Τρίτη, 12 Ιουλίου 2011

ΛΑΖΑΡΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΥ:Η ΣΥΝΘΗΚΟΛΟΓΗΣΗ

ΛΑΖΑΡΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΥ
ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΟΥ ΕΠΟΥΣ
1940-41
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΩΔΩΝΗ
Σελ. 331
7. 1. Αποδιοργάνωση και πτώση ηθικού.
Πολλά και βαθιά τα αίτια που οδήγησαν στην συνθηκολόγηση. Όσοι την επιδίωξαν και όσοι την δικαιολογούν, επικαλούνται την αποφυγή αιχμαλωσίας του στρατού και την αποδιοργάνωση του κατά την σύμπτυξη του από την Αλβανία, καθώς και στην πτώση του ηθικού του, πριν ακόμα επιτεθεί η Γερμανία κατά της Ελλάδος. Πότε και πώς επήλθε η πτώση του ηθικού είναι δύσκολο να ερευνηθεί και, προ παντός, να ορισθεί ο χρόνος εμφανίσεως της. Επισήμως πρώτη φορά αναφέρεται την 11 Απριλίου 1941 από τον Δεμέστιχα, στην επιστολή του προς τον Πιτσίκα, ότι υπάρχει «κίνδυνος πλήρους καταπτώσεως του ηθικού», που σημαίνει ότι υπήρχε κατάπτωση. Πρέπει, όμως, κάποτε να αρχίσει ή εξέταση του ζητήματος αυτού χωρίς συναισθηματισμούς, προκαταλήψεις ή σκοπιμότητες. Και τα συμβάντα να αναφέρονται με το όνομα τους. Λοιπόν, ο ελληνικός στρατός δεν ήθελε συνέχιση του πολέμου. Η διάθεση του αυτή δεν ξεπήδησε με μιας, αυτόματα. Όπως όλα τα κοινωνικά φαινόμενα, και τα πιο αιφνίδια, διέρχονται από το στάδιο ωριμάνσεώς τους, έτσι κι αυτή ωρίμασε βαθμιαία στα αλβανικά βουνά.
Με την στασιμότητα των μετώπων στην Αλβανία, σταματούν και οι αδιάκοπες πορείες με τις άλλες κακουχίες τους, που δεν άφηναν ως τότε καιρό για σκέψεις. Ή για επιθυμίες. Οι πολεμιστές παραμένουν σκέτοι πολεμιστές - μηχανές. Φορτσαρισμένες μάλιστα. Καταχτούν υψώματα, καβαλούν βουνοκορφές με κρύα, βροχές ή χιόνια. Κινούνται συνεχώς όπως ορίζουν οι διαταγές: νικούν και συνεπαίρνονται. Με το σταμάτημα, όμως, μπαίνει και κάποια «ανθρωπιά» στην ζωή των πολεμιστών. Στήνονται αντίσκηνα για ύπνο όλη την νύχτα. Ανασυγκροτούνται ατομικά νοικοκυριά. Αρχίζει περιποίηση του εαυτού και μένει και καιρός για κάποια ανάπαυση ή ψυχαγωγία. Τα νεύρα χαλαρώνουν. Προσπαθεί καθένας να βάλει κάποια τάξη στον ψυχικό του κόσμο. Ξανάρχονται έτσι σκέψεις. Και ο νους αρχίζει να λειτουργεί. Παρέες-παρέες γύρω από φωτιά ή μέσα σε σκηνές αν βρέχει, οι ώρες κυλούν με πειράγματα και συζητήσεις, σε τόνο εύθυμο. Και τότε πετιούνται ερωτήσεις και απορίες, όπως αυτές: «Βρε πού φτάσαμε;». «Για τέτοια κατσάβραχα πολεμάμε, ρε παιδιά;». «Πόσο θα μείνουμε εδώ για παραθερισμό;». «Τι κάνουμε τώρα εδώ;». «Θα πολεμάμε ακόμα;». «Γιατί πολεμάμε, ρε παιδιά τώρα;».
Τέτοια ερωτήματα ρίχνονται καθημερινά. Για όλους, ακόμα και για τους αξιωματικούς που τα ακούνε, θεωρούνται αθώα. Μένοντας, όμως, αναπάντητα, θρονιάζονται στην σκέψη όλων. Και με τους καθημερινούς κινδύνους του πολέμου και την πληκτική, αλλά γεμάτη στερήσεις ζωή στα χαρακώματα, την τριβελίζουν' σαν σαράκι. Κανένας δεν δίνει σημασία στην «λανθάνουσα» αυτή διάβρωση. Όμως, καθένας όλο και χάνει ενεργητικότητα. «Πότε θα τελειώσει αυτός ο πόλεμος;», αποτελεί τώρα το μεγάλο ερώτημα. Από αυτό πλέον κρέμεται η ζωή, τα νειάτα του. Ασυναίσθητα (275) οι μαχητές βυθίζονται σε «παθητική αντίσταση» κατά του πολέμου. Παρόμοια, όμως, ερωτήματα απασχολούν και ηγήτορες. Ο Ειμαρμένος, έμπιστος απεσταλμένος του Μεταξά στις διοικήσεις των μεγάλων μονάδων, γράφει. «Τα στρατηγεία των Σωμάτων Στρατού διερωτώνται συνεχώς ποιος είναι ο αντικειμενικός σκοπός από στρατηγικής και εν γένει πολεμικής απόψεως. Δηλαδή, θα εξακολουθήση ο πόλεμος ως που να πραγματοποιηθή τί; Κάνουν την ερώτηση, επειδή λαμβάνουν διαταγάς, χωρίς να έχουν ιδέα ποιος είναι ο απώτατος σκοπός και το γενικό πρόγραμμα ή κατεύθυνσις αυτών που δίνουν τις διαταγές αυτές»[1].
Ο στρατός που μάχεται στην Αλβανία, είναι αυτός που χάρισε νίκες και νίκες, πολεμώντας συνέχεια από τον Οκτώβριο του 1940. Αλλά τον Απρίλιο του 1941 δεν είναι πια ο ίδιος. Στο Καλπάκι, στην Πίνδο, στο Πόγραδετς ήξερε πολύ καλά ότι πολεμούσε υπέρ «βωμών και εστιών» για ελευθερία και δημοκρατία. Και πολεμούσε με αυταπάρνηση, αντρειωμένα. Υπήρχε ταύτηση σκοπών και ενότητας σε όλη την πυραμίδα. Από την βάση μέχρι την κορυφή. Στα αλβανικά βουνά όμως, μακρυά από τα πάτριο έδαφος, ο στρατός «μπερδεύτηκε». Αναρωτιέται «τι θα γίνει;». Και βλέπει τον πόλεμο όχι όπως πριν. Με την επίθεση της Γερμανίας και την κατάρρευση του μετώπου στην Μακεδονία, το έδαφος βρέθηκε προετοιμασμένο για την απάντηση: χάθηκε αυτός ο πόλεμος. Οι μαχητές των μετώπων στην Αλβανία, νοιώθουν στην αρχή μετέωροι. Προς τα πού να γείρουν; Προς τον χαμένο πόλεμο ή προς την ειρήνη; Όποιος στρατός παγιδεύτηκε σε αυτό το δίλημμα, διάλεξε ειρήνη. Ο πόλεμος δεν είναι μόνο σκέψη, υπολογισμός. Είναι προ παντός ιδανικά, ενθουσιασμός. Στα άξενα αλβανικά βουνά, με την στασιμότητα των μετώπων, ο πυρετός του πολέμου έπεφτε, συνεχώς. Ο πατριωτικός του χαρακτήρας ξεθώριαζε. Τίποτα πιο εύκολο για τους μαχητές να θέλουν, καλώς ή κακώς, να ξεφύγουν από αυτόν τον χαμένο πόλεμο. Και να μη ταυτίζονται πλέον με μια ηγεσία που, καλώς ή κακώς, επιμένει να τους χρησιμοποιεί ακόμα για πόλεμο.
Λοιπόν, πρέπει να το ξαναπούμε: Ο μεγαλοιδεατισμός της άρχουσας τάξης, που παρακινούσε τα ανάκτορα με την κυβέρνηση να διατηρούν τον ελληνικό στρατό στα αλβανικά εδάφη, ξεπέρασε τα όρια του πατριωτικού πολέμου, με συνέπεια: στρατηγικό αδιέξοδο για τον στρατό και εξαφάνιση ιδανικών για τους μαχητές του. Αυτά, όπως διδάσκει η ιστορία, πάντοτε γεννούσαν την πτώση του ηθικού και την αποδιοργάνωση, σε όλους τους στρατούς.


1. Ε. ΕΙΜΑΡΜΕΝΟΥ, όπ.π. σ. 154.


7. 2. Πάλη κατά του πολέμου
Γράφει η ιστορία του ΓΕΣ (σ. 143): «Αι προσπάθειαι του Βασιλέως, της Κυβερνήσεως, της Ανωτάτης Ηγεσίας του Στρατού και της Διοικήσεως του ΤΣΗ περί συνεχίσεως της αντιστάσεως, ως περαιτέρω εκτίθεται, προς τον σκοπόν τούτον απέβλεπαν. Αλλ' οι επί τόπου μαχηταί, πλην ολίγων εξαιρέσεων, εν αμέσω επαφή με την πραγματικότητα και υπό την έντονον επίδρασιν των ανωτέρω ψυχολογικών (εντυπώσεων, κρίνοντες τα πράγματα από άλλης σκοπιάς, δεν ηδυνήθησαν να ενστερνισθώσι την υστάτην ταύτην αποστολήν, παρά τας άνωθεν προερχομένας διαταγάς και παραινέσεις». Η περικοπή αφορά διαταγές του ΓΕΣ προς το συμπτυσσόμενο από την Αλβανία στράτευμα, για να συνεχίσει επιχειρήσεις εντός του ελληνικού εδάφους, με σκοπό να εκπληρώσει «μία ηθική υποχρέωση απέναντι τρίτων μαχομένων εισέτι (...) Και οι τρίτοι ούτοι ησαν οι σύμμαχοι Βρεταννοί».
Αλλά οι μαχητές, οπλίτες και αξιωματικοί, πιασμένοι τώρα στην ιταλο-γερμανική τανάλια, όχι μόνο αδυνατούν να αναλάβουν οποιαδήποτε επιχείρηση, αλλά κινδυνεύουν να αιχμαλωτισθούν αν την αναλάβουν. Η στρατιωτική ιστορία το θεωρεί «πτώση του ηθικού» και «ανυπακοή». Για την ιστορία και για την κοινωνιολογία δεν είναι ούτε το ένα ούτε το αλλο. Είναι καθαρές ενεργητικές μορφές πάλης κατά της συνέχισης πολέμου, που θεωρείται χαμένος πλέον και που αν συνεχισθεί θα οδηγήσει στην αιχμαλωσία. Αυτές τις μορφές πάλης δεν τις υπέδειξε στους μαχητές πολιτική ή αντιπολεμική οργάνωση. Όπως στους κοινωνικούς αγώνες η μάζα δημιουργεί μόνη της, δικές της μορφές πάλης ανάλογες προς τις συνθήκες, τα μέσα κλπ. κάθε εποχής, έτσι και οι μαχητές δημιούργησαν δικές τους μορφές πάλης, κατάλληλες για την περίπτωση τους: άρνηση και διαρροή. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι μορφές αυτές ξεπήδησαν αυτόματα σε μονάδες διασκορπισμένες σε βουνά μακρυά η μία από την άλλη, που οι μαχητές τους δεν έχουν καμιά επαφή μεταξύ τους, αλλά που αντιμετωπίζουν παρόμοιες συνθήκες. Σε ορισμένες περιπτώσεις η διαρροή μεταδόθηκε από μονάδα σε μονάδα, εφόσον όμως υπήρχαν και στην δεύτερη παρόμοιες συνθήκες. Πρόκειται με άλλα λόγια για αυθόρμητη ομαδική εκδήλωση «από τα κάτω».
Καμιά επίσης οργάνωση δεν υποκίνησε μαχητές σε αγώνα κατά του πολέμου. Από τις άπειρες περιπτώσεις ανυπακοής, μόνο μία βρήκε η ιστορία του ΓΕΣ, σε τάγμα του 67ου Συντάγματος Θεσσαλονίκης, να την αποδώσει σε υποκίνηση «κομμουνιστών υπαξιωματικών τινές των οποίων έφερον εις τον λαιμόν ερυθρά μανδήλια», με όλη την προπολεμική στρατιωτική προκατάληψη κατά του κομμουνισμού. Αλλά και γι' αυτήν δέχεται ότι οι αρνηθέντες ανέλαβαν κατόπιν την αποστολή τους, όχι με την λήψη μέτρων κατά πρωταιτίων αλλά με την καλή μεταχείριση τους. Αν υποτεθεί η ύπαρξη μυστικών κομμουνιστικών ή άλλων οργανώσεων, τότε θα ανακύψει το ερώτημα: πώς πραγματοποιούν διασυνδέσεις μεταξύ τους, που είναι αδιανόητες μεταξύ μονάδων διασκορπισμένων και συνεχώς μετακινουμένων σε δύσβατα βουνά; Το ότι σημειώνονται απροσδόκητα και σχεδόν ταυτόχρονα ομαδικά κρούσματα διαρροής και ανυπακοής, μας υποχρεώνει να δεχθούμε ότι ο αγώνας κατά του πολέμου αποτελούσε αυθόρμητο ξέσπασμα σε όλες τις μονάδες. Η ομοιότητα και το ταυτόχρονο των εκδηλώσεων σε διάσπαρτες μονάδες, στρατοπεδευμένες σήμερα εδώ αύριο αλλού, σε ράχες και σε πλαγιές, οφείλεται αποκλειστικά στις όμοιες συνθήκες που ζούσαν οι μαχητές τους.
Επικαλούνται μερικοί την «ψυχολογία του Έλληνος», για να εξηγήσουν το φαινόμενο. Αλλά δεν πρόκειται για φαινόμενο μόνο ελληνικό. Κανένας στρατός δεν συνέχισε «έναν χαμένο πόλεμο». Ή όταν, καλώς ή κακώς, απώθησε τα ιδανικά με τα οποία τον ανέλαβε. Ούτε η διαρροή με την ανυπακοή του στρατού του (277) αλβανικού μετώπου, αποτελεί Μικρασιατική επανάληψη. Στην  Μ. Ασία ο  ελληνικός στρατός πανικοβλήθηκε, τράπηκε σε άτακτο φυγή πετώντας ακόμα και όπλα. Στην Αλβανία οι μαχητές ούτε πανικοβλήθηκαν, ουτε σε άτακτο   φυγή τράπηκαν , ούτε πέταξαν τα όπλα τους. Απεναντίας, τα κράτησαν για την ασφάλειά τους. Και για αντίσταση κατόπιν. Υπήρξαν ομάδες φυγάδων που μετέφερα ως τους κάμπους της Θεσσαλίας όχι μόνο ατομικά τυφέκια αλλά και οπλοπολυβόλα .
Οι Γερμανοί αντελήφθηκαν την διαρροή και επισήμαναν αμέσως την   ωφέλεια  που έχει γι' αυτούς. Επικρατεί σε κάποιους η πλάνη ότι ως πολεμιστές ήταν αλύγιστοι, ρομπότ. Αλλά στον πόλεμο με την Ελλάδα εμφανίστηκαν ευέλικτοι, φιλοσοφημένοι. Ειδικότερα για τους φυγάδες αυτούς επέδειξαν πολιτικότητα. Oσους  συναντούν δεν τους αιχμαλωτίζουν, ακόμα και όταν κινούνται ομαδικά. Τους παίρνουν μόνο τον οπλισμό και τους αφήνουν να κατευθύνονται σε κατεχόμενες από αυτούς περιοχές. Σκόπιμα. Να αυξάνει η διαρροή του ελληνικού στρατού, να μειώνεται η μαχητικότητα του και να προσποιούνται αυτοί οτι δεν είναι «εχθρός" :
Μέχρι την 12 Απριλίου, όσο ο στρατός βρίσκεται στην πρώτη γραμμή. δεν εκδηλώνεται διαρροή. Με την απαγγίστρωση από τους Ιταλούς και την έναρξη της  συμπτύξεως την 12 προς 13 Απριλίου, ο μαχητής βρίσκεται σε μάζα πορευομένων, με χαλαρή πλέον πειθαρχία. Τίποτα πιο εύκολο να ξεπηδήσουν τάσεις διαρροής και ανυπακοής, που εντείνονται όσο η μάζα πλησιάζει προς τα ελληνικά σύνορα . Την 14 Απριλίου εμφανίζονται τα πρώτα κρούσματα στις μεραρχίες Vη Κρητών  και VIη Σερρών. Την 15 Απριλίου αποτελούν γενικό φαινόμενο σε όλες τις μργάλες  μονάδες του Κεντρικού και του Νοτίου Μετώπου. Από τις 16 «έβαινον με αύξοντα ρυθμόν, δημιουργούντα την εντύπωσιν ότι αι μονάδες, πλην ολίγων εξαιρέσεων ,  ευρίσκοντο εις τα πρόθυρα διαλύσεως», σημειώνει η ιστορία του ΓΕΣ [2] 


2. ΓΕΣ, όπ.π. σσ. 139-140.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου