Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου 2010

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΣΤΙΣ ΠΑΡΥΦΕΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑΣ Β



60. Ο μαρτυρικός θάνατος του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού..

AG.KOSMASΟ αποστολικός ούτος διδάσκαλος ποτέ δεν άνοιξε το στόμα να ειπή λόγον εναντίον των Εβραίων, ούτε εις την Θεσσαλονίκην ούτε εις την Καστορίαν, ούτε εις τα Ιωάννινα, ούτε εις κανένα άλλο μέρος οπού ήσαν Εβραίοι, αλλά μόνον τους χριστιανούς εδίδασκε να πολιτεύωνται ωσάν χριστιανοί, και να φυλάττουν αλήθειαν και εμπιστοσύνην προς τους εξουσιαστάς, όπου τους έδωκεν ο Θεός καθώς οι ίδιοι Αλβανίται πηγαίνοντας εκεί οπού εδίδασκεν εις τας έξω πεδιάδας τα ήκουον από το στόμα του, και ως άνθρωπον Θεού τον εκήρυττον, εις τόσον οπού και ο Κούρτ Πασάς, ακούοντας την καλήν του φήμην, επρόσταξε και ήλθεν έμπροσθέν του, και τόσον καλά του άρεσεν η ομιλία του, ώστε και το θρονί εκείνο, οπού προείπαμεν, του εκατασκεύασε, και με κατηφέ το ένδυσε δια να αναβαίνει εις αυτό, και να διδάσκει από υψηλά τους λαούς. Αλλά το παμπόνηρον και μιαρώτατον τούτο γένος των μισοχρίστων Εβραίων καθώς εις τους περασμένους αιώνας έδειξε πάντοτε άκραν κακίαν εναντίον των χριστιανών ούτω και τώρα, μη υποφέροντας να κηρύττεται η πίστις και το Ευαγγέλιον του Ιησού Χριστού, οι Εβραίοι όπου κατοικούν εις τα Ιωάννινα, επήγαν οι θεοήλατοι και είπαν εις τον Πασάν του τόπου, πως ο ιερός ούτος Κοσμάς ήτον απεσταλμένος από τους Μοσχόβους δια να ξεπλανά τον Βασιλικόν Ραγιάν να πηγαίνουν εις την Μοσχοβίαν. Αλλά τούτον μεν η θεία Πρόνοια τότε τον διεφύλαξεν από την θανατηφόρον ταύτην επιβουλήν, επροξενήθη όμως αρκετή ζημία χρημάτων εις το κοινόν των χριστιανών. Εντεύθεν λοιπόν ο ιερός Κοσμάς άρχισε να στηλιτεύη την πονηρίαν και το αδιάλλακτον μίσος όπου έχουν κατά των χριστιανών οι Εβραίοι και επειδή φανερά απεδείχθη, πως ήτον πλάσμα και σαφής συκοφαντία εκείνη η κατηγορία οπού έκαμαν εις τον Πασάν, πάλιν επήγεν εις τα Ιωάννινα, και πρώτον μεν εκατάπεισε τους χριστιανούς να μεταβάλουν το κοινόν παζάρι από την Κυριακήν εις το Σάββατον το οποίον τους επροξένησε μεγίστην φθοράν. Δεύτερον τους εκήρυξε δια φανερούς εχθρούς, και ότι είναι έτοιμοι κάθε καιρόν να κάμουν κάθε κακόν εις τους χριστιανούς. Τρίτον θέλοντας να βγάλει από τας κεφαλάς των χριστιανών τας μακράς φούντας και τα τοιαύτα, τα οποία όλα ηγόραζον από τους Εβραίους τους εδίδασκε πως είναι ακάθαρτα, ότι επί ταυτού δια τους χριστιανούς οι θεοκτόνοι τα μολύνουσι, και να μη τα αγοράζωσιν ολότελα και λοιπόν μην υποφέροντας πλέον να βλέπουν και να ακούουν τον Άγιον ελέγχοντα αυτούς, επήγαν εις τον Κούρτ Πασάν, και του έδωκαν πουγγία πολλά δια να τον βγάλει από την ζωήν. Όστις και συμβουλευθείς με τον Χότζαν του, απεφάσισε δια μέσου αυτού να τον θανατώσει, το οποίον και έγινε με τοιούτον τρόπον. Συνήθειαν είχεν ο Άγιος, όπου και αν επήγαινε δια να διδάξει, να παίρνει πρώτον την άδειαν από τον Αρχιερέα του τόπου ή από τους επιτρόπους του ομοίως να στέλλη ανθρώπους χριστιανούς να παίρνουν την αυτήν άδειαν και από τους εξωτερικούς εξουσιαστάς, και ούτως εκήρυττεν ανεμποδίστως. Πηγαίνοντας λοιπόν εις ένα χωρίον της Αλβανιτίας, λεγόμενον Κολικόντασι, έλαβε την άδειαν παρά του Αρχιερέως του τόπου. Ερευνώντας δε και τους εξωτερικούς εξουσιαστάς και μανθάνοντας ότι ο Κούρτ Πασάς ώριζε τους τόπους εκείνους, όστις εκάθητο εις μίαν πόλιν Μπεράτι ονομαζομένην, μακράν 12 ώρας, μανθάνοντας δε και ότι ο Χότζας του Πασά εκάθητο εκεί κοντά, έστειλεν άνθρωπον και επήρε την άδειαν και εδίδαξε. Πλην δεν ευχαριστήθη αλλ’ εζήτει να υπάγει και μόνος του εις τον Χότζαν δια το ασφαλέστερον. Οι χριστιανοί τον εμπόδιζον προς ώραν λέγοντές του, ότι ποτέ δεν έκαμε τοιούτον πράγμα να υπάγει αυτοπροσώπως εις τους εξουσιαστάς να ζητήσει άδειαν. Όμως δεν ηδυνήθησαν εις όλον το ύστερον να τον εμποδίσουν. Όθεν λέγοντάς τους ο Άγιος να μη εξετάζουν περισσότερον, παίρνει μαζί του τέσσαρας καλογήρους και ένα παπάν δια δραγουμάνον, και πηγαίνει εις τον Χότζαν. Ο Χότζας καμώνεται και του λέγει πως έχει γράμματα από τον Κούρτ Πασάν, όστις τον διορίζει δια να τον στείλη εις αυτόν δια να συνομιλήσουν. Όθεν επρόσταξε τους ανθρώπους του να φυλάγουν τον Άγιον έως να τον στείλη εις τον Πασάν και να μη τον αφήσουν να έβγη από την αυλήν του. Τότε εκατάλαβεν ο ευλογημένος Διδάσκαλος, πως έχουν να τον θανατώσουν. Όθεν εδόξασε και ευχαρίστησε τον Δεσπότην Χριστόν, οπού τον ηξίωσε να τελειώσει τον δρόμον του αποστολικού κηρύγματος με μαρτύριον. Έπειτα στραφείς προς τους καλογήρους οπού τον συνώδευαν, τους λέγει εκείνο το ψαλμικόν, «Διήλθομεν δια πυρός και ύδατος, και εξήγαγες ημάς εις αναψυχήν» και όλην εκείνην την νύκτα εδοξολόγει με Ψαλμούς τον Κύριον, χωρίς να δείξει ολότελα κανένα σημείον λύπης δια την στέρησιν της ζωής του, αλλά μάλιστα φαινόμενος χαριέστατος εις το πρόσωπον, ωσάν να επήγαινεν εις χαρές και ξεφαντώματα. Αφού δε εξημέρωσε, τον επήραν επτά δήμιοι Τούρκοι και τον έβαλαν επάνω εις ένα άλογον, καμωνόμενοι τάχα, πως έχουν να τον υπάγουν εις τον Κούρτ Πασάν. Αλλ’ όταν εμάκρυναν έως δύο ωρών διάστημα, τον έφεραν εκεί οπού έτρεχεν ένας μεγάλος ποταμός, και ούτω ξεπεζεύοντάς τον, του εφανέρωσαν την προσταγήν οπού είχαν από τον Κούρτ Πασάν δια να τον θανατώσουν. Ο Άγιος εδέχθη μετά χαράς την τοιαύτην κατ’ αυτού απόφασιν και κλίνας τα γόνατα, προσευχήθη εις τον Θεόν ευχαριστών και δοξάζων αυτόν, ότι δια την αγάπην του θυσιάζει την ζωήν του, καθώς επεθύμει πάντοτε η ψυχή του. Έπειτα σηκωθείς ηυλόγησε σταυροειδώς τα τέσσαρα μέρη του κόσμου και ηυχήθη πάντας τους χριστιανούς, οπού φυλάττουσι τας παραγγελίας του. Οι δε δήμιοι τον εκάθησαν κοντά εις ένα δένδρον και ηθέλησαν δια να δέσουν τα χέρια του. Αλλ’ ο Άγιος δεν τους άφησε λέγοντάς τους, ότι δεν αντιστέκεται, αλλά κρατεί σταυρωμένα τα χέρια του ωσάν να του τα είχαν δέσει. Έπειτα ακούμβησε την ιεράν του κεφαλήν εις το δένδρον, και ούτω τον έδεσαν οι βάρβαροι από τον λαιμόν με ένα σχοινίον και ευθύς μόνον όπου τον έσφιξαν επέταξε το θείον πνεύμα του εις τα Ουράνια, και ούτως ηξιώθη ο τρισμακάριστος Κοσμάς, ο κοινωφελέστατος εκείνος άνθρωπος, και του κόσμου κόσμος ο ευκοσμότατος, να λάβει διπλούς τους στεφάνους παρά Κυρίου, και ως ισαπόστολος και ως ιερομάρτυς, όντας εις ηλικίαν εξήντα πέντε χρόνων. Το δε τίμιον αυτού λείψανον γυμνώσαντες οι δήμιοι το έσυραν και το έρριψαν εις τον ποταμόν με μίαν μεγάλην πέτραν εις τον λαιμόν. Οι δε χριστιανοί μαθόντες τούτο, έτρεξαν παρευθύς δια να το βγάλουν, και ερευνήσαντες με δίκτυα και με άλλους τρόπους δεν ηδυνήθησαν να το εύρουν. Μετά τρεις ημέρας ένας ιερεύς ευλαβής παπά – Μάρκος ονομαζόμενος, εφημέριος της εκκλησίας της Υπεραγίας Θεοτόκου των Εισοδίων του χωρίου Κολικόντασι, κειμένου πλησίον του ποταμού ούτος λέγω εμβαίνοντας εις ένα μονόξυλον και κάμνοντας τον σταυρόν του, επήγε δια να ερευνήσει, και παρευθύς ω του θαύματος!Βλέπει το άγιον λείψανον, οπού έπλεεν επάνω εις το νερόν και εστέκετο όρθιον ωσάν να ήτο ζωντανόν. Όθεν τρέχει εν τω άμα και το αγκαλιάζει και το βγάζει από το νερόν και καθώς το εσήκωσεν, έτρεξεν αίμα πολύ από το μελίρρυτον στόμα του Αγίου μέσα εις τον ποταμόν και ενδύσας αυτό με το ράσον του το έφερεν εις την άνω εκκλησίαν της Θεοτόκου, και το ενταφίασεν εντίμως εν τω νάρθηκι της αυτής εκκλησίας των Εισοδίων εν τω χωρίω Κολικόντασι αρχιερατεύοντος εν Βελεγράδοις Ιωάσαφ, ος και αυτός ην παρών εις τον ενταφιασμόν του Αγίου.

59. H σφαίρα.


Ήτο σφάλμα, σφάλμα ασυγχώρητον του παλαίοντος τώρα με τον θάνατον Κυβερνήτου της κατεστραμμένης «Πανόρ­μου»[1] , το ότι το πλοίον με τας τορπίλλας του και τα πυροβόλα του και τα πυρομα­χικά του προσέκρουσεν εδώ πλησίον, εις γνωστήν παραλίαν, και κατεστράφη. Η ανάκρισις και οι ναυτικοί θα καθορίσουν το ποσόν των ευθυνών αι οποίαι βαρύνουν τον κυβερνήτην, και τα λογιστήρια θα κανονίσουν το ποσόν της ζημίας. Η «Πά­νορμος», λέγουν, εστοίχισε με τας τορπίλλας της και τα πυροβόλα της δεκαπέν­τε εκατομμύρια. Ιδού λοιπόν από την μίαν σελίδα των κατάστιχων του Κρά­τους μία ζημία απρόβλεπτος δεκαπέντε ολοκλήρων εκατομμυρίων. Και από την άλλην;... Αλλά ποίαν άλλην —μη έχη και όφελος η καταστροφή; Από την άλ­λην, πολύ καθ' ημάς βαρυτιμοτέρα από τα δεκαπέντε εκατομμύρια, μία σφαίρα.
Ο κυβερνήτης της «Πανόρμου», όταν εί­δε το πλοίον του βυθιζόμενον, ηυτοκτόνησε. Και όταν, αναίσθητος πλέον μετεφέρετο εις τον Πειραιά, κατώρθωσεν εις μίαν στιγμήν να ψελλίση:
—Αν το καράβι μας πνίγηκε, πρέπει εγώ να πεθάνω.
«Πρέπει εγώ να πεθάνω». Ακούτε, Κύριοι;... Ο άνθρωπος δεν ήτο, δεν εί­ναι, ούτε ναύαρχος ούτε στρατηγός. Δεν παρέλαβε κανένα στόλον και δεν διώκησε κανένα στρατόν. Δεν υπήρξε ναυμάχος, δεν υπήρξε αρχηγός στρατιάς, δεν έχασε τον στρατόν του, δεν παρέδωσε τας σημαίας του, δεν έφυγε, δεν ηχμαλωτίσθη, δεν ητιμάσθη. Νέος, είκοσι οκτώ μόλις ετών, με την σκέψιν τις οίδε που ταξιδεύουσαν την ώραν όπου το πλοίον του προσέκρουεν εις τους βράχους, έγινεν υπαίτιος συμφοράς, της οποίας πρώ­τος ησθάνθη το βάρος. Να ζήση;... Αλ­λά πως να ζήση, αφού το Κράτος τον εξεπαίδευσε, τον έκαμε ναυτικόν, του παρέδωσε ενα πλοίον, τον ωνόμασε Κυ­βερνήτην και αυτός, ως Κυβερνήτης, το έπνιξε; Και εις μίαν στιγμήν κατά την οποίαν εθόλωνε η φιλοτιμία τον νουν, ο κυβερνήτης της «Πανόρμου» εξήγαγε το περίστροφόν του και ηύτοκτόνησε...

(Το περιστατικό συνέβη στις 12/3/28. Ο Κυβερνήτης του σκάφους πλωτάρχης Τάκης Δούκας , αυτοπυροβολήθηκε την ώρα που κατέβαινε από το σκάφος τελευταίος μαζί με τον ύπαρχο.)


58. Οι μικρόψυχοι πλαστογράφοι της ιστορίας .
To 1932 εδημοσιεύθη το πρώτον μέρος της Επισήμου Εκθέσεως των Βαλκανικών πολέμων 1912—1913, ήτοι ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος. Η Έκθεσις είδε το φως είκοσιν όλα έτη από του πολέμου εκείνου. Εν τούτοις καταφανής υπήρξεν η προσπάθεια των συνταξάντων αυτήν να μειώσωσι το γόητρον και το έργον του τότε Αρχιστρατήγου Βασιλέως Κωνσταντίνου, όστις και δεν συγκατελέγετο πλέον μεταξύ των ζώντων. Εναντίον της Εκθέσεως εκείνης διετυπώθησαν κατά καιρούς τόσον πολλαί διαμαρτυρίαι δια τα ανακριβή γεγονότα τα οποία περιείχε και ιδίως δια τα αφορώντα την κατάληψιν της Θεσσαλονίκης και τας σχετικώς διαμειφθείσας μεταξύ Αρχιστρατήγου και Πρωθυπουργού εκατέρωθεν απόψεις, ώστε απεφασίσθη η αναθεώρησις αυτής. Η επεξεργασία της αναθεωρήσεως ανετέθη εις ανώτατον αξιωματικόν εγνωσμένης εντιμότητος και ικανότητος, τον Αντιστράτηγον Κωνσταντίνον Πάλλην, υπηρετήσαντα κατά τους Βαλκανικούς πολέμους εις το Γραφείον Επιχειρήσεων του τότε Γενικού Στρατηγείου και κάτοχον αντιγράφων των κυριωτέρων διαταγών και αναφορών του τότε Αρχιστρατήγου. Και όταν ο Αντιστράτηγος Πάλλης, βοηθούμενος υπό αξιωματικών του Γραφείου Πολεμικής Εκθέσεως του Γενικού Επιτελείου Στράτου, ήρξατο της αναθεωρήσεως, εκ της προόδου των εργασιών κατεφάνη ότι έγγραφα είχον εξαφανισθή, άλλα είχον παραποιηθή, ημερομηνίαι τηλεγραφημάτων είχον πλαστογραφηθή. Κατόπιν των ανωτέρω αποκαλύψεων, το Υπουργείον των Στρατιωτικών διέταξε την ενέργειαν ανακρίσεως, και το πόρι-σμα ταύτης, το οποίον ευρίσκεται κατατεθειμένον εις το Αρχείον του Γραφείου Πολεμικής Εκθέσεως του Γενικού Επιτελείου Στρατού , απέδειξε την πλήρη ακρίβειαν όλων των ανωτέρω εσκεμμένως διαπραχθέντων κατά την σύνταξιν της ανωτέρω Εκθέσεως της δημοσιευθείσης το 1932.

57. Σχηματισμός Κυβερνήσεως Γ. Τσολάκογλου.



Την 20 Απριλίου 1941 συνωμολογήθη εις την Ήπειρον η ανακωχή.Την 27 Απριλίου τα γερμανικά στρατεύματα κατελάμβαναν τας Αθήνας και εσυνέχιζον τας προς Πελοπόννησον επιχειρήσεις αυτών κατά των Άγγλων.

Την 29ην Απριλίου εκλήθην όπως συναντήσω τον αείμνηστον στρατηγόν Γεώργιον Τσολάκογλου εις την Γερμανικήν Πρεσβείαν, όπου μετ' άλλων μελών της έπειτα υπ' αυτόν σχηματισθείσης Κυβερνήσεως συνεζήτει τα του καταρτισμού ταύτης.
Ο στρατηγός μου επρότεινε όπως αναλάβω το Υπουργείον της Προνοίας, λόγω της ειδικότητος μου, του κύρους μου, και των τιμητικών τίτλων, δια των οποίων με είχε περιβάλει από μακρού η Γερμανική Επιστήμη. Παρ' όλην την επείγουσαν ανάγκην των τραγικών εκείνων στιγμών, ομολογώ ότι εδίστασα πολύ να αναλάβω το βάρος τούτο, το οποίον επέβαλλε πλην πολλών άλλων και την αντιμετώπισιν τεραστίων προβλημάτων, αποτόκων του πολέμου και της υποδουλώσεως·
Άλλως τε εις τον κύκλον των φιλοδοξιών μου ουδέποτε είχον περιληφθή τα πολιτικά αξιώματα, τα οποία δυσκόλως συμβιβάζονται προς την συγκέντρωσιν και την ηρεμίαν της επιστημονικής ερεύνης και δράσεως .
Δια τούτο απέρριψα πάντοτε επανειλημμένας προτάσεις και των αειμνήστων I. Μεταξά (1927) και Π. Τσαλδάρη (1933) όπως αναμιχθώ εις την πολιτικήν, όπως απέκρουσα επίσης και την τιμητικήν πρότασιν του τελευταίου κατά το αυτό έτος ως υποψηφίου Δημάρχου Αθηναίων.
Ήτο όμως κατά τας ανιστορήτους εκείνας τραγικάς στιγμάς επιτακτική ανάγκη να σωθή από την καταστροφήν ό,τι ήτο δυνατόν να περισωθή και να ανακουφισθή ο Ελληνικός Λαός από το βάρος της επερχόμενης αφόρητου δουλείας και δυστυχίας.
Δια τούτο εδέχθην εν τέλει την πρότασιν του στρατηγού Τσολάκογλου, αν και είχον πλήρη συναίσθησιν των πολλαπλών ευθυνών, ας ανελάμβανον και των θυσιών, εις τας οποίας θα υπέβαλλον εμαυτόν δια της αποδοχής μου ταύτης. Το έθνος όμως είχεν ανάγκην των υπηρεσιών των τέκνων του. Έπρεπε να ευρεθούν άνθρωποι, οι οποίοι να θυσιάσουν συνειδητά τον εαυτόν των υπέρ αυτού κατα την δεινοτέραν περίοδον της μακραίωνος ιστορίας του.
Την 30 Απριλίου ωρκίσθη η πρώτη κατοχική Κυβέρνησις υπό τον στρατηγόν Τσολάκογλου, και ανελάμβανε το βαρύ και επίμοχθον χάριν της Πατρίδος έργον της.





56. O Μεταξάς ανατρέπει την εκλογή Δαμασκηνού στον Αρχιεπισκοπικό Θρόνο.

Στις 22 Οκτωβρίου 1938 πέθανε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος και τον χηρεύοντα θρόνο διεκδικούσαν δύο υποψήφιοι: ο Τραπεζούντος Χρύσανθος Φιλιππίδης και ο Κορινθίας Δαμασκηνός. Ο Χρύσανθος ήταν άνθρωπος με ευρύτατη μόρφωση και πλούσιο συγγραφικό έργο, που παρέμενε επί πολλά χρόνια στην Αθήνα ως αποκρισάριος του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Πολιτικά ήταν φανατικός αντιβενιζελικός καί ήταν προσανατολισμένος στη γνώμη ότι η Ελλάδα έπρεπε να εγκαταλείψει τη Μεγάλη Ιδέα και να συμβιώσει με τους Τούρκους για να αποτραπεί ο σλαβικός κίνδυνος.
Η εκλογή έχει προσδιορισθεί για τις 5 Νοεμβρίου 1938. Οι πληροφορίες δείχνουν ότι οι δύο υποψήφιοι διαθέτουν ισοδύναμη υποστήριξη, ενώ για ελάχιστους ιεράρχες δεν έχει γίνει γνωστό ποιόν θα ψηφίσουν. Είναι οι ψήφοι που θα κρίνουν την εκλογή. Ένας από τους γνωστούς υποστηρικτές του Δαμασκηνού είναι και ο Μητροπολίτης Δρυινουπόλεως και Κονίτσης Ιωάννης, ο οποίος έχει καταδικασθεί από πρωτοβάθμιο συνοδικό δικαστήριο, αλλά εκκρεμεί έφεσή του.
Παρασκηνιακά ο πρωθυπουργός Μεταξάς και μερικοί από τους υπουργούς του έχουν ταχθεί υπέρ του Χρύσανθου, ενώ άλλοι - εξ ίσου αθόρυβα και παρασκηνιακά - υπέρ του Δαμασκηνού. Ο Μεταξάς καθοδηγεί τον υπουργό Παιδείας Κων. Γεωργακόπουλο, ο οποίος όμως ως φίλος του Δαμασκηνού είναι υπέρ της εκλογής του, να ενεργήσει για να μη ψηφίσει ο Μητρ. Δρυινουπόλεως ως καταδικασθείς. Το ερώτημα τίθεται στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, το οποίο όμως αποφαίνεται ότι εφ' όσον εκκρεμεί έφεση δεν πρέπει να αποκλεισθεί από την ψηφοφορία, διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος να ακυρωθεί η εκλογή. Ο Γεωργακόπουλος ενημερώνεται για την απόφαση του Νομικού Συμβουλίου, αλλά την κρατάει μυστική από τον Μεταξά. Ο Δρυινουπόλεως προσέρχεται στην ψηφοφορία και ψηφίζει.
Το αποτέλεσμα είναι 31 ψήφοι υπέρ του Δαμασκηνού και 30 υπέρ του Χρύσανθου, οπότε εκλέγεται Αρχιεπίσκοπος ο Δαμασκηνός. Ο Μεταξάς αιφνιδιάζεται, διότι αν - χωρίς την ψήφο του Δρυινουπόλεως - υπήρχε ισοψηφία θα μπορούσε να επηρεάσει στην επαναληπτική εκλογή υπέρ του Χρύσανθου στα παρασκήνια.
Σημειωτέον ότι στην εκλογή η ψηφοφορία επαναλήφθηκε τρεις φορές, επειδή δεν υπήρξε απόλυτη ψηφοφορία και μόνο στην τρίτη εξελέγη ο Δαμασκηνός με το προαναφερθέν αποτέλεσμα. Δεν υποβλήθηκε καμία ένσταση, υπογράφηκε το Πρακτικό από όλους τους μητροπολίτες και από τον υπουργό Παιδείας Κ. Γεωργακόπουλο, που εκπροσωπούσε την Πολιτεία. Έγινε στη συνέχεια το μικρό και το μεγάλο μήνυμα και ψάλθηκε το «Πάντα χορηγεί το Πνεύμα το άγιον... >. Ο νέος Αρχιεπίσκοπος φόρεσε τον αρχιερατικό μανδύα, το επιτραχήλιο και το ωμοφόριο και από την Ωραία Πύλη είπε: «Επειδή δια ψήφου των Θεόθεν οδηγηθέντων αγίων Αρχιερέων, των συγκροτούντων την Ιεράν Σύνοδον της Ιεραρχίας της Εκκλησίας τηε Ελλάδος, εψηφίσθην ο ελάχιστος εγώ , όπως καταστώ θείω βουλήματι {..} δέχομαι την ποιμαντορίαν της Αρχιεπισκοπής. Απέμενε πλέον μόνο το τυπικό διάταγμα της κυβερνήσεως......





55. Ο στρατηγός Τσολάκογλου αρνείται να παραδώσει ομήρους στις γερμανικές αρχές κατοχής.

Αι Αρχαί Κατοχής ακατατόπιστοι επί της νοοτροπίας του Ελληνικού Λαού, ελάμβαναν σκληρά μέτρα εναντίον του συνόλου της περιοχής, εις ην εσημειώθη έκτροπον. Ούτως οι Γερμανοί ετιμώρησαν ολόκληρον τον αριθμόν των χωρικών διότι δεν συνέλαβαν ύποπτον πρόσωπον, διελθόν εκ του χωρίου ή διότι ευρέθη εις ενεργηθείσαν έρευναν πεπαλαιωμένον τυφέκιον άνευ φυσιγγίων ή φυσίγγια τινά άνευ όπλου.
Δια να επιβληθή η διασαλευθείσα τάξις εις τινα πόλιν συνελάμβανον τον Δήμαρχον και τους προκρίτους της πόλεως ως ομήρους. Ομοίως έπραττον δια να μη αποκόπτηται εφεξής το καλώδιον του στρατιωτικού δικτύου.
Έκρινα καθήκον μου να κατατοπίσω τας ξένας αρχάς, ότι η λήψις τοιούτων μέτρων τοσούτον σκληρών και πολλάκις ανεπανορθώτων μάλλον αντίθετα των προσδοκωμένων δυνατόν να έχη, διότι η τιμωρία του Δημάρχου ή του Κοινοτάρχου δεν ενασκεί καμμίαν επίδρασιν εις τους χωρικούς, Μόνον η τιμωρία των ολιγίστων πραγματικών ενόχων θα θεραπεύση την κατάστασην. Η δε απειλούμενη ττυρπόλησις των χωρίων θα συντελέση εις την απαθλίωσιν των κατοίκων της υπαίθρου. Εξαίρω επί τη ευκαιρία ταύτη ότι επί της πρωθυπουργίας μου εκάησαν τρία μόνον χωρία.
Μετά τινα χρόνον τταρετηρήθη αποκοπή των καλωδίων περί την Πρωτεύουσαν .
Οι Γερμανοί εζήτησαν από τον Δήμαρχον Αθηναίων τα ονόματα 50 προκρίτων, ίνα κρατηθώσιν ως όμηροι , καιτοι τοις ανέπτυξα ότι το καλώδιον κόπτεται και περισυλλέγεται ουχί δια σαμποτάζ αλλά δια να αποφέρη κέρδη ως βαρύτιμον.
Ο Δήμαρχος Αθηναίων, κατετρόμαξεν εκ της τοιαύτης αξιώσεως των Γερμανών και ένεκα τούτου κατέφυγεν εις εμέ. Συνέταξα τότε κατάλογον, όπου ιδιοχείρως ενέγραψα το ονοματεπώνυμον μου και ακολούθως τα τοιαύτα όλων των υπουργών και είπα να συστήσουν εις τους Γερμανούς να συμπληρώσουν τον αριθμόν των πεντήκοντα από τον Κατάλογον των Συνδρομητών τηλεφώνων.
Το γεγονός τούτο τους κατέπληξε και συνετέλεσε εις το να συζητήσουν το ζήτημα και να κατανοήσουν ότι τοις εισηγούμην τον ορθόν δρόμον, όταν τοις έλεγα ότι δέον να συλλαμβάνωνται οι πραγματικοί ένοχοι.

54. ΒΕΡΟΛΙΝΟ 28 Απριλίου 1945.
Τις πρώτες πρωινές ώρες, οι Ρώσοι έρριξαν πλωτές γέφυρες επάνω από τη διώρυγα κοντά στην Πύλη Χάλλε και λίγο αργό­τερα μετέφεραν στην όχθη μεγάλον αριθμό τάνκς. Μέχρι τη στι­γμή εκείνη, η Μάχη συνεχιζόταν για κάθε σπίτι, ερείπιο ή κρα­τήρα οβίδος. Οι απώλειες και από τις δυο πλευρές ήσαν μεγάλες. Στη δική μας περίπτωσι, οι απώλειες δεν προήρχοντο μόνο από τα εχθρικά όπλα, αλλά κι από την κατάρρευσι των κτιρίων που εδέχοντο τον συνεχή βομβαρδισμό του Πυροβολικού. Παρ'όλα αυτά, εκείνη την ημέρα και την επομένη, οι γρεναδιέροι της Μεραρχίας Νόρντλαντ επέτυχαν να κρατήσουν τις θέσεις τους, έκτος από με­ρικά ρήγματα που επέφεραν οι Ρώσοι, τα οποία όμως κλείσθηκαν και πάλι σύντομα. Τα πυροβόλα μας και ιδιαίτερα οι Γαλλικές αντιαρματικές Μονάδες μας, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην άμυ­να. O Ευγένιος Βολό, ένας Γάλλος υπαξιωματικός, ανετίναξε έξι εχθρικά τανκς, αφού είχε καταστρέψει, το περασμένο εικοσιτε­τράωρο, άλλα δύο Τ-34 στο Νόϋκελν. Μετά από δική μου εισήγησι, του απενεμήθη ο Σταυρός των Ιπποτών, που είχα το προνόμιο να του τον απονείμω εγώ ο ίδιος το απόγευμα της 29ης Απριλίου, παρουσία του Επιτελείου μου και των Γάλλων συντρό­φων του, που είχαν συγκεντρωθή γι' αυτό το σκοπό στο μισοσκό­τεινο Στρατηγείο μου μέσα στην υπόγεια σήραγγα. Στη Γαλλική μου προσφώνησι, είπα ότι η συμπεριφορά του νεαρού αυτού εθελοντού ήταν αυτή που μπορούσαμε ν' αναμένωμε από τους Γάλλους στρατιώτες, οi oποίοι είχαν διακριθή στα πεδία της Μά­χης σε όλα τα σημεία της γης. Την ίδια ημέρα, ο Διοικητής της 503 'Ιλης Πάντσερ, Ταγματάρχης Χέρζιγκ, παρασημοφορήθηκε με το Σταυρό των Ιπποτών από τον Υποστράτηγο Μόνκε. Αυ­τές ήσαν και οι δυο τελευταίες τέτοιες διακρίσεις που απενεμήθησαν.
(Mαρτυρία Κρούκενμπεργκ)

53. Ο .... Γερμανόφιλος Στρατηλάτης Βασιλιάς Κωνσταντίνος.
O Ντενύ Κοσέν (ύστερα από πρόταση του Αρ.Μπριάν στο Υπουργικό Συμβούλιο στάλθηκε στην Ελλάδα για διαβουλεύσεις με τη Κυβέρνηση και το Βασιλέα) έφθασε στην Ελλάδα από το Μπρίντεζι μέσω Κερ­κύρας και Πατρών. Έγινε δεκτός με ενθουσιώδεις εκδηλώσεις. Εξεπλάγη: ελέγοντο τόσα στο Παρίσι. Η δε Πάτρα ήταν το εκλογικό τι­μάριο του Γούναρη. Οι καλύτεροι βασιλόφρονες δεν ήταν λοιπόν γερμανόφιλοι; Αποκάλυψις.
Στην Αθήνα έφθασε τα μεσάνυκτα της 3)16 Νοεμβρίου: ολόκλη­ρη η πόλις φωταγωγημένη' άπειρο πλήθος στο σταθμό και στους δρό­μους απ' όπου θα περνούσε' παρατεταμένες εκδηλώσεις μπροστά στο ξε­νοδοχείο του μέχρι τις δύο μετά τα μεσάνυκτα: «Ζήτω η Γαλλία! Ζήτω η Γαλλία!»
Την επομένη είδε τον πρωθυπουργό. Του εμίλησε για την κατάστασι των συμμαχικών στρατευμάτων, που ερρίχθηκαν από τους Γερ­μανούς στο ελληνικό έδαφος' διεμαρτυρήθη ζωηρά κατά της ιδέας ότι ήταν δυνατό να αφοπλισθούν από την Ελλάδα' του ετόνισε το ισχυρό επιχείρημα ότι είχαν προσκληθή από την Κυβέρνησι Βενιζέλου. Ο Σκουλούδης του απάντησε ότι δε βρήκε ούτε ίχνος από το γεγονός αυτό στους φακέλλους του Υπουργείου των Εξωτερικών, ότι δεν ήξερε παρά μόνο την κατηγορηματική διαμαρτυρία του Βενιζέλου, αλλά ότι θα σεβόταν τις υποχρεώσεις των προκατόχων του ' υπεσχέθη λοιπόν ότι τα συμμαχι­κά στρατεύματα θα εξακολουθούσαν να έχουν στο ελληνικό έδαφος όλες τις ευκολίες που συμβιβάζονται με την ουδετερότητα του εδάφους αυτού και ότι αυτό έπρεπε να αποτελέση αντικείμενο συνεννοήσεως μεταξύ της διοικήσεως των συμμαχικών στρατευμάτων και των ελληνικών αρχών.
Την 5/ 18 Νοεμβρίου ο Ντενύ Κοσέν έγινε δεκτός από τον Βα­σιλέα.
«Λοιπόν, κύριε Κοσέν, ενομίζατε ότι θα επέφτατε μέσα σε Μπος ! Ομολογήστε πως γελαστήκατε. Σας έγινε χθες υποδοχή που θα εμείνατε ευχαριστημένος, φαντάζομαι... Εσείς εκεί στη Γαλλία με κρίνετε πολύ άσχημα, με φαντάζεσθε αφοσιωμένο στη Γερμανία: Αλλά δεν είμαι ούτε Γερμανός, ούτε Γάλλος' είμαι Έλλην. Στην Ελλάδα εγεννήθην και έζησα. Είναι ανοησία να μου ζητούν να υπερασπίσω άλλα συμφέρον­τα εκτός από τα ελληνικά».
Κα! πρόσθεσε ζωηρότερα ο Βασιλεύς: «Μεταξύ εμού και της Γαλ­λίας υπάρχουν παρεξηγήσεις. Δυο φορές, τον Αύγουστο του 1914 και εφέτος τον Μάιο, εξουσιοδότησα τους Υπουργούς μου να υποβάλλουν στην Κυβέρνησί σας συγκεκριμένες προτάσεις, που να μπορούν ενδεχομέ­νως να οδηγήσουν και μέχρι τη στρατιωτική συνεργασία.
»Γιατί η Γαλλία δε μου έκανε την τιμή να μου απαντήση;
»Γιατί αρνήθηκε να εγγυηθή την ακεραιότητα του εδάφους μου;
Αφήσατε να περάση η ευκαιρία. Αντί να συνεννοηθήτε μαζί μας, επροτιμήσατε να παζαρεύετε με τους εχθρούς μας. Ετρέφατε τη χίμαιρα του βαλκανικού συνασπισμού. Του κάκου σας προειδοποίησα, από το Φε­βρουάριο ήδη, ότι δεν θα γινόταν τίποτε με τη Βουλγαρία που είχε ήδη συνεννοηθή με τη Γερμανία και είχε προσδεθή στο άρμα των Κεντρι­κών Αυτοκρατοριών' δεν θελήσατε να με ακούσετε. Για να ικανοποιή­σετε τους Βουλγάρους, μου ζητήσατε να εγκαταλείψωμε την Καβάλλα την οποία αποκτήσαμε με αίμα και της οποίας ο πληθυσμός είναι εξ ο­λοκλήρου ελληνικός από φυλή και παράδοσι»......
52. Ο δικτάτορας.
Όταν ο Χίτλερ μετακόμισε στο Προεδρικό Μέγαρο του Ράιχ , έδωσε εντολή να γίνουν κάποιες χρηστικού τύπου βελτιώσεις. Εκείνο που τον ενόχλησε περισσότερο ήταν το τρομερά ντεμοντέ μπάνιο του Hindenburg . Εκσυγχρόνισε τις εγκαταστάσεις προσέχοντας όμως να μη ξεπεράσει η δαπάνη ένα άξιο λόγου χρηματικό ποσό. Όμως,από το αρμόδιο γραφείο για τον έλεγχο των κρατικών δαπανών, όχι μόνο του είπαν, ότι η συγκεκριμένη δαπάνη έπρεπε να βαρύνει τον ίδιο προσωπικά, αλλά και του επεσήμαναν το γεγονός, ότι δεν είχε κανένα δικαίωμα, να προχωρήσει αυθαίρετα σε αυτού του είδους τις αλλαγές. Ο Χίτλερ προσπάθησε να δικαιολογηθεί λέγοντας ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, οι αλλαγές στο μπάνιο ήσαν αναγκαίες και ότι θεωρούσε αδιανόητο , ο Φύρερ και Καγκελάριος του Ράιχ να μην έχει το δικαίωμα ανάληψης πρωτοβουλίας σχετικά με τη τύχη ενός μπάνιου , μια πρωτοβουλία που στο κάτω- κάτω της γραφής, απάλλαξε το Κράτος από τις παραπανίσιες έγνοιες της γραφειοκρατικής οδού. Από ότι γνωρίζω, στη συνέχεια ο Χίτλερ προέβη στην εξόφληση του λογαριασμού με δικά του χρήματα. Όπως και να το κάνουμε , το Προεδρικό Μέγαρο δεν ήταν δικό του για να κάνει ότι θέλει, αλλά αποτελούσε κρατική περιουσία.
(Christian Friedrich Prince of Schaumburg-Lippe: Was Hitler Really a Dictator?)



51. Aγώνας δρόμου για το Αξάρι.
«Ο ήλιος ανέτειλε πιο φωτεινός, την ημέρα εκείνη - λες κι ήθελε να λαμπρύνει αυτό, που επρόκειτο να συμβεί. Οι χρυσαφένιες ακτίνες του ζωντάνεψαν τον κοιμισμένο κάμπο, τ' άγρια ρουμάνια. Είχε ανατείλει η 15η Ιουνίου. Κι οι σαλπιγκτές μας την χαιρέτισαν μ' ενα χαρμόσυνο σάλπισμα: «Προχωρείτε... εμπρός προχωρείτε». Και τότε, σαν ένας άνθρωπος, σαν μια ψυχή, όρμησαν όλοι προς τα εμπρός - πεζοί, καβαλάρηδες, Τσολιάδες, και πυροβολητές οδηγοί ζώων και γραφειάδες. Δεν περπατούσαν, έτρεχαν και πολεμούσαν. Αχάριστο και δύσκολο το έργο εκείνου, που θέλει να περιγράψει τέτοιες στιγμές. Πώς να δώσει στο άψυχο χαρτί τον παλμό χιλιάδων ψυχών; Πώς να συνθέσουν λίγες γραμμές το μεγαλείο, που σφυρηλατούσαν τα όνειρα της Φυλής για αιώνες; Πρέπει κανείς να κλείσει στη ψυχή του την Ελλάδα για να νιώσει τον ενθουσιασμό, που μετάβαλε τους Ραγιάδες σε λιοντάρια.

Ο στρατηγός Ιωάννου, το φαινόμενο εκείνο του ηρωισμού,ξεχνάει ότι είναι διοικητής Σώματος Στρατού - ζηλεύει τη τύχη των πολεμιστών της πρώτης γραμμής. Και αδιαφορώντας για τα επιτελικά σχέδια, φέρνει τη Μεραρχία Σμύρνης προς τη Μαγνησία. Θέλει να καταλάβει το Αξάρι, να προφθάσει τον Πλαστήρα με τους Τσολιάδες του, που, αν και ανήκε στο νότιο συγκρότημα,διατάχθηκε να προσκολληθεί στον Ιωάννου. Το βράδυ βρίσκει την έδρα της Μεραρχίας και τον σωματάρχη στο Μιχαλήτσι. Η μάχη συνεχίζεται με πείσμα, ο εχθρός αντιστέκεται σκληρά. Αλλ' ο Ιωάννου ανυπομονεί:
- Κάντε γρήγορα, μωρέ... φωνάζει στους αξιωματικούς του. Θα μας το πάρει ο Πλαστήρας το Αξάρι.
Θα έλεγε κανείς, ότι το 5/42 του Πλαστήρα ανήκε στον ...Κεμάλ!
Τόσος ήταν ο συναγωνισμός. Αλλ' ο Ιωάννου είχε δίκιο. Την επομένη οι Τούρκοι υποχωρούν και το στρατηγείο ξεπερνά τις προφυλακές και... τρέχει να καταλάβει το Αξάρι. Μεγάλη η απογοήτευση. Στην είσοδο της πόλης τους σταματά ένα απόσπασμα. Κι ο επικεφαλής, ταγματάρχης Μπουρδάρας, αναφέρει ότι το Αξάρι κατέχεται από το 5/42.
- Πότε, μωρέ, το πήρατε; ρωτά θυμωμένος ο Ιωάννου.
- Χθες το βράδυ, στρατηγέ μου.
- Το βράδυ!... Πενήντα χιλιόμετρα σε μια μέρα; Πες στον Πλαστήρα, ότι θα μου κουράσει τους Τσολιάδες μου!


50. Η κυβέρνηση Βενιζέλου αποδοκιμάζει κάθε ιδέα να ενωθεί η Κύπρος με την Ελλάδα.
«Όταν τω 1931 εξερράγη το πρώτον κίνημα της Κύπρου υπέρ της Ενώσεως—το οποίον και κατεπνίγη ανοικτιρμόνως υπό του αγγλικού στρατού - επροκάλεσεν εκεί φοβεράν εντύπωσιν ο σκληρός τρόπος με τον οποίον η κυβέρνησις Βενιζέλου απεδοκίμασε το κίνημα,δια λόγους εξωτερικής πολιτικής. Προς θεραπείαν του κακού εσκέφθην τότε την σύστασιν μιας μεγάλης εθνικής επιτροπής εξ όλων των απογόνων των κυριωτέρων αγωνιστών του Εικοσιένα, οι οποίοι, ασχέτως πολιτικών φρονημάτων,να συνυπογράψουν και ένα μανιφέστον υπέρ της Κύπρου και του αγώνος της. Πράγματι ευρέθησαν όλοι πρόθυμοι, και μου ανετέθη μόνον, αφού ενεκρίθη και το μανιφέστον, να επισκεφθώ τον ναύαρχον Κουντουριώτην, δια να τον πείσω, ως συντάκτης του μανιφέστου, να το υπογράψη πρώτος και να αναλάβη την προεδρίαν της Επιτροπής, με αντιπρόεδρον τον Θεόδ. Υψηλάντην (εξέχοντα βασιλόφρονα). Έσπευσα λοιπόν εις πρωινήν ώραν και ευρήκα εις το σπίτι του τον ναύαρχον, τον οποίον είδα ενθουσιώντα υπέρ του Κυπριακού κινήματος και επικρίνοντα ζωηρώς τον Βενιζέλον διά την στάσιν του :
—Ακούς εκεί, να τους φερθή έτσι των ανθρώπων !... Αμ τότε, τι θα έλεγε στους παππούληδες σας, όταν έκαναν την Επανάστασιν...
Όταν δε του εδιάβασα το μανιφέστον, ευρέθη απολύτως σύμφωνος :
—Δόστο να το υπογράψω!
Του επρότεινα τότε, να του το αφήσω μέχρι της εσπέρας, δια να το διαβάση προσεκτικώτερα και να ζητήση σχετικώς και την γνώμην του Βενιζέλου, αλλά τότε ο ναύαρχος εξέσπασε :
—Τι λες, αδελφέ!... Αυτό μας έλειπε!... Αμ αν τον ρωτήσουμε, θα μας κάνη πάλι, αυτά που μούκανε άλλοτε...
—Πότε, κ. Ναύαρχε;
—Ε τότε, στα 14... Είχαν αγοράσει οι Τούρκοι στ' αγγλικά ναυπηγεία το «Ρίον Ιανέιρον» κι εχάναμε την υπεροπλία, την στιγμή ακριβώς που υπήρχε κίνδυνος να ξαναπιασθούμε. Επήγα λοιπόν τότε στον Βενιζέλο και του λέω: Κύριε Πρόεδρε, αν πάρουν οι Τούρκοι αυτό το υπερντρέντνωτ, θα, μας κηρύξουν αμέσως τον πόλεμον και τά πράγματα θάναι πολύ σκούρα. Το μόνο που μπορεί να γίνη είναι να πάρω τον «Ξιφία» ή ένα αντιτορπιλλικό και, καθώς θα έρχεται το τούρκικο από το Γιβραλτάρ, να το περιμένω στ' ανοικτά, να του τραβήξω δύο τορπίλλες και να πάη στον διάβολο. Αλλά βεβαίως θα τα πάρω όλα στην καμπούρα μου. Η κυβέρνησις θα με αποκηρύξη, θα με φυλακίση, θα με καθαιρέση, θα πληρώση αποζημιώσεις και τα λοιπά...εσύ τα ξέρεις, που είσαι και διπλωμάτης. Αλλά χωρίς το νέο θωρηκτό η Τουρκία δεν θα μπορέση να κουνηθή' τον κόσμο νά χαλάση θάναι αδύνατο νά μας πειράξη!... Αυτά είπα τότε του Βενιζέλου. Και ξέρεις τι άπάντησι μου έδωσε; Έκανε τάχα πως... δεν άκουσε κι άλλαξε την κουβέντα!... Ευτυχώς που ήρθε σε δύο μήνες ο Μεγάλος Πόλεμος κι επρόλαβε η Αγγλία να κατασχέση για λογαριασμό της το «Ρίον Ιανέιρον» στα ναυπηγεία της, ειδ' άλλως θα την είχαμε άσχημα... Ή μου λές, λοιπόν, να ρωτάμε τον Βενιζέλον γιά πράγματα, που δεν του αρέσουν. Θα κάνη πάλι πως δεν άκουσε...
—Πολύ καλά, κ. Ναύαρχε. Τουλάχιστον να το ξαναδιαβάσετε το μανιφέστο με την ησυχία σας...
—Βρε, φέρ'το εδώ να το υπογράψω!...» (Αφήγηση Κύρος Κύρου)

49. Ο ύποπτος ρόλος του Γερμανού Πρεσβευτή στην Αθήνα Έρμπαχ.

Αγγέλου Σ. Βλάχου
Μια φορά και ένα καιρό
ένας διπλωμάτης.
(50 Κυβερνήσεις)
Α.Τόμος
ΑΚΟΛΟΥΘΟΣ
Βιβλιοπωλείον της
Εστίας σελ. 296
Δυο μέρες πριν (από το τορπιλλισμό της Έλλης) ο Μεταξάς είχε καλέσει τον πρέσβυ της Γερμανίας και του είχε πει να παρακαλέσει τον Χίτλερ να ενεργήσει κατευναστικά στην Ρώμη. O πρέσβυς της Γερμανίας ανεκοίνωσε το διάβημα του Μεταξά στον πρέσβυ της Ιταλίας ο οποίος και το τηλεγράφησε στην Ρώμη. Όπως γράφει ο ίδιος ο Γκράτσι στο βιβλίο του «Η Αρχή του Τέλους», το τηλεγρά­φημα του αυτό θα προκάλεσε βιαιότατη έκρηξη θυμού στην Ρώμη και θα οδήγησε στην απόφαση να δείξουν στον Μεταξά ποιος ήταν ο κυρίαρχος στην ανατολική Μεσόγειο. Το διάβημα του Μεταξά προς τον Έρμπαχ έγινε το πρωί της 13ης Αυγού­στου και η Ρώμη το πληροφορήθηκε την ίδια μέρα. Ο Μουσο­λίνι, έξω φρενών, και για να μην προφθάσει ο Χίτλερ να του κάνει συστάσεις μετριοπάθειας, έδωσε αμέσως τις σχετικές διαταγές. Υποθέτω ότι τις έδωσε στον Γενικό Διοικητή Δωδεκα­νήσου, ντε Βέκι, πιστό συνεργάτη του οπό την αρχή της σταδιο­δρομίας του.
Εκείνος πού, αναμφισβήτητα —και ανεξήγητα— ήταν ο κύριος υπεύθυνος για τα γεγονότα ήταν ο πρέσβυς της Γερμα­νίας, ο οποίος ήταν απολύτως ενήμερος του ότι ο Χίτλερ επιθυμούσε ηρεμία στα Βαλκάνια. Δεν υπήρχε, επομένως, καμιά ανάγκη να προειδοποιήσει την Ρώμη και μάλιστα χωρίς να ξέρει αν και πως το Βερολίνο θα προέβαινε σε κατευναστικές συστά­σεις προς τον Μουσολίνι. Τι τον ώθησε να ενημερώσει, και μάλιστα αμέσως, τον Γκράτσι; Η συμμαχική αλληλεγγύη; Αλλά ήταν γνωστή η μόλις αποκρυπτόμενη περιφρόνηση των Γερμανών για τους Ιταλούς. Από πλευράς τακτικής ο Έρμπαχ ενήργησε ασυλλόγιστα και άκριτα. Ένας ψύχραιμος διπλωμά­της εξυπηρετεί τα συμφέροντα της πατρίδας του και μόνο. Ίσως όμως να μην φανταζόταν μέχρι ποίου σημείου θα έφτανε η παραφορά του Μουσολίνι. Πάντως —μετά από τον τορπιλλισμό της «Έλλης»— το Βερολίνο άσκησε πίεση στην Ρώμη.

48. Επιστροφή στο ....μέλλον.
-Ε φίλε , που πηγαίνεις τόσο βιαστικός ; φώναξε ένας πολίτης της Μόσχας σε ένα άλλο πολίτη της Μόσχας.
-Πηγαίνω να πνιγώ στο ποτάμι -απάντησε ο δεύτερος πολίτης. Δεν υπάρχει πλέον ψωμί, δεν υπάρχει πλέον κρέας ,δεν υπάρχει πλέον γάλα , δεν υπάρχει πλέον βούτυρο. Πηγαίνω να πέσω στο ποτάμι!
-Περίμενε λίγο άνθρωπέ μου...του φώναξε πάλι ο πρώτος πολίτης της Μόσχας , περίμενε μέχρι να τελειώσει το Πενταετές σχέδιο, γιατί μετά όλα αυτά τα αγαθά θα υπάρχουν σε αφθονία.
-Αν περιμένω λίγο ακόμα , δεν θα υπάρχει ούτε το νερό ! απάντησε ο δεύτερος πολίτης συνεχίζοντας να τρέχει προς το ποτάμι.

47.Ο Σοφοκλής Βενιζέλος και οι παράλογες απαιτήσεις.
Μια μέρα συνάντησα πάλι το Σοφοκλή Βενιζέλο πολύ εκνευρισμένο και χρειάστηκε πολλή επιδεξιότητα για να μπορέσω να τον κάνω ν' ανοίξει το στόμα του. Τελικά τα κατάφερα.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΟΥΡΑΣ
ΟΙ 42 ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΙ
-Κυβερν'ητες της χώρας μας-
1922-1981
Ελληνική ευρωεκδοτική
1985
— Εσείς οι δημοσιογράφοι, μου είπε, έχετε πολλές φορές μερικές επίμονες απαιτήσεις που ξεπερνούν τα όρια αντοχής και του πιο υπομονετικού ανθρώπου.
Έτσι σιγά - σιγά από κουβέντα σε κουβέντα, ο Σοφοκλής Βενιζέλος μου εξομολογήθηκε και για ποιο λόγο μου είπε τα παραπάνω.
Ο Δημήτρης Λαμπράκης ήταν ιδιοκτήτης των εφημερίδων «Ελεύθερον Βήμα» και «Αθηναϊκά Νέα». Αυτοί ήταν πριν από τη Γερμανοϊταλική Κατοχή οι τίτλοι των δυο αυτών εφημερίδων, που μετά την Κατοχή, για να απαλλαγούν (!) μετονομάσθηκαν η πρώτη «Το Βήμα» και η δεύτερη «Τα Νέα».
Ο ιδιοκτήτης, λοιπόν, των δυο αυτών εφημερίδων ζήτησε από το Σοφοκλή Βενιζέλο παράλογα πράγματα. Ζήτησε να ικανοποιηθούν και να υπουργοποιηθούν βουλευτές φίλοι του και ... φίλοι του Δημοσιογραφικού Συγκροτήματος. Ο Βενιζέλος πεισμάτωσε με τις συχνές και επίμονες αυτές επεμβάσεις του και μια μέρα τον απέπεμψε χωρίς να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του. Έτσι δημιουργήθηκε η ρήξη ανάμεσα στο Βενιζέλο και το Δημοσιογραφικό Συγκρότημα του Δ. Λαμπράκη. Μου φαίνεται σα να ακούω τώρα από το στόμα του τα λόγια που μ' αυτά τελείωσε ο Σοφοκλής Βενιζέλος την επίκριση του για το Δ. Λαμπράκη.
— Του είπα: Άκουσε Μήτσο. Δεν έχω καμιά αντίρρηση να γίνουν αυτά που ζητάς. Αλλά έλα εδώ, ανάλαβε το Κόμμα και κάνε αυτά που ζητάς. Δεν μπορώ να τραβάω εγώ ότι τραβάω με τις παράλογες ενίοτε αξιώσεις των βουλευτών και συ να διορίζεις τους υπουργούς και να κριτικάρεις και τις πράξεις μου...
Ο αναγνώστης ας βγάλει μόνος του συμπέρασμα σε ποιον από τους δυο ανήκει το δίκαιο. Κάτι τέτοιες απαιτήσεις του Δ. Λαμπράκη από τον Ελ. Βενιζέλο το 1928-32, που κυβερνούσε την Ελλάδα το Κόμμα των Φιλελευθέρων, ωθήσανε τον τότε αρχηγό του να βοηθήσει τον Αντώνη Νικολόπουλο να εκδόσει την εφημερίδα «Νέος Κόσμος», καθαρά φιλελεύθερη, βενιζελική εφημερίδα.

46. Η κλοπή του Ισπανιού χρυσού.

ΔΗΜ. Σ. ΣΟΥΤΖΟΥ
ΙΣΠΑΝΙΚΕΣ ΦΛΟΓΕΣ
Σελ.100
ΑΘΗΝΑ 1967
«Τις παραμονές του εμφυλίου πολέμου, διηγείται ο Καμπεσίνο[1], δούλευα και τότε σ' ένα γιαπί. Και ξέρεις ποιόν είχα εργοδηγό; Τον Ιμπαρούρι, ναι, τον σύζυγο της Ντολορές, της περιφήμου Πασιονάριας!»
Και σ' αυτό το όνομα ξεσπάει για μια στιγμή γιομάτος βιαιότητα κι' αγανάκτησι.
—«Αχ αυτή! Τι βρωμοθήλυκο! Το ξέρεις ότι την ξαναβρήκα στη Ρωσία το 1940! Είχε φροντίζει να φέρη τον εραστή της απ' την κατεχομένη Γαλλία με ένα χιτλερικό αεροπλάνο! Εξ αιτίας τέτοιων Ανθρώπων χάσαμε. Που τους ενδιέφερε περισσότερο να καλοπεράσουν, να πλουτίσουν και να τρώγωνται για την εξουσία παρά να βάλουν τα δυνατά τους για να συντρίψουν τον Φράνκο. Η μόνη επιχείρησις που είχαν επιτυχία ήταν η κλεψιά του Ισπανικού χρυσού. Ήμουνα εκεί. Αχ, τι αφελής που στάθηκα κείνη την εποχή! Ήταν τον Οκτώβριο του 1936. Ο δόκτωρ Νεγκρίν, τότε υπουργός των Οικονομικών της Κυβερνήσεως Καμπαλλέρο, είχε θελήσει να μεταφέρη το χρυσάφι της Τραπέζης της Ισπανίας σε μέρος ασφαλές. Ήταν φυσικά ένα μυστικό του Κράτους. Αλλά ο Ρόζεμπεργκ, ο σοβιετικός πρέσβυς (στη Μαδρίτη), oι πράκτορες της Νικαβεντέ στην Ισπανία και ο Χοσέ Ντιάζ, ο γενικός γραμματεύς του κομμουνιστικού κόμματος Ισπανίας, ήσαν επίσης εν γνώσει. Ο ίδιος ο Ντιάζ με κάλεσε και μου είπε:
—Εσυ θ' αναλάβης τη διεύθυνσι της επιχειρήσεως. Πρέπει νάχης τελειώσει μέσα σε δυο ώρες.
—Μήπως θα πρέπει να χρηοιμοποιήσω βία; τον ρώτησα.
—Όχι. Η επιχείρησις έχει πολύ καλά προπαρασκευαστή. Δεν θα χρειαστή.
Ο μόνος που θα μπορούσε να έχη αντιρρήσεις γι' αυτή τη «μεταφορά» ήταν ο διευθυντής της Τραπέζης. 'Ενας τίμιος δημοκράτης. Ο Νεγκρίν τον κάλεοε οε μια σύσκεψί που κράτησε τέσσαρες ώρες. Εν τω μεταξύ oι φύλακες αντικατασταθήκανε από δικούς μας ανθρώπους που φορώντας στολές φυλάκων, έβγαλαν το χρυσάφι από τα υπόγεια. Υπήρχαν 7.800 κιβώτια που φορτώθηκαν σε τριανταπέντε καμιόνια. Αφήοαμε τη Μαδρίτη στις 10 και 42'. Στην έξοδο της πόλεως η φάλαγγα των αυτοκινήτων σταμάτηοε. Διώξαμε τους πρώτους σωφεραίους. Τοποθετήσαμε κόκκινες σημαίες πάνω στα καμιόνια για να δείξουμε ότι τα οχήματα είναι φορτωμένα με εκρηκτικές ύλες. Έτσι, οι καινούργιοι οδηγοί που έφτασαν σχημάτισαν την εντύπωσι ότι μεταφέρουν δυναμίτες και η κίνησι συνεχίστηκε χωρίς απρόοπτα πάνω στο δρόμο της Καρθαγένης. Στη Γαλέτα τα κιβώτια τοποθετήθηκαν μέσα σέ μπαράγκες που χρησίμευσαν για εναποθήκευσι αποθεμάτων εκκρητικών υλών. Στις 25 Οκτωβρίου κομμουνιστές πυροβολητές τις φόρτωσαν σε ένα βαπόρι και πήραν την κατεύθυνσι της Όδησσού. Ήταν μια τεραστία κλεψιά εις βάρος του Ισπανικού λαού. Εκείνη την εποχή ούτε που το σκέφτηκα. Τώρα όμως, η ανάμνησι της συνενοχής μου με κάνει να συχαίνωμαι τον εαυτό μου».
Μένει για λίγο σιωπηλός με το πηγούνι ανάμεσα στα δυό του χέρια και συνεχίζει:
—«Δεν ήταν εξ άλλου η μόνη κλεψιά που έγινε εις βάρος του Ισπανικού Λαού.'Οταν ξανακατέλαβα τη Λερίντα μ' ένα τολμηρό εγχείρημα, ανεκάλυψα μέσα σε μια υπόνομο μια μεγάλη ποσότητα από χρυσάφι και τον καλύτερο ράδιοπομπό που καθώς φαίνεται υπήρχε σ' όλη την Καταλωνία. Χάρισα τον πομπό στο Λουίς Κομπανύς τον πρόεδρο της Καταλωνίας. Το χρυσό τον μετέφερε ο κομμουνιστής Ούγγρια με δυο καμιόνια, και με την εντολή να τον παραδώση στό Χοσέ Ντιάθ και στην Πασιονάρια. Αργότερα ο Χοσέ Ντιάθ μου είπε ότι μεταφέρθηκε στη Γαλλία και παραδόθηκε στο Μωρίς Τορέζ (τον αρχηγό του Κ.Κ. Γαλλίας). Κατά τις τελευταίες μάχες στην Καταλωνία, στο Καστίγιο ντε Φιγκουέρος, έξη καμιόνια με χρυσάφι σε ράβδους και με πολύτιμους λίθους φορτώθηκαν απ' τον ταγματάρχη Μανόλο, το δεξί χέρι του στρατηγού Λίστερ — ακόμα ένα ωραίο μούτρο επαναστάτη αυτός εκεί! — που στη Μόσχα αφού εβίασε πέντε Ισπανίδες πρόσφυγες, τις κατήγγειλε σαν φασίστριες για να μην μπορέσουν να πιάσουν τα παράπονα τους. Τα τέσσαρα απ' τα έξη καμιόνια της "Φιγκουέρας, πέρασαν επίσης στη Γαλλία, θα πρέπει να εξασφαλίσουν στο Βιγιασαντέθ άνετα γεράματα. Α, τι βρωμιά! Τι βρωμιά! . . .».

[1] Πρόκειται για το προσωνύμιο του "Κόκκινου " Στρατηγού της "Δημοκρατικής Ισπανίας" Βαλεντίνο Γκοντζάλεθ.

45. Αλλαγή συμπεριφοράς των Άγγλων συμμάχων.
«Το Σεπτέμβρη του 1943 η Ιταλία συνθηκολόγησε χωρίς όρους. Αμέσως ανακηρύχθηκε από τους Άγγλους συνεμπόλεμος. Συγκροτήθηκε Μεσογειακή Επιτροπή των Συμμάχων για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που έθετε η ιταλική συνθηκολόγηση. Μα από την Επιτροπή αυτή αποκλείσθηκε η Ελλάδα. Στρατιωτικός διοικητής των Κυκλάδων διορίστηκε, από τις αγγλικές αρχές, Ιταλός αξιωματικός. Σύγχρονα οι Άγγλοι άρχισαν επιχειρήσεις για την κατάληψη των Δωδεκανήσων, από τις οποίες απέκλεισαν τους Έλληνες. Σε διαβήματα που έκαναν δημοκρατικοί αξιωματικοί στους δύο Υπουργούς των Πολεμικών Υπουργείων (Β. Καραπαναγιώτη και Σοφ. Βενιζέλο), πήραν κατηγορηματική απάντηση ότι οι "επιχειρήσεις αυτές έγιναν εν αγνοία της Ελληνικής Κυβερνήσεως"!
»Οι ταπεινώσεις των υποτελών συνεχίζονται. 'Εναν απεσταλμένο της Ελληνικής Κυβέρνησης, τον Νικολαρεΐζη, που έπρεπε να πάει στη Σάμο και πέρασε από τη Λέρο, οι αγγλικές αρχές της νέας κατοχής δεν του επέτρεψαν να διανυχτερεύσει στις αγγλικές εγκαταστάσεις, με τη δικαιολογία ότι θα θύμωναν γι' αυτό οι συμπόλεμοί τους οι Ιταλοί!
»Και το κορύφωμα: Στο λιμάνι της Λέρου βομβαρδίστηκε και βυθίστηκε το αντιτορπιλλικό "Βασίλισσα "Ολγα". Οι Άγγλοι επέμειναν να γίνει η κηδεία των θυμάτων στην Καθολική Εκκλησία και με καθολικούς ιερείς, για να ...μην ενοχληθούν οι Ιταλοί από τις εκδηλώσεις του ελληνικού πληθυσμού.
»Οι ειδήσεις αυτές δημιουργούσαν αναβρασμό στους δημοκρατικούς της Μέσης Ανατολής. Οι Άγγλοι καταπατούσαν τα δικαιώματα του Ελληνικού Λαού και έδειχναν υβριστική περιφρόνηση στα εθνικά του αισθήματα. Ενεργούσαν σαν κατακτητές, χωρίς να ειδοποιούν καν τους υποτελείς τους. Μόνον ύστερα από έντονες διαμαρτυρίες των δημοκρατικών αναγκάσθηκε ό Τσουδερός να προβεί σε δειλές «διατυπώσεις παραπόνων» προς τους Άγγλους και να προβάλει το αίτημα: « Έλληνες στρατιώτες και ναύτες να λάβουν μέρος με τα βρετανικά στρατεύματα στην κατοχή και τη διοίκηση της Δωδεκανήσου και των ανακαταλαμβανομένων ελληνικών εδαφών»... Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος διατύπωσης αυτού του αιτήματος. Δεν τολμούσε να μιλήσει για απελευθέρωση αλλά για « ανακατάληψη» στην οποία διεκδικούσε το δικαίωμα για την Ελλάδα « συμμετοχής» και « συνδιοίκησης »!

44.H Αμερικανική πολεμική βοήθεια υπονομεύει τη συνοχή της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.
Στο πρώτο εξάμηνο του 1941 συνέβη και ένα άλλο γεγονός, που αποτέλεσε πραγματικά πολύ σοβαρή επιτυχία της Αγγλίας, μ' όλο πού δεν αφορούσε το στρατιωτικό πεδίο της μάχης (το γεγονός αυτό, άλλωστε, είχε άμεση σχέση με τη διεξαγωγή του πολέμου). Έχω υπόψη μου την έκδοση στις ΕΠΑ του νόμου εκμί­σθωσης και δανεισμού.
Στα 1939:—40 οι ΕΠΑ έδιναν βοήθεια στην Αγγλία με διάφορους τρόπους, έχοντας σαν οδηγό την αρχή : «Όλα, εκτός από πόλεμο». Κατασκεύαζαν καράβια και αεροπλάνα για την Αγγλία, την εφοδίαζαν με κανόνια και μηχανές, την υποστήρι­ζαν ενεργά από τον τύπο και το ραδιόφωνο. Πώς θα πλήρωνε η Αγγλία στους αμερικανούς όλη αυτή τη βοήθεια ; Στον κεφαλαιοκρατικό κόσμο υπάρχουν σχετικά μ' αυτό πολύ αυστηροί κα­νόνες και συνήθειες. Έχω διηγηθεί πιο πάνω, πως το καλοκαίρι του 1940 οι άγγλοι για 50 παλιά αντιτορπιλικά και μισό εκατομ­μύριο όπλα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου αναγκάστηκαν να πληρώσουν τούς υπερπόντιους συγγενείς τους με μια ολόκληρη σειρά πολυτιμότατες στρατιωτικό - ναυτικές βάσεις της Βρετανι­κής Αυτοκρατορίας. Τώρα, όταν μπήκε με όλη την οξύτητα και σε πολύ μεγαλύτερη έκταση το ζήτημα του στρατιωτικού εφοδιασμού της Αγγλίας, οι αμερικάνικοι ανώτεροι κύκλοι έκαναν τούτο τον απλό συλλογισμό : ας πληρώσει το Λονδίνο για όλα αυτά με μετρητά και χρεώγραφα, εφόσον έχει, και υστέρα βλέπουμε. Το νόημα της απαίτησης αυτής ήταν καθαρό : να εξασθενίσουμε τον άγγλο ανταγωνιστή οικονομικά, να του πάρουμε τις σπουδαιότε­ρες επιχειρήσεις, να τον εκτοπίσουμε από τις πιο ευνοϊκές θέσεις. Κι αυτό σύμφωνα με την παροιμία : η φιλία—φιλία και η καπνοσακούλα χώρια. Η διαγωγή των αμερικανών δεν άρεσε στους άγγλους, όμως τί μπορούσαν να κάνουν ; Θυμάμαι, ο εργατικός ηγέτης Χέρμπερτ Μόρρισον κάποια μέρα μού είπε :
— Είναι βαρύ να είσαι για πολύν καιρό ανεξάρτητος αφέν­της κι υστέρα να πέσεις στην κατάσταση του μικρότερου συνε­ταίρου. Κάποτε βράζει το αίμα σου και σφίγγεις τις γροθιές σου. Όμως τώρα δεν έχουμε άλλη διέξοδο !
Κατά το τέλος του 1940 το χρυσάφι και τα χρεώγραφα, πού διέθεταν οι άγγλοι, άρχισαν σιγά - σιγά να εξαντλούνται. Και ακόμα ! Την 1 του Νοέμβρη 1940 η αξία όλων των παραγγελιών της Αγγλίας στις ΕΠΑ έφτασε στα δυόμισυ δισεκατομμύρια δολλάρια. Έπρεπε να αποφασιστεί τί θα γίνει πιο πέρα.

























Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου