Κυριακή 14 Απριλίου 2013

ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:Η ΣΙΔΗΡΑ ΚΑΙ ΧΡΥΣΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

62. ΤΑ ΥΨΗ ΚΑΙ ΤΑ ΒΑΘΗ
Δεν είχε τελειώση τον λόγον του, ότε ήκουσα υψηλά, ε­πάνω από το κεφάλι μου, ένα μούγκρισμα τρομερόν. Επερνούσεν ένα θηρίον του αέρος, ένα όρνεον, που ωμοίαζε με τα μεγάλα πτηνά, και όμως είχε κάτι διαφορετικόν.
Ο Δαίμων παρετήρησε την έκπληξίν μου, και επρόλαβε την ερώτησιν :
— Δεν είνε όρνεαν αυτό που βλέπεις' άνθρωπος είνε εκεί μέσα. Είνε μία μηχανή, που την ενέπνευσεν η πονηρία η ιδι­κή μου, μεταμορφωθείσα εις μεγαλοφυϊαν ίδικήν του. Έτσι, εμιμήθη την ιδιότητα του ορνέου, δια να ανεβή υψηλότερα από τους άλλους ανθρώπους, και να τους βλάψη ανάνδρως απ' επάνω.
»Πρέπει να γνωρίζης, ότι τα πτερά του σώματος έχουν αντίστροφον ηθικήν από τα πτερά της ψυχής: όσον μεγαλύτερα είνε τα πτερά του σώματος, τόσον και περισσότερον βλά­πτουν την Ζωήν και όσον μεγαλύτερα είνε τα πτερά της ψυ­χής, τόσον και περισσότερον την ωφελούν. Παρατήρησε τα πτερωτά ζώα : αυτά, που ανεβαίνουν εις μεγαλύτερα ύψη, είνε και τα θηριωδέστερα. Αυτά εμιμήθη ο άνθρωπος : αφή­ρεσε πτερά από την ιδίαν ψυχήν του. Έτσι έγινε και θηρίον του αέρος. Τώρα δεν μένει άλλο, παρά να εύρη μέσον δια ν' ανεβή υψηλότερα, να ταράξη και την προαιώνιον γαλήνην του αιθέρος και να ενσπείρη μεταξύ των Άστρων τον «ιμπεριαλισμόν», την απληστίαν και την μεγαλομανίαν, ώστε κα­θένα και από αυτά να επαναστατήση κατά του αιωνίου νόμου των «αλληλεπιδράσεων» και να διεκδική από Ήλίους την κυριαρχίαν επί του Απείρου!
— Και πώς κατωρθώθη αυτό τό τρομερόν θαύμα;
— Συνειργάσθησαν προς τούτο δύο μεγάλοι δόλιοι Χρεωκόποι : η Ιδεολογία και η Επιστήμη.
— Τί είνε «Ιδεολογία»;
— Φαντάσου ένα ωραίον λευκόν χειρόκτιον, που εφευρέθη δια να κρύπτη τα νύχια, καθώς και κάθε κηλίδα που ημ­πορεί να έχη το ανθρώπινο χέρι. Όλοι θαμβώνονται από την λευκότητα του χειροκτίου αυτού, και πιστεύουν σοβαρώς, ότι είνε ένα με το δέρμα, μολονότι γνωρίζουν πάλιν οι ίδιοι, ότι το χειρόκτιον είνε ευτελές σκυλλοτόμαρον, που έλευκάνθη μέσα εις βρωμερά βυρσοδεψεία. Αυτή είναι η Ιδεολογία. 
»Αλλά μη νομίσης ότι αυτό είναι εκδήλωσις της ανθρωπίνης πονηρίας μόνον είνε γενική πονηρία όλης της φύσεως, που μεταχειρίζεται τα υπό απείρους μορφάς εκφραζόμενον ωραίον ως παγίδα, δια να φθείρη και ν' ανανεώνη κατά τρόπον απλούστερον και ολιγώτερον πολυσύνθετον.
»Θά ημπορούσα να σου δείξω αναριθμήτους εικόνας εις κάθε βήμα σου' και ιδού αμέσως μία απ' αυτάς.
Μου έδειξεν ένα δένδρον εις την κορυφήν του ετραγουδούσεν αμέριμνα ένα ωραίον πουλί, καθισμένον κοντά εις ένα ωραίον Άνθος'  εις την βάσιν του δένδρου ήτο κουλουριασμένον ένα ογκώδες Φείδι, που είχε στρέψη το βλέμμα του προς το πουλί, και το επαρατηρούσεν ατενώς. Γύρω από το Πουλί επετούσεν ένα ωραίον Έντομον και διηυθύνετο προς το Άνθος, δια να ροφήση τό μέλι του.
Ερωτά ο Δαίμων :
— Δεν είνε ωραίον αυτό το Άνθος, που είνε κοντά εις το πουλί;
— Πολύ ωραίον.
— Δεν είνε ωραίον το Έντομον με τα πτερά του, που λάμπουν εις τον ήλιον;
— Αλήθεια, ωραιότατον.
— Δεν λαλεί το Πουλί αρμονικά;
— Πάρα πολύ.
— Δεν είνε αξιοθαύμαστος η γοητεία, που ακτινοβολούν τα μάτια του Φειδίου αυτού;
— Ω , ναι' πολύ θαυμαστή· την αισθάνομαι και εγώ ακόμη.— Λοιπόν, κύτταξε αυτά τα ωραία πράγματα πόσον αρνητικώς συναρτώνται μεταξύ των.
Εκίνησε το παντοδύναμον χέρι του ο Δαίμων εις στιγμήν, που το Έντομον εκάθιζεν επάνω εις το Άνθος καΙ ήρχιζε να απομυζά το μέλι του' το Πουλί, που εκάθητο πλησίον, εσταμάτησε το άσμά του και έχαψε το Έντομον και το μέλι που είχε ροφήση' ευθύς αισθάνεται ζάλην από την γοητείαν του Φειδίου, κλονίζεται, χάνει την ισορροπίαν και πίπτει, ακριβώς μέσα εις το ανοικτόν στόμα του Φειδίου, που το είχε γοητεύση με το βλέμμα του. Τώρα το Φείδι έτρωγε ταυτοχρόνως το Πουλί, το Έντομον και το μέλι του Άνθους!...
Εγέλασε το Φάσμα και μου είπεν :
— Είδες; από την κορυφήν του δένδρου έως την ρίζαν του εμεαολάβησαν, ένα γενικόν θύμα, το Άνθος, και τριών ειδών φαγάδες «ιδεολόγοι»: Το Έντομον, που επήγαινε να γλυκανθή με το μέλι του Άνθους και να του ελαττώση την ζωϊκότητα· μία ιδεολογία ' το Πουλί, που ετραγουδούσε τόσον ωραία, αλλά δεν παρέλειψε να διακόψη το άσμά του, δια να οφετερισθή την ξένη ν ζωήν : άλλη ιδεολογία' και το Φείδι, που άκτινοβουλουσαν τά μάτια του γηοτείαν, δια να ικανοποιή ευκολώτερα τον προορισμόν των δοντιών του : άλλη ιδεολογία.
»Όλα αυτά μαζύ αποτελούν μίαν ωραίαν αλληλουχίαν από καταστροφάς' αδιάφορον αν τας επιβάλλη η οικονομία της φύσεως. Εδώ έχει γίνη πρόωρος αβαρία, διότι το Άνθος και το Έντομον και το Πουλί είxov ακόμη υποχρεωτικόν στάδιον βίου, το οποίον διέκοψε η ορμή της αμοιβαίας αντιδράσεως.
»Λοιπόν αυτή είνε και η ουσία της Ιδεολογίας : μέλι δια την γεύσιν, άσμα δια την ακοήν, γοητεία δια την δράσιν δηλαδή ένα διαρκές δόλωμα των αισθήσεων του άλλου, δια να συλλαμβάνεται ευκολώτερα εις μίαν παγίδα, να έρχεται δε κατόπιν ο τελευταίος και να επωφεληται από όλας ομού τας προηγουμένας φθοράς. Εννοείται όμως ότι είνε φαινομενικώς «τελευταίος», διότι ευρίσκεται καϊ αυτός μέσα εις τον κύκλον της αλληλοεξοντώσεως.
»Ούτως όμως ή άλλως, δι' όλα αυτά απαιτείται μία γοητεία, η οποία δια μεν τον βίον των Ζώων ονομάζεται ειλικρινώς «Αλληλοφάγωμα», δια δε τον βίον των Ανθρώπων ονομάζεται υπούλως «Ιδεολογία».
»Ταυτοχρόνως όμως με αυτήν συνεργεί και άλλος εγκληματίας, αθωότερος αυτός και όμως περισσότερον ένοχος : η Επιστήμη.
»Είδες τον Άνθρωπον — Όρνεον τώρα έλα να ιδής και τον Άνθρωπον — Κήτος.
Τότε με ετύλιξεν εις το σκιερόν σώμα του, και ακαριαίως με κατέβασεν εις τον βυθόν της θαλάσσης.
— Κύτταξε και εδώ, είπε' βλέπεις; άνθρωπος είνε μέσα εις αυτό το κήτος, που εκρύφθη εδώ κάτω δια να βλάψη τους άλλους ανθρώπους, ανάνδρως και απ' εδώ. Εν ονόματι της Επιστήμης επολιόρκησε την Ζωήν μεταξύ μιας ανανδρίας απ' Επάνω και μιας ανανδρίας από Κάτω. Εκεί επάνω εξευτελίζει το Ύψος· εδώ κάτω εξευτελίζει το Βάθος. Ο Αετός και ο Καρχαρίας δεν έχουν πλέον θέσιν εις τας κατοικίας των. Τώρα δεν μένει άλλο δι' αυτά τα θηρία, παρά να καταφύγουν εις τας πόλεις, να κατακερματίσουν τους Διανοουμένους και να καθαρίσουν τας Ακαδημίας, αι οποίαι ηθικώς και πνευματικώς εχρεωκόπησαν δια παντός.
— Μολαταύτα, διέκοψα, εγώ ήκουσα να λέγουν ότι ο Άνθρωπος είνε το ευγενέστερον από όλα τα ζώα.
— Ήκουσες και ζώα να το λέγουν αυτό;
— Όχι, ανθρώπους ήκουσα.
Ο Άνθρωπος, κατακτήσας τον προφορικόν και τον γραπτόν λόγον, κατορθώνει να πείση τον εαυτόν του, ότι εις το βασίλειον των ζώων κατέχει την ευγενεστέραν βαθμίδα. Εαν όμως αι Τίγρεις και Κροκόδειλοι εγνώριζον ανάγνωσιν και γραφήν, η ταξινόμησις των ζώων κατά βαθμόν ευγενείας θα ήτο πολύ διαφορετική!...

(Επιστροφή)




 










 

Σάββατο 13 Απριλίου 2013

ΗΛΙΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: TI EINAI ΈΘΝΟΣ;


Η λέξις «Έθνος» εινε πολύ παλαιά, εχρησιμοποίουν δε αυτήν επί­σης καί οι αρχαίοι Έλληνες, αλλ' υπό διάφορον έννοιαν εκείνης με την οποίαν γίνεται χρήσις αυτής σήμερον εις την επιστήμην. Δια τούτο είναι αναγκαίον εν πρώτοις να λεχθούν ολίγα τινά δια να γίνη γνωστόν τι  εσήμαινεν η λέξις αύτη εις την αρχαιότητα, και κατόπιν να εξηγηθή η σημερινή της έννοια.
Εις την αρχαιότητα η λέξις Έθνος εσήμαινεν απλώς είτε ομάδα ζώων ή ανθρώπων, είτε τους ασκούντας κοινήν τέχνην ή το αυτό επι­τήδευμα, είτε εδήλου τας διαφόρους κατ' ιδίαν Έλληνικάς φυλάς. Ούτω πως ωμίλουν οι αρχαίοι δια «έθνεα ορνίθων», «έθνη εταίρων», «έθνεα νεκρών», ή έλεγον έθνος ραψωδών, ληστών, καί επομένως κατά την μαρτυρίαν του Πολυδεύκους, έθνος ευπατριδών, δημιουργών, γεωμόρων (ό­πως απεκλήθησαν αι τρεις τάξεις εις τας οποίας διήρεσεν ο Θησεύς τους κατοίκους της Αττικής), ή απεκάλουν τους Δωριείς «Δωρικόν έ­θνος», τους Πελασγούς «Πελασγικόν έθνος» κλπ. Ο Ηρόδοτος, μάλι­στα, κάμνει χρήσιν καί του όρου «Ελληνικόν έθνος», αλλά δι' αυτού δεν εννοεί το σύνολον των Ελλήνων, τους οποίους ο Όμηρος ονομάζει «Α­χαιούς», ο δε Αριστοτέλης «Πανέλληνας», αλλά μέρος μόνον του Ελληνικού λαού, και μάλιστα τους κατ' εξοχήν από παλαιοτάτης εποχής φέ­ροντας τό όνομα τούτο Δωριείς, κατ' αντίθεσιν προς τους Ίωνας, τους οποίους καλεί «Πελασγικόν έθνος».
Η αιτία ένεκα της οποίας εις την αρχαίαν εποχήν η σημασία της λέξεως έθνος ήτο τόσον περιορισμένη, οφείλεται εις το ότι οι αρχαίοι Έλληνες ουδέποτε απετέλεσαν καθ' όλον τον μακρόν αυτών ιστορικόν βίον μίαν ολότητα, εν σύνολον ως κράτος. Είνε όμως χαρακτηριστικόν οι μεταξύ των διαφόρων λαών της αρχαίας Ελλάδος επιστεύετο εν τούτοι ότι υπάρχει μεταξύ των φυλετικός δεσμός, τον οποίον ενίσχυον ή ομογλωσσία, η λατρεία των αυτών θεών και η ύπαρξις κοινών ηθών και εθίμων δηλαδή στοιχεία εθνικού χαρακτήρος όπως θεωρούνται συνήθως ταύτα. Από την αντίληψιν αυτήν, η οποία επεκράτει μεταξύ των αρχαίων Ελλήνων , εξηγείται αρκετά σαφώς και ο λόγος δια τον οποίον οι μεταξύ των πόλεμοι εθεωρούντο «εμφύλιοι» πόλεμοι.
Μετά τας ανωτέρω παρατηρήσεις καιρός είνε ν' αναπτυχθή κατωτέρω τί εννοούμεν σήμερον λέγοντες Έθνος. Ο πρώτος, ο οποίος επέτυχε να καθορίση επιτυχέστερον την έννοιαν του όρου αυτού, ώστε γενικώς σήμερον να διδάσκεται η γνώμη του, είνε ο Ιταλός Μαντσίνι, πολιτικός και καθηγητής διαφόρων ιταλικών Πανεπιστημίων κατά τον παρελθόντα αιώνα.. Κατά τον Μαντσίνι, λοιπόν, Έθνος είνε μία φυσική, κοινωνία ανθρώπων, οι οποίοι συνδέονται μεταξύ των δια της κοινής καταγωγής, της χώρας, την οποίαν κατοικούν, της γλώσσης την οποίαν ομιλούν, της θρησκείας την οποίαν πρεσβεύουν, των ηθών και των εθίμων, των κοινών ιστορικών αναμνήσεων και του κοινού παρελθόντος των, και οι οποίοι, επί πλέον, αισθάνονται ότι αποτελούν μίαν κοινωνικήν οντότητα και έχουν ακόμη  την πεποίθησιν ότι ανήκουν εις αυτήν.

Αλλ' αν ήθελε κάνείς να ζυγίση επακριβώς εν έκαστον των γνωριστικών στοιχείων της εννοίας του έθνους, όπως ώρισεν αυτό ο Μαντσίνι, δεν θα εδυσκολεύετο να διαπιστώση ότι σχεδόν όλα, εκτός ενός μόνον, του τε­λευταίου, είνε σχετικής αξίας, και δια τούτο δεν ημπορεί κανέν απ' αυτά να θεωρηθή ως ακριβές γνώρισμα. Δια ν' αποδείξω την άλήθειαν του ισχυρισμού τούτου είνε ανάγκη να εξετάσω εν έκαστον χωριστά τα σημεία αυτά που συναποτελούν, όπως είδαμεν, την έννοιαν του έθνους κατά τον Μαντσίνι.
Η κοινή καταγωγή, είτε κατά το παρελθόν, είτε κατά την σύγχρονον εποχήν, των περισσοτέρων λαών της Ευρώπης δεν είνε δυνατόν ν' αποδειχθή, η δε επιστήμη βεβαιώνει ότι ιδίως τα νεώτερα έθνη είνε κράμα διαφόρων φυλών, ο αριθμός των οποίων είνε πολλάκις επί τοσούτον μεγαλείτερος όσον ανώτερος είνε ο πολιτισμός τούτου ή εκείνου του έθνους. Αρκεί να σημειωθή παραδειγματικώς, ότι το σύγχρονον ιταλικόν έθνος κατάγεται από τους Ετρούσκους, τους Ρωμαίους, τους Έλληνας, τους αρχαίους Γερμανούς κτλ. Επίσης το σύγχρονον γαλλικόν έθνος απέρρευσεν από τους Ρωμαίους, τους Βρεττανούς, τους αρχαίους Γερμανούς και από άλλας ακόμη φυλάς. Το ρωσσικόν έθνος εσχηματίσθη από διαφόρους σλαυϊκάς και μη σλαυϊκάς φυλάς. Το αμερικανικόν έθνος διεπλάσθη από όλας σχεδόν τας γνωστάς φυλάς. Το αγγλικόν έθνος οφείλει την ύπαρξίν του εις  τους Αγγλοσάξωνας, τους Κέλτας, τους Δανούς, τους Νορμαν­δούς, το δε ισπανικόν έθνος εις τους Γότθους, τους Ιβήρους και εις άλλας ρομανικάς φυλάς.
Απ' αυτά τα παραδείγματα συνάγει κανείς το συμπέρασμα ότι είνε αδύνατον σήμερον να υποστηριχθή ότι γνωριστικόν στοιχείον του έθνους απο­τελεί  η κοινή καταγωγή, δια τούτο δε δικαιολογείται ο ισχυρισμός πολ­λών ότι ουδαμού σήμερον υφίσταται έθνος καταγόμενον από μίαν μόνον φυλήν, δηλαδή «καθαρόαιμον». Μάλιστα, υπάρχουν πολλοί οίτινες υποστηρί­ζουν, και δικαίως, ότι και ότε ακόμη ωρισμένον έθνος διετήρησε επί μα­κρόν χρόνον αμιγή την καταγωγήν του (όπως το ελληνικόν έθνος), πάλιν δεν είνε η κοινή καταγωγή η οποία το διατηρεί, αλλ' η πίστις των απο­τελούντων αυτό εις την ίδέαν της εθνικής ενότητος.
Όσον αφορά την γλώσσαν, η οποία ομιλείται από τούτο ή εκείνο το έθνος, πάλιν είνε αδύνατον να υποστηριχθή ότι αποτελεί ιδιάζον στοιχείον της εννοίας του έθνους, και το πολύ μόνον ως δευτερευούσης φύσεως γνώ­ρισμα ημπορεί να γίνη παραδεκτόν. Είνε χαρακτηριστικόν ότι την αγγλικήν γλώσσαν, επί παραδείγματι, ομιλούν ήμισυ δισεκατομμύριον αν­θρώπων, Αμερικανοί, Αυστραλοί, Αφρικανοί κλπ., oι οποίοι ουδόλως α­νήκουν εις το αγγλικόν έθνος. Και αν θα έπρεπε ν' αναφέρω εν αντίθετον παράδειγμα, υπενθυμίζω ότι οι κάτοικοι της Βρεττάνης και των Βοσγίων, αν και πιστεύουν ότι ανήκουν εις το γαλλικόν έθνος, εν τούτοις δεν ομιλούσι την γαλλικήν γλώσσαν παρά ως ξένην μόνον.
Με το ζήτημα της ομιλούμενης γλώσσης δέν εινε άσχετον και το γεγονός ότι μεταξύ των αποτελούντων εν έθνος ομιλούνται, παρά την ομοιόμορφον «επίσημον» γραπτήν γλώσσαν, και διάφορα γλωσσικά ιδιώματα, ό­πως τοιαύτα, ως γνωστόν, έχει και η ελληνική γλώσσα.
Δια την θρησκείαν ημπορεί να επαναληφθή περίπου ό,τι ελέχθη και δια την γλώσσαν. Όσον και αν είνε ιστορικώς βέβαιον ότι η θρησκεία εχώρισε και έφερε μάλιστα εις εμπόλεμον ρήξιν τους Βραχμάνας και τους Βουδιστάς, επίσης δε ότι διετήρησε το Ιουδαϊκόν έθνος και μετά την διάλυσιν του ιουδαϊκού Κράτους και την διασποράν των ομοθρήσκων του εις όλην σχεδόν την υφήλιον, είνε όμως επίσης αληθές ότι δεν ημπορεί ν' αποτελέση στοιχείον ασφαλές της εννοίας του έθνους, διότι πολλάκις εν και το αυτό έθνος έχει να επιδείξη οπαδούς διαφόρων θρησκευμάτων. Μό­νον εις τά έθνη, τά οποία ευρίσκονται εις πολύ χαμηλόν έπίπεδον πολιτι­σμού, οι αποτελούντες αυτό πρεσβεύουν μίαν και την αυτήν θρησκείαν.
Μολαταύτα όμως είνε δυνατόν ενίοτε η θρησκεία από κοινού μετά της γλώσσης να θεωρηθή ως στοιχείον του έθνους, αλλά μεμονωμένως, δηλαδή μόνη της η θρησκεία, ουδέποτε. Και δια να σημειώσω εν παράδειγμα ανα­φέρω ότι οι Κροάται και οι Σέρβοι ομιλούν την αυτήν γλώσσαν, αλλ' εκεί­νοι μέν είνε καθολικοί το θρήσκευμα, αυτοί δε ορθόδοξοι, και δια τούτο και οι μεν και οι δε πιστεύουν οτι αποτελούν ιδιαίτερα έθνη και όχι εν. Αντίθετον παράδειγμα, το οποίον, εξ άλλου, συνηγορεί υπέρ της γνώμης ότι η γλώσσα ημπορεί ενίοτε ν' αποτελέση στοιχείον του έθνους, παρέχουν οι Γερμανοί, οι οποίοι έχουν την πεποίθησιν ότι αποτελούν ίδιον έθνος, χωρίς να υπολογίζουν αν είνε καθολικοί ή διαμαρτυρόμενοι κλπ., επειδή  ομιλούν την αυτήν γλώσσαν. Άλλο παράδειγμα, το οποίον δεν συμφωνεί ούτε προς το πρώτον ούτε προς το δεύτερον των ανωτέρω μνημονευθέντων, μας δί­δουν οι Ελβετοί, οίτινες πιστεύουν ότι αποτελούν Ιδιον έθνος, αν και δεν έχουν την αυτήν κοινήν καταγωγήν, ούτε ομιλούν την αυτήν γλώσσαν, ούτε πρεσβεύουν την αυτήν θρησκείαν.
Αλλά και το άλλο στοιχείον, δηλαδή η χώρα δεν ημπορεί να ληφθή ως σοβαρόν γνωριστικόν στοιχείον του έθνους, επειδή ποτέ οι αποτελούντες εν έθνος δεν ζώσι και δεν διαμένουσιν εντός της αυτής χώρας, αλλ'  είνε διεσπαρμένοι καθ' όλην την γην. Εάν συνέβαινεν όμως όλοι οι αποτελούντες εν ωρισμένον έθνος, να ευρίσκωνται εντός της αυτής χώρας, εν τοιαύτη περιπτώσει θ' απετέλουν, κατά πάσαν πιθανότητα, και ιδιαίτερον   Κράτος, το οποίον τότε θα ήτο και «εθνικόν Κράτος». Το εθνικόν Κράτος  θα εσήμαινεν ότι τα χωρικά όρια μιας πολιτικώς ωργανωμένης κοινωνίας  ανθρώπων συμπίπτουν απολύτως προς τα όρια ενός έθνους, ότι επομένως  εν έθνος θα ήτο ταυτοχρόνως Κράτος, και αντιστρόφως εν Κράτος θ' απετέλει ταυτοχρόνως και έθνος. Εν τούτοις, εθνικά Κράτη δεν υφίστανται  σήμερον και είνε κοινώς γνωστόν ότι πολλά Κράτη σύγκεινται εκ διαφόρων εθνικών στοιχείων και υπάρχουν, εξ άλλου, πολλά έθνη τα οποία δεν  αποτελούν Κράτη.   
Σπουδαίον παράδειγμα Κράτους αποτελουμένου από διάφορα έθνη είχομεν μέχρι του τέλους του παγκοσμίου πολέμου την Αυστροουγγαρίαν, αλ­λά και σήμερον υπάρχουν τοιαύτα Κράτη, όπως λ. χ. η Πολωνία και η Τσεχοσλοβακία.
Εξ άλλου, η ταυτότης των ηθών και των εθίμων ως στοιχείον προσδιοριστικόν της εννοίας του έθνους δεν ημπορεί επίσης να γίνη δεκτόν, διότι είνε δυσαπόδεικτος, ιδίως προκειμένου περί μεγάλων εθνών. Εξ άλ­λου οι κατοικούντες εις τα βόρεια κλίματα ή εις τας μεσημβρινάς χώ­ρας διακρίνονται μεταξύ των από απόψεως ηθών καί εθίμων, αν και ανή­κουν εις το αυτό έθνος, εις την διαφοροποίησιν δε αυτήν επέδρασαν σοβαρώς καί επιδρούν έξακολουθητικώς οι ιδιάζοντες κλιματολογικοί όροι και αι ιδιαίτεραι τοπικαί συνθήκαι. Και αυτοί ακόμη οι όροι του βίου, ο τρό­πος της διαίτης και της κατοικίας δεν δύνανται σήμερον τουλάχιστον, να αποτελέσουν σοβαρόν έρεισμα μιας τοιαύτης γνώμης.
Κατόπιν των όσων εξέθεσα ανωτέρω, από τα οποία καταδεικνύεται ότι είνε τολμηρόν να ζητώμεν να στηρίζωμεν την έννοιαν του έθνους εις στοιχεία των οποίων η αξία είνε αμφίβολος, και τα οποία εις την πραγ
ματικότητα διαψεύδουν κάθε αντίθετον ελπίδα, έπεται ότι δεν μένει άλλο τίποτε να δεχθώμεν, ως άληθινόν γνώρισμα ενός έθνους παρά το ότι συναπαρτίζοντες αυτό πρέπει να αισθάνωνται ότι πράγματι αποτελούν εν κοινωνικόν σύνολον και να έχουν την πεποίθησιν ότι ανήκουν αναποσπάστως εις αυτό. Μόνον το στοιχείον αυτό ημπορεί να στηρίξη πραγματικά την έννοιαν του έθνους, και το στοιχείον αυτό είνε το αίσθημα και μόνον, από το οποίον κατέχονται οι αποτελούντες αυτό, αίσθημα το οποίον δεν σχετί­ζεται με τα ήθη και έθιμα εκείνων οίτινες πάλλονται απ' αυτό, την θρη­σκείαν ή την γλώσσαν την οποίαν έχουν οι ίδιοι, την χώραν την οποίαν κα­τοικούν ή την καταγωγήν των η οποία ημπορεί να είνε και να μη είνε κοινή, αίσθημα, τέλος, το οποίον παρήχθη από το κοινόν ιστορικόν παρελ­θόν των και από την κοινήν, καλήν ή κακήν, τύχην ήτις τους συνέδεσεν εις περασμένους καιρούς και ήτις τους κρατεί και σήμερον ηνωμένους δι' εν επίσης κοινόν μέλλον.
Υπό την εννοιαν αυτήν αντιλαμβάνεται και ο πολύς Ρενάν το έθνος, το οποίον, λέγει, ότι είνε μία μεγάλη ανθρώπινος κοινωνία, ήτις βασίζε­ται εις το συναίσθημα των αποτελούντων αυτήν περί των γενομένων μετά προθυμίας δια το σύνολον πράξεων, και εις συμφωνίαν αυτών όπως και εις τό μέλλον διαβιώσουν ηνωμένοι. «Εν έθνος αποτελεί μιαν ψυχήν», έλεγεν ο Ρενάν, παραθέτων τα εξής χαρακτηριστικά : «Πλήθος ανθρώπων υγιούς πνεύματος και παλλομένης καρδίας δημιουργεί ηθικόν συναίσθημα, το οποίον καλείται έθνος».
Δια τούτο ημπορεί να λεχθή ότι το έθνος είνε φαινόμενον της θελήσεως, ότι εν έθνος ζη διότι υπάρχει η θέλησις εις τους αποτελούντας αυτό δια να ζήση.
 

ΑΔΟΛΦΟΣ ΧΙΤΛΕΡ: Ο ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ


(Το κείμενο του Αρχηγού των Γερμανών Εθνικοσοσιαλιστών  Αδόλφου Χίτλερ γράφτηκε πριν άπό την άνοδό του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος στην Εξουσία και δημοσιεύτηκε  στην ελληνική εφημερίδα "Βραδυνή΄' της 20 Ιανουαρίου 1933)

Η σημασία του εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος ως και η ισχυρά ανάπτυξίς του εις σπουδαίον πολιτικόν παράγοντα εν Γερμανία δεν έγινεν αν­τιληπτή ταχέως εις το εξωτερικόν. Τούτο οφείλεται κυρίως εις το γεγο­νός ότι ο γερμανικός τύπος κατά το    πλείστον αυτού μέρος πρόσκειται εις το σημερινόν κυβερνητικόν σύστημα το κρα­τούν εν Γερμανία και δια της τακτικής της σιω­πής, η οποία επί έτη εφηρμόσθη εκ συστήματος ενόμιζεν ότι θα ηδύνατο επ' άπειρον να αποκρύψη την  σημασίαν της εσωτερι­κής εξεγέρσεως του γερμανικού έθνους και της πνευματικής του επαναστάσεως, που εξεδηλώθη δια του κινήματος, του οποίου προΐσταμαι. Ούτω, ο κόσμος, που μέ­χρι τότε ηγνόει την ύπαρξιν του   εθνικοσοσια­λιστικού κινήματος, μό­λις μετά τας   εκλογάς της 14ης Σεπτεμβρίου, επληροφορήθη τα κατ αυτό και ήρχισε να   τη παρακολουθή μετ' ενδια­φέροντος διαρκώς αυξανομένου. Αλλά και σή­μερον ακόμη δεν υπάρ­χει ακριβής    αντίληψις περί της δυνάμεως του κινήματος και περί των σκοπών τους οποίους τού­το επιδιώκει.    Η αυτή, περίπτωσις ισχύει και διά την Ελλάδα. Και δια της εφημερίδος  αυτής, θα προσπαθήσω όπως εν βραχυλογία χαράξω τας  γενικάς γραμμάς του κινήματός μου , το οποίον  προώρισται, να παίξη σημαντικόν ρόλον  εις την μελλοντικήν εξέλιξιν της Γερμανίας και της Ευρώπης.
Το έθνικοσοσιαλιστικόν κίνημα βασίζεται επί τής αρχής ότι ένας άνθρωπος αλλά σωματικώς υγιής και κάτοχος καλού και σταθερού χαρακτήρος, επίσης δε αποφασιστικός και με ισχυράν θέλησιν, είνε περισσότερον χρήσιμος εις την ολότητα άπό ένα πνευ­ματώδη αλλά καχεκτικόν άνθρωπον.
Μόνον τοιούτοι άνθρωποι είνε εις θέσιν να αντεπεξέλθουν κατά των αντιξόων περιστάσεων ! «Η τρομοκρατία δεν καταπολεμείται δια του πνεύματος και τής λογικής, αλλά δια της τρομοκρατίας». Η επι­τυχία έδικαίωσε την μέθοδον. Ο εθνικοσοσιαλισμός ήλθε να πληρώση α­νάγκας πνευματικάς μεγάλων στρωμάτων του γερμανικού λαου, που ευρι­σκόμενα υπό την επίδρασιν των σφαλερών κηρύκων του ρασιοναλισμού ο ο­ποίος επεκράτει κατά τα μεταπολεμικά έτη, ανεζήτουν ενστίκτως την στι-βαράν χείρα ενός ηγέτου. Και γρήγορα ανεγνώρισαν εις τον εθνικοσοσιαλισμόν την εμφάνισιν της ιδέας, η οποία αντεπεκρίνετο εις το ιδικόν των ι­δεώδες. Ούτω η ραγδαία διείσδυσις του εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος εις τας μάζας απεκάλυψε το γεγονός ότι η ηρωϊκή σκέψις, παρά την απώλειαν  του πολέμου και την επανάστασιν δεν απέλειπε τον γερμανικόν λαον και ότι εις εθνικός ηγέτης, ο οποίος θα επετύγχανε να αποκτήση συγχρόνως την κοινωνικήν εμπιστοσύνην της μάζης, θα ήτο επίσης εις θέσιν να την επαναφέρη και πάλιν εις την οδόν της εθνικής ιδέας. Διότι η ιδέα του εθνικοσοσιαλισμού βασίζεται επί της άδιαλύτου ενότητος της μεγάλης ιδέας  της εθνικής ελευθερίας μετά της μεγάλης ιδέας του γερμανικού σοσιαλισμού που δεν έχει καμμίαν σχέσιν με τον ολέθριον και αποσυνθετικόν «σοσιαλισμόν», τον κηρυττόμενον εν Γερμανία υπό των λεγομένων σοσιαλιστι­κών κομμάτων (ως το μαρξιστικόν), αλλά που είνε η πραγματοποίησις της οικονομικής και ηθικής τάξεως που αντιστοιχεί εις την γερμανικήν ανάγκην.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
Το γερμανικόν εθνικοσοσιαλιστικόν οικονομικόν πρόγραμμα αναχωρεί εκ του συνθήματος «γενική ωφέλεια εκ της ατομικής ωφελείας» και κατα­λήγει εις το συμπέρασμα ότι η έννοια κάθε οικονομικής πολιτικής δέον να αποβλέπη εις τον μοναδικόν σκοπόν της καλύψεως των αναγκών του έθνους. Το πρόγραμμα τούτο με τα 25 κύρια άρθρα του, το οποίον συνετάχθη ήδη από του έτους 1920, βασίζεται επί της αρχής της ιδιωτικής ιδιο­κτησίας και της ατομικής πρωτοβουλίας, εις την οποίαν όμως πρέπει να τεθούν όρια σωματειακά, εκεί όπου το απαιτεί το συμφέρον της ολότητος. Εν τω πλαισίω των ορίων τούτων, τα οποία απαιτεί το συμφέρον του έθνους, πρέπει να ημπορή να αναπτυχθή ελευθέρως η ιδιωτική οικονομική πρωτοβουλία, συμφώνως με την αρχήν της ανωτέρας δυνατής αποδόσεως και να μη επιτρέπεται να αναχαιτίζεται ο ελεύθερος συναγωνισμός δια παντοειδών δεσμών, ως γίνεται σήμερον δια των καρτέλ και των τραστ επί ζημία των μεγάλων μαζών του λαού. Η εθνικοσοσιαλιστική ιδέα απο­τελεί μίαν θεμελιώδη ενότητα. Δεν είνε λοιπόν δυνατόν να γίνεται λόγος «περί σοσιαλιστών» και «μη σοσιαλιστών» εις το κόμμα, εις το οποίον δεν υπάρχουν ούτε «εθνικόφρονες σοσιαλισταί», αλλά μόνον περί «εθνικοσοσια­λιστών».


Η ΛΑΪΚΗ ΘΕΛΗΣΙΣ
Η αριστοκρατική ηγέτις ιδέα του εθνικοσοσιαλισμού απορρέει εκ του γεγονότος ότι η αξία και η ικανότης ενός λαου καθορίζεται εκ της ελευθέρας αναπτύξεως της προσωπικότητος. Και αυτή η υγιής και φυσική  αρχή παρίσταται σφαλερώς υπό των αντιπάλων του εθνικοσοσιαλιστικού γερμανικού κινήματος, εις το εξωτερικόν. «Ζητείτε δικτατορίαν επί των δικαιωμάτων του λαού» κραυγάζουν οι αντίπαλοι του κινήματος μας. Ο ισχυρισμός αυτός είνε άδικος. Εκείνο που διακηρύσσομεν από ετών είνε ότι δεν ζητούμεν δικτατορίαν υπό την έννοιαν ενός δεσποτισμού που να επιβάλωμεν εις τον γερμανικον λαόν. Το εναντίον συμβαίνει. Ο εθνικοσοσιαλισμός τείνει εν τη πραγματικότητι προς μίαν πολιτικήν μορφήν, η οποία θα προέλθη συγχρόνως εκ των έσω από μίαν νεογέννητον εθνικήν θέλησιν, θα αυξηθή οργανικώς και θα ριζωθή εις αυτήν. Ο ανώτερος άρχων του έθνους θα είνε απλώς και μόνον ο εκτελεστής της λαϊκής θελήσεως, ουχί όμως ο εκπρόσωπος μιας διαρκώς μεταβαλλομένης κοινοβουλευτικής θε­λήσεως αριθμού τίνος προσώπων, αλλά της ανωτέρας εκείνης θελήσεως, που ενυπάρχει εις τον λαόν,και ζητεί μόνιμον έκφρασιν. Εις όλους σχεδόν τους λαούς η ενιαία αυτή εθνική έκφρασις της θελήσεως εν τη πολιτική ζωή είνε ανέκαθεν κάτι το φυσικόν και μόνον εν Γερμανία η χαρακτηριστι­κή «μιζέρια» των κομμάτων των ταξικών αγώνων, ημπόδισε μέχρι σήμερον την τοιαύτην διαμόρφωσιν της εθνικής θελήσεως. Επειδή όμως ο γερμανικός λαός ανεγνώρισεν ότι ο εθνικοσοσιαλισμός κατέστησε σκοπόν του την έκφρασιν της ενδιαθέτου αυτής θελήσεως, δια τούτο εστράφη με εμπιστοσύνην προς το κίνημα μας. Εις την νίκην του κινήματος αυτού διαβλέ­πει την νίκην της ιδίας αυτού θελήσεως. Και εις την νίκην αυτήν αντιτίθεται ο σημερινός εν Γερμανία επικρατών δεσποτισμός, με συστήματα δι­κτατορικά.
Πάντως, το εθνικοσοσιαλιστικόν κίνημα έχει επιθέσει την σφραγίδα του επί του γερμανικού λαού πολύ βαθύτερα ή όσον πιστεύεται εις το εξω­τερικόν. Είνε αδύνατον να κατανοηθή η σημερινή Γερμανία και να εκτιμηθή ορθώς, εν αγνοία των εν τω γίγνεσθαι μεταβολών που θα αποτελέ­σουν την αυριανήν Γερμανίαν. Ο γερμανικός λαός ευρίσκεται όντως εις μιαν στροφήν της ιστορίας του, εις την οποίαν αι παλαιαί επιδράσεις πα­λαίουν προς τας νέας, αλλ' από την διαμάχην ταύτην αρχίζει να διαγρά­φεται καθαρά η μελλοντική μορφή μιας νέας Γερμανίας. Ο εθνικοσοσιαλισμός δημιουργεί ήδη, επί των ερειπίων της καταρρεούσης
αστικής καί προλεταριακής ιδεολογίας, την ιδέαν μιας νέας πολιτείας, εις την οποίαν η μονάς αξίας δεν θα είνε το «άτομον» ή η «ανθρωπότης», αλλά ο λαός ως μοναδική πραγματική και οργανική ολότης.  Από της κοσμοθεωρητι­κής αυτής απόψεως αναχωρών ο εθνικοσοσιαλισμός αρνείται να κυριαρχή­ση επί ξένων λαών και να τους καταστήση αντικείμενον εκμεταλλεύσεως, αλλά δεν θα επιτρέψη εις κανένα όπως διαμφισβητήση το δικαίωμα του γερμανικού έθνους να ζήση την ελευθέραν και ειρηνικήν ζωήν ενός μεγάλου καί ελευθέρου λαού.

Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΦΥΛΗ
Μία από τας βάσεις του εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος είνε να δια­τηρήση τον λαόν ως την πρώτην ύλην του έθνους,  σωματικώς και πνευματικώς υγιά. Ανεγνωρίσαμεν ότι περαιτέρω επιμιξία με ανθρώπους ξένων φυλών, ουχί ίσης αξίας προς την γερμανικήν, είνε επιζημία. Το κίνημα απαιτεί την θέσπισιν νόμων ρυθμιζόντων τα της εισόδου ξένων εις την Γερ­μανίαν, ομοίων προς τους ισχύοντας εν Ηνωμέναις Πολιτείαις μετανα­στευτικούς νόμους, που προστατεύουν την υγείαν της αμερικανικής φυλής. Ιδίως εν Γερμανία πρέπει να ισχύσουν οι νόμοι ούτοι όσον αφορά την από ανατολών εισροήν ξένων στοιχείων, ως εκείνα τα οποία μετά τον πόλεμον «εισήλθον εις Γερμανίαν εις μέγαν αριθμόν και συνετέλεσαν εις την μπολσεβικοποίησιν μερίδων του γερμανικού λαου. Η επιρροή τοιούτων στοι­χείων επί της οικονομικής ζωής της χώρας έγινεν αισθητή με σειράν σκαν­δάλων.
Η νίκη του εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος εν Γερμανία δεν θα είναι νίκη της προπολεμικής Γερμανίας, η οποία ανήκει εις την ιστορίαν. Mε την επικράτησιν του εθνικοσοσιαλισμού δεν πρόκειται να επανέλθη η πα­λαιά Γερμανία. Ένα νέον γερμανικόν γένος παλαίει δια την κατάκτησιν του δικαιώματος του εις την ζωήν επί της γης. Η νέα αυτή Γερμανία, ελευθέρα πάσης ευθύνης δια τον πόλεμον και που δεν υπέγραψε το δήθεν πολεμικόν χρέος της Γερμανίας, παρά την θέλησιν της και το δίκαιον, έχει εμπιστευθή τας τύχας της εις το εθνικοσοσιαλιστικόν κόμμα δια να  απελευθερωθή από το φοβερόν βάρος των πολεμικών χρεών, που αποστε­ρούν τα παιδιά της και τα παιδιά των παιδιών της από την ελπίδα μιας καλυτέρας ζωής. Η νέα αυτή Γερμανία, που είνε αποφασισμένη, όπως μαζί με την λύσιν του ζητήματος των χρεών, διακανονίση και την νέαν τάξιν των γερμανικών πραγμάτων εν τω εσωτερικώ, επιδιδομένη εις το έργον της ειρηνικής ανοικοδομήσεως  θα πολεμήση με στιβαρόν βραχίονα την επικράτησιν των ολεθρίων εκείνων μαρξιστικών στοιχείων, που ωδήγησαν την Γερμανίαν οικονομικώς καί ηθικώς εις το χείλος της αβύσσου. Θα θέση τέρμα εις το μίασμα του λαοφθόρου μαρξισμού και του ασιατικού μπολσεβικισμού που απειλεί τον ευρωπαϊκόν πολιτισμόν και θα τονώση τας ηθικάς εκείνας δυνάμεις και ιδιότητας εις τας οποίας το γερμανικόν έθνος οφείλει την περίοπτον θέσιν του μεταξύ των λαών της γης.
Δια να εκπληρώση την μεγάλην αυτήν αποστολήν, αλλά και δια την διατήρησιν της εντιμότητας του, δεν θα αναλάβη την ευθύνην όπως υποσχεθή οίκονομικάς υποχρεώσεις, τας οποίας ο οικονομικώς αφαιμαχθείς γερμανικός λαός δεν θα ημπορέση να εκτελέση και που η εκπλήρωσίς των θα αποκλείη κάθε δυνατότητα οικονομικής ανορθώσεως της Γερμα­νίας, προς βλάβην και των λοιπών κρατών. Το εθνικοσοσιαλιστικόν κόμμα έχει την στερράν θέλησιν, όπως εκπληρώση εντίμως τας ιδιωτικάς υπο­χρεώσεις, τας οποίας η Γερμανία έχει αναλάβει. Ο εθνικοσοσιαλισμός επιθυμεί να φέρη τούτο εις γνώσιν του κόσμου, διαψεύδων πάσας τας κακοή­θεις φήμας. Οι ιδιώται δανεισταί θα πεισθούν ότι η εφαρμογή των εθνικοσοσιαλιστικών οικονομικών αρχών εν Γερμανία θα αποτελέση ασφαλεστέραν και καλυτέραν εγγύησιν δια τας οικονομικάς απαιτήσεις των, από την εσφαλμένην οικονομικήν πολιτικής την οποίαν εφαρμόζει το σήμερον εν Γερμανία κρατούν καθεστώς. Η νίκη της εθνικοσοσιαλιστικής κρατι­κής ιδέας εν Γερμανία σημαίνει γαλήνην και τάξιν εν Ευρώπη, ενώ η εξακολούθησις του σημερινού συστήματος θα οδηγήση τελικώς εις το χάος, με συνέπειαν την απώλειαν όλων των υπαρχουσών εν Γερμανία αξιών.
Το εθνικοσοσιαλιστικόν κίνημα δεν έχει πολεμικούς σκοπούς και επι­θυμεί ειλικρινώς την ειρήνην, ίνα δυνηθή να αφιερωθή εν ησυχία εις την ανόρθωσιν της χώρας. Πάντως ειδοποιεί πάντα ενδιαφερόμενον ότι η ει­ρήνη δεν ημπορεί να βασισθή επί της οικονομικής καταπιέσεως των επα­νορθώσεων και της εξαθλιώσεως ενός ολοκλήρου λαού που θέλει να ζήση, εις την καρδίαν της Ευρώπης. Ο επιθυμών αληθώς την ειρήνην εν τω κόσμω, οφείλει προ παντός άλλου, να φροντίση όπως οι λαοί διαβιώσιν ειρηνικώς μετ' αλλήλων και όχι να υπόκεινται εις αιφνιδιαστικάς εκρή­ξεις των δυνάμεων των. Το εθνικοσοσιαλιστικόν κόμμα έχει την πεποίθη­ση ότι μόνον η νέα Γερμανία, της οποίας το βλέμμα είνε προσηλωμένον εις το σύνθημα «Πτωχή και έντιμος» και εις το μέλλον, θα δυνηθή να ανακτήση την εμπιστοσύνην των άλλων λαών προς τον γερμανικόν και ότι  ουδέν έθνος, έν γνώσει του γεγονότος ότι η ειρήνη της Ευρώπης μόνον δια της υπάρξεως ζωτικών, ελευθέρων καί ευημερούντων κρατών, εννοείται, θα αρκεσθή εις αυτήν την εκτίμησιν και την εμπιστοσύνην, την οποίαν ζητεί.

Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

ΙΣΑΑΚ ΜΠΑΜΠΕΛ: ΤΟ ΑΛΑΤΙ

ΑΓΑΠΗΤΕ σύντροφε εκδότη. Θέλω να σας γράψω για το κακό που μας κάνουν οι ασυνείδητες γυναίκες. Βασίζομαι σ' εσάς που τριγυρνώντας στα μέτωπα του εμφύλιου πολέμου είχατε σημειώσει πως δε θα παραλείψετε το σταθμό Φαστόβ, αυτόν που βρίσκεται κάπου μακριά, πέρα από βουνά κι΄από  λαγκάδια. Για το σταθμόν αυτό που σας λέω, μπορεί να γράψει κανείς πολλά, μα — όπως λέμε στην απλή μας γλώσσα —εγώ θα σας γράψω μόνο για τα όσα είδα με τα μάτια μου. Εδώ κι' εφτά μέρες, μιαν ήσυχη κι' αξιοσημείωτη νύχτα, το δοξασμένο τραίνο του Ιππικού μας σταμάτησε εκεί, φορτωμένο με αγωνιστές. Όλους μας μας φλόγιζε ο πόθος να βοηθήσουμε στην κοινή υπόθεση. Τραβούσαμε γραμμή για το Μπερντίτσεβ. Όμως, βλέπουμε πως το τραίνο δεν εννοεί να το κουνήσει απ' τη θέση του. Οι μαχητές μας άρχισαν ν' ανησυχούν, να κρυφομιλούν μεταξύ τους — τί σημαίνει αυτή ή καθυστέρηση;
Ο λόγος αυτής της στάσης που καθυστερούσε την κοινή υπόθεση, ήταν μεγάλος —ήταν αυτοί οι μαυραγορίτες, αυτοί οι μισητοί εχθροί, που ανάμεσα τους ήταν κι' ενας αμέτρητος αριθμός γυναικών. Όλοι αυτοί κατάφεραν να ξεγελάσουν τη σιδηροδρομική αρχή, ξεχύθηκαν στο σταθμό, πιάστηκαν άφοβα από τα χερούλια του τραίνου, αυτοί οι μισητοί εχθροί, έτρεχαν πάνω στη σιδερένια στέγη, τριγύριζαν και φώναζαν, κι' ο καθένας τους βαστούσε στα χέρια του το περιζήτητο αλάτι [1] που έφτανε ως πέντε πούτια [2] στο κάθε τσουβάλι. Μα δε βάσταξε πολύ ο θρίαμβος αυτών των παραδόπιστων. H πρωτοβουλία των μαχητών που βγήκανε απ' τα βαγόνια έδωσε ευκαιρία στη σιδηροδρομική αρχή, αφού πρώτα βρίστηκε, να πάρει λίγη ανάσα. Μόνο οι γυναίκες με τα ταγάρια τους έμειναν εκεί. Από συμπόνια, οι μαχητές βόλεψαν μερικές απ' αυτές στα βαγόνια, άλλες πάλι τις άφησαν εξω. .
Το ίδιο και στο δικό μας βαγόνι, του δεύτερου λόχου, παρουσιάστηκαν δυο κοπέλες, κι' όταν χτύπησε το κουδούνι, μας ζύγωσε και μια παχιά γυναίκα μ' ένα μωρό στα χέρια:
—Αφήστε με, καλοί μου κοζάκοι, άρχισε να λέει. Όλο τον πόλεμο βασανίζομαι στους σταθμούς με το  μωρό στα χέρια, και τώρα θέλω να ιδώ τον άντρα μου, μα ειν' αδύνατο να ταξιδέψει κανείς με το τραίνο. Μπας και δεν τ' αξίζω, καλοί μου κοζάκοι;
— Άκουσε, γυναίκα, της λέω, ό,τι πει ο λόχος, αυτό θα ειν'  η τύχη σου.
Το λοιπόν, στράφηκα στο λόχο, και τους λέω πως η παχιά γυναίκα παρακαλεί να πάει στον άντρα της, εκεί που την περιμένει, με το μικρό που στ' αλήθεια κρατάει μαζί της.
— Ποιά είναι η γνώμη σας; Να την αφήσουμε ή όχι;
— Ασ' την! φωνάζουν τα παιδιά. Ύστερ' από μας δε θά θελήσει τον άντρα της ...
—Όχι, λέω μ' αρκετή ευγένεια, σέβομαι το λόχο, μ' απορώ ακούοντας από σας τέτοιες βαρβατίλες. Θυμηθείτε τη ζωή σας, κι'  εσείς είσαστε κάποτε παιδιά με τις μανάδες σας... Και τότε θα ιδείτε πως δεν κάνει να μιλάτε έτσι...
Οι κοζάκοι, αφού μίλησαν μεταξύ τους και είπαν τι πειστικός που είν' αυτός ο Μπαλμάσεβ, άφησαν τη γυναίκα να μπει στο βαγόνι. Εκείνη μπαίνει και μας γιομίζει μ' ευχαριστίες. Κι' ο καθένας τους, χτυπημένος στο φιλότιμο απ' τα λόγια μου, τη βοηθάει. Κι' όλο της λένε κάτι τέτοια:
Κάτσε, κυρά μου, στη γωνιά, και χάιδεψε το μωρό σου σα μάνα. Κανείς δε θα σ' αγγίξει, και θα φτάσεις στον άντρα σου, όπως το θέλεις. Βασιζόμαστε σε σένα και σ' όλες τις μανάδες πως θα μας μεγαλώσετε νέα γενιά, γιατί οι μεγάλοι γέρνουν και τα βλαστάρια είναι σπάνια. Είδαμε συφορές, κυρά μου, και στην πραγματική υπηρεσία και στην ανάπαψη μας. Η πείνα μας πάτησε, το κρύο μας έκαψε... Κάτσε δω, κυρά μου, χωρίς φόβο.
Με το τρίτο κουδούνι το τραίνο ξεκίνησε. Η όμορφη νύχτα μας σκέπασε σα σκηνή. Πάνω της ήταν τ' αστραφτερά αστέρια. Κι' οι μαχητές φέρνανε στη θύμηση τους τη νύχτα και τα πράσινα άστρα του Κουμπάν, κι' ήταν η σκέψη τούτη γρήγορη σαν πουλί. Οι ρόδες χτυπούν τα-τα-ράχ, τα-τα-ραχ...
Ύστερ' από ώρα, όταν η νύχτα παραχώρησε τη θέση της στην κόκκινη αυγή, με ζύγωσαν οι κοζάκοι που μ' έβλεπαν να κάθομαι άϋπνος κι' άκεφος.
— Μπαλμάσεβ, . μου λένε, γιατί είσαι γιομάτος από τόση πλήξη και κάθεσαι άϋπνος;
—Σας προσκυνώ, συναγωνιστές, και σας ζητώ συμπάθιο, μα, επιτρέψτε μου να πω δυο λόγια σ' αυτή τη γυναίκα...
Τρέμοντας σύγκορμα, σηκώνομαι απ' τη θέση που ήμουν ξαπλωμένος, κι΄ απ' όπου ο ύπνος, είχε φύγει σαν το λύκο μπροστά σ' ένα κοπάδι αγριεμένα σκυλιά, τη ζυγώνω, παίρνω απ' τα χέρια της το παιδί, σκίζω τις φασκιές του και τα κουρέλια του, και βγάζω ένα σωστό πούτι αλάτι!
— Να ένα περίεργο, μωρό, σύντροφοι, που δε ζητάει βυζί, που δε βρέχεται πάνω του, και δεν ξυπνάει τον κόσμο με τα κλάματα του...
—Να με σχωράτε, καλοί μου κοζάκοι, μπαίνει η γυναίκα στη μέση με μεγάλη ψυχραιμία, δε σας κορόιδεψα εγώ, η κακία μου σας κορόιδεψε...
—Ο Μπαλμάσεβ θα συχωρέσει την κακία σου, αποκρίνομαι στη γυναίκα, ο Μπαλμάσεβ δε σκοτίζεται γι αυτό , γιατί παίρνει τόσα, όσα έδωσε. Όμως κυρά, κοίταξε τους κοζάκους που σ' ανυψώσανε σαν εργαζόμενη μάνα της δημοκρατίας. Κοίταξε αυτά τα δυο κορίτσια που κλαίνε τώρα γιατί τα κακομεταχειριστήκαμε αυτή τη νύχτα. Κοίταξε τις γυναίκες μας στο καρπερό Κουμπάν που λιώνουν χωρίς τους άντρες τους, κι' αυτοί, έρημοι σαν κι' αυτές, άθελα βιάζουν τα κορίτσια που περνούν στη ζωή τους... Κι' εσένα δε σ' αγγίξανε, την ανάξια, μ' όλο που θάπρεπε να τόχαν κάνει... Κοίταξε τη Ρωσία που την πλακώνει ο πόνος... Κι' εκείνη μου λέει:
— Έχασα τ' αλάτι μου και δε φοβάμαι τώρα την αλήθεια. Εσείς δε σκοτίζεστε για τη Ρωσία, εσείς πάτε να γλιτώσετε τους τσιφούτες, τον Λένιν και τον Τρότσκυ...
— Τώρα δε μιλάμε για τους τσιφούτες, βλαβερή, πολίτισσα. Οι τσιφούτες δεν έχουν σχέση μ' αυτά, Μια που έγινε λόγος, δε θα πω για τον Λένιν, όμως ο Τρότσκυ είναι ο τρελός γιος του νομάρχη του Ταμπώβ, και, μ' όλο που είναι από άλλη τάξη, πήρε το μέρος της εργατιάς. Σα νάμαστε κατάδικοι στο κάτεργο, αυτοί μας βάζουν στο λεύτερο δρόμο της ζωής, κι΄ εσύ, σιχαμερή γυναίκα, είσαι πιο εχθρός από κείνον τον άσπρο στρατηγό που με το κοφτερό σπαθί του μας φοβερίζει απ' το ακριβό του άλογο... Εκείνος φαίνεται απ' όλες τις μεριές, κι' ο εργάτης έχει την ελπίδα να τον σφάξει κάποτε, εσένα όμως, κακορίζικη γυναίκα, με τα παιδάκια σου τα παράξενα, που δε ζητάνε ψωμί... —εσύ δε φαίνεσαι,, σαν τον ψύλλο, εσύ δαγκάνεις, δαγκάνεις, δαγκάνεις...
Και παραδέχομαι ειλικρινά πως την πέταξα τούτη τη γυναίκα, την ώρα που το τραίνο έτρεχε κάτω από ένα βουναλάκι. Αυτή όμως, σαν πολύ πρόστυχη, κάθησε λίγο, τίναξε τις φούστες της και τράβηξε τον άτιμο δρόμο της. Και βλέποντας την απείραχτη, και την απερίγραπτη Ρωσία τριγύρω της, και τα χωράφια των μουζίκων χωρίς στάχια, και τα κορίτσια τα πειραγμένα, και τους συντρόφους, που πολλοί απ' αυτούς πάνε στο μέτωπο και λίγοι γυρίζουν, θέλησα να πηδήσω απ το βαγόνι και να αποτελειώσω ή τον εαυτό μου ή αυτήν. 'Όμως οι κοζάκοι με λυπήθηκαν και μου είπαν:
— Χτύπησε την με το ντουφέκι.
Ξεκρέμασ' από τον τοίχο το πιστό μου όπλο και ξέπλυνα αυτό το λεκέ απ' το  πρόσωπο της εργατικής γης και της δημοκρατίας.
Κι' εμείς, οι μαχητές του δεύτερου λόχου, ορκιζόμαστε μπροστά σας, αγαπητέ σύντροφε εκδότη, και μπροστά σας, αγαπητοί σύντροφοι που δουλεύετε στη σύνταξη, να χτυπούμε αλύπητα όλους τους προδότες που μας τραβούν στο λάκκο, και θέλουν να κάνουν το ποτάμι να τρέξει προς τα πίσω, και να στρώσουν τη Ρωσία με πτώματα και με μαραμένο χόρτο.
Για όλους τους μαχητές του δεύτερου λόχου.


ΝΙΚΗΤΑΣ ΜΠΑΛΜΑΣΕΒ στρατιώτης της Επανάστασης.


Υποσημειώσεις:
[1] Την εποχή εκείνη ήταν μεγάλη έλλειψη άπο αλάτι. και το  χρησιμοποιούσαν και σα μέσο συναλλαγής.
[2]  82 κιλά.


(Επιστροφή)


Τετάρτη 10 Απριλίου 2013

ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: 42. O ΚΟΡΑΚΑΣ

Τότε με ωδήγησε το Φάσμα εις μίαν μικράν τάφρον, εις το βάθος της οποίας υπήρχεν ένα χειρόγραφον από πάπυρον.
— Ιδού, μου είπεν, ανοίγων εμπρός μου το χειρόγραφον. Είνε η ιστορία ενός Κόρακα συζύγου. Ας την διαβάσωμεν.
Και ήρχισε να διαβάζη :
«Μίαν φοράν υπήρχεν ένας άνθρωπος, που ήθελε να μά­θη διατί ο εγκέφαλος της γυναίκας του έχει διαφορετικήν σύστασιν από τον ιδικόν του. Εσκέφθη ν' απευθυνθή εις τους πλέον σοφούς, αλλά παρητήθη γρήγορα από την ιδέαν του, παρατηρήσας ότι και οι σοφώτεροι ήσαν, καθώς και αυτός, προσκολλημένοι εις μίαν γυναίκα.
»Και είπε τότε εις τον εαυτόν του :
— »Τί τάχα να μάθω περισσότερον από μίαν σοφίαν, που ευρίσκεται εις την αυτήν θλιβεράν κατάστασιν με την ιδικήν μου αμάθειαν;
»Δεν είχε τελειώση την σκέψιν ταυ και ιδού εμπρός του «δύο κόρακες. » Εσκέφθη :
— »Εάν ερωτούσα αυτά τα πτηνά.
»Ο ένας από τους δύο κόρακες ησθάνθη καλά την σκέψιν του Ανθρώπου, και του είπε πλησιάζων άφοβα :
— »Είμαι έτοιμος να σου δώσω κάθε πληροφορία δια το ζήτημα που σε βασανίζει. Εγώ είμαι το αρσενικόν του ζεύ­γους.
— »Ας ιδούμεν λοιπόν τι ημπορεί να γνωρίζη ο Κόρακας, δια τον οργανισμόν του εγκεφάλου μιας γυναίκας.
— »Ω Άνθρωπε! απήντησεν ο Κόρακας· όλα τα θήλεα έχουν τον ίδιον οργανισμόν του εγκεφάλου μιας γυναίκας, αρχίζοντας από την κυρίαν σου και τελειώνοντας εις την ιδικήν μου. Η διαφορά της εκδηλώσεως οφείλεται εις την ποιό­τητα των πράξεων και των έξεων αλλ' η ηθική υπόστασις είναι η ιδία.
»Τότε επλησίασε κοντά εις το θηλυκόν του και επρόσθεσε :
— »Παρατήρησε μέσα εις το κρανίον της. Εγώ ηξεύρω καλά τι πράγμα είνε ο εγκέφαλος της, διότι ημείς οι κόρακες τα τρώγομεν ευτυχώς τα θηλυκά μας, όταν πεθαίνουν και γνω-ρίζομεν καλά τον οργανισμόν των.
»Ο Άνθρωπος έκυψε.
»Ποίον θέαμα! Το ήμισυ του κρανίου είχεν αφαιρεθή και ο εγκέφαλος εφάνη ανοικτός, ενώ εις το μέσον του υπήρχεν ένα κουτάλι της σαλάτας, το οποίον εις κάθε αντιληπτικήν δόνησιν του εγκεφάλου, εκινείτο διαρκώς και εσύγχιζε την αντίληψιν.
— » Σαλάτα λοιπόν ετοιμάζεται εδώ μέσα;
Πάντοτε' κάθε τι που εισάγουν εις τον εγκέφαλον αι αισθήσεις από τον εξωτερικόν κόσμον, το ανακατώνει διαρκώς το κουτάλι, μεταβάλλει τας φυσικάς αναλογίας, συνεπώς δε την λογικήν σύστασιν και το υποχρεωτικόν ηθικόν συμπέρασμα.

— »Δέν καταλαβαίνω καθόλου τί μου λέγεις, είπεν ο Άνθρωπος.»Τώρα θΑ καταλάβης. Δοκίμασε, λόγου χάριν, την ακοήν της, η οποία λειτουργεί και ολιγώτερον.Πλησίασε και ειπέ της :
«Η απιστία είνε ηδονή πρόσκαιρος· η πίστις είνε ηδονή διαρκής».
«Ο Άνθρωπος έσκυψε και επρόφερε την φράσιν αυτήν.
»Μόλις όμως επρόφερε την πρώτην λέξιν, το κουτάλι ήρχισε να κινήται με τόσην ορμήν, ώστε μετά την τελευταίαν λέξιν ολόκληρος η φράσις είχε γίνη σαλάτα.
»Κατόπιν το κουτάλι, αφού ετελείωσε την υπηρεσίαν του, εσταμάτησεν, ωσάν να εφοβείτο μήπως τακτοποίηση πάλιν κατά λάθος τας λέξεις, αι οποίαι μέσα εις το εγκέφαλον ευρίσκοντο τοποθετημένοι ως εξής :
»Η απιστία είνε ηδονή διαρκής· η πίστις είνε ηδονή πρόσκαιρος».
»Τότε ο Άνθρωπος και  ο Κόρακας... 
Ο Δαίμων, που εδιάβαζε το χειρόγραφον, εσταμάτησε και μου είπε :
Δεν φαίνεται τίποτε άλλο εις το χειρόγραφον υποπτεύομαι ότι το υπόλοιπον θα το έχη φάγη κάποιος αρσενικός ποντικός.
Κρίμα! και ήτο τόσον περίεργος ιστορία ! Συ, που είσαι Δαίμων, τί υποθέτεις πως έκαμαν ο Άνθρωπος και ο Κόρακας, υστέρα από την αποκάλυψιν αυτήν;Φαίνεται ότι και οι δύο επέστρεψαν πάλιν εις τα θηλυκά των. Ο  Άνθρωπος, που συνέγραψε το χειρόγραφον, είχε την βλακώδη απλότητα να προσθέση και την παράγραφον αυτήν. Αλλ' ο Ποντικός, εξυπνότερος απ' αυτόν και αξιοπρεπέστερος, κατέφαγε το τέλος της διηγήσεως και έτσι, τουλάχιστον απέναντι της ιστορίας, έσωσε την άξιοπρέπειαν του Ανθρώπου, του Κόρακα, την ιδικήν του και όλων των αρσενικών ζώων, που δεν ημπορούν να ζήσουν χωρίς θηλυκά, διότι ωθούνται διαρκώς από το ένστικτον της ετεροδημιουργίας και της αυτοεξοντώσεως.      (Επιστροφή)







 

Κυριακή 7 Απριλίου 2013

ΓΟΥΛΙΕΛΜΟΣ ΑΜΠΟΤ: «ΚOΡΥΤΣΑ»

Είχε τελειώσει ο εσπερινός των Εισοδίων. Ο νεωκόρος Αντρέας αμπάρωσε με τη βοήθεια του ε­πιτρόπου την είσοδο, μετά έσβυσε τα κεριά, σχεδόν όλες τις καντήλες, και βγήκε απ' τη βορεινή πόρτα, που τη διπλοκλείδωσε. Η νύχτα κατέβαινε, η σκάλα, η αυ­λή, η πύλη, εγκαταλείπονταν απ' την ι­σχυρότατη συντεχνία των ζητιάνων και τους όχι λιγότερο ισχυρούς πραματευτάδες εικονισμάτων και φυλαχτών. Ώσπου να φτάσει στο σπίτι, σκοτάδι αδια­πέραστο είχε απλωθεί στο χωριό. Αφού έφαγε, έμαθε τα καλά νέα από περαστι­κούς που είχαν ακούσει το ράδιο του κα­φενείου, αλλ' η χαρά κράτησε λίγο, γιατί πλάγιασε κι ευθύς αποκοιμήθηκε. Συνή­θως έκανε μια βόλτα ως το λιμάνι, για να δει τι γίνεται, αλλά τώρα η Τήνος, όπως ολόκληρη η Ελλάδα, βουτηγμένη στο σκοτάδι, κοιμότανε νωρίς επειδή ήτανε πόλεμος.
Ήτανε περασμένα μεσάνυχτα και ψυ­χή ζωντανή έξω δεν εσάλευε, όταν χτύ­ποι αλλεπάλληλοι στο παράθυρο, όπως του φάνηκε, τονέ ξύπνησαν. Φώναξε, «Ποιος;», αλλά δεν έλαβ' απάντηση. Έγυρ' έξω απ' το κρεβάτι και άκουσε…..Το πάφλασμα των κυμάτων στο γιαλό και στο χαλασμένο μώλο, ο αχός του πελά­γου και το αεράκι που φυσάει τέτοια ώ­ρα στο παραθαλάσσιο, ήτανε ψίθυροι, α­παλοί σα χάδια στο νησί, και δεν αρκούσανε για να ξυπνήσει ένας Αντρέας τόσο υπναράς, που συχνά χρειαζόταν τράβηγ­μα για να βγει απ' το βασίλειο του Μορφέως. Εξ άλλου, αισθανόταν υγιέστα­τος…..Μήπως ήτανε συναγερμός;…..Μα αν ήταν, ο παρατηρητής θα ξαναχτυπούσε και θα περίμενε, όπως έκανε πάντα, να τόνε δει να φεύγει τρέχοντας για να ση­μάνει τις καμπάνες, προτού ξαναπάρει τη θέση του στο παρατηρητήριο. Επιτέ­λους σηκώθηκε κι άνοιξε το παντζούρι. Στον όρμο ήταν ησυχία και ερημιά. Η υ­γρασία του έδωσε ρίγος` έσβυσε το λυ­χνάρι και κουκουλωνόταν, όταν άκουσε μια φωνή, τη φωνή της συνειδήσεως. Του είπε ότι γυρεύει υπεκφυγές και ότι, αν είναι συναγερμός, για να μη χάσει το χουζούρι του αυτός, οι χωριανοί του ί­σως κινδυνέψουν. Και δεύτερη φωνή ακούστηκε που τον φοβέριζε αν δεν έκανε αυτό που τον είχανε τάξει. Σηκώθηκε πε­ρίτρομος, φόρεσε το παλτό του, κι έτρε­ξε καταδιωκόμενος απ' το φάσμα της ευ­θύνης, που την έτρεμε, όπως οι περισσό­τεροι.
Πίσ' απ' τα ανατολικά βουνά του νη­σιού, το τελευταίο τέταρτο του φεγγα­ριού ετοιμαζόταν ν' ανατείλει και να ντύ­σει το Αιγαίο στα χρυσά. Αλλά και οι πολλοί ήλιοι, οι τόσο μακρυνοί, που η μι­κρή τους λάμψη μαρτυρεί το μέγεθος της δημιουργίας, φέγγαν αρκετά για να μπορέσει ο Αντρέας να πάει τρέχοντας, μήπως τονέ προλάβουνε τ' αεροπλάνα, στη Μεγαλόχαρη, και, με το σκοινί στα χέρια, περίμενε.
Ήτανε θαυμάσια νύχτα, χωρίς κρύο, με σύννεφα σκορπισμένα στον ουρανό, σα μαύρα χάσματα της αστροφεγγιάς, Ορατό απ' το καμπαναριό, το στερέωμα έμενε αγνό, τα πρωταρχικά του στοιχεία αλώβητα απ' τα έργα της μεγαλοφυίας, αφού τα μόνα πετάμενα που φάνηκαν κοντά στον Αντρέα, ήταν άκακα κουνού­πια. Με αίσθημα ανακούφισης, αλλά και δυσαρέσκειας για το λάθος, ο Αντρέας ξαναβρήκε το κρεβάτι του, αλλ' όχι και τον ύπνο του. Μόλις πλάγιασε, νάτηνε πάλι η αγωνία ότι κάποιος τόνε γύρευε, τον ήθελε, ότι κάπου έπρεπε να πάει, ότι κάτι σοβαρό συμβαίνει. Ξαναγύρισε στην εκκλησιά, ξεκλείδωσε τη βορεινή πορτούλα κι άρχισε επιθεώρηση του εσωτε­ρικού, μήπως είχαν πάθει τίποτα το σπίτι ή η περιουσία της Θεοτόκου. Είχε ακούσ' ιστορίες για τηλεπάθεια και κακά προαισθήματα, και κανένας δε θα του 'βγαζε τώρα απ' το νου ότι η αγωνία αυτή ήτανε μήνυμα κακού.
Στη βασιλική μέσα καίανε δυο καντή­λες, μια στο τέμπλο, η άλλη μπροστά στην εικόνα της Μεγαλόχαρης, λιγοστός φωτισμός που δε φαινόταν απ' έξω. Οι κύκλοι του φωτός αυτών των καντηλιών ήταν τόσο περιορισμένοι, που και το ε­σωτερικό της εκκλησίας έμενε στο σκο­τάδι. Ο Αντρέας έφερε με μέθοδο βόλτα όλες τις γωνιές, και ο φωτεινός κύκλος του κλεφτοφάναρου που κρατούσε δεν παρέλειψε κανένα απ' τα αναθήματα και τ' αφιερώματα που αιωρούνται απ' την οροφή και γεμίζουν, από ενάμισυ ανθρώπινο μπόι κι απάνω, τον αέρα. Ο φόβος της κλοπής λιγόστευε, αλλ' όταν τέλειω­σε το γύρο χωρίς να σημειώσει την παραμικρή ανωμαλία, η αγωνία, αντί να φύγει, έγινε πιο δυνατή.

ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ: 37. Ο ΚΡΕΜΑΣΜΕΝΟΣ


Και επρόσθεσεν :
— Είδες ποτέ άνθρωπον κρεμασμένον;
— Όχι. Τί σημαίνει άνθρωπος κρεμασμένος;
— Ιδού!
Τότε είδα εμπρός μου δύο ανθρώπους, που ησχολούντο εις μίαν τερατώδη εργασίαν: ο ένας εκρεμούσε τον άλλον. Επλησίασα εις τον Δήμιον και του είπα :
— Άνθρωπε! διατί κρεμάς τον πλησίον σου; έχει και αυτός επίσης δύο πόδια, δια να υποβαστάζουν το βάρος του σώματος του· Έχει δε, όπως και συ, τον λαιμόν του ελεύθερον δια να αναπνέη. Συ, με ποίον δικαίωμα αναστρέφεις την φύσιν, και μεταφέρεις το βάρος του σώματος εις τον λαιμόν, αφίνων τα πόδια εις τον αέρα; Διατί δεν κάμνεις την δοκιμήν εις το ίδιον άτομόν σου, δια να πεισθής αν η πράξις σου είναι φυσική και δικαία;
Ο Δήμιος εστράφη και μου είπε :
— Υπάρχει νόμος που τιμωρεί τον κακόν και είνε κακός αυτός έκλεψε δια να φάγη.
Ηρώτησα τον κρεμασμένον :
— Ποιός σου είπε να μην κλέψης και διατί δεν υπήκουσες;
Ο κρεμασμένος δεν ημπόρεσε ν' απαντήση- αλλ' ο Δαίμων ήνωσε την σκέψιν του με την ιδικήν μου και ήκουσα την απάντησίν του :
Μου είπε να μην κλέψω ο νόμος, αυτός ο ίδιος νόμος που μ' έκαμε κλέπτην. Ο νόμος, πού εγράφη μόνον και μό­νον δια να περιορίση την φύσιν, που είνε πάντοτε ηθική, και να επιβάλη συνθήκας, αι οποίαι, περιορίζουσαι την φύσιν, εί­νε ως επί το πλείστον ανήθικοι.»Έτσι, ένας άνθρωπος εσκέφθη μίαν ημέραν να προφυ­λάξη το υπερβάλλον του χρυσού του, δια να ικανοποιήση πα­ραλόγους επιθυμίας· διότι, αν αι επιθυμίαι του δεν ήσαν πα­ράλογοι, δεν θα είχεν ανάγκην υπερβάλλοντος χρυσού δια να τας ικανοποιήση. Και ιδού αμέσως ο νόμος εγράφη, εθεσπίσθη και επεβλήθη.
»:Αλλά πρέπει να γνωρίζης, ω Πτηνόν, ότι ο χρυσός υ­πάρχει εις τέτοιαν ποσότητα, ώστε ν' αρκή όπως ό κάθε άν­θρωπος έχη αρκετήν δια την τροφήν του· δηλαδή ευρίσκεται εις τόσην ποσότητα, ώστε να μην είνε αναγκαίος δια κανένα. Λοιπόν εκείνο που έχει κανονισθή πολύ άσχημα, είνε η κατα­νομή του χρυσού· αφθονεί έδω και λείπει εκεί. Και τούτο διότι τα δύο χέρια του ανθρώπου είνε αρκετά να του προμη­θεύσουν ό,τι του αναγκαιοί· άρα δι' εκείνους που έχουν περισ­σότερον παρ' όσον τους χρειάζεται, πρέπει να ειργάσθησαν και άλλα χέρια, από τα οποία αφηρέθη η αναλογία της τρο­φής των.
Ηρώτησα :
— Και τί έκαμεν ο περίεργος αυτός Νομοθέτης;
—Ο Νομοθέτης δεν εσκέφθη πως να διανείμη τον χρυσόν εξ ίσου εις όλους, αλλά πως να προφυλάξη το υπερβάλ­λον διότι το επαρκές και το φυσικόν δεν έχει ανάγκην φρου­ράς' φρουρείται μόνον του. Έτσι εθέσπιοαν ένα νόμον, δια του οποίου η Υπερβολή τιμωρεί την Έλλειψιν, ο δε Κόρος καταγγέλλει την Πείναν — χωρίς να σκεφθή, ότι η υπερβολή είνε πάντοτε ελάττωμα και όταν ακόμη είνε υπερβολή προ­τερήματος.
»Και εκρέμασε το σχοινί, που μεταφέρει εις τον λαιμόν το βάρος κάθε σώματος, πού έχει τραφή και βαρύνη από μίαν άτυχη τροφήν, κλαπείσαν δύο φοράς : κλαπείσαν από τα χέ­ρια ενός κλέπτου, που την είχε κλέψη από την φύσιν, δηλα­δή από τον θεόν. Λοιπόν εδώ ο κλέπτης του θεού δεν τιμω­ρείται· τιμωρείται μόνον ο κλέπτης του ανθρώπου· και ιδού εγώ κρεμασμένος.
»Αλλ' έστω· τουλάχιστον είμαι χορτάτος και πολύ ευχα­ριστημένος, διότι δια του θανάτου μου αποδίδω και πάλιν εις την φύσιν εκείνο, πού μου είχε προορίση και της το είχε κλέ­ψη ο κατήγορος μου!...
Αυτά εσκέφθη ο κρεμασμένος και ληστευμένος Κλέπτης, σιγά σιγά δε η σκέψις του εγέμισεν από το σκότος του θανά­του, μέσα εις το οποίον δεν ημπορούσα πλέον να διακρίνω τίποτε...
Τότε είπε το Φάσμα :
Ιδού δύο άνθρωποι, χορτάτοι και οι δύο, που ο ένας φονεύει τον άλλον. Ο ένας φονεύεται, διότι ετράφη από το πλεόνασμα του πλουσίου' ο άλλος φονεύει και τρέφεται από το αίμα ενός πτωχού. Αλλοίμονον εις την Δικαιοσύνην, που δανείζεται την μάστιγα της Αδικίας, δια να κτυπήση βαρύτερον αλλ' αλλοίμονον και εις την Αδικίαν, που θα έχη το θράσος να δανείση εις την Δικαιοσύνην την μάστιγα της.Τότε ανέκραξα με τρόμον :
.— Ας φύγωμεν! ας φύγωμεν! Να κλέψη κανείς ολίγον άρτον από ένα πλούσιον, είνε έγκλημα· να κλέψη κανείς ολόκληρον την ζωήν ενός πτωχού, είνε νόμος. Ας φύγωμεν!... ας φύγωμεν!...

Σάββατο 6 Απριλίου 2013

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΣΟΛΑΚΟΓΛΟΥ :ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ - Ο ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΥΠΕΡΤΑΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ

Εάν εξετάση τις με το πρίσμα της καλής πίστεως τας άνευ προηγουμένου περιστάσεις και τας δυσχερείας των προβλημάτων, που ανέκυπτον εκ της αφορήτου τριπλής Κατοχής, θα εξάγη το συμπέρασμα ότι ήτο απαραίτητος και αναπόφευκτος ο σχηματισμός της Κυβερνήσεως, δια να δύναται να λειτουργήση αποτελεσματικώς η Κρα­τική Μηχανή και να μη εξαρθρωθή, Η τυχσν εξάρθρωσις ταύτης θα εδημιούργει αναρχίαν εξ ης θα εκαρπούντο οφέλη μόνον οι κακοποιοί.
Αι Αρχαί Κατοχής δεν είχον την ανάγκην της Κυβερνήσεως. Αύται είχον την δύνομιν να ικανοποιούν τας ανάγκας των χωρίς να ενδιαφέρωνται διά την τύχην και τα συμφέροντα του πληθυσμού της Ελλάδος. Είτε υπήρχεν Κυβέρνησις, είτε όχι, αύται εξυπηρετούντο με την βίαν , με την αρπαγήν και με την έκδοσιν Κατοχικών μάρκων. Εάν συνήντων αντίστασιν κατέστρεφον ολόκληρα χωρία και εφόνευον τους πάντας. Η αλάνθαστος κοινή γνώμη εκ των αντιλήψεων τούτων ωρμάτο διά ν' αποφαίνεται υπέρ της υπάρξεως Κυβερνήσεως και δια να τάσσηται παρά το πλευρόν της.
Άλλως τε κύριον μέλημά μας και μοναδικός σκοπός μας ήσαν η εξυπηρέτησις του Ελληνικού λαού και η προσπάθεια όπως μειωθή η έκτασις της αρπαγής και λεηλασίας των εισβολέων, Η ενασκηθείσα πολιτική μας υπηγορεύθη υπό της επιθυμίας να αποφευχθή παντί σθένει η ανάμιξις των εισβολέων εις την Διοίκησιν και την εκτελεστικήν εξουοίαν. Δια τούτο παρενετιθέμεθα διαρκώς μεταξύ Κατακτητών και Ελληνικού λαού, ίνα ανακουφίζωμεν αυτόν.
Συνεπώς η Κυβέρνησις ήτο αποτέλεσμα εθνικής ανάγκης.
Εσχάτως, οι Άγγλοι εχαρακτήρισσν την ύπαρξιν Διοικήσεως Άγγλων εις τας κατακτηθείσας υπό των Γερμανών νήσους της  Μάγχης την JERSEY και την GURNSEY ως μηχανισμόν ανάγκης απαραίτητον και αναπόφευκτον, Ό Υπουργός των Εσωτερικών της Μεγάλης Βρεταννίας κ. ΕDEN ('Ηντ) εργατικός, ομιλών την 17 Αυγούστου 1945 εις την Βουλήν των Κοινοτήτων εδικαιολόγησε τον σχηματισμόν Πολιτικής Διοικήσεως εις τας ανωτέρω νήσους και τους δημιουργούς του μηχανισμού τούτου ανάγκης δι' ου απεφεύχθη η εκ μέρους των Γερμανών ενάσκησις ελέγχου επί της Διοικήσεως και της εκτελεστικής εξουσίας, Ο αξιότιμος κ. Υπουργός εδικαιολόγησε τους Κυβερνήτας και εκεί όπου εμφανίζονται ως μη αντιταχθέντες σθεναρώς κατά του εχθρού, ειπών ότι «η διαβίωσις υπό εχθρικήν κυριαρχίαν και η έλλειψις πρακτικής πείρας δυνατόν vα παρέχη αφορμήν προς επίκρισιν. Εάν, όμως, αναλογισθή τις τας υπερκαμ­φθείσας δυσχερείας και προ παντός τo επιτευχθέν και διατηρηθέν προνόμιον της Διοικήσεως όπως αποφευχθή η ανάμιξις των Γερμανών , θα εκτιμήση το έργον των Κυβερνητών δεόντως».
O κ. ΕDEN διεπίστωσεν ότι η εκστρατεία, που διεξήχθη εναντίον των δήθεν συνεργασθέντων με τον εχθρόν νησιωτών της Μάγχης έγινε με την Ιδίαν επιχειρηματολογίαν, ην εχρησιμοποίησαν τα άκρα αριστερά κόμματα εις τας λοιπάς απελευθερωθείσας χώρας της Eυρώπης. Τέλος ενέκρινε την πρωτοβαυλίαν των τοπικών Αρχών των νήσων, ήτις απέβη αναγκαία εκ των περιστάσεων, (Όρα «Τάϊμς» Λονδίνου της 18.8,45 και «Ελληνικόν Αίμα» της 19.8.45).
Κατόπιν τούτων αποδεικνύεται η ανάγκη υπάρξεως Κυβερνήσεως, ήτις να συντελή εις το ν' αποτρέπηται η ανάμιξις των κατακτητών εις την Διοίκησιν της Κρατικής μηχανής. (Επιστροφή)

Παρασκευή 5 Απριλίου 2013

ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:Η ΣΙΔΗΡΑ ΚΑΙ ΧΡΥΣΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

31. O ΧΡΥΣΟΣ
Hρώτησα :
  Αλλά, θεέ μου! ποίος εφεύρε τον τραγέλαφον αυτόν, που δεν τον εκατάλαβαν ποτέ οι άνθρωποι;
Ο Δαίμων εξεκαρδίσθη από τα γέλια.
  Είναι μία φαιδρά ιστορία· ακουσέ την. Την ημέραν που ο θεός εσκέφθη να γράψη ως επικεφαλίδα εις τον μεγάλον Τόμον του Ηθικού Νόμου την λέξιν «ΤΙΜΗ», ο Διάβολος εφρένιασεν από την λύσσαν του.
  Φαίνεται ότι θα την είχεν εννοήση πολύ καλά την σημασίαν της.
  Ω ! ναι και καλύτερα μάλιστα από τον θεόν διότι δεν είνε τίποτε ερμηνευτικώτερον και εκφραστικώτερον δια μίαν «θέσιν», από την ιδίαν άρνησίν της. Άλλως τε, τούτα αποδεικνύεται και από την αμερημνησίαν του θεού ν' αφήση την Τιμήν αφρούρητον, μίαν φοράν που την εφεύρε.
Τότε ο διάβολος εχώθη από την λύσσαν του και από την εντροπήν του μέσα εις την γην και ήρχισε να την σκάπτη με τα νύχια του, είτε δια να σπάση πλέον τα νύχια του ως άχρηστα, είτε δια να φθάση εις τον ομφαλόν της γης και να την ανατινάξη εις το χάος.
»Φαίνεται όμως, πως εκεί που έξυνεν επίμονα το χώμα, τα νύχια του εσταμάτησαν επάνω εις κάτι σκληρόν, που εκί­νησε την προσοχήν του' το εξήτασε καλά και εσκέφθη :
—· »Αυτό δεν είνε μέρος από το χώμα, που έπλασε ο θε­ός τον άνθρωπον και του εκληροδότησε την Τιμήν. Όχι! εί­ναι κάτι στιλπνότερον και περισσότερον βαρύ και συμπαγές. Ας δοκιμάσωμεν».
»Παίρνει ένα κομμάτι και ανεβαίνει εις την επιφάνειαν.
»Πρώτος που συνήντησεν, ήτο ένας άνθρωπος, φημισμέ­νος δια την αρετήν του, που έβοσκεν ήσυχα τα πρόβατα του.
  »Χαίρε, πατριώτη, του λέγει.
  »Ώρα καλή, του απαντά ο χωρικός.
  »Πόσα πρόβατα έχει αυτού;
  »Καμμιά πενηνταριά.
  »Σου φθάνουν;
  »Ου! και μου περισσεύουν!
  »Έχουν άλλοι περισσότερα απ' αυτά;
  »Βέβαια· άλλος έχει εκατό, άλλος διακόσια· ένας μά­λιστα έχει και χίλια.
  »Τί λες! χίλια;... Λοιπόν αυτός πρέπει να είνε πολύ μεγάλος άνθρωπος.
   »Χμ! μεγάλος δεν είνε' μα επί τέλους..., έχει χίλια!
   »Ήθελες και συ να είχες δύο χιλιάδες;
.— «Δύο χιλιάδες; χμ! μπελάς είνε, να σου πω την αλή­θεια, μα επί τέλους... είνε δύο χιλιάδες. «Ο Διάβολος εθριάμβευε.
   »Μπελάς είνε, αλλά τον θέλεις! του λέγει, κτυπών φιλικά τον ώμόν του.
   »Ναι, βέβαια' τον θέλω' όχι τόσον πολύ δια τον οργανισμόν μου, διότι τα πενήντα πρόβατα μου φθάνουν να ζήσω, όσον δια να λένε οι άλλοι : «Για κύτταξε αυτόν! δύο χιλιάδες πρόβατα έχει!»
   »Να λοιπόν : πάρε αυτό το κομμάτι που λάμπει, κόψε το εις μικρότερα κομμάτια, και όπου δίδεις απ' αυτά, θα σου δίδουν πρόβατα...
Ο Διάβολος έγινε άφαντος.
Ο χωρικός επήρε το μέταλλον και το αντήλλαξε με τρεις χιλιάδες πρόβατα. Επειδή όμως δεν είχεν άλλο πλέον, είχε δε προσβληθή από την απληστίαν, ήρχισε να βάζη χέρι και εις  τα ποίμνια των γειτόνων του, πότε με την απάτην και πότε με την βίαν και από αυτάρκης και τίμιος και ειρηνικός άνθρωπος, μετεβλήθη εις ζωοκλέπτην!...
Ήκουσα περιέργως την ιστορίαν αυτήν και ηρώτηοα απορών :
  Kαι ποίον είνε αυτό το μέταλλον το θαυματουργόν: Το Φάσμα με έσυρεν εμπρός εις ένα κιβώτιον κλεισμένον και απήντησε :
   Χρυσός ονομάζεται και είνε κλεισμένος εδώ μέσα. Είνε ο αιώνιος φυλακισμένος. Αυτός διέπραξε, διαπράττει και θα διαπράττη ακόμη τα μεγαλύτερα εγκλήματα. Αλλ' είνε από τους εγκληματίας, που κάμνουν το κακόν, όταν ευρίσκωνται κλεισμένοι εις την φυλακήν. Εάν μίαν ημέραν εχύνετο ελεύθερος εις τον δρόμον, θα έχανε όλην του την δύναμιν, και ούτε τα παιδιά δεν θα κατεδέχοντο να τον μεταχειρισθούν δια παιγνίδι των.
  Είνε λοιπόν τόσον θαυματουργόν αυτό το μέταλλον;
  Ω! ναί' ο χρυσός είναι ο ισχυρότερος μαγνήτης, που ελκύει 'ο,τι ευρίσκεται εμπρός του. Να ήσαι βέβαιος πως αν ο Ήλιος δεν είχε το χρώμα του χρυσού, ηλιακόν σύστημα δεν θα υπήρχε· κανείς από τους πλανήτας δεν θα κατεδέχετο να τον ακολουθή και να περιστρέφεται γύρω του!...
Το Φάσμα ήνοιζε σιγά το σκέπασμα του κιβωτίου, κάτω από το οποίον εκρύπτοντο χρυσά νομίσματα, και μου είπε :
Κλέψε εκατόν φράγκα.
Επλησίασα και έκλεψα φράγκα εκατόν. ,Αλλά μόλις απεμακρύνθην, ήκουσα οπίσω μου φωνάς να κραυγάζουν :
  Ο άτιμος! ο άτιμος!
Ετρόμαξα και επέταξα κάτω το κλεμμένον ποσόν. Εγέλασεν ο Δαίμων και είπε :
  Πλησίασε τώρα και κλέψε εκατόν μυριάδες φράγκων. Επλησίασα και έκλεψα μυριάδας εκατόν.
Και ήκουσα πάλιν τας ιδίας φωνάς γύρω μου, αλλά την φοράν αυτήν εκραύγαζον όλοι μαζύ :
  Ο μεγάτιμος! ο μεγάτιμος!

 

 

Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

ΠΟΛΥΒΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ:Η ΣΙΔΗΡΑ ΚΑΙ ΧΡΥΣΗ ΔΙΑΘΗΚΗ

30. Η ΤΙΜΗ
Έμεινα συγχυσμένος από το θέαμα εκείνο, και ητοιμάσθην να φύγω.
Αλλ' ο Δαίμων μ' εκάρφωσεν εις την θέσιν μου.
— Απ' εδώ αρχίζει η πραγματική πάλη, και αυτό είνε το πρώτον σημείον του Δρόμου μου. Κύτταξε εκεί καλά : βλέπεις ένα άγαλμα, που ευρίσκεται επάνω εις την κορυφήν του οβελίσκου;
— Όχι, δεν διακρίνω τίποτε. Βλέπω τον οβελίσκον, αλλά το βλέμμα μου δεν φθάνει έως την κορυφήν.
— Δίκαιον έχεις. Εκεί επάνω ευρίσκεται τοποθετημένη η τιμή των ανθρώπων.
— Η Τιμή των ανθρώπων; ηρώτησα έκπληκτος. Και ευρίσκεται και αυτή εδώ, εις τον Δρόμον του Κακού, εις τον οποίον επιστατείς συ; Αλλά διατί είνε τόσον ψηλά;
— Κάθε ηθικόν βιβλίον, που παρουσιάζεται με νέας θεω­ρίας περί Τιμής, αποτελεί και μίαν προσθήκην και συμβολήν εις το ύψος της. Ο στυλοβάτης αυτός έχει καταντήση παράδοξος : υψώνεται σιγά σιγά από την βάσιν.
Ο Ηθικολόγος και ο Ιδεολόγος αγωνίζονται πως να δημιουργήσουν θαυμασίως λαξευμένους ογκολίθους δια την βά­σιν του οβελίσκου αυτού. Και το είδωλον ανεβαίνει. Ο Διπλωμάτης προσθέτει ογκολίθους λείους, αλλ' επικινδύνως ο­λισθηρούς. Και το είδωλον ανεβαίνει. Ο Πολεμιστής προσθέ­τει λίθους τραχείς και αλαξεύταυς, που ημπορούν να καταξεσχίσουν τας σάρκας σου. Και το είδωλον ανεβαίνει. Ο Κλη­ρικός προσθέτει είδος ογκολίθων, που είνε από μέσα κούφιοι και έχουν μόνον στιλπνήν επιφάνειαν. Και το είδωλον ανε­βαίνει, ανεβαίνει και τώρα έχει περάση επάνω και από τα σύννεφα!

«Έτσι, ο κάθε διαβάτης, που περνά, παρατηρεί υψηλά, καταλαμβάνεται από ίλιγγον και λέγει εις την συνείδησίν του :
— Λοιπόν εκεί επάνω ευρίσκεται η Τιμή; Ω! πολύ υψηλά! Ας τοποθετήσω και εγώ ένα λίθον εις την βάσιν της και ας εξακολουθήσω τον δρόμον μου».
Κύτταξε πως γίνεται η ανύψωσις. Αυτήν την στιγμήν αυξάνουν το ύψος του οβελίσκου μία Υπανδρευμένη, μία Χή­ρα, μία Παρθένος, ένας Έμπορος και ένας Άρχων.
Καταπληκτικόν, ω Διδάσκαλε! όσον επροστίθεντο θεωρίαι, τόσον και ο στυλοβάτης υψώνετο, ώστε η Τιμή ήρχισε να φαί­νεται μικροτέρα και από την μυίγαν!
Και τότε όλοι εκείνοι που είχον προσθέση την θεωρίαν των, εξηκολούθησαν ήσυχα και πάλιν την πορείαν των εις τον Αιώνιον Δρόμον της Ζωής...
Ιδού τι ονομάζουν οι άνθρωποι τιμήν. Και όμως όλοι ωμιλούσαν δι' αυτήν και έλεγον :
Τούτο είνε «Τιμή»· τούτο είνε «Υπόληψις».
Ηρώτησα τον Δαίμονα τί εσήμαινον αύται αι δύο λέξεις και μου απήντησε :
— «Τιμή» είνε μία έννοια, που δεν καταλήγει πάντοτε εις την υπόληψιν. «Υπόληψις» είνε μία συνθήκη, που δεν προέρχεται πάντοτε από την Τιμήν. Λοιπόν βάδιζε σύμφωνα με την συνείδησίν σου και μη εμπιστεύεσαι εις τας ουτοπίας και εις τας λέξεις.
— Αλλά τότε, πώς θα ημπορούσε να εξηγήση κανείς εις τους ανθρώπους αυτούς τί είναι Τιμή;
Η εξήγησις είνε άχρηστος· όσοι έχουν ανάγκην της διδασκαλίας αυτής, δεν θα την εννοήσουν και όσοι θα την εννοήσουν, δεν έχουν ανάγκην απ' αυτήν...
— Ώστε δεν το φθάνει κανείς αυτό το είδωλον;
— Μάλιστα' υπάρχουν άνθρωποι που το φθάνουν, αλλά προς τούτο χρησιμεύουν ως σκαλοπάτια των το Πνεύμα και η Ψυχή, κατά τας εξής αναλογίας :
Μεγάλον Πνεύμα και μεγάλη Ψυχή, ανεβαίνουν μέχρι της Τιμής δια να την φθάσουν.
Μεγάλον Πνεύμα και μικρά Ψυχή, ανεβαίνουν μέχρι της Τιμής δια να την γκρεμίσουν.
Μικρόν Πνεύμα και μεγάλη Ψυχή, κατεβάζουν την Τι­μήν διά να την φθάσουν.
Μικρόν Πνεύμα και μικρά Ψυχή, κατεβάζουν την Τιμήν δια να την καταπατήσουν.

(Eπιστροφή)