Σάββατο, 2 Μαρτίου 2013

LEON DEGRELLE: Ο ΤΡΟΠΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ Ο ΧΙΤΛΕΡ ΣΤΑΘΕΡΟΠΟΙΗΣΕ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ.

(Προηγούμενο)
 O Χίτλερ, ο von Hinderburg, και von Papen, στην εκκλησία της Φρουράς  την επίσημη «Ημέρα της τελετής του Πότσνταμ"



Πρώτα από όλα , ο Hitler ανέδειξε    προσεκτικά το προφίλ του Hindenburg, του ηλικιωμένου Στρατάρχη του  Πρώτου Παγκοσμίου  Πολέμου , που αποτελούσε σύμβολο της παράδοσης. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας, ο Χίτλερ διοργάνωσε μια σεμνή τελετή προς τιμήν του  Hindenburg στο Πότσνταμ, στην ιστορική κατοικία των Βασιλιάδων της Πρωσίας. Αυτό το αριστούργημα μεγαλοπρέπειας,  ομορφιάς, παράδοσης και κατάνυξης έλαβε χώρα  στην Εκκλησία της  Φρουράς του  Πότσνταμ στις 21 Μαρτίου 1933, λίγες μέρες πριν από την εκ νέου σύγκληση του  Ράιχσταγκ.

Ο Hindenburg είχε υπηρετήσει ως αξιωματικός του στρατού για μισό αιώνα. Έτσι , με πρόθεση να ξαναφέρει το  παλιό στρατιώτη σε επαφή με τους συντρόφους του, ο Hitler είχε κανονίσει να παρευρίσκονται σε αυτή την επίσημη τελετή βετεράνοι από όλους τους πολέμους στους οποίους είχε λάβει μέρος ο  Hindenburg . Από κάθε μέρος της χώρας  ήρθαν: βετεράνοι του Γάλλο-πρωσικού πολέμου του 1870-1871 (62 χρόνια πριν), του πολέμου του  1866 ενάντια στην αυστριακή αυτοκρατορία (67 χρόνια πριν), ακόμη και του  πολέμου του 1864 εναντίον της Δανίας ( 69 χρόνια πριν!). Για κάποιον που ήταν εγγεγραμμένος στους καταλόγους αποστρατείας   από τα  1911,  και μόνο το  γεγονός ότι είχε την ευκαιρία να ξανασμίξει με τους συντρόφους από τα πολύ παλιά χρόνια, πρέπει να στάθηκε ένα συγκινητικό γεγονός .
Με σεβασμό και εμφανή συστολή ,  ενδεδυμένος με επίσημο ένδυμα για την περίσταση, ο Χίτλερ έσκυψε το κεφάλι του μπροστά από τον υπερήλικα. Στη  μεγαλόπρεπη εκκλησία όπου η τελετή έλαβε χώρα, ο Hitler είχε κανονίσει ώστε  η καρέκλα του  πρώην Κάιζερ, Γουλιέλμου Β, που είχε παραμείνει άδεια  για 14 χρόνια, να παραμείνει κενή, έτσι ώστε ο Hindenburg να σταματήσει μπροστά της και να αποδώσει τιμές  με υψωμένη τη στραταρχική του ράβδο  , σαν  ο μονάρχης να  ήταν ακόμα εκεί.
Ο Hitler  οδήγησε ήσυχα το Hindenburg  κάτω στη κρύπτη της εκκλησίας , για να καταθέσει  στεφάνια στους τάφους του παλαιού του Ηγεμόνα , του  Kaiser Wilhelm I, και του Φρειδερίκου του Μεγάλου. Τα γέρικα μάτια του  Προέδρου ήταν δακρυσμένα.
Εκείνη την 21η  Μαρτίου στο Πότσνταμ, ο υπερογδοντάχρονος  Πρόεδρος  αναβίωσε το ένδοξο παρελθόν της γερμανικής μοναρχίας. Αυτός ο ζοφερός χαιρετισμός (μπροστά στον άδειο θρόνο)  στάθηκε το αποκορύφωμα. Ο Χίντενμπουργκ υπήρξε πάντα ένας πιστός υπηρέτης του αυτοκράτορα, και η παραπομπή  αυτή στους πρώην Βασιλείς του, καθώς και στις ένδοξες ημέρες της δικής του μακρόχρονης σταδιοδρομίας του, τον συγκίνησαν βαθιά. Ο Hitler ήταν ο πρώτος καγκελάριος μετά την ήττα του 1918 που θέλησε  να αποδώσει τέτοιες τιμές στις παραδόσεις της Πρωσίας και της Γερμανίας. Ο νεαρός επαναστάτης καγκελάριος είχε αγγίξει την καρδιά του.
Ένα μήνα και μισό νωρίτερα, Hindenburg είχε αναθέσει στον Πάπεν, τον Hugenberg,  το Neurath και άλλους  συντηρητικούς υπουργούς να δημιουργούν προβλήματα  στο Χίτλερ , μέχρι να τον κάνουν να παρεκτραπεί. Τώρα όλα είχαν τελειώσει. Ο Hitler τον είχε κερδίσει ολοκληρωτικά : οδηγώντας τον μπροστά από ένα άδειο θρόνο   και μπροστά στους τάφους των ενδοξότερων βασιλιάδων της  Πρωσίας.
Ένα και ενάμιση χρόνο αργότερα, καθώς πέθαινε, ο γέρο Στρατάρχης  ίσως να είχε την αίσθηση  ότι βρισκόταν  πίσω στα χρόνια της δυναστείας των Hohenzollern , και ίσως μέσα στο παραλήρημα του απευθυνόμενος προς το Hitler να τον είχε προσφωνήσει    "Μεγαλειότατο."
Με  αυτή τη τελετή της«Ημέρας του Πότσνταμ"  ο Hitler κέρδισε νέα στήριξη από τους πολλούς μοναρχικούς της χώρας, δίνοντάς τους την εντύπωση ότι δεν ήταν εντελώς αρνητικός  στην ιδέα της αποκατάστασης της μοναρχίας. Αλλά η προσωρινή συναίνεση του νέου Καγκελάριου είχε υπολογιστεί με ακρίβεια.
"Δεν υπάρχει καμία ανάγκη να καταστρέψει κανείς τα υπάρχοντα θεσμικά όργανα», διαβεβαίωσε ο Hitler, «αν πρώτα δεν έχουμε τα   καλύτερα που θα πάρουν τη θέση των παλαιών."
Είχε ακόμα ανάγκη  ανδρών, όπως φον Πάπεν και άλλων τρωγλοδυτων της άρχουσας τάξης . Τους κράτησε κοντά του  και   ο ίδιος τους περιέφερε στο  Πότσνταμ εκείνη την ιστορική ημέρα, σε μια πόλη που γιόρταζε στολισμένη όχι μόνο με σημαίες με τη  σβάστικα, αλλά και με τις   μαύρο-άσπρο-κόκκινες σημαίες του Δεύτερου Ράιχ, που είχαν αναρτηθεί για τη περίσταση.           
Αλλά πάνω από όλα αυτό που αποτελούσε στόχο της πιο ζωηρής επιθυμίας του Χίτλερ ήταν ο στρατός της Γερμανίας - η Reichswehr -. Στα 1933, χρειαζόταν απεγνωσμένα την υποστήριξη του στρατού. Οι στρατηγοί με απροθυμία είχαν ανεχθεί την άνοδο του στην εξουσία . Για τους υπερόπτες με το μονύελο στο μάτι στρατηγούς, ένας δεκανέας στη Καγκελαρία, φάνταζε σαν κάτι το ανυπόφορο . Κάποιοι φιλόδοξοι από αυτούς προσπαθούσαν να εποπτεύσουν τις πολιτικές δομές του έθνους.
Κανείς δεν μπήκε στο κόπο να τους ρωτήσει όταν ο Χίτλερ ονομάσθηκε καγκελάριος στις 30 Ιανουαρίου. Επιπλέον ο γηραιός Στρατάρχης είχε αποπέμψει με τρόπο μάλλον αυστηρό τον von Hammerstein-Equord, ο οποίος είχε έρθει να ενημερώσει το Hindenburg για την αντίθετη άποψη του Γενικού Επιτελείου σχετικά με το γεγονός αυτό. Στις εβδομάδες που ακολούθησαν, οι στρατηγοί μόλις που ανέχονταν τον νεαρό παρείσακτο.
Έχοντας βαθιά επίγνωση ότι ένα πραξικόπημα που θα εκδηλωνόταν από την παρούσα υπερήφανη στρατιωτική κάστα θα μπορούσε να σαρώσει από τη μια στιγμή στην άλλη όχι μόνο τον ίδιο και το κόμμα του αλλά και όλα του τα μελλοντικά σχέδια , ο Χίτλερ συνειδητοποίησε την ανάγκη να συμπεριφερθεί έξυπνα μπροστά στους αγέρωχους στρατηγούς. Στο πλαίσιο αυτό δόθηκε στη Reichswehr μια τιμητική θέση στο Πότσνταμ. Στο διάδρομο εισόδου του βασιλικού ανακτόρου , στρατεύματα της Reichswehr παρουσίαζαν όπλα από τη μία πλευρά, ενώ αντικριστά ήταν παρατεταγμένοι σε μια σειρά άνδρες των SA ( Stormtroopers ) . Συνενώνοντας τις συντηρητικές στρατιωτικές παραδόσεις του καθήκοντος και της τιμής με μια επαναστατική νέα δύναμη, δημιούργησε μια από κοινού τιμητική φρουρά, που συμβόλιζε τη Γερμανία που είχε επιστρέψει και πάλι στην αρμονία.
Όσο για τους στρατηγούς, με τα αστραφτερά στολίδια στους χιτώνες και με φουσκωμένα τα στήθη τους , για άλλη μια φορά βάδισαν πίσω από παλιό διοικητή τους, μια ηρωική ακολουθία άξια ενός μεγάλου Γερμανού στρατιωτικού αρχηγού. Επιτέλους, μετά από δεκατέσσερα χρόνια παραγκωνισμού στα πλαίσια της δημοκρατικής Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, για μια ακόμη φορά λούστηκαν με το χρυσό φως της πολεμικής δόξας. Ο δεκανέας Χίτλερ ίσως και να μην ήταν τόσο ποταπός όσο πίστευαν. Ο πρώην δεκανέας, που στέκονται σε στάση προσοχής με το ημίψηλο και το επίσημο ένδυμα , τους εξασφάλισε την δική τους ημέρα δόξας στο Πότσνταμ. Ήξερε καλά τι έκανε όταν τους επέτρεπε να απολαμβάνουν τα φώτα της δημοσιότητας. Ο Hitler τους είχε πάρει με το μέρος του.
Για να προσεγγίσουν τους πολίτες , ο Χίτλερ και ο Δρ Goebbels έθεσαν κάτω από τον έλεγχό τους το Εθνικό Ραδιόφωνο , από το οποίο είχαν αποκλειστεί στο παρελθόν (και που οι αντίπαλοί τους το είχαν σχεδόν παροπλισμένο ). Μέσα σε λίγες εβδομάδες, είχαν καταφέρει να κάνουν το ραδιόφωνο το πλέον αποτελεσματικό εργαλείο τους. Όλες οι σημαντικές ομιλίες του Χίτλερ μεταδίδονταν ραδιοφωνικά στο έθνος με μια άγνωστη μέχρι σήμερα δύναμη.
Το Ραδιόφωνο, επίσης, έφερε το θέαμα του Πότσνταμ στο λαό.. Ο Goebbels είχε στήσει τα μικρόφωνα του παντού: Μπροστά από το  Hindenburg, πίσω από τον Hindenburg, στην βασιλική κρύπτη, κοντά στις στρατιωτικές μπάντες, ακόμα και στις στέγες των σπιτιών (όπου οι εκφωνητές διακινδύνευαν να γκρεμοτσακιστούν για να καλύψουν την φαντασμαγορική τελετή). Ένας από αυτούς ήταν και ο νεαρός Εθνικοσοσιαλιστής Βουλευτής του Ράιχσταγκ που ονομαζόταν Baldur von Schirach, ο οποίος το 1946 θα βρεθεί στο εδώλιο του κατηγορουμένου μπροστά από την εκδικητικούς Σύμμαχους δικαστές του Δικαστηρίου της Νυρεμβέργης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου