Τρίτη 23 Ιουλίου 2013

ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΟΠΟΙΙΑ 1940-41


(Προηγούμενο)
Τα γεγονότα όμως εξελίσσονταν τώρα με ρυθμό όλο και πιο γοργό. Πρωί της 10ης Απριλίου οι γερμανικές δυνάμεις συναντώνται με τις ιταλικές σε γιουγκοσλαβικό έδαφος. Πανηγυρίζουν. Το ΧΧΧΧ γερμανικό Θωρακισμένο Σώμα Στρατού, που αποτελείται από την 9η Θωρακισμένη Μεραρχία, την 73η Μεραρχία Πεζικού και τη Σωματοφυλακή SS «Αδόλφος Χίτλερ», κατεβαίνοντας από το Μοναστήρι, ζυγώνει' οι γερμανικές εμπροσθοφυλακές έρχονται σ επαφή με τις ελληνοβρετανικές δυνάμεις στην τοποθεσία Βεύη-Κλειδί. Η παρατημένη Φλώρινα περνάει στα χέρια του εχθρού. Οι Γερμανοί ετοιμάζονται να παραβιάσουν την αμυντική τοποθεσία στα στενά του Κλειδιού και γι' αυτό τον σκοπό συγκροτούν τρεις «ομάδες επιθέσεως»: μία στο αριστερό τους με κατεύθυνση την Κέλλη, μία στο κέντρο τους προς Βεύη-Κλειδί κι απώτερα Κοζάνη, μία στο δεξί τους προς το Ξυνό Νερό, αυτήν για να προχωρήσει στ' αριστερό και στα νώτα των Άγγλων.
0 καιρός ήταν άσχημος, βασίλευε ακόμα εδώ ο χειμώνας. Τη νύχτα είχε χιονίσει, έκανε κρύο τσουχτερό, τα βουνά γύρω πυργώνονταν άσπρα. Στις 11 Απριλίου, η πίεση των Γερμανών γίνεται πολύ αισθητή. Το πυροβολικό τους χτυπάει τις ελληνικές θέσεις από τη Βεύη, ενώ τα ελαφρά όπλα και των δύο αντιπάλων ανταλλάσσουν πυρά. Κοντά το σούρουπο, ο εχθρός κάνει μιαν επίθεση σημειώνει πρόοδο αργή αλλά σταθερή. Στον τομέα της Μεραρχίας Ιππικού, στο Πισοδέρι, η γερμανική επίθεση αποκρούστηκε.
Τη νύχτα ο καιρός χειροτέρεψε, έπεσε νέο χιόνι. Στους δρόμους της Αλβανίας, στη μεγάλη δημοσιά από Αργυρόκαστρο σε Κακαβιά, από Αλβανία σ' Ελλάδα, ακουγόταν όλη νύχτα κύλισμα βαρύ, λαχανιασμένο, τρακτέρ που σέρνουν πυροβόλα του βαρέος και κατεβαίνουν προς τα πίσω, προς τα σύνορα. Η μεγάλη υποχώρηση άρχιζε λίγο λίγο. Η διαταγή θα δοθεί με τηλεφώνημα του Γενικού Στρατηγείου στις δύο διοικήσεις, το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας και το Τμήμα Στρατιάς Ηπείρου, στις 12 Απριλίου το πρωί. Το τέντωμα προς τον βορρά, τ' όνειρο του στρατού της νίκης, έπαιρνε τέλος.
Το ΤΣΔΜ με τις τρεις από τις τέσσερις μεραρχίες του, ξεκινούσε για τον Αλιάκμονα, ενώ η XVI Μεραρχία θα έπιανε τα στενά του Κιάφε Κιάριτ, σε συνδυασμό με την I, για να καλύψουν τη σύμπτυξη του ΤΣΗ. Της Στρατιάς Ηπείρου η σύμπτυξη, με άξονα την κοιλάδα του Δρίνου, θ' άρχιζε τη νύχτα της 13ης προς 14ης.


***

Πρωί, ώρα οχτώμισι της 12ης Απριλίου, το χιόνι κόπασε για μια στιγμή στο Κλειδί και τότε οι Γερμανοί ξεκίνησαν. Είχανε βάλει μπρος τα SS, μονάδα του στρατού τους διαλεχτή, σκληρή. Προχώρησαν αργά, βαριά, σε πυκνούς σχηματισμούς, αδιάφοροι για τη μεγάλη φθορά που τους γινόταν. Τους υπεστήριζε πυροβολικό, όλμοι και πολυβόλα.
Έρχονταν από τις δύο πλευρές του δρόμου, καταπάνω στις θέσεις των Αγγλων, ιδιαίτερα στο ευαίσθητο σημείο ανάμεσα στο Τάγμα Ανιχνευτών και στο 2/8 αυστραλιανό Τάγμα. Η μάχη είχε κορώσει. Μ' επιμονή και ακαμψία τα SS προχωρούσαν, πέφτανε, συνέχιζαν, ώσπου κατά τις έντεκα το πρωί, κατόρθωσαν να μπούνε σφήνα στο άκρο αριστερό των Αυστραλών. Μια διμοιρία του 2/8 είχε εξουδετερωθεί εντελώς, δεν γλίτωσαν παρά μόνον έξι της άντρες.
Το Τάγμα των Ανιχνευτών είχε χάσει κάθε σύνδεσμο με τους δεξιά του Αυστραλούς, νόμισε πως είχαν υποχωρήσει. Κάτω από την αλύγιστη πίεση των Γερμανών, αναγκάστηκε κι αυτό να πισωπλατίσει κατά τον σιδηροδρομικό σταθμό του Κλειδιού, για ν' αναδιοργανωθεί. Αλλες ομάδες του στο μεταξύ αποκόπηκαν,χάθηκαν, οι απώλειες μεγάλωναν ολοένα. Βάλανε τους οπλοπολυβολητές οπισθοφυλακή, να καλύψουν την υποχώρηση, και πήρανε ό,τι μεταφορικό μέσο βρέθηκε πρόχειρο, τράβηξαν πίσω, για το Αμύνταιο, Από τα έξι αντιαρματικά πυροβόλα, τα πέντε είχανε μείνει στα χέρια του εχθρού.
Τ' απόγεμα, οι Αυστραλοί του 2/8 είδανε πως είχαν απομείνει μόνοι τους ν' αντιστέκονται και κινδυνεύουν να κυκλωθούν. Σκέφτηκαν περί του πρακτέου. Οι επικεφαλής των λόχων τους συγκεντρώθηκαν στον Σταθμό Διοικήσεως του τάγματος, απεφάσισαν ν' αποσυρθούν από το πεδίο της μάχης την ίδια εκείνη νύχτα, καθώς όμως γύριζαν πίσω στους λόχους τους, βρέθηκαν μπροστά σ' επίθεση από γερμανικά άρματα μάχης και πεζικό. Ώσπου ν' αντιδράσουν, ώσπου να οργανώσουν την άμυνα τους, τ' άρματα είχανε προχωρήσει βαθιά μέσα στις γραμμές, λόχοι ολόκληροι διαλύονταν. Δημιουργήθηκε σύγχυση, άρχιζε εδώ, εκεί, η φυγή. Οι Αυστραλοί άφηναν το υλικό τους εκεί που βρισκόταν, χάμου, άφηναν τα όπλα τους κι έφευγαν εξαντλημένοι από το ασυνήθιστο γι' αυτούς κρύο, τις τρεις νύχτες αγρύπνια. Στ' αριστερά, το 24ο Τάγμα, που είχε χάσει κάθε επαφή με τη διοίκηση, γιατί τα τηλεφωνικά καλώδια είχαν κοπεί, γλίτωσε με τρόπο ανέλπιστο, βοηθημένο από το σκοτάδι. Δυτικότερα ακόμα, ήταν τα ελληνικά τμήματα, η XII Ταξιαρχία. Οι Γερμανοί εξόρμησαν τις απογευματινές ώρες, τα απώθησαν ύστερα από αγώνα και μπήκανε στον Αετό.
Έτσι, οι βόρειες δυνάμεις του Συγκροτήματος W, υπό τον στρατηγό Μακέυ, έχασαν τη μάχη και την τοποθεσία του Κλειδιού, πράγμα που επετάχυνε την κατάρρευση όλου του μετώπο.
Στο δεξί της Μεραρχίας Ιππικού, η XXI ελληνική Ταξιαρχία, με ξέσκεπο τώρα το πλευρό της, χτυπήθηκε από τον εχθρό αιφνιδιαστικά και ρίχτηκε πίσω στα βόρεια υψώματα της Κλεισούρας. Οι Μεραρχίες XII και XX, που είχαν διαταχθεί από τη διοίκηση ακριβώς του Συγκροτήματος W να εγκαταλείψουν το Βέρμιο και να μετακινηθούν σε νέες θέσεις προς τα δυτικά, βρέθηκαν ξαφνικά εκτεθειμένες. Η υποχώρηση τους γινόταν, έτσι κι αλλιώς με αδιάκοπες, ξεθεωτικές πορείες, ενώ οι χιονοθύελλες έδερναν το Βέρμιο. Η ήττα των Άγγλων στο Κλειδί ανάγκασε τώρα τα τμήματα της XX Μεραρχίας να πέσουν νοτιότερα, γιατί ο δρόμος απο Αμύνταιο σε Αετό κι από εκεί στα στενά της Κλεισούρας είχε μείνει στο έλεος των Γερμανών. Αλλά ούτε και οι συνθήκες για μιαν αντίσταση στην Κλεισούρα έμοιαζαν ευνοϊκές. Οι δύο ελληνικές μεραρχίες, που κατόρθωσαν τέλος να φτάσουν εκεί, δεν ήταν πια σε κατάσταση αξιόμαχη. Η XX είχε μετακινηθεί με πορείες νυ χτερινές και με μέσα πρωτόγονα, βοϊδάμαξες, και τ' αποτέλεσμα ήταν να χάσει στον δρόμο τη συνοχή της καθώς και το βαρύ της οπλισμό. Η XII ήταν εξαρχής συγκροτημένη από στοιχεία παράταιρα, στρατιώτες του πυροβολικού, πεζοναύτες, πολιτοφύλακες, τραυματίες του Αλβανικού Μετώπου, Οθωμανούς, μεγάλες ηλικίες που είχαν ξεσηκωθεί όπως όπως για την άμυνα της Θράκης. Η μετακίνηση τους τώρα, σε κατεύθυνση αντίθετη από εκείνην όπου βρισκόταν ο τόπος τους, το θέαμα των τμημάτων που περνούσαν από τις γραμμές τους διαλελυμένα, τα αγγλικά μηχανοκίνητα που έφευγαν, οι διαδόσεις από πράκτορες της γερμανικής προπαγάνδας πως ο αγώνας είναι μάταιος στο εξής, γιατί έχουν χαθεί τα πάντα, το σφυροκόπημα από τη γερμανική αεροπορία, τα ογδόντα χιλιόμετρα που έκαναν με τα πόδια, όλ' αυτά μαζί τους είχαν τσακίσει το ηθικό.  Έφτασαν στην Κλεισούρα μπουλούκια μπουλούκια, όχι πια συντεταγμένα τμήματα, και χωρίς τρόφιμα, χωρίς πυροβόλα, μ' ελάχιστα πυρομαχικά.

                                                                             * * *

Τις μετακινήσεις τους αυτές από το Βέρμιο στα δυτικά, καθώς και τη σύμπτυξη γενικά από το Κλειδί, είχε αναλάβει να τα καλύψει η 1η βρετανική Θωρακισμένη Ταξιαρχία και οι άλλες δυνάμεις του στρατηγού Μακέυ. Οι Γερμανοί δεν άφησαν να χαθεί χρόνος: κατεδίωξαν από κοντά τους Βρετανούς. Τους χτύπησανστον Σωτήρα, χαράματα της 13ης άνοιξε η μάχη και το βράδυ της ίδιας ημέρας, ο ταξίαρχος Τσάριγκτον διέταξε υποχώρηση. Δεν έπρεπε να επιμείνει περισσότερο, γιατί η αποστολή της ταξιαρχίας του ήταν μονάχα επιβραδυντική.

Από τον Σωτήρα στην επόμενη αμυντική τοποθεσία, το Προάστειο, η απόσταση είναι κάπου είκοσι χιλιόμετρα' οι Γερμανοί τα διέτρεξαν γρήγορα. Έβαλαν μπροστά τ' άρματα μάχης, από ψηλά τα Στούκας, και ρίχτηκαν στους Βρετανούς. Η μάχη που επακολούθησε κράτησε ως το σούρουπο, για να εξελιχθεί στο τέλος σε αρματομαχία. Ήταν η πρώτη και τελευταία του είδους αυτού στο Ελληνικό Μέτωπο. Ένας Άγγλος αντισυνταγματάρχης την περιγράφει με χρώματα ζωηρά:
«Ήτανε» -λέει- «ωραία εικόνα. Τα άρματα μάχης και τα οχήματα ζωσμένα από φλόγες, τα τροχιοδεικτικά βλήματα των 47 και των 50 χιλιοστομέτρων, τα τροχιοδεικτικά των πολυβόλων Μπρεν, οι λάμψεις από πυροβόλα και τουφέκια και οι εκρήξεις των βλημάτων συνδυάζονταν με τις τελευταίες φωτιές του ήλιου που βασίλευε πάνω στο σκοτεινό όγκο των βουνών».
Η σύμπτυξη των βρετανικών δυνάμεων έγινε επιδέξια, πίσω από προπέτασμα καπνού. Έτσι, το Ελληνικό Μέτωπο, ύστερα από τα αναχρονιστικά μέσα των Βαλκανικών Πολέμων, που ο ελληνικός στρατός χρησιμοποίησε για να πολεμήσει τους Ιταλούς, έβλεπε τώρα τα πιο εξελιγμένα και σύγχρονα του Δυτικού Μετώπου. Η παγκόσμια σύρραξη, με το φοβερό της ύφος, έκανε την πανηγυρική της εμφάνιση και στην ελληνική γη.

                                                                        * * *


Ερχόταν τώρα η σειρά των στενών της Κλεισούρας. Ήταν αδύνατο φυσικά να κρατηθούν από ελληνικά τμήματα με την ελαττωματική σύνθεση και τη μειωμένη μαχητικότητα των τμημάτων της XX Μεραρχίας. Κράτησαν τους Γερμανούς, ωστόσο, κάπου είκοσι ώρες, σε μια μάχη απελπισμένη κι άνιση. Και πάλι εδώ, όρθρο βαθύ, καθώς είχε αρχίσει η επίθεση των Γερμανών, οι Έλληνες στρατιώτες έβλεπαν σαστισμένοι τα τροχιοδεικτικά βλήματα του εχθρικού πυροβολικού ν' αυλακώνουν με γλώσσες φωτιάς τον ουρανό, τα προπετάσματα καπνού να κυλιούνται βαριά πάνω στο πεδίο της μάχης, κρύβοντας στα σπλάχνα τους μυριάδες στόμια που σάίτευαν φωτιά, θέριζαν. Ένα μετά το άλλο παίρνονται από τους Γερμανούς τα υψώματα της τοποθεσίας. Το ελληνικό πεζικό πολεμάει με τα ατομικά του τουφέκια και τα οπλοπολυβόλα του 1915, δίχως αεροπορία, δίχως αντιαρματικά.
Αλλά η κατάληψη της Κλεισούρας από τους Γερμανούς ήταν κάτι πολύ σοβαρό. Τώρα ο δρόμος προς την Καστοριά, τα Γρεβενά, έμενε ανοιχτός. Οι δυνάμεις του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας, που είχαν αρχίσει τη σύμπτυξη τους στην Αλβανία από το βράδυ της 12ης Απριλίου και βάδιζαν τώρα στη δημοσιά Καστοριά-Γρεβενά, βρίσκονταν εκτεθειμένες στους Γερμανούς που ζύγωναν. Αλλά και βαθύτερα, κινδύνευαν τα νώτα του Τμήματος Στρατιάς Ηπείρου, αφού τίποτα δεν θα εμπόδιζε πια τους Γερμανούς να προχωρήσουν προς την Καλαμπάκα, το Μέτσοβο, τα Γιάννινα. Ολάκερη έτσι η Στρατιά της Αλβανίας, η στρατιά της νίκης, κινδύνευε μ' αιχμαλωσία. Από εικοσιτετράωρο σε εικοσιτετράωρο θα βρισκόταν μεταξύ δύο πυρών.

Κι αρχίζει η κατάρρευση, πρώτα των δύο μεραρχιών του Τμήματος Στρατιάς Κεντρικής Μακεδονίας. Σε υποχώρηση αδιάκοπη μπροστά σ' έναν εχθρό υπέρτερο, με το ηθικό δηλητηριασμένο από τη συναίσθηση της ανημπόριας, την ανισότητα σε μέσα, την κακουχία, με τη συνοχή των τμημάτων τους όλο και να χάνεται, το βασίλεμα κάθε ελπίδας, οι μονάδες αυτές φυραίνουν αισθητά, λιώνουν σαν κομμάτια πάγος πλάι σε φλόγα. Λόχοι ολόκληροι διαλύονται, τμήματα χάνουν την επαφή μεταξύ τους, βρίσκονται χωρίς ξεκάθαρο προσανατολισμό, τα μέσα διαβιβάσεων είναι χιμαιρικά, ούτε τηλεφωνικά καλώδια προφταίνουν να τοποθετηθούν. Οι Αγγλοι, που καθώς φαίνεται βρίσκανε στο εξής κάθε αντίδραση περιττή, αφήνουν τα στενά της Σιάτιστας και φεύγουν. Είναι ο αέρας της καταστροφής που, όταν αρχίσει να φυσάει, δεν αντικρατιέται με τίποτα, δυναμώνει από στιγμή σε στιγμή, γυρίζει σε θύελλα. Μέσα στο ταραγμένο χνώτο της ο καθένας νιώθει πως έγινε ένα τίποτα, θρύμμα από άχυρο.

Από τα μεσάνυχτα της 14ης Απριλίου, το Τμήμα Στρατιάς Κεντρικής Μακεδονίας είχε πάψει πια να εκπληρώνει την αποστολή του, την κάλυψη του στρατού της Αλβανίας από ανατολικά. Ο διοικητής του ΤΣΚΜ (υποστράτηγος Χρ. Καράσσος) διέταξε σύμπτυξη στη δυτική όχθη του Αλιάκμονος. Αλλά κι εκεί η διαρροή συνεχιζόταν. Δεν υπήρχε πια ούτε ένα οργανωμένο τμήμα ικανό ν' αναλάβει μιαν οποιανδήποτε αποστολή. Τη διάλυση και τη σύγχυση της αποκορύφωνε η κατάσταση που επικρατούσε στον δρόμο προς τα μετόπισθεν, στη δημοσιά Γρεβενά -Καλαμπάκα.

Ήτανε ξέχειλη από φυγάδες, Έλληνες και Γιουγκοσλάβους πρόσφυγες, που φεύγανε μέσα στη νύχτα να γλιτώσουν από τους Γερμανούς. Είχε βρέξει, η λάσπη τούς βάραινε τα πόδια. Αυτοκίνητα σταματημένα, μπερδεμένα μεταξύ τους τόσο που να πήζουν, να φράζουν τη διάβαση, στρατιώτες και πολίτες, γυναικόπαιδα, βοϊδάμαξες, Άγγλοι, χωριάτες, γέροι, κάποια συντεταγμένα ακόμα στρατιωτικά τμήματα, όλος αυτός ο ανθρώπινος πολτός φώναζε κι ανάβραζε, βούιζε και στριμωχνόταν. Οι οδηγοί βρίζονταν μεταξύ τους, δέρνονταν, οι γυναίκες σκλήριζαν, τα παιδιά κλαίγανε, ξεφώνιζαν.

Κι όλους τους παλάβωνε η σκέψη της αυγής, το ξημέρωμα που θα έφτανε από πάνω και η εχθρική αεροπορία.

Έφτασε. Αρχισε τους πολυβολισμούς, τα σφυρίγματα, τις βουτιές. Ο δρόμος ήταν στενός, φιδωτός, με όχτους ψηλούς, τον έφραζαν τώρα και οι χτυπημένοι που σωριάζονταν, οι άλλοι που πέφτανε τσαλαπατημένοι. Στον πανικό είχε προστεθεί η σφαγή. Κι όλο αυτό το χοχλαστικό ανθρωπολόι γινόταν βουρκονέρι πηγμένο από ψυχές, ιδρώτες, λάσπες, αίματα.

(Επόμενο)                                                  

Σάββατο 20 Ιουλίου 2013

ΑΓΓΕΛΟΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΟΠΟΙΙΑ 1940-41

 ΙΒ'. ΔΙΠΛΩΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΣΗΜΑΙΕΣ
ΕΝΩ στην Ανατολική Μακεδονία ξετυλιγόταν η πρώτη φάση του τελικού δράματος, στην Αλβανία η ελληνική λόγχη ανάδιδε τις ύστατες αναλαμπές της νίκης.
Στις 7 Απριλίου, την αγωνία των οχυρών του Ανατολικού Με­τώπου την υποκρούει στο Δυτικό μια επιθετική εξόρμηση - η τε­λευταία. Είναι εφαρμογή των διαταγών που είχαν δοθεί από το Γενικό Στρατηγείο μετά τη συνάντηση Ελλήνων, Γιουγκοσλάβων και Βρετανών αντιπροσώπων στο Κέναλι. Τη νύχτα 6 προς 7 Απρι­λίου, οι Γιουγκοσλάβοι ανεκοίνωσαν τηλεφωνικώς στο ΤΣΔΜ πως θα επιτεθούν στον τομέα της Στρούγκας, για να προσπαθήσουν να πάρουν το διάσελο του Θαν.

Το σχέδιο προέβλεπε ταυτόχρο­νη ελληνογιουγκοσλαβική ενέργεια. Η XIII ελληνική Μεραρχία, που αποτελούσε το δεξί της Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας και μπορούσε έτσι να συνδεθεί με τους Γιουγκοσλάβους, οργάνωσε γρήγορα την επίθεση της και την εξαπέλυσε.
Το εγχείρημα ήταν δύσκολο για λόγους πολλούς. Τόσο η XIII Μεραρχία όσο και IX, που προοριζόταν να μπει στη μάχη αμέσως ύστερα, είχαν για την ώρα διάταξη αμυντική. Για να μεταπέσουν σ' επιθετική, χρειαζόταν κάποιο διάστημα χρόνου. Οι θέσεις τους, έπειτα, ήταν απομακρυσμένες πολύ από τους αντικειμενικούς σκοπούς' έπρεπε λοιπόν να καταλάβουν άλλες, μια βάση για εξόρ­μηση και βιαστικά, στο φως της ημέρας, με κίνδυνο να χτυπηθούν από τον εχθρό πρόωρα, στην προκαταρκτική ακόμα φάση του αγώνα. Αντίθετα, οι θέσεις του εχθρού ήταν οργανωμένες από καιρό κι απλώνονταν σε βάθος κάπου έξι χιλιόμετρα. Τις προστάτευαν συρματοπλέγματα πυκνά από παντού.
Κι όμως, στη μιάμιση το μεσημέρι της 7ης Απριλίου, τα τμήματα της XIII Μεραρχίας ξεκινάνε. Όπως ήταν επόμενο, άρχισαν να βάλλονται αμέσως. Το ελληνικό πυροβολικό δεν είχε πετύχει να καταστρέψει τα συρματοπλέγματα της εχθρικής τοποθεσίας, το τάγμα όμως που ξεκίνησε πρώτο, έφτασε μπροστά τους κι άρχι­σε να ξεριζώνει τους πασσάλους με τα χέρια, ενώ το θέριζαν τα πολυβόλα και τ' αυτόματα του εχθρού. Στις δύο και τέταρτο παίρ­νεται έτσι το ύψωμα 1116 και πιάνεται αιχμάλωτο όλο σχεδόν το ιταλικό τάγμα που το υπεράσπιζε, τριακόσιοι τριάντα πέντε οπλί­τες, δεκάξι αξιωματικοί.
Το άλλο ελληνικό τάγμα, που εξόρμησε ακράτητο, ξεπέρασε τα εχθρικά συρματοπλέγματα, πιάστηκε σ' αγώνα εκ του συστάδην με τον εχθρό, πήρε την πρώτη γραμμή χαρακωμάτων, προ­χώρησε στο ύψωμα 1315, έπιασε εκατόν ενενηνταδύο οπλίτες και τέσσερις αξιωματικούς. Σε νέα του όμως εξόρμηση, προς το 1301 τώρα, καθηλώθηκε μπροστά στα νέα συρματοπλέγματα, κάπου διακόσια μέτρα από την κορυφή.
Με το βράδυ, η επίθεση σταμάτησε για να συνεχιστεί την άλ­λη μέρα. Οι απώλειες ήταν σοβαρές, όλοι οι λοχαγοί είχαν πέσει, δεκατέσσερις διμοιρίτες και γύρω στους τριακόσιους οπλίτες, έλειπαν και πυρομαχικά. Τα παρατηρητήρια που έψαχναν τον ορίζοντα για να ιδούν τους Γιουγκοσλάβους να μπαίνουν κι αυ­τοί στον αγώνα, σύμφωνα με το σχέδιο επιχειρήσεων, ανέφεραν ότι δεν είχε ακουστεί από κει παρά μόνο ένας κανονιοβολισμός, στις εφτά το πρωί. Κράτησε κάπου μία ώρα κι ύστερα σώπασε. Μάταια αγωνιζόταν το ΤΣΔΜ να συνδεθεί τηλεφωνικώς με τη διοί­κηση της γιουγκοσλαβικής στρατιάς. Στάλθηκε ένας επιτελής στα Σκόπια. Ανέφερε πως τα γεφύρια ήταν ανατιναγμένα, η κατά­σταση χαώδης κι ότι στο Μοναστήρι, καθώς έμαθε, επικρατούσε αναρχία και πανικός.
Η Γιουγκοσλαβία κατέρρεε, αυτό έγινε ολοφάνερο το πρωί της 8ης Απριλίου. Ο στρατός της είχε κιόλας διαλυθεί. Αξιωματι­κοί του έφταναν σ' ελληνικό έδαφος, στη Φλώρινα, σε κακή κα­τάσταση' ένας ταγματάρχης του γιουγκοσλαβικού Γενικού Στρα­τηγείου ανέφερε πως η κατάσταση στη χώρα του ήταν απελπιστική, δεν υπήρχε πια Ανώτατη Διοίκηση του γιουγκο­σλαβικού στρατού, το Βελιγράδι και οι πόλεις της Νότιας Σερ­βίας βομβαρδίζονταν αδιάκοπα από τους Γερμανούς. Ως τις εν­νιά το βράδυ είχανε καταφύγει στη Φλώρινα έξι Γιουγκοσλάβοι στρατηγοί και πολλοί αξιωματικοί ανώτεροι.
Δεν μπορούσε πια να γίνεται σκέψη για συνέχιση των επιθετικών επιχειρήσεων στην Αλβανία. Το ΤΣΔΜ απεφάσισε να τις ανάστειλα και το Γενικό Στρατηγείο συμφώνησε.

                                                                                 * * *

Αλλά η κατάσταση έπαιρνε πολύ πιο σοβαρή τροπή από την άλλη ημέρα, 9η Απριλίου. Η κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας είχε γι' αποτέλεσμα την προέλαση των Γερμανών από Περλεπέ σε Μοναστήρι κι από εκεί προς τον νότο. Κινδύνευε τώρα με υπερφαλάγγιση το αριστερό του ελληνοβρετανικού Συγκροτήματος W, που κατείχε τη γραμμή Κάιμακτσαλάν-Βέρμιο-Όλυμπος, με προσανατολισμό βορειοανατολικό. Κινδύνευαν και προς τ' αριστερά τα νώτα του Αλβανικού Μετώπου.
Η ελληνική Ανώτατη Διοίκηση, σε συνεργασία με τον στρατη γό Ουίλσων, αρχηγό του αγγλικού εκστρατευτικού σώματος, απεφάσισε ν' αποσύρει τις δυνάμεις του Συγκροτήματος W, που βρισκόταν από το Κάιμακτσαλάν ως τη λίμνη Βεγορίτιδα, και να μετατοπίσει την αμυντική γραμμή στα δυτικά, με μέτωπο προς τον βορρά. Το κενό που θ' ανοιγόταν έτσι, από Βεύη ως τη λίμνη της Μεγάλης Πρέσπας, θα το έφραζαν δυνάμεις του ΤΣΔΜ, συγκεκριμένα η Μεραρχία Ιππικού. Θα γινόταν και προώθηση των βρετανικών αρμάτων μάχης προς το Μοναστήρι, μήπως μπορέσουν ν' αναχαιτίσουν την προέλαση του εχθρού. Έπρεπε να κερδηθεί χρόνος για να γίνει η σύμπτυξη και εγκατάσταση στη νέα τοποθεσία Όλυμπος-Βέρμιο-Βεγορίτις-στενά Κερλί Δερβέν (Κλειδί)-Μαλαρέκα-Νυμφαίο-Βέρνο (Βίτσι)-Βαρνούς. Έπρεπε προ πάντων να οργανωθεί η άμυνα στο Κλειδί.
Είναι μια τοποθεσία στενή, στα δυτικά της λίμνης των Πετρών. Το όλο μέτωπο, που έπρεπε να καλυφθεί στα πλευρά της, είχι ανάπτυγμα μεγάλο, κάπου είκοσι χιλιόμετρα. Ήταν δυσανάλο γο με τις διαθέσιμες δυνάμεις. Αντίκριζε τον βοριά, μ' ελαφρή καμπή προς τα βορειοδυτικά, και προοριζόταν ν' αντιμετωπίσει τους Γερμανούς που κατέβαιναν από το Μοναστήρι.
Εκεί πήρανε θέσεις εφτά ελληνικά τάγματα πεζικού, ενισχυμένα από τρία συντάγματα πυροβολικού. Η γενική κατάσταση δεν ήταν καλή, η ατμόσφαιρα είχε πάρει την αοριστία εκείνη και τη θολούρα που είναι προάγγελος των συμφορών. Στη Βεύη, στο σταυροδρόμι από Μοναστήρι κι Έδεσσα προς Κοζάνη, μπροστά στις ελληνοβρετανικές γραμμές, κυκλοφορούσαν πρόσωπα πε­ρίεργα, με στολές του ελληνικού στρατού, αλλά που κανένας δεν ήξερε αν είναι Γερμανοί. Από τα στενά κυλούσε ένα ποτάμι πρό­σφυγες, ανακατεμένο μ' ελληνικά τμήματα. Η 6η αυστραλιανή Με­ραρχία είχε διαταχθεί να μεταφερθεί στο Κλειδί, ενώ ανατολικά της Βεγορίτιδος η XX ελληνική Μεραρχία είχε στρέψει το μέτωπο της προς την Έδεσσα, για ν' αποφράξει τα περάσματα προς τους Πύργους. Το αριστερό της αγκάλιαζε τη λίμνη που είχε πιάσει τα υψώματα που βρίσκονται στα δυτικά. Οι Γερμανοί πέρασαν με μηχανοκίνητες δυνάμεις τον Αξιό, κοντά στη Γευγελή, και προχω­ρούσαν τώρα προς την Έδεσσα.
Αλλά έπρεπε να γίνει σύμπτυξη και στην Αλβανία - αυτό ήταν το πιο οδυνηρό. Εδάφη παρμένα μ' αίμα, θυσίες υπεράνθρωπες, κρατημένα μέσα στο βαρυχείμωνο με τα δόντια, έπρεπε να τα πα­ρατήσει ο ελληνικός στρατός στα χέρια ενός αντιπάλου ηττημένου ωστόσο. Την 9η Απριλίου κιόλας, είχε διαταχθεί η εκκένωση της Κορυτσάς από τα πολεμικά υλικά και τα εφόδια. Η γενική σύ­μπτυξη θα γινόταν στην κατεύθυνση Κορυτσά-Καστοριά-Γρεβε­νά, γι' αυτό κι έπρεπε το Κλειδί να κρατηθεί με κάθε τρόπο. Αν οι Γερμανοί το παρεβίαζαν, τότε οι ελληνικές δυνάμεις του ΤΣΚΜ, που κρατούσαν θέσεις στ' ανατολικά της αρτηρίας Μοναστήρι-Κοζάνη για να καλύψουν τη σύμπτυξη, θα βρίσκονταν αποκομμένες.







Η XIII Μεραρχία, που αποτελούσε τη δεξιά πτέρυγα του ΤΣΔΜ, διατάχτηκε να εξασφαλίσει την ορεινή περιοχή ανάμεσα στις λί­μνες Μεγάλη Πρέσπα κι Αχρίδα. θα κρατιόταν έτσι ένα μέτωπο από τον Όλυμπο στον Αλιάκμονα, από εκεί στο Βούρινο. στο Σινιάτσικο, στο Βίτσι, στη Μεγάλη Πρέσπα. Σε δεύτερο χρόνο, η σύμπτυξη θα πήγαινε βαθύτερα: στη γραμμή από Όλυμπο σε Βε­νετικό ποταμό-Όρλιακα-Ιόνιο Πέλαγος, για να κοντύνει το μέ­τωπο και να μπορεί να κρατηθεί αποτελεσματικά από τις ελλη­νοβρετανικές δυνάμεις.


Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013

Ο ΙΩΑΝΝΗΣ Δ. ΡΑΛΛΗΣ ΟΜΙΛΕΙ ΕΚ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ

XIX Τάγματα ασφαλείας.


Rallis.jpg
Η κατά των Ταγμάτων Ασφαλείας εκτοξευθείσα υπό του «ειδικού» επιτρόπου κατηγορία είναι ότι, τα σώματα ταύτα εδημιουργήθησαν δια να προκαλέσουν εμφύλιον σπαραγμόν προς όφελος των εχθρών της πατρίδος. Ανέλυσεν ωραιότατα ο πατήρ μου εις το οικείον μέρος της λογοδοσίας του την κατάστασιν, ην τα τάγματα εκλήθησαν να αντιμετωπίσουν, την μέχρι της δημιουργίας των τρομοκράτησιν των εθνικιστών υπό των ανατροπέων και την λυσσαλέαν αντίδρασιν, έμμεσον και άμεσον, ην προέβαλλον οι Γερμανοί και οι Ιταλοί, επιζητούντες όπως ο πατήρ μου εν τέλει εγκαταλείψη την πρόθεσιν του σχηματισμού των.

Αλλά και όλοι σχεδόν οι μάρτυρες κατηγορίας μεταξύ των οποίων και ο κ. Θεμ. Σοφούλης, ο στρατηγός Γυαλίστρας, ο στρατηγός Μελισσηνός, ο καθηγητής κ. Μπαλής, ο συνταγματάρχης Καλφαρέντζος κ.α κατέθεσαν, ότι τα Τάγματα εδημιουργήθησαν δια την κατά του ΕΑΜ—ΕΛΑΣ άμυναν των πολιτών, την πεποίθησιν δε ταύτην είχεν, ως εκ πλείστων λόγων του εμφαίνεται, και ο κ. Τσώρτσιλ, δηλώσας ολίγον προ της απελευθερώσεως μας, ότι οι άνδρες των Ταγμάτων θα είχον χρησιμοποιηθή κατά του εχθρού, εάν δεν ευρίσκοντο εις την ανάγκην να αμυνθούν κατά των εγκληματιών του ΕΛΑΣ. Η δημιουργία των σχηματισμών αυτών ήτο απολύτως αναγκαία, εάν δε δεν υπήρχεν εν Αθήναις το σύνταγμα ευζώνων, ασφαλώς οι κομμουνισταί θα είχον καταλάβη την πόλιν τας τελευταίας ημέρας του Σεπτεμβρίου 1944, ότε ελάχισται Γερμανικαί δυνάμεις υπήρχον εν τη πρωτευούση και βεβαίως δεν θα ήτο δυνατή τότε η απόβασις αγγλικών δυνάμεων ως και η ενταύθα εγκατάστασις της Κυβερνήσεως Παπανδρέου. Οι κομμουνισταί, εννοούντες ότι δεν θα ηδύναντο να γίνουν κύριοι των Αθηνών εκ των έξω, λόγω του ότι αι προς την πόλιν διαβάσεις κατείχοντο υπό των Γερμανών ισχυρώς, επεχείρησαν να πραγματοποιήσουν το σχέδιόν των τούτο εκ των έσω. Προς τον σκοπόν αυτόν, ήδη από της συνθηκολογήσεως της Ιταλίας, ήρξαντο διοχετεύοντες εντός της πόλεως άνδρας και πολεμικόν υλικόν, διοργανούντες συνάμα τον αποκληθέντα εφεδρικόν ΕΛΑΣ. Αλλά τα Τάγματα εφρόντισαν εγκαίρως να ματαιώσουν τα σχέδια ταύτα. Δια της αναφερθείσης ήδη εκκαθαρίσεως των στρατιωτικών νοσοκομείων, δια των διεξαχθεισών» εις τας συνοικίας ιδίως, συστηματικών ερευνών προς ανακάλυψιν όπλων και πυρομαχικών και δια της συλλήψεως πλείστων στελεχών του κομμουνιστικού κόμματος, εξηρθρώθη τελείως η εις την πρωτεύουσαν και τον Πειραιά, δύναμις των οργανώσεων αυτών.
Αντιληφθέντες τότε τον μεγάλον δι' αυτούς και τον αγώνα τους κίνδυνον, αποφασίζουν οι ιθύνοντες των οργανώσεων αυτών την άρδην μεταβολήν των σχεδίων δράσεως των.
Ούτω, κατά Σεπτέμβριον 1944, εκπρόσωποι της Π.Ε.Ε.Α. (κυβερνήσεως των βουνών) ζητούν να έλθουν εις επαφήν μετά του πατρός μου. τη μεσολαβήσει των, τότε Προέδρου και Γενικού Γραμματέως του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, κ. κ. Γεωργίου Δ. Ράλλη και Κ. Φ. Γιαννακοπούλου.
Αι προτάσεις των είναι : παράδοσις των Παλαιών Ανακτόρων και των σημαντικωτέρων δημοσίων κτιρίων των Αθηνών εις το ΕΛΑΣ, αναλαμβάνοντος εις αντάλλαγμα να εξασφαλίση την ζωήν και την περιουσίαν του Ιωάννου Ράλλη και των συνεργατών του. Ο πατήρ μου όμως αρνείται και να συζητήση ακόμη τας προτάσεις αυτάς : «Η αποστολή μου, απαντά, συνίσταται εις το να παραδώσω την πόλιν ελευθέραν από τους αναρχικούς εις τους συμμάχους και την αποστολήν ταύτην θα προσπαθήσω πάση θυσία να φέρω εις πέρας». Όντως δε την 13 Οκτωβρίου αι μεν συμμαχικαί δυνάμεις εισήρχοντο αμαχητί εις την πρωτεύουσαν, ο δε ελληνικός λαός έβλεπεν στεφόμενον δι επιτυχίας το έργον το οποίον προ δεκαοκτώ μηνών είχεν αναλάβει ο Ι. Ράλλης. Ο κ. Παν. Κανελλόπουλος, κατά την σύσκεψιν της 28ης Δεκεμβρίου 1944, είπεν εις μίαν στιγμήν προς τον συμμετασχόντα ταύτης συν. Παρτσαλίδην, Γενικόν Γραμματέα του ΕΑΜ, τα εξής ; «Απορεί όλος ο κόσμος πως συνέβη να οχυρώσετε μέσα στας Αθήνας σπίτια» όταν κατά το διάστημα της Κατοχής δεν υπήρχε ούτε ένα οχυρωμένο. Ενώ ημείς είμεθα ανύποπτοι και συνεργαζόμεθα μαζύ σας με αθωότητα, σεις οχυρώνατε την Αθήνα..». Σφάλλεται ο κ. Κανελλόπουλος διατεινόμενος ότι «όλος ο κόσμος απορεί». Η απορία είναι ιδική του και των εν τη περιφήμω εκείνη Κυβερνήσει της «Εθνικής Ενότητος» συνεργατών του μόνον, διότι οι άλλοι Έλληνες γνωρίζουν καλώς, ότι η μη οχύρωσις κατά την κατοχήν των οικιών των Αθηνών οφείλεται εις τα Σώματα Ασφαλείας και κυρίως εις το Ευζωνικόν Σύνταγμα των Αθηνών, όπερ εις τον αγώνα του αυτόν κατά του κομμουνισμού έσχεν, από της 1ης Ιανουαρίου 1944 μέχρι της απελευθερώσεως, πλην των εις τραυματίας απωλειών του, 322 οπλίτας και 37 αξιωματικούς νεκρούς.
Αλλ ο σκοπός του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, όπως επιβάλη την ειδεχθή τυραννίδα του επί του Ελληνικού Λαού και τα απάνθρωπα μέσα, α εχρησιμοποίησεν προς επίτευξιν του σκοπού τούτου εμφανίζονται, μετά τραγικής εναργείας, εις τα εν Πελοποννήσω λαβόντα χώραν γεγονότα. Ούτω αι δυνάμεις των Ταγμάτων Πύργου και Μελιγαλά, αίτινες ως εμφαίνεται εκ των δημοσιευομένων εγγράφων είχον θέσει εαυτάς υπό τας διαταγάς της Κυβερνήσεως Παπανδρέου, προ της αποχωρήσεως των Γερμανών, και των οποίων οι διοικηταί είχον την αφέλειαν να επιτρέψουν εις τας δυνάμεις των ανταρτών να εισέλθουν εις τας πόλεις ταύτας, υπέστησαν επίθεσιν εκ των νώτων και οι περισσότεροι εξ αυτών εφονεύθησαν. Οι αντάρται κατόπιν ήρχισαν να επιδίδονται εις την σφαγήν των εθνικιστών κατοίκων των πόλεων αυτών, μόνον και μόνον διότι δεν ανήκον εις το Κ.Κ.Ε. Το αυτό ακριβώς συνέβη και εις το Αγρίνιον. Μόνον ο εν Πάτραις Διοικητής του Συντάγματος Ευζώνων συνταγματάρχης πεζικού Κουρκουλάκος είχε την πρόνοιαν να μη επιτρέψη την είσοδον των δυνάμεων του ΕΛΑΣ εις τη πόλιν, παρά τα διαβήματα και τας επιθέσεις των, και κατόρθωσε ούτω να αποφευχθή η καταστροφή της πόλεως και η σφαγή των κατοίκων της υπό των επιδόξων «απελευθερωτών» της.
Δεν παρέλειψαν, εννοείται, οι κομμουνισταί και οι τούτους συμπαθούντες -μένεα φυσικώ τω λόγω πνέοντες-να περιλάβουν εν τη συκοφαντική κατά των Ταγμάτων εκστρατεία των, την κακόβουλον διάδοσιν ότι ταύτα επετέθησαν κατά των εν Πελοποννήσω αποβιβασθέντων Άγγλων. Δεν θα ασχοληθώ με την απόσεισιν τόσων μωρών ψευδολογιών, παραπέμπω απλώς τους αναγνώστας εις το μέρος εκείνο του βιβλίου τούτου [1] εν ω δι εγγράφων αποδεικνύεται, ότι άπαντες οι ευζωνικοί σχηματισμοί Πελοποννήσου είχον ταχθή από της 12ης Σεπτεμβρίου υπό τας διαταγάς της Κυβερνήσεως «Εθνικής Ενότητος».
Eν τη κατά την δίκην καταθέσει του ο κ. Παν. Κανελλόπουλος διηπόρει και πάλιν, την φοράν ταύτην ερωτών, διατί τα Τάγματα δεν επολέμησαν τους Γερμανούς. Δεν επιθυμώ να σχολιάσω την απορίαν ταύτην του αρχηγού του Ενωτικού Κόμματος, αποβλέπων όμως εις όσους μετά τούτου καταβάλλουν, αν μη τι άλλο, ποιάν τινά προσπάθειαν προς την κατεύθυνσιν της καλής πίστεως οφείλω να είπω τα εξής : Κατά πρώτον λόγον, ότι τα Τάγματα είχον οπλισθή με όπλα γερμανικά προς αντιμετώπισιν του εκ των αναρχικών κινδύνου και ότι θα ήτο, από απόψεως στρατιωτικής ηθικής, άτιμον να χρησιμοποιηθούν τα όπλα ταύτα εναντίον των Γερμανών. Εις τούτο θα μοι αντιταχθή πάραυτα υπό της πλειονότητος, εξοικειωθείσης ατυχώς πλήρως κατά τα τελευταία έτη εις το κυριαρχήσαν πλέον εν τη συγχρόνω πολιτική και στρατιωτική ηθική δόγμα, «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» θα μοι αντιταχθή, λέγω, ότι υποχρεώσεις του είδους της προαναφερθείσης δεν ήτο δυνατόν να νοηθούν υπάρχουσαι έναντι των Γερμανών, οίτινες τόσον συχνά είΐχον αθετήση τον λόγον τους κατά την εφαρμογήν του κοσμοκρατορικού των προγράμματος. Φρονώ μετά του πατρός μου, ότι ο κόσμος δια τον οποίον επολέμησαν αι πραγματικαί δημοκρατίαι αντλεί την ισχύν του εξ ορισμένων ηθικών αρχών, υπέρ της διασώσεως των οποίων—υποτίθεται τουλάχιστον — πως ηγωνίσθη, ότι αι αρχαί αύται πολύ περισσότεροι ή τα υλικά μέσα έφερον την νίκην και ότι πάντως μία παρασπονδία είναι παρασπονδία» είτε στρέφεται αύτη εναντίον Σκανδιναυού, είτε εναντίον Κάφρου.
Δεύτερον δέον να παρατηρηθή εις τον σεβαστόν «αντισυμβαλλόμενον του Κλάρα» και τους ομοφρονούντας ότι, ο κατά των Γερμανών αγών των Ταγμάτων, ενώ θα εξησθένιζε μοιραίως ταύτα και θα ημπόδιζε ούτω το έργον των, την άμυναν των Ελλήνων κατά του αναρχικού κινδύνου, θα συνεπήγετο εξ άλλου ολοσχερή πλέον καταστροφήν της πατρίδος μας, διότι εάν, λόγου χάριν οι σχηματισμοί Πελοποννήσου προέβαινον εις γενικήν σφαγήν των 2 ή 3 χιλιάδων Γερμανών αίτινες παρέμεινον εισέτι αυτοθι, δύναται τις να έχη αμφιβολίας περί των οργίων άτινα θα ελάμβανον χώραν ως αντίποινα εις την λοιπήν Στερεάν ή Βόρειον Ελλάδα και περί της εκτάσεως του θριάμβου ον θα είχον κατ αυτόν τον τρόπον προετοιμάση τα Τάγματα δια τους ερυθρούς οίτινες, καγχάζοντες από του ύψους των βουνών επί τη θέα της πυρπολουμένης Ελλάδος, δεν θα είχον πλέον ουδέν εμπόδιον ενώπιον των όπως, κατερχόμενοι εις τα κέντρα, εγκαταστήσωσι επί των ερειπίων την στυγνήν δικτατορίαν των ;
Ισχυρίζονται ακόμη οι των Ταγμάτων κατήγοροι, ότι ταύτα συμμετέσχον εις «μπλόκα» μετά Γερμανών. Και τούτο είναι ανακριβές. Οι Γερμανοί, άμα ως επληροφορούντο, ότι υπό των ευζωνικών σχηματισμών εγένετο εις τι σημείον των Αθηνών εκκαθαριστική επιχείρησις, χωρίς να ειδοποιήσουν την Ελληνικήν Κυβέρνησιν, προσέτρεχον και αυτοί και συνελάμβανον Έλληνας. Εις τας πράξεις των ταύτας δεν εβοηθήθησαν υπό των Ταγμάτων, εξ αντιθέτου οι εις ταύτα υπηρετούντες αξιωματικοί αντέδρασαν πολλάκις κατά της τακτικής ταύτης και επετύγχανον ενίοτε να αφεθούν ελεύθεροι οι ούτω συλλαμβανόμενοι, ως εγένετο κατά το «μπλόκο» της Καλλιθέας την 28ην Αυγούστου 1944, οπότε» χάρις εις τας προσπαθείας του πατρός μου [2] και του διοικητού των σχηματισμών Ευζώνων συνταγματάρχου κ. Πλυτζανοπούλου. κατωρθώθη η απόλυσις 7.000 Ελλήνων συλληφθέντων υπό των Γερμανών.
Τα Τάγματα Ασφαλείας ήσαν απαραίτητα δια την κατά του ΕΛΑΣ άμυναν του πληθυσμού. Άνευ αυτών και της Χωροφυλακής προ πολλού εν Ελλάδι θα είχε εγκαθιδρυθή πολίτευμα ως του Τίτο. Τούτο και ο Λαός κάλλιστα είχεν εννοήση και εζήτει επιμόνως την δημιουργίαν παρομοίων σχηματισμών εις πόλεις, εις ας δεν υπήρχεν τοιαύτη δύναμις. Τη απαιτήσει του λαού της Πελοποννήσου εδημιουργήθησαν τα υπό τον Συνταγματάρχην Παπαδόγκωναν τάγματα Τριπόλεως και Λακωνίας. Απαίτησις των κατοίκων της Αττικής, της Θεσσαλονίκης, της Στερεάς ήτο να περιφρουρηθή η ζωή των δια της αποστολής δυνάμεως Ευζώνων εις τας πόλεις των . Αλλά μήπως η από της απελευθερώσεως κρατήσασα κατάστασις αναρχίας δεν δικαιολογεί την κατά την κατοχήν ύπαρξιν της δυνάμεως αυτής ; Δεν δικαιολογούν την υπαρξίν τους τότε, αι σήμερον από όλα τα μέρη της Χώρας μας καταφθάνουσαι απεγνωσμέναι εκκλήσεις του πληθυσμού, αιτουμένου την χορήγησιν όπλων και πολεμοφοδίων ίνα, δυνηθή ούτω να προστατεύση την ζωήν του ;






