Κυριακή, 2 Σεπτεμβρίου 2012

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΙΠΙΝΕΛΗΣ:ΠΟΙΑ Η ΚΑΤΑΛΛΗΛΟΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ ΠΡΟΣ ΕΚΤΙΜΗΣΙΝ ΤΩΝ ΓΕΝΟΜΕΝΩΝ


Θα ήτο ίσως ευκολώτερον -προκειμένου να γίνη μία τοιαύτη ιστορική ανασκόπησις να ανοιχθή και πάλιν ο ογκώδης φάκελλος της Κωνσταντινικής περιόδου, να λεχθούν γνωστά περιστατικά και να γίνη ο κατά μέρος έλεγχος των διαφόρων κατά της πολιτείας του αειμνήστου Βασιλέως διατυπωθεισών κατη­γοριών επί τη βάσει κειμένων και αναμνήσεων.
Αλλ' αυτού του είδους η ιστορική ανασκευή εκτός του ότι θα εξυπηρετεί θαυμάσια όσους επιζητούν να αναξέσουν παλαιάς πληγάς και να ανα­ζωπυρώσουν παλαιά πάθη εις τους κόλπους της αστικής Ελλάδος, έχει γί­νει εις έργα ευρυτέρας εκτάσεως ως είναι προ παντός η υπό του Γάλλου ι­στορικού Driault εντολή της κυβερνήσεως Ελ. Βενιζέλου συνταχθείσα πεν­τάτομος διπλωματική Ιστορία της Ελλάδος, ήτις εν τούτοις απετέλεσε πλή­ρη δικαίωσιν της πολιτικής του αειμνήστου Βασιλέως.
Επίσης μετά θαυμα­στής αντικειμενικότητος διεφώτισε τα γεγονότα της περιόδου 1919—1922 το έργον του άλλοτε Πρέσβεως Κ. Σακελλαροπούλου η Σκιά της Δύσεως διά να μη ομιλήσω περί των θέσει απολογητών της Κωνσταντινικής περιό­δου: I. Μεταξά, Ξ. Στρατηγού κλπ.
Αυτού του είδους όμως η ιστορική διαδικασία οσονδήποτε αντικειμενι­κώς και αν έχη διεξαχθή, δεν κλείει ποτέ τελειωτικώς μίαν ιστορικήν αμφισβήτησιν, μοιραίως δε θα συνεχίζεται επί μακρόν.
Κάτι άλλο κλείει οριστικώς και τελειωτικώς μίαν ιστορικήν αμφισβήτησιν: Η φωνή των γεγονότων: Το τι συνέβη. Το τί επηκολούθησε της τότε πολιτείας του ενός ή του άλλου. Το ποία υπήρξαν αι συνέπειαι, αι άμεσοι, αι απώτεραι και αι μακρυναί των έργων των.
Αυτά όλα δεν υπόκεινται εις πολλάς ερμηνείας· δεν αποτελούν διαθέ­σεις, σχέδια, συλλογισμούς. Ομιλούν αφ' εαυτών, δι' ό και αυτά και μόνον αυτά χαρακτηρίζουν οριστικώς και ανεκκλήτως την ορθότητα ή το εσφαλμένον μιας πολιτικής.
Όλοι οι τότε δράσαντες επί κεφαλής του έθνους ηθέλησαν το καλόν της Ελλάδος. Όλοι εδικαιούντο τότε να θεμελιώσουν τας απόψεις των με σοβα­ρά στοιχεία και επειχειρήματα. Αλλά το τι εξ αυτών έμελλε πράγματι να εξυπηρέτηση τον τόπον, μόνον η σει­ρά των επακολουθησάντων γεγονότων ημπορεί να καθορίση τελικώς και αμετακλήτως. Εις το πλαίσιον μιας ολοκλήρου πεντηκονταετίας, δεν μένουν πλέον σκιαί. Όλων τα έργα φαίνονται κατακάθαρα εις τας συνεπείας των και αποκτούν το πραγματικόν των νόημα. Και ο καθείς ημπορεί τώρα να σκεφθή τι θα είχε πράξει, εάν ε­πρόκειτο να ξαναζήσωμεν τα γεγονότα της εποχής εκείνης.
Βεβαίως και εις αυτού του είδους την ιστορικήν μέθοδον υπεισέρχονται κατ' ανάγκην αι υποκειμενικαί του γράφοντος διαθέσεις. Χρειάζεται ευσυνεί­δητος διακρίβωσις της πραγματικής αλληλουχίας μεταξύ γεγονότων, αυστη­ρός έλεγχος σχέσεων μεταξύ αιτίου και αιτιατού. Είναι η μόνη πάντως, η ο­ποία υποβάλλει τα γεγονότα εις πράγματι επιστημονικήν διερεύνησιν. Έχει τουλάχιστον ως οδηγόν ασφαλή, αποτελέσματα χειροπιαστά κα! αναμφισβή­τητα από τα οποία ημπορεί να ξεκινήση διά να αναζητήση τας αληθινάς των αιτίας. Εξετάζει τα γεγονότα εις εν είδος χημικού εργαστηρίου, όπου τα συστατικά οιουδήποτε στοιχείου αποκαλύπτονται από τας χημικάς αν­τιδράσεις του, αντί να αναζητή εις μάτην διά της φαντασίας την έννοιαν αυ­τού εις εν πέλαγος μακρυνών περιστατικών ή να συνάγη την προσωπικότητα εκάστου, από όσα έγραψαν ή είπον περί αυτής οι σύγχρονοι της.
Με την απόστασιν του χρόνου όλα αποκτούν την αληθινήν των θέσιν εις την Ιστορίαν. Διότι το αληθινόν μέτρον των πράξεων εκάστου επάνω εις την αμείλικτον πλάστιγγα της Ιστορίας, δεν ημπορεί να είναι άλλο από το τι απέδωκαν εις αποτελέσματα τα έργα του.
Αυτού του μέτρου έχομεν ανάγκην διά να κλείσωμεν την παλαιάν εκείνην αντιδικίαν και να πορισθώμεν πραγματικά διδάγματα από αυτήν.

Εις την αρχήν του α' παγκοσμίου πολέμου δύο πολιτικαί ευρέθησαν αμέσως αντιμέτωποι αλλήλων. Η μία η του Ελ. Βενιζέλου επίστευσεν από της πρώτης στιγμής εις την νίκην της Τριπλής Συνεννοήσεως και επεδίωξεν ευθύς μετά την έκρηξιν του πολέμου να φέρη την Ελλάδα παρά το πλευρόν της. Την 18ην Αυγούστου 1914, ήδη, ο τότε πρωθυπουργός Ε. Βενιζέλος προσέφερε την σύμπραξιν της Ελλάδος παρά το πλευρόν της Συνεννοήσε­ως, χωρίς καν να της έχη ζητηθή. Η Ελλάς — έλεγε — δεν ηδύνατο ούτε εδικαιούτο να αφήση να παρέλθη ανεκμετάλλευτος η μοναδική εκείνη ευκαι­ρία διά να επεκταθή προς την ολοκλήρωσιν του έργου της εθνικής της απο­καταστάσεως.
Την πολιτικήν αυτήν ο Ελ. Βενιζέλος διετύπωσεν ο ίδιος ενυπογράφως κατά τον πλέον ανάγλυφον τρόπον εις τα τρία περίφημα υπομνήματα του προς τον Βασιλέα κατά τον Ιανουάριον και Φεβρουάριον του 1915.
«Ένεκα των λόγων τούτων — έλεγεν εν κατακλείδι του α' υπομνήματος του — συμπεραίνων κρίνω απολύτως επιβεβλημένην την υπό τους ανωτέ­ρω όρους (σύμπραξις της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας έναντι των, γνωστών ανταλλαγμάτων εν Μακεδονία) μετοχήν ημών εις τον αγώνα. Αύτη και ως αρχικώς είπον εγκλείει βεβαίως και σοβαρούς κινδύνους. Απέναντι δε των κινδύνων εις ους θα εκτεθώμεν μετέχοντες του πολέ­μου υπάρχει η προσδοκία, προσδοκία βάσιμος ελπίζω του να σώσωμεν το μέγα μέρος του εν Τουρκία ελληνισμού και να δημιουργήσωμεν μίαν μεγάλην και ισχυράν Ελλάδα. Και αν απετυγχάνομεν θα είχομεν την συνείδησιν ήσυχον ότι ηγωνίσθημεν και υπέρ της διασώσεως των εν δουλεία εισέτι ομογενών μας, οίτινες τον έσχατον διατρέχουσι κίνδυνον και υπέρ των γενικωτέρων συμφερόντων της ανθρωπότητος και της ανεξαρτησίας των μικρών λαών... Επί τέλους δε και εν τη απο­τυχία θα διετηρούμεν την εκτίμησιν και την φιλίαν των ισχυρών εθνών αυτών εκείνων τα οποία εδημιούργησαν την Ελλάδα. . .». ¨
Και εις το β' υπόμνημα του της 17 Ιανουαρ. 1915 προσέθετεν εντονώτερον έτι:
«Πώς είναι δυνατόν ούτως εχόντων των πραγμάτων να αφήσωμεν να παρέλθη η υπό της Θείας Προνοίας παρεχομένη ημίν ευκαιρία όπως πραγματοποιήσωμεν τα τολμηρότερα ημών εθνικά ιδεώδη; όπως δημιουργήσωμεν Ελλάδα περιλαμβάνουσαν πάσας σχεδόν τας χώρας, εν αις εκράτησεν ο ελληνισμός;. . .».
Επεξηγών την πολιτικήν εκείνην ο Γεώργ. Βεντήρης έγραφε: «Ζωντανότερον από τον Γάλλον γεωγράφον (Reclus) ο Έλλην πολιτικός είδε τας ακτάς της ευρωπαϊκής Ελλάδος από της Ρόδου μέχρι του Ελλησπόντου ως τεράστιον πέταλον εντός του οποίου εισέρχεται η μικρασιατική Ελλάς»[1] Ο οραματισμός αυτός καθώριζε την πολιτικήν του από της επαύριον της συνθήκης του Βουκουρεστίου. «— Και τώρα τα βλέμματα μας προς Ανα­τολάς», έλεγε τότε εις τον Ε. Ρέπουλην [2].

«Επίστευσα — έλεγεν εξ άλλου προς τον ίδιον Γ. Βεντήρην — ότι η Ελλάς ώφειλε να πολεμήση υπέρ των ιδεών τας οποίας υπεστήριξεν η Αγγλία και η Γαλλία. Δεν αμφέβαλλα, ότι θα ενίκων ιδίως εις την Ανατολήν. Και χωρίς όμως την πρόβλεψιν εκείνην θα εζήτουν θυσίας από τον τόπον μου χάριν των σκοπών δια τους οποίους εμάχοντο οι ελεύθε­ροι λαοί».
Με αυτάς τας αντιλήψεις δεν ηννόει να χάση ουδέ στιγμήν «με σταυρωμέ­να τα χέρια». Εις το Υπουργικόν Συμβούλιον της 24)6 Αυγούστου 1914, εις το οποίον απεφασίζετο η εκ μέρους της Ελλάδος τήρησις της ουδετερότητος, ο Γ. Στρέητ συνοψίζων τα αποφασισθέντα έλεγε:«Το συμπέρασμα είναι ότι είμεθα ουδέτεροι, αναμένοντες να μας γί­νουν προτάσεις εξόδου». Τότε ό Ε. Ρέπουλης προσέθεσε την εξής επεξήγησιν: «Φρονώ ότι η 'Ελλάς δεν πρέπει να μείνη με σταυρωμένα τα χέρια έως ότου της γίνουν από τους εμπολέμους προτάσεις περί εισό­δου εις τον αγώνα. Απεναντίας έχομεν συμφέρον να προκαλέσωμεν τας προτάσεις ταύτας...
Ελ. Βενιζέλος: Ευρίσκω απολύτως ορθά όσα είπεν ο κ. Ρέπουλης. Δεν θα αναμείνωμεν να μας καλέσουν οι σύμμαχοι της Αντάντ. Οφείλομεν να εκμαιεύσωμεν τας προτάσεις των![3]. Εις την στιχομυθίαν αυτήν συνοψίζονται νομίζω όλα. Η συζήτησις εγένετο την δευτέραν ημέραν της κηρύξεως του πολέμου υπό την προεδρίαν του Βασιλέως. Ολόκληρος η κυβέρνησις και ο Βασιλεύς έμειναν σύμφωνοι επί της ανάγκης της ουδετερότητος. Έκαστος όμως εκ των δύο κυριωτέρων πα­ραγόντων ητένιζε προς την πολιτικήν αυτήν υπό διάφορον -πνεύμα όχι βε­βαίως διότι άλλοι ήσαν εκάστου οι μύχιοι εθνικοί πόθοι, αλλά διότι αλλοία ήτο η περί του πολέμου, των ενδεχομένων και των συνεπειών του αντίληψις.
* **
Εις την πολιτικήν του Ελ. Βενιζέλου αντετάχθη από της πρώτης στι­γμής μία άλλη, η του Βασιλέως Κωνσταντίνου:
Ο πόλεμος μόλις ήρχιζεν — έλεγε. Θα ήτο μακρός και ανεξιχνίαστοι θα ήσαν αι πολλαπλοί εξελίξεις του. Η αρχική υπεροπλία των κεντρικών δυνάμεων ήτο πασιφανής και αδιαφόρως του τί έκαστος προέβλεπε διά την τελικήν έκβασιν, μικραί χώραι ως η Ελλάς εκινδύνευον να σαρωθούν κατά την διάρκειάν του. Ουδείς ηδύνατο να γνωρίζη υπό ποίας συνθήκας, με ποί­ους συμβιβασμούς και ποίας συναλλαγάς μεταξύ των μεγάλων θά εφθάνομεν ποτέ εις την ειρήνην.
Η Ελλάς, αντιθέτως μόλις εξελθούσα δύο νικηφόρων πολέμων είχεν επείγουσαν ανάγκην να οργανωθή διοικητικώς και να αναλάβη οικονομικώς. Τα τεράστια οικονομικά πλεονεκτήματα, τα οποία εξησφάλιζεν η ουδετερότης, θα της είχον επιτρέψει να διασκελίση ταχέως τας βαθμίδας της προό­δου από την κατάστασιν του υποαναπτύκτου εις την στάθμην ενός κράτους πράγματι πολιτισμένου καί εύτυχούς.
Καί ποίος θα την ημπόδιζεν εν τη περαιτέρω εξελίξει του πολέμου, ό­ταν οι άλλοι όλοι θα ήσαν εξηντλημένοι και αυτή θα το έκρινε συμφέρον, να παρέμβη με ακεραίας τας δυνάμεις της προς εξασφάλισιν των εθνικών της δικαίων;
«Εννοώ να πολεμήσω — έλεγε προς τον Γ. Στρέητ ο Βασιλεύς, την 20ην Σεπτεμβρίου 1915 — αν το ελληνικόν συμφέρον το απαιτή, αλλ' όχι παρασυρόμενος υπέρ άλλων εις πόλεμον, άκων»[4] .
