Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2012

ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ: ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΘΥΜΟΥ


Στον ποιητή και συναγωνιστή Αργύρη Εφταλιώτη.
Τώρα, χωρίς το θυμό, ανόητος είναι ο πόνος.
Λεοπάρδης (Sopra il monumento di Dante).

ΟΙ ΚΑΛΟΓΕΡΟΙ

Είμαστ' οι άνεργοι και οι άχαροι,
και της ζωής είμαστ' εμείς οι καταλαλητάδες,
για να πατάμε' και να σβήνουμε είμαστε
τα ωραία και τ' αληθινά, τ' άνθια και τις λαμπάδες.
Τον ήλιο και τα ηλιόχαρα οχτρευόμαστε,
και τις αγάπες της καρδιάς και του παιδιού τα γέλια,
με νεκροσάβανο σκεπάζουμε
το Λόγο τον τετράψυχο στα γαληνά Βαγγέλια.

Είμαστ' ο κούφιος ήχος ο παράταιρος
στων κεραυνών το ταίριασμα και στων κελαϊδημάτων,
χαλάσματα και σκιάχτρα κάνουμε
τους θείους ναούς και τα λευκά κορμιά των αγαλμάτων.
Μα να ο ραγιάς τα σύντριψε τα σίδερα,
«Ζωή!» ο Τεχνίτης έκραξε, Σοφέ, αλαλάζεις «Νίκη!»'
φύγαμε τότε και τρυπώσαμε
μεσ' στων έρημων τις μονιές και γίναμεν οι λύκοι.
Και τώρα κάθε που απαντήσουμε
την Υπατία την άτρομην Ιδέα την αστρομάτα.
τη σφάζουμε, τη χιλιοκομματιάζουμε,
και—ω λύσσα!•—τα κομμάτια της τα ρίχνουμε στη στράτα.



Η ΒΕΡΓΑ ΤΟΥ ΖΩΪΛΟΥ

Στην πλάση, από της θάλασσας τη μάνητα
ως τον τριγμό του σαρακιού, κι απ' το βουνό ως το χνούδι,
και μέσα στα βουβά και μέσ' στ' ασίγητα,
στα πάντα δυσκολόβρετο κοιμάται ένα τραγούδι.
Και το τραγούδι το ξυπνάνε οι Όμηροι,
σάρκα του δίνουν, ψυχή, φως, το κάνουν πλάσμα και άστρο,
κ' ύστερα, εσείς, κιθάρες δρόμο δόστε του!
Με το τραγούδι υψώνεται της Πολιτείας το κάστρο,
μέσ' στο τραγούδι ο Νόμος πρωτοβλάστησε,
κι από της λύρας τα όνειρα τα έργα τα μεγάλα•
οι δόξες των εθνών των κοσμοξάκουστων
κρατούνε πρωτοβύζαχτο του τραγουδιού το γάλα.
Για τούτο πλάστες και προφήτες οι Όμηροι,
αταίριαστοι, Αδασκάλευτοι, άκακοι, ξένοι, ωραίοι•
μέσα στη θεία τους γλώσσα την αγράμματη
Ηρώων αλαλάζει λαός, μιας μάννας καρδιά κλαίει.
Μέσα στη θεία τους γλώσσα την αγράμματη
με πρόσωπο Πεντάμορφης είναι γραμμέν' η Ιδέα,
ζωές, αλήθειες, πάθια, λαχταρίσματα,
κι όλα όσα λέτε, αστόχαστοι και ανίδεοι, χυδαία !
Για τούτο καταριέστε το τραγούδι τους,
που ρέει γοργά με τα νερά ψηλάθε τα καθάρια,
εσείς, του Ξεπεσμού λουλούδια ατίμητα•
σας έχει ο νους απόπαιδα κ' η ασκημιά βλαστάρια!
Για τούτο, άν κάνουν οι Όμηροι να τρέμετε,
τρομάρα του ανεμόδαρτου στο δέντρο απάνω φύλλου,
των Ομήρων τους ίσκιους δεν τους τρέμετε.
Κι αυτούς χτυπάτε, παίρνοντας τη βέργα του Ζωίλου!


Ο ΠΟΙΗΤΗΣ


Μόνος. Εν' άδειο απέραντο τριγύρω μου,
και μιας πολέμιας χλαλοής ασώπαστη η φοβέρα.
Κι όταν εκείνη κατακάθεται,
μόνος• θανάσιμη σιωπή παγώνει πέρα ως πέρα.
Μόνος• Μ' αρνήθηκαν οι σύντροφοι,
κι από το πλάϊ μου γνωστικά τ' αδέρφια τραβηχτήκαν.
Μ' έδειξε κάποιος. — Νά τος! — Καταπάνω μου
γυναίκες, άντρες, γέροντες, παιδιά, σκυλιά ριχτήκαν.
Το χέρι το ακριβό της Οδηγήτρας μου,
που με κρατούσε, ανοίχτηκε προς άλλα χάϊδια... Μόνος.
Σε βάθη μυστικά περνούνε αστράφτοντας
των ασκητάδων οι χαρές, του μαρτυρίου ο θρόνος•
Φωτιά 'βαλαν, το κάψανε το σπίτι μου,
και σύντριψαν τη λύρα μου με τη βαθιά αρμονία.
Την Πολιτεία δυο Λάμιες τη ρημάζουνε:
η λύσσα του καλόγερου, του δάσκαλου η μανία.
Της Πολιτείας η πόρτα κλείστηκε,
με διώξανε, έρμος βρέθηκα στα έρμα μονοπάτια•
και της Ιδέας της αστρομάτας, που έσφαξαν,
από τη στράτα μάζωξα τα ολόφωτα κομμάτια.
Καί τάσπερνα στο διάβα μου, και φύτρωναν
εδώ παράδεισοι, κ' εκεί βασίλεια, κ' εκεί πέρα
παλάτια κ' εκκλησιές και δρακοντόκαστρα.
Κι όλα στην ίδια ευφραίνονταν ανύχτωτην ημέρα.

1901

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012

TO ΗΘΙΚΟ ΔΙΛΗΜΜΑ ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ ΑΛ. ΚΟΡYΖΗ

Απετράπη επίσης μία άλλη λύσις, πολύ χειρότερα, η οποία θα είχε τραγικωτέρας συνεπείας. Συμφώνως προς αυτήν, όχι μόνον θα εξουσιοδοτείτο ο διοικητής του Τμήματος Στρατού Δυτ. Μακεδονίας, αντιστράτηγος Τσολάκογλου, να αναλάβη την διοίκησιν ολοκλήρου του απομείναντος Ελληνικού στρατού και να έλθη εις συνεννοήσεις προς συνθηκολόγησιν με τους Γερμανούς, αλλά και θα εσχηματίζετο Κυβέρνησις ή «Διευθυντήριον» εις τα Ιωάννινα, υπό την προεδρίαν του μητροπολίτου Σπυρίδωνος και με την συμμετοχήν των στρατιωτικών ηγετών. Κατά την γενομένην, μάλιστα, την 19ην Απριλίου σύσκεψιν, συνετάχθη και κείμενον τηλεγραφήματος προς τον Χίτλερ, διά του οποίου εζητείτο η άμεσος κατάπαυσις των εχθροπραξιών τόσον εις το Μακεδονικόν, όσον και εις το Ηπειρωτικόν μέτωπον, εν τη πεποιθήσει ότι «θα τύχη της δεούσης εκτιμήσεως η ηρωϊκή προσπάθεια και η τιμή του Ελληνικού Στρατού και ότι αι τύχαι της Ελλάδος θα ρυθμισθούν κατά τρόπον αντάξιον της μακραίωνος ιστορίας της». Η αντίθετος γνώμη του διοικητού του Τμήματος Στρατού Δυτικής Μακεδονίας φαίνεται ότι εματαίωσε την αποστολήν και του τηλεγραφήματος αυτού, καίτοι, εν τω μεταξύ, παρεσκευάζοντο οι αξιωματικοί, οι οποίοι θα μετέβαινον ως κήρυκες προς τον Γερμανικόν στρατόν, δια να ζητήσουν την συνθηκολόγησιν .
Αλλ' η κατάστασις επεδεινούτο κατά τρόπον επίσης τραγικόν και εις τας Αθήνας. Η από της 15ης Απριλίου εμφάνισις εις την πρωτεύουσαν ομάδων στρατιωτών από τους διαλυθέντας σχηματισμούς [1 ] των συμπτυσσομένων Ελληνικών δυνάμεων, συνδυαζόμενη προς τον συνεχή βομβαρδισμόν υπό της Γερμανικής αεροπορίας όλων των προς τας Αθήνας οδεύσεων, του λιμένος του Πειραιώς και των περιχώρων των Αθηνών, εδημιούργει ατμόσφαιραν αυτόχρημα απελπιστικήν. Εις το έμπεδον των Αθηνών και εις το έμπεδον των Θηβών, όπου ευρίσκοντο ήδη πολλαί ομάδες αγυμνάστων στρατιωτών μόλις προ εβδομάδος κληθείσης υπό τα όπλα κλάσεως, συνεκεντρούντο και οι φυγάδες αυτοί στρατιώται, δημιουργουμένου, ούτω, κινδύνου συμφορήσεως και αποσυνθέσεως. Κατόπιν τούτου, το Γενικόν Στρατηγείον εξέδωκε την 15ην Απριλίου διαταγήν προς το γενικόν έμπεδον Θηβών, περί χορηγήσεως δεκαπενθημέρου κανονικής αδείας εις τους οπλίτας τους καταγόμενους από τας περιοχάς που δεν είχε καταλάβει ακόμη ο εχθρός. Την 16ην δε Απριλίου, εξέδωκε και άλλην διαταγήν, περί χορηγήσεως διμήνου αδείας εις τους εφέδρους αγυμνάστους οπλίτας, οι οποίοι δεν ήσαν απαραίτητοι δια την υπηρεσίαν των φρουρών και μηνιαίας κανονικής αδείας εις τους εφέδρους αξιωματικούς. Σημειωτέον ότι επρόκειτο περί διαταγών, αι οποίαι δεν απέβλεπον ειμή εις την αποσυμφόρησιν των φρουρών των μεγάλων πόλεων από οπλίτας, οι οποίοι ούτε να οπλισθούν καταλλήλως ήτο δυνατόν, ούτε και να σχηματίσουν οπωσδήποτε αξιόμαχα τμήματα, άλλα μόνον αύξησιν της συγχύσεως προεκάλουν δια της μεγάλης των συγκεντρώσεως. Τέλος, ελήφθησαν μέτρα εις τας εισόδους της πρωτευούσης, όπου εξηκολούθουν να φθάνουν, εν κακή καταστάσει, πολυάριθμοι στρατιώται από το μέτωπον.
Από της εσπέρας ήδη της 15ης Απριλίου, ο πρωθυπουργός Αλ. Κορυζής ανεκοίνωσεν επισήμως εις τα μέλη του υπουργικού συμβουλίου, ότι κατόπιν σχετικής εισηγήσεως των Βρεταννικών άρχων, την οποίαν και ενέκρινεν η Κυβέρνησις, έχουσα υπ' όψει της την συνεχή επιδείνωσιν της καταστάσεως, απεφασίσθη όπως την νύκτα της 17ης Απριλίου αναχωρήσουν, επιβαίνοντες πλοίων και αντιτορπιλλικών από τον όρμον των Μεγάρων, ο Βασιλεύς και η Κυβέρνησις, τους οποίους θα συνώδευεν ο εν Αθήναις Άγγλος πρέσβυς Πάλλαιρετ. Αι σχετικαί προετοιμασίαι έγιναν την επομένην, 16ην Απριλίου, οπότε και διετυπώθη υπό του Έλληνος πρωθυπουργού προς τον Άγγλον πρέσβυν η πρότασις όπως τα μέλη της Κυβερνήσεως αναχωρήσουν άνευ των οικογενειών των, διάα να μη δοθή η εντύπωσις εις τον Ελληνικόν λαόν ότι θέλουν να τας προφυλάξουν από τας ταλαιπωρίας τας οποίας μοιραίως θα επέφερεν η Γερμανική κατοχή. Ο Άγγλος πρέσβυς, όμως, ετόνισεν ότι η Κυβέρνησις του δεν θα συνεφώνει με την πρότασιν αυτήν και υπενθύμισε, μάλιστα, ότι εις προηγουμένην ανάλογον περίπτωσιν ο ίδιος ο Τσώρτσιλ είχε τονίσει, ότι χρειάζονται άνθρωποι οι οποίοι να είναι απερίσπαστοι από την ανησυχίαν διά την τύχην των οικογενειών των.
Το απόγευμα της 17ης Απριλίου εγένετο σύσκεψις των μελών της Κυβερνήσεως, κατά την οποίαν όλοι μεν συνεφώνησαν με την σκέψιν της αποχωρήσεως της Κυβερνήσεως εκ της ηπειρωτικής Ελλάδος διά την Κρήτην, ίνα ούτω δοθή σαφώς η εντύπωσις ότι το Έθνος συνεχίζει και από την τελευταίαν ακόμη ελευθέραν γωνίαν τον αγώνα του, απεφασίσθη, όμως, να μη παρακολουθήσουν όλοι οι υπουργοί την Κυβέρνησιν, αλλά μερικοί μόνον εξ αυτών, οι υπόλοιποι δε υπέβαλον τας παραιτήσεις των. Από της στιγμής εκείνης προεκλήθη κάποια καθυστέρησις εις την πραγματοποίησιν της αποφάσεως αυτής, οφειλομένη εις τον βομβαρδισμόν των διατεθέντων διά την αναχώρησιν της Κυβερνήσεως πλοίων και εις ωρισμένας εκδηλώσεις απειθαρχίας των πληρωμάτων των πολεμικών πλοίων.
Την πρωΐαν της 18ης Απριλίου, Μεγάλης Παρασκευής, συνεκροτήθη εις τήν βασιλικήν έπαυλιν της Δεκελείας (Τατοΐου) σύσκεψις υπό την προεδρίαν του Βασιλέως, εις την οποίαν συμμετέσχον ο αρχιστράτηγος Παπάγος καιί οι Άγγλοι εν Ελλάδι στρατηγοί, κατά την οποίαν οι τελευταίοι εξέφρασαν την άποψιν ότι θα ήτο δυνατόν να παραταθή το τελευταίον χρονικόν όριον συνεχίσεως της αντιστάσεως και, κατά συνέπειαν, αποχωρήσεως των Αγγλικών δυνάμεων, μέχρι της 6ης Μαΐου. Οι συμμετέχοντες Έλληνες στρατιωτικοί διετύπωσαν τας αντιρρήσεις των έναντι της απόψεως αυτής, την οποίαν ουδόλως εδικαιολόγει η πραγματική κατάστασις, δεν ηθέλησαν, όμως, να επιμείνουν και περισσότερον, διά να μη δημιουργήσουν την εντύπωσιν ότι επεδίωκον να συνεννοηθούν με τους Γερμανούς.[2] Κατά τας 2 μ, μ. συνεκροτήθη εις το ξενοδοχείον της «Μεγ. Βρεταννίας» —όπου από της αρχής του πολέμου είχεν εγκατασταθή το Γενικόν Στρατηγείον— υπουργικόν συμβούλιον, του οποίου προήδρευσεν ο ίδιος ο Βασιλεύς. Κατά την διάρκειαν του συμβουλίου αυτού, ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Κοριζής, χλωμός και προφανώς εκνευρισμένος, ανέγνωσε το τηλεγράφημα του διοικητού του Β' Σώματος Στρατού, το οποίον ανεφέραμεν προηγουμένως και το οποίον περιέγραφεν ως απελπιστικήν την κατάστασιν εν Ηπείρω. Το τηλεγράφημα αυτό έκαμεν εξαιρετικήν εντύπωσιν εις τον Πρωθυπουργόν, τον οποίον έθετε προ σοβαρού διλήμματος: Έπρεπε δηλαδή είτε να συμμορφωθή προς τας ούτω διατυπουμένας από τον στρατόν της Ηπείρου απόψεις και να προβή εις μίαν συνθηκολόγησιν η οποία θα μετέβαλλε τελείως την μέχρι της στιγμής εκείνης ακολουθηθείσαν τιμίαν Ελληνικήν πολιτικήν ή να αδιαφορήση διά τας εξ Ηπείρου απευθυνομένας εκκλήσεις, με κίνδυνον να δημιουργήση τας προϋποθέσεις ενός πραξικοπήματος των στρατιωτικών. Αφ' ετέρου, υπήρχον και ωρισμέναι φήμαι, αι οποίαι έφερον την Αγγλικήν στρατιωτικήν ήγεσίαν ως έχουσαν βασικά παράπονα διά τον τρόπον με τον οποίον ο Ελληνικός στρατός παρείχε την βοήθειάν του εις τα μαχόμενα επί Ελληνικού εδάφους Βρεταννικά στρατεύματα. Υπό τοιαύτας συνθήκας, εκείνο μόνον που θα ήτο δυνατόν να επιτρέψη λύσιν της καταστάσεως θα ήτο η επίσπευσις της εξ Ελλάδος αποχωρήσεως των Βρεταννικών στρατευμάτων και η αναχώρησις του Βασιλέως και της Κυβερνήσεως εκ της ηπειρωτικής Ελλάδος, οπότε και θα ελύοντο αι χείρες των στρατιωτικών ηγετών, ώστε μόνοι των να προβούν εις οιανδήποτε ενέργειαν την οποίαν θα έκριναν επιβεβλημένην, χωρίς η ενέργεια αύτη να έχη την έννοιαν μεταβολής της μέχρι τότε Ελληνικής πολιτικής.
Εν τούτοις, η λήψις αμέσου αποφάσεως δεν καθίστατο δυνατή. Απεφασίσθη, λοιπόν, να αναβληθή η σύσκεψις δια την νύκτα της ιδίας ημέρας, διά να δοθή εν τω μεταξύ καιρός και εις τον Βασιλέα να συσκεφθή πάλιν με τους αρμοδίους Έλληνας και Άγγλους στρατιωτικούς παράγοντας, και εις τον Πρωθυπουργόν να σκεφθή καλύτερα. Ο Αλέξανδρος Κορυζής, όμως, αναχωρήσας εκ του ξενοδοχείου της «Μεγ. Βρεταννίας» μετέβη εις την οικίαν του, όπου και ηυτοκτόνησε διά δύο σφαιρών περιστρόφου.[3] Το γεγονός, γνωσθέν κατά τας απογευματινάς ώρας εις την πρωτεύουσαν, εις την οποίαν επεκράτει ήδη βαρεία ατμόσφαιρα, τονιζομένη κατά τινα τρόπον και από τας συνεχείς κωδωνοκρουσίας της Μεγάλης Παρασκευής, προεκάλεσεν ακόμη μεγαλυτέραν απογοήτευσιν και αποθάρρυνσιν. Η κηδεία του Κορυζή, γενομένη την μεσημβρίαν της επομένης ημέρας, συνωδεύθη από την εμφάνισιν πολυαρίθμων σμηνών Γερμανικών αεροπλάνων, τα οποία εβομβάρδιζαν τας εις την περιοχήν των Αθηνών η εις άμεσον γειτνίασιν της πόλεως στρατιωτικάς εγκαταστάσεις και τα αεροδρόμια.
Κατά την διάρκειαν της νυκτός, της ημέρας του Μεγάλου Σαββάτου και της ημέρας του Πάσχα, ο βασιλεύς Γεώργιος, ευρεθείς μόνος πλέον απέναντι των βαρυτάτων ευθυνών της ιστορικής εκείνης στιγμής, εξηκολούθησε τας προσπαθείας του διά τον άμεσον σχηματισμόν μιας κυβερνήσεως, η οποία θα είχεν ως κύριον σκοπόν και πρόγραμμα την αντί πάσης θυσίας συνέχισιν του αγώνος, χάριν του μέλλοντος της Ελληνικής Πατρίδος και της μετά τον πόλεμον ικανοποιήσεως των εθνικών μας δικαίων. Εν προκειμένω, μάλιστα, πρέπει να αναφερθή, ότι την πρωίαν της 19ης Απριλίου, ο Βασιλεύς, διακόψας επ' ολίγον τας προσπαθείας του διά τον σχηματισμόν Κυβερνήσεως, συνειργάσθη με τον αντιστράτηγον Παναγάκον, διοικητήν του εν Φλωρίνη Β' Ρυθμιστικού Κέντρου, ο οποίος του παρέσχε πλήρη την εικόνα της καταστάσεως εις την Δυτικήν Μακεδονίαν και την Ήπειρον, τονίσας ιδίως την τρομεράν δράσιν της εχθρικής αεροπορίας, η οποία εσάρωνε τα πάντα, την μεγάλην υπεροχήν του εχθρού εις άρματα μάχης, την παράλυσιν πάσης κινήσεως των τμημάτων επί των συνεχώς βομβαρδιζομένων οδών, την μοιραίαν αποσύνθεσιν των στρατιωτικών μας τμημάτων. Ο Βασιλεύς ηυχαρίστησε τον στρατηγόν διά τας πολυτίμους πληροφορίας τας οποίας του παρέσχε, περιορισθείς να τονίση: «Ηκολουθήσαμεν μίαν πολιτικήν. Η Ιστορία θα μας κ ρ ί ν η. Η τιμή της Ελλάδος, αυτήν την στιγμήν, κρέμεται από μίαν κλωστήν. Αλλοίμονον αν η κλωστή αυτή κοπή!».

Ολίγον μετά μεσημβρίαν της ιδίας ημέρας, ο Βασιλεύς παρεκάλεσε τον στρατηγόν Ουίλσον, αρχηγόν των εν Ελλάδι Βρεταννικών στρατευμάτων, τον επιτελάρχην του και τον Άγγλον-σύνδεσμον με το Ελληνικόν Στρατηγείον, στρατηγόν Χέϋγουδ, να προσέλθουν εις μίαν σύσκεψιν, εις την οποίαν συμμετέσχε και ο αρχιστράτηγος Παπάγος και εις την οποίαν εκλήθη ο αντιστράτηγος Παναγάκος να επαναλάβη τα όσα είχεν αναφέρει εις τον Βασιλέα. Κατά την σύσκεψιν αυτήν ο στρατηγός Ουίλσον εβεβαίωσεν ότι αι πληροφορίαι του στρατηγού Παναγάκου συνέπιπτον απολύτως και με τας ιδικάς του πληροφορίας και ότι επεθύμει να δήλωση κατηγορηματικώς, εξ ονόματος όλων των Βρεταννών στρατιωτών του, ότι «η Αγγλία ουδέν απολύτως παράπονον έχει κατά της Ελλάδος , η οποία μέχρι τέλους εξεπλήρωσε πλήρως και τιμίως το καθήκον της , ούτε και κατά των Ελλήνων στρατιωτών , οι οποίοι , ως γενναίοι και τίμιοι συμπολεμισταί, έκαμαν ότι ήτο ανθρωπίνως δυνατόν δια να βοηθήσουν τα Αγγλικά στρατεύματα." (Το απόσπασμα είναι από το έργο  Εμπρός της Ελλάδος παιδιά των αδελφών Αχιλλέως και Κύρου .Αδ. Κύρου. Οι υποσημειώσεις είναι εκτός κειμένου και απηχούν τις θέσεις των συγγραφέων τους.)

Υποσημειώσεις:
[1] Την 14 Απριλίου εμφανίζονται τα πρώτα κρούσματα στις μεραρχίες Vη Kρητών και VI Σερρών. Την 15 Απριλίου αποτελούν γενικό φαινόμενο σε όλες τις μεγάλες μονάδες του Κεντρικού και του Νοτίου Μετώπου. Από τις 16 «έβαινον με αύ­ξοντα ρυθμόν, δημιουργούν τ α την εντυπώσιν ότι αι μονάδες, πλην ολίγων εξαιρέ­σεων, ευρίσκοντο εις τα πρόθυρα διαλύσεως», σημειώνει η ιστορία του ΓΕΣ . Η μάζα δίνει την δική της λύση: τελείωσε ο άσκοπος πλέον πόλεμος γι' αυτήν. Ένα και μόνο πρόβλημα έχουν τώρα οι μαχητές, όλοι τους: την σωτηρία τους από αιχμαλωσία. Μερικές μονάδες έσπευσαν να εφαρμόσουν τον κανονισμό: παραπομπή σε έκτακτα στρατοδικεία και εκτελέσεις επί τόπου «δι' εγκατάλειψιν θέσεως ενώ­πιον του εχθρού». Στην γέφυρα της Μέρτζανης, υποχρεωτικό πέρασμα από την Αλβανία στην Ελλάδα, εγκαταστάθηκαν οι έφιππες ομάδες των μεραρχιών Vης, ΧVης και ΧVΙΙης, με 12 πολυβόλα και 36 οπλοπολυβόλα και με διοικητή τον συνταγματάρχη Φίλη. Συλλαμβάνουν «ζωηρούς φυγάδες» και τους εκτελούν επί τόπου, «προς παραδειγματισμόν». Από όσα αναφέρει η ιστορία του ΓΕΣ πρέπει οι εκτελέσεις να αφορούν διψήφιο αριθμό. Περισσότερα στοιχεία δεν παρέχονται.Πρέπει, όμως, κάποτε να ερευνηθούν τα στρατιωτικά αρχεία, για να διαπιστωθεί πόσοι και ποίοι εκτελέστηκαν. Είναι αμφίβολο αν θα κατηγορηθεί έστω και ένα: από αυτούς για δειλία. Για να επισημανθούν και να συλληφθούν πρέπει να βρίσκο­νταν επικεφαλής φυγάδων ή να διαδηλώνουν ζωηρότερα την αντίθεση τους προς την συνέχιση του χαμένου πλέον πολέμου, που σημαίνει ότι ξεχώριζαν από τους άλλους με τις ικανότητες τους και με τον δυναμισμό τους. Θα διέθεταν προσωπι­κή παλικαριά, την οποία ασφαλώς θα επιδείκνυαν και στις μάχες. Αντί να τιμηθούν γι' αυτό , οδηγήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα αυτοί , και όχι όσοι ευθύνονται για την τραγωδία του ελληνικού στρατεύματος της Αλβανίας…..(Λ. ΑΡΣΕΝΙΟΥ: Ανατομία του Επους 1940-1941.Εκδόσεις "Δωδώνη".

[2] «Εξ όλων των ανωτέρω, τα οποία είχα ακούσει, ίδει και αντιληφθή κατά την επί εξάωρον παραμονήν μου εις το Γενικόν Στρατηγείον, εσχημάτισα την σαφή εντύπωση, ότι τόσον η Ανωτάτη διοικησις του Στρατού, όσον και η Κυβέρνησις, ουδέν εσκέπτοντο, ή ηδύνατο να πράξουν δια τον εν Ηπείρω στρατόν, εις τον οποίον είχον αρκεσθή να δώσουν την εντολήν της συνεχίσεως του αγώνος, με την προοπτικήν μόνον της με¬τά τινάς ημέρας δυνατότητας συνθηκολογήσεως, χωρίς ουδεμίαν άλλην κατεύθυνση, οδηγίαν η απλήν ένδειξη, παρά ποίου και υπό ποίας συνθήκας, θα ηδύνατο να γίνη αύτη. Τα πάντα αφήνετο να εξελιχθούν εις την τύχην των. Ουδεμία άλλη φροντίς, ή σκέψις δια τον μαχόμενον Στρατόν, ο οποίος μετά την επικειμένην αναχώρησιν της Κυβερνήσεως, θα παρέμεινε με την αγωνίαν της προσεγγιζούσης ταπεινώσεως και καταστροφής και με μόνην συμπαράσταση της προϊσταμένης αρχής, την βαρείαν υποθήκην της συνεχίσεως του αγώνος μέχρις εσχάτων. Ουδείς εσκέφθη, κατά τας τραγικάς αυτάς στιγμάς, όχι να συνταύτιση την τύχην του μετά του αγωνιζομένου και καλουμένου να θυσιασθή Στρατού, όπως άλλοτε θα επέβαλλαν αι στρατιωτικαί παραδόσεις, αλλά και να επισκεφθή απλώς, δι ολίγας ώρας, το μέτωπον και λάβη επαφήν με τας Ανωτέρας διοικήσεις, να εξήγηση τους λόγους διά τους οποίους η θυσία καθίσταται αναγκαία και δώσει εν γένει δια της παρουσίας του, ένα τόνο συμπαραστάσεως, που τόσον είναι αναγκαία εις παρόμοιας περιστάσεις. Σοβαρά επίδρασις της Ανωτάτης διοικήσεως, με το κύρος και γόητρον που έπρεπε αύτη να ακτινοβολή, ου¬δεμία ουδαμού ανεφάνη. Την προσωπικήν επαφήν, αντικαθίστων αι έγγραφοι ή τηλεγραφικαί διαταγαί της Κυβερνήσεως και του Αρχιστρατήγου, αι οποίαι όμως, λόγω της ταχείας εξελίξεως της καταστάσεως, δεν ηδύναντο, δυστυχώς, να ασκήσουν καμμίαν αποτελεσματικήν επίδρασιν, καθόσον η δύναμις των γεγονότων υπερέβαινεν ήδη κατά πολύ, την δύναμιν των λόγων.(...) Νομίζομεν όμως ότι, εάν απεδίδετο και εις την επίσκεφιν του μετώπου η μεγάλη σημασία την οποίαν αύτη προσελάμβανεν υπό τας κρατούσας τότε συνθήκας, ασφαλώς θα ηδύνατο να εξευρεθή και ο αναγκαίος χρόνος διά την πραγματοποίηση ταύτης. Ηγνοήθησαν, διά μίαν ακόμα φοράν, τα διδάγματα της ιστορίας και αι βασικαί αρχαί της διοικήσεως, και αι συνέπειαι εκ των παραλείψεων, τούτων δεν εβράδυναν να παρουσιασθούν» (Θ ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟΥ Από την κορυφήν του λόφου. Αθήνα)
[3] «Και τότε το Υπουργικόν Συμβούλιον, ο Πρωθυπουργός και πλην του Μανιαδάκη ό­λοι οι Υπουργοί, συνεφώνησαν ότι η Κυβέρνησις ευρίσκεται προ αλύτου διλήμματος, ο μεν Αρχηγός των βρεταννικών δυνάμεων να ζητεί να μη μεταφερθεί η Κυβέρνησις, ο δε στρατός - δηλ. οι πλείστοι των εν τω Μετώπω Αρχηγών του - να ζητεί συνθηκολόγησιν με τους Γερμανούς, ότι συνεπώς η Κυβέρνησις πρέπει να θεωρηθεί ως αποτυχούσα εις τας προσπάθειας της και να παραιτηθεί. Μέσα στην αναπόφευκτο διχο­γνωμία επρότειναν εις τον βασιλέα ν' αναθέσει την Κυβέρνησιν εις τους στρατιωτι­κούς, εκ των εντός και εκτός του στρατεύματος ευρισκομένων, διότι οι στρατιωτικοί, ως ασκούντες μεγαλυτέραν επιβολήν επί του μαχομένου στρατού από την Κυβέρνησιν Κορυζή, θα ηδύναντο να επιτύχουν να μη γίνει η συνθηκολόγησις μετά του εχθρού. Ο Βασιλεύς επεφυλάχθη να εκφέρει γνώμην και περί ώραν 2:20 μ.μ. το Υπουργικόν Συμβούλιον διεκόπη. Μετά την διακοπήν ο Βασιλεύς εκάλεσε τον Πρωθυπουργόν εις το παρακείμενον γραφείον. Κανείς δεν γνωρίζει αυθεντικώς τι διημείφθη μεταξύ των. Ύστερα από λίγη ώρα εξήλθε ο Κορυζής πελιδνός από το γραφείον του Βασιλέως, χω­ρίς να πει τίποτα σε κανέναν, επήρε το πανωφόρι του και το καπέλλο του από το γρα­φείο του, κατέβηκε δρομαίως την σκάλα του Ξενοδοχείου της Μεγάλης Βρεταννίας, μπήκε στο αυτοκίνητο του, πήγε κατ' ευθείαν στο σπίτι του και κλειδώθηκε στην κάμαρα του»".(ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ Α. Η θέσις της Ελλάδος εις τον Β Παγκόσμιον Πόλεμον. Αθήνα.) Σχετικά με τις συνθήκες θανάτου του Πρωθυπουργού Κορυζή ο Ιστορικός και Συγγραφέας Ιάκωβος Χονσροματίδης παρουσιάζει μια άκρως ενδιαφέρουσα υπόθεση εργασίας με τίτλο: ΔΟΛΟΦΟΝΗΘΗΚΑΝ ΟΙ ΜΕΤΑΞΑΣ-ΚΟΡΥΖΗΣ; Νέα στοιχεία στο φως (Στρατοί & Τακτικές - Τεύχος 13) .  http://ermionh.blogspot.com/2011/06/0_17.html 

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2012

CARTA DEL LAVORO- ΧΑΡΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ


Approvata il 21 aprile 1927, fu fatta applicare dal governo con la legge n. 2832 del 13 dicembre 1928. Introdotta nel Codice civile nel 1941, fu abrogata nel 1944.
I
La Nazione italiana è un organismo avente fini, vita, mezzi di azione superiori per potenza e durata a quelli degli individui divisi ο raggruppati che la compongono. È una unità morale, politica ed economica che si realizza integralmente nello Stato fascista.
(Το Ιταλικόν Έθνος είναι οργανισμός έχων σκοπούς, ζωήν, μέσα δράσεως , ανωτέρους από απόψεως ισχύος και διαρκείας εκείνων των ατόμων , κεχωρισμένων ή ηνωμένων , τα οποία το αποτελούν. Είναι ενότης ηθική , πολιτική και οικονομική, πραγματοποιουμένη  ολοκληρωρικώς  εν τω Φασιστικώ Κράτει.)
Il
Il lavoro, sotto tutte le sue forme organizzative ed esecutive, intellettuali, tecniche, manuali è un dovere sociale. A questo titolo, e solo a questo titolo, è tutelato dallo Stato. Il complesso della produzione è unitario dal punto di vista nazionale; i suoi obiettivi sono unitari e si riassumono nel benessere dei singoli e nello sviluppo della potenza nazio­nale.
(Η εργασία , υπό όλας  τας οργανωτικάς , εκτελεστικάς , πνευματικάς , τεχνικάς, χειρωνακτικάς, και άλλας μορφάς της, είναι κοινωνικόν καθήκον. Υπ' αυτήν την ιδιότητα , και μόνον υπ' αυτήν ,προστατεύεται από το Κράτος.Το σύνολον της παραγωγής είναι ενιαίον από εθνικής απόψεως , οι αντικειμενικοί σκοποί της είναι ενιαίοι και συνοψίζονται εν τη ευμαρειά των κατ΄ιδίαν ατόμων  και τη αναπτύξει της εθνικής ισχύος.)
IlΙ
L'organizzazione sindacale ο professionale è libera. Ma solo il sindacato legalmente riconosciuto e sottoposto al controllo dello Stato ha il diritto di rappresentare legalmente tutta la categoria di datori di lavoro ο di lavoratori per cui è costitui­to: di tutelarne di fronte allo Stato e alle altre associazioni professionali gli interessi; di stipulare contratti collettivi di lavoro dbbligatori per tutti gli appartenenti alla categoria; di imporre loro contributi e di esercitare, rispetto ad essi, fun­zioni delegate di interesse pubblico.
(Η επαγγελματική και σωματειακή  οργάνωσις είναι ελευθέρα. Αλλά μόνον το νομίμως αναγνωρισθέν και τεθέν υπό τον έλεγχον του Κράτους σωματείον , έχει το δικαίωμα να αντιπροσωπεύη νομίμως ολόκληρον την κατηγορίαν των εργοδοτών και εργατών, υπέρ της οποίας συνεστήθη' να προστατεύη, έναντι του Κράτους και των άλλων επαγγελματικών σωματείων , τα συμφέροντά της ' να συνομολογή συλλογικά συμβόλαια εργασίας υποχρεωτικά δι' ολόκληρον την κατηγορίαν ' να επιβάλη εισφοράς και να εξασκή , έναντι αυτών, λειτουργίας δημοσίου συμφέροντος.) 
IV
Nel contratto collettivo di lavoro trova la sua espressione concreta la solidarietà tra i vari fattori della produzione, me­diante la conciliazione degli opposti interessi dei datori di lavoro e dei lavoratori, e la loro subordinazione agli interessi superiori della produzione.
(Εν τω συλλογικώ συμβολαίω εργασίας ευρίσκει την συγκεκριμένην εκδήλωσίν της , η αλληλεγγύη μεταξύ των διαφόρων παραγόντων της παραγωγής , δια του συμβιβασμού των αντιτιθεμένων συμφερόντων των εργοδοτών και των εργατών, και η υπαγωγή των υπό τα ανώτερα συμφέροντα της παραγωγής.)
V
La Magistratura del lavoro è l'organo con cui lo Stato inter­viene a regolare le controversie del lavoro, sia che vertano sull'osservanza dei patti e delle altre norme esistenti, sia che vertano sulla determinazione di nuove condizioni del lavoro.
(Το Δικαστήριον της εργασίας είναι το όργανον δια του οποίου το Κράτος επεμβαίνει  προς διακανονισμόν  των εργατικών διαφορών , είτε αύται  αφορώσι την τήρησιν των συμβολαίων και των άλλων διατάξεων , είτε αποβλέπωσιν  εις τον καθορισμόν  νέων όρων εργασίας.)
VI
Le associazioni professionali legalmente riconosciute assi­curano l'uguaglianza giuridica tra i datori di lavoro e i lavo­ratori, mantengono la disciplina della produzione e del lavoro e ne promuovono il perfezionamento.
Le corporazioni costituiscono l'organizzazione unitaria delle forze della produzione e ne rappresentano integralmente gli interessi.
In virtù di questa integrale rappresentanza, essendo gli inte­ressi della produzione interessi nazionali, le corporazioni sono dalla legge riconosciute come organi di Stato. Quali rappresentanti degli interessi unitari della produzione, le corporazioni possono dettar norme obbligatorie sulla di­sciplina dei rapporti di lavoro e anche sul coordinamento della produzione tutte le volte che ne abbiamo avuto i necessari poteri dalle associazioni collegate.
(Τα νομίμως αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εξασφαλίζουν  την νομικήν ισότητα  μεταξύ των εργοδοτών  και των εργατών, τηρούν την πειθαρχίαν της παραγωγής  και της εργασίας  και τας προάγουν προς τελειοποίησιν . Αι συντεχνίαι αποτελούν την ενιαία οργάνωσιν των δυνάμεων της παραγωγής και αντιπροσωπεύουν εξ ολοκλήρου τα συμφέροντά της. Επί τη βάσει της πλήρους ταύτης εκπροσωπήσεως των συμφερόντων της παραγωγής  τα οποία ούτω καθίστανται εθνικά συμφέροντα , αι συντεχνίαι αναγνωρίζονται  υπό του νόμου ως όργανα του Κράτους. Ως αντιπρόσωποι των ενιαίων  συμφερόντων της παραγωγής, αι συντεχνίαι δύνανται να θέτουν υποχρεωτικάς διατάξεις  επί της πειθαρχίας  των σχέσεων της εργασίας  ως και επί  του συντονισμού  της παραγωγής οσάκις ήθελον λάβει την αναγκαίαν εξουσιοδότησιν  των δι' αυτών εκπροσωπουμένων σωματείων.)
VII
Lo Stato corporativo considera l'iniziativa privata nel campo della produzione come lo strumento più efficace e più utile nell'interesse della Nazione.
L'organizzazione privata della produzione essendo una funzione di interesse nazionale, l'organizzatore dell'impresa è responsabile dell'indirizzo della produzione di fronte allo Stato. Dalla collaborazione delle forze produttive deriva fra esse reciprocità di diritti e di doveri. Il prestatore d'opera, tecnico, impiegato od operaio, è un collaboratore attivo del­l' impresa economica, la direzione della quale spetta al datore di lavoro che ne ha la responsabilità. 
(Το Συντεχνιακόν Κράτος θεωρεί την ιδιωτικήν πρωτοβουλίαν  εν τω πεδίω  της παραγωγής  ως το αποτελεσματικώτερον  και χρησιμώτερον όργανον προς συμφέρον του Έθνους. Της ιδιωτικής οργανώσεως  της παραγωγής ούσης  λειτουργίας εθνικού συμφέροντος , ο οργανωτής  της επιχειρήσεως  είναι υπεύθυνος  δια την κατεύθυνσιν  της παραγωγής , έναντι του Κράτους. Εκ της συνεργασίας  των παραγωγικών δυνάμεων  απορρέει  μεταξύ των  αμοιβαιότης δικαιωμάτων και καθηκόντων . Ο παρέχων την εργασίαν του τεχνίτης , υπάλληλος  ή εργάτης, είναι ενεργός συνεργάτης ,της οικονομικής επιχειρήσεως , η διεύθυνσις της οποίας ανήκει εις τον εργοδότην ο οποίος έχει και την ευθύνην.) 
VΙΙΙ
Le associazioni professionali di datori di lavoro hanno l'obbligo di promuovere in tutti i modi l'aumento, il perfezionamento della produzione e la riduzione dei costi. Le rappresentanze di coloro che esercitano una libera professione ο un'arte e le associazioni di pubblici dipendenti concorrono alla tutela degli interessi dell'arte, della scienza e delle lettere, al perfezionamento della produzione e al conseguimento dei fini morali dell'ordinamento corporativo.
(Αι επαγγελματικαί ενώσεις  των εργοδοτών έχουν την υποχρέωσιν να προάγωσι δι' όλων των μέσων την αύξησιν της παραγωγής , την τελειοποίησιν  αυτής  και την ελάττωσιν των τιμών.Αι αντιπροσωπείαι των ασκούντων ελεύθερον επάγγελμα ή τέχνην και αι ενώσεις των εξαρτωμένων εκ του δημοσίου, συντρέχουσιν εις την προάσπισιν  των συμφερόντων της τέχνης , της επιστήμης και των γραμμάτων, εις την τελειοποίησιν της παραγωγής  και εις την επίτευξιν των ηθικών σκοπών της συντεχνιακής οργανώσεως.)
IX
L'intervento dello Stato nella produzione economica ha luo­go soltanto quando manchi ο sia insufficiente l'iniziativa pri­vata ο quando siano in gioco interessi politici dello Stato. Tale intervento può assumere la forma del controllo, dell' incoraggiamento e della gestione diretta.
(Η επέμβασις του Κράτους εις την οικονομικήν παραγωγήν  επέρχεται μόνον όταν ελλείπει ή είναι ανεπαρκής η ιδιωτική πρωτοβουλία ή όταν απειλούνται πολιτικά συμφέροντα του Κράτους. Η τοιαύτη επέμβασις δύναται να προσλάβη την μορφήν ελέγχου , ενθαρρύνσεως ή και αμέσου διαχειρήσεως.)
χ
Nelle controversie collettive del lavoro l'azione giudiziaria non può essere intentata se l'organo corporativo non ha prima esperito il tentativo di conciliazione.
Nelle controversie individuali concernenti l'interpretazione e l'applicazione dei contratti collettivi di lavoro, le associazioni professionali hanno facoltà di interporre i loro uffici per la conciliazione.
La competenza per tali controversie è devoluta alla Magistratura ordinaria, con l'aggiunta di assessori designati dalle associazioni professionali interessate.
(Επί των συλλογικών διαφορών της εργασίας η δικαστική ενέργεια  δεν δύναται να ασκηθή εάν προηγουμένως το συντεχνιακόν όργανον δεν επεχείρησεν απόπειραν συνδιαλλαγής. Επί των ατομικών διαφορών  των αφορωσών την ερμηνείαν και την εφαρμογήν των συλλογικών συμβολαίων εργασίας , αι επαγγελματικαί ενώσεις δύνανται να προσφέρωσι την μεσολάβησίν των  δια την συνδιαλλαγήν. Η αρμοδιότης δια τας τοιαύτας διαφοράς , ανήκει εις την τακτικήν δικαιοσύνην επικουρουμένην υπό παρέδρων προτεινομένων υπό των ενδιαφερομένων επαγγελματικών ενώσεων.)
XI
Le associazioni professionali hanno l'obbligo di regolare, mediante contratti collettivi, i rapporti di lavoro fra le cate­gorie di datori di lavoro e di lavoratori che rappresentano. Il contratto collettivo di lavoro si stipula fra associazioni di primo grado, sotto la guida e il controllo delle organizzazioni centrali, salva la facoltà di sostituzione da parte dell'asso­ciazione di grado superiore, nei casi previsti dalla legge e dagli statuti.
Ogni contratto collettivo di lavoro, sotto pena di nullità, deve contenere norme precise sui rapporti disciplinari, sul periodo di prova, sulla misura e sul pagamento della retribuzione, sull'orario di lavoro.
(Αι Επαγγελματικαί ενώσεις έχουσι την υποχρέωσιν να ρυθμίζωσι δια συλλογικών συμβολαίων , τας σχέσεις της εργασίας μεταξύ των κατηγοριών των εργοδοτών και εργαζομένων τας οποίας αντιπροσωπεύουσι. Το Συλλογικόν συμβόλαιον εργασίας καταρτίζεται μεταξύ ενώσεων πρώτου βαθμού υπό την οδηγίαν και τον έλεγχον των κεντρικών οργανώσεων , πλην του δικαιώματος της τροποποιήσεως εκ μέρους οργανώσεως ανωτέρου βαθμού, εις τας υπό του νόμου κι των καταστατικών προβλεπομένας περιπτώσεις. Παν συλλογικόν συμβόλαιον εργασίας δέον να περιλαμβάνη, επί ποινή ακυρώτητος, ακριβείς διατάξεις επί των πειθαρχικών σχέσεων , επί του χρόνου της δοκιμασίας , επί του μέτρου και της πληρωμής της αντιμισθίας και επί του μέτρου και της πληρωμής της αντιμισθίας και επί των ωρών εργασίας.)
XII
L'azione del sindacato, l'opera conciliativa degli organi cor­porativi e la sentenza della Magistratura del lavoro garanti­scono la corrispondenza del salano alle esigenze normali di vita, alle possibilità della produzione e al rendimento del la­voro.La determinazione del salario è sottratta a qualsiasi norma generale e affidata all'accordo delle parti nei contratti col­lettivi.

(Η δράσις του Συνδικάτου , το συνδιαλλακτικόν έργον των συντεχνιακών οργάνων και η απόφασις του Δικαστηρίου της εργασίας, εγγυώνται την προσαρμογήν των ημερομισθίων εις τας κανονικάς απαιτήσεις της ζωής, εις τας δυνατότητας της παραγωγής και εις την απόδοσιν της εργασίας. Ο καθορισμός του ημερομισθίου παραμένει εκτός παντός γενικού κανόνος και ανατίθεται εις συμφωνίαν των ενδιαφερομένων δια των συλλογικών συμβολαίων.)
XIII
I dati rilevati dalle pubbliche Amministrazioni, dall'Istituto centrale di statistica e dalle associazioni professionali legal­mente riconosciute, circa le condizioni della produzione e del lavoro e la situazione del mercato monetario, e le varia­zioni del tenore di vita dei prestatori d'opera, coordinati ed elaborati dal Ministero delle corporazioni, daranno il criterio per contemperare gli interessi delle varie categorie e delle classi fra di lóro e di queste coll'interesse superiore della produzione.
(Τα συγκεντρούμενα στοιχεία υπό των δημοσίων Αρχών , του κεντρικού Ινστιτούτου στατιστικής και των νομίμως αναγνωρισμένων επαγγελματικών ενώσεων, ως προς τας συνθήκας της παραγωγής και της εργασίας και την κατάστασιν της χρηματαγοράς και τας μεταβολάς των συνθηκών της ζωής των εργαζομένων συναρμοζόμενα και επεξεργαζόμενα υπό του Υπουργείου των Συντεχνιών , θέλουν αποτελεί τον γνώμονα διά την προσαρμογήν των συμφερόντων των διαφόρων κατηγοριών και τάξεων μεταξύ των και τούτων προς το ανώτερο συμφέρον της παραγωγής.) 
XIV
La retribuzione deve essere corrisposta nella forma più con­sentanea alle esigenze del lavoratore e dell'impresa. Quando la retribuzione sia stabilita a cottimo, e la liquida­zione dei cottimi sia fatta a periodi superiori alla quindicina, sono dovuti adeguati acconti quindicinali ο settimanali.
II lavoro notturno, non compreso in regolari turni periodici, viene retribuito con una percentuale in più, rispetto al lavoro diurno.
Quando il lavoro sia retribuito a cottimo, le tariffe di cottimo debbono essere determinate in modo che all'operaio labo­rioso, di normale capacità lavorativa, sia consentito di con­seguire un guadagno minimo oltre la paga base.
(Η αντιμισθία δεον ν ανταποκρίνεται , εν τη μάλλον αρμοζούση μορφή , προς τας ανάγκας του εργαζομένου και της επιχειρήσεως. Όταν η αμοιβή κανονίζεται κατ’ αποκοπήν και η εκκαθάρισις γίνεται κατά περιόδους υπερβαινούσας το δεκαπενθήμερον , δέον να παρέχονται ανάλογοι προκαταβολαί δεκαπενθήμεροι η εβδομαδιαίοι .Η  μη συντελουμένη ανά κανονικά χρονικά διαστήματα νυκτερινή εργασία θέλει αμείβεσθαι δια ποσοστού επιπλέον της ημερησίας τοιαύτης. 

Όταν η εργασία αμείβεται κατ’ αποκοπήν η διατίμησις της μονάδος δέον να καθορίζεται κατά τρόπον ώστε εις τον φιλόπονον εργάτην κανονικής εργατικής ικανότητος, να επιτρέπεται η απόλαυσις ελαχίστου κέρδους επί πλέον της βασικής πληρωμής.)
XV
Il prestatore di lavoro ha diritto al riposo settimanale in coin­cidenza con le domeniche.
I contratti collettivi applicheranno il principio tenendo conto delle norme di legge esistenti, delle esigenze tecniche delle imprese, e nei limiti di tali esigenze procureranno altresì che siano rispettate le festività civili e religiose secondo le tradi­zioni locali. L'orario di lavoro dovrà essere scrupolosamente e intensa­mente osservato dal prestatore d'opera.
(Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα καθ' εβδομάδα αναπαύσεως συμπιπτούσης με την Κυριακήν.Τα συλλογικά συμβόλαια θέλουν  εφαρμόζει την αρχήν ταύτην λαμβάνοντα υπ΄όψει τας κειμένας διατάξεις  των νόμων, τας τεχνικάς ανάγκας  των επιχειρήσεων και εντός των ορίων των αναγκών τούτων θα φροντίζουν να παραμένουν σεβασταί αι πολιτικαί και θρησκευτικαί εορταί κατά τας τοπικάς παραδόσεις. Αι ώραι εργασίας δέον να τηρώνται αυστηρώς και εντατικώς υπό του εργαζομένου. )
XVI
Dopo un anno di ininterrotto servizio il prestatore d'opera, nelle imprese a lavoro continuo, ha il diritto ad un periodo annuo di riposo feriale retribuito. 
(Μετά ενός έτους αδιάλειπτον υπηρεσίαν ο εργαζόμενος εις επιχειρήσεις συνεχούς εργασίας , δικαιούται ετησίως  εις περίοδον αναπαύσεως μετ΄αποδοχών.)
XVII
Nelle imprese a lavoro continuo il lavoratore ha il diritto in caso di cessazione dei rapporti di lavoro per licenziamento senza sua colpa ad un'indennità proporzionata agli anni di servizio. Tale indennità è dovuta anche in caso di morte del lavoratore.
(Εις τας επιχειρήσεις συνεχούς εργασίας ο εργαζόμενος δικαιούται εν περιπτώσει λύσεως  των σχέσεων  εργασίας συνεπεία απολύσεως  μη εξ υπαιτιότητός του, εις αποζημίωσιν  ανάλογον προς τα έτη υπηρεσίας του. Τοιαύτη αποζημίωσις  οφείλεται ωσαύτως εν περιπτώσει θανάτου του εργαζομένου.)
XVIII
Nelle imprese a lavoro continuo, il trapasso dell'azienda non risolve il contratto di lavoro, e il personale ad essa addetto conserva i suoi diritti nei confronti del nuovo titolare. Egual­mente la malattia del lavoratore, che non ecceda una deter­minata durata, non risolve il contratto di lavoro. Il richiamo alle armi ο in servizio della Μ. V. S. N. non è causa di licen­ziamento.
(Εις τας επιχειρήσεις συνεχούς  εργασίας, η μεταβίβασις της διοικήσεως δεν διαλύει την σύμβασιν εργασίας και το ανήκον εις αυτάς προσωπικόν διατηρεί τα δικαιώματά του απέναντι του νέου ιδιοκτήτου. Επίσης η ασθένεια του εργαζομένου η οποία δεν υπερβαίνει ωρισμένην διάρκειαν, δεν διαλύει το συμβόλαιον εργασίας.  Η κλήσις υπό τα όπλα ή εις την υπηρεσίαν της Φρουράς Εθνικής Ασφαλείας , δεν αποτελεί αιτίαν απολύσεως.)
XIX
Le infrazioni alla disciplina e gli atti che perturbino il normale andamento dell'azienda, commessi dai prenditori di lavori, sono puniti, secondo la gravità della mancanza, con la multa, con la sospensione dal lavoro e, per i casi più gravi, col licenziamento immediato senza indennità. Saranno specificati i casi in cui l'imprenditore può infliggere la multa ο la sospensione ο il licenziamento immediato senza indennità.
(Αι παραβάσεις της πειθαρχίας , αι πράξεις αι διαταράσσουσαι την κανονικήν λειτουργίαν της επιχειρήσεως , αι διαπραττόμεναι υπό των αναλαμβανόντων  εργασίαν, τιμωρούνται  αναλόγως της βαρύτητος αυτών  με πρόστιμον , προσωρινήν απόλυσιν  ή και εις σοβαροτέρας  περιπτώσεις με άμεσον απόλυσιν  άνευ αποζημιώσεως. Θέλουν καθορισθή αι περιπτώσεις υφ ας ο εργοδότης θα δύναται να επιβάλλη πρόστιμον, προσωρινήν απόλυσιν ή άμεσον απόλυσιν  άνευ αποζημιώσεως.)  
XX
Il prestatore di opera di nuova assunzione è soggetto ad un periodo di prova, durante il quale è reciproco il diritto alla risoluzione del contratto, col solo pagamento della retribuzione per il tempo in cui il lavoro è stato effettivamente pre­stato. 
(Ο εργαζόμενος κατά την πρώτην αυτού πρόσληψιν υποχρεούται εις περίοδον δοκιμασίας, κατά την οποίαν  το δικαίωμα διαλύσεως του συμβολαίου είναι αμοιβαίον με μόνην πληρωμήν αντιμοισθίας διά τον χρόνον καθ' ον πράγματι η εργασία παρεσχέθη.)
XXI
Il contratto collettivo di lavoro estende i suoi benefici e la sua disciplina anche ai lavoratori a domicilio. Speciali norme sa­ranno dettate dallo Stato per assicurare la polizia e l'igiene del lavoro a domicilio.
(Το συλλογικόν συμβόλαιον εργασίας εκτείνει τα ευεργετήματα και τας διατάξεις του και εις τους οικιακούς εργάτας. Ιδιαίτεραι διατάξεις θα καθορισθώσιν  υπό του Κράτους  προς εξασφάλισιν  της επιβλέψεως και υγιεινής  της κατ΄οίκον εργασίας.)
XXII
Lo Stato accerta e controlla il fenomeno della occupazione e della disoccupazione dei lavoratori, indice complessivo delle condizioni della produzione e del lavoro.
(Το Κράτος διαπιστώνει και ελέγχει το φαινόμενον της απασχολήσεως και ανεργίας των εργαζομένων, ως συνολικήν ένδειξιν  των συνθηκών της παραγωγής.)
XXIII
Gli Uffici di collocamento sono costituiti a base paritetica sotto il controllo degli organi corporativi dello Stato. I datori di lavoro hanno l'obbligo di assumere i prestatori d'opera pel tramite di detti Uffici. Ad essi è data facoltà di scelta nell'am­bito degli iscritti negli elenchi con preferenza a coloro che appartengono al Partito e ai Sindacati fascisti, secondo l'an­zianità di iscrizione.
(Τα γραφεία τοποθετήσεως ανέργων ιδρύονται βάσει αρχής ισότητος υπό τον έλεγχον των συντεχνιακών οργάνων του Κράτους. Οι εργοδόται έχουσιν την υποχρέωσιν της προσλήψεως των εργαζομένων μέσω των ειρημένων γραφείων . Εις τούτους παρέχεται η ευχέρια της εκλογής εκ των εγγεγραμμένων εις τους καταλόγους , προτιμωμένων των ανηκόντων εις το κόμμα και τα φασιστικά συνδικάτα αναλόγως της αρχαιότητος της εγγραφης.) 
XXIV
Le associazioni professionali di lavoratori hanno l'obbligo di esercitare un'azione selettiva fra i lavoratori, diretta ad elevarne sempre di più la capacità tecnica e il valore morale. (Αι επαγγελματικαί ενώσεις των εργαζομένων έχουσιν υποχρέωσιν ασκήσεως επιλογής  μεταξύ των μελών των επί σκοπώ εξυψώσεως  της τεχνικής ικανότητος και της ηθικής αξίας αυτών.)
XXV
Gli organi corporativi sorvegliano perché siano osservate le leggi sulla prevenzione degli infortuni e sulla polizia del lavoro da parte dei singoli soggetti alle associazioni colle­gate.
(Τα συντεχνιακά όργανα επιβλέπουν επί της εφαρμογής των νόμων περί προλήψεως ατυχημάτων και αστυνομίας της εργασίας εκ μέρους των υπαγομένων εις τας υπ' αυτάς συνηνωμένας επαγγελματικάς ενώσεις.)
XXVI
La previdenza è un'alta manifestazione del principio di col­laborazione. Il datore di lavoro e il prestatore di opera devono concorrere proporzionalmente agli oneri di essa. Lo Stato, mediante gli organi corporativi e le associazioni professio­nali, procurerà di coordinare e di unificare, quanto è più possibile, il sistema e gli istituti della previdenza.

(Η πρόνοια είναι μία υψηλή εκδήλωσις της αρχής της συνεργασίας. Ο εργοδότης και ο εργαζόμενος οφείλουν να συντρέχουν εν αναλογία εις τα βάρη ταύτης. To Κράτος μέσω των συντεχνιακών οργάνων και των επαγγελματικών σωματείων θέλει φροντίσει να εναρμονίση και ενοποιήση, κατά το δυνατόν περισσότερον, το σύστημα και τα ιδρύματα προνοίας.)
XXVII
Lo Stato fascista si propone: 1° il perfezionamento dell'assicurazione infortuni; 2° il miglioramento e l'estensione dell'assicurazione mater­nità; 3° l'assicurazione delle malattie professionali e della tuber­colosi come avviamento all'assicurazione generale contro tutte le malattie; 4; il perfezionamento dell'assicurazione contro la disoccu­pazione involontaria;5° l'adozione di forme speciali assicurative dotalizie pei gio­vani lavoratori.

(Το φασιστικόν Κράτος προτίθεται να προβή : 1) εις την τελειοποίησιν της ασφαλίσεως κατά των ατυχη­μάτων ' 2) εις την βελτίωσιν και επέκτασιν της ασφαλίσεως μητρότητος ' 3) εις την σύστασιν ασφαλίσεως κατά των επαγγελματικών ασθενειών και της φυματιώσεως, ως απαρχήν προς την γενικήν ασφάλισιν κατά πασών των ασθενειών 4) εις την τελειοποίησιν της ασφαλίσεως κατά της ακουσίας ανεργίας' 5) εις τον καθαρισμόν ιδιαιτέρων ασφαλιστικών τύ­πων προικίσεως των νεαρών εργαζομένων γυναικών»·
XXVIII
È compito delle associazioni di lavoratori la tutela dei loro rappresentanti nelle pratiche amministrative e giudiziarie, relative all'assicurazione infortuni e alle assicurazioni sociali. Nei contratti collettivi di lavoro sarà stabilita, quando sia tec­nicamente possibile, la costituzione di casse mutue per ma­lattìa col contributo dei datori di lavoro e dei prestatori d'o-
pera, da amministrarsi da rappresentanti degli uni e degli altri, sotto la vigilanza degli organi corporativi.
(Τα εργατικά σωματεία οφείλουν να υπερασπίζωσι τα συμφέροντα των μελών αυτών κατά τας διοικη­τικάς και δικαστικάς διαδικασίας τας σχετικάς με την ασφά­λισιν κατά των ατυχημάτων και τας κοινωνικάς ασφαλίσεις. 
Τα συλλογικά συμβόλαια εργασίας θέλουν προβλέπει εφόσον τεχνικώς θα είναι δυνατόν, περί συστάσεως αλληλο­βοηθητικών ταμείων ασθενειών, τροφοδοτούμενων δια εισφορών των εργοδοτών και εργαζομένων και διοικουμένων υπό αντιπροσώπων των δύο μερών, υπό την επίβλεψιν των συντεχνιακών οργάνων.) 
XXIX
L'assistenza ai propri rappresentanti, soci e non soci, è un diritto e un dovere delle associazioni professionali. Queste debbono esercitare direttamente le loro funzioni di assisten­za, né possono delegarle ad altri enti od istituti, se non per obiettivi d'indole generale, eccedenti gli interessi delle sin­gole categorie.
(Η περίθαλψις των αντιπροσωπευομένων, εταίρων και μη, αποτελεί δικαίωμα και υποχρέωσιν των επαγγελματικών σωματείων, άτινα οφείλουσι να ασκώσι το έργον της περιθάλψεως απ' ευθείας δια των οργάνων των, μη επιτρεπομένου να μεταβιβάζωσι τούτο εις έτερα ιδρύ­ματα η οργανισμούς ειμή προκειμένου περί σκοπών γενικού ενδιαφέροντος υπερβαλλόντων τα συμφέροντα των μεμονω­μένων κατηγοριών.) 
XXX
L'educazione e l'istruzione, specie l'istruzione professiona­le, dei loro rappresentati, soci e non soci, è uno dei principali doveri delle associazioni professionali. Esse devono affian­care l'azione delle Opere nazionali relative al dopolavoro e alle altre iniziative di educazione.

(Η αγωγή και η εκπαίδευσις, και ιδίως η επαγγελματική τοιαύτη, των παρ' αυτών άντιπροσωπευομένων εταίρων ή μή, είναι εκ των πρωτίστων καθηκόντων των επαγγελματικών σωματείων. Ταύτα οφείλουν να υποστηρίζωσι την δράσιν των εθνικών ιδρυμάτων των ασχο­λουμένων με την χρησιμοποίησιν των ωρών σχολής των ερ­γαζομένων και με τας άλλας εκδηλώσεις τας σχετικάς με την αγωγήν.)

CARLALBERTO GRILLENZONI :Ο ΧΑΡΤΗΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ Η ΣΥΝΤΕΧΝΙΑΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ. ΜΕΡΟΣ Β


Κατά την σύνταξιν του Χάρτου της Εργασίας, ο Φασισμός ηκολούθησε την συνήθη μέθοδόν του, συνισταμένην εις την δημιουργίαν του νόμου επί τη βάσει της πείρας των πραγμάτων, λαμβανομένων συγχρό­νως υπ' όψει των αναγκών και των διεκδικήσεων, των οποίων αυτά ταύτα τα πράγματα απέδειξαν την ύπαρξιν. Εκωδικοποιήθησαν εξ άλλου κατά τρόπον οριστικόν, όπως ελέχθη, αι αρχαί εκείναι αίτινες δέον να θεωρηθούν ως βασικαί της οικονομικής αντι­λήψεως του Φασισμού και αι οποίαι διακανονίζουν ολόκληρον την εξέλιξιν της μεταγενεστέρας νομοθε­τικής δημιουργίας.
Το Μέγα Φασιστικόν Συμβούλιον, κατά την συνεδρίασιν του της 6 Ιανουαρίου 1927, απεφάσισεν όπως το Υπουργείον των Συντεχνιών εν συμφωνία προς τα ενδιαφερόμενα Υπουργεία και τον Γραμμα­τέα του Κόμματος, προβή εις την επεξεργασίαν ενός Χάρτου Εργασίας, συμμορφούμενον προς τας ακο­λούθους αντιλήψεις :
1) Διακήρυξιν αλληλεγγύης μεταξύ των διαφόρων παραγόντων της παραγωγής εν τω υπερτέρω συμφέροντι του Έθνους.
2) Κωδικοποίησιν οργανικήν των νόμων περί κοινωνικής προνοίας και βοηθείας προς τους εργάτας.
3) Κωδικοποίησιν και συγχρονισμόν των νόμων περί προστασίας της εργασίας.
4) Καθορισμόν γενικών κανόνων επί των όρων της συμβάσεως εργασίας.(54)
Εν συνεχεία, κατά την πρώτην συνεδρίασιν των εμπειροτεχνών, την 11 Φεβρουαρίου 1927, ανεκοινώθησαν τα κατωτέρω θεμελιώδη σημεία, τα οποία καθωρίσθησαν υπό του Αρχηγού της Κυβερνήσεως:
1) Πραγματοποίησις της νομικής ισότητος μετα­ξύ των κοινωνικών τάξεων, ήτις ουδέποτε είχεν επιτευχθή υπό των φιλελευθέρων και δημοκρατικοσοσιαλιστικών καθεστώτων, και διακήρυξις της αλ­ληλεγγύης μεταξύ όλων των πολιτών έναντι των υπερτέρων συμφερόντων της Πατρίδος, τα οποία ως εκ. τούτου καθίστανται το όριον και ο κανών όλων των ατομικών δικαιωμάτων, από του δικαιώματος ιδιοκτησίας και κέρδους μέχρις εκείνου της εργασίας και του ημερομισθίου.
2) Ίδρυσις των σωματειακών αρχών δια της ανυψώσεως της επαγγελματικής ενώσεως (σωματείου) εις θεσμόν δημοσίου δικαίου εφοδιασμένου με πρα­γματικήν κανονιστικήν εξουσίαν όσον αφορά τα συμφέροντα των αντιστοίχων επαγγελματικών κατη­γοριών και βεβαρυμένον με κοινωνικά καθήκοντα, λόγω των οποίων πρέπει να θεωρηθή  όργανον οικο­νομικής πολιτικής και εθνικής αγωγής. Ο συνοπτι­κός τύπος των αρμοδιοτήτων των αρχών τούτων δύναται να εκφρασθή ως εξής : Το ανώτατον όριον λειτουργιών υπέρ του Κράτους, καμμία εξουσία ε­ναντίον του Κράτους.
3) Ευθύνη των κατ' ιδίαν πολιτών των εγγεγραμ­μένων εις τας ενώσεις έναντι του σωματείου, εν τη ιδιότητί του ως ελέγχοντος την ακριβή τήρησιν των (55) συμφωνιών αίτινες δεσμεύουν την εργασίαν και την παραγωγήν.
4) Ευθύνη των σωματείων έναντι του Κράτους δια παν ότι ενδιαφέρει την πειθαρχίαν των επαγ­γελματικών κατηγοριών τας οποίας οργανώνουν, κανονίζουν και αντιπροσωπεύουν, και υποχρέωσις των σωματείων να εξασφαλίζουν την πειθαρχίαν αυτήν εις τα κατ' ιδίαν θέματα διά σκοπίμου ανα­θεωρήσεως των εκ του καταστατικού καθηκόντων των.
5) Οργανική συνεργασία των σωματείων με το Υπουργείον των Συντεχνιών, όργανον της πολιτικής και κοινωνικής ανανεώσεως της Ιταλίας, δια να εξασφαλισθή εις το Κράτος η πλήρης διεύθυνσις των κοινωνικών δυνάμεων και επιτευχθή το ανώτατον όριον αλληλεγγύης και πειθαρχίας μεταξύ των Ιταλών τόσον εν τω ηθικώ όσον και εν τω οικονομικώ πεδίω.
Συνταγείς επί τη βάσει των αντιλήψεων τούτων, ο Χάρτης της Εργασίας υπεβλήθη εις την έγκρισιν του Μεγάλου Φασιστικού Συμβουλίου κατά την συνεδρίασιν της 21 Απριλίου 1927. Το Μέγα Συμβούλιον, εγκρίνον,απεφάσισεν όπως η Κυβέρνησις προβή  εις την λήψιν  όλων εκείνων των μέτρων διά την πλήρη ολοκλήρωσίν του [1].
Ο Χάρτης της Εργασίας αποτελείται από τριάκοντα δηλώσεις, υποδιηρημένας εις τέσσαρα κεφά­λαια. Το πρώτον (διακηρύξεις 1-10) ασχολείται με «το Συντεχνιακόν Κράτος και την οργάνωσίν του», το δεύτερον (διακηρύξεις 11-21) με το «Συλλογικόν συμβόλαιον και τας εγγυήσεις της εργασίας», το τρίτον (διακηρύξεις 22-25) με «τα γραφεία τοποθε­τήσεως» και το τέταρτον (διακηρύξεις 26-30) με την πρόνοιαν, βοήθειαν, αγωγήν και εκπαίδευσιν».
Το πρώτον μέρος είναι, δηλαδή, καθαρώς πολι­τικόν και οικονομικόν και χαράσσει τας βασικάς γραμμάς του οικοδομήματος και αυτής ταύτης της ζωής του Συντεχνιακού Κράτους, ενώ τα άλλα,  άτινα θα εξετασθούν εις το επόμενον κεφάλαιον, έχουν χαρακτήρα προ παντός νομικόν και κοινωνικόν και καθορίζουν τας εγγυήσεις υπό των οποίων δέον να προστατευθή η εργασία. Αλλά, εκ του συνόλου του Χάρτου, απορρέουν τρεις μεγάλαι ηθικοπολιτικαί αρχαί, αποτελούσαι την βάσιν της φασιστικής αντιλήψεως, ήτοι το καθήκον της εργασίας, θεωρούμενον εθνικού  συμφέροντος, η ιδιωτική πρωτοβουλία της παραγωγής και η νομική ισότης των κοινωνικών τάξεων. Εννοείται οίκοθεν ότι η ισότης αυτή των κοινωνικών τάξεων δεν εκτίθεται ενταύθα ως αρχή δεδομένου ότι η αρχή αυτή είναι παγκοσμίως ανεγνωρισμένη και εκτός συζητήσεως, άλλα ως υποχρέωσις του Κράτους να θέση, μέσω μιας επί τούτω οργανώσεως, όλας τας τάξεις υπό συνθήκας καθιστώσας αυτάς ικανάς να επιβάλλουν επίσης τα κατ' ιδίαν συμφέροντα των. Χαράσσεται ούτω η πλήρης αντίθεσις της συντεχνιακής οικονομίας, τόσον προς την φιλελευθέραν οίκονομίαν (ήτις εν τη εργα­σία λαμβάνει υπ' όψιν μόνον το ατομικόν συμφέρον όσον έναντι της σοσιαλιστικής οικονομίας, ήτις αρ­νείται την ιδιωτικήν πρωτοβουλίαν και αναθέτει εις το Κράτος όλας τας πρωτοβουλίας.
Το γεγονός, εξ άλλου, ότι ο Χάρτης, εις τας πρώτας δηλώσεις, καθορίζει τους κανόνας του εθνικού δόγματος του Φασισμού, σημαίνει την σύνδεσιν προς την νέαν ηθικήν και πολιτικήν τάξιν του Ιταλικού Κράτους και την τακτοποίησιν εν αυτώ όλων των σχέσεων, διατάξεων, συμφωνιών εκείνων, αι οποίαι αφορούν την εργασίαν και την οικονομικήν παραγωγήν: τοποθετείται, με άλλας λέξεις, προγραμματι­κώς η οικονομική ζωή της Χώρας εν τη πολιτική τοιαύτη. Και, δοθείσης της ενιαίας αντιλήψεως περί εργασίας της καθοριζομένης υπό του Χάρτου, ούτος απευθύνεται προς ολόκληρον το Έθνος, επιλαμβανόμενος (58) όλων των εκδηλώσεων της ζωής και  διακανονίζων αυτάς.

CARLALBERTO GRILLENZONI :Ο ΧΑΡΤΗΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ Η ΣΥΝΤΕΧΝΙΑΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ. ΜΕΡΟΣ Α



O Χάρτης της Εργασίας είναι το σπουδαιότερον νομοθέτημα του Φασισμού από πολιτικής και οικονομικής απόψεως, επειδή καθορίζει τας σχετικάς αντιλήψεις του και τας κεντρικάς γραμμάς επί των οποίων βασίζονται αι μεταγενέστεραι νομοθετικαί διατάξεις. Ως εκ τούτου ούτος θα εξετασθή λεπτομερέστερον ,ίνα καταστούν καλύτερον αντιληπταί αι βασικαί αρχαί ολοκλήρου της σωματειακής και συντεχνιακής Ιταλικής οργανώσεως. Το χαρακτηριστικόν του Χάρτου της Εργασίας έγκειται ακριβώς εν τω γεγονότι ότι δεν περιορίζεται εις προγραμμα­τικάς διαβεβαιώσεις, εις ένα πρόλογον δηλαδή των μεταγενεστέρων νομοθετημάτων ή εις μίαν κωδικοποίησιν προϋπαρχόντων τοιούτων, άλλα καθορίζει αρχάς βασικάς αποτελούσας τα θεμέλια της συντεχνιακής οικονομίας και τοποθετούσας αυτήν εις απόλυτον αντίθεσιν προς την φιλελευθέραν οικονομίαν. Όπως ελέχθη ήδη εν τη υποσημειώσει του προηγου­μένου κεφαλαίου, δια της εκφράσεως ταύτης νοούμεν όλας τας οικονομικάς εκείνας δοξασίας αίτινες - μη συνταυτίζουσαι το άτομον προς το Κράτος αλλ' ενί­οτε τοποθετούσαι εκείνο αντιμέτωπον προς τούτο -θεωρούν το άτομον ικανόν δράσεων απολύτως ανε­ξαρτήτων των εξουσιών και των επιρροών του Κράτους. 
Δεν πρόκειται ενταύθα να εισέλθωμεν εις λεπτο­μερή κριτικήν της φιλελευθέρας οικονομίας, δια να μη υπερβώμεν τα όρια της παρούσης μελέτης. Αρκεί (49) ατελώς να υπομνήσωμεν ότι εσχάτως η δύναμις των πραγμάτων απέδειξε το πλήρες ναυάγιον πολλών θεωριών αίτινες εθεωρούντο απρόσβλητοι. Ας ρίψωμεν εν απλούν βλέμμα επί της παγκοσμίου αγοράς, δια να πεισθώμεν ότι η φιλελευθέρα οικονομία απέδειξεν ότι είναι αφηρημένη επιστήμη, της οποίας τα συμπεράσματα και οι νόμοι - συνήθως λογικώς ακρι­βέστατοι επί του χάρτου-δεν έχουν ουδεμίαν σχέσιν προς την πραγματικότητα. Αύτη περιορίζεται, κατά βάθος, εις το παίγνιον του ελευθέρου συναγωνισμού και των συγκοινωνούντων αγγείων και λέγει απλώς προς το Κράτος «μη αναμιγνύεσαι,» και προς το άτο­μον «κάμε ότι θέλης», βεβαία ότι από αυτόν τον τύ­πον θα προκύψη το ανώτατον δυνατόν όριον ατομικής ευμαρείας. Τό κυριώτερον όμως λάθος της έγκειται, εις την αφετηρίαν της, ήτοι εις το γεγονός ότι η φιλελευθέρα οικονομία προσπαθεί να καθορίση νόμους ρυθμίζοντας τα κοινωνικά φαινόμενα, αναχωρούσα, εκ της παρατηρήσεως του κατ' ιδίαν ατόμου. Όντως, το-άτομον, εξαγόμενον του κοινωνικού συνόλου είναι αναρχικόν και ανύπαρκτον από απόψεως κοινωνικής ερεύνης. Εάν υπάρχη μία επιστήμη κατ εξοχήν κοινωνική αυτή είναι ασφαλώς η πολιτική οικονομία. Πρέπει συνεπώς να μελετήση το οικονομικόν γεγονός όπως τούτο εκδηλούται πράγματι εν τη, κοινωνία, νομικώς συγκεκροτημένη εις Κράτος. Να μελετήση δηλαδή τον άνθρωπον υπό τας πραγμα­τικάς συνθήκας νομικής συμβιώσεως με τους ομοίους, του και όχι εις μίαν κατάστασιν απολύτως προ-νομικήν ή αφηρημένην (και ούτο είναι ακριβώς το (49) κύριον χαρακτηριστικόν της αοριστίας εκείνης ήτις είναι ο οικονομικός άνθρωπος (homo oeconomicus). Μόνον θεωρούσα το άτομον στενώς συνδεδεμένον προς το Κράτος, την ζωήν του και την περί Κράτους αντίληψίν του, την υφισταμένην εν δεδομένη στιγμή, η οικονομική επιστήμη δύναται να φθάση εις αποτε­λέσματα συμφωνούντα προς την πραγματικότητα. 
Διά να κατατάξη τας απείρους συνθήκας, πραγμα­τικάς και του περιβάλλοντος, εν αις δύναται να εμφανισθή το οικονομικόν φαινόμενον, η φιλελευθέρα οικονομία ακινητοποιείται επί των δύο αντιθέτων απόψεων του ελευθέρου συναγωνισμού και του μονοπωλείου εξ ων ενώ η πρώτη αποτελεί το αφηνίασμα της ελευθέρας ατομικής βουλήσεως, η δευτέρα είναι η πλήρης άρνησίς της. Αλλά εν τη πραγματικότητι αμφότεραι αύται αι απόψεις αναχωρούν κατά λογικήν αλληλουχίαν εκ της προϋποθέσεως της αποδο­χής του οικονομικού γεγονότος εκ μέρους του υπο­λοίπου της Κοινωνίας, εξαρτώνται δηλαδή εκ της θελήσεως των άλλων ατόμων: είναι συνεπώς όχι μόνον εκτός της πραγματικότητος, αλλά και αντί­θετοι προς την ατομικήν εκείνην ανεξαρτησίαν που αποτελεί ακριβώς την βάσιν της φιλελευθέρας οικο­νομίας. Και η αντίθεσις αυτή είναι αναπόδραστος καθ' όσον η ελευθερία υπό την έννοιαν της ελευθέρας θελήσεως δύναται να υπάρξη μόνον παρά τω ανθρώπω ο οποίος ζη απομονωμένος, εις κατάστασιν θηρίου. Και μόνον δύο άνθρωποι εάν ενωθώσιν, αι πράξεις των παύουν από του να είναι ανεξάρτητοι και πρέπει να διακανονισθούν συμφώνως προς τον (50) σκοπόν της τοιαύτης ενώσεως. Εάν εξετασθή καλώς η φύσις των πραγμάτων, βλέπομεν ότι ακόμη και η γενναιόφρων ουτοπία του κοινωνικού συμβολαίου , την οποίαν διαρκώς επικαλούνται ως δικαιολογίαν όλων των ελευθεριών και ελευθεριοτήτων, κα­ταντά κατά λογικήν συνέπειαν όχι αρχή ελευθερίας αλλά πράγματι περιορισμού, δεδομένου ότι ο συνεταιρισμός, παρ' όλην την ελευθερίαν, αποτελεί ακριβώς παραίτησιν από των δήθεν ατομικών ελευθεριών προς επίτευξιν του επιδιωκομένου κοινού σκοπού. 
Και η φιλελεύθερα οικονομία, εννοείται, αναγνωρίζει την ανάγκην υπάρξεως περιορισμών εις την ατομικήν ελευθερίαν και αποδέχεται μάλιστα ότι οι περιορι­σμοί αυτοί δέον ολίγον κατ' ολίγον να αυξηθούν. 
Αλλά σκεπτομένη κατ' αυτόν τον τρόπον, τοπο­θετεί την τελειότητα του κοινωνικού Κράτους εις τας απομεμακρυσμένας αρχάς της κοινωνίας, επαναφέρουσα εις την ζωήν μίαν χρυσήν εποχήν, από της οποίας ο σύγχρονος πολιτισμός μας απομακρύνεται βαθμιαίως κατόπιν αιώνων αγώνων και προόδου. Πρόκειται δηλαδή περί καταστάσεως ακατανόητου και αντιθέτου προς την ανθρωπίνην αξιοπρέπειαν, ήτις αποδεικνύει διά μίαν ακόμη φοράν τα βασικά σφάλματα του φιλελευθέρου δόγματος. 
Τοποθετημένη επί εσφαλμένων -προϋποθέσεων, η φιλελευθέρα οικονομία ήτο προορισμένη να δεχθή εκ των γεγονότων συνεχείς διαψεύσεις, αίτινες κα­τέληξαν εις την τελευταίαν κρίσιν και τας νέας οι­κονομικάς συνθήκας αι οποίαι διαδοχικώς εδημιουργήθησαν εις όλας σχεδόν τας χώρας. Διά να μη αναφέρωμεν παρά εν και μόνον παράδειγμα μεταξύ χιλίων, συνδεόμενον προς όσα ελέχθησαν εν τω προη­γουμένω κεφαλαίω, είναι πλέον ή φανερόν ότι δεν είναι μόνον ο νόμος της προσφοράς και της ζητήσεως εκείνος ο οποίος κανονίζει την αμοιβήν των εργαζομένων αλλά ,πολύ περισσότερον τούτου η πολιτική δύναμις των διαφόρων ομάδων των εργατών και των εργοδοτών αίτινες κατορθώνουν να επιβάλουν , εις εκάστην περίπτωσιν , την θέλησίν των , επί των ασθενεστέρων ομάδων. Η ύπαρξις μιας νομικής τάξεως και ενός Κράτους, οιαδήποτε και αν είναι η μορφή του, δημιουργεί ολόκληρον σύστημα αλληλοεξαρτήσεων και σχέσεων αίτινες καθιστούν αδύνατον την εξέλιξιν του οικονομικού φαινομένου υπό τας συνθήκας της ελευθερίας την οποίαν προϋποθέτει η φιλε­λευθέρα οικονομία : η αρχή της οικονομικής ελευθε­ρίας είναι συνεπώς εν τη πραγματικότητι εστερημέ­νη επιστημονικής βάσεως. Είναι εξ άλλου άδικον να επιτρέπεται εις την άλογον θέλησιν του ισχυρό­τερου να επιβάλληται καί είναι σκόπιμος και λογι­κή η παρέμβασις εις την σύγκρουσιν των οικονομικών δυνάμεων ενός αμερόληπτου δικαστού δυναμέ­νου να αποφανθή επί των διαφορών συμβιβάζον­τας απαιτήσεις των ομάδων προς εκείνας του γενι­κού συμφέροντος. Όπως ελέχθη, όταν η φιλελευθέρα οικονομία επικρίνη την παρέμβασιν του Κράτους εις την διαδρομήν των οικονομικών φαινομένων έχει απόλυτον δίκαιον, διότι πρόκειται περί Κράτους (του φιλελευθέρου Κράτους) συγκεκροτημένου και συντε­ταγμένου συμφώνως προς τας Ιδίας αυτού αρχάς και το οποίον , συγχρόνως , δεν είναι ικανόν να παρεμβαίνη εις την οικονομίαν και να την ρυθμίζη.Πρόκειται περί Κράτους το οποίον  δεν θα δυνηθή να δώση ποτέ εις την βιομηχανίαν την ώθησιν εκείνην που θα της δώση ένας βιομήχανος, και του οποίου η παρέμβασις εις την οικονομικήν ζωήν του Έθνους, δεδομένου ότι το Κράτος τούτο δεν έχει δημιουργηθή διά μίαν τοιαύτην αποστολήν, δεν δύναται παρά να είναι επιβλαβής.
Εν αντιθέσει προς το σύνολον αυτό πραγμάτων και δογμάτων, εγεννήθη εν Ιταλία το συντεχνιακόν Κράτος. Η συντεχνιακή οικονομία δεν θέτει εκποδών τον ελεύθερον συναγωνισμόν, αλλά τον θεωρεί ως την εκδήλωσιν της ιδιωτικής πρωτοβουλίας κατευ­θυνόμενης προς σκοπούς κοινού συμφέροντος : υπο­καθιστά δηλαδή εις την αντίληψιν του αφηνιασμένου συναγωνισμού την νέαν αντίληψιν συνεργασίας ορ­γανωμένης και εκτυλισσομένης εν τω Κράτει και δια το Κράτος, εντός των παρά τούτου τιθεμένων υπέρ του ανωτέρου συμφέροντος ορίων.
Ο Χάρτης της Εργασίας (Carta del Lavoro) εκωδικοποίησεν ακριβώς αυτήν την αντίληψιν της υπεροχής του Κράτους έναντι των ατόμων και της υποχρεώσεως των πολιτών να συντρέχουν εν πλήρει τάξει προς το γενικόν συμφέρον. Ολόκληρος η οργάνωσις του συντεχνιακού Κράτους διευθύνεται υπό της θελήσεως προς δημιουργίαν οργανισμού εν τω οποίω όλαι αι οικονομικαί δυνάμεις να δύνανται αρμονικώς να επιδιώξουν τα συμφέροντα των, χωρίς να είναι  δυνατόν  το   ισχυρότερον  συμφέρον μιας (53) ομάδος να παραβλάψη  τα συμφέροντα άλλων ομά­δων εχουσών μικροτέραν δύναμιν αντιστάσεως.



ΟΙ ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΙΣ ΤΟΥ ΧΑΡΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ.

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2012

ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΡΟΥΜΑΝΙΚΟΥ Κ.Κ ΣΤΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ 10ου ΚΑΙ 11ου ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ. ( Η εγκαθίδρυση της νέας οικονομικής τάξεως)


Ένα από τα καίρια προβλήματα της σύγχρονης ζωής είναι, η απόσταση που χωρίζει τις ανεπτυγμένες με τις υπό ανάπτυξη χώρες. Η κατάργηση της υπαναπτύξεως, η διασφάλιση ταχύτε­ρης οικονομικής και κοινωνικής προόδου των χωρών πού έχουν καθυστερήσει, αποτελεί πρωταρχική επιταγή για την ανάπτυξη όλης της ανθρωπότητας, για την επίτευξη σταθερής ειρήνης και συνεργασίας στον κόσμο. Η καθυστέρηση ορισμένων χωρών οφεί­λεται, πρώτιστα, στην Ιμπεριαλιστική, αποικιοκρατική, νεοαποικιοκρατική πολιτική, στις άδικες σχέσεις του παρελθόντος. Η κα­τάργηση, συνεπώς, των διαφορών επιπέδου αναπτύξεως αξιώνει μια νέα πολιτική στις διεθνείς οικονομικές και πολιτικές σχέσεις. Είναι ευνόητο ότι τα φαινόμενα της τωρινής οικονομικής — νομι­σματικής κρίσεως, με όλες τις συνέπειες τους, είναι απόρροια της αναπτύξεως μερικών κρατών εις βάρος άλλων, του περιορισμού των δυνατοτήτων οικονομικής αναπτύξεως, λόγω αυξήσεως της διαφο­ράς επιπέδων μεταξύ ανεπτυγμένων και υπό ανάπτυξη χωρών, της μη ορθολογικής καταναλώσεως, της σπατάλης των πρώτων υλών και ενεργειακών πόρων σε διάφορες χώρες. Η κατάσταση αυτή  πραγ­μάτων υπογραμμίζει έντονα την αναγκαιότητα να επιλύονται τα προβλήματα στη βάση ισοτιμίας, με τη συμμετοχή όλων των κρα­τών, την αναγκαιότητα να εγκαθιδρυθεί μια νέα παγκόσμια οικονομική και πολιτική τάξη, να εκδημοκρατισθούν οι διεθνείς σχέ­σεις, να εκπονηθούν νέοι κανόνες διεθνούς δικαίου, σε αντιστοι­χία με τις αλλαγές, που επήλθαν στον κόσμο. Νέα τάξη, βεβαίως, δεν σημαίνει αλλαγή συσκευασίας, έστω και αν η νέα συσκευασία γίνει με χρυσά υλικά. Διότι η αλλαγή συσκευασίας δεν πρόκειται να επιλύσει το πρόβλημα. Αντίθετα, θα επιδεινώσει τις σημερι­νές καταστάσεις, την οικονομική κρίση, την αστάθεια, τη γενική κρίση του καπιταλισμού, με όλες τις συνέπειες τους για τη διεθνή ειρήνη και συνεργασία.
Για την καθιέρωση της νέας οικονομικής και πολιτικής τά­ξεως, πρέπει να ληφθούν υπ' όψη τα εξής:
1) Η νέα διεθνής οικονομική και πολιτική τάξη προϋποθέ­τει την αποφασιστική κατάργηση των παλαιών σχέσεων αδικίας και καταπιέσεως λαών από άλλους και αξιώνει την εξάλειψη της ιμπεριαλιστικής, αποικιοκρατικής και νεοαποικιοκρατικής πολι­τικής.
2) Είναι ανάγκη να καθιερωθούν νέες σχέσεις, βασισμένες στη πλήρη ισότητα δικαιωμάτων όλων των εθνών, στο σεβασμό του δικαιώματος κάθε λαού να είναι κύριος του εθνικού του πλούτου, να κρίνει κυριαρχικά για την χρησιμοποίηση του.
3) Είναι, επίσης, απαραίτητος ο σεβασμός του δικαιώματος κάθε λαού να επιλέγει το κοινωνικό σύστημα, που επιθυμεί, χωρίς καμιά εξωτερική ανάμιξη, του δικαιώματος ανεξάρτητης οικο­νομικής και κοινωνικής αναπτύξεως κάθε έθνους.
4) Η νέα οικονομική και πολιτική τάξη συνεπάγεται αποφα­σιστικά μέτρα για την γοργή κατάργηση των διαφορών επιπέδου αναπτύξεως μεταξύ των ανεπτυγμένων και υπό ανάπτυξη χωρών, για την προσέγγιση των επιπέδων οικονομικής και κοινωνικής αναπτύξεως όλων των χωρών, λαμβανομένων υπ' όψη, βεβαίως, των ιστορικών και γεωγραφικών ιδιομορφιών κάθε κράτους, των υλικών αναγκών των λαών, σε συσχετισμό με τις συνθήκες, στις οποίες διαβιούν.
5) Είναι ανάγκη επίσης να καθορισθούν, με βάση τις αντικει­μενικές νομοτέλειες, δίκαιες σχέσεις μεταξύ τιμών των πρώτων υλών και τιμών των βιομηχανικών προϊόντων, σχέσεις που θα λαμ­βάνουν υπ' όψη και την αξία χρήσεως και την αξία, πού καθορίζεται από την απαιτούμενη για την παραγωγή του προϊόντος, εργασία.
6) Ο καθορισμός των τιμών πρώτων υλών και βιομηχανικών προϊόντων πρέπει να έχει αφετηρία την αναγκαιότητα τονώσεως της παραγωγικής δραστηριότητας όλων των λαών. Στις υπάρχου­σες συνθήκες, οι τιμές αυτές πρέπει να ευνοούν την ταχύτερη πρόο­δο των υπό ανάπτυξη χωρών·
7) Είναι ανάγκη να διασφαλισθεί η προσπέλαση των πρώτων υλών και πηγών ενεργείας καθώς και των κατακτήσεων της επι­στήμης και σύγχρονης τεχνολογίας για όλα τα κράτη, έχοντας υπ' όψη ότι η κατάργηση της υπαναπτύξεως, η γοργή πρόοδος όλων των εθνών δεν μπορεί να επιτευχθεί, παρά μόνον πάνω στη βάση των νεώτερων επιτευγμάτων της σύγχρονης επιστήμης και τεχνολογίας.
8) Προς την κατεύθυνση αυτή νομίζουμε ότι επιβάλλεται να γίνει η εκπόνηση, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ και άλλων διεθνών οργανισμών, ειδικών προγραμμάτων, που θα συντονίζουν τις προσπάθειες των κρατών προς την επίτευξη στόχων  ζωτικής σημα­σίας για την ανάπτυξη του ανθρώπινου πολιτισμού.
9) Στο πλαίσιο της νέας διεθνούς οικονομικής και πολιτικής τάξεως, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στο πρόβλημα των ει­δών διατροφής. Είναι ανάγκη να ληφθούν αποφασιστικά μέτρα για την γοργή αύξηση της αγροτικής παραγωγής, την αξιοποίηση νέων πηγών. Ιδιαίτερα στις υπό ανάπτυξη χώρες, την εκτέλεση εκτεταμένων αρδευτικών και εγγειοβελτιωτικών έργων, την γοργή άνοδο της παραγωγής λιπασμάτων και άλλων αναγκαίων για τη γεωργία χημικών ουσιών. Επιβάλλεται, ταυτόχρονα, να καταβλη­θούν σύντονες προσπάθειες εκ μέρους των επιστημόνων για την παραγωγή νέων ειδών σπόρων μεγάλης παραγωγικότητας, νέων ποικιλιών ζώων, εγκλιματισμένων στις ζώνες των υπό ανάπτυξη χωρών. Προς την κατεύθυνση αυτή θεωρούμε απαραίτητη την εκτέλεση ενός σύνθετου προγράμματος από τον Οργανισμό Ει­δών Διατροφής και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών, για την όσο το δυνατόν ταχύτερη επίλυση του προβλήματος διατροφής, ζωτικής σημασίας για την ύπαρξη και την πρόοδο όλης της αν­θρωπότητας.
10) Επιβάλλεται, εξ άλλου η λήψη αποφασιστικών μέτρων για τη διασφάλιση τεχνολογικής βοήθειας και στον τομέα της βιο­μηχανίας και στον τομέα της γεωργίας, η αύξηση της βοήθειας για τη διαμόρφωση εθνικών στελεχών, απαραίτητων για την εκτέ­λεση των προγραμμάτων αυτών. Η επιτάχυνση της οικονομικής και κοινωνικής ανόδου πρέπει, βεβαίως, να βασίζεται, κατά κύριο λόγο, στην εργασία, την προσπάθεια κάθε λαού και έθνους. Ταυτό­χρονα, όμως, είναι ανάγκη να παράσχουν μεγαλύτερη και ουσια­στική βοήθεια, για την οικονομική και κοινωνική πρόοδο των υπα­νάπτυκτων χωρών, οι λαοί και οι ανεπτυγμένες χώρες, ιδιαίτερα εκείνες πού οφείλουν την ανάπτυξη τους και στην καταπίεση των λαών αυτών των χωρών. Μόνον με τον τρόπο αυτόν θα καταστεί δυνατή ή εφαρμογή των προγραμμάτων γοργής οικονομικής και κοινωνικής αναπτύξεως, θα επιτευχθούν αποτελέσματα στην κα­τάργηση των διαφορών επιπέδων αναπτύξεως, πού χωρίζουν τις ανεπτυγμένες από τις υπανάπτυκτες χώρες.
Εκτός από την πολύπλευρη δραστηριότητα των διαφόρων διεθνών οργανισμών, σημαντικό ρόλο θα διαδραματίσει, κατά τη γνώμη μας, για την επίτευξη των στόχων που απαριθμήσαμε και η βασισμένη στις αρχές της ισότητας, διμερής συνεργασία, που θα συντελέσει στην προαγωγή της νέας διεθνούς οικονομικής τάξεως.
Η Ρουμανία επεκτείνει σταθερά τη συνεργασία της με τις υπό ανάπτυξη χώρες, σε όλους τους τομείς δραστηριότητας, στη βάση του αμοιβαίου συμφέροντος και θα προσφέρει τη δραστή­ρια συμβολή της στην πραγματοποίηση των γενικών προγραμμά­των, που θα εκπονηθούν. Έχουμε την πεποίθηση ότι υπάρχουν οι σχετικές δυνατότητες και, ότι, στην επερχόμενη περίοδο, με τις κοινές ενέργειες των υπό ανάπτυξη χωρών, θα επιτευχθούν πρόο­δοι προς την κατεύθυνση αυτή.
( 25 Νοεμβρίου 1974).

1936-1939 ΙΣΠΑΝΙΚΟΣ ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΙΣΠΑΝΟΥΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΥΣ (Πριμο Ντε Ριβέρα Χοσέ Αντωνιο)
Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ,Ο ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ ΚΑΙ Ο ΙΣΠΑΝΙΚΟΣ ΕΜΦΥΛΙΟΣ (Τόμας Χιου)
"ΤΕΡΘΙΟ", ΜΙΛΑΝ-ΑΣΤΡΑΫ (Καλλονάς Δημήτριος)
ΠΩΣ ΕΓΙΝΕ Η ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΣΕΒΙΛΛΗΣ (Ρου Ζωρζ)
Η (ΙΣΠΑΝΙΚΗ) ΦΑΛΑΓΓΑ ΚΑΙ Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ. (Almirante Giorgio)
LEDESMA RAMOS (Μανιάτης Θεόδωρος)
CARA AL SOL
ORIAMENDI
ΙΣΠΑΝΙΚΕΣ ΦΛΟΓΕΣ. (Δ.Σ. Σούτζος)
ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ ΑΛΚΑΖΑΡ (Τσοπάνης Κων/νος)
ΟΙ ΚΟΚΚΙΝΕΣ ΚΑΡΜΕΝ (Τόνοϋ Φέρντιναντ)
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΠΟΥ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΕ Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΦΡΑΝΚΟ ΣΤΟ ΣΠΥΡΟ ΜΕΛΑ
ΙΣΠΑΝΙΚΗ ΔΙΑΘΗΚΗ (Καίστλερ 'Αρθουρ)
ΓΙΑ ΠΟΙΟΝ ΧΤΥΠΑ Η ΚΑΜΠΑΝΑ (Χέμινγουέϊ Έρνεστ)
Ο CARLO ROSSELLI ΜΙΛΑ ΑΠΟ ΤΟ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ ΤΗΣ ΒΑΡΚΕΛΩΝΗΣ (13 Νοεμβρίου 1936)

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2012

ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ: ΒΟΥΛΕΥΤΟΛΟΓΙΟΝ

«Χαράς ευαγγέλια. Κατωρθώθη η ειρή­νη; Εκενώθη η Θεσσαλία; Κατεβλήθη η αποζημίωσις; Μας εδόθη η γραμμή του Βερολίνου; Ήρχισεν το ψαλλίδισμα των περιττών, ο διωγμός όλων των αισχροτή­των; Τα δημόσια ξεσκουπίζονται, ξεπλύνονται, ξεκαθαρίζονται; Εξέσπασαν εις ευεργετικήν βροχήν τα πυκνούμενα από τίνος καιρού εις την ατμόσφαιραν σύν­νεφα των διαφόρων μεταρρυθμίσεων, βελτιώσεων, αναστυλώσεων, αναγεννήσεων; Τίποτε από αυτά. Χαράς ευαγγέλια. Κυ­οφορείται μεγαλοπράγμων αύξησις βου­λευτών. Εις το απογραφικόν τμήμα του Υπουργείου των Εσωτερικών μεγάλη κίνησις και βαθεία συγκίνησις από τίνος. Η προσφάτως συντελεσθείσα απογραφή των μακαρίων κατοίκων του βασιλείου υ­πήρξε γόνιμος εις μίαν μεγάλην ανακάλυψιν. Εκ της αυξήσεως του αριθμού των κατοίκων του Κράτους υπολογίζεται ότι οι βουλευταί θα αυξήσουν κατά είκο­σι ή εικοσιπέντε. Διότι το λέγει ο νόμος αυτός, ο νόμος ο υπέρτατος, ο παντεπόπτης, ο περί πάντων προνοών και τα πάν­τα πληρών, ο νόμος ο καθορίσας πλουσιό­τατα τον αριθμόν των βουλευτών, και φροντίσας και περί της αυξήσεως αυτών αναλόγως προς την αύξησιν του πληθυ­σμού. Τί λόγος! Πόσον θα ηδικείτο ο κυ­ρίαρχος λαός, αν δεν του εξεφούρνιζαν από καιρού εις καιρόν μπόλικους τους αν­τιπροσώπους του, σύμφωνα προς το μεγαλείον της κυριαρχίας του! Τα ίδια συμ­βαίνουν και εις τα Παρίσια και εις το Λονδίνον, άλλωστε. Και τώρα, δια το μεγαλουργόν αυτό αυγάτισμα, εργάζονται, δουλεύουν και ιδρώνουν εις τα υπουργικά άδυτα. Το Υπουργικόν Συμβούλιον θα εγκρίνη την απόφασιν, και από τώρα ε­τοιμάζονται αι στήλαι της «Εφ. της Κυ­βερνήσεως». Έτσι το θέλει ο νόμος.
» Και δεν ηξεύρω διατί ενθυμούμαι τον παροιμιώδη εκείνον βασιλέα της Ισπανί­ας, όστις τόσον περισσότερους τίτλους προσέθετεν εις το όνομά του όσον περισ­σοτέρας επαρχίας έχανεν εις τους πολέ­μους τους οποίους διεξήγε. Τον βασιλέα τον οποίον παρωμοίαζον με την τρύπαν, η οποία τόσον επλατύνετο όσον χώμα της επαίρνετο. Εξερχόμεθα ή δεν εξερχόμε­θα συντετριμμένοι και ισχνότεροι από τον πόλεμον αυτόν; Ω! χαρά στην Βουλήν που αψηφούσα το γελοίον, θα εμφανισθή εις πρώτη ευκαιρίαν παχυτέρα και ογκω­δεστέρα, ως να την επάχυναν τα τρό­παια και να την εξώγκωσαν οι θρίαμβοι. Και να ήτο μόνο το γελοίον και μόνον το θλιβερόν της αντιθέσεως αυτής, το πρά­γμα θα ήτο υποφερτόν. Αλλά να ζώμεν εις εποχήν καθ' ην μεγαλοφυείς κοινω­νιολόγοι και δημοσιολόγοι δεινοί και πνεύ­ματα υπέροχα, και συγγραφείς παγκο­σμιου φήμης εκήρυξαν αμείλικτον τον πό­λεμον κατά της τυραννίας των κοινοβου­λευτικών πολιτευμάτων, κατά της κατα­χρήσεως και των υπερβάσεων της βουλευτoκρατίας, κατά των αλαθήτων και ανεύθυνων αντιπροσώπων του λαού, οίτινες λυμαίνονται και παρακωλύουν την επ' αγαθώ λειτουργίαν της συνταγματικής μηχανής. Και κραυγάζουσι και διαμαρ­τύρονται οι άνθρωποι ούτοι, έχοντες ύπ' όψιν πολιτεύματα μεγάλων και ολβίων Ε­θνών, ως εν Αγγλία και ως εν Γαλλία, άτινα λειτουργούσιν ως πρότυπα προς απομίμησιν μεταξύ των άλλων λαών.
» Και αι κραυγαί των και αι διαμαρτυρίαι των συγκεντρούνται κυρίως εις τρία τινά. 
Πρώτον, εις την εγκληματικήν συγκατάβασιν, ήτις επιτρέπει το νομοθετικόν αξίωμα εις ανθρώπους, ουδέν σημαντικόν προσόν επιδεικνύοντας, μόνον δε τιμωμένους ως γνώστας «τοπικών συμφερόντων». 
Δεύτερον. Εις το άγαν πολυ­πληθές του κοινοβουλευτικού σωματείου, ούτινος μόνον αποτέλεσμα είναι η αύξησις της συγχύσεως και η πληθώρα των ασυναρτήτων νομοθετημάτων. Τρίτον. Εις την μεγάλην κατάχρησιν της ρητορικής, της τέχνης δηλονότι του συναρπάζειν και παραπλανάν. «Βοηθός φαρμακείου, άκου­σας την περιγραφήν των αλγηδόνων, τας οποίας επροξένησεν η φλόγωσις του τυφλεντέρου, αποδίδει ταύτας εις κωλικόπονον, και δι' ισχυράς δόσεως καθαρσίου καθίσταται ένοχος του θανάτου του α­σθενούς. Ο ασύνετος βοηθός καταδιώκεται επί φόνω έξ αμελείας- ουδόλως λαμ­βάνεται ύπ' όψιν η αγαθότης των προθέσεών του... 'Αλλως έχουσι τα πράγματα διά τους νομοθέτας, φονείς και τούτους εξ αμελείας. Αι ευθύναι καταμετρούνται εις αυτούς μετά μεγίστης επιεικείας. Α­ναγνωρίζεται ότι η κοινή πείρα ώφειλε να διδάξη τον ημιμαθή βοηθόν να μη σφετερισθή καθήκοντα ιατρού. Αλλά δεν αναγνωρίζεται ομοίως ότι «η κοινή πείρα πρέπει να υπαγορεύη εις τον νομοθέτην να μη αναμιγνύεται εις τα νομοθετικά, πριν τύχη της δεούσης αναπτύξεως». Η περικοπή είναι του Σπένσερ.
«Όσον πολυαριθμοτέρα η Βουλή, λέ­γει ο Γάλλος δημοσιολόγος Κάρολος Μπενουά, τόσω θα είναι αύτη «οχλική», τόσον μετριωτέρα θα είναι η ανάπτυξις αυτής, τόσον ευκολώτερον θά υπόκειται εις λά­θη». Και προτείνει, προκειμένου περί του Γαλλικού Κοινοβουλίου, την κατάργησιν 300 εδρών βουλευτών και 200 γερουσια­στών. Υπάρχουν οι φρονούντες ότι και το Αγγλικόν Κοινοβούλιον είναι περιττώς εξωγκωμένον κατ' αριθμόν. Ενώ αι Ηνωμέναι Πολιτείαι της Αμερικής, επί πληθυσμού 40 εκατομμυρίων έχουσι 75 γερουσιαστάς και 325 βουλευτάς μόνον. «Εν πάση περιπτώσει —έλεγεν ο Λαβελαίυ— δύσκολον να εύρη τις 300 βουλευτάς ικα­νούς προς άσκησιν ούτως υψηλών καθηκόντων». Εν Ελλάδι, τη χώρα των θαυμάτων, τα πάντα είναι δυνατά και κατορ­θωτά όχι 300 αλλά και 1300 δεν θα εκρίνοντο επαρκείς προς άσκησιν βουλευτικών καθηκόντων. Και αμφιβάλλω αν υπάρχη Ελλην μη αντιποιούμενος νομοθετικήν ει­δικότητα και σοφίαν. En attendant, ας εντρυφήσωμεν εις το πανευφρόσυνον άγ­γελμα του αυγατίσματος των βουλευτών μας, πανέλληνες!».

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Ακρόπολις εσπερινή" στις 28 Ιουνίου 1897)