Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2011

ΞΕΝ. ΖΟΛΩΤΑ: «ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΙ ΣΟΣΙΑΛΙ­ΣΜΟΣ». ΟΙ ΑΣΤΟΙ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ ΚΑΙ Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ


Ο κ. Ξ. Ζολώτας, καθηγητής της Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, θέλησε να καταπιαστεί τώρα τελευταία, ύστερα από τόσες αστικές οικονομολογικές εργασίες του, και με το σοσιαλισμό. Ο σοσιαλισμός είνε ένα θέμα που τάραζε πάντοτε τον ύπνο των αστών οικονομολόγων. Αρκετοί και στα παλιότερα και στα συγκαιρινά μας χρόνια ασχολήθηκαν μ' αυτόν. Και αν κοι­τάξουμε συνολικά τις εργασίες τους καταλήγουμε στο θλιβερό συμπέρασμα ότι oι περισσότεροι τουλάχιστο δεν έδειξαν ότι ένιωσαν το κεντρικό αυτό πρόβλημα της σημερινής ζωής, μερικοί μάλιστα το αντιμετώπισαν με προχειρότητα ή και με ελαττωμένη καλή πί­στη, αν όχι πλήρη κακοπιστία. Από τον κανόνα αυτόν δεν ξέφυγε ούτε ο κ. Ζ., που σαν «θεωρητικός οικονομολόγος» ήτανε εξοπλι­σμένος με τα χειρότερα εφόδια για να πλησιάσει στο σοσιαλιστικό κόσμο. Πραγματικά ένας οικονομολόγος ποτισμένος ως το μεδούλι με τις «νεοκλασικές» αντιλήψεις που αγνοούν ολότελα το πρόβλη­μα της αξίας — το βασικό πρόβλημα της κοινοτικής παραγωγής — και προσπαθούν να το αντικαταστήσουν (δηλ. να το θολώσουν) με το δήθεν αιώνιο και αμετάβλητο «νόμο της στενότητας», ένας λοιπόν τέτοιος οικονομολόγος, με τόση μεταφυσική στο μυαλό του και τέτοια πίστη στην. . . αιωνιότητα των οικονομικών σχέσεων, είνε ο πιο ακατάλληλος για να μπει στο νόημα του σοσιαλισμού, ό­πως τον εννοεί σήμερα η επιστήμη — και μάλιστα η θεμελιωμένη πάνω στη μαρξιστική κοσμοθεωρία, δηλ. η πραγματική οικονομική επιστήμη πού δεν νοείται αλλιώς παρά σαν κριτική ανάλυση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και σαν επιστημονική συνα­γωγή από την άμεση εμπειρική παρατήρηση των λειτουργικών νόμων του καπιταλιστικού συστήματος. Γι' αυτό όσοι είχανε υπ' όψη  τους τις προηγούμενες εργασίες του κ. Ζ. και το τελευταίο έρ­γο του, τη «Θεωρητική Οικονομική», δεν ξαφνιάστηκαν ούτε από τη μορφή, ούτε από το περιεχόμενο, ούτε καν από τον τρόπο δια­τύπωσης του υποποϊόντος της «Θεωρ. Οικον.», δηλ. του «Δημιουρ­γικού Σοσιαλισμού».
Στις θυελλώδικες μέρες πού ζούμε μέσα σ' έναν ανταριασμένο κόσμο, κι ενώ οι δυνάμεις του χιτλερικού σκοταδιού και της βαρ­βαρότητας συντρίβονται για ν' αφήσουν ελεύθερο ν' ανατείλει τον ήλιο της νέας ζωής, που δεν μπορεί νάνε αλλιώτικη από σοσιαλι­στική, δεν υπάρχει ούτε χρόνος, ούτε άνεση για να καταπιαστού­με με μια πλατιά κριτική με το έργο αυτό του κ. καθηγητή. Δεν επιτρέπεται, όμως, και να μείνουμε αδιάφοροι σε μια προσπάθεια που κάτω από το μανδύα της επιστημονικοφάνειας κρύβει την πιο αντεπιστημονική προχειρολογία και την πιο απελπιστική για έναν αστό οικονομολόγο κακοπιστία. Τους χαραχτηρισμούς μας αυτούς, που θα θέλαμε να έλειπαν από μιαν «ακαδημαϊκή» κριτική, θα τους δικαιολογήσουν πέρα για πέρα τα παρακάτω δείγματα της ε­πιστημοσύνης του κ. Ζ.
Δεν πρόκειται βέβαια να ξαπλωθούμε σε δευτερεύουσες παρα­τηρήσεις, γιατί, όπως είπαμε, δεν υπάρχει ούτε καιρός ούτε άνεση, Δεν πρόκειται να ασχοληθούμε ούτε με τον όρο του «Δημιουργικού Σοσιαλισμού» και τους αντίστοιχους ορισμούς, που αποτολμάει ο κ. Ζ. Από την εποχή που ο Άγγλος Γκρίφιθ δημοσίευσε τη συλ­λογή του με τους ορισμούς που δόθηκαν κατά καιρούς στο σοσια­λισμό (κι ο Γκρίφιθ είχε συλλέξει καμιά διακοσαριά τέτοιους!) η σύγχυση, ο βαβυλωνισμός μεγάλωσε ακόμη περισσότερο στο στρα­τόπεδο των αστών οικονομολόγων. Και τη σύγχυση αυτή ούτε ή­τανε σε θέση ούτε είχε τη διάθεση να τη ξεπεράσει ο κ. Ζ. Πώς. άλλωστε, μπορεί να βγει έξω από τον κύκλο της γενικής σύγχυ­σης ένας οικονομολόγος, που γράφει, όπως ο κ. Ζολώτας τα παρα­κάτω: «Προσπάθεια προς οργάνωσιν της οικονομίας υπό του Κρά­τους κατεβλήθη εις Γερμανίαν από της εποχής της επικρατήσεως του εθνικοσοσιαλισμού. Η προσπάθεια αύτη άπέβλεψε μεταξύ των άλλων κυρίως εις την λύσιν του προβλήματος της ανεργίας... πράγμα το οποίον επέτυχε πλήρως... Εν τούτοις δεν φαίνεται ότι πρόκειται περί οριστικής διαμορφώ­σεως νέου οικονομικού συστήματος, αλλά μάλλον περί μεταβατικής περιόδου, η οποία θα οδηγήσει «εις μίαν πραγματικώς σοσιαλιστικήν κοινωνίαν. Ως επανειλημμένως ετονίσθη υπό του αρχηγού  του γερμανικού κράτους, ο εθνικοσοσιαλισμός αποβλέπει τελικώς εις την σοσιαλιστικήν οργάνωσιν της οικονομίας», (όρα «Δημιουρ­γικός Σοσιαλισμός», σελ. 41) . Έτσι η χιτλερική κτηνωδία, που στηρίζεται στο ματοκύλισμα και το ξεζούμισμα των ξένων εθνο­τήτων, παρουσιάζεται από τον κ. καθηγητή σαν «μεταβατική πε­ρίοδος», η οποία θα οδηγήσει «εις μίαν πραγματικώς σοσιαλιστι­κήν κοινωνίαν». Και δεν είνε χωρίς σημασία η υιοθέτηση αυτή των λόγων του Χίτλερ, που κάνει ο κ. Ζ., χωρίς κανένα σχόλιο, χωρίς καμιά διάκριση ανάμεσα στή νατσιστική δημαγωγία και την πραγματικότητα — αυτήν την «εθνοσοσιαλιστική» πραγματικότη­τα, που ο ελληνικός λαός δεν περιμένει πια να τη μάθει από τα φλύαρα δημοσιεύματα των κ.κ. καθηγητών, αφού την γνώρισε ο ίδιος στα τρία αυτά χρόνια σκλαβιάς, που ζει κάτω από τη χιτλερι­κή βαρβαρότητα.
Αλλά ενώ η σύγχυση φέρνει τον κ. Ζ. σε μια τόσο πλανερή εκτίμηση του «εθνικοσοσιαλισμού», ώστε να μπορεί κανείς να πέ­σει στο λάθος και να εξομοιώσει τον εθνικοσοσιαλισμό των νατσί με το . . . «δημιουργικό σοσιαλισμό» του κ. Ζ., η έλλειψη από την άλλη  μεριά οιασδήποτε, και της πιο παραμικρής, κατατόπισης στα κείμενα της τεράστιας μαρξιστικής φιλολογίας (που δεν επιτρέ­πεται ν' αγνοεί ένας καθηγητής πανεπιστημίου ούτε και συγχω­ρείται να παίρνει από δεύτερο και τρίτο χέρι), κάνει τον κ. Ζ. να κινείται σε έδαφος πολύ ολισθηρό γι' αυτόν. Δεν περιμένουμε, βέ­βαια, από τον κ. Ζ. να εξυψώσει το έργο του Μαρξ, έστω και δια­φωνώντας μαζί του, όπως π.χ. έκανε ένας Σουμπέτερ, διακηρύσ­σοντας ότι η πρωτοτυπία του Μαρξ είνε πιο ισχυρή από κάθε άλλον οικονομόλο, ότι την εποχή που βγήκε ο πρώτος τόμος του «Κεφα­λαίου», κανένας δεν υπήρχε, που μπορούσε να μετρηθεί με το Μαρξ είτε σε δύναμη, είτε σε θεωρητικές γνώσεις, ότι και σήμερα ακόμη καθένας που διδάσκει Πολιτική Οικονομία μπορεί να καταλάβει από την υπεροχή των μαρξιστικά μορφωμένων σπουδαστών πάνω σε κείνους που δεν έχουν επιστημονικά ενδιαφέροντα, ποιά ευερ­γετική επίδραση ασκεί η εξοικείωση με το μαρξισμό. (Βλ. Σουμ­πέτερ : Ιστορία των οικονομικών θεωριών κλπ., σ. 1. 5). Αυτά έγραφε ένας τίμιος αντίπαλος του Μαρξ που είχε το κύρος ενός Σουμπέτερ. Θέλετε τώρα να δείτε ποιά θέση παίρνει ο κ , Ζ.; Ανοίξτε τη σελ. 166 του βιβλίου του κι εκεί θα διαβάστε τα. εξής καταπληχτικά: «. . . οι δύο πρώτοι (δηλ. ο Μαρξ και ο Έγκελς) δεν περιορίζονται μόνον εις την πλήρη κατάργησιν της ι­διοκτησίας αλλ' επί πλέον ζητούν και την διάλυσιν κάθε θεσμού και κάθε πίστε­ως του ανθρώπου, ζητουν με άλλους λόγους την κατάλυσιν της οίκογένειας και της θρησκείας» (υπογρ. δική μας) . Η περικο­πή αυτή χαραχτηρίζει, νομίζουμε, αρκετά καλά το πνεύμα του, συγγραφέα, που κατά περίεργη σύμπτωση, δεν διαφέρει από το. . . πνεύμα των συνθετών των βρωμερών τοιχοκολλημάτων, που βλέ­πουμε τον τελευταίο καιρό στους δρόμους της Αθήνας!
Θα ήτανε εύκολο ν' αραδιάσουμε πολλές περικοπές από το  έργο του κ. Ζ. για να δείξουμε με πόση ελαφρότητα μπορούν να γράφουν οι αστοί οικονομόλοι. θα είτανε εύκολο π.χ. να δείξουμε πως ο κ. Ζολώτας παρουσιάζει ξαναζεσταμένα λάχανα στην Ελ­λάδα του 1944, σκεπάζοντας κάτω από τον πέπλο του δήθεν. . . «Δημιουργικού Σοσιαλισμού» το «πρόγραμμα εργασίας» του ντε Μαν, που είχε γίνει απόπειρα να εφαρμοστεί από το βελγικό ερ­γατικό κόμμα κατά το 1934, δηλ. πριν από δέκα ολόκληρα χρόνια! Την εποχή εκείνη ο κ. Ζ. ήτανε ορθόδοξος αστός οικονομολόγος και δεν είχε ακόμα ανακαλύψει την αγιάτρευτη κρίση της κεφαλαιοκρατίας ούτε είχε μάθει τίποτε απ' όσα γινόντουσαν τότε και πιο πριν (και μάλιστα από τα 1917) σε μια κάποια χώρα της Ευρώπης που λέγεται Σοβιετική Ένωση. Γι' αυτό και στα 1936 π.χ. ο κ. Ζ. με ένα άλλο έργο του (Κατευθύνσεις της οικονομικής πολιτικής) ζητούσε την όσο το δυνατό γρηγορώτερη εγκαθίδρυση στη χώρα μας του φασισμού, πράγμα που είχε την ευχαρίστηση να διαπιστώσει ότι  έγινε, και μάλιστα τότε ο βασιλομεταξισμός χρησιμοποίησε τις ολοπρόθυμες υπηρεσίες του κ. Ζ. σε ανώτατα υπεύθυνα πόστα, θα ήτανε, τέλος, εύκολο να δείξουμε μέσα από τό νέο βιβλίο του πόσο γοητεύεται ο κ. Ζ. από την ιδέα μιας «δι­κτατορίας επί της οικονομίας», δικτατορίας των «ολίγων» των «εκ­λεκτών», των «εγκεφάλων» (!) , που μόνο σκοπό θα έχει να σώσει την κεφαλαιοκρατία από το θανάσιμο κίνδυνο, που την απειλεί. Αυτή η διχτατορία των ολίγων είνε η αφετηρία όλων των «σχεδιαστών της οικονομίας» και, όπως φωνάζει μόνη της, δεν ει­νε τίποτε άλλο από ένας φασισμός της χειρότερης μορφής. Στο φασισμό αυτό που χρεωκόπησε στο Βέλγιο με όλους τους εξωμό­τες τύπου Μάν και παντού αλλού, ο κ. Ζ. φόρεσε το φανταχτερό σκούφο του «δημιουργικού σοσιαλισμού» και τον έρριξε στην αγορά.  Ποιος όμως θα γελαστεί σήμερα.
Αν στο βιβλίο του κ. Ζ. υπήρχε κάποιος σοβαρότερος τόνος θα μπορούσαμε να συζητήσουμε «ακαδημαϊκά» για την ουσία όλων εκείνων των «σχεδίων» της «σχεδιασμένης οικονομίας» που κατά βάση εξακολουθεί νάνε πάντα καπιταλιστική. Και να καταδείξου­με ότι, αφού δεν «αίρονται» οι αιτίες που δημιουργούν την κρίση της κεφαλαιοκρατίας, εινε αυταπάτη ή φενάκη να υποστηρίζουμε ότι με σχέδιο σαν του Μαν (ή την απομίμηση του οπό τον κ. Ζο­λώτα) μπορούμε να φτάσουμε σε μια άλλη π ρ α γ μ α τ ι κ ά σοσιαλιστική   οργάνωση της κοινωνίας.
Αλλά ποια είνε η πραγματική σοσιαλιστική οργάνωση της κοινωνίας; Και στο κεφάλαιο αυτό ο κ. Ζ. έχει τρομερή σύγχυση. Και επειδή είνε βασικό πρέπει να ασχοληθούμε κάπως περισσότερο, ο κ. καθηγητής αρέσκεται να φέρνει σε αντίθεση τις έννοιες σοσιαλισμός και κομμουνισμός, ενώ παραδέχεται ότι αποβλέπουν εις το αυτό ιδεώδες (σελ. 29) . «Το κυριώτερον γνώρισμα του σοσιαλισμού — γράφει — είναι ή ελευ­θερία της καταναλώσεως και της εργασίας» (σ. 29), ενώ «κύριον χαρακτηριστικόν του κομμουνισμού είνε η πλήρης κατάργησις της οικονομικής ελευθερίας... Η ελευθερία παραγωγής αίρεται... κα­ταργείται η ελευθερία της εργασίας και επιβάλλεται γενική υποχρέωση προς εργασίαν άνευ ελευθέρας επιλογής τού είδους και τού τόπου εργασίας... Εκ παραλλήλου αίρεται ή ελευθερία καταναλώ­σεως... Ιδιαίτερον χαρακτηριστικόν... είνε η κομμουνιστική αρχή εις την διανομήν του εισοδήματος «έκαστος αναλόγως των αναγκών του». Όλα αυτά ο κ. καθηγητής τ' αναφέρει χωρίς μαρτυρίες και τεκμήρια σαν αυθαίρετες προσωπικές του απόψεις, πού δεν δια­φέρουν ποιοτικά από τις απόψεις εκείνων που λένε και γράφουν, π.χ. ότι στη Σοβιετική Ένωση υπάρχει... κοινοκτημοσύνη των γυ­ναικών, ότι δεν υπάρχει οικογένεια — (αυτό όπως είδαμε παραπάνω , πιστεύει ό κ. καθηγητής ότι κηρύσσει ό Μαρξισμός!) — και ότι οι λαοί των σοβιετικών Δημοκρατιών στενάζουν κάτω από την κομμουνιστική τυραννία! Είνε περίεργο ότι και οι αντιλήψεις αυ­τές του κ. Ζ. παρουσιάζουν τόση ομοιότητα με όσα γράφει κάθε μέ­ρα η προπαγάνδα του δόκτορος Γκαίμπελς! Πέραν όμως από τα φλυναφήματα αυτά υπάρχει ένα βασικό πρόβλημα, που ο κ. καθη­γητής δεν στάθηκε ικανός να το αντικρύσει. Είνε το πρόβλημα της μετατροπής των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής  (άρα και διανομής) σε σχέσεις σοσιαλιστικές, δηλ. το σοβαρότατο πρό­βλημα της πραγματοποίησης του σοσιαλισμού, που απασχόλησε και το Μαρξ και το Λένιν, ενώ δεν απασχόλησε καθόλου τον κ. Ζ. Ο σοσιαλισμός δεν μπορεί φυσικά να πραγματοποιηθεί με τα κρυπτοφασιστικά «σχέδια» του κ. Ζολώτα (γράφε: ντε Μάν). Αλλά δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ούτε και ευθύς μετά την χρεωκοπία και την κατάρρευση του καπιταλισμού και την άνοδο στην εξου­σία, των καταπιεζομένων τάξεων. Η πραγματοποίηση του σοσιαλι­σμού θα είνε η κατάληξη μιας μεταβατικής περιόδου μετασχημα­τισμού τής κοινωνίας από καπιταλιστική σε σοσιαλιστική. Στο με­τασχηματισμό αυτό οι θεωρητικοί τού επιστημονικού σοσιαλισμού διακρίνουν   δύο   φάσεις.   Στην πρώτη φάση επικρατούν σοσιαλιστικές σχέσεις, που χαρακτηρίζονται κυρίως απ' την κα­τάργηση της ατομικής ιδιοχτησίας στα   μέσα   παραγωγής    (και όχι «πάσης ίδιοχτησίας», όπως γράφει ο κ. Ζ. υιοθε­τώντας ανεξέταστα μια χυδαία κατασυκοφάντηση του σοσιαλισμού από τους εχθρούς του) . Η κατάργηση της ατομικής ιδιοχτησίας στα μέσα παραγωγής συνεπάγεται την εξαφάνιση της καπιταλιστι­κής τάξης. Στην πρώτη αυτή φάση ο σοσιαλισμός δεν γνωρίζει πια κοινωνικές τάξεις με αντίθετα συμφέροντα, άρα ούτε πάλη τά­ξεων.   Και   η   διανομή   των   ειδών   κατανά­λωσης   γίνεται   ανάλογα   με   το   ποσό   ερ­γασίας   που   κάθε   ικανό   για   εργασία πρόσωπο   πρόσφερε   στην   κοινωνία.  
Ο Μαρξ γράφει σχετικά: 
«Κάθε παραγωγός παίρνει από την κοινωνία τόσο ακριβώς όσο της προσφέρει. . . ο παραγωγός παίρνει είδη κα­τανάλωσης ανάλογα με την αξία της εργασίας του...».  (Μαρξ: Κριτική του προγράμματος της Γκόττα) . 
Η δεύτερη φάση του μετασχηματισμού είνε η πραγματοποίηση του κομμουνισμού. Στην ευ­τυχισμένη αυτή περίοδο, που θα ζήσει στο μέλλον η ανθρωπότητα, η διανομή των ειδών κατανάλωσης δεν θα γίνεται σύμφωνα με την εργασία αλλά σύμφωνα με τις ανάγκες. Θα είνε μια ανώτερη βαθμίδα πολιτισμού, όταν η κοινωνική παραγωγή θα οργανωθεί και θα λειτουργεί έτσι ώστε ο καθένας να μπορεί να ικανοποιεί τις ανάγκες του. Κάθε μέλος της κομμουνιστικής κοινωνίας θα εργάζε­ται ανάλογα με τις δυνάμεις του, η εργασία θα έχει γίνει τότε μια «ζωτική ανάγκη», ένα κίνητρο χαράς και ψυχικής ισορροπίας. Το Κράτος, που στο σοσιαλιστικό στάδιο του μετασχηματισμού, εξασφα­λίζει τή διανομή των αγαθών σύμφωνα με την εργασία του καθενός, θάχει τότε εξαφανισθεί. Και, όπως καθόρισε ο Λένιν στο έργο του «Κράτος και Επανάσταση», «το Κράτος θα μπορέσει να εξαφανι­σθεί πλήρως τότε μόνον όταν η κοινωνία θα εφαρμόσει τον κανόνα: " Απ' τον καθένα ανάλογα με τις δυνάμεις του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του", δηλ. όταν οι άνθρωποι εξοικειωθούν στην τή­ρηση των θεμελιακών κανόνων της κοινωνικής ζωής και όταν η εργασία τους θα είνε αρκετά παραγωγική  ώστε να την προσφέ­ρουν ολοπρόθυμα ανάλογα με τις ικανότητες τους. Ο στενός ορί­ζοντας του δικαίου των αστών, που εξαναγκάζει να λογαριάζουν με τη σκληρότητα ενός Σάϋλωκ, να μη δουλεύουν μισή ώρα περισ­σότερο, να μη παίρνουν μικρότερο μεροκάματο οπό έναν άλλον θα ξεπεραστεί. Η διανομή των προϊόντων δεν θα χρειάζεται την επι­στράτευση καθενός από την κοινωνία. Καθένας θα παίρνει ελεύθε­ρα ανάλογα με τις ανάγκες του. Είνε εύκολο να πει κανείς από α­στική άποψη ότι μια παρόμοια κοινωνική οργάνωση είνε   «καθαρά ουτοπική» και να κατακρίνει το σοσιαλισμό, που υπόσχεται το δι­καίωμα να παίρνει κανένας από την κοινωνία, χωρίς τον ελάχιστο έλεγχο της δουλείας των πολιτών, οποιαδήποτε ποσότητα πορτοφο­λιών, αυτοκινήτων ή πιάνων. Οι περισσότεροι αστοί «σοφοί» αρέσκο­νται ακόμα και σήμερα σε τέτοιες φλυαρίες, που δεν δείχνουν άλλο οπό την άγνοιά τους και την υστερόβουλη προσκόλληση τους στον καπιταλισμό. Έτσι ο Λένιν σαν να πρόβλεπε και την ειδική αυτή περίπτωση του κ. Ζ., μας βοηθάει στο να κατανοήσουμε καλύτερα την προσπάθεια που κάνει ο κ. καθηγητής της πολιτικής οικονομίας τυπώνοντας βιβλία σαν το «Δημιουργικό Σοσιαλισμό».

Το  κείμενο δημοσιεύτηκε στη Κομμουνιστική Επιθεώρηση Τεύχος Μάης- Ιούνης 1944,σε μια εποχή που η έννοια της "παγκοσμιοποίησης"  ερμηνευόταν με λάθος οικονομικά και πολιτικά εργαλεία. 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου