Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2014

ΑΡΙΣΤΕΙΔHΣ Ε ΒΕΚΙΑΡΕΛΗΣ :TO ΣYNTEΧΝΙΑΚΟΝ ΚΡΑΤΟΣ


II
ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΙΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΘΕΩΡΙΩΝ .



Ο  Κόσμος, παλαιός και νέος, από δύο αιώνων εξετράφη με τας αρχάς της ακράτου ελευθερίας των Φιλοσόφων και Εγκυκλοπαιδιστών, τας οποίας υιοθέτησε και διεκήρυξεν η Γαλλική Επανάστασις, εκ των ιδεών των οποίων και εξεπορεύθη  η  πρώτη του 1789 και τας οποίας δεν εκλόνισεν η δευτέρα κοινωνική  τοιαύτη του 1848.
Η  Γαλλική Επανάστασις, κηρύξασα την απελευθέρωσιν του ατόμου από το καταπιεστικόν και αντιτιθέμενον εις τον πολίτην καθεστώς, το οποίον ανέτρεπεν, επηγγέλθη καθεστώς πλήρους ελευθερίας και ισότητος τόσον εις το πολιτικόν όσον και εις το οικονομικόν πεδίον, διεμόρφωσεν όμως το νεώτερον κράτος  φιλελεύθερον πολιτικώς, κατά θεωρίαν δέ καί οικονομικώς, κηρύξασα  την Ελευθερίαν του Ατόμου όσον και της Εργασίας, καταργήσασα τας Συντεχνίας του Μεσαίωνος(6) και  συνεπώς το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι εν τω οικονομικώ  στίβω.
Ούτω  ενομίσθη, ότι ο λαός καθίστατο «κυρίαρχος και ελεύθερος». Πλήθος πολιτικών καί οικονομολόγων εις όλην

την  Ευρώπην —αλλά προ παντός εν Γαλλία και Αγγλία—εμπνεόμενοι από  τας θεωρίας των Φιλοσόφων και Εγκυκλοπαιδιστών και επηρεασμένοι εκ των κηρυγμάτων της Επαναστάσεως, διελάλουν  τας αρχάς της ελευθερίας του ατόμου, της ανεξαρτησίας αυτού, τας ατομικιστικάς ονομασθείσας θεωρίας, και   τας οικονομικάς αρχάς, με μικράς ή μεγαλειτέρας διαφοράς των φυσιοκρατών, κατά τας οποίας «φυσικοί νόμοι», όπως οι νόμοι της κυκλοφορίας του αίματος, διέπουν τας κοινωνίας και  τας συναλλαγάς, νόμοι «αυτόματοι και αναλλοίωτοι», «αναπόφευκτοι  και φυσικής τάξεως», «γεωμετρικοί» όπως οι νόμοι του Ευκλείδου, η ελευθέρα λειτουργία των οποίων · εξασφαλίζει την «κοινωνικήν αρμονίαν».
Το  Κράτος, έλεγον οι οικονομολόγοι της εποχής, ουδέν δύναται να προσθέση, εκτός ζημίας, επεμβαίνον εις την λειτουργίαν των οικονομικών δυνάμεων. Το καθήκον του είναι να παραμένη απαθές— οι γεωμετρικοί νόμοι δεν δύνανται να επηρεάζωνται από  τίποτε— και να εξασφαλίζη την δημοσίαν τάξιν και ασφάλειαν. (Απεκλήθη, ως γνωστόν, εκ τούτου: «Εtat Gentarme »)·
Όσον  αφορά τας οικονομικάς λειτουργίας το παν περιλαμβάνεται εις τας δύο λέξεις τας χαραχθείσας ανεξιτήλως εις την μετώπην της κλασικής φιλελευθέρας σχολής: Laisser faire!,
Ήσαν  δε αι κυριώτεραι θεωρίαι των κλασικών από των φυσιοκρατών μέχρι των φιλελευθέρων, αι ακόλουθοι, με μεγαλείτερον ή μικρότερον περιεχόμενον, αναλόγως των απόψεων εκάστου.
1. Φυσικοί  και αναπόφευκτοι Νόμοι διέπουν τα οικονομικά Φαινόμενα. Αυτόματος οικονομική τάξις επικρατεί ως εκ «θείας Προνοίας». Ουδεμία ανάμιξις του Κράτους, διότι υπέρ τους γραπτούς του νόμους υπάρχουν οι άγραφοι νόμοι της φύσεως.
2. Η  ατομική πρωτοβουλία αφιεμένη ελευθέρα, είναι επωφελεστέρα δια το σύνολον, διότι υπάρχει, σύμπτωσις ατομικού και  γενικού συμφέροντος.
3. Ελευθερία  εμπορίου. Ελευθερία εργασίας. Ελευθερία συναλλαγών.
4. Ο  ελεύθερος ανταγωνισμός συγκρατεί και καθορίζει τας δικαίας τιμάς, δια του νόμου της «προσφοράς και ζητήσεως».
5. Ο  μισθός ανταποκρίνεται εις το απολύτως απαραίτητον της συντηρήσεως και καθορίζει το κόστος του βίου του εργάτου
6. Η  Ιδιοκτησία είναι ιερά και απαραβίαστος. Προσωπικόν δικαίωμα.
7. Άμεσος  φορολογία της εγγείου προσόδου.
 *
**





Αλλ' ευθύς αμέσως και εκτός των διαφωνούντων κατ' έκτασιν, υπήρξαν οι διαφωνούντες και ως προς τας αρχάς ταύτας και ετολμήθη να αμφισβητηθούν ωρισμέναι αρχαί, έφθασαν δε να μη πιστεύουν πάντες ότι το «βιβλίον του Αδάμ Σμίθ»—του «πατρός της πολιτικής οικονομίας»—είναι το «ευεργετικώτερον βιβλίον μετά την Καινήν Διαθήκην». Ο άκρατος φιλελευθερισμός ωφέλει βεβαίως την βιομηχανίαν και τους κεφαλαιούχους, ο εργαζόμενος όμως κόσμος δεν έβλεπε τον εαυτόν του «ούτε «κυρίαρχον» ούτε «ελεύθερον».
Όταν υπάρχει προσφορά εργασίας (η δε εργασία ως εμπόρευμα καθορίζεται και αυτή υπό του νόμου της «προσφοράς και ζητήσεως»), ουδεμία αντίστασις, όπως ο μισθός κατέλθη και υπό το κατώτατον όριον της ζωής, αφού δεν είναι ανάγκη να ζουν πλέον όλοι—λέγει ο νόμος των μισθών.  
Αλλά ο κλασικότατος J.B Say. μεταβάς εiς Αγγλίαν τω 1815 συγκινείται διαπιστώνων ότι ο Άγγλος εργάτης δεν κερδίζει
ούτε το ήμισυ των δαπανών του. Το 1835 εις έκθεσίν του ο Ure αναφέρει ότι εις τα Αγγλικά υφαντουργεία επί 350 χιλιάδων εργατών, 10 χιλιάδες είναι κάτω των 11 ετών και 156 κάτω τών 18. Ο Σισμονδί αναφέρει ότι εις την Γρενόβλην εργάζονται παιδιά 6—8 ετών. Το «Βulletin de la Societe Industrielle de Mulhouse του 1828 αναγράφει τhν ημέραν εργασίας ως έχουσαν 15—17 ώρας (7).
Και ηκούσθη η πρώτη διαπίστωσις από αυτόν τούτον τον Say, έστω εκ γενναιοψυχίας.
Ο Σισμονδί διαπιστώνει ότι «δεν υπάρχει σύμπτωσις ατομικού και γενικού συμφέροντος», πράγμα το οποίον αναγνωρίζει και ο φιλελευθερώτατος Στιούαρ Μίλλ, πάντες δε οι επακολουθούντες αναγνωρίζουν την οικτράν κατάστασιν του λαού, εκσπάσασαν εις ταραχάς και στάσεις, αλλά οι μεν κλασικοί δικαιολογούν ότι τούτο προέρχεται ως εκ της μη πλήρους και ελευθέρας λειτουργίας των οικονομικών νόμων, ενώ αντιθέτως οι αντίπαλοι πυκνούμενοι καθημερινώς προσπαθούν να αποδείξουν che il mondo non va da se και ζητούν την παρέμβασιν του Κράτους.
Η καθημερινή ανάπτυξις των βιομηχανιών και η συγκέντρωσις αυτών εις μεγάλα κέντρα, η εφαρμογή της εφευρέσεως του ατμού και πλείστων άλλων τελειοποιήσεων, καθημερινώς ώγκωναν την αθλιότητα και ο λαός έβλεπεν ότι αν υπήρχεν ελευθερία εργασίας, δεν υπήρχε και εξασφάλισις ζωής, ότι το «ιερόν δικαίωμα» της ιδιοκτησίας δεν ηδύνατο να είναι ιερόν και όταν ακόμη η ιδιοκτησία καθίστατο εκμεταλλευτική και κακοποιός, ότι η συγκέντρωσις των κεφαλαίων εις χείρας ολίγων, απεστέρει της δυνατότητος της εργασίας τους μη διαθέτοντας κεφάλαια, οίτινες υπεχρεούντο πλέον να πωλώσι την «εργατικήν των ενέργειαν» ως εμπόρευμα, σύμφωνα με την προσφοράν, η οποία καθημερινώς ηύξανε λόγω των μηχανών, αίτινες προσέθετον νέους ανέργους. Ότι ο νόμος της «προσφοράς και ζητήσεως» εστερείτο ηθικής βάσεως, εφόσον τα κριτήρια της αξίας δεν ήσαν ελεύθερα και εκ των δύο πλευρών και ότι ασφαλώς ελάμβανε χώραν κάποια κατάχρησις, υπό την αιγίδα μάλιστα του Κράτους — του φιλελευθέρου κράτους, το οποίον ακριβώς δια της μη επεμβάσεως του και του περιορισμού του εις όργανον δημοσίας τάξεως, εστέρει τους πολίτας της ελευθερίας των και ηνείχετο ώστε αι συναλλαγαί ν' αποβαίνουν άδικοι.
«Όταν αφίνετε — έλεγον οι διαφωνούντες, — ελευθερίαν » εις τας συναλλαγάς, αφίνετε τοιαύτην εις τον κάτοχον των » προϊόντων, όστις ορίζει την τιμήν ως θέλει. Εις τον αγοραστήν δεν αφίνετε ουδεμίαν ελευθερίαν ή δικαίωμα κανονισμού τιμής του πράγματος, του οποίου έχει ανάγκην. Του άφίνετε, λέγετε, την ελευθερίαν να το αγοράση ή να μη το αγοράση. Αλλά τοιαύτην « ελευθερίαν », του να φάγη ή » όχι, δεν έχει ο άνθρωπος, θα αποθάνη. Και επί πλέον ανταλλαγή προϊόντων σημαίνει ανταλλαγήν εκδουλεύσεων.
 Αλλ ' ο αγοραστής παρέχει ως αντάλλαγμα νόμισμα—δεόντως ηλεγμένον από το Κράτος ότι περιέχει τοσαύτας και  τοιαύτας μονάδας μετάλλου—ενώ ο πωλητής παρέχει προϊόν,του οποίου την ποιότητα και την τιμήν ουδείς ελέγχει ή καθορίζει.
Το Κράτος μόνον μέτρα και σταθμά ελέγχει και ενώ δια του νομίσματος μου αγοράζω προϊόν μετρηθησόμενον δια ηλεγμένων μέτρων, δέν είναι ηλεγμένον αυτό τούτο το προϊόν, από απόψεως ποιότητος και αξίας.
«Η εργασία δε; ;Eχετε iδιόκτητα εργαστήρια, είσθε κάτοχοι τvν μηχανημάτων — «τvν μέσων τhς παραγωγής» — και με καλείτε « ελεύθερον» ως είμαι, κατ' ουσίαν, σας παρακαλώ εγώ, να εργασθώ, εις αντάλλαγμα .δε της εργασίας μου,χαρακτηριζομένης ως εμπόρευμα υποκείμενον εις τον «αναλλοίωτον» νόμον τής προσφοράς καί ζητήσεως, μου δίδετε ημερομίσθιον, το οποίον καθορίζετε σεις και ο αναλλοίωτος σας νόμος».
»Ώστε ... «η ιδιοκτησία είναι κλοπή» και ο νόμος της προσφοράς καί ζητήσεως έκμετάλλευσις και η ελευθερία των συναλλαγών Φενάκη, λαμβάνουσα χώραν υπό, την αιγίδα του Κράτους —του Κράτους σας του «αστικού»— το οποίον αφίνει, ως φιλελεύθερον, να πληρωνώμεθα υπό την αξίαν του προϊόντος, όπερ παράγομεν,' την διαφοράν του οποίου ( την περίφημον « mehrwert » του Marx ) καρπούσθε σεις. Θα οργανωθώμεν λοιπόν οι εργαζόμενοι και θα αμυνθώμεν και θα ζητήσωμεν την αλλαγήν του συστήματος, όπως δυνηθώμεν: Εξελικτικώς οι ήπιοι. Χριστιανικώς οι χριστιανοί σοσιαλισταί.
Δια της επεμβάσεως του Κράτους εις την ρύθμισιν, οι Κρατικοί σοσιαλισταί. Δια της βίας οι επαναστάται, και
θα κατακτήσωμεν το Κράτος. Και όταν νικήσωμεν εις την «πάλην αυτήν των τάξεων», και θα νικήσωμεν, διότι είμεθα οι
περισσότεροι, όσον και να μη φαινώμεθα, διότι δεν είμεθα  ηνωμένοι (θα ενωθώμεν όμως, και δη διεθνώς! Προλετάριοι όλου του κόσμου, ενωθήτε!) και διότι δεν έχομεν «ταξικήν συνείδησιν», θα μεταβάλωμεν το Κράτος εις  Κράτος της ιδικής μας τάξεως, δια της «δικτατορίας του προλεταριάτου», δια να το καταργήσωμεν κατόπιν, διότι ημείς  είμεθα καθ' αυτό φίλοι της ελευθερίας και εχθροί του Κράτους, του οποίου το νόημα δεν συμβιβάζεται με την ιδέαν της ελευθερίας !» (8)




Υποσημειώσεις:
(6)
(7)
(8)

(Επιστροφή)

Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2014

ΜΙΣΘΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΩΝ

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΟΛΙΤΕΙΑ στις 3 Φεβρουαρίου 1921.)

Αρχίζει να γίνεται επάγγελμα επικερδές το αξίωμα βουλευτού. Τριάντα χιλιάδες δραχμαί τον χρόνον δια την σημερινήν περίστασιν δεν είναι μεγάλο ποσόν, αλλά κανείς δεν αμφισβητεί ότι είναι κάτι. Δυόμιση χιλιάδες δραχμαί τον μήνα σήμερον αντιστοιχούν το πολύ προς επτακοσίας δραχμάς τον μήνα εις το παρελθόν , όταν αι τιμαί των χρειωδών του βίου ευρίσκοντο ακόμη εις την γην και όχι εις τον ουρανόν , καθώς συμβαίνει σήμερα. Ένας βουλευτής τέλος πάντων πρέπει να ζη αξιοπρεπώς. Τι διάβολο αντιπρόσωπος του λαού είνε. Κάμνει δε μίαν εργασίαν. Κάθεται εις το εδώλιον της βουλής και ακούει τους άλλους ομιλούντας επί των γενικών και των μερικών ζητημάτων της χώρας , όταν δεν ομιλεί ο ίδιος επ' αυτών. Αφιερώνει, λοιπόν πολλάς ώρας την ημέραν δια τας υποθέσεις του κράτους , του λαού. Θα ήθελε εκείνας τας ώρας να παίξη πρέφαν αλλά το καθήκον τον σηκώνει από το τραπεζάκι της χαρτοπαικτικής ανέσεως. Και κάποτε ο βουλευτής δεν γνωριζει το οκτάωρον της εργασίας , το οποίον ζητούν πολλοί εκλογείς του να νομοθετηθή.
Μεγάλα πράγματα επομένως δεν απολαμβάνει εκ της εργασίας του , αλλά ούτε και λίγα. Δυόμιση χιλιάδας δραχμάς τον μήνα δεν καταφέρνουν να έχουν πολλοί βιοπαλαισταί σήμερα, άνθρωποι πείρας , δοκιμασμένης ικανότητος , ευφυείς , αν και κατασκοτώνονται εις την δουλείαν. Αλλά πάλιν Δυόμιση χιλιάδες δραχμαί τον μήνα δι' ένα μεγαλέμπορον, βιομήχανον, επιχειρηματίαν , χρηματιστήν , γαιοκτήμονα είνε μια πρέζα.
Οπωσδήποτε το γεγονός είνε, ότι η θέσις του βουλευτού σήμερον εβελτιώθη.Πρό του πολέμου είχε αμοιβήν 250 δρ. το μήνα.Τώρα εβελτίωσε την οικονομικήν  θέσιν του κατά 2.350 δρ μηνιαίως. Αν μείνη βουλευτής επί τέσσερα έτη , θα έχη μίαν απολαυήν 120.000 δραχ. Αν τύχη μάλιστα και δεν έχει ανάγκην να ζήση από την βουλευτικήν του αποζημίωσιν εξασφαλίζει το ποσόν αυτό ακέραιον.
Λοιπόν , με λίγα λόγια , από οικονομικής απόψεως το βουλευτικόν αξίωμα δεν είνε αξιοκαταφρόνητον. Ιδού ένα συμπέρασμα ανησυχητικόν διά τους εκλογείς . Εις προσεχείς εκλογάς θα ψηφίζουν χιλιάδας κάλπας υποψηφίων. Καθ' όλην την ημέραν χθες γενική συζήτησις εγίνετο εις την πόλιν δια την αύξησιν της βουλευτικής αποζημιώσεως και παρετήρησα, ότι αρκετοί φιλήσυχοι συμπολίται ήρχισαν να αναπτύσσουν ρητορείαν επίφοβον. Ανεκάλυπτον αιφνιδίως εις τον εαυτόν των το πολιτικόν δαιμόνιον. Ετόλμησα να παρατηρήσω προς ένα τούτων , ότι εξεπληττόμην δια την μεταβολήν των ιδεών του. Συνήθως , όταν ήκουε πολιτικήν συζήτησιν, εσηκώνετο από την καρέκλαν , εχαιρετούσε βιαστικά και έλεγε: "Με συγχωρείτε πολύ . Έχω μίαν κατεπείγουσαν εργασίαν." Χθες ομιλούσε με στόμφον επί των πολιτικών πραγμάτων της χώρας.
-Ευθύβουλε , του είπα χαμηλοφώνως. Συ να ομιλής περί πολιτικής και να εξάπτεσαι μάλιστα; Τέκνον μου, μήπως έφαγες σήμερα λαγόν στιφάδο, χωρίς κρεμμύδια, που έφθασαν τρεις και είκοσι την οκάν και τα οποία δεν ευρίσκονται; Ο λαγός χωρίς κρεμμύδια φέρει βαρυστομαχίαν. Και άνθρωπος με βαρύ στομάχι καταντά νευρικός, ώστε να αγορεύη.
-Λησμονείς, λοιπόν, τι έλεγον οι πρόγονοι δια τους μη ενδιαφερομένους δια τα κοινά;
Αλλοίμονον! Ο Ευθύβουλος πάει χαμένος σαν τον Μασσούραν. Όταν ακούση τις συμπολίτης να επικαλήται την ρήσιν των προγόνων περί των μη ενδιαφερομένων δια τα κοινά, πρέπει να υποπτευθή αμέσως εις αυτόν τον υποψήφιον των προσεχών εκλογών. Ασφαλώς λοιπόν θα έχωμεν πληθώραν υποψηφίων εις τας νέας εκλογάς. Προχθές εψηφίσαμεν εις τας Αθήνας 105 κάλπας. Προσεχώς θα ψηφίσωμεν το ολιγώτερον 10.000 κάλπας .
Μη τυχόν εις το τέλος πρέπει να αμοίβονται και οι εκλογείς; Θα ενταθή η βουλευτική υποψηφιότης. "Οι κατερχόμενοι εις τον πολιτικόν αγώνα" θα καταντήσουν περισσότεροι και από τα αυτοκίνητα. Και δεν απέκτησαν ακόμη ισοπολιτείαν αι γυναίκες. Ποία θα μείνη χωρίς υποψηφιότητα , όταν θα δικαιούται να εκλέγουν και να εκλέγονται .Τριάντα χιλιάδες τον χρόνον σημαίνουν πεντέξ τουαλέτες μοντέλα και άλλα τόσα καπέλλα. Πολύ δε φοβούμαι , ότι πιθανόν να αναθεωρήσω και εγώ τας ιδέας μου περί πολιτικής. Έως τώρα εφρόνουν , ότι είνε δυνατον να υπάρξη τέλειος ανήρ εις την γην. Αρκεί να κυττάζη την εργασίαν του και να μην απασχολείται με τους άλλους. Αλλά προκειμένου περί τριάκοντα χιλιάδων τον χρόνο να  αδιαφορήση τις δια τα γενικά συμφέροντα του τόπου; Εις ένα κύκλον χθες , όπου  ωμιλούσαμεν περί της νέας μας ευδαιμονίας , ήτοι περί  της αυξήσεως της τιμής του άρτου, ενώ έλαβον τον λόγον , είπα χωρίς να το θέλω: "Ο αξιότιμος  προλαλήσας....." Χμ! και χωρίς άλλο ανησυχητικόν  φαινόμενον  εξηκρίβωσα  δια τον κίνδυνον  της ατομικής μου ησυχίας. Από χθες ήρχισα να επιθεωρώ  με προσοχήν τους  αθηναϊκούς εξώστας. Από ποίον  εξ αυτών  θα εκτινάξω την ρουκέταν: "Αγαπητοί  συμπολίται" εις ημέρας εκλογών ; Οπωσδήποτε σπεύδω  να ζητήσω  συγνώμην  από τους συμπολίτας , αν δεν τους χαιρετώ με μελητώδες χαμόγελον. Είμαι μύωψ.
Ο ΣΥΜΠΟΛΙΤΗΣ


Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2014

ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:Η ΣΙΔΗΡΑ ΚΑΙ ΧΡΥΣΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

50. Ο  ΑΝΔΡΑΣ ΚΑΙ Η ΓΥΝΑΙΚΑ 

—  Αλλά τότε, είπα εις τον Δαίμονα, ημπορείς να μου εξηγήσης αν υπάρχη πουθενά γυναίκα σοφή;
Εκίνησε πάλιν εκείνος το πανδαιμόνιον χέρι του, και ευρέθημεν εμπρός εις ένα Άνδρα καΙ μίαν Γυναίκα. Και είπεν :
— Ιδού δύο ακρότητες. Η Γυναίκα αυτή θαυμάζεται από όλους· ο Άνδρας περιφρονείται· εις την ομιλίαν αυτής αποκαλύπτονται' εις την ομιλίαν εκείνου γελούν. Η γραφή του Ανδρός εξευτελίζει και αυτό το χαρτί· αι συγγραφαί της Γυναίκας κάμνουν τον γύρον του κόσμου· την θεωρούν δε τόσον παρασκευασμένην δια την ζωήν, ώστε και αυτοί οι Άνδρες, είναι έτοιμοι να της παραχωρήσουν και την ιδίαν διοίκησίν των. Τώρα όμως θα ιδής.
Τότε είδα τον Άνδρα και την Γυναίκα να πίπτουν κάτω ωσάν νεκροί, ενώ το Φάσμα άνοιγε το κρανίον των και μετέθετε τους εγκεφάλους : εις το ανδρικόν κρανίον έβαλε τον γυναικείον εγκέφαλον, και εις το γυναικείον τον ανδρικόν.
Ολίγαι στιγμαί και το παν είχε τελείωση. Τα δύο αυτά όντα εσηκώθησαν πάλιν και άρχισαν να προχωρούν εις τον Δρόμον.
Τότε είδα τον άνδρα να παρατηρή τους διαβάτας με παράξενον βλέμμα. Ευρήκεν εις τον δρόμον ένα νεκρόν πτηνόν, το οποίον εκάρφωσεν εις το ανδρικόν καπέλλον του. Και τον είδα ακόμη να σηκώνη το πανταλόνι του, δια να επιδείξη την κνήμην του, η οποία μολαταύτα δεν ήτο και περίφημος.
Είδα δε από το άλλο μέρος την Γυναίκα ν' αφαιρή τα άνθη 
από το γυναικείον καπέλλον της να πετάτα κοσμήματά της εις τον δρόμον και να κατεβάζη το φόρεμα της έως τας πτέρνας.
Και είδα ακόμη όλους εκείνους που εχλεύαζον μόνον τον Άνδρα, να τον σύρουν προς το φρενοκομείον, τώρα που είχε τον εγκέφαλον της σοφής γυναίκας, ενώ την Γυναίκα την εθαύμαζον περισσότερον με τον εγκέφαλον του ηλιθίου ανδρός.
Το δαιμονισμένον Φάσμα είπε :
Λοιπόν είδες την διαφοράν ; Παρατήρησε τον Άνδρα με τον γυναικείον εγκέφαλον εξακολουθεί διαρκώς να ελαττώνη όσον ημπορεί την σκεπασμένην επιφάνειαν του σώματος του.
Διατί τούτο; δεν εννοώ.
Θα σου το εξηγήσω : Εις την εποχήν του Παραδείσου ο Διάβολος έκαμε την γυναίκα να ενδυθή· σήμερον την κάμνει να γδύνεται. Αλλοίμονον! και αυτός ο Διάβολος διεφθάρη από τότε!
Αλλ' ας ακολουθήσωμεν αυτούς.
Και ηκολουθήσαμεν τον Γυναικοάνδρα οδηγούμενον εις το Φρενοκομείον, ενώ η Ανδρογυναίκα εξακολουθεί τον δρόμον της ελευθέρα...
Η θύρα του Φρενοκομείου ήνοιξε και ο θυρωρός είπεν εις τον Άνδρα :
Πάλιν συ είσαι; Σου είπα ότι ηλίθιοι δεν φιλόξενουνται εδώ· μόνον τρελλούς δεχόμεθα.
Ότε όμως είδε τα γυναικεία καμώματα, εκίνησε το κεφάλι του με θλίψιν και επρόσθεσεν. :
Α, τώρα μάλιστα· ημπορείς να πέρασης.
Τότε έδειξα την Γυναίκα εις τον θυρωρόν και είπα :
Κράτησε και αυτήν έχει έγκέφαλον χαλασμένον. Ο θυρωρός απήντησεν :
Αι γυναίκες εδώ έχουν αναλογίαν είκοσι τοις εκατόν προς τους άνδρας.
Και εις τι οφείλεται η δυσαναλογία αυτή;
Δέν υπάρχει χώρος δια να τας κλείσωμεν όλας.
Και ο περίεργος θυρωρός έκλεισε την θύραν κατά πρόσωπον της Γυναίκας που είχε τον εγκέφαλον του ηλιθίου ανδρός, και εδέχθη τον Άνδρα με τον εγκέφαλον της γυναίκας της σοφής!...

(Επιστροφή) 
 

ΑΡΙΣΤΕΙΔHΣ Ε ΒΕΚΙΑΡΕΛΗΣ :TO ΣYNTEΧΝΙΑΚΟΝ ΚΡΑΤΟΣ




IV

ΤΟ ΣΥΝΤΕΧΝΙΑΚΟΝ ΚΡΑΤΟΣ 
Αυτό  τo πρόβλημα ετίθετο, εφόσον η επί του οικονομικού πεδίου δράσις εζήτει να εξασφαλισθή δια της κατακτήσεως του πολιτικού πεδίου.
«Αι  οικονομικαί δυνάμεις αποκτώσαι βαθμηδόν μεγαλειτέραν σημασίαν  εφέροντο τείνουσαι επί του πολιτικού πεδίου προς  κατάκτησιν  του Κράτους» λέγει ο Β. Biagi εις το άνω μνημονευθέν  σύγγραμμά  του.
Οποία  μεταμόρφωσις επεβάλλετο;
Έναντι  του παλαιού δημοκρατικοφιλελευθέρου κράτους  ν' aντιτεθή το νέον ταξικού χαρακτήρος κράτος; Να αφεθή  το οργανούμενον προς κατάκτησιν προλεταριάτον να μεταβάλη
την  πολιτικήν εξουσίαν εις οικονομικήν; Λύσις αποκρουστέα
και  σφαλερά δοθέντος ότι δεν είναι δυνατόν ν' αποδοθη εις το Κράτος  εκδήλωσις οικονομικού χαρακτηρος  αφού αντιθέτως πρόκειται περί εκδηλώσεως πολιτικού χαρακτήρος».
Γεγονός εξ άλλου ότι τα Κοινοβούλια δεν ευρίσκονται πλέον εις επαφήν με την πραγματικήν ζωήν. Αι σχέσεις όθεν δέον να αναπλασθούν προς γεφύρωσιν της αβύσσου μεταξύ πολιτικών θεσμών και οικονομικής ζωής.
Προς  τούτο δέον να λυθούν ώρισμένα προβλήματα πολιτικής μορφής (κατάτμησις κομμάτων, αύθαιρεσίαι Κοινοβουλευτισμού, ανεύθυνον συνελεύσεων), οικονομικής μορφής (λειτουργία και συγκρούσεις συνδικαλιστικών δυνάμεων τόσον εις τον εργατικόν όσον και τον βιομηχανικόν τομέα) και ηθικής μορφής (ανάγκη τάξεως, πειθαρχίας και υπακοής εις τας ηθικάς υπαγορεύσεις της Πατρίδος).
Ο  Ιταλικός Φασισμός ενόμισεν, ότι λύει τα προβλήματα ταύτα προκαταβολικώς, δια της Επαναστάσεως του και ότι «μέσω των συντεχνιακών, κοινωνικών και μορφωτικών θεσμών του, η έννοια του Κράτους εξικνείται πανταχού, και εντός του Κράτους κυκλοφορούν πλαισιωμέναι εντός των σχετικών οργανώσεων όλαι αι πολιτικαί, οικονομικαί και πνευματικαί δυνάμεις του Έθνους» (9).
Ούτω , φρονούν, επιτυγχάνεται ο συντονισμός Πολιτικής και Οικονομίας, «αι οποίαι είναι δύο όψεις της αυτής πραγματικό-τητος, ομοούσιαι εκδηλώσεις του κοινωνικού φαινομένου (10).
Οι  κλασικοί θέλουν το Κράτος μακράν της Οικονομίας, καθιστώντες ούτω την Πολιτικήν αφηρημένην επιστήμην (μολονότι τούτο ως ελέχθη εις την πραγματικότητα ουδόλως συνέβη, το δε φιλελεύθερον κράτος κατ' ουσίαν υποδουλώνεται εις τας οίκονομικάς δυνάμεις). Εις το σοσιαλιαστικόν κράτος αι οικονομικαί δυνάμεις υποτάσσουν και απορροφούν την πολιτικήν έξουσίαν.
Το   Συντεχνιακόν Κράτος χωρίς να ακολουθή τα άκρα (τα δε άκρα πάντοτε συναντώνται) Φροντίζει δια την ανάπτυξιν του εθνικού πλούτου δια των Συντεχνιών, υποτάσσον την Οικονομίαν εις την Πολιτικήν.
O  Κορπορατισμός —λέγουν— είναι ανώτερος του λιμπεραλισμού  όπως είναι και ανώτερος του Σοσιαλισμού, εδημιούργησε δε νέαν σύνθεσιν την στιγμήν όπου κατέπιπτε και ο εις και ο άλλος... Η Συντεχνιακή οικονομία επέρχεται την ιστορικήν και καθωρισμένην στιγμήν όταν τα δύο οικονομικά φαινόμενα, ο καπιταλισμός και ο σοσιαλισμός, έχουν δώσει ό,τι είχον να δώσουν» (11).

O Κορπορατισμός θεωρεί ότι πραγματοποιεί την οικονομικήν ενότητα δια της Συντεχνίας, ήτις ολοκληρώνει την εκπροσώπησιν των οικονομικώγ συμφερόντων, ουμβιβάζουσα και επίλύουσα τας αντιθέσεις του κεφαλαίου και της εργασίας, εχόντων ίσα δικαιώματα, υπό την εγγύησιν του Κράτους, όπερ παραμένει κυρίαρχον, εκτός και υπεράνω τών οικονομικών ομάδων, και αντλεί εξ όλων ισχύν.
« Υποταγή των ατομικών δικαιωμάτων εις το γενικόν συμφέρον και η Ισότης των τάξεων προ του, Κράτους. Υπεροχή ηθικής αρχής εν τη οικονομική τάξει και σύνθεσις του παντός εν τω Κράτει» λέγει ο πρώην Υπουργός των Σύντεχνιών καιτης Εθνικής Οικονομίας G. Βοttai (12).
Εις την συντεχνιακήν οργάνωσιν, λέγει ο ίδιος, το ατομικόν συμφέρον εκάστου εκδηλούται δια της ιδιωτικής πρωτοβουλίας· το συμφέρον εκάστης επαγγελματικής κατηγορίας δια των συνδικάτων το συμφέρον εκάστου είδους παραγωγής δια της Συντεχνίας και το Εθνικόν οικονομικόν συμφέρον δια του «Εθνικού Συμβουλίου των Συντεχνιών» όπερ και το ανώτατον όργανον.
Ούτω : Κυριαρχία του Κράτους και ολοκληρωτική συνεργασία όλων των κοινωνικών δυνάμεων ωργανωμένων».



Υποσημειώσεις.
  9. Β. Biagi άνωθι.-B.Mussolini:Λόγοι 1933—1935.
10.E Ronchi: Economia  liberale, economia sociale, economia corporativa.Μονογραφία. βραβευθείσα υπό υπουργρίου Συντεχνιών, Ρώμη 1932, σ.245
11
12.G. Bottai(Υπ. Συντ. και Εθνικής Οικονομίας) Εις "Gerarchia" Μάιος 1927. 

(Επιστροφή)

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

ΙΩΑΝΝΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ: ΔΙΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΠΕΙΡΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ



Περί τα μέσα Φεβρουαρίου 1921, ήρξατο εν Παρισίοις εις το κακουργοδικείον του Σηκουάνα, η δίκη του Υποπλοι­άρχου Τσερέπη και του Υπολοχαγού Κυριάκη, των ενεργησάντιον την κατά του Βενιζέλου εν τω σιδηροδρομικώ σταθμώ της Λυών απόπειραν. Μάρτυρες της υπερασπίσεως παρέστησαν ο Συνταγματάρχης του Πεζικού Χατζημιχάλης Χρ, ο Αντισυνταγματάρχης . του Πυροβολικού Παπαδήμας Ι., ο Ταγματάρχης του Πυροβολικού Παπαδόπουλος, ο Ίλαρχος Μελάς Α. και οι Αντιπλοίαρχοι Λελούδας και Μεντζεβίρης.
Την υπεράσπισιν των κατηγορουμένων ανέλαβεν ο διάσημος των Παρισίων δικηγόρος Μορώ-Τζαφερί, μετά του οποίου συναντηθέντες οι μάρτυρες ανέπτυξαν αυτώ κατά την συζήτησιν ότι, η προκειμένη δίκη δεν ήτο συνήθης διαδικασία προς υπεράοπισιν και αθώωσιν κατηγορουμένων μόνον, αλλά και η προσφορά μεγίστης υπηρεσίας προς την πατρίδα των, δια της άρδην ανατροπής των κακοβούλων και συκοφαντικών κατά της Ελλάδος και του Ελληνικού Λαού επιχειρημάτων του Βενιζέλου και της διαφωτίσεως των επισήμων κύκλων και της κοινής γνώμης, ότι ήσαν εχθροί της Συνεννοήσεως και της Γαλλίας, αλήθειαν ην η αυστηρά λογοκρισία και τα τυραννικά μέσα της Βενιζελικής Διοικήσεως, δεν επέτρεψαν να γνωσθή.
Αρξαμένης της εξετάσεως των μαρτύρων της υπερασπί­σεως, ο Συνταγματάρχης . Χατζημιχάλης κατέθηκε τάδε:
 Yπηρετήσας ως εθελοντής εν τω Γαλλικώ Στρατώ , κατά τον Ευρωπαϊκόν πόλεμον, πλήρης ενθουσιασμού, έβλεπον την Γαλλίαν υψώνουσαν το Λάβαρον της παγκοσμίου ελευθερίας. Εις την πρωτοπορείαν της ιεράς ταύτης Ιδέας η καρδία μου ενθουσιώσα αλλά και αιμάσσουσα διότι έβλεπον υπό την σκιάν του Συμβόλου της Ελευθερίας και της Δικαιοσύνης, να καταφεύγη εις Τύραννος.
Η καρδία μου πλήρης ενθουσιασμού, βλέπουσα τους γενναίους Γάλλους στρατιώτας καταστρέφοντας την στρατοκρατίαν και τον Δεσποτισμόν των Γερμανών, ήτο εν ταυτώ και αιμάσσουσα αισθανομένη εγκαθισταμένην εν Αθήναις την στρατοκρατίαν και τον Δεσποτισμόν του Βενιζέλου.
Η καρδία μου πλήρης ενθουσιασμού, βλέπουσα καταρρέουσαν την νέαν παγκόσμιον Βαστίλην , ήτο αιμάσσουσα αισθανομένη ιδρυομένην  την Βαστίλην την Βενιζελικήν.
Η καρδία μου πλήρης ενθουσιααμού, βλέπουσα κατασχιζόμενον εις μύρια τεμάχια το Πρωσσικόν υπόδημα, ήτο εν ταυτώ και αιμάσουσα αισθανομένη τα στήθη των συμπατριωτών μου αισθμαίνοντα, υπό την πίεσιν του Βενιζελικού υποδή­ματος.

Αποτάξεις Αξιωματικών, παύσεις Δημοσίων Υπαλλήλων, εξορίαι, φυλακίσεις κατά χιλιάδας. Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, Επίσκοποι, και Ιερείς εφυλακίσθησαν και εξωρίσθησαν, ως οι τελευταίοι των κακούργων. Πολιτικοί άνδρες ογδοηκοντούτεις, ων η σταδιοδρομία ήτο πατριωτισμός, απέθνησκον εν ταις φυλακαίς και τη εξορία. Και τόσα άλλα παραδείγματα της Βενιζελικής τυραννίας φθάσαντα μέχρι τυφεκισμού . Ο Δικηγορικός Σύλλογος των Αθηνών διεμαρτυρήθη δια τον στραγγαλισμόν της Δικαιοσύνης. Ο Ελληνικός Λαός κατέπνιγε τας οιμωγάς του, εντός της πα­τριωτικής του καρδίας, καθ' ότι εγνώριζε πολύ καλώς ότι: «O Βενιζέλος ήτο τόσον ικανός εις ραδιουργίας και συκοφαντίας, ώστε παν πρό­σωπον πάσαν πράξιν, πάσαν κίνησιν εναντίον αυτού και της τυ­ραννίας του, να την παριστά ως πρόσωπα και πράξεις εναντίον της Συνεννοήσεως, Γερμανόφιλα".
Ερωτηθείς υπό του συνηγόρου Μορώ-Τζαφφερί,τι είναι Γερμανοφιλία εν Ελλάδι,απήντησεν :
«Εις την Ελλάδα ουδείς υπάρχει Γερμανόφιλος. Υπήρχον δύο φατρίαι, η μεν μία υπέρ της Ουδετερότητος,η λεγομένη Βασιλική, η δε άλλη υπέρ της Δράσεως, η λεγομένη Βενιζελική. Εκατοντάδες όπως και Εγώ, Έλληνες προσέφερον εθελουσίωςτο αίμα των εις την Γαλλίαν, ουδείς όμως εις την Γερμανίαν. Ουδείς επρότεινεν όπως η Ελλάς εξέλθη εις το πλευρόν της Γερμανίας, ειμή μόνον ο Βενιζέλος, εις το Συμβούλιον του Στέμματος.
 Ο Βενιζέλος κατά τας ημέρας της δίκης ευρίσκετο εν Λονδίνω διανυμπανίζων δια του Τύπου ότι: «Μοχθεί νυχθημερόν δια τα συμφέροντα της Ελλάδος ,παρά την προς αυτόν αχαριστίαν του Ελληνικού Λαού». Αιφνιδίως εγκαταλείψας ταύτα απροστάτευτα, προσέτρεξεν εις Παρισίους την παραμονήν της δίκης, όπως παραστή αυτοπροσώπος εις αυτήν, ουχί όπως πάντες οι πραγματικώς Μεγάλοι άνδρες έπραξαν εις παρομοίας περιστάσεις, ζητούντες, ως ο Κλεμανσώ, την αποφυλάκισιν και την αθώωοιν των κατ' αυτού αποπειραθέντων, αλλ' όπως αυτοπροσώπως ζητήση την εις θάνατον καταδίκην των κατηγορών αυτούς, ως μίσθαρνα όργανα της Γερμανίας, επί εσχάτη προδοσία». Αποστείλας δε την παραμονήν της δίκης, προς τον Μορώ-ΤζαφφερΙ τον Πεπέν Αργυρόπουλον, όστις ανεκοίνωσεν αυτώ εκ μέρους του ότι: «Απαιτεί να μη γίνη καν λόγος εν τη δίκη περί πολιτικών ζητημάτων».
Την επομένην παραστάς ο Βενιζέλος εν τη δίκη, υπεστήριξε μετά του Πρεσβευτού Ρωμάνου το κατηγορητήριον ότι : «Οι δύο Έλληνες κατηγορούμενοι Αξιωματικοί, μίσθαρνα όργανα της Γερμανίας, εζήτησαν, εκ προμελέτης, να του αφαιρέσωσι την ζωήν, ως μεγάλου φίλου της Γαλλίας».
Εις την δίκην είχον προσέλθη, υπερεκατόν Δικηγόροι των Παρισίων, Αντιπρόσωποι του Τύπου, οι Πρεσβευταί των Συμμάχων, Στρατηγοί, Ναύαρχοι, Υπουργοί, Βουλευταί και η Κρητική Σωματοφυλακή του« Βενιζέλου. Ο Βενιζέλος κληθείς υπό του Προέδρου του Δικαστηρίου κατέθηκε τα εξής χαρακτηριστικά.:

«Δεν είναι αληθές ό,τι είπεν ο Συνταγματάρχης, ότι υπήρξα τύραννος. Τι θέλετε, με το χειρόκτιον να διοικώ καθ' ην στιγμήν Γερμανικά αεροπλάνα συνεννοούντο μετά Ελλήνων Αξιωματικών ; Δεν είναι αληθές ό,τι είπεν ο Συνταγματόρχης, ότι επέθνησκον εις τας φυλακάς πολιτικοί άνδρες αυτοκτονούντες. Εις και μόνον απέθανεν, ο Έσλιν, Γερμανικής καταγωγής και 75 ετών. Δεν είναι αληθές ότι δεν υπάρχουσιν εν Ελλάδι Γερμανόφιλοι. Υπάρχει μεγάλη μερίς γερμανοφίλων και Αρχηγός αυτής είναι ο Βασιλεύς της Ελλάδος Κωνσταντίνος , όχι Γερμανόφιλος άλλα πλέον ή Γερμανός».
Φράσις μεθ' ην ετερμάτισε την κατάθεσίν του. Πλείστοι δε  εκ των ακροατών ηρώτησαν απορρηματικώς.
— «Αυτός λοιπόν είναι ο Μέγας Βενιζέλος ;» 
Ταύτα κατέθηκεν ο Βενιζέλος γνωρίζων ότι «μετά τέσσαρας ημέρας θα συνήρχετο η Συμμαχική Διάσκεψις εν Λονδίνω και θα εκρίνετο η τύχη της αγωνιώσης και τα πάντα διακυβευούσης Πατρίδος του».
Το άγνωμον και άκαρδον τέκνον μνησικακούν, εβύθιζεν ασπλάχνως και αιμοχαρώς μέχρις λαβής, το φιλέκδικον αυτού εγχειρίδιον, εις τα στήθη της πολυπαθούς και φιλοστόργου Μητρός του, ήτις ανασύρασα αυτό από της ασημότητος, της αφανείας και της πενίας, ανέδειξε πρώτον, πανίσχυρον και παρ' αξίαν Άρχοντα αυτής, πολλαχώς και πολυτρόπως τιμήσαντα και δαψιλώς αμείψασα». Επαναληφθείσης την επομένην της συνεδριάσεως, του Βενιζέλου μη παραστάντος, ο Γενικός Εισαγγελεύς αγορεύσας είπεν :
«Οι κατηγορούμενοι είναι ένοχοι  εσχάτης προδοσίας, διότι καθ' ην στιγμήν ο Μέγας φίλος της Γαλλίας  Βενιζέλος εκόμιζεν εν τω χαρτοφύλακι αυτού , εις την Ελλάδα τους καρπούς της νίκης, Έλληνες Αξιωματικοί , μισθωτά όργανα της Γερμανίας, επεχείρησαν, προμελετημένως, να αφαιρέσωσι. την ζωήν αυτού. Ζητώ την εσχάτην των ποινών, θάνατον. ·Αναλογισθήτε ότι τα τέχνα και οί αδελφοί υμών, είνε τεθαμμένοι κάτωθεν της Ακροπόλεως».
Τερματισθείοης της αγορεύσεως του Γενικού Εισαγγελέως, ο Συνήγορος Μορώ-Τζαφφερί, υπηρετήσας ως έφεδρος Λοχαγός εν τω Επιτελείω του Στρατηγού Σαράϊγ εν Θεσσαλονίκη, αγορεύσας είπε: 
Ο Βενιζέλος επεχείρησε να καταρρίψη την εντύπωσιν εκ της καταθέσεως  του Συνταγματάρχου Χατζημιχάλη, αλλ' εις μάτην, διότι πλην αυτού, έχομεν δύο άλλους αξιοπίστους μάρτυρας, τον Γάλλον Νούαρχον Φουρνέ και τον Γάλλον Στρατάρχην Σαράϊγ. οίτινες δια των συγγραμμάτων των επιβαιούσι καθ' όλα την μαρτυρίαν του Συνταγματάρχου.
Όταν ο Βενιζέλος εζήτησε την άδειαν παρά των Συμμάχων, ίνα  τω  επιτραπή η οργάνωσις Ελληνικών εθελοντικών Μονάδων, προς καταπολέμησιν των προαιαινίων εχθρών της Ελλάδος, μόλις ωργάνωσε την πρώτην Μονάδα  εζήτησε παρά του Γενικού Συμμαχικού Στρατηγείου, όπως αποστείλη ταύτην κατά της Ελλάδος. Εζήτηοε να πολεμήση, αντί των  Βουλγάρων, τους Έλληνας. Κατόπιν δε των διαφόρων ραδιουργιών του εν Θεσσαλονίκη, εξήψε τα πνεύματα των συμπατριωτών του, διαιρέσας φανατικώς αυτούς, ούτως ώστε το Γενικόν Στρατηγείον των Συμμάχων εζήτησε παρά των Κυβερνητών των την απομάκρυνση του Βενιζέλου εκ Θεσσαλονίκης, καθ' ότι μετέβαλε την Στρατιωτικήν βάσιν τών επιχειρήσεων, εις βάσιν πολιτικών διενέξεων. Όταν ημείς οι αντιπρόσωποι του Γαλλικού Λαού απεστείλαμεν τον Ζοννάρ εις την Ελλάδα, όστις εν ονόματι ημών και του Γαλλικού λαού διεκήρυξεν ότι: "Ουδεμία αντεκδίκησις θέλει γίνει. Πλην δεν παρήλθεν οκταήμερον από της εγκαθιδρύσεως εν Αθήναις των Γαλλικών στρατευμάτων , 1ΟΟΟ Αξιωματικοί αυθαιρέτως απετάχθησαν , 1500 δημόσιοι υπάλληλοι επαύθησαν, 3.000 Έλληνες εφυλακίσθησαν και 800 εξωρίσθησαν , δια πολιτικούς λόγους. Έχω εις τας χείρας μου έγγραφον του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών , διαμαρτυρομένου δια τον στραγγαλισμόν της Διχαιοσύνης».
 
Μετά τούτο   ο  Μορώ-Τζαφφερί   αποβαλών την τήβεννόν του, λέγει αυστηρώς:
«Τήν στιγμή ταύτην δεν είμαι ο δικηγόρος, είμαι ο Γερουσιαστής και εξ ονόματος του  Γαλλικού  Λαού, ζητώ  τον λόγον από τον Βενιζέλον. Πως εξέθηκεν ημάς και τον Γαλλικόν Λαόν, εις τα όμματα του Ελληνικού Λαού, ενώ ρητώς διεκηρύξαμεν , δια του Ζοννάρ, ότι ουδεμία καταδίωξις ήθελε γίνει; Το ότι ο Βενιζέλος υπήρξε τύραννος, το ότι ο  Βενιζέλος εξεμεταλλεύθη  , αισχρότατα,την κατάστασιν, όπως δημιουργήση  φατρίαν, δεν το λέγουσι , μόνον ο Ναύαρχος Φουρνέ και ο Στρατάρχης Σαράϊγ,    δεν το ανέπτυξεν ενώπιον υμών  δια ζωηρών χρωμάτων ο Συνταγματάρχης Χατζημιχάλης φίλος της Γαλλίας, θα σας το αναπτύξω και εγώ. 
Υπήρχεν εις τας Αθήνας  εις ψιττακός , όστις πριν της κηρύξεως του Ευρωπαικοπύ πολέμου , πριν της επελθούσης  εν Ελλάδι διχονοίας, είχε διδαχθή να φωνάζη «Ζήτω ο Βασιλεύς». Ο ψιττακός ούτος εθανατώθη, ο κύριος αυτού , η σύζυγος του και οι συγγενείς του εφυλακίσθησαν. 
Πάντες  υμείς γνωρίζετε  το άρωμα Κοττύ «Θα έλθη μίαν ημέραν». Ο αντιπρόσωπος εν Ελλάδι του άνω  καταστήματος, άμα ως προέβη εις την πώλησιν  του αρώματος τούτου εφυλακίσθη , το άρωμα κατεσχέθη  και μόνον τη επεμβάσει της Γαλλικής Πρεσβείας , ήρθη η κατάσχεσις. Εν τέλει, ο Βενιζέλος  φεύγων εξ Αθηνών, κατέφυγεν  ενταύθα . Δεν γνωρίζω  αν τα θυλάκιά του ήσαν  κενά. Γνωρίζω  όμως  ότι συνωδεύετο παρα τινων , ων τα θυλάκια ήσαν πλήρη. » 
Περατωθεισών των αγορεύσεων του  Εισαγγελέως και του Συνηγόρου, απελογήθησαν οι κατηγορούμενοι, κατά την άποψιν των οποίων, την απόπειραν ττου Βενιζέλου ηθέλησαν, ως ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων, ίνα αποδώσωσι την ελευθερίαν εις την Πατρίδα των, τυραννουμένην υπό του Βενιζέλου, ον απεκάλεσαν «Νέον Πεισίστρατον». Ο μεν  Υποπλοίαρχος Τσερέπης κατέληξεν ειπών: "ΕΙμαι το εξιλαστήριον θύμα της  ελευθερίας». Ο  δε Υπολοχαγός Κυριάκης -ειπών: «Η θυσία μου ουδέν θα είχεν αποτέλεσμα και δια τούτο απεφάσισα να θυσιάσω τον αίτιον  όλης αυτής της διχονοίας τον Βενιζέλον».
Περατωθεισών των αγορεύσεων, το Δικαστήριον επέβαλεν εις  τους κατηγορουμένους  την ελαφροτέραν των ποινών, πενταετή ειρκτήν και συγχρόνως εζητησε χάριν παρά του Προέδρου της Δημοκρατίας, ήτις, τη εντόνω παρεμβάσει του Βενιζέλου, δεν εδόθη.

ΣΧΕΤΙΚΟ:
Η ΕΝ ΠΑΡΙΣΙΟΙΣ ΔΙΚΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΩΝ κ.κ ΤΣΕΡΕΠΗ ΚΑΙ ΚΥΡΙΑΚΗ

ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:Η ΣΙΔΗΡΑ ΚΑΙ ΧΡΥΣΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

8. Ο ΙΗΣΟΥΣ
Όχι δεν ήθελα πλέον ν' ακούσω και τρίτον Μάρτυρα. Τα μαρτύρια της ιδέας δεν διαφέρουν τίποτε μεταξύ των, όσον διαφορετικά και αν είνε τα μαρτύρια του σώματος. Όχι· δεν ήθελα πλέον να ταράξη την ψυχήν μου και τρίτου μάρτυρος στεναγμός, είχα δε ετοιμασθή να καταφύγω και πάλιν προς το Φάσμα, που μ' επερίμενεν εις το άκρον του Δρόμου, ότε από το ύψος του Σταυρού μία φωνή μ' εκάρφωσεν εις την θέσιν μου.
Και έλεγεν η φωνή :
Σε αναγνωρίζω, σε αναγνωρίζω, ω ευγενικόν και ευαίσθητον πτηνόν διότι σύ πρώτον ελάλησες τρεις φοράς και ,ήλεγξας τον Πέτρον δια την τριπλήν άρνησίν του εις την αυλήν του Αρχιερέως. Κατά την νύκτα εκείνην ο Κόσμος ανεπαύετο ήσυχος και αμέριμνος, όπως πάντοτε, επάνω εις τα Ιδια ερείπια του. Το Αηδόνι ετραγουδούσεν εις την φωλεάν του την ερωτικήν ο Κορυδαλλός εκοιμάτο ήσυχος, περιμένων την αυγήν ο Κόρακας εκαραδοκούσεν ένα πτώμα επί πλέον ο Μαθητής ηρνείτο τόν Διδάσκαλόν του, και μόνον ένας Πετεινός αγρυπνούσε και τον υπενθύμιζεν...
Ένας στεναγμός ηκολούθησε τα τελευταία του Μάρτυρος λόγια, και ένα δάκρυ έπεσεν από τον Σταυρόν και εκυλίσθη εμπρός είς τα πόδια μου, επάνω εις το άγονον έδαφος.
Και ητοιμάσθην να ροφήσω εκείνο το δάκρυ, αλλά η φωνή ακίνητον μ' εκράτησεν.
  Όχι, έλεγεν· η γη έχει ανάγκην ακόμη από πολλά δάκρυα δια να λιπανθή, αφού δεν ήρκεσε τόσον αίμα. Από το ύψος του Σταυρού τούτου παρατηρώ τον αίώνιον αυτόν Δρόμον, που επροσπάθησα μάταια να τον κατασκάψω. Και βλέπω τους ανθρώπους να τον ακολουθούν, ο ένας οπίσω από τον άλλον, χωρίς τον ελάχιστον κόπον. Όσοι εστράφησαν δια να διευκολυνθούν προς εμέ, παρεπλανήθησαν και ευρέθησαν ουσιαστικώς περισσότερον μακράν μου, παρ' όσον εκείνοι, που ηκολούθουν τον Δρόμον του Κακού, ειλικρινείς τουλάχιστον απέναντι του ιδίου εαυτού των.
»Και τούτο, διότι η ορμή των πραγμάτων είνε πολύ δύοκολον να μεταβληθή  και προ πάντων όταν πρόκειται περί κακής φύσεως .Κάθε πνεύμα που θα ήθελε παρεντεθή εις την ορμήν των , θα συνετρίβετο , όσον μεγάλον και δυνατόν αν ήτο. Δεν σημαίνει αν κατόπιν θα ενίκα και θα εθριάμβευε..
Καϊ όμως οι άνθρωποι Σε λατρεύουν, είπον έγώ.
  Α, δεν ήσαν τίποτε του  δόρατος αι πληγαί και ο χλευασμός της ψεύτικης πορφύρας, εμπρός εις τον πνιγμόν, που προκαλεί ο καπνός του θυμιάματος και  η πλαστότης της λατρείας, θα ιδής Εβραίους να έχουν την θρησκείαν των εις το συμφέρον και θα ιδής Χριστιανούς να έχουν το συμφέρον των εις την θρησκείαν οι πρώτοι έχουν τουλάχιστον μίαν θρηοκείαν οι δεύτεροι δεν έχουν καμμίαν.
»Και  θα ιδής ακόμη ηγεμόνας λαών να τυραννούν και να αιματοκυλίουν τον κόσμον επ' ονόματι μου· δεσπότας, επιβάλλοντας την δουλείαν εν ονόματι της Ελευθερίας, και θα φθάσης εις το τρομερόν συμπέρασμα, ότι ο Ιησούς δέν είνε πλέον τίποτε άλλο, παρά μεσίτης δούλων δια τους ισχυρούς.
Και πάλιν άφησεν ένα βαθύν στεναγμόν και επρόσθεσεν:
Είδα από μακράν ανθρώπους που έφερον τον Σταυρόν μου κρεμασμένον εις τα ακάθαρτα στήθη των. Ε, εάν εμάντευα πως οι άνθρωποι θα είχον την φιλοδοξίαν να κρεμούν επάνω των το όργανον εις το οποίον εκρεμάσθην εγώ — κύτταξε 
πόσον διαφέρομεν! — θα επαρακαλούσα τον Πόντιον Πιλάτον να μ' εγκρέμιζεν εις μίαν άβυσσον, αντί να με σταυρώση ' έτσι τουλάχιστον οι άνθρωποι δεν θα είχον ανάγκην να κρεμάσουν επάνω εις τα στήθη των και την εικόνα μιας αβύσσου, αφού την κλείουν ολόκληρον μέσα εις αυτά.
Έτσι  ωμίλησεν ο Ιησούς.
Και  άφησε νέον στεναγμόν, που αντήχησε μέχρι του δρόμου.
Τότε  είδα τους διαβάτας να σταματούν προς στιγμήν και να στρέφωνται προς την διεύθυνσιν Εκείνου, που είχεν αναστενάξη.
Αλλά  στιγμιαίον ήτο τούτο και εξηκολούθησαν την πορείαν των.
Εσκέφθην  ολίγον και ηρώτησα :
—  Ειπέ μου, άνθρωπε και Θεέ! Διατί ευρίσκεσαι εις την αξιοθρήνήτον αυτήν κατάοτασιν;
—  Διότι έλεγα την αλήθειαν.
—  Και τι εστίν Αλήθεια;
Ο  Ιησούς εφρικίασε και απήντησε :
—  Μου θέτεις την αυτήν ερώτησιν, που μου έθεσε και ο· Πιλάτος κατά την δίκην μου. Εκείνος όμως απεσύρθη πριν εγώ απαντήσω. Μείνε συ τουλάχιστον δια ν' ακούσης.
Αλλά  την στιγμήν που ο Εσταυρωμένος ητοιμάσθη να ομιλήοη, το Φάσμα με έσυρεν αποτόμως εις τον Δρόμον του με την ταχύτητα, της ιδέας.
Μοιραίον  ήτο να μην ακουσθή και πάλιν η απάντησίς του!
—  Δεν σε έστειλα εκεί, είπε , δια να αισθανθής αλλά δια να ακούσης·
— Ναί, ήκουσα. Είνε ένας μεγάλος Μάρτυς της Ιδέας.
—  Δεν σημαίνει τίποτε τούτο. Όλοι οι μάρτυρες της Ιδέας είναι  Ισότιμοι, αδιάφορον ποία υπήρξεν η ιδέα των και ποία η επί τσυ ανθρωπίνυυ πνεύματος επίδρασίς της. Αυτά· είνε ζήτημα συνδυασμού περιστάσεων και συνθηκών της κάθε εποχής.
—  Εν τούτοις δεν με άφησες ν' ακούσω τι έστιν, Αλήθεια.
—  Το έκαμα δια να κρατήσω την αξιοπρέπειάν του· το ίδιον έκαμε και ο Πιλάτος δια, το καλόν του, και δεν έχει δίκαιον να  παραπονήται  εναντίον του από τότε.
—  Αλλά τι είνε λοιπόν η Αλήθεια;
—  Προχώρησε εις τον Δρόμον μου, ερώτησε τον διαβάτην εκείνον και θα σου ειπή.




Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2014

ΑΡΙΣΤΕΙΔHΣ Ε ΒΕΚΙΑΡΕΛΗΣ :TO ΣYNTEΧΝΙΑΚΟΝ ΚΡΑΤΟΣ



III 

ΠΟΛΕΜΙΚΗ  ΚΑΙ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Περί τα τέλη του 19 και τας αρχάς του 20 αιώνος το Φιλελεύθερον Κράτος  δεν έμενεν πλέον απαθές.
Ανέκαθεν , μολονότι εθεώρει εαυτό ξένον και υπέρτερον των οικονομικών αγώνων, εν τη ουσία ήτο «κυριαρχούμενον και δουλεύον», διότι μέσω του Κοινοβουλευτισμού αι καλλίτερον
ωργανωμέναι
και ισχυρότεραι οικονομικώς τάξεις, ηδύναντο να στρέφουν την πολιτικήν του προς επωφελή δι\ αυτάς κατεύθυνσιν. Η δημιουργία μεγάλων βιομηχανιών απήτει και την εξασφάλισιν αγορών καταναλώσεως.

Η ως εκ του καταμερισμού της εργασίας και της μηχανοποιήσεως παραγωγή en serie, απήτει και αντοχήν καταναλωτικήν διαρκώς ανανεουμένην. Προέκυψεν όθεν η ανάγκη να εγκαταλειφθή υπ'αυτού τούτου του καπιταλισμού ο ελεύθερος ανταγωνισμός και να αντικατασταθή δια συνεννοήσεως προς κατανομήν των αγορών και την δημιουργίαν νέων. (Τραστ, Καρτέλ, Σφαίραι επιρροής).
Λόγω  του οικονομικού αδιεξόδου, της υποβιβάσεως των τιμών (επακολούθου του συστήματος της διαιρέσεως της εργασίας), εζητήθη   η επέμβασις του Κράτους είτε υπό μορφήν Οργανισμών, Κονσόρτσιουμ , Επιμελητηρίων κλπ.- είτε δια της πολιτικής των προστατευτικών δασμών και φορολογικών διαρρυθμίσεων.
Τινές  θεωρούν ως εκ τούτου και έκτοτε συντετελεσμένην την χρεωκοπίαν των κλασικών περί Κράτους θεωριών.
Εξ  άλλου η πίεσις εξησκείτο και από τας σχηματιζομένας συνδικαλιστικάς οργανώσεις, ηναγκάζετο δε το Κράτος, απαρνούμενον την θεωρίαν της ουδετερότητος, να επεμβαίνη, αναλόγως των περιστάσεων, χωρών και εποχών και να νομοθετή, είτε προς την μίαν είτε προς την άλλην κατεύθυνσιν.
Καί  περιορίζεται τότε το απόλυτον δικαίωμα της ιδιοκτησίας και διαθέσεως  δια των νόμων περί κληρονομιών καί της 
προοδευτικής φορολογίας επί τούτων, και των απαλλοτριώσεων (κατ'αρχάς δι' έργα κοινής ωφελείας, κατόπιν δι' αποκατάστασιν ακτημόνων κλπ.), θεσπίζεται εργατική νομοθεσία καθορίζουσα συνθήκας λειτουργίας εργοστασίων, εργατικά ατυχήματα και ποιάν τινα περίθαλψιν, αφίεται ελευθέρα η επαγγελματική οργάνωσις, ιδρύονται και υποστηρίζονται συνεταιρισμοί παραγωγής και καταναλώσεως, εξασκείται έλεγχος τις επί τινων προϊόντων διατιμομένων κλπ.
Η Ελλάς ουδόλως υστέρησε των άλλων κρατών εις την λήψιν αναλόγων μέτρων.
Ο Μέγας εν τούτοις Πόλεμος είναι εκείνος, που εσήμανε το τέλος της φιλελευθέρας  θεωρίας. Δεν υπήρξε Κράτος εμπόλεμον ή ουδέτερον, το οποίον να μη αναστείλη τας οικονομικάς ελευθερίας, να μη επιβάλη διατιμήσεις, να μη καθορίση  ποσοστά καταναλώσεως, να μη ιδρύση Υπουργεία Επισιτισμού, να μη ρυθμίση την τταραγωγήν και το εμπόριόν του, να μη επεκτείνη τας εργατικάς νομοθεσίας του και να χορηγήση επιδόματα...
Μεταπολεμικώς δέ και υπό την πίεσιν των αναγκών καί των πραγματικοτήτων, άπαντα τα Κράτη, μηδ' αυτής της πλέον εχομένης είς την φιλελευθέραν οικονομικήν πολιτικήν Αγγλίας εξαιρουμένης και των Ηνωμ. Πολιτειών, πειραματιζομένων εισέτι με το πρόγραμμα Ρούζβελτ, ελάμβανον πρόνοιαν ρυθμίσεως και συντονισμού της παραγωγής, ίδρυον Υπουργεία Εθνικής Οικονομίας, όπου δεν είχον ιδρυθή εισέτι, Υπουργεία Υγιεινής, Περιθάλψεως, Προνοίας, καθώριζον συντάξεις, επιδόματα, και Κοινωνικάς Ασφαλίσεις, εψήφιζον νόμους περί Εταιριών καί προστασίας νομίσματος, εκανόνιζον τα χρηματιστήρια των και την κυκλοφορίαν του νομίσματος, τας συγκοινωνίας και τας συναλλαγάς, ουδείς δε πλέον εσκέπτετο να αντικρούση τα νέα συστήματα των αυτονόμων οργανισμών, κρατικών, ημικρατικών, ελεγχομένων, και τας θεωρίας της οικονομίας διευθυνομένης, ωργανωμένης, συντονισμένης, πειθαρχημένης, ελεγχομένης, συστηματοποιημένης, ρασιοναλισμένης...
Η Ελλάς και εδώ δεν υστέρησεν ποσώς των άλλων Κρατών, μη έχουσα ισχυράς αντιδράσεις εκ μέρους της κεφαλαιοκρατικής τάξεως, πειθαρχούσης εις εκάστοτε πολιτικούς, κατ' ουσίαν δε ουδ' έχουσα καν κεφαλαιοκρατικήν τάξιν σοβαράς καί μακράς εξελίξεως. 
Aλλ' ενώ τo Κράτος επεμβαίνει πλέον και καθοδηγεί την οικονομίαν, αλλ' ενώ αντιλαμβάνεται, ότι πράγματι εγεννήθησαν νέοι όροι εργασίας, δεν αντιλαμβάνεται το ασυμβίβαστον της μορφής του παλαιού Κράτους με την νέαν κοινωνίαν , η οποία αποτελείται πλέον όχι από άτομα, αλλά από οικονομικάς δυνάμεις συγκεκροτημένας, ζητούσας δικαίως συμμετοχήν των καί εκπροσώπησιν εις την κυβέρνησιν.
Πως δύναται να υπάρχουν « πολιτικοί » αντιπροσωπεύοντες « γεωγραφικάς περιφερείας » και πως δύνανται να έχουν αντίληψιν των οικονομικών συμφερόντων των διαφόρων οικονομικών συγκροτημάτων, εις τα οποία είναι ξένοι ; Αι συνησπισμέναι οικονομικαί δυνάμεις ζητούν την άμεσον εκπροσώπησίν των. Ζητούν την χειραφέτησίν των από τας «ιθυνούσας τάξεις», αι οποίαι δεν εφάνησαν ικαναί να συμμορφωθούν με τας απαιτήσεις της συγχρόνου πραγματικότητος.
Εάν αφεθούν ελεύθεραι να δράσουν, θα δυνηθούν να σταματήσουν εις το αρμόζον σημείον ή θα φθάσουν εις το αντίθετον άκρον, —το εξ ϊσου άδικον, το εξ ίσου ελαττωματικόν— ως συνέβη εις την Ρωσσίαν ;

(Επιστροφή)

ΑΡΙΣΤΕΙΔHΣ Ε ΒΕΚΙΑΡΕΛΗΣ :TO ΣYNTEΧΝΙΑΚΟΝ ΚΡΑΤΟΣ

 












ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Α ΄

ΤΟ  ΣΥΝΤΕΧΝΙΑΚΟΝ ΚΡΑΤΟΣ ΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΝ ΔΟΓΜΑ ΚΑΙ ΩΣ ΟΙΚΟΝ. ΟΡΓΑΝΩΣΙΣ

Ι
 Το Συντεχνιακόν Οικονομικόν Σύστημα:

Αρχαί  και θεωρίαι.
Ο Ιταλικός Κορπορατισμός.

II.
Ανασκόπησις των Οικονομικών Θεωριών:

Φιλελευθέρα  Οικονομία.
Σοσιαλιστική Οικονομία.
Κορπορατισμός.

III.
Πολεμική και Μεταπολεμική Οικονομία:

Η  παγκόσμιος κρίσις,
Παρέμβασις  του Κράτους.
Διευθυνομένη Οικονομία.

IV.
Το Συντεχνιακόν Κράτος:

Η  στιγμή του. Αι επιδιώξεις του.
Διαφοραί και περιεχόμενον.

Β
Η  ΣΥΝΤΕΧΝΙΑΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΙΣ ΕΝ ΙΤΑΛIΑ

Ι
Το  Κράτος:

Ουσία .
Σύνθεσις.
Εξουσία.
Αντιπροσώπευσις.
Νομοθεσία.
Πολιτική.

II.
Η οργάνωσις των παραγωγικών δυνάμεων :

Ο Χάρτης της Εργασίας.
Η Σωματειακή οργάνωσις και  Νομοθεσία.
Ατομική  και Συλλογική πρωτοβουλία.
Ιδιοκτησία.
Συλλογικαί σχέσεις Εργασίας,
Γραφεία Εργασίας.
Απεργία και   Λοκ-άουτ.

III.
Τα όργανα λειτουργίας του Κορπορατισμού:

Συντεχνίαι
. Υπουργείον και Συμβούλια Συντεχνιών.
Συνελεύσεις  και Συνέδρια.
Επιτροπαί  διεθνών Συμβάσεων.
Το  Ύπατον Εθνικόν Συμβούλιον.
 
IV.
Δικαστήρια και δικονομία
Ρύθμισις των οικονομικών σχέσεων .
Συλλογικά  Συμβόλαια εργασίας.
Διαφοραί και Διαιτησίαι.
Κυρώσεις.
 
Γ
Ι. Μόρφωσις.. Υγιεινή. Αναψυχή:
Κέντρα εκπαιδεύσεως .
Το Dopolavoro.
ΙΙ. Οργανισμοί και Ταμεία Ασφαλίσεων:
Εισφοραί και απολαυαί.

ΑΡΙΣΤΕΙΔHΣ Ε ΒΕΚΙΑΡΕΛΗΣ :TO ΣYNTEΧΝΙΑΚΟΝ ΚΡΑΤΟΣ


I
ΤΟ ΣΥΝΤΕΧΝΙΑΚΟΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΝ ΣΥΣΤΗΜΑ
Το «Οικονομικόν Συντεχνιακόν Σύστημα» στηρίζεται επί της αρχής της συνεργασίας των οικονομικών δυνάμεων προς, επίτευξιν σκοπών γενικού ενδιαφέροντος. To «Συντεχνιακόν Σύστημα» δεν βασίζεται επί του ατόμου πλέον ως τοιούτου, αλλά επί του επαγγελματίου, μετέχοντος εις την δημοσίαν ζωήν δια της Συντεχνίας, οργάνου συλλογικού, αποσκοπούντος την επίτευξιν του ανωτάτου της παραγωγής και της ευημερίας , δια της υποταγής των ατομικών συμφερόντων εις τα ανώτερα συμφέροντα της ολότητος και του Έθνους. Είναι σύστημα οικονομίας διευθυνομένης, συντονίζον και εναρμονίζον απάσας τας οικονομικάς δυνά μεις της παραγωγής, η οποία θεωρητέα λειτουργία ουχί ατο-μικού, αλλά γενικού ενδιαφέροντος.
Η οικονομία ενσωματούται μεν δια της συντεχνιακής συγκροτήσεως, εις την πολιτικήν οργάνωσιν-, ήτις δεν μένει απαθής έναντι ταύτης, όπως εις το φιλελεύθερον σύστημα, χωρίς να υποτάσσεται εν τούτοις εις την πολιτικήν εξόυσίαν την οποίαν ν' αντικαθιστά, όπως εις το σοσιαλιστικόν σύστημα.
Το « Συντεχνιακόν Σύστημα », προσπαθεί να θεραπεύση την ανεπάρκειαν του Φιλελευθερισμού και ν' αποφύγη εξ άλλου τας ουτοπιστικάς ακρότητας των κομμουνιστών, ενσωματώνον μεν την παραγωγήν και την οικονομίαν εις την δημοσίαν ζωήν και την πολιτικήν του Κράτους, αλλά διατηρούν την βάσιν της ιδιοκτησίας και της ατομικής πρωτοβουλίας.
Υπό τοιούτους όρους αι « Φυσικαί έλευθερίαι» και οι θεσμοί, οίτινες κατά τους δύο τελευταίους αιώνας εθεωρήθησαν ακατάλυτοι και προερχόμενοι εκ της «φύσεως ταύτης των πραγμάτων » ή και « θείας προελεύσεως », υποχωρούν, χωρίς να καταργούνται, προ της αντιλήψεως ότι το «Κράτος είναι η μόνη πηγή δικαίου », και ότι τα θεωρούμενα φυσικά δικαιώματα, δεν είναι ειμή παραχωρήσεις του Κράτους, εν τω συμφέροντι της ολότητος.
Η ιδέα της διαχειρίσεως της πολιτικής εξουσίας ουχί ως αντιπροσωπείας των ατόμων, αλλά των συμφερόντων, είναι αρκετά παλαιά, δικαιολογουμένη υπό των υποστηρικτών της εκ του ότι ούτω το Κράτος αντιλαμβάνεται πληρέστερον τας ανάγκας της οικονομίας, τας οποίας και συντονίζει με τας εθνικάς τοιαύτας (1).
Εις το παρόν Σημείωμα το Συντεχνιακόν Σύστημα εκτίθεται όπως λειτουργεί εν Ιταλία, όπου το πρώτον εφαρμόζεται εν ευρεία κλίμακι(2), και όπως ερμηνεύεται και δικαιολογείται υπό του Αρχηγού και των Οικονομολόγων του από του 1922 κατέχοντος  την αρχήν Φασιστικού κόμματος (3).

* *
 Προτού προχωρήσωμεν εις την ανάπτυξιν του θέματός μας ας σημειώσωμεν τους όρους και την κατάστασιν εις την οποίαν ευρίσκετο η Ιταλία προ της εφαρμογής του συστήματος, και γενικώτερον η Ευρώπη, διότι οι κήρυκες του Κορπορατισμού θεωρούν τας αρχάς του παγκοσμίους (4).
Ας σημειωθή εν τούτοις ότι «ουδέν καινόν υπό τον ήλιον».
Η κατάργησις της πάλης των τάξεων και η αντικατάστασις της περιφήμου αυτής «πάλης», ήτις είναι το Ευαγγέλιον της σοσιαλιστικής αριστεράς, δια του Κορπορατισμού, δηλαδή δια μιας θεωρίας «Αλληλεγγύης των τάξεων» προς κοινόν ώφελος αυτών τούτων των τάξεων, της παραγωγής και του Κράτους δεν είναι ιδέα νέα, όπως και η αντίληψις, ότι υπεράνω του «Αστικού Κράτους» των μεν και του «Προλεταριακού» των δε, υφίσταται εν τη πραγματικότητι το Κράτος το Ενιαίον, όπερ είναι αυτό τούτο το έθνος, εν τη πολιτική, κοινωνική και οικονομική του ζωή (5).
Ας λεχθή επίσης, ότι πάσα παλαιοτέρα θεωρία, όσον ωχρά και αν φαίνεται σήμερον, περιέχει αληθείας, τουλάχιστον τοιαύτας θεωρηθείσας καλοπίστως κατά την εποχήν της γενέσεως της, ουδέποτε δε σύστημα εξαλείφεται εις το ακέραιον, αλλ' επιζή μεταμορφωνόμενον εις νέον σύστημα, ίσως φαινομενικώς ξένον και νέον, εν τη ουσία όμως περιέχον επιβιώσεις των παλαιοτέρων συστημάτων. Ούτε εξ άλλου εκάστη θεωρία και σύστημα δύναται να κριθή εκτός της εποχής του, της χώρας, ήτις το υιοθέτησε και των συνθηκών, αίτινες προεκαλεσαν την γένεσίν του.
 
 
Υποσημειώσεις:

 1. Η ιδέα της « επαγγελματικής αντιπροσωπείας » υποστηρίζεται από της εποχής του Saint Simon , ζητούντος όπως τα Έθνη μετατραπούν εις «παραγωγικά Σωματεία». Η Γαλλική επανάστασις του 1848, παραπαίουσα μεταξύ των αντιμαχομένων τότε ρευμάτων, ίδρυσε την «Επιτροπήν του Λουξεμβούργου», αποτελεσθείσαν εξ αντιπροσώπων εργοδοτών και εργατών κατά είδος βιομηχανίας, την οποίαν ιστορικώς αναφέρομεν και η οποία, αν και δεν παρουσίασεν αξιόλογον τινά δράσιν, επέφερεν εν τούτοις συνδιαλλαγήν των οξυτάτων τότε παθών και ανταγωνισμών συμφερόντων. Παρομοίας αντιλήψεις εξέφρασαν οι Χριστιανοί Συνδικαλισταί και άλλοι κατά καιρούς. Εν Γαλλία ομοίως υποστηρίζεται ότι η πολιτική οργάνωσις δέον απαραιτήτως ν' ανταποκρίνεται εις τας οικονομικάς καταστάσεις, ήδη δε εις πλείστας χώρας της Ευρώπης (Ρωσσία, Πορτογαλλία, Γερμανία) εφαρμόζεται κατά το μάλλον και ήττον το σύστημα της επαγγελματικής αντιπροσωπεύσεως, από διαφόρους κατευθύνσεις επηρεαζόμενον εκασταχού. Παρ' ημίν ο αείμνηστος Γούναρης εσκέφθη, χωρίς να προφθάση να παρουσιάση, το «Επαγγελματικόν Κοινοβούλιον», προ δεκαετίας δε το τότε Σύνταγμα κατέστησε την Γερουσίαν εν μέρει επαγγελματικόν Σώμα, δια της μετοχής εις αυτήν εκπροσώπων των επαγγελματικών και παραγωγικών τάξεων. Εν Ιταλία ο Μουσολίνι δηλώνει ότι «εις την διεύθυνσιν του Κράτους έχουν θεσιν μόνον οι εργαζόμενοι, οι παραγωγοί οι προσφέροντες συνεργασίαν εις το Κράτος, θεωρεί δε ανόητον πας τις μόνον και επειδή έφθασε το 21 έτος της ηλικίας του, να εχη δικαίωμα ψήφου δια την διαχείρησιν των κοινών». (*)
 2.
 3.
 4

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014

ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:Η ΣΙΔΗΡΑ ΚΑΙ ΧΡΥΣΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

 
55. Ο ΔΥΣΣΕΒΗΣ
Εγέλασε και ο ίδιος δια το συμπέρασμα του και επρόσθεσε :
— Λοιπόν είδες τον υποκριτήν άνθρωπον, που απατά τον όμοιόν του. Έλα τώρα να σου δείξω και τον ευσεβή άνθρωπον, που απατά, τον ίδιον τον θεόν του.
Με ωδήγησεν εις το εσωτερικόν ενός Μοναστηρίου, όπου είδα έναν άνθρωπον γονατισμένον και προσευχόμενον εις τον Θεόν.
Και ηρώτησα τον άνθρωπον, που ήτο και ενδυμένος κατάμαυρα :
— Τι κάμνεις αυτού κάτω, ω άνθρωπε; Εσταμάτησε την προσευχήν του και στρεφόμενος προς εμέ απήντησε :
— Προσεύχομαι εις τον Θεόν.
— Και τι επιθυμείς να επιτύχης απ' αυτόν με την προσευχήν σου;
Ο άνθρωπος με τό μαύρον ράσον με παρετήρησε περιέργως και μου απήντησεν, αφού προηγουμένως εσκέφθη μερικάς στιγμάς :
— Πως; τι επιθυμώ;... Δεν προσευχήθης ποτέ συ;... Ζητώ από τον θεόν να μου συγχωρήση την Χθες και να μεριμνήση δια την Αύριον.
Τότε ο Δαίμων μ' έκαμε να ερωτήσω :
— Και δεν ζητείς τίποτε από τον Θεόν σου δια την Σήμερον;
Ο δυσσεβής ησθάνθη την παρατήρησιν, εσκέφθη πάλιν προς στιγμήν και έσπευσε να μου απαντήση :
— Και διατί να τον βάλω σε τέτοιον κόπον; Ο Θεός μου είναι τόσον καλός! μου εσυγχώρησε πάντοτε την Χθες και εμερίμνησε δια την Αύριον. Διατί λοιπόν να τον ενοχλήσω και με την Σήμερον, δια την οποίαν εμερίμνησεν από χθες, και θα μου συγχωρήση αύριον τας αμαρτίας της;
Και ο Δυσσεβής, ικανοποιημένος από την λογικήν του, εστράφη εκ νέου και εξηκολούθησε την προσευχήν του, ενώπιον του σιωπηλού και ανεξικάκου ειδώλου του θεού.
Τότε είπε το Φάσμα :
—Βλέπεις λοιπόν καλά, ότι ο θεός δεν είνε χρήσιμος, παρά μόνον δια την Χθες και την Αύριον με την Σήμερον δεν έχει καμμίαν σχέσιν και ημπορεί όποιος θέλει να οργιάζη. Αυτό λέγεται δια τους ανθρώπους θρησκευτική αντίληψις περί του Θεού.
»Η ιδέα που έχουν δι' αυτόν είνε τόσον ελαστική και τόσον
αντίθετα προς την Ηθικήν διαμορφωμένη, ώστε, δια μεν τον Ασεβή, ο θεός είναι πλαίσιον χωρίς εικόνα, δια δε τον Δυσσεβή, είναι εικών χωρίς πλαίσιον, της οποίας το άνω μέρος αρχίζει από το άπειρον της αγαθότητος του Θεού, και το κάτω μέρος βυθίζεται εις το άπειρον της κακίας του ανθρώπου.