Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

Ν.Π. ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ: Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΜΟΝΑΡΧΙΣΜΟΣ

Απολυταρχική κατάστασις ,ούσα άρνησις των αρχών επί των οποίων στηρίζεται το Ελληνικόν πολίτευμα, έφερε το τελεσίγραφον του Ζωννάρ, Ανωτάτου Επιτρόπου των Προστάτιδων Δυνάμεων της Ελλάδος.
«Αι Προστάτιδες Δυνάμεις της Ελλάδος —- έγραφεν ο Ζωννάρ προς τον 'Έλληνα Πρωθυπουργόν — απεφάσισαν να αποκαταστήσωσι την ενότητα του Βασιλείου, χωρίς να θίξωσι τους συνταγματικούς μοναρχικούς θεσμούς ους ηγγυήθησαν τη Ελλάδι. Της Α. Μ. του Βασιλέως Κωνσταντίνου, παραβίασαντος πασιφανώς εξ ίδιας πρωτοβουλίας, το Σύνταγμα του οποίου η Γαλλία, η Μεγάλη Βρεταννία και η Ρωσία, είναι εγγυήτριαι, έχω την τιμήν να δη­λώσω εις την Υ. Έξοχότητα, ότι ο Βασιλεύς απώλεσε την εμπιστοσύνην των Προστάτιδων Δυνάμεων και ότι αύται θεωρούσιν εαυτάς λελυμένας απέναντι αυτού των υποχρεώσεων, των απορρεουσών εκ των εαυτών δικαιωμάτων προ­στασίας.
Έχω επομένως ως αποστολήν, όπως επανοθρωθή η Συνταγματική αλή­θεια ν' απαιτήσω την παραίτησιν της Α. Μ. του Βασιλέως Κωνσταντίνου, όστις θα υπόδειξη ο ίδιος, εκ συμφώνου μετά των Προστάτιδων Δυνάμεων μεταξύ των κληρονόμων του, τον Διάδοχον Αυτού».
Και το μοναρχικόν κόμμα εθρήνησε την πτώσιν του Αρχηγού του.
Ο βουλευτής Κερκύρας Σοκόλης έγραφε:
"Το ίνδαλμα του λαού. Εκείνος άνευ του οποίου σήμερον η Ελλάς είναι τι ακατανόητον, φεύγει».
Άλλος βουλευτής, ο Ιωάννης Δραγούμης έγραφε:
Και κανείς Έλλην δεν πρέπει ν' απομείνη που να μη εννοή ότι από την στιγμήν ταύτην έχει ν' αναλάβη η Ελλάς δεινόν και μακρόν ίσως αγώ­να, προς επαναφοράν του Μεγάλου Βασιλέως της. και προς αποκατάστασιν των πολιτικών της ελευθεριών, της κυριαρχίας και ανεξαρτησίας του Κρά­τους, χωρίς τούτο να σημαίνη ποσώς και εχθρότητα προς τας τρεις Δυνάμεις. Όπως το όνομα του Βενιζέλου συνεδέθη αρρήκτως πλέον με την έννοιαν της εξυπηρετήσεως ξένων συμφερόντων και της μισθοφορίας, ούτοι και το όνομα του Βασιλέως Κωνσταντίνου είναι αρρήκτως συνδεδεμένον με την έννοιαν της ανεξαρτησίας της Ελλάδος».
Εις την «ΠΟΛΙΤΙΚΗΝ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΙΝ» δημοσιεύονται συν τοις άλ­λοις και τα εξής:
«΄Οσον αφορά την στέρησιν του Βασιλέως μας, νομίζομεν ότι ερμηνεύομεν το συναίσθημα πάσης γνησίας Ελληνικής ψυχής, παραδεχόμενοι την εκ του μέσου ημών βιαίαν απομάκρυνσίν του ως εν όνειρον, το οποίον όσον και αν διαρκέση, πάντως μέλλει να παρέλθη και να μας επαναφέρη εις την μόνην δυνατήν πραγματικότητα, την αληθινήν Εθνικήν ζωήν. την οποίαν δεν δυνάμεθα να φαντασθώμεν άλλως πως, υπαρκτήν παρά με την ελπιζομένην, προσδοκωμένην, αλλά και επιδιωκτέαν δι' όλων των δυνάμεων ταχείαν και θριαμβευτικήν επάνοδον του λατρευτού Ηγεμόνος, όστις συνεκέντρωσε μοιραίως έν τω Προσώπω Του, όχι μόνον τα Εθνικά ιδεώδη και τας πολιτικο-θρησκευτικάς παραδόσεις του Ελληνισμού, αλλά και δια της τελευταίας ιδία εξελίξεως του Δημοσίου ημών βίου, αυτήν την αυθυπαρξίαν και ανεξαρτησίαν του Ελληνικού Κράτους».
Τό «ΝΕΟΝ ΑΣΤΥ έγραφε:
«Τίποτε δεν είναι ικανόν να χωρίση την Ελλάδα από τον ειμαρμένον Βασιλέα της, μετά του προσώπου του οποίου συνδέονται αδιάρρηκτοι και ιεραί αι παραδόσεις του Έθνους μας».
Eλησμόνει  όμως ότι εκείνα, τα οποία εξηκολούθει να βλέπη ως αδιαρρήκτως συνδεδεμένα, είχον χωρισθή από της 21ης Φεβρουαρίου του 1915,  αφ' ης ημέρας δηλαδή ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος απεμακρύνθη από το Πο­λίτευμα, το οποίον είχεν εγκαθιδρύσει η θέλησις του Ελληνικού  λαού.

Ο ανελθών εις τον θρόνον ως Συνταγματικός Βασιλεύς, επέπρωτο να κατέλθη απ αυτού ως απόλυτος Μονάρχης.
Ζητήσας να εκτοπίση την ιδέαν της Πατρίδος, και να υποκαταστήση  αυτήν δια του προσώπου του, δεν είχε την ευτυχίαν να εφελκύση προς αυτόν την πίστιν. την προερχομένην από ιδεολογικά ελατήρια, την πίστην, την δυναμένην να επιβληθή και να κατορθώση έργα μεγάλα.
Αφ' ότου οι  Βασιλείς εγένοντο και αυτοί υπάλληλοι κατ' ουσίαν του Κράτους, άφ' ότου η Πατρίς έπαυσε να είναι κτήμα του Βασιλέως, αλλά ο Βασιλεύς έγινε κτήμα της Πατρίδος, η Πατρίς συγκεντρώνει την αφοσίωσιν του λαού και ο Βασιλεύς την αφοσίωσιν των εχόντων συμφέροντα να τον  υ­πηρετούν.
Τοιούτου είδους αφοσίωσιν συχνά συναντούν οι Συνταγματικοί Βασιλείς. Και εις τα κοινοβουλευτικώτερα των Κρατών, συχνά, εμφανίζονται άνθρω­ποι, θέλοντες να εκμεταλλευθωσι, ή και εκμεταλλευόμενοι το Στέμμα.
Εις την φρόνησιν των Βασιλέων εναπόκειται να αποφεύγωσι τούτο, ινα μη καθίστανται θύματα των αφοσιωμένων των.
Συμφέρον πολιτικόν ωδήγει προς τον Κωνσταντίνον τους πολιτευόμε­νους, συμφέρον αυτοσυντηρήσεως ώπλιζεν υπέρ αυτού τους επιστράτους, συμφέρον χρηματικόν ενέπνεε τους προς τον Άνακτά διθυράμβους των περισσοτέρων δημοσιογράφων.
Και ο Κωνσταντίνος, εθεώρησεν ως βάθρον του θρόνου του στερεόν, την ικανοποίησιν των ατομικών συμφερόντων. Και ενώ η ικανοποίησις αυτή α­φειδώς παρείχετο, οι κίνδυνοι και αι στερήσεις τας οποίας παρείχεν η επαναστατήσασα Πατρίς, συνεκέντρουν τους ιδεολόγους, τους έχοντας ως Αρχηγόν όχι ισόβιον Βασιλέα αλλά  εφήμερον πολιτευόμενον. Υπέρ της Πατρίδος οι μεν, υπέρ του Βασιλέως οι άλλοι. Ο στρατός ο Εθνικός, έχυνε το αίμα του, αγωνιζόμενος κατά των εχθρών του Έθνους. Ο στρατός ο βασιλικός, περιωρίζετο, εις το να φρουρή τον Βασιλέα του. Τα δε επιδόματα, τα διδόμενα εις τούς έφεδρους υπό των επιστρατικών συλλόγων, συνεπλήρωναν την εικόνα της Μοναρχίας, με την παράταξιν του μισθοφορικού στρατού.
Οι τελευταίοι μήνες της Βασιλείας του Κωνσταντίνου, έχουν κάποιαν σχετικήν ομοιότητα, με τα τέλη Λουδοβίκου του 16ου.
Την 30ήν Ιουλίου 1792, η επανάστασις εβάδιζε εναντίον του Κεραμεικού. Και ενώ οι Γάλλοι Εθνοφύλακες, οι φρουρούντες τον Βασιλέα, έσπευδον να προσχωρήσωσι προς αυτήν, υπήκουον δηλαδή εις την φωνήν της εξεγερθείσης Γαλλίας, οι Ελβετοί μισθοφόροι έμειναν πιστοί εις τον Λουδοβίκον και έπεσαν υπέρ αυτού.
Όσον η επανάστασις επλησίαζεν προς τα "Ανάκτορα, τόσον περισσότερον διέκρινον οι Εθνοφύλακες εκείνοι, την γνώριμον της Γαλλίας μορφήν. Αλλά διά τούς Ελβετούς μισθοφόρους, η Γαλλία ήτο κάτι ξένον. Αυτοί δεν γνωρίζον άλλο τι, παρά τον Λουδοβίκον. Από αυτόν ελάμβανον τα αξιώμα­τα των οι βαθμοφόροι, από αυτόν ετροφοδατούντο οι στρατιώται.
Και έπεσαν όλοι δια τον Βασιλέα, ενώ ο Βασιλεύς τους είχεν εγκατα­λείψει.
Κάτι παρόμοιον συνέβη και εις την Ελλάδα, με τους πολιτικούς και στρατιωτικούς μισθοφόρους του Βασιλέως Κωνσταντίνου.
Με μόνην την διαφοράν ότι ήσαν Έλληνες εκείνοι, εις τους οποίους εφάνη ως άγνωστος η Ελλάς και έπεσαν ηθικώς υπέρ του Βασιλέως.
Ο Καρλάϋλ ετόνισεν ύμνους προς την ανδρείαν των Ελβετών μισθοφό­ρων του 1792.
Αλλ' εάν εγνώριζε τούς Έλληνας πολιτικούς και στρατιωτικούς μισθο­φόρους του 1917 δεν θα εχορήγει προς αυτούς παρά μίαν φράσιν, από τον ύμνον του εκείνον:
«Είσθε πωλημένοι μόνον εις αυτόν, αντί ολίγων κερματίων καθ' εκάστην, αλλ' ηθελήσατε να εργασθήτε χάριν του μισθού υμών».
Και ενώ ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος επροχώρει προς την οδόν της εξορίας, υφιστάμενος τας συνεπείας της τρομεράς ευθύνης του διχασμού, η ένωσις των δύο κρατών επήρχετο ακαριαίως και ο νέος Βασιλεύς των Ελ­λήνων έδιδε τον Συνταγματικόν Του όρκον ενώπιον της Βουλής.
Ωρκίζετο ότι θα τηρήση το Σύνταγμα, ενώπιον της Βουλής, η διάλυσις της οποίας ήτο παράβασις του Συντάγματος εκ μέρους εκείνου, όστις ηκολούθει την τύχην του διαλύσαντος την Βουλήν, κατά το 1859.
Ωρκίζετο εν τη αιθούση, όπου διατηρείται ζωηρά η ανάμνησις της με­γάλης μορφής του Κωνσταντίνου Λομβάρδου, του οποίου κάποτε η συγκλονίζουσα φωνή υπερυψώθη λέγουσα:
Η θέσις ενός κομματάρχου έχει θέλγητρα. Η θέσις Βασιλέως κομματάρχου έχει θέλγητρα περισσότερα. Αλλά μη λησμονήσης Βασιλεύ, ότι ο  κομματάρχης δύναται πίπτων να εγερθή εκ νέου και εν τη πτώσει του ν' αναλάβη νέας δυνάμεις. Βασιλεύς όμως Κομματάρχης, δεν πίπτει ειμή διά να μη ανεγερθή πλέον. Βασιλεύς Κομματάρχης εν Ελλάδι, δεν δύναται επί πο­λύ ορθός να σταθή».
Ο δε Βασιλεύς, τον όποιον κατά την γέννησίν του εχαιρέτισεν η Ελ­λάς, διά στόματος του Τιμολέοντος Φιλήμονος, ως «οστούν εκ των οστέων της», έφθασεν εις τον τόπον της εξορίας του διά να ζήση εκεί  ως εχθρός του λαού, όστις τον ηθέλησε Διάδοχον του  τελευταίου Παλαιολόγου..........

                                                                                                                   (Ν. Π. Άποστολόπουλος)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου