξιν, δια της οποίας εδίδετο αμνηστεία εις όλους τους Τούρκους και εθεωρείτο σεβαστή η ζωή των. Αλλ' ήτο αμνηστεία προς νεκρούς, ή προς επιθανάτους. Η πόλις είχε μεταβληθή πλέον εις απέραντον σφαγείον. Και η φοβερά εικών εγίνετο ζοφερωτέρα υπό τους μαύρους καπνούς και τας θολάς φλόγας των σπιτιών που είχαν πυρποληθή. Η φρενίτις εκείνη της φυλετικής εκδικήσεως δεν εγνώρισεν όρια. Έφθασε μέχρι των τάφων. Το τουρκικόν κοιμητήριον ανεσκάφη, και οστά και νεκροί ταφέντες προ ολίγου καιρού ερρίφθησαν εις τους δρόμους.
Επί τέλους την 26ην Σεπτεμβρίου, κατά την οποίαν εσίγησε και παρεδόθη η μεγάλη Τάπια, κήρυκες εξήλθαν εις τους δρόμους και διελάλησαν την διαταγήν των αρχηγών να σταματήσουν αι σφαγαί. Αλλ' ούτε αυτό είχεν αποτέλεσμα. Εσχηματίσθησαν τότε ισχυραί περίπολοι από καπετάνιους, προς τους οποίους υπήρχεν εμπιστοσύνη, και ήρχισαν να περιτρέχουν την πόλιν προς απομάκρυνσιν των περιφερομένων ακόμη στρατιωτών και προς διάσωσιν του υπολειφθέντος πληθυσμού.
(Eλληνική Επαναστασις ,Τόμος Γ ,σελ 286-288, Αθήναι 1932)





 

 





 

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

THIERRY MUDRY: Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΤΟΥ OTTO STRASSER ΙΙ


O Otto Strasser στρέφεται δυναμικά εναντίον των Εβραίων , της Μασονίας και του Ουλτραμοντανισμού (και αυτή η επιθετικότητα ενάντια στις “διεθνείς δυνάμεις ” φαίνεται να εμπνέεται από τις βίαιες προκηρύξεις της ομάδας Ludendorff). Αλλά οι θέσεις του Otto Strasser εξελίσσονται.
Στη διάρκεια της εξορίας του στη Τσεχοσλοβακία εμφανίζονται δύο καινούρια στοιχεία: ένας κάποιος φιλοσημιτισμός (ο Otto Strasser προτείνει να συμπεριληφθεί  ο  Εβραϊκός λαός στο προστατευτικό καθεστώς  της Ευρώπης  για τις  εθνικές μειονότητες και υποστηρίζει το σιωνιστικό σχέδιο -ο Patrick Moreau πιστεύει ότι  ο φιλοσημιτισμός του αυτός αποτελεί ξεκάθαρα  τακτικό ελιγμό: ο Strasser ζητά την υποστήριξη  των ισχυρών αντιναζιστικών αμερικανικών οργανώσεων) και ένα σχέδιο  ενός ευρωπαϊκού φεντεραλισμού που θα συνέβαλε στην αποφυγή ενός  καινούριου πολέμου. Ο Αντιδυτικισμός και ο φιλοσοβιετισμός  του  Strasser εξανεμίζονται.
 2) Στο μαρξιστικό και αστικό υλισμό ο  Otto Strasser αντιπαραθέτει ένα  “ völkisch ιδεαλισμό” πάνω σε θρησκευτική βάση. Στη βάση αυτού του "völkisch ιδεαλισμού" βρίσκεται ο λαός (Volk) νοούμενος σαν ένας οργανισμός θείας προέλευσης  με φυσικά (ρατσιστικά), πνευματικά και νοητικά χαρακτηριστικά .
Η “Γερμανική επανάσταση ” οφείλει σύμφωνα με το  Strasser, να αναπλάσει τα   κατάλληλα “σχήματα” στη φύση του λαού τόσο σε πολιτικό πεδίο  όσo και σε επίπεδο κουλτούρας. Αυτά  τα σχήματα  σε οικονομικό πεδίο θα ήσαν, το Φέουδο  (Erblehen), σε πολιτικό πεδίο , η αυτοδιαχείρηση του λαού  μέσα από τα  “Stande”, δηλαδή τις κοινωνικές τάξεις  – εργατικό καθεστώς , αγροτικό καθεστώς κλπ – και σε επίπεδο  “πνευματικής καλλιέργειας , η γερμανική θρησκευτικότητα. Κυρίαρχη έκφραση του  “völkisch ιδεαλισμού ”, είναι μια αρχή αλληλοσυμπαράστασης στο εσωτερικό του  Volk – από τη στιγμή που ο καθένας αναγνωρίζει στους άλλους  τα δικά του φυλετικά και διανοητικά χαρακτηριστικά -που οφείλουν να χαρακτηρίζουν  κάθε πράξη του ατόμου και του κράτους.  Αυτός ο  völkisch ιδεαλισμός οδηγεί τον Otto Strasser  στην απόρριψη  της ιδέας του ταξικού αγώνα στα πλαίσια του  Volk προς όφελος  μιας "λαϊκής επανάστασης"   των εργατών-αγροτών  δίχως μεσαίες τάξεις (μόνο μια μικρή μειοψηφία καταπιεστών θα εκκαθαριστεί), και στη καταδίκη των πολιτικών συγκρούσεων μεταξύ των Γερμανών .
 Ο  Otto Strasser προτείνει ένα ενιαίο Μέτωπο  αποτελούμενο από τη βάση  των εξτρεμιστικών κομμάτων και των συνδικάτων ενάντια στην ίδια τους την  ιεραρχία  και ενάντια στο σύστημα . Αυτός ο völkisch ιδεαλισμός  συνεπάγεται το πνεύμα του  “γερμανικού σοσιαλισμού ” που εκθειάζει ο Strasser και εμπνέει το στρασεριανό σοσιαλιστικό πρόγραμμα. Το πρόγραμμα αυτό  περιλαμβάνει  τα παρακάτω σημεία : μερική εθνικοποίηση της γης  και των μέσων παραγωγής, εργατική συμμετοχή ,  σχεδιασμό ,  αυτάρκεια και  κρατικό μονοπώλιο στο εξωτερικό εμπόριο. Ο “γερμανικός σοσιαλισμός ” φιλοδοξεί να αντιπαρατεθεί τόσο στο Φιλελευθερισμό όσο και στο Μαρξισμό. Η γνώμη του  Strasser σχετικά με το Μαρξισμό έχει ως εκ τούτου εξανεμιστεί.
“Ο  Μαρξισμός δεν είχε για το  Strasser κανένα συγκεκριμένο  "εβραϊκό" χαρακτηριστικό όπως συμβαίνει με  το  Hitler, δεν ήταν η “επινόηση του Εβραίου  Marx”, αλλά η επεξεργασία μιας αναλυτικής μεθόδου των κοινωνικών και οικονομικών αντιφάσεων  της εποχής του ( περίοδος του πρωτόγονου καπιταλισμού) που επισημαίνεται από ένα  χαρισματικό φιλόσοφο. 
 Ο Strasser αναγνώριζε στη μαρξιστική σκέψη  όπως και στην ανάλυση του ιμπεριαλισμού  του  Lenin, μια βέβαιη αντικειμενική αλήθεια. Απομακρυνόταν από τη μαρξιστική  Weltanschauung σε επίπεδο  φιλοσοφικών και και ουτοπιστικών   επιπλοκών . Ο μαρξισμός ήταν το προϊόν της εποχής του φιλελευθερισμού και μαρτυρούσε από την αναλυτική του μέθοδο και από τις ίδιες του τις δομές, μια νοοτροπία  της οποίας  η φιλελεύθερη παράδοσή   είχε τις ρίζες της στο κοινωνικό συμβόλαιο του Ρουσό.
Το λάθος του Μαρξ  και των μαρξιστών λενινιστών  βρισκόταν, σύμφωνα με το  Strasser, στο γεγονός ότι όλοι αυτοί πίστευαν ότι ήσαν σε θέση να ερμηνεύσουν  το ιστορικό προτσές μέσα από  έννοιες της σχέσης παραγωγής και του ταξικού αγώνα  ακόμα και έξω από τα  πλαίσια της καπιταλιστικής περιόδου. Η δικτατορία του προλεταριάτου , ο διεθνικισμός ,ο ουτοπιστικός κομμουνισμός δεν ήσαν πλέον συμβατά  με μια Γερμανία, όπου είχε ήδη αρχίσει μια διαδικασία ριζικού μετασχηματισμού των πνευματικών,  κοινωνικών και οικονομικών  δομών , που οδηγούσε  στην αντικατάσταση του καπιταλισμού  με το σοσιαλισμό , του ταξικού αγώνα  με τη λαϊκή κοινότητα και του διεθνικισμού με τον εθνικισμό.
H μαρξιστική οικονομική θεωρία παρέμενε ένα αναγκαίο εργαλείο για τη κατανόηση της ιστορίας. Ο φιλοσοφικός  μαρξισμός  και ο κομματικός μπολσεβικισμός  , χάνουν το νόημά τους τη  στιγμή που  ο φιλελευθερισμός ψυχορραγεί "
3) Ο  “γερμανικός σοσιαλισμός ” αρνείται τόσο το προλεταριακό μοντέλο  όπως και το αστικό μοντέλο και επιχειρεί να συμβιβάσει την υπευθυνότητα ,την ανεξαρτησία και τη δημιουργικότητα σε προσωπικό επίπεδο , με το αίσθημα της κοινωνικής ένταξης  σε μια κοινωνία εργαζομένων  των μεσαίων τάξεων  και πιο ειδικά των αγροτών .
Ο  “Strasser, όπως και ο   Junger, οραματίζεται τον καινούριο  “Εργαζόμενο " ,  διαφορετικού τύπου , το τύπο του "αγρότη"  που είναι εργάτης-αγρότης, διανοούμενος-αγρότης, στρατιώτης-αγρότης , διαφορετικές   όψεις , μιας κοινωνικής αναταραχής που προκύπτει   από τη μετατόπισή της βιομηχανικής κοινωνίας  , τη διάλυση των εργοστασίων , τη μείωση των αστικών πληθυσμών  και την αναγκαστική στροφή των πολιτών  προς την αναγεννητική καλλιέργεια  της γης.
Για να καταδειχθεί με σύγχρονες εικόνες η θέληση   για κοινωνική ρήξη του ρεύματος  Strasser, μπορεί να σκεφθεί κανείς σήμερα τη Κινεζικη πολιτιστική επανάσταση ή στη δράση των Κόκκινων Khmer στη Καμπότζη.”
Ο Otto Strasser θέλει να αναδιοργανώσει τη γερμανική κοινωνία με άξονα τον τύπο του αγρότη. Για να το καταφέρει εκθειάζει  το διαμοιρασμό της γης, τον εποικισμό των αραιοκατοικημένων αγροτικών περιοχών της Ανατολής και τη διασπορά των  μεγάλων βιομηχανικών συγκροτημάτων  σε μικρές μονάδες σε ολόκληρη τη χώρα – θα γεννιόταν με το τρόπο αυτό ένας μικτός τύπος του εργάτη αγρότη.
Ο Patrick Moreau δεν διστάζει να χαρακτηρίσει τον  Otto Strasser σαν  “ συντηριτικό  αγροτικό εξτρεμιστή ”. Οι συνέπειες αυτής της αναδιοργάνωσης της Γερμανίας (και της κοινωνικοποίησης της οικονομίας  που οφείλει να τη συνοδεύει ) θα ήσαν: μια αξιοσημείωτη μείωση της παραγωγής των καταναλωτικών αγαθών  μέσα από την "υιοθέτηση ενός σπαρτιάτικού τρόπου ζωής , όπου  η κατανάλωση μειώνεται  σε τοπικό επίπεδο , σε οριακή ικανοποίηση   , των βασικών αναγκών”, και  “ μια εθνική πρώτα , διεθνικιστική αργότερα θεσμοθέτηση ενός είδους οικονομίας της ανταλλαγής”.
Ο γερμανικός σοσιαλισμός, αρνείται τέλος  τη γραφειοκρατία και τον ιδιωτικό καπιταλισμό (Ο  Strasser γνωρίζει τις αδυναμίες  των δύο συστημάτων ) και προτείνει την εθνικοποίηση των  μέσων της παραγωγής και της γης, που στη συνέχεια θα αναδιανεμηθούν στους επιχειρηματίες κάτω από τη μορφή φέουδων. Αυτή η λύση θα συνένωνε , σύμφωνα με το  Strasser, τα πλεονεκτήματα της ατομικής ιδιοκτησίας με εκείνα της συλλογικής ιδιοκτησίας.

Thierry Mudry


Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

THIERRY MUDRY: Η ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΤΟΥ OTTO STRASSER

Ο Otto Strasser γεννιέται στις 10 Σεπτεμβρίου 1897 μέσα σε μια οικογένεια Βαβαρών μικροαστών. Ο αδελφός του Gregor (που θα εξελιχθεί σε ένα από τους ηγέτες του ναζιστικού κόμματος και σε σοβαρό ανταγωνιστή του Hitler) είναι ο μεγαλύτερος στην ηλικία κατά πέντε χρόνια .Και ο ένας και ο άλλος μεγάλωσαν σε ένα άνετο οικογενειακό περιβάλλον ο πατέρας , ο Peter, που ενδιαφέρεται για πολιτική οικονομία και ιστορία , εκδίδει με το ψευδώνυμο Paaul Weger ένα έντυπο με τίτλο Das neue Wesen, μέσα από το οποίο εκφράζεται υπέρ ενός χριστιανικού και κοινωνικού σοσιαλισμού. Σύμφωνα με τον Paul Strasser, αδελφό του Gregor και του Otto, “στο έντυπο αυτό βρίσκεται ήδη η κεντρική ιδέα του συνόλου του πολιτιστικού και πολιτικού προγράμματος του Gregor και του Otto, δηλαδή ένας χριστιανοκοινωνικός σοσιαλισμός , που παρουσιάζεται σαν λύση στις αντιφάσεις και τις ανεπάρκειες που γεννιούνται από την καπιταλιστική και διεθνικιστική ασθένεια του φιλελευθερισμού που χαρακτηρίζει την εποχή μας.” ΄Οταν ξεσπά ο Μεγάλος Πόλεμος , ο Otto Strasser διακόπτει τις σπουδές του στο Δίκαιο και στην Οικονομία για να καταταγεί στο στρατό ,στις 2 Αυγούστου 1914 (είναι ο νεαρότερος εθελοντής της Βαυαρίας) . Για τη λαμπρή του διαγωγή στο Μέτωπο θα παρασημοφορηθεί με το Ritterkreuz πρώτης Τάξεως και θα προταθεί για το Militär-Max-Joseph-Orden. Πριν από την αποστρατεία του τον Απρίλιο /Μάιο 1919, συμμετέχει με τον αδελφό του Gregor, μέσα από τις γραμμές του ελεύθερου Σώματος von Epp στην επίθεση εναντίον της Σοβιετικής Δημοκρατίας της Βαυαρίας.
Επιστρέφοντας στην πολιτική ζωή στα 1919 αφιερώνεται και πάλι στις σπουδές του στο Βερολίνο και ιδρύει το “Πανεπιστημιακό Σύνδεσμο των Βετεράνων σοσιαλδημοκρατών”.
Στα 1920, επικεφαλής τριών "προλεταριακών εκατονταρχιών" αμύνεται στην εργατική βερολινέζικη συνοικία Steglitz ενάντια στο πραξικόπημα του Kapp (πραξικόπημα της άκρας δεξιάς.)
Λίγο αργότερα εγκαταλείπει το SPD (Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα) όταν αυτό το τελευταίο αρνείται να σεβαστεί τη συμφωνία του Bielefeld που είχε συναφθεί με τους εργάτες του Ruhr (αυτή η συμφωνία προέβλεπε τη μη επέμβαση του στρατού στο Ruhr τη καθυπόταξη των αντεπαναστατικών στοιχείων την απομάκρυνσή τους από τη κρατική μηχανή , την εθνικοποίηση των μεγάλων επιχειρήσεων) μετακινούμενος συνεπώς στα αριστερά του SPD. Επιστρέφοντας στη Βαυαρία ο Otto Strasser συναντά το Hitler και το στρατηγό Ludendorff με τη μεσολάβηση του αδελφού του, ο οποίος μάλιστα του προτείνει να προσχωρήσει στον Εθνικοσοσιαλισμό , κάτι που ο Otto αρνείται.
Ανταποκριτής του ελβετικού και του ολλανδικού τύπου , ο Otto καλύπτει στις 12 Οκτωβρίου 1920  το συνέδριο του USPD (Σοσιαλδημοκρατικό ανεξάρτητο Κόμμα) στο Halle όπου συναντά το Zinovev. Γράφει στο “Das Gewissen”, το περιοδικό των Moeller van den Bruck και Heinrich von Gleichen, ένα μακροσκελές άρθρο πάνω στη συνάντησή του με το Zinovev. Έτσι γνωρίζει το Moeller van den Bruck ο οποίος και θα τον μυήσει  στις ιδέες του.
Ο Otto Strasser θα εισέλθει λίγο αργότερα στο υπουργείο για τις προμήθειες , πριν εργαστεί από την άνοιξη του 1923 σε μια κοινοπραξία αλκοολούχων.  Ανάμεσα στα 1920 και τα 1925 το πνεύμα του Strasser υφίσταται μια αργή ιδεολογική ωρίμανση  που οφείλεται σε προσωπικές εμπειρίες (εμπειρία του Μετώπου και του εμφυλίου πολέμου , συνάντηση με τους Zinovev και  Moeller, εμπειρία της γραφειοκρατίας και του ιδιωτικού καπιταλισμού) και από διάφορες ιδεολογικές επιρροές.Ύστερα από το αποτυχημένο πραξικόπημα του 1923, τη φυλάκιση του Χίτλερ και την απαγόρευση του NSDAP που ακολούθησαν, ο Gregor Strasser ξανασυναντήθηκε με το Στρατηγό Ludendorff και το  völkisch πολιτικό von Graefe επικεφαλής του νεοϊδρυθέντος ναζιστικού κόμματος.Μόλις βγαίνει από τη φυλακή ,  ο Hitler αναδιοργανώνει  το NSDAP (Φεβρουάριος 1925) και αναθέτει στο Gregor Strasser τη διεύθυνση του Κόμματος στη Βόρεια Γερμανία. Ο Otto ύστερα από πρόσκληση του αδελφού του σπεύδει να το συναντήσει. Ο Otto θα είναι ο ιδεολόγος , ο Gregor ο οργανωτής του ναζισμού στη Βόρεια Γερμανία.Στα 1925 ιδρύεται μια "Επιτροπή εργασίας των γερμανικών βορείων και ανατολικών διαμερισμάτων του NSDAP” κάτω από τη διεύθυνση του Gregor Strasser ' με το τρόπο αυτό , τα διαμερίσματα αυτά  εκδηλώνουν τη θέλησή  για αυτονομία (και εσωτερική Δημοκρατία) σε σχέση με το Μόναχο. Επιπλέον το NSDAP του Βορρά παίρνει μια αριστερή κατεύθυνση κάτω από  την επιρροή του Otto Strasser και του Jospeh Goebbels που παρουσιάζουν τις ιδέες τους  σε ένα δεκαπενθήμερο που προορίζεται για τα μέλη του κόμματος , το “National-sozialistische Briefe”.
Από τον Οκτώβριο του 1925  ο Otto δίνει στο NSDAP του Βορρά  ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα. Ο Χίτλερ αντιδρά  δηλώνοντας απαραβίαστα τα 25 σημεία   του ναζιστικού προγράμματος του 1920 και συγκεντρώνοντας στα χέρια του  όλες τις εκτελεστικές εξουσίες του Κόμματος.
 Στα 1926 ανακαλεί τον  Goebbels , δελεάζει τον  Gregor Strasser προτείνοντάς του τη θέση του υπεύθυνου προπαγάνδας  και στη συνέχεια, εκείνη του υπεύθυνου οργάνωσης του Κόμματος, διαγράφει τέλος ένα ορισμένο αριθμό αριστεριστών (ενδεικτικά τους  Gauleiter της Σιλεσίας ,της Πομερανίας και της Σαξονίας).
Ο Otto Strasser, απομονωμένος και σε πλήρη αντίθεση  με την όλο κι περισσότερο απροκάλυπτα  συντηρητική και καπιταλιστική πολιτική του  Hitler, αποφασίζει τελικά να εγκαταλείψει το  NSDAP στις  4 Ιουλίου 1930. Ιδρύει αμέσως το KGRNS, “Κοινότητα του επαναστατικού εθνικοσοσιαλιστικού αγώνα ”. Όμως λίγο μετά   από το στρασσερικό σχίσμα, δύο γεγονότα  οδηγούν στη περιθωριοποίηση της KGRNS:  πρώτα από όλα η "Δήλωση -πρόγραμμα για την εθνική απελευθέρωση του γερμανικού λαού ” που υιοθετεί το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα.



Το πρόγραμμα εξασκεί πάνω στα εθνικιστικά αντιχιτλερικά στοιχεία μια σημαντική γοητεία που θα τα αποσπάσει από το στρασσερισμό (επιπλέον από το φθινόπωρο του 1930 μια πρώτη "εθνικο-μπολσεβικική κρίση " είχε προκαλέσει την έξοδο από το KGRNS  και την προσχώρησή τους στο Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας, τριών στελεχών : των Korn, Rehm και Lorf); στη συνέχεια , η εκλογική επιτυχία του Ναζιστικού Κόμματος στις εκλογές της 14 Σεπτεμβρίου , πείθουν πολλούς εθνικοσοσιαλιστές για τη δοκιμασμένη επάρκεια της χιτλερικής στρατηγικής. Η KGRNS επιπλέον υπονομεύεται από εσωτερικές αντιπαραθέσεις που τα πλέον ριζοσπαστικά στοιχεία εκδηλώνουν προς τη περισσότερο μετριοπαθή ηγεσία (Otto Strasser, Herbert Blank και ταγματάρχης Buchrucker). Ο Otto Strasser επιχειρεί να βγάλει τη KGRNS από την απομόνωση προσεγγίζοντας στα 1931 τα SA της Βόρειας Γερμανίας που κάτω από την ηγεσία του Walter Stennes, εξεγείρονται ανοικτά εναντίον του Hitler (αλλά αυτή η επαναπροσέγγιση που καθοδηγείται με την συνέναιση του Ehrhardt, του οποίου οι αντιδραστικές τάσεις είναι γνωστές , προκαλεί την έξοδο από το KGRNS των Εθνικομπολσεβίκων).
Τον Οκτώβριο του 1931 ο Otto Strasser ιδρύει το “Μαύρο Μέτωπο”, προορισμένο να συσπειρώσει γύρω από τη KGRNS έναν ορισμένο αριθμό συγγενικών οργανώσεων , όπως η παραστρατιωτική ομάδα “Wehrwolf”, οι“Ομάδες Oberland”, τα πρώην SA του Stennes, ένα μέρος του Αγροτικού Κόμματος, η ομάδα γύρω από το περιοδικό “Die Tat” κλπ.
Στα 1933, αποδεκατισμένη από τη χιτλερική καταδίωξη ,η KGRNS μετακινείται στην Αυστρία και έπειτα στα 1934 , στη Τσεχοσλοβακία. Στη Γερμανία , στρασσερικές παράνομες ομάδες επιζούν μέχρι το 1937, ημερομηνία κατά την οποία εξολοθρεύονται και τα μέλη τους φυλακίζονται ή εκτοπίζονται (ένας από αυτούς, ο Karl-Ernst Naske, διευθύνει σήμερα το “Strasser-Archiv”). Οι ιδέες του Otto Strasser διαφαίνονται από τα προγράμματα που έχει επεξεργαστεί ,τα άρθρα , οι μπροσούρες που ο ίδιος και οι φίλοι του είχαν γράψει.
Ανάμεσα σ΄αυτά τα κείμενα , τα πιο σπουδαία είναι: το πρόγραμμα του 1925 προορισμένο να συμπληρώσει το πρόγραμμα του Ναζιστικού Κόμματος του 1920, τη Διακήρυξη της 4ης Ιουλίου 1930 ("Οι Σοσιαλιστές εγκαταλείπουν το NSDAP”), οι 14 θέσεις της Γερμανικής επανάστασης όπως υιοθετήθηκαν στο πρώτο Συνέδριο της KGRNS τον Οκτώβριο του 1930 , το Μανιφέστο του "Μαύρου Μετώπου" που υιοθετήθηκε στο δεύτερο Συνέδριο της KGRNS τον Οκτώβριο του 1931 και το βιβλίο Οικοδόμηση του Γερμανικού Σοσιαλισμού ,το οποίο πρωτοεκδόθηκε στα 1932. Από τις θέσεις αυτές προκύπτει μια συνεπής ιδεολογία , που βασίζεται σε τρία στοιχεία στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους : Ο εθνικισμός , ο τύπου völkisch ιδεαλισμός" και ο "γερμανικός σοσιαλισμός" .
1)Ο εθνικισμός .Ο Otto Strasser προτείνει τη δημιουργία ενός Παγγερμανικού Κράτους (Ομοσπονδιακό και Δημοκρατικό) “από το Μέμελ στο Στρασβούργο , από το Eupen στη Βιέννη” και την απελευθέρωση του Γερμανικού Έθνους από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών και από το Σχέδιο Young .Εύχεται έναν απελευθερωτικό πόλεμο ενάντια στη Δύση (“Χαιρετίζουμε τη Καινούρια Γερμανία ”), τη συμμαχία με τη Σοβιετική Ένωση και μια διεθνή αντιιμπεριαλιστική αλληλεγγύη ανάμεσα στα καταπιεσμένα Έθνη.

Η πολύ ενδιαφέρουσα ισπανόφωνη ιστοσελίδα
από την οποία"ξεσήκωσα" το άρθρο





Σάββατο 16 Μαρτίου 2013

ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:Η ΣΙΔΗΡΑ ΚΑΙ ΧΡΥΣΗ ΔΙΑΘΗΚΗ- ΠΡΟΛΟΓΟΣ «ΧΡΥΣΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ»


Αναρίθμητοι συμβουλαί εδόθησαν προς τους ανθρώπους και αναρίθμητα συμπεράσματα εκ της λογικής και της πείρας απορρέουσι καθ' εκάστην, τα οποία, όχι μόνον εις όσους τα ήκουσαν, αλλά και εις όσους τα συνήγαγον, κατ' ουδέν εχρησίμευσαν.
Στην Ελλάδα της διαφθοράς ,της
κακομοιριάς  και της υποτέλειας,
 πρωτοβουλίες σαν  αυτή,  
αποτελούν φωτεινά παραδείγματα
προς μίμηση.  
Τα όντα θα εκλείψωσιν εκ της γης κατ' ουσίαν αμετάβλη­τα, ο δε τελευταίος άνθρωπος δεν θα διαφέρη από τον πρώτον, ειμή κατά το ένδυμα και κατά το όπλον — αμφότερα τελειο­ποιημένα.
Ο πρώτος Κάϊν εδολοφόνησε τον αδελφόν του.
Ο τελευταίος Κάϊν θ' αυτοκτονήση από ανίαν και πλήξιν, διότι ούτε αδελφόν θα εύρη δια να δολοφονήση.
Διά τούτο συμπεράσματα τίνα, τα οποία συνήγαγον εκ των πραγμάτων του κόσμου, θεωρών άχρηστα διά τον εαυτόν μου και άχρηστα διά τους ανθρώπους, εθεώρησα καταλληλότερον να τα κληροδοτήσω εις τον Πετεινόν μου.
Τίς οίδεν εις την εποχήν, καθ' ην οι έρωτες και οι πόλε­μοι διεξάγονται εντιμότερον και ιπποτικώτερον παρά τοις πετεινοίς, ή παρά τοις ανθρώποις, ίσως ευεργετήσω τον Πετει­νόν μου διά τας αχρήστους φιλοσοφίας μου.
Αθήναι 1901.
(Επιστροφή)

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:Η ΣΙΔΗΡΑ ΚΑΙ ΧΡΥΣΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

61. Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΠΥΓΜΗΣ
Hρώτησα :
— Aλλά τί ζητούν οι περίεργοι αυτοί Θηριάνθρωποι με τας Σάλπιγγας, και
δια ποίον σκοπόν σαλπίζουν και καταπί­νουν τους ανθρώπους, αφού προτήτερα τους μεταβάλλουν εις άνευ θελήσεως σκιάς του ιδίου εαυτού των;
— Ζητούν πως να δειχθή ο ένας ισχυρότερος από τον άλλον.
— Και αν συμβή
τούτο, θα ησυχάσουν τουλάχιστον δια ν' αποκτήση και πάλιν η φύσις την γαλήνην της;
— Ούτε τότε. Η πλεονεξία είνε το κύριον χαρακτηριστικόν όλου του ζωϊκού κόσμου, και προπάντων του Ανθρώπου. Διότι ο Άνθρωπος έχει συγκεντρώση εις τον οργανισμόν του τας ιδιότητας όλων των ζώων, αι οποίαι είνε ελαττώματα δια την «αυστηράν ηθικήν», που την εφαντάσθη και την εδημιούργησεν αυτός ο ίδιος, ακριβώς δια να περιορίση τα ελατ­τώματα του. Λοιπόν εκείνο που συμβαίνει εις ένα άνθρωπον, συμβαίνει και εις το σύνολον των ανθρώπων και αυτό είνε μάλιστα χειρότερον : διότι ένα άτομον, όσον διεφθαρμένον και αν είνε, έχει πάντοτε εις ένα βαθμόν την συνείδησιν της. διαφθοράς του· απόδειξις είνε, ότι την εξασκεί συνήθως με κάποιαν προφύλαξιν. Αλλ' ένα σύνολον ανθρώπων είνε απο­λύτως ασυνείδητον. Δια τούτο, μέσα εις την συνολικήν ορμήν των ζωωδών ενστίκτων του, κάθε μερική ηθική αντίδρασις των ολίγων, όχι μόνον δεν ενεργεί ευεργετικώς, αλλά το ε­ναντίον : ερεθίζει και επαυξάνει την ορμήν της ανηθικότητος.
»Λοιπόν, όπως συμβαίνει εις δύο ανθρώπους, που ο ένας προσπαθεί να ωφεληθή από την περιουσίαν του άλλου, το ίδιον και χειρότερον συμβαίνει και εις τους λαούς, που αποτελούν τα Έθνη- το ένα Έθνος προσπαθεί ν' αρπάση από το άλλο, διότι φαντάζεται ότι με την αρπαγήν θα γίνη μεγα­λύτερον και δυνατώτερον, και θα παραμένη έτσι αιωνίως.
— Μολαταύτα βλέπω έθνη, τα οποία με τον τρόπον αυτόν μεγαλώνουν.
— Φαινομενικώς. Δεν υπάρχει ακροσφαλέστερον οικοδό­μημα απ’ εκείνο, που δεν στηρίζεται εις ηθικά θεμέλια· όσον του προσθέτεις απ’ επάνω και το κάμνεις βαρύτερον, τόσον και αυξάνει ο κίνδυνος της πτώσεως του.
«Και ναι μεν, δεν ημπορώ να αρνηθώ, ότι κάθε «ζωϊκή οργάνωσις» αναπτύσσει απορροφητικότητα απέναντι του περι­βάλλοντος’ όμως η απορροφητικότης αυτής είνε τόσον επι­κίνδυνος, ώστε ημπορεί να συντηρηθή περισσότερον καιρόν νηστική, παρά κακώς και δυσαναλόγως τροφοδοτουμένη.
Δεν υπάρχουν ισχυρότερα δυναμωτικά από τα δηλητήρια, όταν λαμβάνωνται με μέτρον’ αλλ' η υπέρβασις του μέτρου φονεύει γρηγορώτερα και από αυτήν την εξασθένησιν.
«Αυτό συμβαίνει και με την απληστίαν των λαών, η οποία εις κάθε εποχήν αλλάζει προσωπείον και λέγεται «εκπολιτι­σμός», «ιδεαλισμός» κλπ., αναλόγως της ανειλικρινείας και της αναιδείας, που έχουν οι ιδεολόγοι απέναντι του ιδίου εαυτού των και των ομοίων των.
Ηρώτησα έκπληκτος: 
— Λοιπόν τούτο θα συμβαίνη πάντοτε;
— Ναι. Όταν θα κατασταλούν αι ορμαί των διαφόρων ζωικών οργανώσεων, ο κόσμος θα μεταβληθή βαθμηδόν εις Νεκροταφείον. Η «απόλυτος Ηθική» θα γίνη Νεκροθάπτης της Ζωής. θα το εννοήσης όταν θα προχωρήσωμεν ολίγα ακόμη βήματα εις τον Δρόμον μου.
»Προς το παρόν κύτταξε αυτούς τους δύο ανθρώπους μο­νομερώς, και θα καταλάβης τι συμβαίνει και με τα σύνολα. Αυτοί είνε ένας Νικητής και ένας Νικημένος : δύο αντίπαλοι αιώνιοι, που προσπαθεί ο ένας να γυμνώση και να εξαντλήση τον άλλον, μέχρις εξοντώσεως. Παρατήρησε τους καλά.
Μου έδειξε δύο ανθρώπους, από τους οποίους ο ένας εί­χε ρίψη τον άλλον κάτω, και τον απεγύμνωνεν από ό,τι και αν είχε.
Ο Νικημένος εφαίνετο αδύνατος· είχε το ύφος πολύ ευγενικόν και έλεγεν εις τον Νικητήν, που είχε τοποθετήσει 
το πόδι του εις το στήθος του :
— Διατί, αδελφέ, δεν με αφίνεις ν' αναπνεύσω ολίγον; Υπάρχει αρκετός αέρας εις την φύσιν, δια να τον απολαύσω και εγώ, χωρίς να τον στερηθής και συ. Η θερμότης του ηλί­ου είνε διανεμημένη με τόσην αφθονίαν καί δικαιοσύνην, που υπερβαίνει και την ποσότητα, η οποία αναγκαιοί δια την ύπαρξίν σου. Άφισέ μου λοιπόν μίαν ζωήν, που δεν αφαιρεί τί­ποτε από την ιδικήν σου...».
Και εξακολουθούσε, με ατελείωτον σειράν γοητευτικών θεωριών, να υποστηρίζη τα δίκαια του επί της ζωής και επί των ελευθεριών αυτής...
Ευρήκα τόσον ισχυράν την λογικήν του Νικημένου, και επερίμενα την απάντησιν του Νικητού με πολλήν περιέργειαν. Αλλ’ εκείνος, εις την φλύαρον αυτήν λογικήν της Γλώσ­σης, απαντούσε μόνον με την σιωπηλήν λογικήν της Πυγμής.
Μου εφάνη τόσον α
ξιοθρήνητον το φαινόμενον, ώστε εί­πα εις τον Δαίμονα :

— Με όλα αυτά που μου εξήγησες, εγώ δεν ημπορώ να την υποφέρω αυτήν την αδικίαν. Ο Νικημένος έχει δίκαιον. Οι άνθρωποι πρέπει να είνε αδελφοί και εξ ίσου κληρονόμοι των αγαθών της ζωής, αποτελεί δε βδελυράν απόπειραν κατά του ανθρωπίνου πνεύματος ο φόνος των αποστόλων μιας τέ­τοιας ιδέας. Εάν ημπορής, κατόρθωσε ώστε ο Νικημένος να γίνη Νικητής. Ποίος ηξεύρεί; ίσως κατορθώση να πραγματο­ποιήση το ωραίον Ευαγγέλιον των θεωριών του.
Ο Δαίμων μου απήντησε με ειρωνικόν μειδίαμα :
Θα κάμω αυτό που ζητείς, όχι δια να σώσω τον Νικημένον από την καταστροφήν, αλλά δια να σώσω σε από μίαν ουτοπίαν.
Με μίαν κίνησιν του παντοδυνάμου χεριού του, αντήλλαξε τας θέσεις των δύο αυτών ανθρώπων, ώστε ο Νικητής να ευρεθή κάτω και ο Νικημένος απ' επάνω.
Τότε — ω ανέλπιστον θαύμα! — ο Νικημένος που έκλαιε μέχρι της στιγμής εκείνης, ήρχισε να καγχάζη σατανικώς, έ­σπευσε δε να τοποθετήση την πτέρναν εις τον λαιμόν του Νι­κητού και, αφοϋ του επήρε όλα όσα εκείνος του είχε προτήτερα αφαιρέση, ήθελεν εις το τέλος ν' αφαιρέση και αυτήν την ζωήν του.

Τότε ήλθεν η σειρά του τέως Νικητού να κλαίη, να θρηνή και να αναπτύσση νεοτέρας και γοητευτικοτέρας θεωρίας περί Ισότητος, Αδελφότητος και Δικαιοσύνης.
Τότε υπέλαβε το Φάσμα :
— Ανόητε! βλέπεις λοιπόν πως ουσιαστικώς τίποτε δεν ήλλαξε. Θα υπάρχη πάντοτε ένας Νικητής απ' επάνω και ένας Νικημένος από κάτω. Ο Νικητής θα επιβάλλη πάντοτε με την λογικήν της πυγμής, ο δε Νικημένος θ' αμύνεται με την λογικήν της Γλώσσης. Μόλις ο Αδύνατος δυναμώνει, μεταθέ­τει την λογικήν της γλώσσης εις την πυγμήν, και μόλις εξα­σθενεί ο Δυνατός, μεταθέτει την λογικήν της πυγμής εις την γλώσσαν.
»Λοιπόν, μάθε πως η Ελευθερία και η Δουλεία έχουν τα ίδια δικαιώματα επί του βίου της ανθρωπότητος, όπως έχει η ημέρα και η νύξ επί του βίου της γης. Πολλάκις μάλιστα η νυξ — δεν ηξεύρω με ποίον δικαίωμα — καθίσταται και ο δεσμοφύλαξ της ημέρας.
— Μολαταύτα, εδώ που ταξιδεύω, δεν ακούω τίποτε άλ­λο, παρά να ομιλή ο κόσμος περί Ισότητος.
— Πτωχόν πτηνόν! Συνήθως ο άνθρωπος ομιλεί πολύ δι' εκείνο που δεν έχει. Η Ισότης δεν υφίσταται, ούτε θα υπάρξη ποτέ εις τον κόσμον υπάρχει και πρέπει να υπάρχη μία σχετική ισορροπία, η οποία, με κάποιαν μυστικήν συνθήκην μεταξύ θεού και Διαβόλου, — που δεν υπεγράφη εις καμμίαν πρωτεύουσαν της Ευρώπης δια ν' ακυρωθή, — επιτυγχάνεται μόνον δια των ανισοτήτων.
Και επρόσθεσε :
— Λοιπόν, ιδού ότι προ μιας στιγμής ησθάνθης οίκτον δια τον Νικημένον τώρα αισθάνεσαι οίκτον δια τον έχθρόν του. Αληθινά, έχασες τον κόπον σου, διότι εκηρύχθης διαδοχικώς υπέρ δύο θανασίμων αντιπάλων, που δεν κάμνουν άλλο, παρά -να ληστεύωνται αλληλοδιαδόχως, αποβλέποντες και οι δύο εις κάποιαν παράνομον ευτυχίαν. Και εξηκολούθησεν :
— Αλλά μη νομίσης ότι τούτο συμβαίνει μόνον εις τον Άνθρωπον. Συμβαίνει εις όλον τον ζωϊκόν κόσμον. Το αλληλοφάγωμα μεταξύ των ζώων είνε νόμος συντηρήσεως. Ο άν­θρωπος τρώγει τα ζώα και τα ζώα τρώγουν τον άνθρωπον άν­θρωποι δε και ζώα τρώγονται και αναμεταξύ των. Και ιδού!
Ακαριαίως με έφερεν εις μίαν πολυτελή αίθουσαν, όπου άνδρες και γυναίκες, εξαιρετικώς ωραία ενδεδυμένοι, εκάθηντο γύρω από ένα τραπέζι και έτρωγον με πολλήν όρεξιν και φαιδρότητα.
-— Εδώ, είπεν, είνε ένα μέρος που οι άνθρωποι το ονομάζουν «εστιατόριον», τα δε ζώα, εάν είχον ομιλίαν, θα το ωνόμαζον «κρεουργείον»· εις το μέρος τούτο οι άνθρωποι κα­ταλύουν τας σάρκας των άλλων ζώων με την μεγαλυτέραν απάθειαν, μάλιστα δε και με ωρισμένην «εθιμοτυπίαν του τρώγειν;»
— Και τί είναι εθιμοτυπία του τρώγειν;
— Να καταβροχθίζης λ.χ. την σάρκα του ψαριού μόνον με το πηρούνι· την σάρκα των χερσαίων ζώων και με το μα­χαίρι - τα δε θαλασσινά οστρακόδερμα ζωντανά, διότι δεν έ­χουν φωνήν να κραυγάσουν από τον πόνον του σπαραγμού και να εξυπνήσουν την Συνείδησιν του Ανθρώπου, —η οποία όταν δεν ακούη κραυγήν, κοιμάται με οποιονδήποτε κακούργημα και αν διαπράττεται. »Κύτταξε : βλέπεις εκείνην την ωραίαν και τρυφεράν κόρην; ξεκοκκαλίζει κατά την στιγμήν αυτήν και καταβρο­χθίζει την σάρκαν ενός αγριόχοιρου με τόσην αβρότητα, που όλοι γύρω την θαυμάζουν. Αλλά μήπως νομίζεις πως ο αγριόχοιρος, αν εσυναντούσεν εις το δάσος του την αβράν κόρην, δεν θα εγευμάτιζε με την σάρκα της; Η μόνη διαφορά είνε ότι ο αγριόχοιρος θα την κατεξέσχιζε με τους χαυλιόδοντας μόνον, ενώ αυτή τον καταβροχθίζει με ασημένια μαχαιροπήρουνα.

»Λοιπόν όλα αυτά είνε απλούστατα «πλαίσια»· η «εικών» είνε μία και η αυτή : Κάθε ζώον που τρώγει το άλλο, ακολουθεί τον κοινόν και αιώνιον νόμον : «όποιος προφθάση πρώτος». Μόνον που ο Άνθρωπος τον χρυσοδένει κομψότατα τον «Κώδικα του Αλληλοφαγώματος»· ενώ τα λοιπά ζώα τον συμβουλεύονται φύλλα φύλλα!
Έτσι ωμίλησεν ο τρομερός Δαίμων, ότε μία κραυγή ηκούσθη όπισθεν μας.
— Α, δεν είνε τίποτε, είπεν. Είναι ο πρώην Νικημένος, που εχώνευσεν όσα είχε φάγη, και ήρχισε πάλιν να πεινά και να ζητή και άλλα. Η ορμητικότης των κραυγών και εις τους ανθρώπους και εις τα ζώα είνε το ασφαλέστερον μέτρον της πείνης των. Όσον περισσότερον αδειανόν είνε ένα στόμα, τό­σον και ευκολώτερα φωνάζει. Ο πολύς θόρυβος είνε πάντοτε αποτέλεσμα κάποιας κενότητος, που αρχίζει από τα κεφάλια, κατεβαίνει εις τα στομάχια και επεκτείνεται έως εις τα πιθά­ρια των υπογείων.
— Αλλά, διατι τάχα ο θεός επιτρέπει ένα τέτοιον θρίαμβον εις τον Διάβολον;
Το Φάσμα απήντησε με μειδίαμα σαρκαστικόν :
— Όλαι αι παραχωρήσεις, που κάμνει ο θεός εις τον Διάβολον, έχουν κάποιαν μυστικήν αιτίαν, που δεν ημπορείς να την εννοήσης εύκολα εις την ζωήν θα την μάθης όταν θ' αποθάνης. Την ημέραν, που θ' αποφασίση ο θεός ν' αφίση τον Διάβολον χωρίς τροφήν, θα χάση και την ιδικήν του. Χω­ρίς την Αντίδρασιν, πώς θα λειτουργήση η Δράσις;
»Εις αυτό δε βοηθεί πολύ και η φύσις του Ανθρώπου, όπως σου είπα, εις τον οποίον κατά προτίμησιν και θεός και Διάβολος ευρίσκουν την αφθονωτέραν και νοστιμωτέραν τροφήν. Παρατήρησε όλα τα αγριώτερα θηρία: εάν κόψης τα νύχια των, δεν ξαναγίνονται πλέον όπως ήσαν, μεγάλα και οξέα και δυνατά. Όμως τα νύχια του ανθρώπου έχουν την τρομακτικήν ιδιότητα ν' αυξάνουν ταχύτατα και επ' άπειρον!...
(Επιστροφή)
 

ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:Η ΣΙΔΗΡΑ ΚΑΙ ΧΡΥΣΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

51.TA ΔΥΟ ΦΡΕΝΟΚΟΜΕΙΑ
Ηρώτησα έκπληκτος.
— Αλλά , Θεέ μου! τί είναι λοιπόν η τρέλλα;
Το τρομερό Φάσμα απήντησε:
— Δεν είνε συνήθως νόσος του περιεχομένου, αλλά του περιβάλλοντος. Άφρονα κεφάλια, περιβαλλόμενα από ένα στέμμα, θεωρούνται σοφά· τόσον τα εμπιστεύεται ο κόσμος, ώστε εκατομμύρια ανθρώπων ημπορούν να αιματοκυλισθούν εις ένα και μόνον νεύμα των. Και κεφάλια σοφά, περιβαλλό­μενα από ένα σκούφον χωρίς εμπορικήν αξίαν, θεωρούνται άφρονα. Κανείς δεν προσέχει εις ό,τι λέγουν.
»Εις αυτό εδώ το φρενοκομείον θα συναντήσης τρέλλας, με τας οποίας γελάς· και όμως είνε ένα είδος λογικής.
Εις αυ­τό εκεί το Φρενοκομείον, — τον Κόσμον, — θα συναντήσης τρέλλαν θριαμβεύουσαν, προ της οποίας θα ιλιγγία και η αλη­θινή τρέλλα, και από την οποίαν ημπορεί να κλαύση όλος ο κόσμος. Πρέπει δε να γνωρίζης ότι, εάν η παραφροσύνη ως αδυναμία είνε κάτι οικτρόν, ως δύναμις είνε κάτι τρομερόν και αποτρόπαιον.
Ηρώτησα :
— Αλλ' ως πότε θα εξακολουθή ο άνθρωπος να παρασύ­ρεται από τα προσχήματα;
Ο Δαίμων εκίνησε το κεφάλι του με έκφρασιν μελαγχο­λίας και είπεν :
— Ο άνθρωπος ανετράφη έτσι, ώστε τα προσχήματα να τον καταπλήττουν. Είδες τα προσωπεία και τα ξυλοπόδαρα τι κατορθώνουν ύστερα από ολίγα βήματα που θα κάμωμεν εμ­πρός, — το οποίον πραγματικώς δια τον δρόμον μου είνε «οπί­σω», — θα σου δείξω τι συμβαίνει, και θα εννοήσης ότι έχω ακόμη πολλήν απασχόλησιν εις αυτόν τον κόσμον.
Εις όσα είδες και θα ίδης ακόμη, δεν πταίει άλλο, παρά μόνον η ανατροφή του ανθρώπου. Δια να πάρη ο άνθρωπος νέαν και φυσικήν ανατροφήν, πρέπει να καούν όλαι αι βιβλιοθήκαι της Ιστορίας : Εφόσον ο άνθρωπος εισέρχεται εις την ζωήν, διδασκόμενος βαθμηδόν την Ιστορίαν των προγενεστέ­ρων του, που είνε γεμάτη από αμαρτίας, ποτίζεται από τας α­μαρτίας αυτάς και δηλητηριάζεται ο οργανισμός του.

Μαθαί­νει αμέσως τι είνε ελάττωμα- διδάσκεται τον εγωϊσμόν, την μοιχείαν, την αρπαγήν, τους αδίκους πολέμους. Η φαντασία του συνηθίζει να κολυμβα εις το ανθρώπινον αίμα. Το πρώτον αυτό βάπτισμα είνε τρομερόν γεννάται άγγελος, και, πριν ακόμη πήξουν τα νύχια του, αρχίζει να διαισθάνεται μέσα του το θηρίον.
Ηρώτησα έκπληκτος :
— Αλλά πώς; η Ιστορία δεν ηθικολογεί; συ σκέπτεσαι διαφορετικά από όλον μαζύ τον κόσμον.
 Ανόητε! ο κόσμος δεν σκέπτεται ποτέ. Αν η Ιστορία ηθικοποιούσε, δεν θα ήτο η μία σελίς της αντιγραφή της άλ­λης. Η ιστορία είνε η διαδοχή και η διαιώνισις κάθε αδικίας και κάθε ατιμίας. Ας φαίνεται ότι γράφεται με μελάνην γρά­φεται με το αίμα κάποιων αθώων.
»Όλαι αι βιβλιοθήκαι είναι γεμάτοι από Ιστορίας, που η μία είνε της άλλης συνέχεια. Εάν εμβαθύνης εις την διαδοχικήν εξέλιξίν των, θα ίδης ότι, αν δεν υπήρχεν η προγενε­στέρα, η επομένη δεν θα ήτο τολμηροτέρα, η δε τελευταία τρομερωτέρα από όλας.
»Λοιπόν σε ερωτώ : πού είνε η «θετική» διδασκαλία της; Όλον και «αρνητική». Δεν κατορθώνει τίποτε άλλο, παρά να αφυπνίζη το ένστικτον του αλληλοφαγώματος, που ναι μεν το κατέχει μέσα του κάθε ζωϊκόν ον φυσιολογικώς, αλλά το οποίον θα ημπορούοε να μη διεγείρεται με τόσην καταστρεπτικήν ορμήν, να διεγείρεται δε μόνον, όσον θα ήτο αρκετόν δια να μη καταλυθούν αι ζωϊκαί συνθέσεις από την επίσης θανατηφόρον άδράνειαν.
Και ωθών με προς τα εμπρός ο Δαίμων επρόσθεσε :
— Μόνον λεπτομερείας είδες έως την στιγμήν αυτήν αλ­λά σου τα έδειξα όλα, διότι αυτό το άθροισμά των αποτελεί τον φθοροποιόν αγώνα. Τώρα προχώρησε δια ν' αντιληφθής και το τρομερόν ολοκλήρωμα των.

(Επιστροφή)







Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013

MIΧΑΛΗΣ ΜΑΝΤΑΚΑΣ


 Una settimana dopo i luttuosi fatti di Via Ottaviano il quoti­diano comunista «Paese Sera» inviava ad Atene il suo cronista Franco Tintori, dandogli mandato di scoprire «a qualsiasi costo» e quindi accertare definitivamente, gli ideali antifascisti della fa­miglia Mantakas.
L'8 marzo, una settimana dopo che Mikis era morto, Tintori iniziava così la sua corrispondenza dalla capitale greca: « Quel venerdì 28 febbraio a via Ottaviano a Roma, Mikis Mantakas, 22 anni, studente greco, quinto anno di medicina, non venne colpito a caso. La tesi di Mantakas vittima designata può essere un az­zardo, ed è certamente tutta da dimostrare. Ma alcuni suoi con­giunti la sostengono a spada tratta e con loro ne sono persuasi numerosi amici di famiglia. Ad Atene si parla ancora di CIA. di trame eversive per quanto è successo a Roma, ed il convincimen­to è talmente radicato che la vicenda di Mantakas si è preferirò liquidarla sui giornali locali in poche righe».
Quello di Tintori altro non era che l'ennesimo tentativo della stampa comunista di pescare in un non meglio identificato «tor­bido ambiente», col neppure tanto nascosto intento di dimostrare che ad uccidere Mantakas erano stati i «fascisti», per fargli paga­re chissà quale tradimento o altra colpa. 

  Su questa stessa falsa riga, mercoledì 5 marzo, Antonio Capranica aveva scritto su « L'Uni­tà»: «Si cerca intanto di mettere a fuoco la personalità del giova­ne greco rimasto ucciso. Alcuni torbidi elementi rendono certo com­plessa questa opera di ricostruzione. Alcuni conoscenti dello studente affermano, ad esempio, che Mantakas riceveva in continuazione somme — anche di notevole entità — dal FUAN, l'organizzazione universitaria missina. Di recente, il giovane si sarebbe rifiutato di restituire una somma più elevata del solito, sembra due o tre milioni. È certo che per fare integralmente luce sul cruente epi­sodio di venerdì scorso è necessario accertare anche tutti questi fatti».
Ma tutta questa ingegnosa e fantasiosa costruzione, compresa la sua fantomatica appartenenza alla CIA, cadde quando dalla voce di tutti coloro che lo conoscevano, apparve nella sua chiarez­za e semplicità la figura e la personalità di Mikis Mantakas.
Era nato ad Atene il 13 luglio 1952 da una famiglia benestan­te che abitava in un quartiere residenziale della capitale greca, il Papagos, una zona borghese sorta tramite cooperative di militari. Il padre, un generale di vecchio stampo dell'esercito greco, era sinceramente legato alla monarchia. Dopo la caduta di re Costan­tino, aveva preferito allontanarsi dal servizio attivo; la sua fedeltà a re Costantino e le precarie condizioni di salute, era infatti soffe­rente di cuore, lo avevano indotto alla richiesta di essere posto in pensione.

Contrariamente a quanto ebbero a scrivere molti giornali, Mikis Mantakas non ebbe mai dissapori con la famiglia per le sue idee, infatti il padre, pur non condividendole, proprio per la fe­deltà agli ideali monarchici che aveva sempre seguito nella sua carriera di ufficiale, non aveva mai influenzato le idee politiche  del figlio. I loro rapporti si erano sempre basati sulla libertà e sulla reciproca amicizia, tanto è vero che quando Mikis nel set­tembre del 1969 espresse il desiderio di venire in Italia per lau­rearsi in medicina, il padre non si oppose assolutamente alla ri­chiesta del figlio, anzi lo agevolò nei suoi intenti. L'unica cosa che gli chiese, come è ovvio per qualunque genitore, fu soltanto quella di studiare e di laurearsi. Così alla fine del 1969 Mikis si trasferì in Italia, animato anche dalla sua unica vera passione, quella di viaggiare e vedere Paesi nuovi. Aveva scelto il nostro Paese proprio perché a Roma uno zio gestiva una clinica privata e, fra i suoi progetti, aveva intenzione di laurearsi nel più breve tempo possibile e di entrare nel corpo medico della clinica.
La sua decisione di lasciare la Grecia e quindi la sicurezza economica e sociale per venire a studiare in un Paese di cui non conosceva bene neanche la lingua, fu una scelta coraggiosa det­tata dalla convinzione radicata di volersi costruire nella piena libertà personale il suo avvenire.
Così Mikis, pieno di speranze e di illusioni, giunse dapprima a Bologna dove rimase fino al terzo anno di Medicina.
Qui cercò subito di crearsi amicizie fra i suoi coetanei, soprat­tutto fra i connazionali greci, tentando di stabilire con loro un rap­porto umano e di amicizia. Pur essendo un convinto anticomunista, atteggiamento del quale non fece mai mistero, in questo pe­riodo Mikis non si occupò mai di politica; voleva realizzare solo ciò che desiderava, pensando caso mai a divertirsi insieme agli amici, come qualsiasi ragazzo della sua età avrebbe fatto. 
 Ben presto fu preso di mira da un altro gruppo di greci comunisti e si trovò coinvolto, pur senza volerlo, negli antagonismi politici, e proprio per il suo dichiarato anticomunismo, fatto oggetto di insulti e di provocazioni; più volte inoltre gli venne impedita la frequenza all'Istituto di Biologia, nota roccaforte degli extraparlamentari di sinistra. Mikis, come era nel suo carattere, non rispondeva alle of­fese, preferiva evitare qualsiasi discussione piuttosto che accettare la violenza e l'odio di parte. Di questo suo atteggiamento così re­missivo, ma profondamente pacifico nelle intenzioni, è sintomatico un episodio di cui rimase vittima e in seguito al quale preferì con­tinuare gli studi a Roma.Durante una manifestazione di comunisti all'Università di Bo­logna, si trovò a passare per caso in mezzo a loro; alcuni greci, che lo conoscevano e sapevano delle sue idee, lo indicarono come « fascista greco » come « provocatore ». Immediatamente i picchiatori si lanciarono su di lui e tentarono di linciarlo. Riportò numerose  ferite e fu ricoverato con una prognosi di 40 giorni. In seguito a uest'episodio, per il quale gli rimase una cicatrice sulla fronte, intervenne direttamente il console greco al fine di identificare i  responsabili dell'accaduto. Mentre gli amici di Mikis lo consigliavano di identificare, tramite le fotografie che gli vennero mostrate,  i responsabili dell'aggressione, il giovane studente preferì rinunciare a quella che considerava una inutile vendetta personale. Il suo  fu un atteggiamento non dettato dalla paura ma determinato soltanto dalla profonda avversione che Mikis aveva della violenza. 
In  seguito ricevette ulteriori minacce e così, per evitare altri incresciosi incidenti, essendo ormai all'Ateneo di Bologna tacciato di  «fascismo», preferì trasferirsi a Roma con due suoi amici.


Nella capitale, i tre all'inizio alloggiarono all'albergo del « Po­polo » in via dei Piceni, mentre in seguito presero in affitto un appartamentino nei pressi di via Lanciani, del quale dividevano le spese.
Il padre di Mikis gli inviava ogni mese un assegno di L. 157.000,il massimo che la legge greca permettesse di fargli pervenire.  Parte di quest'assegno gli serviva per pagare l'affitto e per le fre quenti telefonate che Mikis faceva alla famiglia. Anche a Roma  come a Bologna cercò subito un ambiente umano dove poter fare  nuove amicizie, un gruppo di giovani dalle sue stesse idee da fre quentare. Pur non essendo iscritto al Movimento Sociale aveva trovato nei giovani del FUAN quello che lui cercava; un suo amico  dirà: « Partecipava a tutte le nostre manifestazioni solo perché ci  andavamo anche noi ». Durante una festa organizzata dai giovani  di destra aveva incontrato una ragazza iscritta all'organizzazione,  si erano messi insieme e dopo poco avevano iniziato a fare quello  che gli amici, quasi prendendoli in giro, definivano « progetti seri ».
L'avrebbe portata in Grecia ad agosto, per farle conoscere i genitori e per sposarla quindi a settembre.
Cominciava quindi a realizzarsi il suo sogno di stabilirsi defini­tivamente a Roma che lui considerava « la città più bella del mondo».
Le elezioni universitarie erano state per lui una svolta decisiva, le violenze e le aggressioni che i comunisti avevano compiuto in quei giorni lo avevano definitivamente convinto della necessità di una più impegnativa milizia politica. Per questo egli aveva sotto­scritto la lista presentata dal Fronte Anticomunista alla Facoltà di Medicina e Chirurgia e si era dedicato attivamente all'azione di propaganda.

I risultati positivi ottenuti nella Facoltà di Medicina e Chirurgia, si devono anche in buona parte, all'opera di convincimento che Mikis aveva compiuto tra i suoi colleghi e tra i suoi connazionali. Così questo suo maggiore impegno politico l'aveva portato ad in­teressarsi vivamente anche al processo per la strage di Primavalle contro gli aderenti di P.O. 


 
 Achille Lollo, Manlio Grillo e Marino Clavo: Non poteva comprendere come altri suoi coetanei potessero tentare dì impedire lo svolgimento del processo contro i presunti responsabili di un così atroce attentato. La sera di giovedì 27 Mikis era stato al cinema insieme ad alcuni universitari del FUAN. 
Erano andati a vedere «Mondo Candido», l'ultimo lavoro di Jacopetti e Prosperi. All'uscita, commentando il significato del film, aveva detto: « per me è giusto morire per il proprio ideale, almeno è coerente . Non poteva immaginare che il giorno dopo anch'egli sarebbe morto per il proprio ideale. Non poteva immaginare che la mano di un suo coetaneo, armato dall'odio comunista, avrebbe tragicamente posto fine alla sua ancora giovane vita.
Venerdì mattina, si era quindi recato insieme agli altri suoi amici, al Palazzo di Giustizia a Piazzale Clodio dove aveva assistito ai primi episodi di violenza da parte dei comunisti. Verso mezzogiorno Mikis, che aveva appuntamento con la propria ragazza, cercò un assaggio in macchina verso il centro; non avendolo trovato decise di avviarsi verso la sede del MSI-DN in via Ottaviano dove si trovavano alcuni giovani del FUAN, i quali più facilmente avrebbero potuto accompagnare. Alle 13,25, proprio a via Ottaviano, Mikis Mantakas veniva colpito a morte. La sua lotta disperata per vivere, cesserà alle 18,49, in una fredda camera operatoria dell'ospedale S. Camillo.
I suoi genitori apprenderanno la notizia solo il giorno dopo: il padre Nicola ha una ricaduta del mal di cuore che lo affligge, tanto da non aver né la forza né il coraggio di venire in Italia. La madre Calliope dapprima si chiude in un tragico mutismo, poi anche lei, letteralmente inebetita dalla tragedia, subisce un grave collasso. Si rifiutano di parlare e di veder chiunque eppure, stranamente, l'avv. Venturi, legale e procuratore speciale della famiglia a Roma, si preoccuperà di divulgare un comunicato, attribuendolo ai genitori, ma che in effetti è opera dell'ambasciata greca a Roma. La salma di Mikis verrà traslata in Grecia mercoledì 5 marzo con un aereo della "Olimpie" la compagnia di aviazione ellenica. Anche in questo caso non mancherà il solito sciacallo; per oltre un'ora infatti, l'aereo rimarrà fermo sulla pista di Fiumicino poiché una telefonata anonima avvisa che a bordo vi è una bomba. Ad Hellynicon, il padre, in lacrime, attende l'arrivo della salma che verrà tumulata dopo una breve cerimonia al cimitero n. 3 di Atene nella tomba di famiglia. 

  Alla cerimonia assistono i parenti e numerosi amici. Un suo vecchio insegnante pronuncia l'orazione funebre di fronte alla folla in lacrime.
« È morto da innocente. E chi gli ha tolto la vita non amava l'altrùi libertà e nemmeno la democrazia». Intanto sui muri della capitale greca i giovani anticomunisti scrivevano a grandi lettere «Mantakas è vivo» «Avete ucciso l'uomo ma non l'idea». 

Nella descrizione di chi lo conosceva, Mikis era un ragazzo calmo, posato, gentile, amante della libertà e contrario ad ogni forma di violenza politica da qualunque parte essa provenisse. Era estremamente educato e rispettoso dei problemi e dei diritti altrui, amava l'Italia che considerava la sua seconda patria ed era convinto che solo i giovani idealisti e sinceri potevano riuscire a costruire in Italia, come in qualsiasi altra nazione, una società senza più violenze, più limpida e più bella. « Un amico coraggioso e semplice» così dirà uno dei tanti che lo hanno conosciuto «un ragazzo come tanti altri, ma più generoso, meno arrabbiato ». « Quando poteva, andava ad Atene a salutare il padre, la madre ed il fratello più piccolo, e non c'era volta, quando tornava, che non portasse a tutti noi piccoli regali, magari anche da pochi soìdi, ma che ora comprendiamo quanto fossero importanti». «Nessuno sarebbe mai riuscito ad odiarlo. Eppure l'hanno ucciso, è morto così ».



Σάββατο 2 Μαρτίου 2013

LEON DEGRELLE: Ο ΤΡΟΠΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ Ο ΧΙΤΛΕΡ ΣΤΑΘΕΡΟΠΟΙΗΣΕ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ.

(Προηγούμενο)
 O Χίτλερ, ο von Hinderburg, και von Papen, στην εκκλησία της Φρουράς  την επίσημη «Ημέρα της τελετής του Πότσνταμ"



Πρώτα από όλα , ο Hitler ανέδειξε    προσεκτικά το προφίλ του Hindenburg, του ηλικιωμένου Στρατάρχη του  Πρώτου Παγκοσμίου  Πολέμου , που αποτελούσε σύμβολο της παράδοσης. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας, ο Χίτλερ διοργάνωσε μια σεμνή τελετή προς τιμήν του  Hindenburg στο Πότσνταμ, στην ιστορική κατοικία των Βασιλιάδων της Πρωσίας. Αυτό το αριστούργημα μεγαλοπρέπειας,  ομορφιάς, παράδοσης και κατάνυξης έλαβε χώρα  στην Εκκλησία της  Φρουράς του  Πότσνταμ στις 21 Μαρτίου 1933, λίγες μέρες πριν από την εκ νέου σύγκληση του  Ράιχσταγκ.

Ο Hindenburg είχε υπηρετήσει ως αξιωματικός του στρατού για μισό αιώνα. Έτσι , με πρόθεση να ξαναφέρει το  παλιό στρατιώτη σε επαφή με τους συντρόφους του, ο Hitler είχε κανονίσει να παρευρίσκονται σε αυτή την επίσημη τελετή βετεράνοι από όλους τους πολέμους στους οποίους είχε λάβει μέρος ο  Hindenburg . Από κάθε μέρος της χώρας  ήρθαν: βετεράνοι του Γάλλο-πρωσικού πολέμου του 1870-1871 (62 χρόνια πριν), του πολέμου του  1866 ενάντια στην αυστριακή αυτοκρατορία (67 χρόνια πριν), ακόμη και του  πολέμου του 1864 εναντίον της Δανίας ( 69 χρόνια πριν!). Για κάποιον που ήταν εγγεγραμμένος στους καταλόγους αποστρατείας   από τα  1911,  και μόνο το  γεγονός ότι είχε την ευκαιρία να ξανασμίξει με τους συντρόφους από τα πολύ παλιά χρόνια, πρέπει να στάθηκε ένα συγκινητικό γεγονός .
Με σεβασμό και εμφανή συστολή ,  ενδεδυμένος με επίσημο ένδυμα για την περίσταση, ο Χίτλερ έσκυψε το κεφάλι του μπροστά από τον υπερήλικα. Στη  μεγαλόπρεπη εκκλησία όπου η τελετή έλαβε χώρα, ο Hitler είχε κανονίσει ώστε  η καρέκλα του  πρώην Κάιζερ, Γουλιέλμου Β, που είχε παραμείνει άδεια  για 14 χρόνια, να παραμείνει κενή, έτσι ώστε ο Hindenburg να σταματήσει μπροστά της και να αποδώσει τιμές  με υψωμένη τη στραταρχική του ράβδο  , σαν  ο μονάρχης να  ήταν ακόμα εκεί.
Ο Hitler  οδήγησε ήσυχα το Hindenburg  κάτω στη κρύπτη της εκκλησίας , για να καταθέσει  στεφάνια στους τάφους του παλαιού του Ηγεμόνα , του  Kaiser Wilhelm I, και του Φρειδερίκου του Μεγάλου. Τα γέρικα μάτια του  Προέδρου ήταν δακρυσμένα.
Εκείνη την 21η  Μαρτίου στο Πότσνταμ, ο υπερογδοντάχρονος  Πρόεδρος  αναβίωσε το ένδοξο παρελθόν της γερμανικής μοναρχίας. Αυτός ο ζοφερός χαιρετισμός (μπροστά στον άδειο θρόνο)  στάθηκε το αποκορύφωμα. Ο Χίντενμπουργκ υπήρξε πάντα ένας πιστός υπηρέτης του αυτοκράτορα, και η παραπομπή  αυτή στους πρώην Βασιλείς του, καθώς και στις ένδοξες ημέρες της δικής του μακρόχρονης σταδιοδρομίας του, τον συγκίνησαν βαθιά. Ο Hitler ήταν ο πρώτος καγκελάριος μετά την ήττα του 1918 που θέλησε  να αποδώσει τέτοιες τιμές στις παραδόσεις της Πρωσίας και της Γερμανίας. Ο νεαρός επαναστάτης καγκελάριος είχε αγγίξει την καρδιά του.
Ένα μήνα και μισό νωρίτερα, Hindenburg είχε αναθέσει στον Πάπεν, τον Hugenberg,  το Neurath και άλλους  συντηρητικούς υπουργούς να δημιουργούν προβλήματα  στο Χίτλερ , μέχρι να τον κάνουν να παρεκτραπεί. Τώρα όλα είχαν τελειώσει. Ο Hitler τον είχε κερδίσει ολοκληρωτικά : οδηγώντας τον μπροστά από ένα άδειο θρόνο   και μπροστά στους τάφους των ενδοξότερων βασιλιάδων της  Πρωσίας.
Ένα και ενάμιση χρόνο αργότερα, καθώς πέθαινε, ο γέρο Στρατάρχης  ίσως να είχε την αίσθηση  ότι βρισκόταν  πίσω στα χρόνια της δυναστείας των Hohenzollern , και ίσως μέσα στο παραλήρημα του απευθυνόμενος προς το Hitler να τον είχε προσφωνήσει    "Μεγαλειότατο."
Με  αυτή τη τελετή της«Ημέρας του Πότσνταμ"  ο Hitler κέρδισε νέα στήριξη από τους πολλούς μοναρχικούς της χώρας, δίνοντάς τους την εντύπωση ότι δεν ήταν εντελώς αρνητικός  στην ιδέα της αποκατάστασης της μοναρχίας. Αλλά η προσωρινή συναίνεση του νέου Καγκελάριου είχε υπολογιστεί με ακρίβεια.
"Δεν υπάρχει καμία ανάγκη να καταστρέψει κανείς τα υπάρχοντα θεσμικά όργανα», διαβεβαίωσε ο Hitler, «αν πρώτα δεν έχουμε τα   καλύτερα που θα πάρουν τη θέση των παλαιών."
Είχε ακόμα ανάγκη  ανδρών, όπως φον Πάπεν και άλλων τρωγλοδυτων της άρχουσας τάξης . Τους κράτησε κοντά του  και   ο ίδιος τους περιέφερε στο  Πότσνταμ εκείνη την ιστορική ημέρα, σε μια πόλη που γιόρταζε στολισμένη όχι μόνο με σημαίες με τη  σβάστικα, αλλά και με τις   μαύρο-άσπρο-κόκκινες σημαίες του Δεύτερου Ράιχ, που είχαν αναρτηθεί για τη περίσταση.           
Αλλά πάνω από όλα αυτό που αποτελούσε στόχο της πιο ζωηρής επιθυμίας του Χίτλερ ήταν ο στρατός της Γερμανίας - η Reichswehr -. Στα 1933, χρειαζόταν απεγνωσμένα την υποστήριξη του στρατού. Οι στρατηγοί με απροθυμία είχαν ανεχθεί την άνοδο του στην εξουσία . Για τους υπερόπτες με το μονύελο στο μάτι στρατηγούς, ένας δεκανέας στη Καγκελαρία, φάνταζε σαν κάτι το ανυπόφορο . Κάποιοι φιλόδοξοι από αυτούς προσπαθούσαν να εποπτεύσουν τις πολιτικές δομές του έθνους.
Κανείς δεν μπήκε στο κόπο να τους ρωτήσει όταν ο Χίτλερ ονομάσθηκε καγκελάριος στις 30 Ιανουαρίου. Επιπλέον ο γηραιός Στρατάρχης είχε αποπέμψει με τρόπο μάλλον αυστηρό τον von Hammerstein-Equord, ο οποίος είχε έρθει να ενημερώσει το Hindenburg για την αντίθετη άποψη του Γενικού Επιτελείου σχετικά με το γεγονός αυτό. Στις εβδομάδες που ακολούθησαν, οι στρατηγοί μόλις που ανέχονταν τον νεαρό παρείσακτο.
Έχοντας βαθιά επίγνωση ότι ένα πραξικόπημα που θα εκδηλωνόταν από την παρούσα υπερήφανη στρατιωτική κάστα θα μπορούσε να σαρώσει από τη μια στιγμή στην άλλη όχι μόνο τον ίδιο και το κόμμα του αλλά και όλα του τα μελλοντικά σχέδια , ο Χίτλερ συνειδητοποίησε την ανάγκη να συμπεριφερθεί έξυπνα μπροστά στους αγέρωχους στρατηγούς. Στο πλαίσιο αυτό δόθηκε στη Reichswehr μια τιμητική θέση στο Πότσνταμ. Στο διάδρομο εισόδου του βασιλικού ανακτόρου , στρατεύματα της Reichswehr παρουσίαζαν όπλα από τη μία πλευρά, ενώ αντικριστά ήταν παρατεταγμένοι σε μια σειρά άνδρες των SA ( Stormtroopers ) . Συνενώνοντας τις συντηρητικές στρατιωτικές παραδόσεις του καθήκοντος και της τιμής με μια επαναστατική νέα δύναμη, δημιούργησε μια από κοινού τιμητική φρουρά, που συμβόλιζε τη Γερμανία που είχε επιστρέψει και πάλι στην αρμονία.
Όσο για τους στρατηγούς, με τα αστραφτερά στολίδια στους χιτώνες και με φουσκωμένα τα στήθη τους , για άλλη μια φορά βάδισαν πίσω από παλιό διοικητή τους, μια ηρωική ακολουθία άξια ενός μεγάλου Γερμανού στρατιωτικού αρχηγού. Επιτέλους, μετά από δεκατέσσερα χρόνια παραγκωνισμού στα πλαίσια της δημοκρατικής Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, για μια ακόμη φορά λούστηκαν με το χρυσό φως της πολεμικής δόξας. Ο δεκανέας Χίτλερ ίσως και να μην ήταν τόσο ποταπός όσο πίστευαν. Ο πρώην δεκανέας, που στέκονται σε στάση προσοχής με το ημίψηλο και το επίσημο ένδυμα , τους εξασφάλισε την δική τους ημέρα δόξας στο Πότσνταμ. Ήξερε καλά τι έκανε όταν τους επέτρεπε να απολαμβάνουν τα φώτα της δημοσιότητας. Ο Hitler τους είχε πάρει με το μέρος του.
Για να προσεγγίσουν τους πολίτες , ο Χίτλερ και ο Δρ Goebbels έθεσαν κάτω από τον έλεγχό τους το Εθνικό Ραδιόφωνο , από το οποίο είχαν αποκλειστεί στο παρελθόν (και που οι αντίπαλοί τους το είχαν σχεδόν παροπλισμένο ). Μέσα σε λίγες εβδομάδες, είχαν καταφέρει να κάνουν το ραδιόφωνο το πλέον αποτελεσματικό εργαλείο τους. Όλες οι σημαντικές ομιλίες του Χίτλερ μεταδίδονταν ραδιοφωνικά στο έθνος με μια άγνωστη μέχρι σήμερα δύναμη.
Το Ραδιόφωνο, επίσης, έφερε το θέαμα του Πότσνταμ στο λαό.. Ο Goebbels είχε στήσει τα μικρόφωνα του παντού: Μπροστά από το  Hindenburg, πίσω από τον Hindenburg, στην βασιλική κρύπτη, κοντά στις στρατιωτικές μπάντες, ακόμα και στις στέγες των σπιτιών (όπου οι εκφωνητές διακινδύνευαν να γκρεμοτσακιστούν για να καλύψουν την φαντασμαγορική τελετή). Ένας από αυτούς ήταν και ο νεαρός Εθνικοσοσιαλιστής Βουλευτής του Ράιχσταγκ που ονομαζόταν Baldur von Schirach, ο οποίος το 1946 θα βρεθεί στο εδώλιο του κατηγορουμένου μπροστά από την εκδικητικούς Σύμμαχους δικαστές του Δικαστηρίου της Νυρεμβέργης.