«Στιγμή καταλλήλου επεμβάσεως της Ελλάδος — έγραψεν εξ άλλου ο Ιωάννης Μεταξάς εις εν από τα φωτεινότερα υπομνήματα του της εποχής εκείνης, την 8ην Οκτωβρ. 1915, επί του οποίου θα επανέλθω κατωτέρω — θα ήτο ίσως όταν κατόπιν υπερτερήσεως της Συνεννοήσεως εν τοις Ευρωπαϊκοίς θεάτροις αποσταλώσιν εις Μακεδονίαν επαρκείς διά την τότε εν τη Βαλκανική κατάστασιν δυνάμεις συμμαχικαί. Ή η κατόπιν ήττης της Γερ­μανίας εν Ευρώπη απομάκρυνσις του εν τη Βαλκανική στρατού αυτής, εάν εν τω μεταξύ επήλθε τοιαύτη κατατριβή του βουλγαρικού στρατού ώστε να μειονεκτή ούτος του ελληνικού»[5]. Ακόμη ολιγώτερον ο Κωνσταντίνος απέκλειεν, ως θα ίδωμεν, την επέμβασιν της Ελλάδος υπέρ της Συνεννοήσεως. Την ήθελεν όμως την κατάλληλον στιγμήν, υπό ωρισμένας προϋποθέσεις και δι' ωρισμένους σκοπούς.
Αλλ' η αντίθεσις προς τον Βενιζέλον εγίνετο ακόμη βαθυτέρα, όταν αντιμετωπίζετο το ζήτημα των εθνικών διεκδικήσεων, της όλης δηλ. θέσεως του έθνους εν τη Βαλκανική.
Με επισφαλή τα προς Βορράν σύνορα της η Ελλάς, κατά τον Βασιλέα Κωνσταντίνον, δεν έπρεπε ποτέ να επεκταθή περαιτέρω προς την Μ. Άσίαν. Επέκτασις προς Μ. Άσίαν εκτός του ότι θα εξέθετεν εις τρομεράν δοκιμασίαν τον αυτόθι ελληνισμόν, θα κατέληγε και αν ακόμη προς στιγμήν επετύγχανε, να επιβαρύνη τας μελλούσας ελληνικάς γενεάς με μίαν υπεράνθρωπον προσπάθειαν συγκρατήσεως δύο μετώπων, ενός βαλκανικού και ενός μικρασιατικού, προσπάθειαν την οποίαν θα ήτο αδύνατον να συνεχίση επί μακρόν [6].
Από της πρώτης στιγμής ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος έλαβε θέσιν υπέρ αυτής τής πολιτικής. Όχι άνευ ενδοιασμών, όχι άνευ προσκαίρων μεταπτώ­σεων. Η μεγάλη εθνική του ψυχή δεν του επέτρεπε να παραμερίση ευκόλως τα συναρπαστικά οράματα, τα οποία ο πρώτος υπεύθυνος σύμβουλος του προέβαλλεν ενώπιον του. Με απέραντον ειλικρίνειαν θά είπη εις τόν Γ. Στρέητ τήν 20ήν Φεβρ. 1915 αφηγούμενος τας εισηγήσεις του Βενιζέλου:

«έπειτα από την ωραιοτάτην αγόρευσιν του Βενιζέλου διηρωτήθην εάν είχον ανέκαθεν άδικον αρνούμενος. Έπειτα μόνον, μετά το τέλος της αγορεύσεώς του κατέπεσε το έν μετά το άλλο τα επιχειρήματα του αφ' εαυτών μετά ωριμωτέραν συζήτησιν...»[7].

Δεν ήτο λοιπόν αυθόρμητος, η πολιτεία εκείνη του Βασιλέως Κωνσταν­τίνου- και ακριβώς δι' αυτόν τον λόγον δεν ύπήρξεν άμοιρος δισταγμών και μεταπτώσεων. Κατέληξεν εις αυτήν μόνον μετά ώριμον σκέψιν, μετά αυστηράν και ψύχραιμον στάθμισιν όλων των συντελεστών του μεγάλου αυτού προβλήματος. Βλέπει κανείς αυτήν την ψυχικήν και πνευματικήν επεξεργασίαν να προβάλλη ανά πάσαν στιγμήν ανάμεσα εις τας αναριθμήτους συνομιλίας του με τον κατ' εξοχήν έμπιστον φίλον και συνεργάτην Γ. Στρέητ, του ο­ποίου το αρχείον όταν δημοσιεύθη θα αποτελέση νομίζω την οριστικήν διαλεύκανσιν των γεγονότων της εποχής εκείνης. Αυτής της πολιτικής συνειδη­τός και συνεπής υποστηρικτής υπήρξεν ο Γ. Στρέητ εις το Υπουργικόν συμβούλιον της 5) 18 Αυγούστου 1914 όταν συνεζητήθη η πρότασις του Ε. Βε­νιζέλου εις τας δυνάμεις της Συνεννοήσεως δια την κάθοδον της Ελλάδος εις πόλεμον παρά το πλευρόν της. Το ίδιον υπεστήρίξεν ο Γ. Στρέητ εις α­πόρρητον υπόμνημα του προς τον Βασιλέα την 20 Φεβρουαρίου 1915 εξ αφορμής της επιθέσεως κατά των Δαρδανελλίων:
Και εις τον ίδιον τον Βενιζέλον ο οποίος ολίγας ημέρας προηγουμένως του έλεγεν ότι αι βλέ­ψεις του εστρέφοντο προς την Μ. Ασιαν μόνον και ότι την Κων)πολιν «και αν μας την προσφέρη ολόκληρος η Ευρώπη ουδέποτε θά την εδέχετο, διότι θα ήτο ο τάφος της Ελλάδος», (προφανώς λόγω τής γνωστής ρωσικής αντι­θέσεως) ο Βασιλεύς απήντα:

«Πώς δύνασθε να μου είπητε τοιούτον τι, εις εμέ όστις με την ιδέαν της Κωνσταντινουπόλεως ετράφην από μικράς ηλικίας; »[8]

«Κατ' αυτήν εξεταζομένη η πολιτική της εξακολουθήσεως της ουδετερότητος — έλεγε — είναι η καλυτέρα. 1) διότι δεν είναι ασφαλή τα ανταλλάγματα, αν μας δίδωνται τοιαύτα, ουδ' ισοφαρίζουσι τους κινδύνους (εν όψει) άδηλου τέλους του πολέμου. 2) διότι δεν είναι σαφείς οι σκοποί ους επιζητούσιν οι σύμμαχοι εν Κων)πόλει και δεν αποκλείουσι μεταστροφάς της πολιτικής της Συνεννοήσεως εν ενδε­χομένη μεταστροφή της πολιτικής της Τουρκίας και 3) διότι η συμ­μετοχή ημών μετά της Συνεννοήσεως εμβάλλει εις μέγιστους κινδύ­νους τους ελληνικούς πληθυσμούς στερηθησομένους (τότε) πάσης προστασίας οιασδήποτε Μεγάλης Δυνάμεως 4) διότι δεν γνωρίζομεν τί θα πράξη η Ιταλία, η Ρουμανία, η Βουλγαρία, 5) δια τον μέλ­λοντα εκ της Βουλγαρίας κίνδυνον και αν ακόμη σήμερον αύτη μείνη ουδέτερα διατηρούσα τας δυνάμεις της ακεραίας».
Ο Βασιλεύς εξ άλ­λου εγνώριζεν από τα τηλ)ματα του Κάιζερ ότι η Βουλγαρία είχεν έκτοτε προσδεθή εις το άρμα της Γερμανίας και ότι φυσικά εκαραδόκει την ευκαιρίαν να μας επιτεθή ευθύς ως θα ενεπλεκόμεθα εις αγώνα εν Μ. Ασία. Ε­γνώριζεν επίσης ότι αι δυνάμεις της τριπλής συμμαχίας ήσαν ακόμη πανί­σχυροι. Εγνώριζε τί θα επηκολούθει μιας εξορμήσεως της Ελλάδος εν Τουρκία εις βάρος του Ελληνισμού. Και δι' αυτό ΜΟΝΟΣ χωρίς ο υ δ ε­ ν ός την πίεσιν ή την παρασκηνιακήν επίδρασιν, απεφάσισε να αντιταχθή εις τον Βενιζέλον. Ο Γεώργ. Θεοτόκης ο οποίος υπήρξεν ο μόνος Έλλην ηγέτης πολιτικός, όστις υπεστήριξε με συνέπειαν την πολιτικήν της ουδετερότητος εις το συμβούλιον του Στέμματος, του διεμήνυσεν έπειτα, ότι αφού άπαξ έπραξε το καθήκον Του έπρεπε να μη δεχθή την παραίτησιν του Βενιζέλου[9]. Ο Γ. Στρέητ το ίδιον. Αλλ' ο Βασιλεύς απήντησεν εις αυτόν:«Πώς θέλετε ως έντιμος άνθρωπος βλέπων όσα βλέπω να αφήσω τον τόπον μου εις αυτήν την καταστροφήν;. . .».
Εάν ούτω αποφασίζων ο Βασιλεύς ενήργησεν εντός των πλαισίων που η συνταγματική τάξις ανεγνώριζεν εις τον Ανώτατον άρχοντα, είναι θέμα το οποίον απετέλεσεν ως γνωστόν αντικείμενον σφοδράς αντιδικίας, το ο­ποίον ως ουδεμίαν σχέσιν έχον προς το θέμα μου, δεν πρόκειται νά εξετάσω εδώ. Το μέγα ερώτημα εις το οποίον έχομεν να απαντήσωμεν είναι, εάν η πολιτεία του Βασιλέως Κωνσταντίνου εξυπηρετεί πράγματι καλύτερον πά­σης άλλης τα συμφέροντα του έθνους, και όχι εάν υπήρξεν ή όχι συνταγματι­κός Βασιλεύς. Τήν πολιτικήν του αυτήν πάντως υιοθέτησεν η σχηματισθείσα την 26ην Φεβρ. 1915 κυβέρνησις Δ. Γούναρη, ήτις εξήγγειλεν αυτήν ως εξής:«Η Ελλάς εξελθούσα εκ των νικηφόρων αυτής πολέμων είχε επιτακτικήν ανάγκην χάριν της ευημερίας του ελληνικού λαού όπως επιδιώξη μα­κράν ειρηνικήν διαβίωσιν. Η τελεία οργάνωσις της χώρας, η ανάπτυξις του εθνικού πλούτου και η συστηματική παρασκευή των στρατιω­τικών και ναυτικών δυνάμεων ήθελον εν ταυτώ εγγυηθή την εξασφάλισιν των κεκτημένων από πάσης επιβουλής και την σταθεράν εξέλιξιν του εθνικού προγράμματος, περιλαμβάνοντος και την εξυπηρέτησιν των συμφερόντων του Κράτους και την πραγμάτωσιν των εθνικών πα­ραδόσεων .».
***
Αύται ήσαν αι δύο πολιτικαί αίτινες από της πρώτης στιγμής ευρέθη­σαν αντιμέτωποι αλλήλων, όταν ήρχισεν ο α' παγκόσμιος πόλεμος. Ουδείς Έλλην δικαιούται να αμφισβητήση και επ' ελάχιστον όχι μόνον ότι αμφότεραι απέβλεπον εις το καλόν του έθνους, αλλά ότι αμφότεραι εστηρίζοντο ε­πί στερεών συλλογισμών. Με κόπον προσπαθούντες να διακρίνωσιν εις το άδηλον τότε μέλλον μιας συρράξεως Τιτάνων, τας συνεπείας των πράξεων ή της αδρανείας των, φυσικόν ήτο να πλανηθώσιν εις πολλά και έτι φυσικώτερον να ακολουθήσωσιν έκαστος ιδίαν γραμμήν σκέψεων. Μόνον άγευστοι των μεγάλων ευθυνών της διακυβερνήσεως ενός λαού ή εκ προκαταλήψεως αντιδικούντες, δύνανται να διεκδικήσωσιν υπέρ εαυτών την μαντικήν των πάντων ικανότητα.
Αλλά σήμερον δεν είναι πλέον δυνατός ούτε δισταγμός, ούτε αμφισβήτησις. Διότι σήμερον έχομεν κριτήριον αποφασιστικόν και αμείλικτον αυτήν ταύ την την σειράν των επακολουθησάντων έκτοτε γεγονότων. Αυτή δεικνύει ποίος τότε ορθώς έξετίμησε τα ενδεχόμενα του μέλλοντος και ποίος επλανήθη.
Η Ελλάς μετέσχεν εν τέλει του πολέμου. Και κάτι πλέον: τον ενίκησε πλήρως, ολοκληρωτικώς. Χωρίς το φρικιαστικόν ενδιάμεσον πολεμικών επι­χειρήσεων επί του εδάφους της, και της πλήρους εχθρικής κατοχής- χωρίς συμβιβασμούς μεταξύ νικητών και ηττημένων, όπως τόσας φοράς κατά και­ρούς ηπειλήθη. Χωρίς «Τεχεράνην» και χωρίς «Γιάλταν» μεταξύ νικητών πριν ή καν τελείωση ο πόλεμος. Ηδύναντο τα πράγματα να λάβουν άλλην τροπήν — καί θα το ίδωμεν εν συνεχεία. Αλλά δεν έλαβον.
Ποία υπήρξεν όμως η τελική όλων αυτών κ α τ α κ λ ε ί ς ; Τί απέδωκεν εν τέλει όλη αύτη η τιτάνειος προσπάθεια του έ­θνους; Από την απάντησιν εις τα ερωτήματα αυτά — και μόνον από αυτήν — θα προκύψη η τελική κρίσις της ιστορίας. Διότι δεν υπάρχει α­σφαλέστερος κριτής επί της πολιτείας εκάστου, από τας συνεπείας εις τας οποίας αύτη ωδήγησε.


[1] Γεωργ Βεντήρη. H Ελλάς του 1910-1920. Τόμος 1ος σελ. 262.
[2] idem σελ. 261
[3] idem Τόμ. 1ος σελ. 222.
[4] Eκ του ημερολογίου Γ. Στρέητ 20 Σεπτεμβρίου 1915
[5] Άνέκδοτον. Έκ τοΰ αρχείου Γ. Στρέητ.
[6] «Φαντάσου — έλεγε προς τoν αδελφόν του Νικόλαον ο Βασιλεύς — τί στρατόν, τί στόλον, τί χρήμα θα εχρειαζόμεθα διά να καταλάβωμεν, να υπερασπίσωμεν και να διοικήσωμεν μίαν τεραστίαν έκτασιν εν Τουρκία. Πό­τε και πώς θα κατακτήσωμεν αυτά τα τουρκικά εδάφη, κατοικούμενα κατά τό πλείστον υπό Τούρκων; Ποίος θα μας βοηθήση; Νομίζεις ότι κανείς από τους συμμάχους έχει στρατόν διαθέσιμον διά μίαν τοιαύτην επιχείρησιν;». Πρίγκιπος Νικολάου: «Τά πενήντα χρόνια τής ζωής μου», σελ. 324.
[7] Ημερολόγιον Γ. Στρέητ. 20 Φεβρουαρίου 1915
[8] Ημερολόγιον Γ. Στρέητ. 20 Φεβρουαρίου 1915.
[9]Έκ του ημερολογίου Γ. Στρέητ: «Χθες την εσπέραν (19ην Φεβρου­αρίου) τώ παρήγγειλε (τω Βασιλεί ο Γ. Θεοτόκης) να μη επιμείνη και να δεχθή τας προτάσεις του Βενιζέλου. Απήντησεν ότι δεν θα τας δεχθή πε­πεισμένος περί του καταστρεπτικού αυτών. Και μας (Γ. Στρέητ και I. Μεταξάν) ερωτά: άν έχη αυτήν την πεποίθησιν, δεν έχει και καθήκον να πρά­ξη ούτω;».

2 σχόλια:

  1. Από το υπόψη βιβλίο του Πιπινέλη "περισσότερο φως", μήπως διαθέτεις τις σελίδες 60-70;
    Αν τις διαθέτεις, μπορείς να μου τις στείλεις στη διεύθυνση
    armatistis1@gmail.com
    ευχαριστώ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Οι σελίδες απεστάλησαν στη διεύθυνση που μου έστειλες, ήδη από χθες. Πιστεύω ότι τις έλαβες

      Διαγραφή