Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Π. ΚΑΨΗΣ : ΠΡΟΣ ΚΙΟΥΤΑΧΙΑΝ

Ας είνε ευλογημένον το Σώμα της Επιμελητείας !
Το πλουσιοπάροχον, το αρχοντικόν και φιλόξενον τούτο Σώμα.
Καθώς μας εξεφόρτωσε μια σκοτεινή νύκτα το τραίνο στον σταθμόν του Τολού—Μπουνάρ. και δεν ξέραμε ούτε που θα πάμε ούτε που θα σταθούμεν ασφαλώς θα περνούσαμε  όλη τη νύχτα στο ύπαιθρο νηστικοί και κουρασμένοι. Ο Θεός όμως μας ελυπήθηκε και βρέθηκε μπροστά μας ένας αξιωματικός της Επιμελητείας ο οποίος μας πήρε στην πελώρια σκηνή της Επιμελητείας, όπου βρήκαμε όλα τα μέσα για να θεραπεύσουμε την πείνα μας: και να·ξεκουράσωμε τα κατάκοπα μέλη μας.

Ήτανε Ιούλιος. Μέσα Ιουλίου κατά το ημερολόγιο που ακολουθούμε τώρα  .Την αυγή     πληροφορούμεθα οτι το στρατηγείον προωθείται εις  Εϊρέτ.
Ακολουθούμε  τo στρατηγείον και ημείς μέχρι τινός. Στα μισά του δρόμου το στρατηγείο παίρνει  άλλο δρόμο κι' εμείς τραβούμε για το Αλτίν-Ντα.
Μια μερερχία  είνε εκεί και διεξάγει αγώνα προς κατάληψιν τοϋ Ακτσάλ-Νταγ. Αυτό το βουνό μας χασομερά μιά-δυό μέρες.Αναγκάζεται όμως να  γονατίση για να περάσουν οι νικηταί και έφιπποι ημείς τώρα ακολουθούμεν την Μεραρχίαν  την Μεραρχίαν προελαύνουσαν προς Κιουτάχειαν.
Τα Φρυγικά βουνά, από τις χαράδρες και τις  πλαγιές των  οποίων διερχόμεθα, πυρπολούνται  από τις ακτίνες του Φρυγικού ηλίου.
Και να μη συναντώμεν πουθενά ούτε ένα δένδρον ούτε μια πηγή. Οι μόνοι όμως που παραπονούνται  γι' αυτό είμεθα εμείς οι άμαχοι και απόλεμοι.  Καρτερικοί οί φαντάροι μας προχωρούν  προσπαθώντας με τραγούδια και με γέλια παιδικά να ξεχάσουν την κούραση και τη δίψα. 
Δεξιά  μας αριστερά προχωρούν άλλες μεραρχίες. Όλοι αυτοί που προχωρούν μου κάνουν την  εντύπωση ότι βαστά κάθε ένας στο χέρι την  άκρη ενός τεραστίου σεντονιού μέ το οποίον  σκεπάζουν την σκλαβιά μιας χώρας που ελευθερώνεται·
Μας πήρε η νύχτα 15 χιλιόμ. εντεύθεν της Κιουτάχειας.Σταθμεύομεν σ' ένα δάσος· Ο διοικητής της Μεραρχίας αγγέλλει ότι κατά ληφθέν  ραδιοτηλεγράφημα η 9 Μεραρχία δρώσα εις το  αριστερόν μας, είχε την τιμήν  να καταλάβη την Κιουτάχειαν προ ολίγου. Συνεπώς η Μεραρχία μας πέρνει διαταγή να αλλάξη κατεύθυνσιν προς Α. με αντικειμενικόν σκοπόν το   Σεϊδί-Γαζή. Ο διοικητής ενός συντάγματος με φιλοξενεί τη νύχτα.
Την ώρα που τρώγαμε τον ρωτώ:
— Τι ώρα θα ξεκινήσωμε αύριο ;
— Στας  9 το πρωΐ.
— Πόσα χιλιόμετρα απέχει η Κιουτάχεια ;
— Δέκα πέντε.
— Ώστε ένα αυτοκίνητον ημπορεί να μας πάη την αυγή και να  μας γυρίση πριν ξεκινήσωμεν. Αξίζει τον κόπο να ιδούμε την μυστηριώδη πόλιν της Ανατολής, την πόλιν όπου ελαβον χώραν τόσα γεγονότα κατά την Βυζαντινήν περίοδον.
— Δεν είνε άσχημη ιδέα. Να ζητήσωμεν την άδεια από τον στρατηγό.
H άδεια εζητήθη, παρεχωρήθη και το πρωΐ εις τας 5 ο διοικητής του συντάγματος, ο πολεμικός ζωγράφος κ. Προκοπίου και ο υποφαινόμενος επιβαίνοντες ενός φορτ, τραβούσαμε ολοταχώς για την Κιουτάχειαν.
Ερημία φρικιαστική στο δρόμο. Περνούσαμε από μέρη που δεν είχαν αναγνωρισθή ακόμη γιατί η 9η Μεραρχία είχε κατεύθυνσιν ΝΑ.
Ήρχισα να ανησυχώ. Όλα γίνονται. Και εκεί που υπελόγιζα ενδεχομένους κινδύνους διακρίνομεν στη ρίζα ενός δένδρου ένα Τούρκον στρατιώτην κρατούντα το όπλον εις στάσιν προσοχής.
Πριν μιλήσω το αυτοκίνητον είχε πλησιάση. Ο Τούρκος ακίνητος.
Ο συνταγματάρχης που είχε μαντεύση τους φόβους μου ξέσπασε στα γέλια.
Ο Τούρκος ήτανε σκοτωμένος. Τον είχαν στήση όρθιον στον κορμόν του δένδρου με το ‘αχρηστον όπλον εις τας χείρας του....
Σε λίγα λεπτά μπαίνομε μέσα στην περιμάχητη πόλι...Κατάκλειστη και σιωπηλή. Ενόμιζα ότι κάποιο τελώνιο των αραβικών παραμυθιών επέρασε από πάνω της και ενέκρωσε κάθε ζωήν της.
Την φρικιαστικήν σιγήν της νεκρουπόλεως ετάρασσαν μόνον από καιρού εις καιρόν τα βροντώδη βήματα των εφίππων περιπόλων.
Η Μεραρχία δεν είχε ακόμη εισέλθη ολόκληρη εις την πόλιν.
Ο συνταγματάρχης και ο ζωγράφος κ. Προκοπίου, επειγόμενοι ανεχώρησαν επιστρέφοντες εις την Βαν Μεραρχίαν. Εγώ έμεινα. Απόλυτος κύριος της κατακλείστου πόλεως.
Και όμως είχα ανάγκην να ιδώ κόσμον. Τριγυρνώ τους δρόμους σαν άεργος στρατοκόπος. Στο καφασωτό παράθυρο ενός σπιτιού διακρίνω δυο ωραία μαύρα μάτια που με κυττάζουν φοβισμένα.
Οπλίζομαι με θάρρος και κτυπώ την πόρτα. Ανοίξετε.
Το παράθυρο μισοανοίγει δειλά και ένα θαυμάσιο δροσερό προσωπάκι πλαισιούμενο από μια πλούσια εβελώδη κόμη ξεπροβάλλει.
— Μπις Ερμενί. Χριστιάν.
—Κι' εγώ Χριστιανός είμαι, κορίτσι μου.
Η πόρτα του σπιτιού ανοίγει. Με υποδέχονται με αδελφική καλωσύνη μέσα στο σπίτι και σε γλώσσα άγνωστη μου και που την εννοούσα καλά με την ψυχή μου, μου εκφράζουν την χαρά τους που γλύτωσαν από τα χέρια του Τούρκου.
Έξαφνα ακούγονται έξω ποδοβολητά αλόγου. Ένα κορίτσι που είδε από το παράθυρο φωνάζει:
—Τουρκλέρ. Οι Τούρκοι!
Φόβος και τρόμος.
Τρέχω στο παράθυρο κι' εγώ και βλέπω Τούρκους εφίππους να καλπάζουν.
Την πάθαμε, λέω μέσα στο νου μου.
Μα αμέσως συνήλθα γιατί μέσα στις πολεμικές κραυγές ακούω τις λέξεις:
—Γιασασίν Γιουνάν ! Ζήτω ή Ελλάς !
Ήσαν οι Τσερκέζοι της 5ης Μεραρχίας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου