Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2011

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΣ : MΠIZANI

Η άνοιξις ήρχετο, το αίμα θα ήτο πιο θερμόν , τα Γιάννενα που θα επηγαίναμεν εντός ολίγου περισσότερον ωραία, η λίμνη των πιο διαφανής και η ζωή που μας ανέμενε στην Αθήνα πιο γλυκειά.
Και δεν ήρχετο η άνοιξις μόνον για τους νεκρούς , για τους κοιμωμένους για πάντα αυτούς τους γείτονάς μας, που θα έμεναν εκεί άκλαυτοι, ανώνυμοι, χωρίς κερί, χωρίς δάκρυα επάνω στο χώμα των.
Ποίοι πατέρες, ποίοι αδελφοί, ποίαι σύζυγοι, ποίαι ερωμέναι κάτω εις τα σπίτια της Ελλάδος, να εσπαράσσοντο αυτήν την ώραν δια τον νεκρόν που δεν είδαν, που δεν εφίλησαν!
Και ήτο τότε, ως να ήρχετο από μακράν κατά την σιωπηλήν νύκτα ένα πλήθος, μια ατελείωτη λιτανεία θλιμμένων με μαύρους πέπλους, δια να δεηθή και να τους κλαύση όλους.
Και ήτο σαν να ηκούοντο μοιρολόγια  επάνω από τους τάφους , παλλόμεναι φωναί που διεκρίνοντο τα λόγια των:
"Είμεθα αδύνατοι και τα γόνατά μας δεν μπορούν να φθάσουν εκεί  που εμείνατε , αλλά σας ανευρίσκομεν εις το νοερόν κοιμητήριον όλους και γονατίζομεν επάνω εις το χώμα σας.
Μας είπαν ότι είσθε ήρωες .Εμείς ξέρουμε ότι είσθε τα παιδιά μας και οι αδελφοί μας  και οι άνδρες μας και οι πατέρες μας και οι αγαπημένοι μας. Η φυλή που της εδώσατε  τα ωραία και ισχυρά κορμιά σας δια γέφυραν , δια να περάση αυτόν τον θριαμβευτικόν δρόμον  της, ας σας στεφανώση.Εμείς θα σας κλάψουμε .Ήλθαμε να μείνουμε μαζί σας απόψε  και ν΄αφεθούμε εις τα άγια ρίγη που συγκλονίζουν  τα κορμιά μας στο άγγιγμα των σκιών σας.
Είμαι η μητέρα σου .Το γάλα μου σε έκαμε τόσο ωραίο και τόσο δυνατό. Αγρυπνούσα  για σένα πάντοτε από ανησυχία για τη ζωή σου . Από τότε που μας ήλθε το σκληρό μήνυμα δεν εκοιμήθηκα πια, γιατί ο θάνατος σου με είχεν αγκαλιάσει. Άκουσε παιδί μου.Είμαι εγώ και ήλθα, όπως τότε που ερχόμουν στο κρεββάτι σου σιγά τη νύκτα για να μη σε ξυπνήσω  και έσκυβα επάνω σου για να ιδώ αν ανέπνεες κανονικά.Σου έφερα σεντόνια  για ν΄αναπαυθή μαλακά το σ΄ώμα σου και προσκέφαλο  για να βάλης το κεφάλι σου  καλά και να βλέπης  γλυκά όνειρα. Σ΄επήραν κ΄έμεινα νεκρή σαν δένδρο που του κόβουν το μόνο του βλαστάρι , και μένει χωρίς αναπνοή  και χωρίς φως.
Είμαι ο πατέρας σου.Σε σένα εκαμάρωνα τη δική μου ζωή .Ήσουν τα νειάτα μου και η δύναμίς μου. Η κληρονομία των. Η λαμπάδα μου έσβηνε, αλλ' είχα ήδη ανάψει τη φλόγα της δικής σου ζωής και έβλεπα εις αυτήν  την αιωνιότητά μου.Χάθηκες και μου έρχεται το τέλος. Σου είχα εμπιστευθή το κλειδί του σπιτιού της γενιάς μας. Το πήρες στον τάφο κι΄από τότε  στις καμάρες υφαίνουν σιωπηλά θλιβερούς πέπλους  οι αράχνες.
Είμαστε οι αδελφές σου. Σε κλαίμε με τα αναφυλλητά της Αντιγόνης και της Ισμήνης .Κλαίμε σιγά, για να μη ταράξουμε τη μητέρα που κάθεται εκεί, στην άκρη , με το κεφάλι χωμένο στα γόνατα και κάτι οπτασιάζεται.Είμαστε τα ρόδα  που έμειναν στον κήπο χωρίς φράκτη, αδύνατες ζωούλες , για τις οποίες δεν υπάρχει μπράτσο να στηριχθούν. Γιατί εσύ έφυγες  για πάντα και από τότε εγνωρίσαμεν τι ήταν η αγωνία της Ηλέκτρας.
Είμαι η γυναίκα σου.Σου φέρω μηνύματα από τα παιδιά και από το σπίτι και ήλθα να μου ειπής τι να κάμω. Γιατί από τότε που έφυγες είμαι σαν τρελλή. Ήλθαν και έντυσαν όλους τους τοίχους του σπιτιού με μαύρο ύφασμα, αλλ' εγώ είχα ντύσει από πριν την ψυχήν μου με κρέπι. Κρυώνεις, αγαπημένε μου, κ' ήλθα να σου ζεστάνω με τα μπράτσα μου, με το στήθος μου και με όλο μου το σώμα το παγωμένο σου κρεββάτι.Από τότε γυρίζω στη σιωπή του σπιτιού σαν τη σελήνη που έχασε τον ήλιο. Χωρίς θερμότητα και χωρίς ατμόσφαιρα θάβω εδώ όλες μου τις επιθυμίες, όλη μου την ομορφιά και όλη μου την γονιμότητα.
Είμαστε τα παιδιά σου.Ήλθαμε πατέρα, να μας ειπής τι θέλεις, και να μας  φιλήσης.Μας είπαν ότι δεν θα ξαναγυρίσης πια, αλλά μας άφησες χωρίς συμβουλές και οδηγίες  και ο δρόμος που θα πάρουμε στη ζωή είναι άγνωστος., τα εμπόδια πολλά και οι κίνδυνοι μεγάλοι .Πού να πάμε; Όταν έφυγες δεν μας είπες τίποτε. Γιατί είμαστε μικρά και δεν μπορούσαμε να εννοήσουμε .Εφέραμε μαζί μας και τον μπεμπέ  και κλαίει χωρίς να ξέρη να μας ειπή  το γιατί.
Αλλά εμείς ξέρουμε πως κλαίει  γιατί δεν σ΄εγνώρισε καν. Ο κόσμος είναι μεγάλος  και μας τρομάζει πατέρα , γιατί είμαστε μικρά  και μπορεί να χαθούμε .
Γι' αυτό κλαίμε και μεις και δεν μπορούμε να σωπάσουμε.
Είμαι η αγαπημένη σου.Το βλαστάρι του βολβού που μου έστειλες άνθησε και σου φέρνω το λευκό του κρίνο.Δεν μπορώ να φορέσω μαύρα και γι΄αυτό η καρδια μου είναι περισσότερο σχισμένη.Το πένθος μου είναι μυστικό  και οι λυγμοί μου κρυφοί. Η λύπη μου είναι απερίγραπτη  και δεν υπάρχει ακοή  να την εξομολογηθώ.Παραδίδω την συμφορά μου στην σιωπή.Κανείς δεν το ξέρει και η αγωνία μου είναι τρομερή .Από τότε που έφυγες για πάντα παλαίω στην απελπισία σαν πίσω από έναν  ανυπέρβλητο τοίχο όπου ματώνω  τα δάκτυλά μου  σε μια σιδερένια κλειστή πόρτα. Δεν υπάρχεις εσύ να μου ανοίξης και όπως είμαι εντελώς αδύνατη και τρυφερή σωριάζομαι  χάμω μόνη και έρημη.Και δεν υπάρχει κανείς  ν΄ακούση παρά μόνον εσύ, αγαπημένε μου, που δεν μου λες ούτε μια λέξι.Έσβησα για πάντα τη λάμπα που έβλεπες από μακρυά κ' ερχόσουν από το μυστικό δρόμο , κ' είπα να κτίσουν τη μικρή γνώριμή σου πορτίτσα του κήπου.Καταθέτω εδώ όλα τα όνειρα της παρθενίας μου".
.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου