Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2014

ΙΩΣΗΠΟΣ Ο ΛΙΠΠΑΡΙΝΗΣ:ΣΤΗΝ ΑΦΡΟΔΙΤΗ
















Ι
Στo   ερωτικό  μας  κλινάρι   μας   βρήκε   ανεπάντεχος   ο  ήλιος. 
Στα ουράνια   θριάμβευε κιόλα ο φλογάλογος δίφρος, και απάνω 
στα  βλέφαρα μας ακόμα γλυκός δεν κατέβαινε ο  ύπνος'
μα ολονυχτίς  με του πόθου τη λάβρα  βογγούσεν ο Κέβης
πάνου στον  άσπρο  μου κόρφο,  στην  πύρινη αγκάλη μου  μέσα. 
Γοργά γλυκόφεγγε η   αυγή,  και ολοένα   πεθαίναμε οι δυό  μας'
όμως,   σαν   έλαμψε ο ήλιος, στο   θρήνο   εγώ   ξέσπασα η δόλια, 
και σε μιαν αίγλη από αχτίνες ξανάπεφτε ο Κέβης στον ύπνο.
ΙΙ
Έκλαψα,   κρύβοντας   μέσ' στη   λυτή   μου   την  κόμη   την όψη.
και όμοια με βρύση η ζωή πως ροούσε απ' τα μάτια μου εφάνη. 
Ο  νέος μακάριος  κοιμόταν,   την έγνοια  μου διόλου δεν είχε,
κίτρινος σαν το κερί,  με χαμόγελα   ωστόσο  στα   χείλη.
Ένοιωθα εγώ τα  νεφρά  μου  λυωμένα,  τα γόνατα τρέμια,
και στα  μηλίγγια οι σφυγμοί σφυροκόπαγαν   σαν από θέρμη.
Μέσ' στον καθρέφτη είδα κ' είχα  τα  μάτια γαλάζια τριγύρω,
και, στο  μεσόφρυδο,  ορθή   μια  ρυτίδα,  θανάτου σημάδι.
III
Να το: είχα   βάλει στο  νου, τον πυρρό  νά σκοτώσω τον Κέβη 
πάνου στο πούπουλο στρώμα σ' ένα  άγριο  ξεχείλισμα αγάπης, 
ολονυχτίς και τη μέρα, ως να μείνη νεκρός, και μαζί του, 
μεσ' στο στερνό   αγκάλιασμα του, κ' εγώ   να χαθώ  και να σβήσω! 
Και να: ο γλυκός μου ερωμένος με χόρτασε πια και τον πήρε, 
κι ας σπάζαν μεσ' στης καρδιάς μου τη λίμνη σαν κύματα οι πόθοι.
Θρύμμα τα ρόδινα μέλη, κι ωστόσο μου ανάφρισσε η σάρκα,— 
και τον τσιμπούσα του κάκου, να γίνω και πάλι δικιά του.
ΙΠ
Πες μου,  Αφροδίτη, γιατί,   σα   θεά   πολυπόθητη  αν   είναι
η ξανθή Μέλιττα, αφού την ξετρέχουν οι πλούσιοι μακριάθε, 
αν για ένα  μόνο φιλί   μου   ένας  άρχοντας  τάλαντο   δίνει,
κ' η ολακρινή Ανατολή με τη   δόξα μου   ως   πέρα  βουίζει, — 
πες μου, Αφροδίτη,  γιατί εγώ  θρηνώ, και λιγώνω και ρέβω
για το   Θηβαίο  νεανίσκο   που   πρώτος   μ' εχάρη  στο   ρέμα; 
Πόσοι   για   με  τη   ζωή,   που   δεν   έχουνε τάλαντα,   δίνουν! — 
πες μου γιατί θέλω αυτόν, που είναι ψεύτης, γελάει και προδίνει;
Π
Τούτα σου λέγω τα λόγια γυρνώντας στου λόφου τους κήπους, 
και γελά η θάλασσα μέσ' απ' τα σμύρτα, τα λιόδεντρα, πέρα, 
ενώ   δροσάτη  φωνή  τραγουδάει  αποκείθε απ' το  φράχτη 
το ερωτικό της τραγούδι. Ζυγώνω: η Γλυκέρα είναι,  η κόρη
του   κηπουρού,   και μαζεύει σε   μέγα πανέρι τα ρόδα. 
Παρθένα   ακόμα,   δεν ξέρει  τι πίκρες σκορπάς στους ανθρώπους,
μηδ' ο σκοπός που  λαλεί,   ο φλογερός, την καρδιά της ταράζει'
αχνογελά τόσο αγνή που δακρύζω ενθυμούμενη  τί είμουν.


(Από τη ποιητική συλλογή με το γενικό τίτλο:"Τα τραγούδια της Μέλιττας" σε μετάφραση- διασκευή του Νικολάου Ποριώτη. 
Τα ξυλογραφικά στολίδια είναι του Ιταλού καλλιτέχνη Αντωνέλλο Μορώνη.
Εκδόθηκε σε 410 αριθμημένα αντίτυπα από τις εκδόσεις Γκοβόστη.)

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ: ΘΡΙΑΜΒΕΥΤΙΚΗ ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΙΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΝΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Α .ΚΑΙ ΕΠΙΒΛΗΤΙΚΟΣ ΕΙΣΠΛΟΥΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΛΙΜΕΝΑ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΗΣ ΟΛΓΑΣ.

Την ηλιόλουστον πρωΐαν της μεγαλωστί μεγάλης, σημαντικώς σημαντικής, σωτηρίως σωτηρίας και πολλαπλώς ιστορικής δια τον Ελληνισμόν ημέρας της 29 Οκτωβρίου 1912, μετά πέντε Αιώνων βάρβαρον, βαρείαν, σκληράν και απάνθρωπον δουλείαν , υφ' ην ούτος εστέναζεν , ο αείμνηστος των Ελλήνων Βασιλεύς Γεώργιος Α' έφιππος, περιστοιχούμενος υπό του Διαδόχου του Ελληνικού θρόνου, ενδόξου Αρχηγού της δαφνοστεφούς Ελληνικής στρατιάς Κωνσταντίνου του Πορφυρογεννήτου, του επιδόξου Διαδόχου Γεωργίου, των Πριγκήπων και μεγάλου Επιτελείον εξ Ελλήνων δαφνοστεφών Στρατηγών και ανωτέρων και κατωτέρων Αξιωματικών αποτελούμενον, Μεγαλοπρεπής, Ακτινοβόλος, Υπερήφανος. Φαιδρός, Ετοιμοδάκρυτος και Επιβλητικός ηγούμενος των ενδόξων νικηφόρων Ελληνικών φαλάγγων με τας τετιμημένας και διατρύτους εκ των εχθρικών βολίδων, των ηρωικών των Συνταγμάτων κυανολεύκους του Τιμίου Σταυρού Σημαίας, δαφνοστεφείς , ανθοπληθείς, και αναπεπταμένας, υπό της δροσεράς και. απαλής του Θερμαϊκού αύρας ελαφρώς θωπευομένας και υποκιματιζούσας , φιλοστόργως και υπερηφάνως υπό ηλιοκαών πολεμιστών κρατουμένας, κατηυθύνετο βραδέως, ηγεμονικώς, πομπικώς και επισήμως προς την δια τον Ελληνισμόν ομότιμον και ομότυχον της ενδόξου πολυημνήτου και πολυποθήτου του Μεγάλου Κωνσταντίνου πόλεως της πεφημισμένης Βασιλεούσης ένδοξον, πολυΰμνητον και πολυπόθητον του Κασσάνδρου πόλιν. την Συμβασιλεύουσαν Θεσσαλονίκην.
Πλήθος άπειρον, πολύμορφον, πολύχρωμον και πολύγλωσον , βομβύζον ανά τας λεωφόρους, τας οδούς, τας ρύμας, τας αγυιάς, και τας ατραπούς της πόλεως από βαθυτάτου όρθρου συνωθείτο και συνωστίζετο. Άπαντες δε οι διδάσκαλοι και άπασαι αι διδασκάλισσαι, οι τρόφιμοι, και οι φοιτηταί απάντων των σχολείων των εν Θεσσαλονίκη εθνοτήτων και παροικιών αμφοτέρων των φύλων εορταστικώς ενδεδυμένοι και πολλά και ποικίλα άνθη ανά χείρας κρατούντες , κατά σχολήν παρετάσσοντο. Και 30 χιλιάδες Οθωμανών στρατιωτών μετά υπερχιλίων Αξιωματικών , παντός όπλου , Σώματος και Υπηρεσίας , και πλείστων Πολιτικών Υπαλλήλων θεαταί ακούσιοι και βαρυπενθείς ένθεν και ένθεν της πυλαίας της πόλεως Λεωφόρου παρίσταντο.
Μόλις δε ο των Ελλήνων Βασιλεύς μετά της Υψηλής, Επισήμου και Πομπικής αυτού ακολουθίας υπερέβη τον ουδόν της εισόδου της πόλεως, το άπειρον και ανάμικτον εκείνο πλήθος εκσπάσαν εις βροντωδεστάτας και απαύστους επευφημίας ήρξατο πυκνώς ραίνον Αυτόν δι' ανθέων ποικιλοχρώμων και ευόσμων, και εν εξάλλω πρωτοφανεί ενθουσιαμώ , και πατριωτικώ παραληρήματι ψάλλον:
Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα Ιερά
και σαν πρώτ' ανδρειωμένη
Χαίρ' ω Χαίρ' Ελευθεριά.

Χαίρε Βασιλεύ Ελλήνων
Χαίρε Άνασσα σεπτή
Θρόνος σας ειν' των Ελλήνων
η καρδία η θερμή.

Ελλάς Πατρίδα μας γλυκειά
πατρίδ' αγαπημένη
σ' όλο τον κόσμο ξακουστή
και πολυζηλεμένη.

Το βλοσυρόν των βλεμμάτων, η νευρική σύσπασις των παρειών ,και η ξηρά και δύσκολος κατάποσις των παρισταμένων ασπόνδων φίλων, και αφοσιωμένων εχθρών συμμάχων μας Βουλγάρων, επρόδιδον ευγλώττως και επαρκώς το εις το στήθος αυτών ακοιμήτως υποκαίον, και αθορύβως κοχλάζων μίσός των, και τι κατά φρένα και θυμόν εμερμύριζον, επί τη καταλήψει της Θεσσαλονίκης υπό του Ελληνικού στρατού, ην εθεώρουν ασφαλή και άκοπον του πολέμου Βουλγαρικήν λείαν.
Και εν τω μέσω του ενθουσιώδους θορύβου, και των φρενηρών επευφημιών, των μουσικών παιανιζουσών, των σαλπίγγων ηχουσών, και των τυμπάνων κροτούντων, το Βασιλικόν εμβατήριον, ο ευτυχής των Ελλήνων Βασιλεύς ενθουσιωδώς, ευφροσύνως, μειλιχίως, αγαλλόμενος και μειδιών το νικηφόρον στράτευμα και το εορτάζον πλήθος χαιρετών εισήλθεν εις την περιμάχητον Μακεδονικήν Πρωτεύουσαν, και διελαύνων διά της παραλιακής λεωφόρου, ήτις είχε μεταβλη­θή εις αγρόν πυκνώς εκ κατερύθρων μηκώνων εσπαρμένον, εκ του πλήθους των επ' αυτής κατακειμένων φεσίων, υποχρεωτικόν κατά την δουλείαν κάλυμμα της κεφαλής δια τους χριστιανούς, τα οποία είχον ούτοι απορρίψει, τηςελευθερίας τον αέρα μόλις αναπνεύσαντες.
Στας δε παρά τον λευκόν πύργον εθεάτο ατενώς, συγκεκινημένος και με οφθαλμούς δακρυπληθείς, την προ αυτόν εξελισσομένην έκπαγλον και μεγαλοπρεπή εικόνα της παρελά­σεως των ηλιοκαών και νικηφόρων στρατευμάτων Του, και του εξ ενθουσιασμού παραληρούντος ελευθερωθέντος πλήθους. Περατωθείσης της παρελάσεως απεχώρησαν εις το γραφικόν και αρχοντικόν Μέγαρον του Θεσσαλονικέως Έλληνος ευπατρίδου και θερμού πατριώτου Κλέωνος Χατζηλαζάρου, προθύμως και ευγενώς τεθέντος εις την διάθεσιν της Μεγαλειότητός Του.
Την θριαμβευτικήν του αειμνήστου Βασιλέως είσοδον εις την Θεσσαλονίκην επηκολούθησεν ο επιβλητικος είσπλους εις τον λιμένα αυτής, της αειμνήστου Βασιλίσσης Όλγας, επιβαινούσης της θαλαμηγού Σφακτηρίας, ην ηκολούθουν κατά παραγωγήν υπερεξήκοντα Ελληνικά εμπορικά ατμόπλοια εορταστικώς σημαιοστόλιστα, άτινα, των σειρήνων των αδιακόπως και ισχυρώς συριττουσών, μεγαλοπρεπώς και επιβλητικώς εις τον λιμένα εισήρχοντο.
Ο είσπλους ο πομπικός , και μεγαλειώδης τόσων Ελληνικών ατμόπλοιων, και το αληθώς έκπαγλον και πραγματικώς επιβλητικόν αυτό θέαμα επλήρωσε δακρύων πατριωτικής συγκινήσεως τους οφθαλμούς, επροκάλεσεν έξαλλον και δυσπερίγραπτον τον ενθουσιασμόν, και εγιγάντωαε και εχαλύβδωσε το αίσθημα της εθνικής υπερηφανείας Έλλήνων τε και Ελληνίδων. Τα πλοiα το εν παρά το άλλο ηγκυροβόλησαν εν τω κέντρω του λιμένος, της παραλιακής λεωφόρου αντιμέτωπα. Οι επ' αυτής δε ιστάμενοι Έλληνες, Βούλγαροι, Τούρκοι, Ισραηλίται και Ευρωπαίοι κατάπληκτοι απεθαύμαζον το αποκαλυφθέν Ναυτικόν της Ελλάδος μεγαλείον.
Περατωθείσης της ιστορικής και αλησμονήτου τελετής ταύτης, στρατιώται και πολίται με τους βραχίονας περιπλέγδην καθ' ομίλους αναμίκτους ανά τας οδούς και τας πλα­τείας ετράπησαν, ζωηρώς και φαιδρώς εθνικά θούρια άδοντες.
Μετά ώραν εισήλθον εις την πόλιν τα δύο Βουλγαρικά Τάγματα, επί κεφαλής έχοντα τους Βουλγάρους Πρίγκηπας Βόριδα και Κύριλλον, οίτινες κατηυθύνθησαν προς το Βουλγαρικόν Προξενείον ένθα και κατέλυσαν. Ο δε Βούλγαρος Στρατηγός Θεοδωρώφ απέστειλε το εξής όσον πομπώδες τόσον και μωρόν τηλεγράφημα:
« Α. Μ. Βασιλέα Φερδινάνδον
Σόφιαν
Καταλαβών την Θεσσαλονίκην μετά κρατεράν μάχην, τίθημι αυτήν υπό τους πόδας της Υμετέρας Μεγαλειότητος.
Στρατηγος Θεοδωρώφ»
Συν τω χρόνω δε ολόκληρον δίκτυον Κρατικής Βουλγα­ρικής υπηρεσίας εγκατεστάθη εν αυτή, από της ιδρύσεως ταχυδρομείου μέχρι της αποστολής Λιμενάρχου. 
Την πρωίαν της επομένης οι Βούλγαροι Πρίγκηπες επε­σκέφθησαν εν τω στρατηγείω τον Διάδοχον ΚωνσταντΙνον όστις δεχθείς αυτούς φιλικώτατα είπεν : «Ως ευ παρέστητε αγαπητοί ξένοι μου», όπερ ευνοήτως, λίαν δυσαρέστως εις τα ώτα αυτών ήχησε. Μετά μεσημβρίαν δε επεσκέφθησαν τον Βασιλέα Γεώργιον, οίτινες κατά το τέλος της επισκέψεώς των είπον εις αυτόν ότι «ο Βασιλεύς πατήρ των απεφάσισε να οι­κοδόμηση Ανάκτορον εν Θεσσαλονίκη». Επί τη πληροφορία ταύτη, ο οξύνους και πολύπειρος Ηγεμών απήντησε: « Είναι περιττόν να υποστή η Μεγαλειότης του τας μεγάλας δαπανάς τούτου, διότι θα τον φιλοξενώ εγώ εν τω Ανακτόρω μου» .
Την επομένην η Ταξιαρχία των Ευζώνων μεταστάθμευσε εις Γευγελήν, καταλαβούσα την μέχρι Στρωμνίτσης ύπαιθρον χώραν, όπου και παρέμεινε μέχρι της μετά των Βουλγάρων συρράξεως. Φρούραρχος δε Θεσσαλονίκης διωρίσθη ο Συνταγματαρχης του Πυροβολικού Κλεομένης, αντικατασταθείς εν τη Διοικήσει της VII Μεραρχίας υπό του Συνταγματάρχου του Μηχανικού Σωτήλη Ν.

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

In Flandern reitet der Tod (Στη Φλάνδρα ο θάνατος καλπάζει.)




Άλλα VIDEO που παραπέμπουν σε Ευρωπαίους πολεμιστές:

ICH HATT' EINEN KAMERADEN

Lieutenant ROGER DEGUELDRE

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΑΓΚΑΛΟΣ: O ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΟ 1897 ΚΑΙ ΤΟ 1912 (Δεύτερο μέρος)

(Προηγούμενο)
Αλλ' εκτός του ανωτέρω επεισοδίου, η ολεθρία επίδρασις του περιβάλλοντος είναι καταφανεστάτη εις την σύγκρουσίν του προς την Κυβέρνησιν δια το ζήτημα της καταλήψεως της Θεσσαλονίκης.

Θεωρώ απαραίτητον να παραθέσω ενταύθα εκ νέου, λαμβάνων αυτά εξ αυτών των απομνημονευμάτων του Δούσμανη, τα δύο επίσημα τηλεγραφήματα, άτινα επροκάλεσαν την ρήξιν. Ιδού αυτά :

1ον) Τηλεγράφημα υπουρ­γού Εξωτερικών.

«Α. Β. Υψηλότητα Διάδοχον Κωνσταντίνον
Φρονώ ότι πρέπει κατά το δυνατόν να εντείνωμεν ημετέρας ενεργείας, όπως καταληφθή τάχιστα Θεσσαλονίκη και ίνα μη ημέτερα αποτελέσματα έλθωσι πολύ ύστερον από τα αποτελέσματα των Συμμάχων.ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ»

2ον) Τηλεγράφημα Πρωθυπουργού
«Α. Β. Υ. Διάδοχον Κωνσταντίνον
Αναμένω να μοι γνωρίσητε περαιτέρω διεΰθυνσιν, ην θα ακολουθήση η προέλασις του στρατού Θεσσαλίας. Παρακαλώ μόνον να έχετε υπ' όψιν 'οτι σπουδαίοι πολιτικοί λόγοιε έπιβάλλουσι να ευρεθώμεν μίαν ώραν ταχύτερον εις Θεσσαλονίκην.ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ» 

Και ο φανατικώτατος των επιζώντων αντιβενιζελικών δύναται να αρνηθή ότι το άνω τηλεγράφημα ταυ Βενιζέλου το χαρακτηρίζει μέχρις υπερβολής κατ' εμέ, εξαιρετική ευγένεια και λεπτότης; Και εν τούτοις, όπως αναγράφει ο Δούσμανης, το τηλεγράφημα αυτό προεκάλεσε την ιταμήν και πρωτοφανώς ασεβή απάντησιν του Αρχιστρατήγου, της οποίας είναι χαρακτηριστική η τε­λευταία παράγραφος έχουσα αυτολεξεί ούτω : (σελ. 50).
«Να παύση του λοιπού η Κυβέρνησις αναρμοδίως γνωματεύουσα και εκ του μακρόθεν αναμιγνυομένη εις τας πολεμικάς επιχειρήσεις».
Εις την Ελλάδα, εις την χώραν όπου προ τριάντα αιώνων ένας άλλος Αρχιστράτηγος ο Λεωνίδας έγραφε με το αίμα του εις τον βράχον τών Θερ­μοπυλών το αθάνατον «ότι τήδε κείμεθα τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι», ο Αρχιστράτηγος του 1912 άνευ ουδεμιάς ευλόγου αφορμής, απαντά προς τον λαοπρόβλητον Κυβερνήτην του Κράτους δια της ανωτέρω εκτεθείσης απολύ­τως αντιπειθαρχικής και σχεδόν υβριστικής (να παύση του λοιπού) αναφο­ράς του.
Κα! το χείριστον, ο ηθικός αυτουργός και δράστης της ασχήμιας αυτής κομπορρημονεί την ηρωικήν αυτήν πράξιν του, την οποίαν διατυμπανίζει με ιαχάς θριάμβου γράφων εις την σελίδα 50 του συγγράμματος του ότι με το τηλεγράφημα αυτό «ετάραξεν την συναυλίαν του περισσεύοντος πλήθους των θαυμαστών του Πρωθυπουργού και κεχηνότων αρουραίων αυτού»!!!
Τα γεγονότα ομιλούν καταφανώς. Το επιτελειον του 1912 έχει επ! κε­φαλής τον Δούσμανην και αποτελείται από τους αποφοίτους της Γερμανικής "Ακαδημίας Πολέμου Μεταξάν, Στρατηγόν κλπ, τους οποίους ο Διάδοχος δια της προσωπικής του παρεμβάσεως απέστειλε προς εκπαίδευσιν εις Γερμανίαν. Είναι οι αχώριστοι στρατιωτικοί του σύμβουλοι και συνεργάται, οίτινες απε­τέλεσαν το στενόν περιβάλλον του καθ* όλην την κατόπιν περίοδον μέχρι του 1920. Το Επιτελείον αυτό, έχον ως κύριον σκοπόν την εκμηδένισιν του Βε­νιζέλου, είναι προφανές και αναντίρρητον ότι εχρησιμοποίει παν μέσον δια να προκαλέση την εχθρότητα του ευπίστου Διαδόχου εναντίον του Κρητός Πολιτευτού.
Ανέφερον ανωτέρω ότι και εις άλλα κράτη παρουσιάσθη εν πολέμω η περίπτωσις της διαστάσεως μεταξύ αρχηγού στρατού και πολιτικής εξουσίας. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα της οξείας διαστάσεως μεταξύ Φος και Κλεμανσώ και των προστριβών του μεγάλου Μόλτκε με τον χαλύβδινον αρχικαγγελάριον Βίσμαρκ. Η στρατηγική και η πολιτική εις τας ανωτάτας σφαίρας εφάπτονται όπως έλεγε ο Ναπολέων εις τα «Μemoir», και η στρατη­γική είναι συνέχεια της πολιτικής. Οι Γερμανομαθείς αξιωματικοί του Γενι­κού Επιτελείου είναι δυνατόν να μην ανέγνωσαν και να αγνοούν τα στρατη­γικά αποφθέγματα τον Κλάουζεβιτς, του σοφού συγγραφέως και μεγαλυτέ­ρου διδασκάλου της πολεμικής τέχνης του παρελθόντος αιώνος; Ο ουσιαστι­κός νικητής του Βατερλώ (επιτελάρχης του Πρωσσικού στρατού) δίδει τον εξής μνημειώδη χαρακτηρισμόν επί του προκειμένου: «Η πολιτική είναι εκείνη ήτις διευθύνει τον πόλεμον, ενώ η στρατηγική δεν είναι παρά το α­πλούν όργανόν της ».
Τον σοφόν αυτόν αφορισμόν του μεγάλου διδασκάλου του πολέμου υπο­δεικνύει ο Κλεμανσώ προς τον στρατάρχην Φος κατά την τελευταίαν οξείαν διαμάχην των εις το τελευταίον σύγγραμμα του «Grandeurs et misères d' une victoire » (σελίς.219).
Τo ανωτέρω αξίωμα του Κλάουζεβιτς αποτελεί υπέροχον μάθημα και συντριπτικήν απάντησιν εις τας φλυαρίας του Δούσμανη και των γερμανοπλήκτων στρατηγίσκων, οίτινες δεν εδίστασαν να θέσουν ως δόγμα ότι ο αρ­χηγός του στρατού «Είναι ο μόνος αρμόδιος να κρίνη επί των πολεμικών επιχειρήσεων» και ότι πρέπει «να παύση η Κυβέρνησις της χώρας να αναμι­γνύεται αναρμοδίως εις τας πολεμικάς επιχειρήσεις».
Μετά την μακράν παρένθεσιν την οποίαν εθεώρησα αναγκαίαν προς κατανόησιν των κατόπιν γεγονότων, εξακολουθούμεν την εξιστόρησιν των πο­λεμικών επιχειρήσεων.
Μετά την μάχην των Γιαννιτσών επετεύχθη εντός τριημέρου να επισκευασθή προχείρως η σιδηρά γέφυρα, της οποίας ως είπομεν είχον ανατιναχθή τα δύο τόξα, και αι Μεραρχίαι ηδυνήθησαν να διαβούν την 25ην Οκτωβρίου επί της αριστεράς όχθης. Το Γενικόν στρατηγείον, χωρίς να ανα­γνωρίσω προηγουμένως δι' αξιωματικών του, διέταξε την ζεύξιν του ποταμού παρά την Βαρδαρόφισκα δια προχείρων υλικών τασσομένων επί τόπου. Διετά­χθη προς τούτο η IV μεραρχία, ευρισκομένη βορείως των Γιαννιτσών, και ο επιτελάρχης αυτής Χατζηανέστης μου ανέθεσε το έργον. Θέσας εκεί δια διαταγής μου την ημιλαρχίαν ιππικού της Μεραρχίας, μετέβην δια συντόμου πορείας επί τόπου και συνέλεξα παρά την όχθην παντοειδές υλικόν( αραμπάδες , δοκούς, σανίδες κ.λ.π.) και επεχείρησα την αναγνώρισιν του δήθεν πόρου ως έλεγεν η διαταγή του Γενικού Στρατηγείου. Αλλά με ανέμενεν έκπληξις διότι ως είδον μετ' ολίγον, ένεκα των προηγουμένων βροχών, η στάθμη του Αξιού είχεν εξαιρετικώς ανυψωθή (κατά εν και πλέον μέτρον) και το ρεύμα του ποταμού ήτο ισχυρότατον ώστε καθίστατο αδύνατος η ζεύξις επί σταθερών βάθρων, όπως διέτασσε το Γενικόν Στρατηγείον. Διέταξα έναν έφεδρον ανθυπίλαρχον με τινας ιππείς να βαδίση επι του υποδειχθέντος πόρου προς αναγνώρισιν αυτού.
Όταν απεμακρύνθη περί τα είκοσι μέτρα από της όχθης η αναγνώρισις αύτη, το ύδωρ του ποταμού εκάλυψε τους ίππους μέχρι του στήθους και ο ανθυπίλαρχος παρά τας διαταγάς μου ηρνείτο να προχωρήση διότι οι ίπποι ανθίσταντο, ως έλεγε. Διέταξα τότε ολόκληρον την ημιλαρχίαν (48—50 ιππείς) να με ακολουθήση και ώθησα τον ίππον μου προς τον ποταμόν. Όταν επροχώρησα ολίγον, αντελήφθην δτι ό ϊππος μου δεν εβάδιζεν πλέον αλλ' ήρχισε να κολυμβά. Αγνοώ πως παρεσύρθην υπό της γενναιότητος τόυ ευγενούς ζώου, (3) και κατευθύνθην, κολυμβώντος του ίππου, προς την αντίπεραν όχθην. Την στιγμήν έκείνην εφοβήθην, ενθυμη­θείς ότι προ ολίγων ημερών υπό τας αυτάς περιστάσεις ανετράπη υπό του ρεύματος και επνίγη εις τον Αλιάκμονα ο καλός ανθυπίλαρχος Κορδής. Αλλ' ήτο πλέον αργά. Ο ορμητικός Σουδανέζος Αλής, φυσών ως φάλαινα, έφθασεν εις την αντίπεραν όχθην ένθα εξήλθον. Τότε κατάπληκτος αντελήφθην ότι ήμην μόνος διότι η ημιλαρχία είχε σταματήσει εις την άλλην όχθην, όταν το ύδωρ έφθασε μέχρι του στήθους των ίππων. Ήρχισα να κραυγάζω, διατάζων τον επι κεφαλής υπίλαρχον να προχώρηση, άλλ' εκείνος εδικαιολογήτο ότι οι Ουγγρικοί ίπποι ηρνούντο να κολυμβήσουν παρά τας προσπαθείας των αναβατών των. Την στιγμήν εκείνην κατέφθασαν δύο χωρικοί εκ του επί της όχθης χωρίου, οίτινες επέστησαν την προσοχήν μου επί του προς ανατολάς υψώματος ένθα διεκρίνοντο τέσσαρες ιππείς και με επληροφόρησαν ότι επρόκειτο περί τεσσάρων εφίππων Τούρκων χωροφυλάκων. Ευτυχώς βλέποντας ούτοι την ημιλαρχίαν δεν επροχώρησαν, οπότε ασφαλώς θα με ηχμαλώτιζον διότι και αυτό το περίστροφόν μου δεν θα ελειτούργει πιθανώς διότι είχε βραχή εκ του ύδατος. Ηναγκάσθην να ριφθώ εκ νέου εις τον ποταμόν και να φθάσω κολυμβών μέχρι της ημιλαρχίας. Εξ άλλων γεγονότων έβεβαιώθην κατόπιν ότι δεν έπταιον οι Ούγγαρέζοι, όπως έλεγεν, αλλά αυτός ο ίδιος ο υπίλαρχος διοικητής της ημιλαρχίας. Βραχείς μέχρι της οσφύος και ένεκα του πνέοντος ισχυρού «Βαρδάρη" υπέστην ισχυράν ψήξιν και οσφυαλγίαν, ήτις με ηνόχλει επί α ρκετάς εβδομάδας κατόπιν.
Παρά των χωρικών της Βαρδαροφίσκας επληροφορήθην ότι ολίγον νοτιώτερον του σημείου, ένθα διέβην τον ποταμόν, ελειτούργει είδος σχεδίας η μάλλον μεγάλης λέμβου, ήτις περιελάμβανε πλέον των 50 ανδρών.
Μόλις επανελθών εις την μεραρχίαν, ανέφερον τα αποτελέσματα της α­ναγνωρίσεως μου, άτινα διεβιβάσθησαν εις το Γενικόν Στρατηγείον. Τη εκρίσει του μεράρχου το 1/38 σύνταγμα ευζώνων επορεύθη προς το σημειον της διαβάσεως και ήρξατο μεταφέρον τους άνδρας του δια της ειρημένης σχεδίας επί της άλλης όχθης, δια του συστήματος αυτοΰ. Μέχρι της επομένης, 25ης Οκτωβρίου είχε διεκπεραιωθή το πλείστον μέρος του συντάγματος,το οποίον ετέθη εις κίνησιν βαδίζον επί της αριστεράς όχθης προς νότον.
Την 25ην Όκτωβρίου, δια της επισκευασθείσης γέφυρας, αι μεραρχίαι της στρατιάς διέβαινον συγχρόνως τον Αξιόν και ετίθεντο εις κίνησιν προς την Θεσσαλονίκην. Απωλέσας το λεπτομερές ημερολόγιόν μου (κατά την διαρπαγήν των αρχείων μου το 1926) δεν ενθυμούμαι εάν η VI μεραρχία, εις ην ανήκον διέβη την ημέραν εκείνην τον ποταμόν. Ενθυμούμαι μόνον ασφα­λώς ότι την εσπέραν της 26ης διενυκτέρευσα εις την έπαυλιν Τοψίν, από της οποίας προ ολίγου είχεν αναχωρήσει το Γενικόν Στρατηγείον. Επί του ση­μείου αυτού θα ηδύνατο να μου παράσχη ακριβείς πληροφορίας ο λαμπρός συνάδελφος Αντιστράτηγος ε. ά. Π. Κλάδος, μετά του οποίου συνυπηρέτησα εις το Επιτελείον της II μεραρχίας καθ* όλην σχεδόν την διάρκειαν των δύο Βαλκανικών Πολέμων (4).
Oπωσδήποτε την 25ην Οκτωβρίου η στρατιά είχεν διεκπεραιωθή επί της αριστεράς όχθης του Αξιού και το Γενικόν Στρατηγείον εγκατεστάθη εις την έπαυλιν Τοψίν. Την αυτήν ημέραν οι Πρόξενοι της Θεσσαλονίκης έφθα­σαν εις το Γενικόν Στρατηγείον όπως παρακαλέσουν τον Αρχιστράτηγον να μη βομβαρδισθή η πόλις. Ο Διάδοχος φυσικά απήντησεν ότι αυτός είναι υποχρεωμένος να καταλάβη το ταχύτερον την Θεσσαλονίκην και συνεπώς εάν οι Τούρκοι αντισταθώσι θα συντρίψη την αντίστασιν δι' όλων των μέσων Τους υπέδειξε τελικώς να αποτανθώσι προς τον Τούρκον στρατηγόν.
Ο Διάδοχος ανέθηκε την διεξαγωγήν των διαπραγματεύσεων δια την παράδοσιν της πόλεως εις τον Υπαρχηγόν του Επιτελείου, Αντισυνταγματάρχην Δούσμανην, ενώ εν τω μεταξύ η στρατιά εκινείτο εις τάξιν μάχης προς την Θεσσαλονίκην.
Η σύμβασις περί παραδόσεως της πόλεως και του Τουρκικού στρατού υπεγράφη εν Θεσσαλονίκη το μεσονύκτιον της 26ης Οκτωβρίου. Θεωρώ περιττόν να αναφέρω λεπτομερείας περί της εισόδου του Διαδόχου εις Θεσσαλονίκην, της παρελάσεως των στρατευμάτων και της γενομένης υποδοχής, εφό­σον αύται έχουν γραφή εκτενώς και περιγράφονται κατ' έτος δια δημηγοριών και του τύπου την 26ην Οκτωβρίου.
Ενώ εισήρχετο ακόμη εις την πόλιν, την πρωίαν της 27ης η Ι Μεραρχία, κατέφθασεν ο Βούλγαρος στρατηγός Θεοδωρώφ, όστις εζήτησε παρά του Διαδόχου την άδειαν να εισέλθη εις Θεσσαλονίκην εν μόνον τάγμα στρατού, το οποίον ήτο εξαιρετικώς καταπεπονημένον εκ της πορείας του. Ο Διάδοχος το επέτρεψεν άλλα μετ' ολίγον οι Βούλγαροι εισήγαγον εις την πόλιν ανά μικρά τμήματα και άλλον στρατόν ούτως ώστε τάχιστα η Βουλγαρική δύναμις της Θεσσαλονίκης ήτο μία περίπου ταξιαρχία υπό τον στρατηγόν Χεζαμπτζίεφ.
Δια της καταλήψεως της πόλεως ετερματίσθη κατ' ουσίαν ο πόλεμος εν Μακεδονία.


(3) Ο ίππος μου αυτός, καθαρόαιμος Αραβικός, ήτο λάφυρον της μάχης του Σαρανταπόρου εκ του στρατώνος των Σερβίων, όπως εξιστόρησα εις το σχετικόν κεφάλαιον. Ο θαυμάσιος αυτός κέλης είχε όλας τας ιδιότητας του καλού πολεμικού με μόνον σοβαρόν ελλάτωμα να ανορθούται αιφνιδίως και να ανατρέπεται. Παρά ταύτα, καίτοι εκινδύνευσα δις να συντριβώ απ' αυτόν εις Κοζάνην και Βέρμιον, δεν τον απεχωριζόμην παρά τας συμβουλάς του Μεράρχου, ένεκα των άλλων μεγάλων αρετών του. Τον εΐχον βαπτίσει «Αλή» ένεκα της Τουρκικής προελεύσεώς του.


(4) Ο τότε λοχαγός Κλάδος ήτο εκ των αρίστων επιτελικών αξιωματικών εκπαι­δευθείς εις την Ανωτάτην Σχολήν του Πολέμου των Παρισίων, ένθα απεστάλη κα­τόπιν του πρώτου διαγωνισμού το 1911. Εκτός της αρτίας μορφώσεως του είχεν ευθύν χαρακτήρα, απόλυτον εντιμότητα και ορθοφροσύνην. Ως επιτελής της μεραρχίας προσέφερε πολυτίμους υπηρεσίας κατά τας επιχειρήσεις αυτής. Ελπίζω ότι ζη ο κα­λός συνάδελφος διαμένων εν Πάτραις και ευχαρίστως θα ελάμβανα τας πληροφο­ρίας του, μη δυνάμενος να του γράψω ελλείψει της διευθύνσεως του.


Σχετικό:

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

ΕΛΛΑΔΑ:ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ (1974- )

ΕΛΛΑΔΑ: Η ΕΠΤΑΕΤΙΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΩΝ

1974. ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΗ ΚΥΠΡΟ

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΑΓΚΑΛΟΣ: O ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΟ 1897 ΚΑΙ ΤΟ 1912


Ο Διάδοχος Κωνσταντίνος ήτο Αρχιστράτηγος του Ελληνικού στρατού εν Θεσσαλία. Και κατά πολύ νεώτερος του 1912 (κατά 15 ολόκληρα έτη). Κατ' απαράβατον φυσικόν νόμον εις την νεαράν ηλικίαν είναι τις ζωηρότερος και ορμητικώτερος εις πάσας τας εκδηλώσεις του. Διά της ηλικίας επέρχεται η πείρα, η μετριοπάθεια και η σύνεσις. Με ένα απλούν βλέμμα εις την ιστορίαν του πολέμου του 1897 μένει τις κατάπληκτος δια την πραότητα, την λεπτότητα και την υπομονήν που επεδείξατο ο νεαρότατος τότε Διάδοχος προ της ιταμής, αδίκου και εξευτελιστικής ενίοτε προς αυτόν συμπεριφοράς των τότε Πρωθυπουργών Δεληγιάννη και Ράλλη.
Από την πολεμικήν έκθεσιν του 1897  Ε. Δ. (Έκθεσις Διαδόχου)  αντιγράφω τα εξής χαρακτηριστικά, από τα οποία βλέπομεν οποία ήτο η συμπεριφορά του ανεκδιήγητου πρωθυπουργού Δεληγιάννη  έναντι   του   Διαδόχου, Αρχηγού του στρατού. Κατά την υποχώρησιν της Λαρίσσης, την  14ην   Απριλίου, η κυβέρνησις εξαποστέλλει προς τον Αρχηγόν του στρατού   την   υπ' αριθ. 309 τηλεγραφικήν διαταγήν της (σελ. 194 και 195 της Ε. Δ.)   διά της οποίας ζητεί να μάθη· «Ποίοι ήσαν οι λόγοι επί των οποίων στηριζόμενος ο Αρχηγός του στρατού διέταξε την υποχώρησιν εγκαταλείψας  την   Λάρισσαν, τα εν αυτή  πυροβόλα και τους κατοίκους εις την διάκρισιν του εχθρού». Περαιτέρω αυτολεξεί: «ΔιατΙ υποχωρούντες προς Φάρσαλον δεν διεθέσατε μέρος των δυνάμεων σας να υποχώρηση δια γραμμής Λαρίσσης—Βόλου προς άμυναν εξωτερικήν, διεξαγομένην επι σειράς λόφων μεμακρυσμένων. Οποία τινά μέτρα ελάβατε αφιχθέντες εις Φάρσαλον . .. κλπ. Και τέλος θεωρώ απαραίτητον να υπερασπισθήτε την πόλιν του Βόλου επί της μεταξύ της   πόλεως ταύτης και Βελεστίνου λοφοσειράς, ίνα μη ο Βόλος λάβη   την   τύχην   της  Λαρίσσης».
«Σκότωνε τρελλούς πλήρωνε τζερεμέ» όπως λέγει το λαϊκόν ρητόν. Δεν είχε δίκαιον ο 'Αγγλος Πρωθυπουργός Σόλζβαρν όταν εδήλωσε δημοσία ότι «ο Πρωθυπουργός της Ελλάδος χρειάζεται ζουρλομανδύα»; Ο δημαγωγός εκείνος, συν τοις άλλοις, υποδεικνύει εξ   Αθηνών   προς   τον   Αρχηγόν   του
στρατού τας θέσεις και τας λοφοσειράς εις τας οποίας πρέπει ν'  αμυνθή , ίνα μη ο Βόλος έχη την τύχην της Λαρίσσης.   
Η ανωτέρω διαταγή της   Κυβερνήσεως είναι καθ' όλα   άτοπος,  παράλογος,  ταπεινωτική   και εξευτελιστική
δι' ένα Αρχηγόν στρατού και λαμβάνει φυσικά εξαιρετικήν σημασίαν, όταν ο Αρχιστράτηγος προς ον απευθύνεται, συμπίπτει να είναι ταυτοχρόνως ο Διάδοχος του θρόνου· Εις την ανωτέρω διαταγήν, ο Διάδοχος απήντησε (σελ. 195 Ε. Δ.) δια ευπρεπούς και μετριοπαθούς αναφοράς εκθέτων τα γενόμενα, τα αίτια της υποχωρήσεως κλ.π. αναφέρων επί λέξει: «Στερούμεθα άρτου, νομής και ιματισμού και αι στερήσεις αύται μεγάλως δυσχεραίνουσι την επαναφοράν της τάξεως, και πειθαρχίας».
Ως εξετέθη εν τη εξιστορήσει του πολέμου του 1897, εις τα Φάρσαλα ανέλαβε την χορήγησιν τον άρτου του στρατού ο ιδιώτης επιχειρηματίας Αγαθοκλής, διότι ο στρατός εστερείτο των πάντων. Οιοσδήποτε Αρχηγός στρατού θα άπήντα εις την υβριστικήν και ταπεινωτικήν διαταγην του Πρωθυπουργού ότι η Κυβέρνησις έπρεπε να γνωρίζη καλλίτερον παντός άλλου την κατάστασιν του ενόπλου εκείνου συρφετού, εφόσον αυτή και αι προκάτοχοι της την παρεσκεύασαν. Και θα υπέβαλλεν αμέσως και την παραίτησίν του.
Ο Διάδοχος, ορθώς σκεφθείς, δεν το έπραξε διότι το τοιούτον θα είχεν αποτέλεσμα την πλήρη διάλυσιν και του υπολοίπου στρατεύματος. Ηνέχθη την ταπείνωσιν επιδείξας μετριοπάθειαν, σύνεσιν και θερμόν πατριωτισμόν.
Αλλ' εκεί όπου θαυμάζει κανείς τας ανωτέρω αρετάς του Κωνσταντίνου, είναι η στάσις του όταν μετ' ολίγας ημέρας η Κυβέρνησις εκείνη προέβη εις την πλήρη διάλυσιν του Επιτελείου αφαιρέσασα από τον Αρχιστράτηγον, παρά την θέλησίν του και αυτούς ακόμη τους   προσωπικούς υπασπιστάς του.
Όντως την 22αν Απριλίου, η Κυβέρνησις ανεκοίνου προς τον Αρχιστράτηγον τηλεγραφικώς τα εξής : «Απεφασίσθη εν Υπουργικώ Συμβουλίω όπως άπαν το Επιτελείον Σας διορισθεί εν υπηρεσία του αυτόθι στρατού, συνεπώς θέλετε αποσπάσει, εις τα υπό τας διαταγάς Σας σώματα,τον ταγματάρχην Γουλιμήν, λοχαγούς Δούσμανην και Κοντογιάννην του μηχανικού, Χατζηπέτρον του πυροβολικού. Όσον άφορα τον Συνταγματάρχην Σαπουντζάκην και τούτον θέλετε αποσπάσει ως διοικητήν του Συντάγματος του πυροβολικού. Προτιμάτε την ενταύθα ανάκλησίν του ως και πάντων των υπολοίπων αξιωματικών; Σας πληροφορώ και αναμένω την συγκατάθεσίν Σας, ότι αρχηγός του Επιτελείου Σας διωρίσθη ο ταγματάρχης Κωνσταντινίδης, όστις αναμένεται αύριον εκ Κρήτης και όστις θέλει διαταχθή άμα τη αφίξει του πάραυτα ν' αναχωρήση. Όσον περί του λοιπού προσωπικού θέλετε προσλάβει τούτο εκ του υπό τας διαταγάς Σας στρατού, τη Υμετέρα εκλογή. Εννοείται ότι και τον ταγματάρχην του Μηχανικού  Δροσινόν θέλετε αποσπάσει εις υπηρεσίαν του αυτόθι Μηχανικού σώματος. Πασαι αί μεταβολαι αύται είναι εις γνώσιν της Α. Μ. του Βασιλέως».
Παρόμοιον γεγονός είναι αδύνατον νά άνευρη τις εν τη παγκοσμίω ιστορία. Είς τον πρωτοφανή έξευτελισμόν και την ταπείνωσιν εις α υπεβάλλετο, διά των ανωτέρω μέτρων, ο ατυχής αρχιστράτηγος ηρκέσθη νά διαμαρτυρηθή ευλαβώς προς την Κυβέρνησιν και να δηλώση δια τηλεγραφικής αναφοράς του ότι:
«Ως έχουσιν αι περιστάσεις θέλω εκτελέση την διαταγήν του Υπουργείου», προσθέτων εν επιλόγω της αναφοράς του αυτολεξεί ό'τι: (σελις 210) "Ως προς την απόσπασιν αμφοτέρων των προσωπικών μου   υπασπιστών, οφείλω να υπομνήσω εις το Υπουργείον ότι τυγχάνω Διάδοχος του Ελληνικού θρόνου και εναπόκειται εις αυτό να κρίνη εάν είναι αξιοπρεπές να μείνω άνευ ουδενός εκ των της Αυλής μου ενταύθα». Διά μέσου των γραμμών της αναφοράς αυτής διαφαίνεται σαφώς η συγκρατουμένη αγανάκτησις του Αρχιστρατήγου δια την άδικον και εξευτελιστικήν ενέργειαν του Δεληγιάννη, ήτις θίγει ου μόνον το γόητρον του μέλλοντος Βασιλέως, αλλά και αυτήν ακόμη την αξιοπρέπειάν του ως ανθρώπου και ανωτάτου αξιωματικού. Η φράσις του Αρχιστρατήγου «ως έχουσιν αι περιστάσεις σήμερον» σημαίνει καταφανώς «Για το χατήρι του Ετέμ, που ευρίσκεται εις την καρδίαν της Ελλάδος, δέχομαι τας ταπεινώσεις σου σήμερον Αρχιφαυλοκράτη Πρωθυπουργέ» [1].
Παρομοία υπήρξεν η συμπεριφορά του Διαδόχου Αρχιστρατήγου και εις πλείστα άλλα επεισόδια, τα οποία εδημιουργήθησαν εξ ατόπων παρεμβάσεων της Κυβερνήσεως εις τα στοιχειώδη δικαιώματα του Αρχηγού του στρατού ως π.χ. η ανυπακοή του Διοικητού της III ταξιαρχίας εις Δομοκόν, αι απ' ευθείας παρά του Υπουργού των Στρατιωτικών διαταγαί προς Διοικητάς Σωμάτων κατά τας επιχειρήσεις κλπ. Απλή παραβολή των γεγονότων τούτων προς τα αναφερθέντα του 1912, δεικνύουν την τεραστίαν διαφοράν των αντιλήψεων του Διαδόχου ως προς τα καθήκοντα και τα δικαιώματα του, ως Αρχηγού του εν πολέμω στρατού. Την εξήγησιν μας παρέχει η στοιχειώδης λογική και τα επακολουθήσαντα γεγονότα κατά την θλιβεράν περίοδον του πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.
Εις την σελίδα 209 της Ε. Δ., ο Διάδοχος διαμαρτυρόμενος δια την διάλυσιν του Επιτελείου του υπό του Ράλλη αναφέρει ότι το Γενικόν Επιτελείον «ήτο αυτοσχέδιον οργανωθέν εκ του προχείρου» και απηρτίζετο φυσικά εκ προσώπων αγνώστων κατά το πλείστον, μετά των οποίων δεν είχε συνεργασθή προηγουμένως. Ως ο ίδιος λοχαγός Δούσμανης, αναφέρει, δια πρώτην φοράν ετοποθετήθη εν Λαρίσση εις Επιτελικήν υπηρεσίαν, εφόσον ως είναι άλλως τε γνωστόν, εξετέλει υπηρεσίαν εις την διεύθυνσιν μηχανικού Λαρίσσης [2]. Ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Συνταγματάρχης Σαπουντζάκης ήτο άνθρωπος συνετός και μετριοπαθής και λίαν αφοσιωμένος εις την Βασιλικήν οικογένειαν, οι δε λοιποί αξιωματικοί Μεταξάς, Στρατηγός, Κοντογιάννης, Παπαβασιλείου κλπ. δια πρώτην φοράν ετοποθετούντο επίσης εις το Γενικόν Επιτελείον. Δεν υπήρχε συνεπώς το 1897 συγκεκροτημένη η Επιτελική μαφία του 1912, ήτις ανεμίχθη και εις την πολιτικήν εξέλιξιν της καταστάσεως επί της οποίας σοβαρώς επέδρασε κατά την κρίσιμον περίοδον μέχρι του 1920· Εκ της παραβολής των δύο περιπτώσεων (1897 και 1912) καθίσταται κατάδηλος η ψυχοφθόρος επίδρασις, ην είχε επί του Κωνσταντίνου το άμεσον περιβάλλον του καθ' όλην την διάρκειαν της κατόπιν τραγικής περιόδου, ήτις ετερματίσθη με τον εν τη εξορία θάνατον του.
Συνεπεία της σφοδράς διαμάχης μεταξύ των δυο παρατάξεων, εις ας μοιραίως εδιχάσθη ο λαός, υπάρχουν αναμφιβόλως και σήμερον πλείστοι, οι οποίοι δεν κατέστη δυνατόν να απαλλαγούν από τον φανατισμόν των. Οι μεν, θεωρούν υπεύθυνον δια την διαίρεσιν και τας εθνικάς συμφοράς τον Βασιλέα Κωνσταντίνον, ενώ οι άλλοι αποδίδουν αυτάς εις τον Βενιζέλον. Φρονώ ότι ή αμερόληπτος ιστορία του μέλλοντος θα επιρρίψη την κυρίαν ευθύνην της διαιρέσεως και των Εθνικών συμφορών εις το περιβόητον εκείνο Επιτελείον και τους Αρχηγούς του Δούσμανην και Μεταξάν.
Αμφότεροι, ως πρωταγωνισταί του Εθνικού δράματος, διέπραξαν αναντιρρήτως μεγάλα σφάλματα αλλ' είναι αναμφισβήτητον ότι και οι δύο ενεπνέοντο από τας αγνωτέρας προθέσεις και άκρατον πατριωτισμόν. Εφόσον οι δύο ούτοι πρωταγωνισταί συνειργάζοντο και συνεβάδιζον αδελφικώς κατά τους υπέρ του Έθνους αγώνας, η Ελλάς έβαινεν από θριάμβου εις θρίαμβον και από νίκης εις νίκην προς την εκπλήρωσιν των Εθνικών της διεκδικήσεων Τα ατυχήματα επήλθον μόνον μετά την διάστασιν αυτών, ήτις επέφερε και τον διχασμόν του Έθνους. Η αμερόληπτος ερευνά των γεγονότων επιρρίπτει το βάρος της κυρίας ευθύνης εις την ομάδα του Γενικού Επιτελείου. Όπως είδομεν ανωτέρω, εις την Ε. Δ, την οποίαν, ως βεβαιοί ο ίδιος, συνέγραψεν ο  Δούσμανης, ο αείμνηστος Κωνσταντίνος το 1897 υφίσταται τας εσχάτας ταπεινώσεις, από ανθρωπάρια του τύπου Δεληγιάννη και Ράλλη, εν τούτοις συγκρατείται σεμνός και πειθαρχικός, ως αρχαίος Σπαρτιάτης, εντός του πλαισίου της πειθαρχίας και των νόμων της Πατρίδος.

Βλέπομεν αντιθέτως τό 1912 τον ώριμον πλέον άνδρα Κωνσταντίνον να περιπίπτη εις την αθλίαν εκείνην απρέπειαν των Μεγάλων ασκήσεων της Τανάγρας εναντίον της Γαλλικής Αποστολής, άλλα και σπεύδοντα μετά δύο μόλις ημέρας μετανοών και δακρύων (ως εβεβαίωσεν ο Βενιζέλος) να την επανορθώνη  δημοσία δια του Βασιλικού γεύματος και της παρασημοφορίας των αδίκως προσβληθέντων Γάλλων αξιωματικών. Το επεισόδιον αυτό παρουσιάζει γυμνόν τον χαρακτήρα του Κωνσταντίνου. Οξύθυμος και εις μέγιστον βαθμόν επηρεαζόμενος από τας κακοβούλους εισηγήσεις του περιβάλλοντος και των κολάκων, αγαθός και ευθύς κατά βάθος αποδίδει το δίκαιον αμέσως μόλις αναγνωρίζει την πλάνην του. 




(1)  Η προκειμένη περίπτωσις φέρει   αυτομάτως εις μνήμην την λαϊκήν παροιμίαν του λαγωού, όστις επερχομένου   αετού   κρύπτεται   εις   παρατυχούσαν εδαφικήν ρωγμήν, αλλά παραμένουν ακάλυπτα τα νώτα του ένεκα   των    μικρών   διαστάσεων αυτής, οπότε διερχομένη χελώνη πλησιάζει και τον   παρενοχλεί   υβριστικώς.   Και ο λαγωός τρέμων: Για το χατήρι του αετού . . . βρίζε και συ χελώνα.
(2)  Επί του προκειμένου δια την δράσιν  του   στρατηγού    Δούσμανη,    έλαβον επιστολάς τινας   συναδέλφων   πολεμιστών,   διαμαρτυρομένων   δια   τα   αναγραφέντα παρ'  αυτού, ότι αι νίκαι ωφείλοντο εις αυτόν,   το Επιτελείον  και   τους   αντεπαναναστάτας του Γουδί. Μεταξύ αυτών ο παλαιός   συναγωνιστής    Μάρκου    γράφει    τα κάτωθι χαρακτηριστικά:   «Αλλα ο στρατηγός Δούσμανης, ως είναι   γνωστόν εις τους επιζώντας συναδέλφους της εποχής εκείνης, ήτο ερασιτέχνης στρατιωτικός,   διότι   εις την στρατιωτικήν σταδιοδρομίαν του ούτε διμοιρίαν ούτε λόχον διώκησε ποτέ, καθόσον προ του 1897 υπηρέτει επί μακρόν εις την Διεύθ.  Μηχανικού Λαρίσσης, ασχολούμενος εις την επιτήρησιν κτιρίων και όταν του εδίδετο ευκαιρία εις την   οργάνωσιν καλλιτεχνικών εκθέσεων μετά του μακαρίτου Βελλιανήτου.

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΜΕΛΑ

Καθώς πηγαίναμεν ήτο κατήφορος. Είχε κατεβή ο Ζέζας από το άλογον, ως και ο Πέτρος, και τα αλόγατα πήγαιναν εμπρός και πηγαίναμεν δια την Στάτιτσα. Μας είχε πη ο Γρηγόρης ότι γνω­ρίζει εκεί ένα παιδί. Καθώς πηγαίναμεν σιγά, ήμην όπισθεν του Ζέζα' έκαμα να βγω εμπροστά του δια να επιταχύνωμεν το βήμα ολίγον. Αμέσως με απέτρεψεν ο Ζέζας'
«Ησύχασε καημένε' επειδή εσύ ημπορείς να περιπατείς, άρα γε όλοι ημπορούν; »
« Μα καπετά­νιε, δεν θα προλάβωμεν εις το Ζέλοβον να πάμεν. »
«'Οχι, μου είπεν, θα μείνωμεν εδώ εις την Στάτιτσα, αφού γνωρίζει ο Γρηγόρης εκείνο το παιδί. »Τότε του είπα'
«Νομίζω καπετάνιε ότι καλύτερον είναι να μην πάμεν εις το χωριό, παρά να πάμεν έξω από το  χωριό' είναι μερικά καλύβια' εάν βρέχη, μένομεν εις τα καλύβια' εάν δεν βρέχη, μένομεν εις το δάσος. Με είπεν ο Ζέζας'
«Παύσε, Νίκο, όλο τα λημέρια και τα δάση αγαπάς, σαν να είσαι κανένας παλαιός κλέφτης. Είναι αμαρτία, τα παιδιά κουρασμένα, βρεγμένα' ας μείνωμεν εις το χωριό να στεγνώσουν ολίγον. »
 « Όπως θέλεις. »
Μόλις πλησιάσαμεν εις το χωριό, βγήκε πρώτος ο Γρηγόρης, μας πήγεν εις την εκκλησίαν, η οποία ήταν εις την άκρην του χωριού' μας άφησεν εις την αυλήν και πήγεν εις το χωριό. Μετά κάμποση ώρα ήλθεν. Είχε μαζί του και 2 χωρικούς, τον Ντίνα, όπου ήτο με την συμμορίαν του Παύλου Κύρου και έναν άλλον. Αφού μας εχαιρέτησαν, ερώτησεν ο Ζέζας τον Ντίνα εάν ημπορή να μας εύρη 4 καταλύματα. Μάλιστα, είπεν ο Ντίνας, και πήγε να ετοιμάση τα καταλύματα. Κατόπιν ήλθε να μας πάρη. Καθώς κατεβαίναμεν ερώτησεν ο Ζέζας τον Ντίνα'
— Δεν ημπορούμεν, βρε Ντίνα, να εύρωμεν περισσότερα καταλύματα δια να είναι πιο ήσυχα τα παιδιά να στεγνώσουν τα καημένα;» (Πύρζας). 
Το πρωί ήλθε πάλι ο Ντίνας, ο μουχτάρης και άλλοι' εφρόντισε ο Παύλος να δοθή τροφή στα καταλύματα, πληροφορήθηκε κι έμαθε ότι τακτικά περνά στρατός απ' το χωριό και πηγαίνει στο Ζέλοβο (150 στρατιώ­τες έμεναν στο Κονομπλάτι, 1/2 ώρα από τη Στάτιτσα). Έστειλε τότε με ανθρώπους γράμμα του Ευθυμη, την άλλη μέρα να έλθη να συναντηθούν έξω από τη Στάτιτσα, στο δάσος.
Το μεσημέρι κράτησε το Ντίνα στο τραπέζι και άλλους προεστούς του χωρίου και τους παράγγειλε το βράδυ να έλθουν και άλλοι να τους μιλήση. Ήταν ακό­μη μαζί του ο Ντίνας, όταν ήλθε η σπιτονοικοκυρά και είπε ότι μια γριά είδε στο δρόμο να έρχεται στρατός από το Κονομπλάτι. «Ε», είπε ο Παύλος, «θα έλθη, θα περάση»· και ειδοποίησε στα καταλύματα να είναι έτοιμοι, αλλά να μην κουνηθή κανείς. Ο στρατός επέρασε κάτω από τα καταλύματα και τράβηξε για τον απάνω μαχαλά. Από τα παράθυρα τον έβλεπαν. Μετά κάμποση ώρα ήλθαν γυναίκες και είπαν ότι ο στρατός έρχεται προς τα κάτω' και ο Καραλίβανος έστειλε να ρωτήση τι να κάμουν να πυροβολήσουν ; Ο Παύλος απάντησε να μην πυροβόληση κανείς, χωρίς να τους διάταξη, και όλοι να μείνουν στις θέσεις τους. Ο στρα­τός όμως, που τον είχε ειδοποιήσει ο Μήτρος Βλάχος με μια γυναίκα, πως τάχα ήταν κρυμμένος αυτός ο ίδιος και η συμμορία του μέσα στο χωριό, επλησίασε το σπίτι όπου ήταν ο Παύλος με 4 παιδιά του και άρχι­σε να χτυπά με τους κοπάνους των όπλων το απέναντι σπίτι, οπού ήταν κρυμμένοι άλλοι 7. Αν και δεν έλα­βαν απάντηση καμιά,  εξακολούθησαν   δυνατώτερα   να  χτυπούν οι Τούρκοι και να φωνάζουν'
«Θα κάψωμε το σπίτι!»
Ο Παύλος με το Ντίνα είχαν πιάσει τα παράθυρα. Κοντά στον Παύλο ήταν ο Στρατινάκης. Ο Πύρζας έβλεπε κρυμμένος πίσω από την πόρτα, ο Πέτρος ήταν πιο μέσα. Σε λίγο άρχισαν οι στρατιώτες να χτυπούν την κάτω θύρα κι αυτού του σπιτιού για να μπουν μέ­σα να προφυλαχθούν, γιατί είχαν πεισθή ότι στο αντικρυνό ήταν άνθρωποι ύποπτοι. Τότε σήκωσε ο Παύλος το τουφέκι του και πυροβόλησε. Άρχισε και ο Ντίνος στο πλάγι του' άρχισαν και από το απέναντι σπίτι να πυροβολούν. Οι Τούρκοι σκόρπισαν κι έπιασαν θέσεις» Πυροβολούσαν κι αυτοί μα σε λίγο έπαυσαν το πυρ. Τότε είπε ο Στρατινάκης. «Δέν κατεβαίνομε κάτω ; γιατί επάνω δεν είμαστε ασφαλείς και θα μας κάψουν σαν τα ποντίκια», Και κατέβηκαν από την ξύλινη ανεμόσκαλα σ' ένα μικρό στάβλο από κάτω. Ο Παύλος με τον Πέτρο ήταν στην πόρτα κοντά κι έβλεπαν έξω, που επλησίαζε ένας Τούρκος στρατιώτης για να μπη και πυροβόλησαν.
Άρχιζε να νυχτώνη. Σε λίγο βγήκε ο Στρατινάκης στην αυλή για να ιδή το σκοτωμένο' επροχώρησαν στον περίβολο του σπιτιού και ό Παύλος με τον Ντίνα και τον Πέτρο. Ό Στρατινάκης κοίταζε να πάρη τ' όπλο του Τούρκου. Ακούσθηκε τότε ένας πυροβολι­σμός μονάχα, Και γύρισε ο Παύλος πίσω, λέγοντας* «Στη μέση με πήρε παιδιά.»
Μπήκε μέσα, εκάθησε και φώναξε τον Πύρζα' «Νί­κο, που είσαι ;» Έβγαλε το σταυρό του απ' το λαιμό και είπε' «Το σταυρό να τον δώσης στη γυναίκα μου' και το τουφέκι, όπως σου είπα, του Μίκη' και να τους πης, ότι το καθήκον μου έκαμα.» Έβγαλε το πορτο­φόλι με τις φωτογραφίες των παιδιών του και ξεζώσθηκε. Τότε φάνηκαν αίματα και έπεσαν λίρες κατά γης, γιατί είχε τρυπήσει το κεμέρι του η σφαίρα, Άρχι­σε να πονή ο Παύλος κι έλεγε* «Σκοτώστε με παιδιά' πώς θα μ' αφήσετε στους Τούρκους ;»
Όσο περνούσε η ώρα και πονούσε δυνατώτερα, βογγούσε «πονώ». Ύστερα είπε με δυνατή φωνή΄
«Νίκο, εσύ πώς θα με αφήσης ;» Ο Πύρζας γονάτισε και τον εφίλησε στο στόμα και του είπε'
«Κοντά σου είμαι, καπετάνιε' δε σε αφήνομε.» Και τα χείλη του Παύλου ήταν ψυχρά. «Πονώ» έλεγε ό Παύλος και ωνόμαζε τα παιδιά του. Και πάλι έλεγε' «Σκοτώστε με». Δεν μπο­ρούσε πια να κουνηθή από τη θέση του. Και τα παιδιά του δεν τα ωνόμαζε πιά. «Πονώ», είπε σιγά και ξεψύχησε.


Σχετικά:
ΠΑΥΛΟΣ ΜΕΛΑΣ: 109 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ: "ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΚΑΙ ΗΡΩΩΝ ΑΙΜΑ" (Κριτική)


Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2014

ΒΑΣΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΣΧΕΤΙΚΗ ΜΕ ΤΟ Β. ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ.

A
Abitol  M. :Les Juifs d'AFN Sous Vichy.  Maisonneuve et Larose, 1983.
Alary Eric: La ligne de demarcation 1940-1944.  Presses Universitaires Françaises, 1995.
Annet Armand: Aux heures troublées de l'Afrique Française- Editions du Conquistador, 1952.
Amouroux  HenriI: La vie des Français sous l'Occupation- Fayard, 1961.
Antelmer  R.: L'espèce humaine", Gallimard, 1947.
Antier  J.J.: La bataille de Malte- Presses de la Cité, 1983.

Armstrong J.A.: Ukrainian Nationalism 1939-45. New York ,1955
Aron Paul ,Jose' Gotovitch: Dictionnaire de la Seconde Guerre mondiale en Belgique. André Versaille éditeur, 2008.
Aron  Raymond: Histoire de la libération de la France- Fayard, 1959.
Aron Robert: Histoire de Vichy- Fayard, 1954.
Aron Robert: Histoire de l'Epuration- Fayard, 1969.

Assmann K: Deutsche Schicksalsjahre. Wiesbaden 1951
Audibert R.: De la prise de Notre-Dame de la Garde à la libération du camp de la mort de Vaihingen. Autre temps, 1994.
Aubert  J.: Val d'Oise 1944. Valhermeil, 1994.
Azeau  Henri: La guerre Franco-Italienne. Presses de la Cité, 1967.
Aziz  P.: Les criminels de guerre. Denoël, 1974.


B
Badinter Robert: Un antisémitisme ordinaire: Vichy et les avocats Juifs (1940-1944). Fayard, 1997.
Baraduc Jacques: Pierre Laval devant la mort.  Plon, 1970.
Barber Noël : La nuit tombe sur Singapour.  R. Laffont, 1969.

Barnett Correlli: Les généraux du désert. Le livre contemporain, 1960.

Bayer Eddy: O πόλεμος των Τεθωρακισμένων en 2 tomes .Συμπληρωματικαί εκδόσεις στρατιωτικών περιοδικών 1964
Beaufre André, général: Le drame de 1940. Plon, 1965.
Beaux J.: Dunkerque 1940. Presses de la Cité, 1967.
Beevor Antony: Stalingrad.  France Loisirs, 1999.

Beevor  Antony: Στάλινγκραντ. Εκδόσεις Γκοβόστη 2004
Beevor Antony:  La chute de Berlin. France Loisirs, 2002.
Belot J.H et W.M.: Corregidor. La forteresse perdue et reconquise. R.Laffont, 1967.
Berben Paul: L'attentat contre Hitler: Robert Laffont, 1962.
Bernadac Christian:  Le Train de la mort . France-Empire, 1970.

Bernadotte Folke Graf: Das Ende .Europa Verlag Zurich/New York 1945
Béziat André: Franklin Roosevelt et la France (1939-1945) : la diplomatie de l'entêtement.. L'Harmattan, 1997.
Buchheit Gert: H στρατηγική ενός Δεκανέως. Συμπληρωματικαί εκδόσεις στρατιωτικών περιοδικών 1964

C
Chambon Alain: Quand la France était occupée ... : 1940-1945, fin des mythes, légendes et tabous. France-Empire, 1988.
Chassin, général: Histoire militaire de la Seconde Guerre Mondiale. Payot, 1947.
Chastenet Jacques: W Churchill. Fayard, 1965.
Churchill Winston: Mémoires de la Deuxième Guerre Mondiale, en 12 tomes. Editions de la Palatine, 1950.
Clark Alan: La guerre à l'Est. R. Laffont, 1966.
Clark Alan: Βαρβαρόσσα ,η Γερμανορωσσική Σύραξις 1941-1945. Συμπληρωματικαί εκδόσεις στρατιωτικών περιοδικών 1968
Clark, général: Calculated Risk.  Harper and Brothers, 1950.
Cointet Jean-Paul. La France Libre. Presses Universitaires Françaises, 1975.
Collins Larry, Lapierre Dominique: Paris brûle-t-il?. R. Laffont, 1964.
Connor André-Paul: L'épopée de la 13ème DBLE.  Nouvelles Editions Latines, 1988.
Conte Arthur: Yalta. R. Laffont, 1964.
Cotta Michèle: La collaboration", Armand Colin, 1964.
Costello John: La guerre du Pacifique", deux tomes.Pygmalion, 1982.
Craig William:  Vaincre ou mourir à Stalingrad. Fayard, 1961.

D
Dainville, colonel: L'ORA. La Résistance de l'armée. Charles Lavauzelle, 1974.
Darcourt P.: Armée d'Afrique. La Table Ronde, 1972.
Dartigues André: Les Hommes en blanc dans la clandestinité: la Résistance médicale: 1940-1944 à Bordeaux et en Gironde. Conseil Régional d'Aquitaine.
Deden G.: Malgrè nous. Editions Alsatia, 1952.
Degrelle Leon : Die verlorene Legion (Veritas) Stuttgart
Delage Edmond: Six ans de guerre navale.  Berger-Levrault, 1950.
Delbo C.: Une connaissance inutile . Éditions de Minuit, 1970.
Delperrie de Bayac J,:Histoire de la Milice. Fayard, 1969.
Denzel  Egon :   Die   Luftwaffen-Felddivisionen   1942-1945,   (Vowinckel)   Neckargemünd,   1963
Dieckhoff  G :  Die 3. I. D., (Börnes) Göttingen,  1960 
Dingelrenter  Joseph:   Die   Vierziger,   (Selbstverlag)   Augsburg,   o.   J. 
Donat   Hans von:   Eisenbahn-Pioniere.   Deutsches   Soldaten   Jahrbuch   1966.(Schild)   München-Lochhausen,   1966
Dorgelès Roland, :La Drôle de Guerre.  Albin Michel, 1957.
Dreyfus Paul : Histoires extraordinaires de la Résistance.  Fayard, 1982.
Dreyfus François-Georges: Le IIIème Reich . Livre de poche, 1998.
Dufourg Robert: Adrien Marquet devant la haute Cour, Français jugez vous-mêmes!.  Janmaray, 1948.
Du Gard Maurice Martin : La chronique de Vichy: 1940-1944.  Flammarion, 1948.
Durand Yves: La France dans la Seconde Guerre Mondiale: 1939-1945 . Armand Colin, 1989.
Duroselle Jean-Baptiste: La décadence: 1932-1939. Imprimerie Nationale, 1979.
Duroselle Jean-Baptiste: L'abîme: 1939-1945.  Imprimerie Nationale, 1982.


E
Eisenhower Dwight David: Crusade in Europe , Doubleday et C°, 1952.
Eisenhower, général, Wilson, général, Montgomery, maréchal: Les opérations en Europe. Berger-Levrault, 1947.
Erickson John: The road to Stalingrad. Cassell Military Peperbacks 2003. 
Erlau Peter:  Flucht aus weissen Hölle,  (Riegler) Stuttgart
Ernsthausen  A von.: Wende im Kaukasus, (Vowinckel) Neckargemünd, 1958 
Esteban-Infantes,  général : Blaue Division,  (Druffel)  Leoni,   1958 

F
Fey Willy :   Panzer im Brennpunkt der Fronten, (Lehmann) München   i960 
Flicke,   F.W :    Agenten  funken  nach Moskau,   (Welsermühl)  Wels-München 1957
Förster Wolfgang : Kämpfer an vergessenen Fronten, (Dtsch. Buchvertr., Abt. f. Veröff. a. Amtl. Arch.) Berlin  1931
Frei Norbert: L'Etat hitlérien et la société Allemande: 1933-1945. Seuil 1994.
Freney Henri: La nuit finira . Robert Laffont, 1973.
Fuster Casamayor Serge: Nuremberg.  Stock, 1985.

G
Gameline Pierre de :Commandos d'Afrique. Presses de la Cité, 1980.
Garçon Maurice: Les procès de la Collaboration, De Brinon-Darnand-Luchaire.  Albin Michel, 1948.
Giraud, général: Un seul but, la victoire . Julliard, 1949.
Goerlitz Walter: Paulus and Stalingrad .The Citadel Press New York 1963
Goule L.: Le siège de Leningrad. Stock, 1962.
Green Gerald.: Holocauste . Laffont, 1978.
Grossman V.: Le livre noir. Actes Sud, 1995.
Grynberg Anne: La Shoah : l'impossible oubli. Gallimard, 1997.
Guderian Heinz, général: Souvenirs d'un soldat, Plon, 1955.
Guderian Heinz, général: Erinnerungen eines Soldaten. Kurt Vowinckel, Heidelberg 1951.
Guderian Heinz, général: Panzer Leader .London 1952
Guehenno Jean: Journal des années noires: 1940-1944. Gallimard, 1947.
Guérin Alain: Chronique de la Résistance. Omnibus, 2000.
Guichonnet Paul: Mussolini et le fascisme.  Presses Universitaires Françaises, 1971.
Guillain Robert: La guerre au Japon . Stock, 1979.
Guillaume, général : Homme de guerre. France-Empire 1977.

H
Halder F: Hitler als Feldherr. Munich,1949 
Harris Sir A.:  Les bombardiers attaquent. Plon, 1949.
Harrison E. Salisbury: Les 900 jours . Albin Michel, 1970.
Hastings Max.: La division Das Reich et la Résistance.  Pygmalion, 1983.
Hemingway Ernest: La Deuxième Guerre Mondiale . Gallimard, 1985.
Hibbert Christopher: Mussolini.  Robert Laffont, 1965.
Hilberg Raul: La destruction des Juifs d'Europe.  Fayard, 1988.
Höhne Heinz: L'Ordre noir. Casterman, 1968.
Hoyt Edwin P.:The Battle for Stalingrad.199 days .

I
Irwing David: La destruction de Dresde.  Robert Laffont, 1964.

J
Juin, maréchal: Mémoires . Fayard, 1959.

K
Kammerer Albert :Du débarquement Africain au meurtre de Darlan . Flammarion, 1949.
Keats John: Les oubliés de Mindanao. R. Laffont, 1965.
Kemp Antony: 1935-1945: le Monde en guerre. Gallimard, 1995.
Kennedy Shaw W.B: Patrouilles du désert. Berger-Levrault, 1948.
Kersaudy François: 1940. La guerre du fer. Tallandier, 1987.
Kesselring, maréchal.:Soldat jusqu'au bout. Charles Lavauzelle, 1956.
Killen John.: La Lutwaffe.  Robert Laffont, 1968.
Koenig, général.: Bir-Hakeim.  Imprimerie Christmann, 1990.
Kupferman Fred: Laval.  Balland 1987 σελ.580

L
Landemer Henri: Les Waffen SS . Balland, 1972.
Lattre de Tassigny Jean de, général: Histoire de la 1ère Armée Française. Plon, 1949.
Lazard Didier: Le procès de Nuremberg. Editions Nouvelle France, 1947.
Leckie Robert:  Les marines dans la guerre du Pacifique. R. Laffont, 1965.
Le Corbeiller J.: La guerre de Syrie. Editions du Fuseau, 1967.
Levi Primo. Si c'est un homme.  Julliard, 1947.
Lévy Claude, Tillard Paul : La grande rafle du Vel' d'Hiv'. R. Laffont, 1967.
Liddell Hart Basil Henry: Histoire de la Seconde Guerre Mondiale. Fayard, 1970.
Liddell Hart Basil Henry: Les généraux Allemands parlent. Stock, 1948.
Longerich Peter: Nous ne savions pas - Les Allemands et la Solution finale. Editions Héloïse d'Ormesson, 2008.
Lottman Herbert R.: L'épuration: 1943-1953", Fayard, 1986.
Lottman Herbert: Pétain.  Seuil, 1984.
Loverdo Costa de:  La Grèce au combat  Calmann-Lévy, 1966.

M
MacArthur, général: Mémoires. Presses de la Cité, 1965.
Malaparte C.: Kaputt. Denoël, 1946.
Malbosc Guy :  Bataille de l’Atlantique.  Economica, 1995.
Manceron Gilles: La Shoah . Milan, 1995.
Manstein Erich Von :Verlorene Siege.
Manstein Erich Von:Victoires Perdues. Plon
Marielle Jean et Sagnes Jean:  Pour la République le vote des quatre-vingts à Vichy le 10 juillet 1940 . CNDP, 1993.
Marrus M, Paxton R.O.: Vichy et les Juifs.  Calmann-Lévy, 1981.
Mauriac François:  La nuit .  Minuit, 1958.
McKee A.:  Bataille de la Manche, bataille d'Angleterre. 1960.
Merle Robert: La mort est mon métier.  Gallimard, 1972.
Messenger Charles:  Atlas de la Seconde Guerre Mondiale: Europe. Autrement, 1959.
Michel Henri : La Seconde Guerre Mondiale.Les succès de l'Axe: 1939-1943.  Peuples et Civilisations, 1968.
Michel Henri : La Seconde Guerre Mondiale. La victoire des Alliés: 1943-1945 . Peuples et civilisations, 1969.
Michel Paul-Louis: Le procès Pétain. Editions Médias, 1945.
Millot Bernard : L'épopée kamikaze. R. Laffont, 1970.
Milza Pierre : De Versailles à Berlin: 1919-1945 . Masson, 1980.
Miquel Pierre : Histoire vécue de la Seconde Guerre Mondiale. Fayard, 1988.
Miquel Pierre : La Seconde Guerre Mondiale.  Fayard, 1986.
Mongomery, maréchal: Avec la VIIIème armée. Amiot-Dumont, 1948.
Monnet J. : Mémoires . Fayard, 1976.  
Miquel Pierre:  Histoire vécue de la Seconde Guerre Mondiale. Fayard, 1988.
Miquel Pierre: La Seconde Guerre Mondiale. 6.
Montagnon Pierre: La Grande Histoire de la Seconde Guerre Mondiale : septembre 1938 à octobre 1943., Pygmalion, tome 1, 2000.
Montagnon Pierre : La Grande Histoire de la Seconde Guerre Mondiale : octobre 1943 à octobre 1946", Pygmalion, tome 2, 2000.
Moorehead Alan:  Montgomery. Plon, 1949.
Mordal Jean-Jacques:  La bataille de Dakar. Ozanne, 1950.
Mordal Jean-Jacques: Dunkerque. France-Empire, 1960.
Mordal Jean-Jacques: La campagne de Norvège. Self Editions, 1949.
Mordal Jean-Jacques: La bataille de Casablanca.  Plon, 1949.

N.

O

P

Q

R
Rémy, colonel: Compagnons de l'honneur. Mémoires d'un agent secret de la France Libre. France-Empire, 1964.
Robertson Terence: Dieppe.  Presses de la Cité, 1963.
Robichon Jacques: Le CEF en Italie . Presse de la Cité, 1981.
Rocolle Pierre: La guerre de 1940  deux tomes. A. Colin, 1990.
Rommel, maréchal:  La guerre sans haine. Amiot-Dumont, 1955.
Rousso Henry:  Les années noires : vivre sous l'Occupation. Gallimard, 1998.
Ruge, amiral: Rommel face au débarquement.  Presses de la Cité.
Rürup R.:  Der Krieg gegen die Sowjetunion, 1941-1945. Argon, 1991.
Rusbridger J./Nave E.: La trahison de Pearl Harbor, Pygmalion, 1992.
Ryan Cornelius:: Le Jour le plus long. Robert Laffont, 1960.
Ryan Cornelius.: Un pont trop loin.  R. Laffont, 1974.
Ryan Cornelius.: La Dernière Bataille.  R. Laffont, 1966.

S
Saint-Exepury Antoine de: Pilote de guerre. Gallimard, 1942.
Sanders Hilary St George: The red beret, Michael Joseph, 1950.
Shirer William: Le IIIème Reich, deux tomes, Stock, 1959.
Skorzeny Otto: La Guerre inconnue. Albin Michel, 1975.
Skorzeny Otto: Οι καταδρομικές μου επιχειρήσεις .Εurobooks 2007
Speidel, général.: Invasion 1944 . Berger-Levrault, 1964.
Stein Georges H.: La Waffen SS . Stock, 1971.
Steiner J.F.: Treblinka . Fayard, 1965.
Steinert Marlis: Hitler.  Fayard, 1991.
Stilwell J.W., général: L'aventure Chinoise . Oreste Zeluck Editeur, 1949.

T
Terrisse René: Bordeaux: 1940-1944 . Perrin, 1993.
Terrisse René: La milice à Bordeaux: la collaboration en uniforme. Auberon, 1997.
Thorwald Jürgen: La débâcle Allemande. Stock, 1965.
Toland John: Adolf Hitler,  deux tomes. Pygmalion, 1978.
Turner John Gray: Histoire du débarquement. Arthaud, 1960.

U

V
Veillon Dominique: La collaboration.  L.G.F, 1984.

W
Werth Alexander: Russia at War 1941-45.Discus Books/Published by Avon 1970.σελ 1000
Wiesel Elie: Tous les fleuves vont à la mer. Seuil, 1994.


Winock Michel: Nationalisme, antisémitisme et fascisme en France.  Seuil, 1990.
Wormsen  Migot Olga : Quand les Alliés ouvrirent les portes .... R. Laffont, 1965.
Wotoszanski B:  40-45 : La guerre secrète d'Hitler. Jourdan, 2009.
Wright Gordon: L'Europe en guerre  1939-1945. Armand Colin, 1971.

X

Y

Z


Messenger Charles, "Atlas de la Seconde Guerre Mondiale: Europe", Autrement, 1959.
Michel Henri, "La Seconde Guerre Mondiale.Les succès de l'Axe: 1939-1943", Peuples et Civilisations, 1968.
Michel Henri, "La Seconde Guerre Mondiale.La victoire des Alliés: 1943-1945", Peuples et civilisations, 1969.
Michel Paul-Louis, "Le procès Pétain", Editions Médias, 1945.
Millot Bernard, "L'épopée kamikaze", R. Laffont, 1970.

Moulin Laure, "Jean Moulin", Presses de la Cité, 1982.