Τετάρτη 17 Ιουλίου 2013

Ο ΙΩΑΝΝΗΣ Δ. ΡΑΛΛΗΣ ΟΜΙΛΕΙ ΕΚ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ

XVIII Τo ζήτημα Έβερτ και η μυστική Αγγλική υπηρεσία.

Τον Ιούλιον του 1943 ο πατήρ μου, θεωρών, ότι ο τότε Διευθυντής της Αστυνομίας Αθηνών Άγγελος Έβερτ ήτο ο κυρίως υπεύθυνος δια την επίδρασιν, ην είχε κατωρθώση να αποκτήση το ΕΑΜ —ΕΛΑΣ εις το σώμα της αστυνομίας, απήλλαξε τούτον των καθηκόν­των του.
Μετά ένα περίπου μήνα και συγκεκριμμένως τα τέλη Αύγουστου παρουσιάσθησαν εις τον κ. I Βουλπιώτην, ο κ. Έβερτ και ο συνταγματάρχης κ. Απόστολος Παπαγεωργίου και ανεκοίνωσαν εις αυτόν, ότι ο πρώτος ευρίσκετο εις την υπηρεσίαν της εν Ελλάδι μυστικής Αγγλικής υπη­ρεσίας και ότι συνεπώς ήτο ανάγκη ν' αναλάβη και πάλιν την προτέραν του εν τη Αστυνομία θέσιν. δεδομένου μάλιστα 'οτι θα ηδύνατο να προαγάγη και τας τότε διε­ξαγομένας συνεννοήσεις μεταξύ Κυβερνήσεως και ΕΑΜ.(117) αίτινες έβαινον βραδέως, του αντιπροσώπου του ΕΑΜ κομμουνιστού Γληνού δηλούντος ότι έμπόδιον εις την πρόοδόν των ήτο η εκ της Αστυνομικής Διευθύνσεως Α­θηνών απομάκρυνσις του κ. Έβερτ.
Ο κ, Βουλπιώτης υπεσχέθη να αναφέρη τα εις αυτόν μεταδοθέντα εις τον Πρόεδρον της Κυβερνήσεως και μετά δύο ημέρας ο κ. Έβερτ επανήρχετο εις την θέσιν του.
Τον Απρίλιον 1944 εκλήθην παρά του πατρός μου εσπευσμένως εις το Πολιτικόν Γραφεΐον, μοι ανέθεσε δε ούτος να φροντίσω να ειδοποιήσω πάραυτα την αδελφήν μου όπως συστήση εις τους ενταύθα κρυπτομένους Άγ­γλους Αξιωματικούς να εγκαταλείψουν άνευ οιασδήποτε αναβολής τας Αθήνας, καθότι τα Σ.Σ. είχον ανακάλυψη τα κρυσφύγετά των και επρόκειτο να προβούν την επομένην εις την σύλληψίν των. Πράγματι έσπευσα να αναγ­γείλω τούτο εις την αδελφήν μου, ευρισκομένην τότε εν επαφή μετά τινών Άγγλων πρακτόρων και την επομένην, ότε οι Γερμανοί ηρεύνησαν τας οικίας ένθα διέμενον ούτοι (η μία ήτο εις το Μετς και εις την έπΙ της όδοϋ Με­λετίου Πηγά οίκίαν Σιδήρωφ, ή άλλη είς τήν αρχήν της Λεωφόρου Αλεξάνδρας) δεν ηδυνήθησαν να εύρουν ουδένα εξ αυτών.
Εζήτησα από μίαν δεσποινίδα, τελούσαν εν γνώσει του γεγονότος τούτου (δεσποινίς Ρ. Γουλέλου), να προσέλθη και βεβαιώση ταύτα κατά την δίκην του πατρός μου, αλλ' αύτη μοι απήντησε την επομένην, ότι δεν θα ηδύνατο να παρουσιασθή ως μάρτυς, καθότι της το είχον απαγορεύση οι Άγγλοι. Είναι και αυτό εν μικρόν δείγμα των σφαλμάτων, α έν Ελλάδι διέπραξαν οι σύμμαχοι ημών, αναθέσαντες την διεύθυνσιν των υπηρεσιών κατα­σκοπείας εις Φραγκολεβαντίνους μισούντας τους Έλλη­νας και την Ελλάδα.Δεν γεννάται εις τον αμερόληπτον αναγνώστην και κριτήν η απορία : «Διατί ηνείχετο ο Ράλλης, αφού ήτο, ως διατείνονται, τυφλόν όργανον των Γερμανών να παραμένη εις την σπουδαιοτάτην και λίαν εμπιστευτικήν θέσιν του Αστυνομικού Διευθυντού Αθηνών πράκτωρ μυστικής Αγγλικής υπηρεσίας και διατί, πληροφορηθείς εξ ακριτομυθίας Γερμανού την επικειμένην σύλληψιν Άγγλων Α­ξιωματικών, έσπευοε να συστήση εις αυτούς να εγκαταλείψουν τας Αθήνας ;»

Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

Ο ΙΩΑΝΝΗΣ Δ. ΡΑΛΛΗΣ ΟΜΙΛΕΙ ΕΚ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ (Σελ 3)
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ ΛΑΟΝ (Σελ3)
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ
Ι.
ΙΙ Το πολιτεύεσθαι όμως εστί στρατεύεσθαι και εις ευτυχείς και εις ατυχείς στιγμάς. (Σελ.9)
ΙV
Η θεωρία περί μη σχηματισμού Κυβερνήσεως.Τι εσώθη χάρις εις τας Κυβερνήσεις αυτάς; Τι θα απέμενεν από την Ελλάδα άνευ αυτών;(Σελ.15)
V
VI
VII
VIII Πως ανέλαβον την Κυβέρνησιν .Οι όροι ους έθεσα. (Σελ.27)
IX Η κατάστασις της δημοσίας ασφαλείας. Το ΕΑΜ και οι πλοκάμοι του.(Σελ.33)
Χ Όταν ανέλαβα ο Άξων κατέρεε γοργώς. Η αμνηστεία ην επεδίωξα και οι λόγοι της αποτυχίας της.(Σελ.37).
ΧΙ
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΝ ΈΡΓΟΝ
ΧΙΙ
ΤΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ
ΧΙΙΙ
ΧIV
ΤΑΓΜΑΤΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ
ΧV
ΧVΙ
ΧVΙΙ
ΧVΙΙΙ
ΧIX
ΧX
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ (Σελ 71)
ΙΙΙ Η στάσις των πολιτικών ανδρών. (Σελ 78)
ΙV
Η "εκ του εξωτερικού πίεσις"
V
VI
VII Η περι προπαγάνδας  κατηγορία.
VIII
IX
X

ΧΙΙ
ΧΙΙΙ
ΧIV Δημόσιοι Υπάλληλοι και Υπάλληλοι Νομ.Προσώπων Δημ.Δικαίου (Σελ.107)
ΧV Πρόσφυγες εκ Μακεδονίας, Κρήτης, Θράκης. Ανάπηροι.(Σελ.108)
ΧVΙ
ΧVΙΙ
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ
'Εγγραφον υπό στοιχείον1
'Εγγραφον υπό στοιχείον2
..........................................
..........................................

Ο ΙΩΑΝΝΗΣ Δ. ΡΑΛΛΗΣ ΟΜΙΛΕΙ ΕΚ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ

II. H δικαιολογία της «Διαχύτου κοινής γνώμης»

Ως ήτο άλλωστε φυσικόν, η δημιουργία εκ των υστέρων αδικήματος μέγα προεκάλεσεν σάλον, θέλων δε να δικαιολογήση τα αδικαιολόγητα ο επί της Δικαιοσύ­νης Υπουργός, υπεστήριξε, ότι ήτο αξίωσις της «διαχύτου κοινής γνώμης» η τιμωρία των κατά το διάστημα της Κατοχής σχηματισάντων Κυβέρνησιν.
Πιθανόν κατά την Κατοχήν μία μεγάλη μερίς του Λαού, αγνοούσα την κατάστασιν, να ήτο κατά του σχη­ματισμού Κυβερνήσεων, τούτο όμως δεν δηλοί, ότι ώφειλον οι πολιτικοί άνδρες, αντίθετον έχοντες γνώμην, να υποταχθούν εις την αξίωσιν ταύτην της πλειοψηφίας έστω του Λαού (πράγμα λίαν αμφίβολον και μη δυνάμενον να προσδιορισθή την εποχήν εκείνην) και όντες πε­πεισμένοι, ότι ο σχηματισμός Κυβερνήσεως Ελληνικής υπό Κατοχήν θα απέβαινε επ' ωφελεία του Έθνους, να αποφύγουν εκ μόνου του λόγου τούτου να συμπράξουν εις ταύτας. Οι πολιτικοί άνδρες είναι ταγοί και ουχί ουραγοί της κοινής γνώμης και ως τοιούτοι έχουν την υποχρέωσιν να καθοδηγούν τον Λαόν και ουχί να ποδηγετούνται υπ' αυτού.
Και εάν όμως δεχθώμεν ότι η «διάχυτος κοινή γνώμη» ήτο κατά του σχηματισμού Κυβερνήσεων καθ ον χρόνον αύται εσχηματίσθησαν, καθ' ην εποχήν ο επί της Δικαιο­σύνης επιβήτωρ υπέβαλε προς έγκρισιν το νομοσχέδιον «περί επιβολής κυρώσεων κατά των μετά του εχθρού συνεργασθέντων» αξίωσις του Λαού ήτο να μη εισαχθούν εις δίκην οι ούτω κατά την Κατοχήν πολιτευθέντες. Το κίνημα του Δεκεμβρίου και οι πρώτοι μετά την απελευθέρωσιν μήνες, είχον πείση τον Λαόν ότι ο πατήρ μου ορθώτατα είχεν πολιτευθή επιζητήσας έστω και υπό κα­τοχήν να καταστήση ακινδύνους τους ερυθρούς ανατρο­πείς. Αξίωσις του Λαού ήτο να αφεθή αμέσως ελεύθε­ρος ο Ιωάννης Ράλλης και τούτο, αυτός ούτος ο Νικ. Κολυβάς [1] ανεγνώρισε δηλώσας προς ανταποκριτήν των «Δημοκρατικών Χρονικών» την 2αν Ιουλίου 1945 τάδε : «Κατά τας καθημερινάς ακροάσεις των πολιτών, προσήρχοντο επιτροπαί και μοι εζήτουν την απόλυσιν των δοσιλόγων. Αι επιτροπαί αύται δεν ήσαν σκηνοθετημέναι αλλ αυθόρμητοι.
Το Υπουργείον Δικαιοσύνης δια δημοσίων προσκλή­σεων εκάλει τους πολίτας που είχαν στοιχεία κατά των δοσιλόγων να υποβάλλουν μηνύσεις. Κανείς δεν υπέ­βαλε τοιαύτην».
Εκ της συνεντεύξεως ταύτης προκύπτει, ότι ο Νικ. Κολυβάς όχι μόνον δεν επίστευεν, ότι ο Ελληνικός Λαός εζήτει την τιμωρίαν των Κυβερνήσεων Κατοχής και χωρίς να αποδεικνύεται δόλος, αλλ αντιθέτως» εγνώριζε ούτος κάλλιστα ότι, η μεγάλη μερίς του Λαού εθεώρει ότι οι σχηματίσαντες τας Κυβερνήσεις ταύτας ορθώς κατ αρ­χήν είχον πολιτευθή. Και γεννάται όθεν το ερώτημα, πως ετόλμησε, χωρίς καν να έχη σύμφωνον εις την πράξιν του ταύτην την κοινήν γνώμην, να καταλύση αρχάς ακαταλύτους, αξίωμα ως το «ουδεμία ποινή, ουδέν έγκλημα άνευ νόμου» και δια μιας αισχράς Συντακτικής Πράξεως να καταδικάση, αυτός ο Νομοθέτης, άνδρας ους η μεγί­στη μερίς των Ελλήνων εθεώρει σωτήρας της ;
Υποσημειώσεις:
[1] Κολυβάς Νικόλαος (1884-1951) Νομικός και πολιτευτής από τη Ζάκυνθο. Διετέλεσε γενικός γραμματέας  του Υπουργείου Γεωργίας  και σύμβουλος Επικρατείας. Εξελέγη  βουλευτής  στα 1926 και 1935.Στα 1945 διετέλεσε Υπουργός Δικαιοσύνης  στη Κυβέρνηση του Ν. Πλαστήρα. Την ίδια χρονιά άρχισε να εκδίδει το περιοδικό  ¨Δημοκρατικά Χρονικά"
III. H στάσις των πολιτικών ανδρών.
(Επιστροφή)






Σάββατο 13 Ιουλίου 2013

Ο ΙΩΑΝΝΗΣ Δ. ΡΑΛΛΗΣ ΟΜΙΛΕΙ ΕΚ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ

 
H Συντακτική Πράξις και ο δόλος.

Εάν δεν εδημοσιεύετο η υπ αριθ.1 Συντακτική Πράξις της Κυβερνήσεως «Εθνικής Ενότητος» και η υπ αριθ. 6 της Κυβερνήσεως Πλαστήρα, δι ης επί το αυστηρότερον ετροποποιείτο η πρώτη και εδημιουργείτο το πρωτοφανές εις τα χρονικά του Ποινικού Δικαίου κακούργημα εκ του οποίου ελλείπει το στοιχείον του δόλου, ο πατήρ μου και οι άλλοι πολιτικοί δεν θα εισήγοντο εις δίκην καθ΄όν τρόπο εισήχθησαν . Δεν θα ήτο δηλαδή δυνατόν να δικασθούν υπό παντελώς αναρμοδίου δικαστηρίου και να επιβληθή εις αυτούς ποινή δι΄ αδίκημα όπερ εκ των υστέρων εδημιούργησεν ο Νικ Κολυβάς Υπουργός της Δικαιοσύνης επί Κυβερνήσεως Πλαστήρα.
Εις την εισηγιτικήν έκθεσιν της υπ αριθ 6 Συντακτικής πράξεως , ο νομοθέτης (!) λέγει ότι εχαρακτήρισεν ως αδίκημα την ανάληψιν επί Κατοχής του αξιώματος του Πρωθυπουργού χωρίς να υπάρχη δόλος , διότι «εάν το τελευταίον τούτο ήθελε γίνει δεκτόν , θα διετρέχομεν τον κίνδυνον ν΄απαλλαγούν πάσης ευθύνης αι Κυβερνήσεις Κατοχής , εκ μόνου του λόγου ότι δεν αποδεικνύεται δόλος προς προδοσίαν της Πατρίδος». Δηλαδή ομολογεί ο Κολυβάς: « γνωρίζω ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι προδόται αφού ουδεμίαν τοιαύτην προδοτικήν πρόθεσιν είχον και γνωρίζω ότι εάν εισαχθούν εις δίκην βάσει του ισχύοντος Ποινικού Νόμου , απαιτούντος ως συστατικόν στοιχείον του αδικήματος της εσχάτης προδοσίας τον δόλον, θα αθωωθούν. Δι αυτόν ακριβώς τον λόγον χαρακτηρίζω εκ των υστέρων ως αδίκημα πράξιν ήτις κατά τον χρόνον της τελέσεώς της δεν προεβλέπετο και δεν εθεωρείτο αξιόποινος , παραπέμπω τους τελέσαντας ταύτην ενώπιον εντελώς αναρμοδίου δικαστηρίου κατά παράβασιν θεμελιωδών του Συντάγματος διατάξεων και τονίζω εις την εισηγητικήν έκθεσιν ότι ούτοι δέον πάντως να καταδικασθούν.

Και προχωρεί περαιτέρω o επί της Δικαιοσύνης Υπουργός διαπιστώνων ότι  «μόνη συνεπώς η ανάληψις Κυβερνήσεως κατά την Κατοχήν αποτελεί τυπικόν αδίκημα χωρίς ουδεμία να απαιτείται  απόδειξις δόλου».
Εάν ερωτηθή τριτοετής φοιτητής της Νομικής, εξεταζόμενος εις το μάθημα του Ποινικού Δικαίου, τί είναι τυπικόν αδίκημα και απαντήση ότι τούτο είναι αδίκημα η απόδειξις ή η ύπαρξις δόλου, τότε δικαίως ο φοιτητής ούτος θα απορριφθή μετ' επαίνων. Δυστυχώς φαίνεται, ότι την εποχήν καθ' ην ελάμβανε το δίπλωμα του ο Νικ. Κολυβάς οι καθηγηταί του θα ήσαν λίαν ελαστικοί και επιεικείς» διότι άλλως θα εγνώριζε, ότι και επί του τυπικού κακουργήματος αναγκαία προϋπόθεσις είναι η δολία του δράστου προαίρεσις και ότι επί τούτου δεν απαιτείται η επέλευσις ωρισμένου ζημιογόνου αποτελέσματος, μη όντος αναγκαίου δια την από αντικειμενικής απόψεως πραγμάτωσιν του αδικήματος.

Η δικαιολογία της "Διαχύτου κοινής γνώμης"
(Επιστροφή)








Τρίτη 9 Ιουλίου 2013

ΒΑΣΙΛΗΣ ΝΕΦΕΛΟΥΔΗΣ: Η ΑΓΓΛΙΚΗ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΣΤΗ ΠΡΑΞΗ. 2

Στην συνέχεια ο Εμμ. Τσουδερός, αφού αναφέρεται στην επιστολή που ο ίδιος έστειλε στις 22 Σεπτεμβρίου προς το βασιλέα, όπου του συνιστούσε «να μεταβή, άνευ αναβολής, στο Λονδίνο για ν αντιδράση κατά μιας τόσον ολεθρίας συμμαχικής πολιτικής και αν δεν επιτύχη πρέπει για διαμαρτυρία και αυτός και ημείς να παραιτηθώμεν από την περαιτέρω άσκηση της εξουσίας»... συνεχίζει:


«Της καταστάσεως αυτής χαρακτηριστικό είναι και το ακόλουθο γεγονός. Με τις πολλές διαμαρτυρίες επετράπη, τέλος, να σταλή από μέρους μας στην Σάμο ο γραμματεύς του  Υπουργείου Εξωτερικών, κ. Δ. Νικολαρεΐζης, σαν Έλλην Σύμβουλος του Άγγλου Διοικητού της Νήσου και σαν σύνδεσμος των Τοπικών Αρχών με την Κυβέρνησί μας.

Ο κ. Νικολαρεΐζης κατάγεται από την Σάμο και ήτο ο πρώτος Έλλην εξουσιοδοτημένος από τον Βασιλέα και την Κυβέρνησί να τους εκπροσωπήση εκεί.


»Ανεχώρησε με τον βαθμό εφέδρου λοχαγού, διότι μόνο σε στρατιωτικούς, είπαν, θα επιτρέψουν να ταξιδεύσουν στην Σάμο, και γι' αυτό, όπως εδικαιολογούντο μέχρι τότε, απηγόρευαν και την μετάβασι του κ. Εμμ. Σοφούλη, μέλους της Κυβερνήσεως, στην απελευθερωθείσα Πατρίδα του.
»Την 21ην Σεπτεμβρίου ο κ. Νικολαρεΐζης ανεχώρει από την Χάιφα της Παλαιστίνης με αγγλικό αντιτορπιλλικό, που μετέφερε αγγλικό στρατό στην Λέρο. Κατά τον πλου εξεδηλώθησαν εναντίον του ανησυχίες για τη σκοπιμότητα της αποστολής του, εκ μέρους των Άγγλων αξιωματικών, οι οποίοι με το ίδιο πλοίο μετέβαιναν στην Σάμο και ένεκα τούτου του υπεβλήθησαν παρ' αυτών πολλές ερωτήσεις περί του σκοπού της αποστολής του. Εδήλωσεν ότι η αποστολή του εγένετο από συμφώνου με την Αγγλική Πρεσβεία. Εν τούτοις, ο ταξίαρχος εφάνη να διατηρή τας ανησυχίας του, μη, όπως έλεγε, η παρουσία του δυσαρεστήσει τους αντάρτες της Νήσου και μη θα προεκαλούντο, επίσης, παρεξηγήσεις με τους Ιταλούς.
»Στην Λέρο έφθασε την επομένη, αλλά και εκεί νέες εξεδηλώθησαν αμφιβολίες των Άγγλων στρατιωτικών για την χρησιμότητα του ταξιδιού του.  Ολίγον προ της αναχωρήσεως του πλοίου από την Λέρο για την Σάμο, ο ταξίαρχος τον επληροφόρησε, την στιγμή που θα επεβιβάζετο, ότι ελλείψει θέσεως γι' αυτόν, στο πλοίο, ελυπείτο ότι θα τον άφηνε στην Λέρο.

Εγκατελείφθη εκεί και ούτε καν πρόνοια ελήφθη για την εκεί διανυκτέρευσί του στις αγγλικές εγκαταστάσεις. Κατέφυγε, τελικώς, στην φιλοξενία των Ελλήνων της Λέρου, η οποία υπήρξε θερμή.


»Την επομένη ο Άγγλος Διοικητής της Λέρου τον εκάλεσε και του εζήτησε συγγνώμην και του εξήγησε ότι η απέναντι του αγγλική αφιλοξενία, αν όχι αγένεια, ωφείλετο στην ανάγκη όπως μη δοθή αφορμή προστριβών με τους Ιταλούς.

 Έτσι, το επεισόδιο εχειροτέρευσε ακόμη. Περιεφρονείτο ένας Έλλην πολεμιστής, ο κ. Νικολαρεΐζης, που ηγωνίσθη στην Αλβανία, προς χάριν του φιλοτίμου των Ιταλών. Συνέβησαν και άλλα μεταξύ αυτού και των Βρεττανικών αρχών, ιδίως με την κηδεία των θυμάτων του πολεμικού μας "Βασίλισσα Όλγα", το οποίον είχε βομβαρδισθή και βυθισθή την ημέρα εκείνη στο λιμάνι της Λέρου. Οι Άγγλοι επέμεναν να υποστηρίζουν ότι έπρεπε η κηδεία των να γίνη από την Καθολική Εκκλησία και με καθολικούς ιερείς, και πάλι για να μη ενοχληθούν οι Ιταλοί από τας υπέρ των θυμάτων εκδηλώσεις του ελληνικού πληθυσμού, αν θα εκηδεύοντο σε  Ορθόδοξη Εκκλησία της Νήσου. Επεκράτησε, τελικώς, η αντίθετη ορθή γνώμη του κ. Νικολαρεΐζη και η κηδεία των έγινε στην  Ορθόδοξη  Εκκλησία κατά το δόγμα των και με τη συνοδεία των Ελλήνων του Νησιού.


»Τέλος, την 29ην Σεπτεμβρίου, κατώρθωσεν ούτος να φθάση στην Σάμο, όπου του εδηλώθη από τις Αγγλικές Αρχές ότι θα ήτο διερμηνεύς του Στρατιωτικού Διοικητού και ότι δεν εδικαιούτο ν' αναφέρεται απ' ευθείας σε κανένα, παρά μόνον δι' αυτού.
»Το θέμα έχει ακόμη πολλές δυσάρεστες λεπτομέρειες, που αναφέρονται σε δυό, πράγματι, ιστορικές εκθέσεις του κ. Δ. Νικολαρεΐζη, με χρονολογία 24 Σεπτεμβρίου καί 30 Νοεμβρίου. Δεν επεκτεινόμεθα, διότι θέλομεν ν' αποδώσωμεν όλα αυτά στις παρωπίδες με τις οποίες συνήθως ειργάζοντο στην Μέση Ανατολή οι Στρατιωτικές Βρεττανικές Αρχές, ερεθιζόμενες και από τις μυστικές υπηρεσίες των κατασκόπων, βδελυρών, ως επί το πολύ, υποκειμένων»...
(Επιστροφή)

Δευτέρα 8 Ιουλίου 2013

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ: ΓΕΡΜΑΝΟ - ΙΤΑΛΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ-3


Ελευθέρα Ελληνική Κυβέρνησις -B.

O Βασιλεύς δια την σωτηρίαν της Πατρίδος εδέχθη και την θυσίαν-ταύτην, έδωσεν δε την εντολήν της Αντιβασιλείας εις τον Αρχιεπίσκοπον Δαμασκηνόν, υπό τον περιορισμόν όμως ότι αύτη θα είναι εντελώς προσωρινή, ότι ούτος θα δέχεται τας συμβουλάς του, δεν θα συμπεριλάβη κομμουνιστάς εις την υπ' αυτού σχηματισθησομένην Κυβέρνησιν και ότι ουδεμίαν συνενόησιν μετά των κομμουνιστών θα εδέχετο πριν ή ούτοι καταθέσωσιν τα όπλα.
Την 31ην Δεκεμβρίου 1944 ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός έδωκεν τον όρκον του Αντιβασιλέως, εις διάγγελμα του δε προς τον Ελληνικόν Λαόν ετόνιζεν : «Επιμένομεν ότι είναι κατεπείγουσα Εθνική ανάγκη όπως συναφθή αμέσως συμφωνία προς κατάπαυσιν του αγώνος, τούτο δε είναι μία προϋπόθεσις δια την πραγμάτωσιν των ριζικών λύσεων τας οποίας η σχηματισθησομένη Κυβέρνησις θα εφαρμόση.»
Εκ της περικοπής ταύτης του Διαγγέλματος του Αντιβασιλέως Δαμασκηνού, προκύπτουσιν σαφώς αι προθέσεις τούτου όπως συνθηκολογήση; μετά των κομμουνιστών, δια την εφαρμογήν προγράμματος «ριζικών» λύσεων, καθ ην στιγμήν την 29ην Δεκεμβρίου 1944 ήρχισαν ταχύτατα να εκδιώκωνται οι κομμουνισταί εξ Αθηνών, την δε 6ην Ιανουαρίου 1945 αι κομμουνιστικαί δυνάμεις ηττηθείσα κατεδιώκοντο υπό των Βρεττανικών και Ελληνικών τοιούτων προς τας επαρχίας εν αποσυνθέσει!
Ο Αντιβασιλεύς Δαμασκηνός υπό το πρόσχημα της ταχείας καταστολής, της ανταρσίας εκάλεσεν εκ Παρισίων ένθα διέμενεν τον Στρατηγόν Πλαστήραν Ν., εις ον ανέθεσεν τον σχηματισμόν Κυβερνήσεως, ήτις ωρκίσθη την 5ην Ιανουαρίου, δηλαδή καθ ην εποχήν οι κομμουνισταί εν διαλύσει και πανικόβλητοι έφευγον εξ Αθηνών προς τας Επαρχίας, προφανώς ίνα εφαρμόσουν τος εξαγγελθείσας ριζικάς λύσεις.
Την 12ην Ιανουαρίου ο Στρατηγός Σκόμπυ συνήψεν μετά των κομμουνιστών ανακωχήν.
Ο Στρατηγός Πλαστήρας αμέσως μετά την υπογραφήν ανακωχής μεταξύ του Στρατηγού Σκόμπυ και των κομμουνιστών, ήρξατο διαπραγματεύσεις μετά της ηγεσίας του Κ.Κ.Ε. κατά τρόπον ακατανόητον και περίεργον, δια την εξασφάλισιν πολιτικής ηρεμίας εις τον τόπον.
Η Ακολουθηθείσα πολιτική τόσον υπό του Άντι βασιλέως Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού, όσον και υπό του Πρωθυπουργού Πλαστήρα, εκδήλως ερυμουλκείτο από την σκέψιν της εγκαθιδρύσεως της Δημοκρατίας εν Ελλάδι και προς τον σκοπόν τούτον εχρειάζοντο οι κομμουνισταί, εις αντίδρασιν κατά της μεγάλης του Λαού πλειοψηφίας, ο οποίος έβλεπεν εις τον Βασιλέα του το Κράτος, τον Νόμον, την τάξιν, την πειθαρχίαν και την σωτηρίαν του.

Ούτω χάριν εις την πολιτικήν αυτήν των συμβιβασμών, συνεκροτήθη η διάσκεψις της Βάρκιζας
με εκπροσώπους των μεν κομμουνιστών τον Γ. Σιάντον, της δε Ελληνικής Κυβερνήσεως τον Ιω. Σοφιανόπουλον, αριστερίζοντα και συνοδοιπόρον. Δι' υπογραφείσης συμφωνίας την 12ην Φεβρουαρίου 1945 μεταξύ των δύο τούτων αντιπροσωπειών, το Κ.Κ.Ε απέκτα ελευθερίαν Πολιτικής ενεργείας, εδέχθη δε τούτο να διωχθώσιν υπό των Ελληνικών δικαστηρίων οι κατηγορούμενοι οπαδοί του, δι εγκλήματα κοινού ποινικού δικαίου.

Η συμφωνία της Βάρκιζας έδωσεν την ευκαιρίαν εις το Κ Κ Ε. να ανασυγκροτήση τας δυνάμεις του, να αναπροσαρμώση την πολιτικήν του και να εκπονήση νέα σχέδια δια την εξόρμησίν του και πάλιν προς κατάληψιν της εξουσίας.

Κατά τας αρχάς Απριλίου 1945 ήρξατο δημοσιογραφικός αγών κατά του Πρωθυπουργού Στρατηγού Πλαστήρα, εκ του γεγονότος ότι ούτος ευρισκόμενος εν Γαλλία κατά την διάρκειαν του Ελληνο Ιταλικού Πολέμου εν Βορ. Ηπείρω, επεζήτησεν την μεσολάβησιν των Γερμανών προς κατάπαυσιν των επιχειρήσεων και υπογραφήν ειρήνης. Κατόπιν της διμιουργηθείσης καταθλιπτικής ατμοσφαίρας κατά του Στρατηγού Πλαστήρα, τόσον εν  Ελλάδι μεταξύ του πολιτικού κόσμου και του Λαού, όσον και εν Μεγάλη Βρεττανία μεταξύ των επισήμων κύκλων, λόγω των δημοσιογραφικών τούτων αποκαλύψεων, ο Αντιβασιλεύς Δαμασκηνός ευρέθη εις την αναπόδραστον ανάγκην να καλέση τούτον εις παραίτησιν. Ο Στρατηγός Πλαστήρας μετά τινας αντιρρήσεις την ΙΟην Απριλίου 1945 υπέβαλεν την παραίτησιν της υπ' αυτόν Κυβερνήσεως, ανατεθείσης της εντολής του σχηματισμού νέας τοιαύτης εις τον Ναύαρχον Πέτρ. Βούλγαρην.
Παραιτηθέντος του Ναυάρχου Βούλγαρη την 17ην Οκτωβρίου, ανετέθη ο σχηματισμός Υπουργείου εις τον Παν. Κανελλόπουλον.  Ούτος καταρτίσας τολμηρόν και ρεαλιστικόν πρόγραμμα οικονομικής ανασυγκροτήσεως της χώρας, εζήτησεν την οικονομικήν συμπαράστασιν των Βρεττανών δια την εφαρμογήν του. Κατόπιν αρνήσεως τούτων εκ λόγων οικονομικής αδυναμίας, όπως χρηματοδοτήσωσιν το οικονομικόν του πρόγραμμα, ο Πρωθυπουργός Κανελλόπουλος την 21ην Νοεμβρίου υπέβαλεν την παραίτησιν της Κυβερνήσεως του.
Εν συνεχεία ο αντιβασιλεύς ανέθεσεν τον σχηματισμόν Κυβερνήσεως εις τον Θεμ. Σοφούλην.
Άπασαι αι Κυβερνήσεις αύται άκολουθήσασαι πολιτικήν εντόνως Δημοκρατικήν και αριστερίζουσαν, εδημιούργησαν κατάλληλον κλίμα δια την ανασυγκρότησιν και εξοπλισμόν των κομμουνιστικών δυνάμεων, όπερ εξόρμησαν την άνοιξιν του 1946, απέτυχε μεν να υποδουλώση την Ελλάδα εις τον κομμουνισμόν, πλην επέτυχε να την μετατρέψη εις χώραν ερειπίων και συμφοράς.
Την 4ην Απριλίου εσχηματίσθη υπηρεσιακή Κυβέρνησις υπό τον Πρόεδρον του Συμβουλίου Επικρατείας, Πουλίτσαν Π., ήτις την 31ην Απριλίου διεξήγαγεν εκλογάς, αίτινες έδωσαν την πλειοψηφίαν εις την δεξιάν, με ηγετικήν δύναμιν το Λαϊκόν κόμμα.
Ο Πρωθυπουργός και Αρχηγός του Λαϊκού κόμματος Κων. Τσαλδάρης, ως και οι Αρχηγοί των συμπρατουσών πολιτικών ομάδων Σ. Γόνατα, Αποσ. Αλεξανδρή και Σπ. Μαρκεζίνη, έχοντες σαφή των πραγμάτων αντίληψιν εκ της κατοχικής και μετακατοχικής δράσεως των κομμουνιστών, των σοσιαλιζόντων και των συνοδοιπορούντων μετ' αυτών στοιχείων, δεν εδίστασαν ουδ' επί στιγμήν δια την άκολουθητέαν γραμμήν, προς τακτοποίησιν δύο ζωτικών δια την Ελλάδα ζητημάτων:
α. Την εκκαθάρισιν του καθεστωτικού δια της διενεργείας το ταχύτερον δημοψηφίσματος.
β. Την αντιμετώπισίν του κομμουνισμού δια δραστικών μέτρων, ώστε αφ' ενός μεν να ανακοπή ο έπανεξοπλισμός τούτου, αφ' ετέρου δε να εκκαθαρισθώσιν οι εις τον στρατόν διειδύσαντες κομμουνισταί και κομμουνίζοντες Αξ)κοί και να διωχθώσιν απηνώς αι εμφανισθείσαι κομμουνιστικαί συμμορίαι εις την ύπαιθρον.
Αν αι εκλογαί του Απριλίου του 1946 δεν έφερον εις την αρχήν το Λαϊκόν κόμμα, με τον μεμετρημένον, συνετόν και άνευ συμβιβασμών περί τα Εθνικά θέματα Πρωθυπουργόν Κων. Τσαλδάρην, είναι αμφίβολον αν η Ελλάς θα ηδύνατο να αντιμετωπίση την κομμουνιστικήν απειλήν.
Αν συνεχίζετο η εφεκτική και εις πολλάς περιπτώσεις συμπαθής προς τους κομμουνιστάς στάσις ηγετών τίνων των ενόπλων δυνάμεων, επί των πρώτων μεταπολεμικών Κυβερνήσεων, ούτοι παρασκευαζόμενοι ανέτως, θα ηδύναντο να έξορμήσωσιν δια τον τρίτον γύρον αιφνιδιαστικώς, μετά την πλήρη των προπαρασκευών των συμπλήρωσιν.
Η διαυγής, σταθερά και ακάμπτως Εθνική στάσις του Πρωθυπουργού Κ. Τσαλδάρη, έπεισεν τους κομμουνιστάς ότι παρήλθεν ανεπιστρεπτεί η εποχή των συμβιβασμών και της ασυδοσίας και ότι ούτοι είχον να εκλέξωσιν μεταξύ νομιμοφροσύνης και επαναστάσεως.
Επέλεξεν την οδόν της επαναστάσεως η κομμουνιστική ηγεσία, πριν περατώσει τας ετοιμασίας της και εις χρόνον ουχί πρόσφορον, διότι δεν είχεν την ευχέρειαν της εκλογής.
Δια Δημοψηφίσματος ενεργηθέντος την Ιην Σεπτεμβρίου 1946, ο Ελληνικός Λαός απολύτως ελεύθερος και ανεπηρέαστος, απεφάνθη υπέρ της επανόδου του Βασιλέως Γεωργίου του Β' εις τον Θρόνον της Ελλάδος, την δε 28ην Σεπτεμβρίου αφιχθείς ούτος εις Αθήνας, ανέλαβεν τα Βασιλικά του καθήκοντα.
Από της στιγμής ταύτης άρχεται εις Ελλάδα κανονικός πολιτικός βίος, το δε κράτος με τον Βασιλέα του επί κεφαλής και την δια της ψήφου τού Λαού εκλεγείσαν Κυβέρνησιν, επανευρίσκει την οδόν της Εθνικής δημιουργίας, την οποίαν έρχεται να διατάραξη ο των πάντων αρνητής κομμουνισμός.
(Ελευθέρα Ελληνική Κυβέρνησις -A )







 

Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

ΒΑΣΙΛΗΣ ΝΕΦΕΛΟΥΔΗΣ: Η ΑΓΓΛΙΚΗ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΣΤΗ ΠΡΑΞΗ.






Είναι, όμως, πολύ ενδιαφέροντα και άλλα σημεία από την αφήγηση του Εμμ. Τσουδερού, γι' αυτό συνεχίζω την παράθεση τους:
«Μετά δεκαήμερον από της ιταλικής παραδόσεως της Σάμου, μετέβη στην νήσο ο υποστράτηγος Άρνολντ, στρατιωτικός ακόλουθος τής Βρεττανικής Πρεσβείας στην 'Αγκυρα και, με διαταγήν του, κατ' εφαρμογήν των όρων της ανακωχής, μεταξύ των συμμάχων και της Ιταλίας, διώρισε στη νήσο, σαν να ήταν Ιταλικό έδαφος καταλαμβανόμενο, στο όνομα του Αρχιστρατήγου των Συμμαχικών Δυνάμεων στην Μέση  Ανατολή, "Κυβερνητικήν Επιτροπή" από τέσσερα μέλη, υπό την προεδρίαν του Μητροπολίτου Σάμου Ειρηναίου. Πέμπτο συμβουλευτικό μέλος αυτής διωρίσθη ο Αρχηγός των Ανταρτών τής Νήσου.
»Με ιδιαίτερη πράξι του, ο αυτός υποστράτηγος καθώρισεν ότι διατηρεί το δικαίωμα να προσδιορίζη ποιοί από τους Ελληνικούς Νόμους δεν θα ήσαν εφαρμόσιμοι ένεκα των περιστάσεων, και ότι ουδεμία νομοθετική ή διοικητική μεταβολή θα εγένετο, χωρίς την έγκρισί του. Και αυτοί οι αντάρτες εχαρακτήρισαν τις αποφάσεις αυτές προσβλητική παραβίασι της Ελληνικής κυριαρχίας, καίτοι είχαν ευνοηθή από τις πρώτες αυτές πράξεις του υποστρατήγου. Διότι πλην του αρχηγού των, που ωρίσθη σύμβουλος στρατιωτικός της Κυβερνήσεως και δύο από τα μέλη της Κυβερνητικής Επιτροπής υπεδεικνύοντο από τους αντάρτες, και πράγματι υπεδείχθησαν και διωρίσθησαν δύο φίλοι της αριστεράς. 


»Εκάμαμε προς όλες τις κατευθύνσεις ενέργειες, για την ανατροπή της διαταγής αυτής και για τη λειτουργία της Διοικήσεως σύμφωνα με τις βάσεις, τις οποίες είχαμε διατυπώσει στις σχετικές διαπραγματεύσεις με τις Βρεττανικές στρατιωτικές αρχές της Μέσης Ανατολής, περί των οποίων ανέφερα παραπάνω»...
Και, πιο κάτω:
«Την 21η Σεπτεμβρίου 1943, εδοκίμασα μια από τις μεγαλύτερες πικρίες της συχνά σκληρής Πρωθυπουργικής μου περιόδου. Μ' εκάλεσεν ο Αρχιστράτηγος Ουίλσων και παρόντος του Πρώτου Γραμματέως της Βρεττανικής Πρεσβείας μου είπεν ότι δεν θα μας επετρέπετο να στείλωμεν Ελληνικό Στρατό στη Σάμο, διότι οι συνεμπόλεμοί των Ιταλοί δεν θα το ανείχοντο, καθόσον θα εθίγετο η φιλοτιμία των (η υπογράμμιση δική μου. Β.Ν.). Εκεί, τώρα, προσέθεσεν ο στρατηγός Ουίλσων, ο ιταλικός στρατός μας είναι αναγκαίος δια την άμυναν της Νήσου". Προς παρηγορίαν μου προφανώς, μου υπεσχέθη, εν συνεχεία, ότι ολίγον αργότερα θα μας επιτραπή η συμβολική αποστολή πεντήκοντα ηλικιωμένων στρατιωτών μας, διότι από νεωτέρους στρατιώτας εφοβούντο βιαιοπραγίες κατά των Ιταλών.

»Εις αυτά, ψύχραιμα, αλλά με προφανή αγανάκτησι απήντησα, ότι "η Ελληνική Κυβέρνησις δεν ηρνήθη ποτέ να βοηθήση τον συμμαχικό αγώνα και επομένως ούτε τώρα θα παρενέβαλε εμπόδιο σε μιά σύμπραξι των Συμμάχων με τους Ιταλούς για στρατιωτικούς λόγους". Για τούτο, είπα, και δεν διαμαρτύρομαι κατά των σημερινών δηλώσεων του στρατηγού Μπαντόλιο, σύμφωνα με τις οποίες η Ιταλία κατέλαβεν ήδη θέσι μεταξύ των Συμμάχων, σχεδόν συμμάχου. " Αλλά από το σημείον αυτό, μέχρι του να μας αρνείσθε να στείλωμεν επί ελληνικού εδάφους τον στρατό μας, για να μη θιγούν οι Ιταλοί, υπάρχει μεγάλη απόσταση και αυτό δεν το δεχόμεθα και διαμαρτυρόμεθα. Δεν νομίζω ότι πρέπει να θεωρήτε, τώρα πλέον, άχρηστους για τον συμμαχικό αγώνα τους Έλληνας, που έως τώρα έκαμαν περίλαμπρα το καθήκον των. Κανένας κίνδυνος δεν γεννάται για τους Ιταλούς στρατιώτας στη Σάμο από την παρουσία Ελλήνων στρατιωτών. Οι Έλληνες υπήρξαν πάντοτε γενναίοι, αλλά και μεγαλόψυχοι απέναντι του εχθρού των. Παράδειγμα αυτοί οι Σάμιοι, οι οποίοι και ένοπλοι είναι και θαρραλέοι, εν τούτοις δεν εξεδικήθησαν καν τις προχθεσινές ακόμα ιταλικές άνανδρες σφαγές, που τις είπαν εκτελέσεις, των συμπατριωτών των στο χωριό Καστανέα.

»Ηρχόμην σήμερον να σας ζητήσω όχι μόνον να επιτραπή η μετάβασις του στρατού μας στη Σάμο, αλλά και συμμετοχή του Ελληνικού Στρατού και του Στόλου στις επιχειρήσεις της Δωδεκανήσου...
» Υμείς σήμερον μου λέτε, ότι δεν επιτρέπεται να εμφανισθώμεν εις ελληνικά εδάφη, για να μη πληγή το ιταλικό γόητρον. Αυτό το θεωρώ απαράδεκτο.

»Ο συμπαριστάμενος διπλωμάτης, κατά το σημείον αυτό, με διέκοψε, για να είπη ότι παρεξήγησα τον Στρατηγό, ο οποίος μου ανεκοίνωσε απλώς μια προσωρινή απόφαση χάριν στρατιωτικών λόγων. Ο Στρατηγός, πράγματι, τότε προσέθεσε ότι "η Σάμος ευρίσκεται ακόμη σε κίνδυνο να ανακαταληφθή από τους Γερμανούς και ότι γι' αυτό εχρειάζοντο τους στρατιωτικώτατα οργανωμένους Ιταλούς που υπό την επίβλεψι Βρεττανών αξιωματικών, θα ηδύναντο να αμυνθούν κατά της ενδεχομένης γερμανικής εισβολής".

»Του υπέδειξα την πλάνην του και, πραγματικά, πόσον επλανάτο ο Αρχιστράτηγος θα το είδε βραδύτερον, κατά την εισβολή στη Νήσο των Γερμανών. Οι Ιταλοί ουδεμίαν άμυναν αντέταξαν. Οι πλείστοι διέβησαν στην Τουρκία το ταχύτερον, με ό,τι μέσο εύρισκαν. Και οι από αυτούς, φανατικοί μελανοχίτωνες έμειναν και ετάχθησαν με τους Γερμανούς. Τότε μόνον ενεθυμήθησαν και πάλιν τους Έλληνες και απέστειλαν επειγόντως εκεί, για την άμυνα της Νήσου, τριακόσιους ιερολοχίτες, που απεβιβάσθησαν στην Νήσο από αέρος ως αλεξιπτωτισταί, οι οποίοι μαζί με τους εντοπίους πολεμιστές, έκαμαν το δυνατόν για την άμυνα της Νήσου».
( Εξευτελισμών συνέχεια)


Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

ΒΑΣΙΛΗΣ ΝΕΦΕΛΟΥΔΗΣ: Θ ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΜΕ ΤΕΡΤΟΑΥΓΟΥΣΤΙΝΗ ΗΓΕΣΙΑ.


Από το γεγονός ότι οι τεταρτοαυγουστιανοί ανώτεροι αξιωματι­κοί Τσολάκογλου και σία, σε μια κρίσιμη στιγμή, συνθηκολόγη­σαν με τους γερμανούς, παρά και αντίθετα στις διαταγές της κυβέρνησης και του Γενικού Επιτελείου, έβγαινε ένα πολύ σημαντικό δίδαγμα. Το δίδαγμα ότι δεν ήταν δυνατό να διεξαχτεί, με σταθερότητα και συνέπεια, ο αντιφασιστικός και αντιχιτλερικός πόλεμος, με αξιωματικούς επικεφαλής των μονάδων, δηλωμένους φιλοχιτλερικούς και φασίστες τεταρτοαυγουστιανούς. Αυτό έπρεπε να είναι στοιχειώδες και πρωταρχικό για την κυβέρνηση που συγκροτήθηκε, μετά την αυτοκτονία του Κορυζή και ακολού­θησε τον Γεώργιο Γλύξμπουργκ στην Κρήτη και σε συνέχεια στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, με κύριο κριτήριο τα γεγονότα, διαπιστώνουμε ότι ο Εμμ. Τσουδερός, παρά το  ότι ο ίδιος ήταν δηλωμένος εχθρός της δικτατορίας, δε διδάχτηκε τίποτα από την προδοσία των τεταρτοαυγουστιανών διοικητών των μεγάλων στρατιωτικών μονάδων, που ήταν οι στυλοβάτες της μοναρχομεταξικής δικτατορίας.
Διατήρησε αρχικά στην κυβέρνηση του, σε υπουργεία, τους διώκτες του τεταρτοαυγουστιανούς Μανιαδάκη, Νικολούδη και Δημητράτο, καθώς και το ναύαρχο Σακελλαρίου. Και εμπιστεύ­τηκε τη διοίκηση των μονάδων του στρατού, που άρχισε να συγκροτείται στη Μ. Ανατολή, σε αξιωματικούς που, στην πλειονότητα τους, ήταν στυλοβάτες του μοναρχοφασισμού. Χωρίς αμφιβολία, ασκήθηκε ισχυρή πίεση από τον Γεώργιο και τους άγγλους για την επιλογή μιας τέτοιας «συμφιλιωτικής  πολιτικής, αυτό όμως δεν μπορεί να βγάλει από τις ευθύνες τους τον Τσουδερό και τους άλλους δημοκρατικούς πολιτικούς, που μετείχαν στην κυβέρνηση του, αφού αποδέχτηκαν και εφάρμο­σαν αυτή την πολιτική. Και, κυρίως γιατί δε θέλησαν ή δεν τόλμησαν να απαγκιστρωθούν από τον καταστροφικό συμφιλιωτισμό με τους μοναρχοφασίστες και όταν ακόμα οι ανοιχτές μηχανορραφίες τους τους αποκάλυπταν σαν σκέτους πεμπτοφαλαγγίτες (ομαδικές παραιτήσεις, κατασκοπεία εις βάρος μελών της κυβέρνησης και ανώτατων αξιωματικών, προβοκάτσιες που είχαν σαν στόχο τους τη διάλυση των μονάδων κλπ).
Στη μελέτη του, πού προαναφέραμε, ο Λ. Ράππας, αναφερόμε­νος στη «συμφιλιωτική πολιτική» του Τσουδερού, γράφει: «Η φύρδην-μίγδην τοποθέτηση στην κυβέρνηση και στο στρατό των τεταρτοαυγουστιανών και των αντιπάλων τους των κινημάτων του 1935-1938 όχι μόνο δεν εξασφάλιζε την «ενότητα όλων των Ελλήνων», τη στιγμή αυτή, αλλά αντίθετα προοιώνιζε ένα πολύ ζοφερό μέλλον για το στρατό που τότε δημιουργούνταν».

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ: ΓΕΡΜΑΝΟ - ΙΤΑΛΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ-2

(Προηγούμενο:Δημιουργηθείσα πολιτική κατάστασις μετά την κατάληψιν της Ελλάδος.)
Ελευθέρα Ελληνική Κυβέρνησις -A.
H εις το εξωτερικόν Ελευθέρα Ελληνική Κυβέρνησις, ενεργούσα νομοτύπως ως εντολοδόχος του Βασιλέως Γεωργίου Β'. έταξεν ως σκοπόν της την συνέχισιν του κατά των δυνάμεων του άξονος πολέμου μέχρι της τελικής νίκης, ευελπιστούσα ότι θα εξησφάλιζεν τας προϋποθέσεις δια την ικανοποίησιν των δικαίων της χώρας διεκδικήσεων.
Η Κυβέρνησις αύτη προεδρευομένη από τον Εμμαν. Τσουδερόν, εν αρχή συνειργάσθη στενώς μετά του Βασιλέως και εγεννήθησαν βάσιμοι ελπί­δες παρά τω Ελληνικώ Λαώ, ότι αύτη θα ικανοποιούσε τα Εθνικά αιτήματα.
Δυστυχώς όμως αύτη περιλαβούσα εις τους κόλπους της Υπουργούς εν τη ολότητι Δημοκρατικών αρχών και τίνων αριστεριζόντων, συν τω χρόνω ήλθεν εις αντίθεσιν προς τον Βασιλέα, προέβη εις αντεκδικήσεις κατά πολιτικών και στρατιωιικών, ευρισκομένων εις την δικαιοδοσίαν της, δημιουργηθείσης ούτω καταστάσεως άκρως ηλεκτρισμένης και επικίνδυνου Αντί της Εθνικής Ενότητος, της "ψυχικής ανατάσεως, της δημιουργικής προσπαθείας και του ενθουσιασμού, η Κυβέρνησις αύτη, απειργάσθη την διαίρεσιν και το μίσος.
Κατά τας αρχάς Μαΐου 1942 ο καταφυγών εις Αίγυπτον πολιτικός ηγέτης Παν. Κανελλόπουλος, ανέλαβεν την Αντιπροεδρείαν της Κυβερνήσεως. Ούτος τυγχάνων ανεψιός του τυφεκισθέντος υπό της Επαναστάσεως του 1922 Πρωθυπουργού Δημ. Γούναρη, ίδρυσεν κόμμα με αρχάς Δημοκρατικάς, σκοπών να συγκεράση εν αυτώ τας αλληλομαχομένας παρατάξεις των Βενιζελικών και Λαϊκών. Η προσπάθεια του όμως αύτη, παρά την αγαθότητα των προθέσεων του απέβη άκαρπος, διότι οι μεν Βενιζελικοί έβλεπον τούτον μετά δυσπιστίας λόγω των συγγενικών του δεσμών προς τον Δημ. Γούνα· ρην και της προελεύσεως του εκ του Βασιλόφρονος Λαϊκού Κόμματος, οι δε αντιβενιζελικοί εθεώρουν τούτον ως νέον πολιτικόν ηγέτην μεγάλου μεν ηθικού περιεχομένου, αλλά άνδρα ρομαντικόν, υπεράγαν νεωτεριστήν και άπειρον.
Ο πολιτικός ούτος ανήρ εξ αγαθού συνειδότος, από κακήν των πραγμάτων εκτίμησιν και εν τινι μέτρω εκ μίσους προς την Δικτατορίαν Μεταξά, η οποία είχεν εξορίσει τούτον, ηκολούθησεν πολιτικήν άκρως αντίθετον προς τας απαιτήσεις της κρατούσης πολεμικής καταστάσεως και την θέσιν της Κυβερνήσεως του, ήτις ούτε Λαόν διέθετεν, ούτε νομοθετικόν σώμα, αλλά ήτο εις απλούς εντολοδόχος του Βασιλέως Γεωργίου.
Αι ωραίαι και μεγαλόστομοι τούτου διακηρύξεις περί Δημοκρατίας και Λαϊκής
θελήσεως, κατά τρόπον, άκρως αδαή ετοποθετήθησαν επί του Στρά­του και ηκούσθησαν ανεδαφικαί αντιλήψεις περί ταυτότητος Στράτου και Λαού και Στρατού βουλευομένου.

Η δημιουργηθείσα ατμόσφαιρα εις τας αναπτυσσομένας Ελληνικάς δυνάμεις εν Μέση Ανατολή, ένεκεν των ανωτέρω λόγων, υπήρξεν λίαν κα­τάλληλος δια την επικράτησιν πνεύματος ασυδοσίας και εύκολον διείσδυσιν εις αυτάς του κομμουνιστικού μιάσματος.
Η συμμαχία μετά της Σοβιετικής Ρωσσίας μεγάλως συνετέλεσεν εις την ταχυτάτην ανάπτυξιν φιλορωσσικού πνεύματος εις τας Ελληνικάς μονάδας, λόγω των ρωσσικών νικών κατά του άξονος, τας οποίας κομμουνιστικοί πράκτορες και αφελείς εθνικόφρονες Έλληνες, διεφήμιζον εν υπερβολαίς.
Η Κυβέρνησις εξ άλλου όχι μόνον δεν έλαβεν ουδέν μέτρον, ίνα συγκρα­τήση τον Στρατόν εντός ατμοσφαίρας ακραιφνώς Ελληνικής, αλλά επέτρεψεν να ασκείται η κομμουνιστική προπαγάνδα εν πλήρη ασυδοσία.
Δεν ήτο ασύνηθες το φαινόμενον να αναρτώνται εις γραφεία ενίων διοικήσεων αι εικόνες του Στάλιν και να κυκλοφορώσιν αύται μεταξύ των ανδρών ελευθέρως, καθώς και περιοδικά είτε άχρως κομμουνιστικά, ως ο «Αντιφασίστας», και ο «Αστήρ», είτε Εθνικού μεν χρώματος, πλην φιλοξενούντα άρθρα και διηγήματα με ανατρεπτικόν περιεχόμενον.
Συν τω χρόνω αι αντιδρώσαι διοικήσεις εις την κομμουνιστικήν διείσδυσιν εν τω στρατώ αντεκατεστάθησαν δι’ ετέρων, ως επί το πλείστον αποτάκτων των κινημάτων 1933 και 1935, αίτινες συγχέουσαι τας ιδέας της Δη­μοκρατίας και του σοσιαλισμού προς τον κομμουνισμον, υπήρξαν ανεκτικοί και εις πολλάς περιπτώσεις συνεργοί, εις την εν τω στρατεύματι κομμουνι­στικήν προπαγάνδαν.
Εκτός τούτου, αι διοικήσεις αύται πνέουσαι μένεα κατά του καθεστώ­τος της Δικτατορίας Μεταξά, προέβαινον εις αντεκδικήσεις κατά των Αξιω­ματικών, οι οποίοι υπηρέτουν εις το στράτευμα επί δικτατορίας και δεν απεκήρυσσον ταύτην δημοσία ως προδοτικήν. Ούτω δια της τακτικής ταύτης του επισήμου Κράτους, οι εις Μέσην Ανατολήν υπηρετούντες Αξιωματικοί διαφοροποιήθησαν, κατά την εν Μ.Α. έκφρασιν, εις Τεταρτοαυγουστιανούς ή Φασίστας και εις Δημοκρατικούς ή Αντιφασίστας.
Κατ' αυτόν τον τρόπον εδημιουργήθη εις τας εν Μ.Α. Ελληνικάς δυ­νάμεις, ιδεώδες κλίμα δια την ανάπτυξιν της αναρχίας και των κινημάτων, τα όποια δι’ επιδεξίου ελιγμού οι κομμουνισταί κατώρθωναν να κατευθύνωσιν κατά το δοκούν, δια την τελικήν των επικράτησιν.
Το κατά Μάρτιον του 1943 εκραγέν επαναστατικόν κίνημα μεταξύ των -μονάδων του εις Μ. Α. Ελληνικού Στράτου, επέβαλεν την εκδίωξιν εκ της Κυβερνήσεως των θεωρουμένων ως Τεταρτοαυγουστιανών Υπουργών και τον διορισμόν ετέρων εν τω συνόλω Δημοκρατικών ή αριστεριζόντων, με αντιπρόεδρον τον αριστερίζοντα Γ. Ρούσον.
Η Κυβέρνησις αύτη συν τω χρόνω έλαβεν επισήμως αντιβασιλικήν θέσιν, κατώρθωσεν δε, συνεπικουρούμενη από το σύνολον σχεδόν των εν Ελλάδι πολιτικών ηγετών, να θέση τελικώς υπό αίρεσιν την εν τω Ελληνικώ θρόνω θέσιν του Βασιλέως Γεωργίου.
Ο Στρατός και αι λοιπαί ένοπλοι δυνάμεις παρουσίαζον θλιβεράν εικό­να. Εις πολλάς μονάδας και σχηματισμούς, είχον δημιουργηθεί επιτροπάτα εκ κομμουνιστών οπλιτών, τα οποία ήλεγχον τας ενεργείας των διοικήσεων των, είτε εκ του εμφανούς είτε συγκεκαλυμμένως.
Η θέσις των Αξ)κών εις το στράτευμα εξαρτάται εξ ολοκλήρου από την πολιτικήν των τοποθέτησιν και τας περί αυτών κρίσεις των κομμουνιστικών επιτροπών.
Κατόπιν αλεπαλλήλων ανταρσιών και κινημάτων, οι κομμουνισταί συνε­χώς ενισχυόμενοι, λόγω της Κυβερνητικής ανοχής, τον Απρίλιον του 1944 ενήργησαν την τελικήν των εξόρμησιν, ήτις ευτυχώς δια την Ελλάδα αντιμετωπίσθη υπό των οργανωμένων μικρών Αξ)κών και ούτω αι δυνάμεις Μ. Α. εκκαθαρισθείσαι πλήρως εκ των κομμουνιστικών στοιχείων, κατέστη­σαν άξιοι της Πατρίδος.
Κατόπιν της ανταρσίας ταύτης ο Πρωθυπουργός Τσουδερός υπέβαλεν την παραίτησίν του, ο δε Βασιλεύς ανέθεσεν την εντολήν της Πρωθυπουργίας εις τον Σοφ· Βενιζέλον, μέχρι τότε Υπουργόν Ναυτικών, με την εντο­λήν όπως αποκαταστήση την τάξιν και την πειθαρχίαν εις τας εν Μ.Α. ενό­πλους δυνάμεις.
Η Μεγάλη Βρεττανία όχι μόνον δεν εβοήθησεν τον Βασιλέα όπως δημιουργήση άτμοσφαίραν πολιτικής ηρεμίας και Εθνικής Ενότητος, αλλά υποθάλπουσα και καλλιεργούσα τας διαφόρους πολιτικάς τάσεις εν Ελλάδι, με έκδηλον την προτίμησίν της προς τα αριστερά κόμματα, επέτυχεν την άποσύνθεσιν των Εθνικών πολιτικών δυνάμεων της χώρας και κατέστησεν αναγκαίαν δια την Ελλάδα την κηδεμονίαν της.
Τη απαιτήσει της Μεγάλης Βρεττανίας, εκλήθησαν εξ Ελλάδος εις Μ.Α. αντιπρόσωποι όλων των πολιτικών τάσεων, εν οις και του Κ.Κ.Ε., συνεκροτήθη δε η διάσκεψις του Λιβάνου τον Μάϊον του 1944, της οποίας αποτέλεσμα υπήρξεν ο σχηματισμός Κυβερνήσεως Εθνικής Ενώσεως, με συμμετοχήν εις αυτήν πέντε Υπουργών κομμουνιστών και πέντε αριστερών συνοδοιπορούντων.
Ευτύχημα είναι ότι Πρωθυπουργός της Κυβερνήσεως ταύτης υπήρξεν ο Αρχηγός του Σοσσιαλδημοκρατικού κόμματος Γεώργ. Παπανδρέου, ανήρ με φανατικήν προς τας Εθνικάς ιδέας προσήλωσιν, εκ πεποιθήσεων Δημο­κράτης, με ευρύ πνεύμα εν τη επιλύσει των κοινωνικών προβλημάτων και ικανότατος εις το να αντιμετωπίζη με σύνεσιν, ορθολογισμόν, αλλά και απο­φασιστικότητα τα προ αυτού δύσκολα προβλήματα. Ούτος γνωρίσας καλώς τας κομμουνιστικάς μεθόδους εκ της προσφάτου εις Ελλάδα δράσεως του, κατώρθωσεν δι’ επιδέξιου χειρισμού, όχι μόνον να αντιμετωπίση την κομμουνιστικήν δολιότητα, αλλά και να εξασφαλίση τας προϋποθέσεις δια την δημιουργίαν εν Ελλάδι Ελευθέρου πολιτικού βίου.
Η Κυβέρνησις Εθνικής Ενώσεως εν ομοφωνία απάντων των μελών του Υπουργικού συμβουλίου, διεκήρυξεν ότι ο Βασιλεύς Γεώργιος δεν θα επανέλθη εις Ελλάδα άμα τη απελευθερώσει, αλλά κατόπιν δημοψηφίσμα­τος επί του πολιτειακού- Ωσαύτως τη πιέσει των κομμουνιστών, των συνο­δοιπόρων και τίνων άλλων Υπουργών, απεφασίσθη όπως αποκηρυχθώσι τα Τάγματα Ασφαλείας, ως δυνάμεις προδοτικαί λόγω της συνεργασίας των μετά του εχθρού.
Ανεγνωρίσθησαν ως νόμιμοι Εθνικαί δυνάμεις τής Ελ­λάδος :
α. Ο κομμουνιστικός στρατός του Ε.Λ.Α,Σ., κυριαρχών εις ολόκληρον την ύπαιθρον Ελλάδα, πλην της Ηπείρου.
β. Αι δυνάμεις του Ε.Δ.Ε.Σ. κυριαρχούσαι εις ευρείαν έκτασιν της Ηπείρου.
γ. Έτεραι μικροοργανώσεις Εθνικής Αντιστάσεως, διαθέτουσαι ασημάντους ενόπλους ομάδας.
δ. Αι δυνάμεις τακτικού Στρατού αι ευρισκόμεναι εις Μ.Α
.

Η καταγγελία των Ταγμάτων Ασφαλείας, είχεν ως αποτέλεσμα να διαλυθώσιν τα πλείστα τούτων, τα δε υπόλοιπα να αποδιοργανωθώσιν και να απωλέσωσιν το ηθικόν των, προ της βαρύτατης κατηγορίας της Εθνικής προδοσίας Η κατ' αυτόν τον τρόπον εξασθένησις των Ταγμάτων Ασφα­λείας έδωσεν την ευκαιρίαν εις τον κομμουνιστικόν Ε.Λ.Α.Σ. να επιτεθή κατ αυτών την κατάλληλον στιγμήν και αίφνιδιαστικώς, με αποτέλεσμα να παραδώση εις την σφαγήν εκλεκτά τέκνα της Ελλάδος και να άπωλεσθώσιν δυνάμεις Εθνικαι, αίτινες αποτελούσαι το αντίπαλον του κομμουνισμού δέος, εξηνάγκαζαν τούτον να σέβηται εξ ανάγκης την ζωήν των Εθνικο­φρόνων Ελλήνων πολιτών.
Δια της συμφωνίας της Γκαζέρτας της 24ης Σεπτεμβίου 1944, καθωρίσθη κοινός Αρχηγός των συμμαχικών δυνάμεων εν Ελλάδι ο Στρατηγός Σκόμπυ, υπό τας διαταγάς του οποίου υπήχθησαν αι εν Ελλάδι ανταρτικαί δυνάμεις της τε αριστεράς και της δεξιάς.
Την 23ην Οκτωβρίου 1944 η Ελληνική Κυβέρνησις αφίχθη εις Αθή­νας εκ της Κάβα Ντέ·Τιρένι της Ιταλίας και ανέλαβε το βαρύ έργον της απο­καταστάσεως της τάξεως.
Κατά πρώτον απεφασίσθη η ανάπτυξις Εθνικού Στρατού δια γενικής στρατολογίας, ίνα συν τω χρόνω αντικατασταθώσιν δι' αυτο'υ αι ανταρτικαί δυνάμεις.
Οι κομμουνισταί εκτιμώντες την κατάστασιν και κρίνοντες ότι η κατάληψις της εξουσίας ήτο εύκολος δια πραξικοπήματος, λόγω των ελαχίστων δυνάμεων τας οποίας είχον να αντιμετωπίσωσιν, την 4ην Δεκεμβρίου ενήργη­σαν γενικήν εξόρμησιν διά την έπιβολήν του κομμουνισμού εν Ελλάδι.
Αι δυνάμεις του Ε.Δ.Ε.Σ. εν Ηπείρω διελύθησαν εντός βραχέος χρο­νικού διαστήματος υπό του Ε.Λ.Α Σ., τα δε υπολείμματα τούτου κατέφυγον εις Κέρκυραν, την οποίαν είχεν εκκαθαρίσει εκ τών κομμουνιστικών δυνάμεων ο Ταγ]ης Σαρρής Δημ.
Εις τας Αθήνας αντέστη η Ταξιαρχία Ρίμινι (3η Ελ. Ορ. Ταξιαρχίας) και ένα συγκρότημα Βρεττανικής Ταξιαρχίας, κατέχουσαι την περί την πλατείαν Συντάγματος περιοχήν, το στρατόπεδον Γουδί, τους στρατώνας των τέως 1ου και 34ου Συν/των Πεζικού και μίαν μικράν περιοχήν του Φαλη­ρικού Κόλπου,
'Απασα η υπόλοιπος χώρα κατελήφθη υπό των κομμουνιστών, η δε Κυβέρνησις ευρίσκετο στενώς πολιορκουμένη υπό του Ε.Λ.Α,Σ, εις το μέγαρον τής Μεγάλης Βρεττανίας. Ούτως εΐχον τά πράγματα και οι Βρεττανοί μη διαθέττοντες δυνάμεις ικανάς να αντιμετωπίσωσιν την κομμουνιστικήν πλημμυρίδα, εσκέπτοντο να αποχωρήσωσιν εξ Ελλάδος, απαιτούσαι πολιτικόν μετά του Κ,Κ.Ε. συμβιβασμόν, όστις θα υλοποιείτο υπό του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού, μεταβιβαζομένων εις τούτον των καθηκόντων του Αντιβασιλέως.