Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2010

Κ.Μ.ΣΥΜΟΝΩΦ:Η ΕΠΟΠΟΙΪΑ ΤΟΥ ΣΤΑΛΙΝΓΚΡΑΝΤ

Καθισμένη έξω από μιαν αποθηκούλα και στηρίζοντας το εξαντλημένο κορμί της στο χωματένιο τοίχο, η γυναικούλα, που μόλις είχε γλυτώσει από την κόλαση του Στάλινγκραντ, εξιστορούσε με φωνή ραγισμένη από την κούραση και τις ταλαιπωρίες, αυτά που είδαν τα μάτια της μέσα στις φλόγες της μεγάλης πόλης.
Η ατμόσφαιρα ήταν πνιγηρή από την ξηρασία και τη σκόνη. Ένα ελαφρό αεράκι έκανε να σηκώνονται κίτρινα σύννεφα σκόνης κάτω από τις πατούσες. Τα πόδια της γυναίκας ήταν γυμνά, πρησμένα και καθώς μιλούσε μάζευε με το χέρι της ζεστή σκόνη, την έβαζε κάτω απ' τις φλογισμένες φτέρνες της και την πατούσε, σα νάθελε να πνίξει έτσι τον πόνο της.
Ο λοχαγός Σαμπούρωφ, καθώς την άκουγε, χαμήλωσε τα μάτια του πάνω στις βαριές μπότες τον κι' άθελα του έκανε μισό βήμα προς τα πίσω. Ή τ α ν μεγαλόσωμος και παρ' όλο που είχε φαρδιές πλάτες, φαινόταν ψηλός. Με το πελώριο και λίγο κυρτό σώμα του, με το απλό και σοβαρό πρόσωπο του, θύμιζε πάρα πολύ τον Γκόρκη σε νεαρή ηλικία.
Στεκόταν κι' άκουγε τη γυναίκα σιωπηλός, κοιτάζοντας πάνω από το κεφάλι της προς τα κει, όπου, κοντά στα τελευταία σπιτάκια και στην άκρη της στέπας, ξεφόρτωνε ένα στρατιωτικό τραίνο.
Μακριά, στο βάθος της στέπας, έλαμπε κάτω απ' τον ήλιο μια λευκή λουρίδα της αλμυρής λίμνης. Το θέαμα άφηνε την εντύπωση πώς εκεί τέλειωνε ο κόσμος, πως εκεί ήταν η άκρη του κόσμου. Την εποχή αυτή, Σεπτέμβρης του 1943, σε τούτο δω το μέρος βρισκόταν ο τελευταίος και πιο κοντινός προς το Στάλινγκραντ σιδηροδρομικός σταθμός. Για να προχωρήσεις πιο πέρα ως την όχθη του Βόλγα, έπρεπε να πας με τα πόδια.
Η κωμόπολη λεγότανε Έλτον. Είχε πάρει τονομά της από την αλμυρή λίμνη, που βρισκόταν εκεί κοντά. Κάποτε, μικρός, ο Σαμπούρωφ, θυμόταν, πως είχε συναντήσει στη σχολική γεωγραφία τα ονόματα «Έλτον» και «Μπασκουντσάκ». Και να τώρα, που το 'φερε η τύχη να γνωρίσει από κοντά το «Έλτον» : χαμηλά σπιτάκια, σκόνη κι' απόμερος σιδηροδρομικός σταθμός.
Η γυναίκα εξακολουθούσε να εξιστορεί τις συμφορές. Αν και δεν ήταν ή πρώτη φορά που άκουγε ο Σαμπούρωφ γυναίκες να λένε τον πόνο τους, όμως εκείνη τη στιγμή ένιωσε ένα σφίξιμο στην καρδιά. Πριν φτάσει στο Έλτον μαζί με τους στρατιώτες του, είχε υποχωρήσει από πολλές πόλεις. Απ (10) το Χάρκοβο στο Μπαλουέκ, απ' το Μπαλουέκ στο Ρώσσος, απ' το Ρώσσος στο Μποκατσάρ. Παντού, απ' όπου περνούσε, οι γυναικούλες έκλαιγαν κι' αυτός τις άκουγε όπως τώρα, μ' ένα αίσθημα ντροπής και κούρασης μαζί. Εδώ όμως, στο Έλτον, δεν ήταν όπως αλλού. Εδώ είναι ή άκρη του κόσμου, η γυμνή στέπα του Βόλγα. Και στα παράπονα των γυναικών δεν υπήρχε μονάχα παράπονο μα και απελπισία. Δεν έμενε πια περιθώριο για υποχώρηση. Σε πολλά βέρστια πάνω στη στέπα δε βρίσκονταν ούτε πόλεις, ούτε ποτάμια. Δεν υπήρχε τίποτα.
— Πού μας έφεραν! ψιθύρισε άθελα του ό Σαμπούρωφ.
Μέσα σ' αυτές τις τρεις λέξεις εκδηλώθηκε όλη η απεριόριστη λύπη που τον είχε κυριεύσει τα τελευταία εικοσιτετράωρα, καθώς κοίταζε μέσα από το παραθυράκι του φορτηγού βαγονιού, την απέραντη στέπα. Βαριά στεναχώρια πλάκωσε την ψυχή του. Έφερε στο μυαλό του την τεράστια απόσταση που τον χώριζε από τα σύνορα κι' έπεσε σε σκέψη. Δεν τον απασχολούσε η πορεία προς το μέτωπο, αλλά σκεφτόταν την ώρα που θα ξαναγύριζε πίσω κυνηγώντας τον εχθρό. Και υπήρχε στις βαριές του σκέψεις εκείνο το ιδιαίτερο πείσμα που χαρακτηρίζει το ρώσο, που δεν επέτρεψε ούτε σ' αυτόν ούτε στους συντρόφους του να πιστέψουν και μια φορά σ' όλη τη διάρκεια του πολέμου πως είναι δυνατόν να μη ξαναγυρίσουν.
Η σημερινή κατάσταση δε μπορούσε να διαρκέσει πιο πολύ. Ένιωσε ξαφνικά πως εδώ στο Έλτον είναι το τελευταίο σύνορο, που πέρα απ' αυτό δεν υπάρχει πια άλλη υποχώρηση.
Κοίταξε τούς στρατιώτες πού κατέβαιναν βιαστικά από τα βαγόνια και του ήρθε η επιθυμία να τους πάρει τώρα αμέσως και να τρέξει στο Βόλγα. Να τον περάσει, να φτάσει στο Στάλινγκραντ και κει να νιώσει το αίσθημα πως πια δε θα υποχωρήσει, αλλά θα συνδέσει την τύχη του με την τύχη της πόλης.
Και αν οι γερμανοί πάρουν την πόλη, τότε ο θάνατος του θα είναι αναπόφευκτος ενώ, αν δεν τους αφήσει να την καταλάβουν, τότε ίσως να ζήσει.Η γυναίκα όλο και διηγόταν για το Στάλινγκραντ. Αράδιαζε τον έναν ύστερα από τον άλλο τους δρόμους που κάηκαν και καταστράφηκαν. Οι άγνωστες στον Σαμπούρωφ ονομασίες είχαν ιδιαίτερο νόημα γι΄αυτή Η γυναίκα ήξερε πού και πότε είχαν χτιστεί τα καμένα τώρα σπίτια , που και πότε είχαν φυτέψει τα δένδρα, που καμένα τώρα , χρησιμοποιούνταν στα οδοφράγματα,Τα ανέφερε όλ΄ αυτά σα να μιλούσε , όχι για τη μεγάλη πόλη , μα για το σπίτι της , για δικά της ,ατομικά πράγματα, που της ήσαν τόσο γνώρισμα κι΄αγαπητά , ώστε τώρα να μη μπορεί να συγκρατήσει τα δάκρυά της. (11) Κι' όμως, για τo δικό της σπίτι δεν είπε τίποτα απολύ τως. Πολύ σπάνια, κατά τη διάρκεια του πολέμου, είχε συναν τήσει ο Σαμπούρωφ ανθρώπους που να λυπούνται για τις κα ταστροφές του ατομικού τους νοικοκυριού. Κι' όσο τραβούσε ο πόλεμος σε μάκρος τόσο πιο συχνά και με μεγαλύτερο πείσμα τούτοι δω οι άνθρωποι δεν έφερναν στο μυαλό τους παρά μο νάχα τις πόλεις που αφήναν πίσω. 
Σκούπισε με το μαντήλι τα δάκρυα απ' τα μάτια της η γυναικούλα κι' αφού αγκάλιασε με το βλέμμα όλους αυτούς που την άκουγαν, είπε σοβαρά : 
— Πόσα χρήματα, πόσοι κόποι! 
— Τί κόποι; ρώτησε κάποιος, που δεν είχε μπει αμέσως στο νόημα. 
— Για να χτιστούν όλ' αυτά από την αρχή, εξήγησε απλά εκείνη. 
Ο Σαμπούρωφ τη ρώτησε για το δικό της σπιτικό κι' έμαθε πως τα δυο της αγόρια βρίσκονταν από καιρό στο μέ τωπο και μάλιστα πώς το ένα σκοτώθηκε. Ο άντρας κι' η κόρη της, όπως φαίνεται, παραμείναν στο Στάλινγκραντ. Όταν άρχισαν οι βομβαρδισμοί και φούντωσαν οι πυρκαγιές, η γυ ναίκα έμεινε ολομόναχη. Κι' από τότε δεν έμαθε τίποτα για τούς δικούς της. 
— Και σεις για το Στάλινγκραντ πάτε ; ρώτησε. 
— Μάλιστα, απάντησε ο Σαμπούρωφ, χωρίς να έχει την εντύπωση πώς παραβιάζει κανένα πολεμικό μυστικό. Άλλωστε ποιος λόγος υπήρχε να ξεφορτωθεί εδώ, στο ξεχασμένο Έλτον, το στρατιωτικό τραίνο, αν δεν επρόκειτο να πάνε στο Στάλιν γκραντ ; 
— Το επίθετο μου είναι Κλιμένκο. Ο άντρας μου λέγεται Ιβάν Βασίλιεβιτς Κλιμένκο και η κόρη μου Άννα. Ίσως κάπου να την ανταμώσετε ζωντανή, πρόσθεσε με κάποια αδύνατη ελπίδα η γυναικούλα. 
— Δεν αποκλείεται να τούς ανταμώσω, είπε από συνήθεια ο Σαμπούρωφ και την ίδια στιγμή σκέφτηκε πως πραγματικά ένα τέτοιο πράμα μπορούσε και να συμβεί. Υπάρχουν συμπτώσεις, που όσο απίθανες φαίνονται, τόσο, στον καιρό τού πολέμου, γίνονται πιθανές. 
Το τάγμα τέλειωσε με την αποβίβαση του. Ο Σαμπούρωφ αποχαιρέτησε τη γυναίκα κι' αφού έσβησε τη δίψα του απ' ένα βαρέλι με νερό, που είχαν τοποθετήσει στο δρόμο κάτοικοι του Έλτον, κίνησε για το ανάχωμα της σιδηροδρομικής γραμμής. 
Οι στρατιώτες καθισμένοι πάνω στις ράγες είχανε βγάλει τις μπότες τους και διόρθωναν τις γκέτες. Μερικοί μασουλούσαν το ψωμί τους και το σαλάμι πού τούς είχε περισσέψει από (12) την πρωινή μερίδα. Ανάμεσα στους στρατιώτες του τάγματος ψιθυριζόταν με βεβαιότητα πως αμέσως μετά το ξεφόρτωμα θα είχαν πορεία. Γι' αυτό κι' όλοι τους βιάζονταν ν' αποτελειώσουν τις προετοιμασίες. Μερικοί έτρωγαν, άλλοι μπαλώνανε και κάμποσοι κάπνιζαν. 
Ό Σαμπούρωφ έφτασε στο σταθμό. Το στρατιωτικό τραίνο, που θάφερνε το διοικητή του συντάγματος Μπαμπτσένκο, έπρεπε να φτάσει από λεπτό σε λεπτό. Δεν είχε αποφασιστεί ακόμα αν το τάγμα του Σαμπούρωφ θα περίμενε να συγκεντρωθεί ολό κληρο το σύνταγμα ή αν θα βάδιζε μονάχο του προς το Στάλινγκραντ. 
Ο Σαμπούρωφ προχωρούσε ανάμεσα από τους στρατιώτες και κοίταζε τούς άνδρες, πού μαζί τους θάμπαινε στη μάχη με θαύριο. 
Πάρα πολλούς απ' αυτούς τούς ήξερε καλά, ακόμα και με το επίθετο τους. Ήταν οι «Βορονέζοι» του, αυτοί δηλαδή πού πήραν μαζί του μέρος στη μάχη του Βορονέζ. Οι «Βορονέζοι» ήταν πολύτιμοι σύντροφοι. Μπορούσε να τούς δώσει μια δια ταγή χωρίς νάναι υποχρεωμένος να τη συνοδέψει με περιττές λεπτομέρειες. 
Είχαν μάθει πια να ξεχωρίζουν πότε οι δέσμες των βομ βών, πού ξαπολούσαν τ' αεροπλάνα, θα έπεφταν 'ίσια απάνω τους, οπότε έπρεπε να ξαπλώσουν μπρούμυτα, και πότε θα έσκαζαν ξέμακρα, οπότε μπορούσαν να παρακολουθούν την εναέρια πο ρεία τους χωρίς κανένα φόβο. Ήξεραν πώς να προχωρούν σκυ φτά προς τα μπρος κάτω από τα πυρά των όλμων χωρίς να δια κινδυνεύουν περισσότερο απ' ότι θα διακινδύνευαν αν έμεναν καθηλωμένοι στη θέση τους. Ήξεραν πως τα τανκς πολτοποιούν πιο πολύ αυτούς που φεύγουν παρ' αυτούς που στέκονται και τ' αντιμετωπίζουν. Ήξεραν πώς ο γερμανός αυτοματιστής που πυροβολεί απ' τα διακόσια μέτρα, το κάνει πιο πολύ για να εκφοβίσει, παρά για να σκοτώσει. Μ' ένα λόγο ήξεραν όλες εκείνες τις άπλες μα και μεγάλες και σωτήριες στρατιωτικές αλήθειες, που η γνώση τους δίνει στους στρατιώτες τη βεβαιότητα πώς δεν είναι και τόσο εύκολο να σκοτωθούν. 
Το ένα τρίτο του τάγματος αποτελούνταν από τέτοιους στρατιώτες. Οι υπόλοιποι θα έμπαιναν για πρώτη φορά στη μάχη. Σε κάποιο βαγόνι στεκόταν ένας ηλικιωμένος στρατιώτης και φύλαγε το υλικό, πού δεν είχε φορτωθεί ακόμα πάνω στα κάρρα. Τό παράστημα τοϋ φρουρού καθώς και τα μεγάλα κοκκινωπά μουστάκια του, πού εξείχαν σα δυο λόγχες, τράβηξαν από μακριά την προσοχή του Σαμπούρωφ. "Όταν έφτασε κοντά του, ό φαντάρος με σβελτοσύνη στάθηκε προσοχή και στύλωσε τα μάτια του στο πρόσωπο του λοχαγού. (13) Στη στάση του, στον τρόπο που φορούσε την εξάρτησή του και κρατούσε το όπλο, έβλεπε κανένας τή συνήθεια κείνη που αποχτάται μονάχα με τα πολλά χρόνια υπηρεσίας στο στρατό. Ο Σαμπούρωφ αν κι' ήξερε όλους σχεδόν τους στρατιώτες που ήταν μαζί του στο Βορονέζ, ως τον ανασχηματισμό της μεραρχίας, ωστόσο δε μπορούσε να θυμηθεί αυτόν τον κόκκινο στρατιώτη. 
- Πώς λέγεσαι; τον ρώτησε.
-Κανιούκωφ, πρόφερε ο φαντάρος, τονίζοντας μιά μιά τις συλλαβές κι' εξακολουθώντας να έχει καρφωμένο το βλέμμα του στο πρόσωπο του λοχαγού.
-Έχεις πάρει μέρος σε καμιά μάχη;
- Σ' αρκετές.
- Πού ;
- Στο Περεμίσλ.
- Δηλαδή υποχωρήσατε απ' το Περεμίσλ.
-Καθόλου. Επιτεθήκαμε.Ο Σαμπούρωφ τον κοίταξε μ' έκπληξη.
- Πότε ; Τον περασμένο χρόνο ;
- Όχι. Πριν από δεκάξη χρόνια.
- Α...Έτσι.
Ο Σαμπούρωφ παρατήρησε καλύτερα τον Κανιούκωφ. Το πρόσωπο του ήταν σοβαρό, σχεδόν περήφανο.
- Σ' αυτόν τον πόλεμο έχεις καιρό που υπηρετείς στο στράτευμα; τον ξαναρώτησε.
- Όχι. Ένα μήνα μονάχα.Έρριξε μια ματιά ακόμη στο δυνατό πρόσωπο του κόκκινου στρατιώτη με ικανοποίηση και προχώρησε παρακάτω. Στο τελευταίο βαγόνι συνάντησε τον αρχηγό του επιτελείου του, τον υπολοχαγό Μασλέννικωφ, που επέβλεπε στο ξεφόρτωμα.Ο Μασλέννικωφ του ανάφερε πως μέσα σε πέντε λεπτά θα έχει τελειώσει το ξεφόρτωμα. Και κοιτάζοντας το τετράγωνο ρολόι του χεριού του, πρόσθεσε:
-Επιτρέπεται, σύντροφε λοχαγέ, να παραβάλλω την ώρα μου με τη δική σας;Ο Σαμπούρωφ έβγαλε σιωπηλός ένα ρολόϊ της τσέπης. Ο Μασλέννικωφ πήγαινε πίσω πέντε λεπτά. Έκανε όμως ένα μορφασμό δυσπιστίας κοιτάζοντας το παλιό ασήμαντο ρολόϊ του Σαμπούρωφ, που είχε σπασμένο το τζάμι.Ο λοχαγός χαμογέλασε.
- Δεν πάτε πολύ πίσω. Κι' ύστερα μην ξεχνάτε πως το ρολόϊ το έχω απ' τον πατέρα μου κι' ακόμα πως στον πόλεμο την πιο ακριβή ώρα την έχει πάντοτε ο ανώτερος.
Ο Μασλέννικωφ έρριξε άλλη μια ματιά στα δυο ρολόγια, (14) διόρθωσε τo δικό του και μια που δεν είχε άλλο λόγο να στέκεται εκεί, ζήτησε την άδεια να φύγει. Η επίβλεψη του τάγματος κατά τη διαδρομή μέσα στο τραίνο και η παρακολούθηση του ξεφορτώματος ήταν οι πρώτες αποστολές που είχαν ανατεθεί στον Μασλέννικωφ καθώς πλησίαζε στο μέτωπο. Εδώ, στο Έλτον, μύριζε πια μέτωπο.Η σκέψη πως σε λίγο θα μπει στη μάχη, συγκινούσε το νεαρό υπολοχαγό. Θεωρούσε τον εαυτό του μειωμένο, επειδή ως αυτή τη στιγμή δεν είχε πάρει μέρος σε καμιά μάχη. Γι' αυτό και σήμερα ήταν όλος χαρά. "Εκτελούσε τις εντολές του Σαμπούρωφ με ακρίβεια και προσοχή.
- Μάλιστα, μάλιστα, πηγαίνετε, είπε ο Σαμπούρωφ έπειτα από μικρή σιωπή.Ένιωθε βαθιά λύπη στη σκέψη, πως το ροδοκόκκινο, ζωηρό και παιδικό πρόσωπο του Μασλέννικωφ θα καταντήσει αγνώριστο έπειτα από μια βδομάδα, όταν η βρωμερή, η πνιγηρή κι' αλύπητη ζωή των χαρακωμάτων θα δεχτεί στη φοβερή αγκαλιά της το παλληκάρι αυτό. Μια μικρή ατμομηχανή, έσερνε πάνω στην εφεδρική γραμμή, αγκομαχώντας, τον δεύτερο μακρύ στρατιωτικό συρμό. Βιαστικός, όπως πάντα, πήδηξε, πριν ακόμα σταματήσει το τραίνο, από βαγόνι πρώτης θέσης, ο διοικητής του συντάγματος, αντισυνταγματάρχης Μπαμπτσένκο. Στραμπούληξε όμως το πόδι του. Βλαστήμησε και χωρίς να σηκώσει τα μάτια του ρώτησε κατσουφιασμένος τον Σαμπούρωφ, που έτρεξε να τον υποδεχτεί:
- Πώς πάει το ξεφόρτωμα;
- Τελείωσε.Ό Μπαμπτσένκο έρριξε το βλέμμα ερευνητικά γύρω του.Πραγματικά, το ξεφόρτωμα είχε τελειώσει. Αλλά το σκυθρωπά ύφος και ο αυστηρός τόνος την φωνής, πού θεωρούσε απαραίτητο να τα χρησιμοποιεί όταν μιλούσε με τούς κατωτέρους του, απαιτούσαν αυτή τη στιγμή, για τη διατήρηση του κύρους του, να κάνει μια κάποια παρατήρηση.
- Και τί κάνετε τώρα; ρώτησε απότομα.Περιμένω τις διαταγές σας.Καλύτερα θα κάνατε να δίνατε συσσίτιο στους άνδρες, παρά να τους έχετε να περιμένουν. Αν πρόκειται να ξεκινήσουμε τώρα αμέσως, έχω αποφασίσει να κάνω διανομή τροφής στους άνδρες στην πρώτη ωριαία στάση. Αν όμως διανυχτερεύσουμε εδώ, τότε θα παρασκευάσω μέσα σε μια ώρα συσσίτιο στο καζάνι, απάντησε ατάραχα ο Σαμπούρωφ και χωρίς βιασύνη. Μίλησε με μιαν ήρεμη (15) λογική, που όμως δεν άρεσε καθόλου στον αιώνια βιαστικό Μπαμπτσένκο.Κάτι μουρμούρισε.
- Μήπως διατάζετε να γίνει τώρα αμέσως η διανομή ; ρώτησε ο Σαμπούρωφ.
-Όχι! Να τους κάνετε στην ωριαία στάση. Ξεκινείστε, χωρίς να περιμένετε τ' άλλο τάγμα. Διατάξτε να ετοιμαστούν οι άνδρες, για την εκκίνηση.Ο Σαμπούρωφ κάλεσε τον Μασλέννικωφ και του έδωσε τις σχετικές οδηγίες.Η φούρκα του Μπαμπτσένκο εκδηλώθηκε μ' ένα μουρμουρητό.Τον δυσαρεστούσε η στάση του Σαμπούρωφ. Είχε συνηθίσει να κάνει όλες τις δουλειές μοναχός του. Και γι' αυτό πάντοτε ήταν απασχολημένος ως το λαιμό. Πάντοτε βιαζόταν και ποτέ δεν πρόφταινε. Είναι γνωστό πώς ο διοικητής του τάγματος δεν είναι υποχρεωμένος να ετοιμάσει ο ίδιος το τάγμα για πορεία. Το γεγονός όμως πως ο Σαμπούρωφ έδωσε εντολές σ' άλλον, ενώ ο ίδιος στεκόταν ήσυχος δίπλα σ' αυτόν, τον διοικητή του τάγματος, εκνεύριζε τον Μπαμπτσένκο.Ήθελε να βλέπει τούς κατωτέρους του νά τσακίζονται μπροστά του. Ποτέ όμως ως τα σήμερα δεν κατόρθωσε να κάνει τον ήρεμο Σαμπούρωφ να κινηθεί σπασμωδικά. Νευριασμένος τώρα, στριφογυρίζοντας δεξιά κι' αριστερά, κοίταζε τη φάλαγγα που ετοιμαζόταν. Ο Σαμπούρωφ στεκόταν δίπλα του.Ήξερε πως αυτό δεν άρεσε στον αντισυνταγματάρχη, μα δεν έδινε σημασία. Είχε συνηθίσει πια να τον βλέπει έτσι φουρκισμένο. Πέρασε ένα λεπτό δίχως ν' ανταλλάξουνε καμιά λέξη. Ξαφνικά ο Μπαμπτσένκο, χωρίς πάλι να στραφεί προς τον Σαμπούρωφ, αλλά σε διαφορετικό τόνο, είπε :
- Κοίταξε αυτούς τους φουκαράδες. Είναι παλιάνθρωποι οι γερμανοί. Απέναντι, προχωρούσε μια θλιβερή φάλαγγα από πρόσφυγες του Στάλινγκραντ. Ήταν μια αξιοθρήνητη φάλαγγα κουρελιασμένων, αποκαμωμένων, φασκιωμένων με επιδέσμους, πού είχαν γίνει γκρίζοι από τη σκόνη. Μια φάλαγγα ανθρώπων πού έσερναν τα πόδια τους με την ψυχή στο στόμα. Άθελα τους και οι δυο άνδρες έστρεψαν τα μάτια προς την κατεύθυνση πού επρόκειτο ν' ακολουθήσει το σύνταγμα. Προς τα κει απλωνόταν η γυμνή στέπα. Δεν φαινόταν παρά μονάχα σκόνη. Μια σκόνη που ανέβαινε ψηλά ως τους λόφους κι' έμοιαζε σα μακρυνό σύννεφο καπνού.
-Τόπος συγκέντρωσης το Ριμπάτς. Θα κάνετε σύντονη πορεία. Και θα μου στείλετε συνδέσμους, είπε ο Μπαμπτσένκο (16) παίρνοντας πάλι το σκυθρωπό του ύφος. Και γυρνώντας έφυγε κατά το βαγόνι.Ο Σαμπούρωφ πλησίασε το τάγμα του. Οι λόχοι ήταν έτοιμοι γι' αναχώρηση. Οι άνδρες σιγοκουβέντιαζαν στίς γραμμές τους. Περνώντας απ' τον δεύτερο λόχο είδε πάλι' τον κοκκινοτρίχη Κανιούκωφ, πού τη στιγμή εκείνη διηγιότανε κάτι στους γύρω του με ύφος ζωηρό και χειρονομίες.
-Γιατί είναι καλύτερα να περπατάς παρά να κοιμάσαι ; έλεγε. Είναι προτιμότερο να βαδίζεις απ' την ανατολή προς τη δύση. Το πρωί που κάνει ζέστη έχεις τον ήλιο στην πλάτη σου και το απόγεμμα που κάνει ψύχρα τον έχεις στο πρόσωπο σου. Όλα με υπολογισμό πρέπει να γίνουνται.-Και οι σφαίρες με υπολογισμό σκίζουν τον αέρα; ρώτησε κάποιος στ' αστεία.Ο Σαμπούρωφ προσπέρασε τον Κανιούκωφ κι' έφτασε την κεφαλή της φάλαγγας.
- Τάγμα ! Εμπρός !
Οι άνδρες ξεκίνησαν. Ο διοικητής βάδιζε επικεφαλής της φάλαγγας. Μακριά, στο βάθος της στέπας, οι στρόβιλοι της σκόνης φαίνονταν πάλι σαν καπνός. Ποιος ξέρει, μπορεί πραγματικά και να καιγόταν η στέπα.
2

Πριν από είκοσι μέρες, ένα αυγουστιάτικο πρωινό, φάνηκαν πάνω απ' την πόλη βομβαρδιστικά των αεροπορικών σχηματισμών του Ριχτόφεν. Πόσα ήταν και πόσες μπόμπες ξαπόλησαν, είναι δύσκολο να πει κανένας. Περνούσαν κατά κύματα, άφηναν το φορτίο τους και ξαναγύριζαν πάλι. Όλη την ημέρα πάνω από τη μαρτυρική πόλη βρίσκονταν συνεχώς δυο χιλιάδες αεροπλάνα.Το Στάλινγκραντ καιγότανε. Οι φλόγες κράτησαν δύο μέρες και δύο νύχτες. Παρ' όλο που η μάχη γινόταν εξήντα χιλιόμετρα μακριά από την πόλη, στις διαβάσεις του Ντον, όμως, απ' τη μέρα που φούντωσε η πυρκαγιά, απ' την ίδια μέρα και ώρα άρχισε η μάχη του Στάλινγκραντ.Γιατί, οι Γερμανοί που προχωρούσαν προς την πόλη κι' εμείς που βρισκόμασταν μέσα και πίσω απ' αυτή, βλέπαμε τις ουρανομήκεις ανταύγειες του Στάλινγκραντ, που είχε παραδοθεί στις φλόγες, κι' όλες οι σκέψεις κι' όλα τα σχέδια και των δύο αντιμαχόμενων παρατάξεων είχαν στραφεί, σα να τα τραβούσε κάποιος δυνατός μαγνήτης, προς το φλεγόμενο Στάλινγκραντ.Την τρίτη μέρα, όταν η πυρκαγιά άρχισε να υποχωρεί, μια βαρεία μυρουδιά απλώθηκε σ' όλο το Στάλινγκραντ. Η ιδιαίτερη εκείνη δυσοσμία που αναδίνουν τα καμένα ερείπια.Μια δυσοσμία που δεν εγκατάλειψε από τότε το Στάλινγκραντ σ' όλους τους μήνες της πολιορκίας του.Απ' τα καμένα σίδηρα, τα καψαλισμένα δέντρα και τα ξαναψημένα τούβλα αναδίνονταν μια αποφορά πού σε ζάλιζε, μια βρώμα βαρεία και δηλητηριασμένη. Η καπνιά κι' η στάχτη που είχαν σκορπιστεί πάνω στους δρόμους, μόλις φυσούσε κανένα ελαφρό αεράκι απ' το Βόλγα, σηκώνονταν και γέμιζαν τον αέρα, έτσι που νόμιζες πως ξανά πάλι η πόλη βρίσκεται μέσα στους καπνούς της πυρκαγιάς.Οι Γερμανοί δε σταμάτησαν να βομβαρδίζουν το Στάλινγκραντ.Πότε δω και πότε κει, άναβαν καινούργιες πυρκαγιές.Όμως αυτές οι σποραδικές πυρκαγιές δεν ήταν επικίνδυνες όπως στην αρχή. Δεν διαρκούσανε τώρα πια μέρες. Η φωτιά, αφού έκαιγε μερικά όρθια ακόμα σπίτια, έφτανε γρήγορα σε δρόμους καμένους από πριν κι' επειδή δεν εύρισκαν τροφή, έσβηνε.(18)............

:ΙΒΑΝ ΜΑΙΣΚΙ:Ο ΠΟΛΕΜΟΣ (Αναμνήσεις Σοβιετικού Πρεσβευτή)

ΜΕΡΟΣ I 
«Ο ΠΑΡΑΞΕΝΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ» 
Επίθεση της Γερμανίας κατά της Πολωνίας 
Το πρωί της 1 του Σεπτέμβρη 1939, ώρα 5 και 30 λεφτά, χωρίς προηγούμενο τελεσίγραφο ή επίσημη κήρυξη πολέμου, η Χιτλερική Γερμανία επετέθηκε κατά της Πολωνίας. Στις 5 ώρα και 40 λεφτά το πρωί ο Χίτλερ μίλησε από το ραδιόφωνο προς το στρατό του και δήλωσε, ότι η πολωνική κυβέρνηση απέριψε την ειρηνική διευθέτηση των επίμαχων ζητημάτων και για το λόγο αυτό αναγκάστηκε να καταφύγει στη δύναμη των όπλων. Ταυτόχρονα οι μεραρχίες της Βέρμαχτ πέρασαν τα σύνορα της Πο­λωνίας από την Ανατολική Πρωσία, την Πομερανία, το Πόζναν και τη Σλοβακία, ενώ η γερμανική αεροπορία άρχισε να βομβαρδίζει με όλη τη δύναμη τις πολωνικές πόλεις. Την ίδια μέρα, 1 του Σεπτέμβρη, ο ναζίστας ηγέτης του Ντάντσιγκ, Φόρστερ ανακήρυξε την ένωση της πόλης αυτής με το τρίτο ράιχ. 
Τα παραπάνω γεγονότα έβαλαν αμέσως τις κυβερνήσεις της Αγγλίας και της Γαλλίας μπροστά στο φοβερό ερώτημα : Τί να κάνουμε : 
Η επίσημη απάντηση στο ερώτημα αυτό ήταν πολύ απλή. Στις 30 του Μάρτη 1939 η Αγγλία και η Γαλλία έδοσαν στην (7) Πολωνία μονομερή εγγύηση για την ακεραιότητα και την ανεξαρτησία της. Στις 6 του Απρίλη του ίδιου χρόνου με δήλωση του πολωνού υπουργού των εξωτερικών Μπεκ, η μονομερής αυτή εγγύηση μετατράπηκε σε διμερή με το σκοπό να υπογραφεί σε συνέχεια ανάμεσα στην Πολωνία και την Αγγλία επίσημη συμφωνία αμοιβαίας βοήθειας (ανάμεσα στην Πολωνία και τη Γαλλία τέτoια συμφωνία υπήρχε). Πράγματι, στις 24 του Αυγούστου 1939 η Πολωνία και η Αγγλία υπόγραψαν μια τέτοια συμφωνία. Έτσι την 1 του Σεπτέμβρη 1939, όταν η χιτλερική Γερμανία επετέθηκε κατά της Πολωνίας, η Αγγλία και η Γαλλία σύμφωνα με το γράμμα και το πνεύμα των παραπάνω συμφωνιών, όφειλαν αμέσως και χωρίς συζήτηση να υπερασπίσουν με το όπλο στο χέρι το σύμμαχο τους... 
Όφειλαν ! Όμως αυτή ακριβώς τη στιγμή άρχισαν να φαίνονται οι ύφαλοι που έβγαλαν την εξωτερική πολιτική της Αγγλίας και της Γαλλίας από το δρόμο της λογικής και της τιμής και την έσπρωξαν στο δρόμο της ανοησίας, της υποκρισίας και της προδοσίας. 
Έχω διηγηθεί λεπτομερειακά[1] με ποιό τρόπο το επίμονο σαμποτάζ από μέρους των κυβερνήσεων του Τσάμπερλεν και Νταλαντιέ εμπόδισε την υπογραφή στις παραμονές του πολέμου τριμερούς συμφωνίας αμοιβαίας βοήθειας, ανάμεσα στην ΕΣΣΔ, την Αγγλία και τη Γαλλία — μοναδικό μέσο πού θα μπορούσε να παρεμποδίσει την χιτλερική επιθετικότητα και ν° αποτρέψει την επίθεση της Γερμανίας κατά της Πολωνίας. Διηγήθηκα επίσης για την ανόητη πολιτική τύφλωση και την επιπολαιότητα «της κυβέρνησης των συνταγματαρχών» της Βαρσοβίας, πού είχε δηλώσει κομπαστικά, ότι δεν έχει ανάγκη από τη βοήθεια της ΕΣΣΔ για την υπεράσπιση από τη χιτλερική Γερμανία. Εδώ δεν πρόκειται να τα επαναλάβω όλα αυτά. Φτάνει μόνο να ειπωθεί, ότι την 1 του Σεπτέμβρη 1939 στην Αγγλία και τη Γαλλία βρίσκονταν στην εξουσία οι ίδιοι Τσάμπερλεν και Νταλαντιέ, που μόλις είχαν τορπιλίσει την υπογραφή τριμερούς συμφωνίας. Νά γιατί η πρώτη σκέψη του άγγλου και του γάλλου πρωθυπουργού, όταν έφτασαν οι ειδήσεις για τα τρομερά γεγονότα της Πολωνίας, σκέψη, που φυσικά, δε διατυπωνόταν ανοιχτά, όμως κυριαρχούσε στη συνείδηση τους, ήταν : δεν θα μπορούσαμε άραγε με κάποιο τρόπο να αθετήσουμε τις υποχρεώσεις που αναλάβαμε απέναντι στην Πολωνία ; Εγώ μιλάω ανοιχτά, ότι υπήρχε μια τέτια σκέψη στον Τσάμπερλεν και το Νταλαντιέ, γιατί, όπως θα δούμε α μέσως, οι ενέργειες τους στο μήνα που ακολούθησε σε συνέχεια, ήταν μια ακριβής ενσάρκωση της σκέψης αυτής στην πράξη. 
Επίσημα τα γεγονότα εξελίχθηκαν έτσι : την 1 του Σεπτέμ βρη, ώρα 9 και 40 λεφτά, οι πρεσβευτές της "Αγγλίας και της Γαλλίας στο Βερολίνο επέδωσαν στο γερμανό υπουργό των εξωτερικών Ρίμπεντροπ δήλωση των κυβερνήσεων τους, που η ουσία της κατέληγε στο τελεσίγραφο : αν η Γερμανία δε σταματήσει αμέσως τις πολεμικές ενέργειες και δεν αποσύρει τα στρατεύματα της από την Πολωνία, η Αγγλία και η Γαλλία θα εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους απέναντι στην Πολωνία. 
Δώδεκα ώρες πριν απ' αυτό, το βράδυ της 31 του Αυγούστου, ο Μουσολίνι, που επίσημα παρέμενε «ουδέτερος», πρότεινε να ρυθμιστεί η γερμανο-πολωνική σύγκρουση με μεσολάβηση : έπρεπε να συγκληθεί εσπευσμένα «διάσκεψη των πέντε» (Γερμανία, Ιταλία, Αγγλία, Γαλλία και Πολωνία) και να λυθούν τα. επίμαχα ζητήματα στην πράσινη τράπεζα. Ο ιταλός διχτάτορας έβλεπε καθαρά ένα καινούργιο «Μόναχο». Ο Τσάμπερλεν και ό Νταλαντιέ αρπάχτηκαν και με τα δύο τους χέρια από την πρόταση του Μουσολίνι κι άρχισαν να αναβάλουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους απέναντι στο σύμμαχο πού είχε δεχτεί την επίθεση. Γι αυτόν ακριβώς το λόγο πέρασαν 54 ώρες από την στιγμή της γερμανικής επίθεσης κατά της Πολωνίας και δεν είχαν κηρύξει ακόμα τον πόλεμο. Κατά πασών πιθανότητα, αυτοί θα περίμεναν κάμποσο καιρό ακόμα, ελπίζοντας να λύσουν με τον τρόπο του «Μονάχου» τη γερμανο-πολωνική σύγκρουση. Όμως στην περίπτωση αυτή ο Χίτλερ μπέρδεψε τους λογαριασμούς των ειρηνοποιών. Σαν προϋπόθεση για τη σύγκληση της «διάσκεψης των πέντε» ζήτησε την ακύρωση του άγγλου-γαλλικού τελεσιγράφου της πρώτης του Σεπτέμβρη. Ο Τσάμπερλεν και ο Νταλαντιέ δεν τόλμησαν να το κάνουν : στις χώρες τους είχε ξεσηκωθεί ένα πολύ μεγάλο κύμα οργής και αγανάχτησης ενάντια στη χιτλερική επίθεση. 
Έτσι η απόπειρα του Μουσολίνι απότυχε. Ο πόλεμος προχώρησε με σιδερένιο βήμα. 
Οι πληροφορίες γι' αυτές τις παρασκηνιακές ενέργειες και αντενέργειες έφτασαν στον τύπο και τους πολιτικούς κύκλους. Προκάλεσαν ισχυρή αγανάχτηση στις μάζες. Η αγανάχτηση αυ τή εκδηλώθηκε εξαιρετικά ανάγλυφα στη βραδυνή συνεδρίαση της βουλής των κοινοτήτων στις 2 του Σεπτέμβρη.(9) 'Οταν ο Τσάμπερλεν πληχτικά και μονότονα αφηγήθηκε, ότι η αγγλική και γαλλική κυβέρνηση δεν είχαν πάρει ακόμα απάντηση από το Χίτλερ στο διάβημα τους της 1 του Σεπτέμβρη και ότι αυτές δεν μπορούν να αναγνωρίσουν την παραβίαση με μια μονόπλευρη πράξη του καθεστώτος του Ντάντσιγκ, που είχε καθιερωθεί από τη Συνθήκη των Βερσαλιών, από τα καθίσματα της αντιπολίτευσης του εργατικού κόμματος πετάχτηκε ο Άρτουρ Γκρίνγουντ. Αυτός εκπλήρωνε προσωρινά τα χρέη του ηγέτη της αντιπολίτευσης (ο ηγέτης της αντιπολίτευσης, Άτλυ ήταν άρρωστος) και ήταν κείνη την ώρα πολύ αγαναχτησμένος. 
Την ίδια στιγμή από τα καθίσματα των συντηρητικών — και κει επικρατούσε μεγάλη ένταση — ο βουλευτής Λ. Έμερι, απευθυνόμενος στον Γκρίνγουντ, φώναξε : 
— Μιλάτε στο όvομα της Αγγλίας ! 
Ο Λ. "Εμερι ήταν λυσασμένος ιμπεριαλιστής και αντιδρα στικός, όμως θεωρούσε την τήρηση της δοσμένης υπόσχεσης εθνι κή τιμή της Αγγλίας. Αυτός δεν ήταν λιγότερο αγαναχτησμένος από το Γκρίνγουντ εξ' αίτιας της αργοπορίας του Τσάμπερλεν να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις στην Πολωνία και ήθελε να μιλήσει κείνη τη στιγμή ο Γκρίνγουντ όχι μόνο σαν εκπρόσωπος του κόμματος της αντιπολίτευσης, αλλά και σαν εκπρόσωπος ό λου του έθνους. Η βουλή ενέκρινε με φωνές τα λόγια του Α. Έμερι. 
— Πρέπει να εκφράσω τη μεγάλη κατάπληξη άρχισε ο Γκρίνγουντ, γιατί η εκπλήρωση των υποχρεώσεων μας απέναντι στην Πολωνία δεν 'μπήκε σε ενέργεια από χτες ακόμα... Η βουλή έχει συγκλονιστεί από τις ανακοινώσεις του πρωθυπουργού... Πώς γίνεται αυτό ;... Η επίθεση άρχισε πριν 38 ώρες και μείς σωπαίνουμε ακόμα !... Πόσον καιρό ακόμα θα βραδύνει η Αγγλία ; Το κάθε λεφτό σημαίνει τώρα απώλεια χιλιάδων ανθρώπων, απειλή των εθνικών συμφερόντων μας, των ίδιων των βάσεων της εθνικής μας τιμής. Δεν μπορούμε να περιμένουμε περισσότερο. Ο κύβος ερίφθει. 
Τα καθίσματα της αντιπολίτευσης υποστήριξαν θυελλώδικα το ρήτορα και στα καθίσματα των συντηρητικών πολλοί δεν έκρυβαν την ικανοποίηση τους. Ο Γκρίνγουντ εξέφραζε κείνη την κρίσιμη στιγμή ό,τι αισθανόταν το έθνος και τα λόγια του έμειναν ιστορικά. 
Ο Τσάμπερλεν τάχασε, προσπάθησε νά δικαιολογηθεί επικαλούμενος τίς δυσκολίες τών τηλεφωνικών συνομιλιών μεταξύ Λονδίνου και Παρισιού, αλλά στο τέλος αναγκάστηκε να υποσχε θεί, ότι ως το επόμενο πρωί το πολύ ή κυβέρνηση θα ανακοινώ σει στο λαό μια τελείως συγκεκριμένη απόφαση [2]. 
Σαν αποτέλεσμα της παραπάνω σκηνής και της ογκούμενης όλο και περισσότερο αγανάχτησης των μαζών, την Κυριακή 3 του Σεπτέμβρη ώρα 9 το πρωί, ο άγγλος πρεσβευτής στο Βερο λίνο Ν. Χέντερσον επέδωσε στη γερμανική κυβέρνηση νότα, πού έλεγε, ότι αν σε δυό ώρες δε συμφωνήσει ο Χίτλερ να αποσύρει τα γερμανικά στρατεύματα από την Πολωνία, η Αγγλία θα κηρύ ξει τον πόλεμο κατά της Γερμανίας. Ανάλογο διάβημα έκανε και ο γάλλος πρεσβευτής στο Βερολίνο με τη διαφορά, ότι η προθεσμία του γαλλικού τελεσιγραφήματος δεν έληγε στις 11 το πρωί της 3 του Σεπτέμβρη, αλλά στις 5 το απόγευμα. 
Ο Χίτλερ φυσικά, δεν απάντησε στο «τελικό διάβημα» της Αγγλίας και της Γαλλίας και στις 11 και 15 λεφτά το πρωί ο Τσάμπερλεν σε σύντομη ομιλία από το ράδιο αναγκάστηκε να διακηρύξει, ότι οι δυό χώρες βρίσκονται σε κατάσταση πολέμου. 
Το ίδιο πρωί συνεδρίασε η βουλή. Ο πρωθυπουργός ήταν θλιβερός και συντριμμένος. Μιλούσε με σβυσμένη και σπασμένη φωνή. 
— Αυτή η μέρα είναι θλιβερή για όλους μας, είπε ο Τσά μπερλεν, όμως για κανένα δεν είναι τόσο θλιβερή όσο για μένα. Όλα εκείνα για τα οποία εργαζόμουν, όλα εκείνα στα οποία εγώ έλπιζα, όλα εκείνα στα όποια πίστευα σ' όλη μου την κοινωνική δράση, όλα έχουν γίνει τώρα συντρίμια ! 
Εγώ καθόμουν στο θεωρείο για τούς πρεσβευτές και σκε φτόμουν : «Εσύ απλώς θερίζεις τούς καρπούς της βλακείας σου και των μηχανοραφιών σου. Το άρμα της δικαιοσύνης προχωρεί αργά, ωστόσο κινείται και σύ τώρα έπεσες κάτω από τους τρο χούς του. Κρίμα μόνο πού τα εγκλήματα σου θα τα πληρώσουν οι πλατιές μάζες του λαού» ! 
Ο Γκρίνγουντ από μέρος του εργατικού κόμματος υποσχέθηκε στην κυβέρνηση πλήρη υποστήριξη στον αγώνα ενάντια στη χιτλερική Γερμανία. Το ίδιο έκανε και ο Αρτσιμπλάντ Σίνγκλερ από μέρος του κόμματος των φιλελευθέρων. Ο Λόυδ - Τζώρτζ δήλωσε, ότι αυτός, παρ' όλο που στο παρελθόν είχε κριτικάρει πολλές φορές την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης, τώρα, μπροστά στη δημιουργηθείσα κατάσταση, θεωρεί χρέος του να υποστηρίξει την κυβέρνηση, για να φέρει τον πόλεμο σε πέρας. Στη συνεδρίαση αυτή μίλησε και ο Τσώρτσιλ. Προειδοποίησε, ότι πρέπει να παρθεί στα σοβαρά ο πόλεμος. 
— Δεν πρέπει να υποτιμούμε, είπε, τις δυσκολίες των καθηκόντων που στέκουν μπροστά μας, ή τις σκληρές δοκιμασίες, πού μας περιμένουν... Πρέπει να περιμένουμε πολλές απογοητεύσεις και πολλές δυσάρεστες εκπλήξεις, όμως μπορούμε να είμαστε βέβαιοι, ότι η Βρετανική Αυτοκρατορία και η Γαλλική Δημοκρατία είναι αρκετά ισχυρές, ώστε να λύσουν το πρόβλημα, που στέκει μπροστά τους [3]. 
Στο τέλος ο μοναδικός στη βουλή των κοινοτήτων κομμουνιστής Γκάλλαχερ δήλωσε, ότι επιθυμεί τη γρήγορη και πλήρη συντριβή του ναζιστικού καθεστώτος, σαν του μοναδικού δρόμου για την επικράτηση μακρόχρονης ειρήνης στη Γή. 
Εγώ παρακολουθούσα με προσοχή τα όσα συνέβαιναν στην ιστορική αυτή συνεδρίαση της βουλής των κοινοτήτων και στο μυαλό μου στριφογύριζε συνέχεια η σκέψη : «Ο Τσάμπερλεν και ο Νταλαντιέ απότυχαν στις εξετάσεις αποτροπής του πολέμου — πώς θα πετύχουν στις εξετάσεις για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους, τουλάχιστο απέναντι στην Πολωνία ;» 
Δε χρειάστηκε πολύ να περιμένουμε.

SVEN HASSEL:MALEDETTI DA DIO

GLORIOSO DESTINO

« FUORI, fuori! » urlava il Vecchio Unno. « Questa è la fine del ventisettesimo reggimento corazzato. »
Venti minuti dopo i nostri seicento carri armati erano ridotti a rottami contorti e bruciacchiati. Dopo altri venti minuti il colonnello von Lindenau giunse a bordo della sua vettura da campagna, e dopo aver guardato i carri annientati, disse con voce stanca:
« Che tutti gli uomini che ne hanno la possibilità tornino ai nostri vecchi alloggiamenti. Il ventisettesimo reggimento non esiste più, dopo questa tragica batosta che l'aviazione ci ha inflitto ».
Era la nostra aviazione. Per un deplorevole errore erano stati i nostri Stukas a bombardarci.
Pochi giorni dopo eravamo di nuovo in azione con nuovi equipaggi e nuovi carri armati fatti giungere in gran fretta da Charkov.
Fu allora che scopersi con profondo disgusto quanto la guerra può avvelenare lo spirito.
Ho sempre odiato la guerra, e la odierò sempre; e tuttavia mi comportai allora esattamente nel modo più esecrabile, quello che condanno negli altri, e di cui ancora oggi ho rimorso e non riesco a giustificare.
Dal mio periscopio vidi un soldato russo uscire con un balzo da una buca di granata per correre a rifugiarsi in un'altra, poco distante. Con efficiente rapidità puntai su di lui il mirino e gli diedi una sventagliata con la mitragliatrice. I proiettili gli scoppiettarono tutt'attorno senza però colpirlo. Vedendo il mio carro avvicinarsi, schizzò fuori dalla buca in cui si era rifugiato e corse come una lepre verso un'altra. E di nuovo la rosa dei proiettili danzò attorno a lui. Anche Porta cominciò a sparargli, ma senza riuscire a toccarlo. Porta si faceva le più matte risate e teneva Stalin a una delle feritoie perché potesse assistere alla nostra caccia.
« Guarda come si balla quando suoniamo noi », gli disse.
(194) Il russo doveva ormai aver perduto la ragione per la paura, perché correva a torno a torno in circolo. E di nuovo la nostra mitragliatrice crepitò investendolo di colpi, e tuttavia, con nostro grande- stupore, non riuscì a colpirlo. Il Vecchio Unno e Stege ridevano ormai di gusto anche loro, e Stege ci disse in tono di scherno:
« Sant'Iddio, non siete neppure più capaci di stender piatto qualcuno? »
Lanciai una maledizione e,, mentre quel disgraziato tentava di raggiungere con un altro salto la più prossima buca, lo investii con il getto del lanciafiamme. Quindi mi volsi a Stege dicendogli:
« Hai visto, se l'ho steso piatto? »
« Davvero? » mi rispose Stege. « Da' un'occhiata dal tuo periscopio! »
Non riuscivo a credere ai miei occhi; mezzo carbonizzato, nero da capo a piedi di miscela del lanciafiamme, il russo stava ancora correndo e riuscì anzi a infilarsi di corsa in una casa, suscitando tra i miei amici un coro poderoso di risate.
Ormai per me era una questione d'onore uccidere quell'uomo, e così diedi fuoco alla casa e soddisfatto la vidi bruciare completamente con dentro il soldato russo.
Una questione d'onore. Ma come ho potuto uccidere un uomo? Eppure l'ho fatto. La guerra aveva lentamente finito per avvelenare purtroppo anche me.
Anche i più fanatici nazisti dovevano ormai ammettere che i tedeschi avevano perso la loro grande offensiva, poiché stavamo preparandoci a una ritirata in grande stile. Un ultimo sforzo sovrumano fu tentato per assicurare la vittoria alle armi germaniche. La nostra compagnia si spinse fino a Birjutsk, dove sorprendemmo un intero squadrone di cavalleria nei suoi quartieri di riposo. In poco tempo e con poco sforzo trasformammo uomini e cavalli in un ammasso urlante e sanguinolento di uomini atterriti e di animali scalcianti. Poi fummo costretti a ritirarci perché ci stavano dando la caccia con una forza poderosa di T34.
(195) Da per tutto la battaglia era dura, e dure erano le perdite.
Massacrammo un reggimento che, circondato, rifiutava di arrendersi, come già aveva fatto il nostro 104-granatieri. Appostammo i carri sulle alture e tenemmo fuoco aperto su di loro per più di tre ore. Urlavano in maniera atroce. Quando tacquero la vista che si pre¬sentò fu più orrenda ancora: tra gli autocarri smozzicati e schiantati stavano i cadaveri incredibilmente mutilati dei soldati, ed erano tutte donne. Molte erano giovani e graziose, con denti bianchi e unghie laccate di rosso. Ciò accadde a circa un chilometro a sud del villaggio di Livny.
Il Vecchio Unno era pallidissimo in volto: « Promettiamoci ora che chi di noi uscirà vivo da questo inferno, scriverà un libro su questa schifezza che ci tocca di vivere. Dovrà essere un pugno nell'occhio dell'intera fetentissima classe militare, tedesca russa ο ame¬ricana che sia, perché tutti si rendano conto di quanto marcio e quanto stupidissimo spreco nascondono questi romantici duelli ».
Ci avevano dato ordine di distruggere tutto, prima della ritirata. Impossibile descriverne il risultato. Ponti, villaggi, strade e linee ferroviarie saltavano per aria in continuità. Tutti i viveri che non potevamo portare con noi venivano cosparsi di petrolio e di catrame ο di liquidi presi dalle latrine; i magnifici ampissimi cam¬pi di girasole arsi e poi rullati con un trattore; i maiali e tutti gli animali delle fattorie uccisi e poi messi a imputridire al sole, dove in poche ore si trasformavano in carogne puzzolenti. E dovunque si sistemavano trappole mortali, cosicché bastava aprire la porta di una casa per saltar per aria. In un paesaggio funereo di morte, lasciavamo dietro di noi la desolazione.
Come al solito il ventisettesimo reggimento rischiò di essere annientato in poche settimane, perché eravamo naturalmente alla retroguardia, impegnati in una battaglia mortale contro le preponderanti forze corazzate russe. Il reggimento era destinato a scomparire: ancora poche settimane, pochi giorni...
(196) Mentre rullavamo per una strada alle spalle delle truppe tedesche che ripiegavano rapidamente verso l'interno, ci era spesso difficile proseguire nella densa colonna di cavalleria, fanteria, artiglieria e carri in fuga. Una fila interminabile di autocarri, carri armati, cannoni, cavalli e uomini, lottava disperatamente lungo le strade sabbiose, trasformate dalla polvere e dal calore in un incubo allucinante. Nei campi ai due lati della strada sfilavano colonne altrettanto interminabili di uomini e animali, ma era la popolazione civile. Adoperavano i più strani veicoli, ai quali talvolta era attaccato qualche vecchio cavallo ο una mucca, ο un cane, un asino ο persino un uomo, ma il più spesso delle volte gli uomini trasportavano a spalle tutto quanto ormai rimaneva loro. E una sola idea li dominava: fuggire.
Strano a dirsi non vedemmo mai l'ombra di un aereo russo, altrimenti la guerra avrebbe avuto fine con l'an¬ticipo di un anno. Quando uno dei nostri veicoli aveva un guasto, fosse una piccola vettura ο un carro armato, non c'era tempo per ripararlo. Un panzer lo sospingeva nel fossato laterale in modo che non ostruisse la strada. Soldati sfiniti in gran numero si erano gettati in quel fossato, da dove ci imploravano di dar loro un passaggio, ma era severamente vietato accogliere estranei a bordo. Spezzava il cuore, udire le loro suppliche e soffocare la voce della coscienza che avrebbe voluto spingerci a prenderne almeno uno ο due con noi. Ma nessuno si fermava e nessuno li raccoglieva. L'uno dopo l'altro i grossi carri armati passavano vicino a loro, sollevando nuvole di polvere che si depositavano per i campi. Anche i profughi cadevano a centinaia e giacevano immoti nel calore atroce. E nessuno si preoccupava neppure di loro. Dal sedile di guida in fondo al carro armato, Porta schiamazzava:
« Questa sì che è una ritirata sul serio, ragazzi! Molto meglio riuscita di quella dei francesi e inglesi quando noi li inseguivamo verso il mare. Per la verità allora le nostre carrette non andavano ancora così in fretta, ma mi pare che noi stiamo per vincere tutti i records di velocità. Mi divertirebbe molto sentire cosa ci racconterà (197) adesso Goebbels della nostra razza ben riuscita di superuomini. Se continuiamo di questo passo sarò a Berlino per il mio compleanno. Stalin, micio mio, ti farò dei vestitini borghesi deliziosi, al posto di quella lurida uniforme che sei costretto a portare, e ti permetterò di dare una bella graffiata al sedere di Adolfo. Siete tutti invitati; vi offrirò purè di patate e un bell'arrosto di maiale e poi frittelle e zucchero e marmel¬lata e tutto quello che ci riuscirà di mandar giù. E andremo a prendere quell'asino senza gambe, Asmus, all'ospedale, con le sue gambe di legno e il suo cessene privato ».
Ci diede una bottiglia pregandoci di berne tutti e brindare alla meravigliosa disfatta delle forze armate nazi-prussiane.
A est di Sharkov fummo coinvolti in una vasta azione di retroguardia durante la quale perdemmo tutti i carri e ci riducemmo a fanteria.
Ero rimasto solo con Porta, a circa un chilometro dal Vecchio Unno e da tutti gli altri, alle prese con una mitragliatrice pesante. Mentre stavamo usando la mitragliatrice a tutto spiano contro i russi avanzanti, una figura umana apparve improvvisamente al nostro fianco e si sarebbe precipitata verso i russi se Porta non l'aves¬se acchiappata per una gamba.
Era il cappellano, quello stesso che aveva recitato quella preghiera poco prima che cominciasse la ritirata. Porta lo immobilizzò sedendoglisi sopra e gli diede un colpo secco sull'orecchio.
« Dove stai andando, maledetto corvo? Non starai disertando, per caso? »
« Abbiamo perso la guerra », singhiozzò il cappella¬no. « Meglio arrenderci di nostra spontanea volontà, così almeno non ci faranno alcun male. »
« Ti farò arrendere io e di corsa! Credi che abbiamo dimenticato le tue parole così edificanti con le quali ci incitavi ad assassinare questi selvaggi rossi? Adesso starai qui tu a far funzionare per benino la nostra mitragliatrice ο ti sbatto in testa la mia cartucciera finché (198) ti faccio morire di botte! Gusterai anche tu le gioie dell'eccidio che ci avevi tanto raccomandato! »
Porta gli fece un occhio nero, e quindi lo colpì con l'elmetto metallico facendolo ripiegare su se stesso co¬me uno straccio.
« Questa è... insubordinazione », gridò il cappellano in uno stato di assoluto isterismo. « Vi farò deferire alla corte marziale se non... »
Lo colpii al viso con tutta forza e appoggiando la bocca della mia rivoltella alla croce dorata ricamata sul petto della sua divisa gli gridai:
« Ο ti metti tranquillo dietro questa mitragliatrice e fai il tuo dovere passandoci le munizioni, ο ci sarà un cappellano di meno al mondo ».
Scosso da singhiozzi di collera e di umiliazione, si trascinò carponi al punto da noi indicato. Senza mai provar pietà sfogammo su di lui tutto il nostro desiderio di vendetta. Ogni volta che inciampava, lo colpivamo sulle dita con il calcio delle pistole.
« Questo è per Hans Breuer! »
« Questo è per Asmus! »
« E questo... e questo... ed eccotene un altro... per Ursula! »
E un'altro ancora perché ho ucciso una dozzina di uomini con un fucile da franco tiratore quando ero fuor di me per il dolore della morte di Ursula.
E un altro perché ho ucciso quel povero diavolo che non mi riusciva di colpire, l'altro giorno.
Vedevo rosso e la vista mi si annebbiava. Mi sfogai di tutto. E anche Porta aveva dei conticini da regolare.
« Ora che finalmente sei tra buone mani, non ci sfuggirai tanto facilmente. »
Quando tutti i conti furono regolati, lo costringemmo a correre verso le linee russe e gli sparammo nelle gambe, colpendolo in pieno, quando era già quasi giunto alle trincee nemiche. Tre mongoli uscirono carponi a prenderlo. Smettemmo di sparare soltanto quando lo ebbero portato al riparo.
« Non so cosa ne pensi tu », mi disse Porta tergendosi il sudore dalla fronte, « ma io mi sento un altro uomo. »
Di ritorno alla compagnia facemmo un rapporto regolamentare per denunciare che il cappellano von W3nau della dodicesima divisione motorizzata aveva disertato passando al nemico, e che noi gli avevamo sparato, ferendolo a una gamba nel tentativo di impedirgli la fuga. Così se per caso i russi lo avessero rimesso in libertà, ci avrebbero pensato i tedeschi a fucilarlo come disertore.
« Erano russi ο asiatici quelli che lo hanno raccolto? » mi chiese Pluto. « Asiatici. »
« Allora riceverà una bella benedizione sonora. »
Furono tutti molto soddisfatti di sapere che il cappellano era caduto tra le mani dei più feroci tra i guerrieri sovietici. Non capitava tutti i giorni a quei sata¬nassi di avere tra le mani un prete genuino.
Preferirei poter essere umano. Preferirei poter dire di non nutrire nessun istinto sanguinario; ma ancora cggi vedo rosso quando penso, ο peggio incontro, coloro che incitano alla guerra, tutti quegli idioti che apertamente, ο con infide insinuazioni, spingono ai conflitti : popoli e coltivano gli istinti bellicosi dei singoli individui. Conosco i risultati delle attività mostruose di questi propagandisti, commentatori, fanatici, freddi affaristi e avidi politicanti. Razza di vipere da distruggere, facciamoli uscire dai loro nascondigli, dalle loro tane, e che sia finita con loro. Capisco benissimo che il trattamento inflitto al cappellano fu del tutto barbaro, ma non c'era altra via d'uscita per noi. Nessuna pietà per chi predica la guerra, per quelli che costringono milioni di esseri umani pacifici ad assumere atteggiamenti inumani. Quelli sono gli esseri veramente pericolosi e come tali vanno trattati con la massima energia. E so benissimo che ogni tedesco, in cuor suo, la pensa esattamente come me. Oh, se soltanto i tedeschi riuscissero a capire chiaramente questa verità e agissero secondo i loro migliori istinti! Un'azione di tutti i tedeschi uniti contro la guerra, una resa di conti spietata con lo spirito militaresco e chi lo nutre, sistemerebbe per sempre la nostra situazione.
Prima di abbandonare definitivamente Charkov le unità del Genio la raserò al suolo. Charkov era stata una delle più belle città dell'Unione Sovietica, grande quanto Copenaghen, con una popolazione di più di ottocentocinquantamila abitanti, e considerata della stessa importanza di Mosca od Odessa. Più di trecentomila dei suoi abitanti vennero uccisi. Secondo l'ordine del giorno fieramente diramato dal generale Zeitler, fu restlos vernichtet. Dovrei dunque impietosirmi sulla sorte di un prete?
(201)« Figuratevi, se non me ne rendo conto benissimo anch'io, mio caro Beier! » Barring scosse il capo con un movimento ansioso, appoggiando la mano sulla spalla del Vecchio Unno. « Siamo arrivati ormai all'impossibile. Non è più guerra, è suicidio puro e semplice. Dobbiamo batterci con l'aiuto di bambini e di vecchietti; ma capirete che non è molto semplice neppure per loro, poveri diavoli, capitati in mezzo a questo letamaio senza nessun addestramento. Perciò vi prego, siate almeno cortesi con loro. Pensate di aver di fronte vostro padre, ο un fratellino, e trattateli come trattereste loro. Sarà successo anche a voi, a sedici ο diciassette anni, di star per scoppiare a piangere, lo giurerei. Per farmi un piacere, trattateli in maniera decente. Cercate di dar loro un certo equilibrio, per quanto sia difficile in questa situazione assurda. Se non altro non rendete loro più difficile la vita, perché proprio non se lo meritano. Che colpa ne hanno loro, poveri figli? Ma una cosa è certa a giudicare dalle ultime reclute che ci hanno mandato: siamo ormai giunti al fondo, più in là sarà impossibile andare e da ciò possiamo dedurre che la guerra è agli sgoccioli. »
« Oh no, capitano », gli rispose ridendo Porta. « Poi ci manderanno delle ragazze. Non potremmo metterci già in lista da ora perché ci mandino delle comparse cinematografiche? Sarei ansiosissimo di fare da istruttore a reclute del genere. Conosco alcuni esercizi molto stimolanti in posizione orizzontale... »
« Porta, consegnerò certo nelle tue mani lo squadrone cinematografico quando giungeremo a quel punto ». lo interruppe sorridendo von Barring. « Ma ora fatemi un piacere e ricordate quanto vi ho appena detto. Non è che un consiglio da parte mia, naturalmente, ma sono sicuro che non vi sarà difficile seguirlo. »

Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2010

ΛΟΧΑΓΕ ΡΙΧΤΧΟΦΕΝ ΣΩΣΕ ΤΗΝ ΓΕΡΜΑΝΙΑΝ

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ
ΜΙΑ ΔΙΑΤΑΓΗ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 1ον: ΕΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΓΑΛΛΟΥΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 2ον: ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΓΕΙΩΣΙΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 3ον: ΠΡΟΣ ΤΟ ΝΤΟΥΩΜΟΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 4ον: ΜΙΑ ΓΙΓΑΝΤΟΜΑΧΙΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 5ον: ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ ΤΟΥ ΑΕΡΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 6ον:ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΜΑΧΗΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 7ον: ΠΤΩΣΙΣ ΕΙΣ ΓΑΛΛΙΚΟΝ ΕΔΑΦΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 8ον: ΕΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΙΣΙ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 9ον: ΠΡΟΣ ΝΕΑΝ ΔΡΑΣΙΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 10ον: ΣΥΝΤΑΡΑΚΤΙΚΗ ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 11ον: ΕΝΑ ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΟ ΓΡΑΜΜΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 12ον: ΕΙΣ ΚΑΤΑΧΘΟΝΙΟΣ ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 13ον:ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΕΣ ΔΕΜΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 14ον: ΜΙΑ ΤΡΑΓΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 15ον: Η ΩΡΑΙΑ ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 16ον: Ο ΘΡΥΛΙΚΟΣ ΙΜΠΕΛΜΑΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 17ον:
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 18ον: ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΚΑΜΠΤΩΝΤΑΙ

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ

Τρίτη 19 Οκτωβρίου 2010

JULIUS EVOLA:ΕΝΙΑΙΑ ΕΥΡΩΠΗ Σχήμα και προϋποθέσεις

Σήμερα η απαίτηση για μια Ευρωπαϊκή ενότητα είναι έκδηλη σε πολλούς χώρους. Παρ όλα αυτά χρειάζεται να γίνει ένας διαχωρισμός ανάμεσα σ΄ αυτή που περιορίζεται σ΄ ένα πεδίο καθαρά πραγματιστικό και υλιστικό και σε εκείνη που τοποθετεί το πρόβλημα σ΄ ένα ανώτερο πεδίο επικαλούμενη την επέμβαση των πνευματικών και παραδοσιακών αξιών.
Απαιτήσεις του είδους γεννιούνται, στην καλύτερη περίπτωση από μια εσωτερική ανταρσία ενάντια στην υπάρχουσα κατάσταση, ενάντια στο θέαμα μιας Ευρώπης που εξ αιτίας ενός συντονισμένου παιχνιδιού δράσεων και αντιδράσεων (και εδώ χρειάζεται να αναγνωριστεί η προσφορά αυτού που ονομάζουμε "απόκρυφο πόλεμο") κατέληξε από ρυθμιστής της Παγκόσμιας Πολιτικής σ΄ ένα αντικείμενο εξαρτημένο από επιδράσεις και ξένα συμφέροντα, μιας Ευρώπης που συμπιέζεται από τις δύο μεγάλες δυνάμεις, την Αμερική και την Σοβιετική Ένωση, στον αγώνα τους για την κυριαρχία του κόσμου , υποχρεωμένη τέλος να δεχτεί την Αμερικανική και "Ατλαντική" συμμαχία σε μια προσπάθεια να αποφύγει το χειρότερο, δηλαδή την ολοκληρωτική υποδούλωσή της στον Κομμουνισμό.
Είναι φυσικά ευνόητο ότι το καθεστώς της ασυμφωνίας που επικρατεί ανάμεσα στα Ευρωπαϊκά Έθνη είναι το μόνο που τελικά καταφέρνει να διατηρεί και να ενισχύει μια παρόμοια κατάσταση.
Όπως είναι γνωστό σε όλους το σύνολο των σοβαρών πρωτοβουλιών έχουν εκφυλιστεί σε επίπεδο δημιουργίας κοινής αγοράς, κοινότητας άνθρακα και χάλυβα και άλλων παρόμοιων.
Όλα αυτά δεν αντιπροσωπεύουν τίποτε άλλο από πρόχειρες πρωτοβουλίες που περιορίζονται στο απλό οικονομικό πεδίο δίχως την παραμικρή δεσμευτική πολιτική τοποθέτηση.
Πέρα από τις πρωτοβουλίες αυτές δεν υπάρχει τίποτα άλλο και επιπλέον η κατάσταση είναι τέτοια ώστε να μην επιτρέπει πολλές ψευδαισθήσεις.
Οι καταστροφικές συνέπειες των δύο Παγκοσμίων πολέμων πού κατά ένα μεγάλο μέρος τους οφείλονται στην ασυμφωνία και την τύφλωση των Ευρωπαϊκών Εθνών, είναι δύσκολο να ξεπεραστούν.
Το μέτρο της πραγματικής ελευθερίας, της ανεξαρτησίας και της αυτονομίας είναι πάνω απ' όλα ή δύναμη.
Η Ευρώπη ακόμα και σήμερα θα μπορούσε να είναι η τρίτη μεγάλη δύναμη του κόσμου από την στιγμή που θα κατόρθωνε να συνασπιστεί διατηρώντας τις αστείρευτες πηγές των πρώτων υλών και τις αχανείς εξωευρωπαϊκές της αγορές, από την στιγμή πού μια αρχή συνεργασίας και συμπαραστάσεως από όλους αποδεκτή θα υποχρέωνε τα Ευρωπαϊκά Έθνη να παραταχθούν αμέσως στο πλευρό εκείνου τού Έθνους πού θα δεχόταν οποιουδήποτε τύπου απειλές.
Δυστυχώς όμως, παρόμοια πολιτική, δεν ακολουθήθηκε ποτέ στο παρελθόν ούτε μπόρεσε ποτέ να δημιουργηθεί ένα σοβαρό προηγούμενο μέσα στην Ευρωπαϊκή ιστορία. Μοιραία λοιπόν η μία συνθηκολόγηση διαδέχεται την άλλη.
Σήμερα υπάρχουν αυτοί που όταν μιλούν για Ευρώπη οραματίζονται μια αυτοκρατορία με περισσότερους από 400.000.000 κατοίκους, ικανή να αντιμετωπίσει τόσο τα 190.000.000 των Η.Π.Α. όσο και τα 225.000.000 της Σοβιετικής Ενώσεως.
Πρέπει όμως να θυμίσω ότι ό αριθμός αυτός συμπεριλαμβάνει και χώρες πού βρίσκονται στην άλλη πλευρά του παραπετάσματος, χώρες πού είναι υπερβολικά δύσκολο να ξαναποκτηθούν. Περιοριζόμενοι στην Δυτική Ευρώπη βλέπουμε πως δεν θα μπορούσε να αποτελέσει έναν αρκετά ισχυρό συνασπισμό από την στιγμή πού δεν θα λαμβανόταν υπ' όψη το βιομηχανικό δυναμικό και οι αναπόφευκτες ανάγκες του σε πρώτες ύλες, από την στιγμή που δεν θα λαμβάνονταν υπ' όψη τα μη Ευρωπαϊκά Έθνη που στο παρελθόν βρίσκονταν κάτω από ευρωπαϊκή εξάρτηση και πού σήμερα χάνονται το ένα πίσω από το άλλο προσφέροντας έδαφος στις Αμερικανικές, στις Ρωσικές ή ακόμα και τις Κινεζικές μηχανορραφίες.
Για να προσανατολιστούμε προς την κατεύθυνση της μίας Ευρώπης θα έπρεπε σαν πρώτο αναγκαίο βήμα να πετύχουμε την μαζική αποχώρηση όλων των Ευρωπαϊκών "Εθνών από τον Ο.Η.Ε. από αυτό τον αλλοπρόσαλλο, νόθο και υποκριτικό οργανισμό.
Ένα δεύτερο βήμα εξ ίσου αναγκαίο θα ήταν η αποδέσμευση της Ευρώπης από κάθε τύπου επιδράσεις προερχόμενες τόσο από την Ρωσία, όσο και από την Αμερική. Κάτι τέτοιο όπως είναι φυσικό θα απαιτούσε μια λεπτότατη και προσεκτική πολιτική τέχνη για την οποία οι σημερινοί Ευρωπαίοι ηγέτες δεν φαίνονται να είναι οι πιο κατάλληλοι.
Πραγματικά το αναπόφευκτο κενό ανάμεσα στην απόρριψη της Αμερικανικής και «Ατλαντικής» συμμαχίας και στην δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού συνασπισμού ικανού να προστατευτεί με τις δικές του πλέον δυνάμεις (όπου βέβαια θα είναι δυνατό) θα μπορούσε να σταθεί μοιραίο γιατί μία Ευρώπη στο στάδιο ακόμα της υλικής και πνευματικής ημιαδράνειας θα ήταν, συνεπεία εσωτερικών εξελίξεων και εξωτερικών επιθέσεων, εύκολο θύμα του Κομμουνισμού και της Σοβιετικής Ενώσεως. Πριν από πρωτοβουλίες του είδους, είναι αναγκαία η συμπλήρωση του έργου της προετοιμασίας.
Τα προβλήματα όμως αυτής της συγκεκριμένης πολιτικής ξεφεύγουν από τους σκοπούς αυτού του γραπτού. Το μόνο πού μπορούμε να κάνουμε εδώ είναι να επισημάνουμε φευγαλέα όλα όσα έχουν σχέση με το σχήμα και με τις πνευματικές και δογματικές προϋποθέσεις της μίας Ευρώπης.
Οι νεφελώδεις ομοσπονδιακές και συναθροιστικές λύσεις έχουν αναπόφευκτα ένα δευτερογενή χαρακτήρα. Όσο για την αμυντική πολιτική και την οικονομική ενότητα αυτές αποτελούν απλά μια από τις συνέπειες.
Η μοναδική πραγματική λύση θα πρέπει να έχει ένα χαρακτήρα οργανικό με κύριο στοιχείο την προερχόμενη από τα μέσα και από τα πάνω διαπλαστική δύναμη πού με την σειρά της αποτελεί γνώρισμα μιας ιδέας και μιας κοινής παραδόσεως. Αντίθετα σε κάποιους άλλους χώρους προβάλλεται σαν επιχείρημα μιας προγραμματικής και δραστηριοποιημένης απόψεως το γεγονός ότι τα Έθνη δεν κατέβηκαν από τον ουρανό τέλεια και ωραία, αλλά αντίθετα σχηματίστηκαν με βάση μια κοινή αποστολή που επιβλήθηκε από ένα είδος προκλήσεως του περιβάλλοντος και από την πρωτοβουλία μιας αποφασιστικής και ενεργητικής κεντρικής δυνάμεως πού κατόρθωσε να ενοποιήσει τα διάφορα Έθνη.
Οι άνθρωποι αυτοί πιστεύουν ότι και στην περίπτωση της «Εθνικής Ευρώπης» που μέλλει ακόμα να γεννηθεί, τα πράγματα θα ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο, ότι δηλαδή θα είναι αρκετή η αναφορά σε ένα μύθο ή στην ιδέα ενός κοινού προορισμού για να προκληθεί μια συσπείρωση της Ευρωπαϊκής παρατάξεως.
Παρόμοια άποψη κατά την γνώμη μου είναι ανεπαρκής, αναφορικά δε με την ερμηνεία της γεννήσεως των ιστορικών "Εθνών δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι οφείλεται πρωταρχικά τόσο στις δυναστείες πού αντιπροσωπεύουν μια παράδοση όσο και στην αφοσίωση μιας ομάδας υποστηρικτών τους (σαν παράδειγμα η γέννηση της Πρωσίας). Για την μία Ευρώπη, όλες αυτές οι προϋποθέσεις είναι ανύπαρκτες. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι μια αναφορά σε μια κατάσταση αναγκαιότητας που με την σειρά της θα δώσει αρχή σε μια ενωτική ώθηση, σε μια εκτίναξη προς τα μπρος. Πρέπει όμως να ομολογήσουμε ότι κάτι τέτοιο έχει ελάχιστο προηγούμενο μέσα στην Ευρωπαϊκή ιστορία.
Είναι άσκοπο να υπενθυμίσουμε τα ευκρινή φαινόμενα που δεν αφορούν την ενότητα, αλλά την Ευρωπαϊκή διαίρεση, φαινόμενα που αντιστοιχούν με τον Εκατονταετή πόλεμο, με τους θρησκευτικούς πολέμους, με τους πολέμους της διαδοχής, με τους δύο παγκοσμίους πολέμους.
Χρειάζεται ακόμα να τονιστεί ότι οι Ευρωπαϊστές ταλαντεύονται ανάμεσα στην έννοια της Αυτοκρατορίας έστω και σχετικής —όπως ακριβώς χρησιμοποιήθηκε από τους Τhiriart και Varange — και σ' εκείνη του «΄Εθνους Ευρώπη» - πού είναι μεταξύ των άλλων και τίτλος ενός γερμανικού περιοδικού.
Όλα αυτά απαιτούν κάποια διευκρίνηση.
Το νόημα του Έθνους δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εφαρμοστεί πάνω σε μία οργανική υπερεθνική ομάδα.
Όταν απορρίπτεται ό τύπος μιας «Ευρώπης τωv πατρίδων» ή αυτή ακόμη ή ομοσπονδία των Ευρωπαϊκών Εθνών, δεν πρέπει να περιπέσουμε σε παρερμηνεία. Τα νοήματα της Πατρίδας και του Έθνους ανήκουν σε μια σφαίρα πρωταρχικά νατουραλιστική, δηλαδή «φυσική». Στην μία Ευρώπη πατρίδες και Έθνη μπορούν να συνυπάρξουν. ("Ας μην ξεχνούμε ότι οι εθνικές κοινότητες, έστω και μερικά, προστατεύονται ακόμη και μέσα στα πλαίσια του ολοκληρωτισμού της Ε.Σ.Σ.Δ).
Εκείνο πού θα έπρεπε να απορριφθεί κατηγορηματικά είναι ό Εθνικισμός (με την τερατολογική αποφυάδα του, τον ιμπεριαλισμό) και ο Σωβινισμός, αυτή ή φανατική απολυτοποίηση μιας ειδικής ενότητας.
Κατά συνέπεια ο σωστός τύπος, από δογματική άποψη, θα ήταν Αυτοκρατορία και όχι «Ευρώπη Έθνος» ή " Ευρωπαϊκή πατρίδα». Θα έπρεπε να γίνει έκκληση σ' ένα συναίσθημα ανωτέρας τάξεως, ποιοτικά πολύ διαφορετικό από εκείνο του «Εθνικού» χαρακτήρα που βρίσκεται ριζωμένος μέσα σε άλλα στρώματα του ανθρώπινου είδους.
Δεν μπορούμε να χαρακτηριστούμε Ευρωπαίοι με βάση το ίδιο συναίσθημα που μας κάνει να αισθανόμαστε Ιταλοί, Πρώσσοι, Βάσκοι, Φιλανδοί, Σκώτοι, Ούγγροι κ.λπ. Γι αυτό χρειάζεται να επιτύχουμε ένα μοναδικό συναίσθημα κοινής φύσεως πού να διαγράφει και να εξισορροπεί τις διαφορές μέσα στο «Έθνος Ευρώπη». Το σχήμα μιας Αυτοκρατορίας με το πραγματικό και οργανικό νόημα της (απόλυτα ξένο με κάθε μορφή ιμπεριαλισμού) είναι σαν παράδειγμα, η Ευρωπαϊκή Μεσαιωνική Οικουμένη. Τα μεμονωμένα κράτη έχουν τον χαρακτήρα μερικών οργανικών ενώσεων πού στηρίζονται (για να χρησιμοποιήσω την Δαντική έκφραση) στην αρχή Unum Quod non est Pars , δηλαδή πάνω σε μια ενωτική αρχή, σε μια εξουσία και σε μια κυριαρχία διαφορετικής φύσεως από εκείνη που είχε ή μπορούσε να ελπίζει το κάθε μεμονωμένο κράτος.
Η αρχή της Αυτοκρατορίας μπορεί να αποκτήσει παρόμοια αξιοπρέπεια υπερβάλλοντας την πολιτική σφαίρα με το στενό νόημα της, σμίγοντας και νομιμοποιώντας την με μια Ιδέα, με μια παράδοση, με μια εξουσία έστω και πνευματική. Οι περιορισμοί της κυριαρχίας των μεμονωμένων εθνικών μονάδων προς όφελος ενός «προέχοντος δικαίου» της Αυτοκρατορίας έχουν από παρόμοια προσηγορική συνθήκη την υπερβάλλουσα αξιοπρέπεια της ίδιας της Αυτοκρατορίας- σε σχέση δε με την δομή, το σύνολο παρουσιάζεται σαν «οργανισμός αποτελούμενος από οργανισμούς» ή αν θέλετε, σαν φεντεραλισμός, σαν ένας οργανικός φεντεραλισμός, όμοιος κατά κάποιο τρόπο μ' εκείνο πού είχε δημιουργηθεί επί Βίσμαρκ στο Γερμανικό II Ράιχ, κάθε άλλο παρά ακέφαλος. Αυτά είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της Αυτοκρατορία με το πραγματικό νόημα της.
Ας δούμε τώρα τις δυνατότητες και τις συνθήκες πού είναι απαραίτητες για την πραγματοποίηση παρόμοιας ιδέας στην σημερινή Ευρώπη. Πάνω απ' όλα χρειάζεται θέληση και δύναμη να πάμε τελείως αντίθετα στο ρεύμα. Από την στιγμή πού ή ιδέα της Ευρώπης «Έθνος» έχει σαν σκοπό την ανάμειξη των μεμονωμένων Ευρωπαϊκών Εθνών στα πλαίσια ενός μοναδικού "Έθνους διαγράφοντας γλωσσολογικές, εθνικές και ιστορικές διαφορές, αυτή ή ιδέα παραμερίζεται. Επειδή έχουμε να κάνουμε με μια οργανική ενότητα η βασική προϋπόθεση βρίσκεται στην ολοκλήρωση και σταθεροποίηση κάθε μεμονωμένου Έθνους, μέσα σ' ένα σχήμα ιεραρχικού και απόλυτα διαφοροποιημένου συνόλου.
Η φύση του επί μέρους πρέπει να αντικαθρεπτίζεται σ' εκείνη του συνόλου.
Από τη στιγμή που θα πραγματοποιηθούν ιεραρχικά τα μεμονωμένα Έθνη το σταθερό σχήμα των μεμονωμένων μονάδων, απαλλαγμένα από την εθνικιστική «ύβριν», τη βικιανή «υπεροψία των Εθνών» πού βαδίζει παράλληλα με το δημαγωγικό και κολλεκτιβιστικό γεγονός, θα δημιουργούσε μια αυτοδύναμη πορεία, πέρα από τις Εθνικές περιοχές, προς την κατεύθυνση μιας ανώτερης ενότητας.
Αυτή λοιπόν, εξ αιτίας της υπερυψωμένης φύσεως της, θα άφηνε πολύ χώρο στις Εθνικότητες σύμφωνα βέβαια με τα φυσικά και ιστορικά χαρακτηριστικά τους.
Η αρχή του οργανικού νοήματος σύμφωνα με το οποίο όσο περισσότερο είναι σταθερή και τέλεια η ανώτερη ενότητα, τόσο περισσότερο είναι διαφοροποιημένα και αυτόνομα, τα μεμονωμένα μέρη είναι αρκετά γνωστή.
Εκείνο που έχει σημασία είναι η συνεργεία, η συγκεκριμένη επιθυμία για κάθε κοινή δράση. Κάθε οργανική ενότητα έχει μια δική της αρχή σταθερότητας. Σε καμιά όμως περίπτωση δεν μπορεί να γίνει σκέψη για σταθερότητα του συνόλου όταν δεν υπάρχουν εγγυήσεις σταθερότητας και στα μέρη πού την αποτελούν.
Από την άποψη αυτή ή στοιχειώδης προϋπόθεση μιας ενδεχόμενης Ευρωπαϊκής ενότητας βρίσκεται στην πολιτική ολοκλήρωση των μεμονωμένων Εθνών.
Η Ευρωπαϊκή ενότητα θα ήταν πάντα επισφαλής από τη στιγμή που θα στηριζόταν πάνω σε ένα Διεθνές κοινοβούλιο στερούμενου μοναδικής ανώτερης εξουσίας, διαθέτοντας αντιπροσωπείες των μεμονωμένων πολιτικών καθεστώτων δημοκρατικού τύπου, που επειδή ακριβώς ελέγχονται από τα χαμηλά δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να εγγυηθούν τη συνέχεια τόσο της θελήσεως όσο και της πολιτικής διευθύνσεως. Μέσα σ' ένα δημοκρατικό καθεστώς η κυριαρχία του Κράτους είναι εφήμερη και ένα Έθνος δεν παρουσιάζει ποτέ μια πραγματική ενότητα• είναι απλά ένας αριθμός πού περνά στην κατοχή πότε του ενός και πότε του άλλου κόμματος που με τους ελιγμούς τους μέσα στο παράλογο σύστημα των καθολικών εξισωτικών εκλογών, υπονομεύουν την πολιτική θέληση.
Σε γενικές γραμμές θα πρέπει να προσανατολιστούμε προς την ιδέα μιας οργανικής ενότητας που πετυχαίνεται δια μέσου των κορυφών και όχι δια μέσου των βάσεων. Μόνο οι elites των διαφόρων Ευρωπαϊκών Εθνών θα ήταν σε θέση να συνεννοηθούν, να συγχρονισθούν ξεπερνώντας τους τοπικισμούς, το πνεύμα της διαιρέσεως και να αξιοποιήσουν μέσα από την εξουσία συμφέροντα και λόγους περισσότερο υψηλούς.
Σε κάθε έθνος λοιπόν θα έπρεπε να υπάρχει ένα «κέντρο» αρκετά σταθερό και μέσα από ένα συντονισμό και μια συνεργασία παρομοίων κέντρων η ανώτερη ευρωπαϊκή ενότητα θα μπορούσε να οργανωθεί και να δράσει.
Στο σύμπλεγμα αυτό θα έπρεπε να προωθηθεί μια διπλή διαδικασία ολοκληρώσεως: Εθνική ολοκλήρωση μέσα από την αναγνώριση μιας ουσιαστικής αρχής της εξουσίας βάση για τον οργανικό, αντιατομικιστικό και συντεχνιακό σχηματισμό των επί μέρους πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων.
Υπερεθνική Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση μέσα από την αναγνώριση μιας αρχής εξουσίας τόσο ανυψωμένης σε σχέση με εκείνη των μεμονωμένων Κρατών, όσο και σε σχέση με τα άτομα που τα απαρτίζουν. Δίχως αυτές τις προϋποθέσεις είναι ανώφελο να μιλούμε για μια οργανικά μία Ευρώπη.
Τοποθετώντας το πρόβλημα με τους όρους αυτούς εμφανίζονται τα μεγάλα εμπόδια πού δεν αφορούν την πολιτική αλλά και την πνευματική βάση τόσο αναγκαία γι' αυτή την Ευρωπαϊκή Ενότητα.
Πού θα βρεθεί ή βάση; Σε επίπεδο υψηλότερο και περισσότερο εξυψωμένο όπως θα ήταν το θρησκευτικό, μπορούν να γίνουν ελάχιστα.
Δεν μπορούμε να κάνουμε αναφορά στον Καθολικισμό ούτε να απαιτήσουμε απ' αυτόν επικύρωση και το χρίσμα αναφορικά με την ανυψωμένη αρχή της εξουσίας, γιατί
α) ό Καθολικισμός είναι πίστη μερικών μόνο Ευρωπαϊκών Εθνών
β) εξαιτίας της δημοκρατικής και νεωτεριστικής αποφολιδόσεως της σημερινής Εκκλησίας, και
γ) γιατί πρέπει να ληφθούν υπ' όψιν τα αποτελέσματα των διαδικασιών της αποϊερωποιήσεως και της λαϊκοποιήσεως πού σ' ολόκληρη την Ευρώπη βρίσκονται σε εξέλιξη.
Λιγότερες ακόμα πιθανότητες έχει η έκκληση σ' ένα γενικό Χριστιανισμό: κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ λίγο, ένα πράγμα εξαντλημένο, ασώματο, δίχως σχήμα και πάνω απ' όλα μη Ευρωπαϊκό, που δεν μπορεί να μονοπωληθεί μόνο από τον Ευρωπαϊκό πολιτισμό• μην ξεχνούμε ότι οι νέγροι της Αμερικής είναι και αυτοί Χριστιανοί.
Από το επίπεδο αυτό κατεβαίνουμε σε ένα χαμηλότερο. Πολύ εύκολα γίνεται λόγος για «Ευρωπαϊκή παράδοση» και για «Ευρωπαϊκή κουλτούρα». Δυστυχώς όμως εδώ και καιρό, στην Ευρώπη —και στη Δύση— κανείς δεν συνειδητοποιεί το υψηλό νόημα της «παραδόσεως».
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ή «παράδοση» στο ολοκληρωμένο νόημα της αποτελεί μια κατηγορία ενός κόσμου πού σχεδόν έχει εξαφανιστεί, σε εποχές κατά τις οποίες η μοναδική δημιουργική δύναμη εκδηλωνόταν τόσο στα ήθη όσο και στην πίστη, τόσο στο δίκαιο όσο και στα πολιτικά σχήματα και στην κουλτούρα, με λίγα λόγια σε κάθε κυρίαρχη μορφή της υπάρξεως.
Κανείς δεν θα θέλει να υποστηρίξει ότι στην Ευρώπη υπάρχει «μία παράδοση» προς αυτή την κατεύθυνση και ότι αυτή είναι σε θέση να νομιμοποιήσει την Ευρωπαϊκή ιδέα.
Από αυτή την «παράδοση» με το βαθύτερο νόημα της σήμερα στην Ευρώπη υπάρχει μόνο κάποια ιστορική ανάμνηση.
Σχετικά με την «Ευρωπαϊκή κουλτούρα» που η ανακαίνιση της σήμερα βρίσκεται στα χέρια των Ευρωπαϊστών του σαλονιού, στους διανοούμενους φιλελευθέρων και ανθρωπιστικών τάσεων, που κάνουν διατριβές πάνω στην «προσωπικότητα», την «ελευθερία», τον «ελεύθερο κόσμο» κλπ με τρόπο απόλυτο προσαρμοσμένο στο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο αποφολιδωμένο κλίμα:
Γενικά δεν πιστεύουμε ότι μπορεί να προκύψει τίποτα περισσότερο πέρα από τα διάφορα Ευρωπαϊκά Έθνη.
Πρέπει να καταλάβουμε ότι αυτό πού σήμερα ονομάζεται «κουλτούρα» δεν είναι τίποτα άλλο από μια απόφυση του αστικού πολιτισμού του Τρίτου Κράτους, κτήμα του οποίου άλλωστε είναι και ο μη προεξοφλημένος μύθος της λεγομένης «αριστοκρατίας της σκέψεως», μια αριστοκρατία πού λίγο ή πολύ είναι εκείνη του Ρarvenu αντιπαραδοσιακής, φιλελεύθερης και με λαϊκό προσανατολισμό.
Η αυθεντική εξουσία των θεματοφυλάκων και των εκφραστών μιας ανώτερης ιδέας δεν μπορεί με κανένα τρόπο να συγκριθεί με εκείνη των εκπροσώπων της λεγόμενης «κουλτούρας».
Σ' έναν Γκαίτε, σ' έναν Χούμπολντ και σ' όλους τους άλλους εκπροσώπους της μεγάλης κουλτούρας οφείλουμε ν' αναγνωρίσουμε το μέγεθος της προσφοράς τους• θα ήταν όμως παράλογο να περιμένουμε μέσα από αυτό τον κόσμο την εμφάνιση της διεγερτικής και εμψυχωτικής δυνάμεως πού θα συμπαραστεκόταν στις επαναστατικές elites στον αγώνα τους για την μία Ευρώπη.
'Ολα αυτά θα μπορούσαν να υπάρξουν στο σχήμα της κυριαρχίας μιας αξιοπρεπούς «εκπροσωποποιήσεως» με χαρακτήρα πρωταρχικά ιστορικό.
Βέβαια κάθε φορά πού βγαίνει από τις γενικότητες και προσπαθεί να δώσει ένα συγκεκριμένο και βασικό περιεχόμενο στο νόημα της «κοινής Ευρωπαϊκής κουλτούρας» βρισκόμαστε μπροστά σε μια τολμηρή προσπάθεια.
Το συνέδριο Volta που είχε συγκληθεί στo παρελθόν από την Ακαδημία της Ιταλίας με θέμα την Ευρώπη και στο οποίο είχαν πάρει μέρος γνωστοί εκπρόσωποι από διάφορα Έθνη έκανε αισθητή αυτή την δυσκολία γιατί πέρα από πολλές προσωπικές ερμηνείες λίγο ή πολύ αποκλίνουσες δεν κατάφερε να καταλήξει σε συμπεράσματα. Δεν είναι όμως αυτό το βασικό σημείο. Είναι ότι αντιμετωπίζουμε με ελαφριά καρδιά το σύμπλεγμα ενοχής της Ευρώπης ιδιαίτερα σε ότι άφορα την «κουλτούρα» της. Αν εξαιρέσουμε την κουλτούρα με λογοτεχνικό και ανθρωπιστικό χαρακτήρα που στερείται σχέσεων με τις βαθύτερες ιστορικές δυνάμεις, πως μπορούμε να αγνοήσουμε ότι η κουλτούρα και ο δυτικός πολιτισμός (που κατά ένα μεγάλο μέρος είναι κουλτούρα και πολιτισμός της Ευρώπης) και αντιπαραδοσιακό πνεύμα από την εποχή ακόμη της Αναγεννήσεως ήσαν το ίδιο πράγμα και ακόμη ότι αυτό που σχεδόν όλοι οι φιλελεύθεροι και προοδευτικοί υπερασπιστές της κουλτούρας και του Ευρωπαϊκού πολιτισμού προωθούν σαν τίτλο της Ευρωπαϊκής δόξας αρχή κάνοντας της ίδιας της Ευρωπαϊκής πνευματικής κρίσεως και ότι τέλος ο εξευρωπαϊσμός του κόσμου εξισώθηκε με την διάχυση ενός φαινομένου αποσυνθέσεως, ανατροπής και ερεθισμού των δυνάμεων εκείνων πού αργότερα στράφηκαν εναντίον της Ευρώπης. Η Ευρώπη στάθηκε το λίκνο του ιλουμινισμού, του φιλελευθερισμού, της Δημοκρατίας και τέλος του Μαρξισμού και του Κομμουνισμού. Δυστυχώς αυτή ήταν η πιο αξιοπρόσεκτη προσφορά της «ευρωπαϊκής κουλτούρας» στην μοντέρνα εποχή, ήταν εκείνη των διανοουμένων, των ανθρωπιστών, των «ανυψωμένων πνευμάτων», των τεχνών, των γραμμάτων... Με αυτούς ακριβώς τους όρους υπάρχει κίνδυνος να κατανοήσουμε «την κοινότητα του πεπρωμένου» πού μερικοί Ευρωπαϊστές επικαλούνται. Μια από τις αξιόλογες προσφορές στο συνέδριο Volta ήταν και εκείνη του Ακαδημαϊκού Francesco Coppola πού αναφέρθηκε βασικά στο σύμπλεγμα ενοχής και στην «κακή συνείδηση» της Ευρώπης. Πώς να γίνει σκέψη για μια αμυντική Ευρωπαϊκή βάση ενάντια σε Ιδεολογίες και δυνάμεις πού σωστά θεωρούνται βαρβαρικές και αντιευρωπαϊκές, όταν πρέπει να παρατηρούνται μέσα σ' αυτές οι ακραίες και ώριμες εξελίξεις τάξεων καθώς και τα δεινά πού είχαν το αρχικό τους λίκνο μέσα στην ίδια την Ευρώπη; Αυτή είναι ή αιτία της ελάχιστης ανοσίας του Ευρωπαϊκού κόσμου μπροστά στους σημερινούς «πολιτισμούς - οδηγούς» όπως ο αμερικανικός και ο σοβιετοκομμουνιστικός. Έτσι το πρόβλημα του πνευματικού θεμελίου για μια Ευρώπη οργανικά μία παραμένει άλυτο και μια ενδεχόμενη εξόρμηση των ακτιβιστικών και επαναστατικών δυνάμεων προς την κατεύθυνση παρόμοιας Ευρώπης, στερημένη από τα πνευματικά της μετόπισθεν, θα άφηνε πίσω τους ένα πεδίο σαθρό και υπονομευμένο αν δεν άρχιζαν την μάχη στο εσωτερικό εναντίον όλων των κακών πού σήμερα εμφανίζονται σε μικροσκοπική μεγέθυνση... Άμεση απαίτηση θα ήταν λοιπόν μια εσωτερική αποτοξίνωση πού θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί όσο το δυνατό συντομότερο, αδιαφορώντας για το τίμημα. "Αφήνοντας στην άκρη τον πολιτικό και οικονομικό τομέα πώς είναι δυνατό να παραγνωρίσουμε το μέτρο πού η αμερικανοποίηση ασκεί στα ήθη, στις προτιμήσεις, στις προδιαθέσεις των Ευρωπαϊκών φυλών; Αυτό μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότι το πρόβλημα της ευρωπαϊκής συμπεριφοράς μπροστά σ' αυτό πού γενικά θα μπορούσαμε να ονομάσουμε μοντέρνο κόσμο αντιμετωπίζεται με όρους «αντιδραστικούς» και επαναστατικοσυντηρητικούς... Αντίθετα, το να λέμε ότι δεν πρέπει να ζητάμε από τους πολιτικά στρατευμένους τον «ιδεολογικό τους ορίζοντα», το να βεβαιώνουμε ότι είναι αρκετό να μην δέχονται τη συνεργασία των μη Ευρωπαϊκών δυνάμεων, το ότι χρειάζονται να συνασπιστούν στον αγώνα τους για την Ευρώπη μέσα σ' ένα «κοινό σύμφωνο», παραγνωρίζοντας το πρόβλημα μιας μοναδικής και συγκεκριμένης θεωρήσεως, θα σήμαινε τοποθέτηση σ' ένα πεδίο ιρασιοναλιστικού ακτιβισμού δίχως σημαία και δίχως σπονδυλική στήλη: ακόμη και αν εκπλήρωνε τον πρακτικό του σκοπό στη συνέχεια και μέσα στον Ευρωπαϊκό συνασπισμό τα σχίσματα και οι αντιθέσεις θα ήταν αναπόφευκτα. Ακόμα και αν δεχτούμε ότι μέσα από τον δρόμο αυτό θα ήταν δυνατή ή δημιουργία της Ευρώπης, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι ή παραπάνω προϋπόθεση σε σχέση με την οργανική και όχι με την «κοινοτική» μορφή θα ήταν ανύπαρκτη, αυτή η Ευρώπη δεν θα ήταν φορέας καμιάς ξεχωριστής ιδέας και θα εμφανιζόταν σαν ένας ακόμη συνασπισμός δυνάμεων στο πλευρό του Ρωσικού, του Αμερικάνικου του Κινεζικού και πιθανότατα του Αφρικό-ασιατικού, σύμμαχος ή ανταγωνιστής δίχως κανένα ποιοτικά διαφοροποιημένο χαρακτήρα μια πού μέσα στο κλίμα του «μοντέρνου» πολιτισμού κανένας παρόμοιος παράγοντας δεν μπορεί να είναι αποφασιστικός. Φυσικά θα ήταν καθαρή ουτοπία αν θέλαμε να αντιταχθούμε στο σύνολο σχεδόν όσων αντιπροσωπεύει από την υλιστική άποψη ό σύγχρονος πολιτισμός. Κάτι τέτοιο ανάμεσα στα άλλα θα οδηγούσε στην εγκατάλειψη των αποφασιστικών όπλων κατάλληλα τόσο για άμυνα όσο και για επίθεση, δίπλα πού σήμερα είναι τόσο αναγκαία. Όταν σήμερα επαναλαμβάνεται κατά κόρον ότι οι Ευρωπαϊκοί λαοί διαθέτουν μια κοινή κουλτούρα και κατ' επέκταση μια από τις προϋποθέσεις για να μετατραπούν σε Έθνος, πρέπει να θυμίσουμε ότι αρχή κάνοντας από το παρελθόν και σε όσα αναφέραμε πριν από λίγο, ή κουλτούρα αυτή ταυτίζεται συνεχώς και περισσότερο όχι μόνο με τους Ευρωπαίους αλλά και με το σύνολο σχεδόν του «πολιτισμένου» κόσμου. Η κουλτούρα αυτή δεν έχει σύνορα. Η ευρωπαϊκή προσφορά —με βιβλία, γραπτά, καλλιτέχνες, μελέτες, κλπ, —απορροφήθηκε από τα μη Ευρωπαϊκά κράτη και τα ευρωπαϊκά κράτη με τη σειρά τους απορρόφησαν εκείνη των μη ευρωπαϊκών. Μια παρόμοιας αποφασιστικής σημασίας εξισορρόπηση (πού εξαπλώνεται στον τρόπο ζωής και στις προτιμήσεις) σε στενότατη σχέση με την εξιλέωση της επιστήμης και της τεχνικής παρουσιάστηκε σαν επιχείρημα από εκείνους πού αντί για την Ευρώπη επιθυμούν έναν ενοποιημένο κόσμο μέσα στα πλαίσια κάποιας οργανώσεως ή ενός Παγκόσμιου υπερεθνικού Κράτους.
Είναι φανερό ότι αν αντιμετωπίσουμε το παραπάνω πρόβλημα και δώσουμε την σωστή του λύση, ή Ευρώπη θα μπορούσε να διαφοροποιηθεί πνευματικά, θα μπορούσε να είναι κάτι το διαφορετικό κάθε άλλο παρά ευμετάβλητο, θα μπορούσε τέλος την στιγμή πού ό σύγχρονος κόσμος θα παρασυρόταν απ' την κρίση να παίξει τον ρόλο του οδηγού.

ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΔΙΑΝΟΗΤΕΣ: ΕΡΝΕΣΤΟΣ ΡΕΝΑΝ

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΠΟΥ ΕΚΑΝΑ ΕΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ ΟΤΑΝ ΚΑΤΟΡΘΩΣΑ ΝΑ ΝΟΙΩΣΩ ΤΗΝ ΤΕΛΕΙΑ ΟΜΟΡΦΙΑ


Ω ευγένεια. Ω ομορφιά απλή και αληθινή. Θεά που η λατρεία σου σημαίνει και σοφία, Συ που ο Ναός σου είναι ένα αιώνιο μάθημα συνείδησης και ειλικρίνειας, φτάνω αργά στων μυστη­ρίων σου το κατώφλι, στον βωμό σου προσκομίζω τύψεις πολλές. Για να τον βρω μου χρειά­στηκαν να κάνω έρευνες ατέλειωτες. Τη μύηση που μεταβίβαζες στον Αθηναίο όπως γεννιόταν μ' ένα χαμόγελο, εγώ την κατέκτησα με σκέψεις πολλές, με κόπο και με προσπάθειες μακρόχρονες.

Γεννήθηκα, ω Θ ε ά με τα γαλανά μάτια, από γονείς βαρβάρους. Απ' τους καλούς κι' ενάρε­τους Χειμέριους, που κατοικούν στις όχθες μιας θάλασσας σκοτεινής, που βράχια τις περικλείνουν κι' οι τρικυμίες πάντα τις χτυπούν. Γνωρίζουν μόλις τον ήλιο. Αντί λουλούδια έχουν τα θα­λασσινά φυτά ,τα φύκια και τα χρωματιστά κογχύλια, που τα βρίσκουν στα βάθη των έρημων μυχών. Τα σύννεφα κάνουν την εμφάνιση τους δίχως χρώμα ,κι' η χαρά ακόμα είναι λίγο θλιβερή εκεί, αλλά, πηγές από κρύα νερά αναβλύζουν απ τα βράχια και τα μάτια που έχουν οι νιές κο­πέλες είναι σαν κι' εκείνες τις πράσινες πηγές, όπου, πάνω σε φόντο από χόρτα κυματιστά κα­θρεπτίζεται ο ουρανός.
Οι προγονοί μου ,όσο μακριά κι' αν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω, ήταν αφοσιωμένοι στα μα­κρινά θαλασσινά ταξίδια, μέσα σε θάλασσες που οι Αργοναύτες σου δεν τις γνώρισαν. Άκουσα, όταν ήμουν νέος, τραγούδια για ταξίδια πολικά, με νανούρισαν οι αναμνήσεις για πλεούμενους πάγους, για θάλασσες γεμάτες καταχνιά, που ήταν ολόιδιες με το γάλα, για νησιά που κατοι­κούσαν μόνο πουλιά, που κελαηδούσαν στην ώρα τους και που σαν ξανάρχιζαν ομαδικά το πέταγμα τους σκοτείνιαζαν τον ουρανό.
Μερικοί ιερείς μίας ξένης λατρείας, που είχε φτάσει από τους Σύριους της Παλαιστίνης ανέλα­βαν το χρέος να με σπουδάσουν. Οι ιερείς αυτοί ήταν σοφοί και άγιοι. Με δίδαξαν μεγάλες ιστο­ρίες για τον Κρόνο, που δημιούργησε τον κόσμο, και για τον γιο του, που καθώς λένε, πραγμα­τοποίησε ένα ταξίδι επάνω στη γη.
Οι ναοί του είναι τρεις φορές πιο ψηλοί απ τον δικό σου, ω Ευρυθμία κι' ακριβώς όμοιοι με δάση, μοναχά που δεν είναι γεροί. Γκρεμίζονται κατρακυλάνε σε ερείπια έπειτα από πεντακόσια ή εξακόσια χρόνια, είναι φαντασίες βαρβάρων, που φαντάστηκαν πως μπορούν να κάνουν κάτι καλό, έξω από τους κανόνες που χάραξες εσύ στους εμπνευσμένους σου, ω , Λ ογ ι κ ή.
Όμως αυτοί οι ναοί μου άρεσαν. Δεν είχα ακόμα μελετήσει τη δική σου θεία τέχνη. Εύρισκα μέσα εκεί το Θεό. Έψαλλαν εκεί μέσα ύμνους που ακόμα τους θυμάμαι: «Χαίρε, ω άστρο της θά­λασσας,... βασίλισσα εκείνων που βογκάνε πάνω σ' αυτή την κοιλάδα των δακρύων», ή ακόμα: «Ρόδο μυστικό, φιλντισένιε Πύργε, Άστρο του πρωινού...». Άκουσε ω Θεά .Όταν τους θυμάμαι αυτούς τους ύμνους, λιώνει η καρδιά μου ,γίνομαι σχεδόν αποστάτης. Συγχώρησε με για την κενότητα αυτή. δεν μπορείς να φαντασθείς τη γοητεία που οι βάρβαροι μάγοι έβαλαν μέσα σ' αυτούς τους στίχους και πόσο με βαραίνει ν' ακολουθώ ολόγυμνη τη λογική.
Και έπειτα αν ήξερες, πόσο δύσκολο έχει γίνει το να σε υπηρετούμε. Η κάθε ευγένεια έχει ε­ξαφανισθεί. Οι Σκύθες έχουν κατακτήσει τον κόσμο. Δεν υπάρχει πια δημοκρατία από ανθρώ­πους ελεύθερους. Τώρα υπάρχουν μονάχα βασιλιάδες που κατάγονται από αίμα βαρύ, κάτι με­γαλειότητες, που γι αυτές εσύ θα χαμογελούσες. Κάτι δυσκίνητοι Υπερβόρειοι αποκαλούν ελα­φρούς αυτούς που σε υπηρετούνε....
Μία Π α μ β ο ι ω τ ί α φοβερή, μία συμμαχία από όλες τις βλακείες, απλώνει πάνω στον κό­σμο ένα κάλυμμα μολυβένιο που εμείς ασφυκτιούμε κάτω απ αυτό. Ακόμα και αυτοί που σε τι­μούν, πόσο θα πρέπει να σου προκαλούν τον οίκτο. Θυμάσαι εκείνον τον Καλυδώνιο, που πριν από πενήντα χρόνια, κομμάτιασε τον Ναό σου με σφυριές για να σε μεταφέρει στη Θούλη; Το ίδιο κάνουν όλοι... Έγραψα, σύμφωνα με μερικούς από τους κανόνες που αγαπάς, ω Θ ε ο ν ό-η, την ζωή του νέου θεού που υπηρέτησα στα παιδικά μου χρό­νια Συ μόνη είσαι νέα, ω Κ ο ρ η. συ μόνη είσαι αγνή, ωΠαρθένος θεία μητέρα της κάθε εργασίας, προστάτιδα της δουλειάς ω Ε ρ γ ά ν η, συ που δημιουργείς την ευγένεια του πολιτι­σμένου εργάτη και τον τοποθετείς τόσο δυνατό πάνω απ τον οκνηρό τον Σκύθη. Σ ο φ ί α , συ που ο Δίας σε γέννησε αφού έσκυψε πρώτα το κεφάλι, αφού πήρε ανάσα βαθιά, συ που κατοι­κείς μέσα στον πατέρα σου, απόλυτα ενωμένη με το δικό σου είναι, συ που είσαι η συντρόφισσα του κι' η συνείδηση του.
Ενέργεια του Δία , σπινθήρα που ανάβεις και διατηρείς τη φωτιά στους ήρωες και στους ανθρώπους που έχουν μεγαλοφυία, κάνε μας να γίνουμε άνθρωποι πνευματικοί συμπληρωμένοι,
Την ημέρα που οι Αθηναίοι κι' οι Ρόδιοι πάλεψαν για τη θυσία, εσύ διάλεξες να κατοικήσεις σιμά στους Αθηναίους, σαν πιότερο σοφούς. Όμως ο πατέρας σου έβαλε τον Πλούτωνα να κατεβεί. μέσα σ ένα χρυσό σύννεφο στην μεγάλη πόλη των Ροδίων, γιατί κι' εκείνοι είχαν προσφέ­ρει στην θυγατέρα του μεγάλες τιμητικές θυσίες, Οι Ρόδιοι έγιναν πλούσιοι τότε, οι Αθηναίοι ό­μως απέκτησαν πνεύμα, δηλαδή την αληθινή χαρά, την παντοτινή ευθυμία, την θεϊκή παιδικότη­τα της καρδιάς.
   Ο κόσμος μόνο τότε θα σωθεί όταν γυρίσει πίσω ξανά σε σένα, όταν λησμονήσει κΓ αποδιώξει τις βαρ­βαρικές του συνήθειες. Ας τρέξουμε ,ας έρθουμε όλοι μαζί.
Πόσο ωραία θα είναι εκείνη την μέρα, που όλες οι πόλεις που πήραν κάτι απ τα απομεινάρια του Να­ού σου: η Βενετία, το Παρίσι, το Λονδίνο, η Κοπεγχά­γη, θα ξαναδώσουν πίσω αυτά που έκλεψαν ,για να επανορθώσουν έτσι την αδικία που έκαναν. Θα σχη­ματίσουν αντιπροσωπείες επίσημες αποστολές αρχαιολογικές, στα ιερά μέρη της Ελλάδας, για να ξαναδώσουν τ' αρχαία μνημεία, που τα κρατούν στην κατοχή τους ακόμα, λέγοντας: «Θεά συγχώρεσε μας. Τα πήραμε για να τα σώσουμε απ' τους βάρβαρους ,απ' τα κακά δαιμόνια της νύχτας», και θα χτίσουν ξανά τα τείχη σου, με τους ήχους της δικής σου φλογέρας, για να ξεπλύνουν το έγκλημα του ανόσιου Λύσανδρου, που τα είχε γκρεμίσει,
Θα πάνε έπειτα στην ίδια τη Σπάρτη για να καταραστούν τη γη της που αυτή ήταν η πρωταίτια για τα τρομερά και τα σκοτεινά σφάλματα της ιστορίας, για να τη χλευάσουν, να την περιφρονήσουν, γιατί τώρα έσβησε και δεν υπάρχει πια. Εγώ, πιστός σε σένα, θ αντισταθώ στους επικίνδυνους και μοιραίους μου συμβούλους : στον σκεπτικισμό μου, που με κάνει να αμφιβάλω, στην ανησυχία που έχει το πνεύμα μου, που κι' όταν ακόμα βρεθεί η αλήθεια, αυτό με κάνει να την αναζητάω αδιάκοπα, στην φαντασία μου , που ποτέ της δεν μ αφήνει να ησυχάσω ακόμα κΓ έπειτα απ τη διαπίστωση της απ' την ίδια τη λογική .
«Ω , Α θ η ν ά Αρχηγέτις, ιδανικό που ο κάθε μεγαλοφυής άνθρωπος το ενσαρκώνει μέ­σα στ αριστουργήματα του, προτιμώ να είμαι ο τελευταίος στην πατρίδα σου, παρά να είμαι ο πρώτος οπουδήποτε αλλού. Ναι, θα προσδεθώ στον στυλοβάτη του ναού σου. θα λησμονήσω κάθε άλλη πειθαρχία εκτός απ τη δική σου ,θα γίνω στηλίτης πάνω στις κολόνες σου. το κελί μου θα βρίσκεται επάνω στο επιστήλιο σου. Και πιο δύσκολο ακόμα. Για σένα, αν μπορέσω, θα γίνω μισαλλόδοξος, μεροληπτικός. Θα μάθω τη γλώσσα σου και θα ξεμάθω όλα τα άλλα. Θα είμαι άδικος για κείνο που δεν ενδιαφέρει εσένα, θα γίνω ο υπηρέτης του τελευταίου από τα παιδιά σου. Τους σημερινούς κατοίκους της γης, που εσύ έδωσες στον Ερεχθέα, θα τους εγκωμιάσω, θα τους κολακεύσω. Θα προσπαθήσω ν αγαπήσω ακόμα και τα ελαττώματα τους. Θα πείσω τον εαυτό μου, ω I π π ί α , ότι κατάγονται απ τους ιππείς, που γιορτάζουν εκεί ψηλά, επάνω στο μάρμαρο της ζωοφόρου σου, την αιώνια γιορτή τους. Θ αποσπάσω απ τη καρδιά μου κάθε ευ­αίσθητη χορδή που δεν είναι τέχνη λογική και καθαρή. Θα παύσω ν' αγαπώ τις αρρώστιες μου, να ευχαριστιέμαι με τον ίδιο τον πυρετό μου, Υποστήριξε Συ, την σταθερή μου πρόθεση, ω Σ ω τ η ρ ί α. βοήθησε με ω Συ, που σώζεις.
Πόσες δυσκολίες προβλέπω, πραγματικά. Πόσες πνευματικές συνήθειες θα πρέπει ν αλλάξω. Πόσες χαριτωμένες αναμνήσεις θα πρέπει ν' αποσπάσω απ την καρδιά μου. Θα δοκιμάσω. Δεν είμαι όμως βέβαιος για τον εαυτό μου.
      Αργά σε γνώρισα, ω Απόλυτη ομορφιά. Θα παλινδρομήσεις αδυναμίες. Δεν υπάρχει αμφιβολία, πως μία φιλοσοφία διεστραμμένη μ' έκανε να πιστέψω πως το καλό και το κακό, η ευχαρίστηση κι' ο πόνος, η ομορφιά και η ασχήμια, η λογική κι' η τρέλα μεταμορφώνονται οι πρώτες μέσα στις δεύτερες με παραλλαγές τόσο αγνώριστες, όσο και αυτές που βρίσκονται στο λαιμό του περιστεριού. Το να μην αγαπάς τίποτε ,το να μη μισείς τίποτε απολύτως, γίνεται τότε μία σοφία. Αν τυχόν μία κοινωνία, μία φιλοσοφία, μία θρησκεία είχε κατακτήσει την απόλυτη αλήθεια, τότε η κοινωνία αυτή, αυτή η φιλοσοφία, αυτή η θρησκεία 9α είχε νικήσει τις άλλες και θα ζούσε μόνη της την ώρα αυτή. Όλοι εκείνοι, που νόμισαν ως τώρα, πως έχουν δίκιο πλανή­θηκαν, αυτό το βλέπουμε καθαρά. Μπορούμε μήπως να πιστέψουμε, χωρίς θρασύτητα τρελή, ότι το μέλλον δεν θα μας κρίνει το ίδιο όπως κρίνουμε το παρελθόν; Να οι βλαστήμιες που μου υποβάλλει το πνεύμα μου, που είναι τόσο κακομαθημένο. Μια φιλολογία, που σαν την δική σου ,θα ήταν υγιής από όλες τις πλευρές ,θα προκαλούσε σήμερα μοναχά την ανία....
     Χαμογελώ για την απλοϊκή μου σκέψη. Ναι ,την ανία.... Είμαστε διεφθαρμένοι: τι να γίνει; Θα προχωρήσω πιο μακριά, ορθόδοξη Θεά, θα σου ειπώ την ενδόμυχη διαφθορά της καρδιάς μου.
Η λογική και η φρόνηση δεν είναι αρκετές. Υπάρχει κάποια ποίηση μέσα στον παγωμένο Στρυμόνα και μέσα στο μεθύσι των κατοίκων της Θράκης. Θάρθουν αιώνες που λογαριάζουν τους μαθητές σου σαν μαθητές της ανίας. Ο κόσμος είναι πιο μεγάλος από όσο πιστεύεις. Αν είχες ιδεί τα χιόνια του Πόλου και τα μυστήρια του ουρανού της Ανταρκτίδας, το μέτωπο σου, ω πάντα ήρεμη Θεά, δεν θα ήταν τόσο γαλήνιο. Το κεφάλι σου, πιο πλατύ, θ' αγκάλιαζε τότε διάφο­ρα είδη ομορφιάς.
Είσαι αληθινή, αγνή και τέλεια. Το μάρμαρο σου δεν έχει καμία κηλίδα. Κι' ο ναός ακόμα της Αγίας Σοφίας, που βρίσκεται στο Βυζάντιο, κι' αυτός επίσης προκαλεί μίαν εντύπωση θεία με τα τούβλα του και τα ασβεστώδη ερείπια του. Είναι η εικόνα του Θόλου του ουρανού. Θα καταρ­ρεύσει. Εάν λοιπόν κι' ο δικός σου Θάλαμος θα έπρεπε να είναι αρκετά πλατύς για να χω­ρέσει ένα μεγάλο πλήθος, τότε θα γκρεμιζόταν κι' αυτός.Ένα ποτάμι απέραντο λησμονιάς μας παρασέρνει μέσα σ ένα ακατονόμαστο βάραθρο. Ω ά­βυσσος, είσαι ο μοναδικός Θεός. Τα δάκρυα όλων των λαών είναι δάκρυα αληθινά .τα όνειρα όλων των σοφών περικλείνουν μοναχά ένα μέρος της αλήθειας. Τα πάντα εδώ κάτω είναι σύμ­βολο και όνειρο. Οι Θεοί περνούν το ίδιο όπως και οι άνθρωποι και δεν θα ήταν καλό να μένουν αιώνιοι. Η πίστη που είχαμε δεν πρέπει ποτέ να γίνεται μία αλυσίδα. Ξεπληρώνουμε το χρέος μας απέναντι της όταν την τυλίξουμε προσεκτικά με το πορφυρό σάβανο, που μέσα σ αυτό κοι­μούνται οι νεκροί Θεοί.»